Αlpha Bank Cyprus Ltd ν. G. Papageorgiou Properties Ltd, υπό διαχείριση δια του Ιακωβίδη ως παραλήπτη και διαχειριστή κ.α., Αγ. Αρ.: 3386/2013, 25/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A76 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 3386/2013 Μεταξύ: Αlpha Bank Cyprus Ltd Εναγόντων και
- G. Papageorgiou Properties Ltd, υπό διαχείριση δια του XXXXX Ιακωβίδη ως παραλήπτη και διαχειριστή.
- ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Παπαγεωργίου.
- ΧΧΧΧ Παπαγεωργίου.
- ΧΧΧΧ Παπαγεωργίου.
- ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Παπαγεωργίου. Εναγόμενων ---------------------------------------------- Ημερ.: 25/05/
- Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κα. Ι. Μαλέκκου με κα Λ. Σάββα για κ.κ. Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους αρ. 1-5: κ. Α. Δημητρίου για κ. Α. Θ. Μαθηκολώνη. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή αξιώνουν εναντίον όλων των εναγόμενων τα ποσά των €97.074,92, €37.508,90, €188.292,47 και €35.464,44 πλέον τόκους, ως αναλυτικά αναφέρονται στο αιτητικό τους και στην παράγραφο 22 (α) - (δ) της Έκθεσης Απαίτησης και τα οποία αποτελούν, κατ' ισχυρισμό, υπόλοιπα πιστωτικών διευκολύνσεων που παρείχαν στην εναγόμενη αρ.
- Αξιώνουν επίσης διάταγμα του Δικαστηρίου για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων τα οποία περιγράφονται στην παράγραφο 17 της Έκθεσης Απαίτησης τους δυνάμει των Υποθηκών με αρ. XXXXX/2008, XXXXX/2008 και XXXXX/
- Η αξίωση των εναγόντων εδράζεται στην κατ' ισχυρισμό συμφωνία ημερομηνίας 26/09/2001 για το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού και στις τροποποιητικές αυτής συμφωνίες ημερομηνίας 26/03/2008 και 23/06/2008, με τις οποίες παραχώρησαν στην εναγόμενη αρ. 1 όριο ύψους €100,000 καθώς επίσης και στις συμφωνίες δανείου ημερομηνίας 03/03/2008, 26/03/2008 και 08/04/2009, δυνάμει των οποίων παραχώρησαν επίσης στην εναγόμενη αρ. 1 τα ποσά των €120,000, €260,000 και €50,000 ως δάνεια. Οι πιο πάνω πιστωτικές διευκολύνσεις καλύπτονταν και/ή εξασφαλίζονταν από σχετικές εγγυήσεις των εναγόμενων αρ. 2, 3, 4 και 5 και από τις Υποθήκες XXXXX/2008, XXXXX/2008 και ΥXXXXX/
- Οι εναγόμενοι αρ. 1 - 5 με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους, ισχυρίζονται ότι οι όροι των επίδικων συμφωνιών, ως αναφέρονται στις παραγράφους 2(α), (β) και (δ), 4(α), (β) και (δ), 6(α), (β) και (δ) και 8(α), (β) και (δ) της Έκθεσης Απαίτησης είναι αόριστοι και ασαφείς και κατά συνέπεια άκυροι και ανεφάρμοστοι ή και είναι όροι καταχρηστικοί, ετεροβαρείς και παράνομοι. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι όροι που αφορούν το δικαίωμα των εναγόντων να χρεώνουν τόκο υπερημερίας ή και άλλες επιβαρύνσεις, είναι όροι που συνιστούν ποινική ρήτρα και είναι άκυροι, παράνομοι και ανεφάρμοστοι. Πέραν των πιο πάνω, οι εναγόμενες αρ. 3 και 4 αρνούνται ότι συμφώνησαν να εγγυηθούν ή και να καλύψουν ή και ότι παραχώρησαν εγγύηση ή και κάλυψη των εναγόμενων αρ. 1 για τις κατ' ισχυρισμό παραχωρούμενες πιστωτικές διευκολύνσεις. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της παραγράφου 10 της Έκθεσης Απαίτησης και τον ισχυρισμό περί απόφασης των εναγόντων ημερ. 27/01/2010 την οποία αποδέχτηκε η εναγόμενη αρ. 1 και με την οποία συμφωνήθηκε να δοθούν για όλες τις διευκολύνσεις νέες προσωπικές και αλληλέγγυες εγγυήσεις για το ποσό των €450,000 πλέον τόκους από τις εναγόμενες αρ. 3 και 4, οι εναγόμενοι τους παραδέχονται αλλά ισχυρίζονται ακυρότητα της εν λόγω συμφωνίας. Ισχυρίζονται ότι η εν λόγω απόφαση/έγκριση είναι αποτέλεσμα οικονομικής πίεσης των εναγόντων και/ή παράνομου εξαναγκασμού της εναγόμενης αρ. 1 από τους ενάγοντες. Συγκεκριμένα, αναφέρουν ότι οι ενάγοντες εξάσκησαν αφόρητες πιέσεις εναντίον της εναγόμενης αρ. 1 και του Διοικητικού Συμβουλίου να αποδεχθεί την εν λόγω συμφωνία με την απειλή ότι διαφορετικά θα προχωρούσαν εναντίον των εναγόμενων αρ. 1, 2 και 5 με δικαστικά μέτρα και θα έκλειναν όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγόμενων. Σε σχέση με την ισχυριζόμενη συμφωνία εγγυήσεως ημερομηνίας 29/12/2009 των εναγόμενων αρ. 3 και 4, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 11 της Έκθεσης Απαίτησης, οι τελευταίοι ισχυρίζονται ότι αυτή είναι άκυρη, παράνομη και ανεφάρμοστη καθότι είναι προϊόν εξαναγκασμού και απειλών των εναγόντων. Οι εναγόμενοι αρ. 3 και 4 είναι παιδιά των εναγόμενων αρ. 2 και 5, ήταν πολύ νεαρής ηλικίας και ήταν υπό την πλήρη εξάρτηση του πατέρα τους, εναγόμενου αρ. 2 ο οποίος κάτω από την πίεση των εναγόμενων αρ. 1 που αναφέρθηκε ανωτέρω, υποχρεώθηκε να εξαναγκάσει ή και να υποχρεώσει τις εναγόμενες αρ. 3 και 4 να υπογράψουν την επίδικη εγγύηση. Οι εναγόμενοι αρ. 2 και 5 παραδέχονται τις ισχυριζόμενες στην Έκθεση Απαίτησης συμφωνίες εγγύησης (βλ. παραγράφους 12 - 16). Οι εναγόμενοι αρ. 2 - 5 όμως ισχυρίζονται ότι όλες οι επίδικες συμφωνίες εγγύησης είναι άκυρες και μη εκτελεστές καθότι παραβαίνουν τις πρόνοιες του Άρθρου 5 και 12
(1)του Νόμου 197
(1)/2003, όσον αφορά τους εναγόμενους αρ. 3, 4 και 5. Ισχυρίζονται επίσης ότι οι πιο πάνω παραλείψεις των εναγόντων συνιστούν παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι αρ. 3, 4 και 5 να δικαιούνται να τις τερματίσουν ή ακυρώσουν. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι αρ. 3, 4 και 5 ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες έχουν προχωρήσει σε τροποποιήσεις των όρων της σύμβασης μεταξύ του πρωτοφειλέτη και των εναγόντων χωρίς την συγκατάθεση τους. Σε σχέση με τις ισχυριζόμενες Υποθήκες της παραγράφου 17 της Έκθεσης Απαίτησης, οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 τις παραδέχονται αλλά ισχυρίζονται ακυρότητα τους καθότι αυτές παραχωρήθηκαν για εξασφάλιση παράνομης συναλλαγής και/ή ότι καταρτίσθηκαν κατά παράβαση του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Ν. 9/65, λεπτομέρειες των οποίων αναφέρουν. Οι εναγόμενοι ζητούν απόρριψη της αγωγής και ανταπαιτούν εναντίον των εναγόντων δηλώσεις του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες εγγυήσεις των εναγόμενων αρ. 3, 4 και 5 είναι παράνομες, άκυρες και ανεφάρμοστες, ότι οι εν λόγω εναγόμενοι έχουν απαλλαγεί από αυτές καθώς επίσης και δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες υποθήκες είναι παράνομες, άκυρες και ανεφάρμοστες και διάταγμα που να τις ακυρώνει και εξαλείφει. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, οι ενάγοντες ουσιαστικά εμμένουν στους ισχυρισμούς τους και στην νομιμότητα και δεσμευτικότητα των επίδικων συμφωνιών και προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι εμποδίζονται να προβάλλουν ισχυρισμούς περί ακυρότητας παραπέμποντας στις επίδικες συμφωνίες. Οι ενάγοντες για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 5 , κάλεσαν πέντε
(5)μάρτυρες και συγκεκριμένα τον κ. XXXXX Θεοδώρου (Μ.Ε.1), τον κ. XXXXX Στατιώτη (Μ.Ε.2), την κα XXXXX Χ΄΄Χριστοφή (Μ.Ε.3), τον κ. XXXXX Ζήνωνος (Μ.Ε.4) και τον κ. XXXXX Αριστοδήμου (Μ.Ε.5). Από πλευράς εναγόμενων, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν επίσης 81 συνολικά τεκμήρια. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν χρειάζεται η επανάληψη αυτής αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο έχει διεξέλθει αυτής με πολλή προσοχή και λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, τόσο αυτή στην ολότητα της, όσο και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Θα παραθέσω κατωτέρω συνοπτικά την μαρτυρία που προσκομίστηκε για να διαφανούν οι θέσεις των διαδίκων. Ο Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης (βλ. Έγγραφο Α). Σε αυτή αναφέρει ότι είναι υπάλληλος των εναγόντων ο οποίος για όλους τους ουσιώδεις χρόνους για την παρούσα αγωγή, εργαζόταν στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών (Recoveries Department) ως ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης των χρεωστικών λογαριασμών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών των εναγόμενων. Κατέχει και φυλάττει όλα τα σχετικά έγγραφα της παρούσας υπόθεσης και έχει την ευθύνη παρακολούθησης των εν λόγω λογαριασμών. Ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε στις τέσσερις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην εναγόμενη αρ. 1, στις τροποποιητικές συμφωνίες για τον τρεχούμενο λογαριασμό, τις εγγυήσεις που παραχωρήθηκαν, τη σύναψη των επίδικων υποθηκών και κατάθεσε στο Δικαστήριο όλη την έγγραφη μαρτυρία και τις σχετικές συμφωνίες καθώς επίσης καταστάσεις λογαριασμού και επιστολές τερματισμού (βλ. τεκμήρια 2 - 68). Να σημειωθεί ότι κατά τη μαρτυρία του, περιόρισε την αξίωση των εναγόντων μόνο στις τρεις από τις τέσσερις διευκολύνσεις, καθότι το δάνειο που παραχωρήθηκε με τη συμφωνία ημερομηνίας 08/04/2009 έχει εξοφληθεί. Περαιτέρω, περιόρισε την αξίωση του στην εκποίηση μόνο της Υποθήκης αρ. XXXXX/2001 καθότι οι άλλες δύο, έχουν ήδη εκποιηθεί. Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι η αναδομημένη κατάσταση του τρεχούμενου λογαριασμού που κατάθεσε στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήριο 66) αρχίζει από τις 04/04/2012 ενώ για τα δύο δάνεια η αναδόμηση αρχίζει από την ημέρα του ανοίγματος των εν λόγω λογαριασμών. Αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό είπε ότι ο τόκος κεφαλοποιείτο δύο φορές το χρόνο και υπολογιζόταν επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων. Όσον αφορά τις διάφορες χρεώσεις που φαίνονται σε αυτόν και συγκεκριμένα, τις χρεώσεις με την αναφορά «cheque book, cashback που αφορούσε έξοδα εξαργύρωσης επιταγών, χρέωση επιστροφής ή ανάκλησης επιταγών, χρέωση για έκδοση βιβλιαρίου επιταγών, χρέωση καταστάσεων λογαριασμού που ζητούνταν από τους εναγόμενους αρ. 1, είπε ότι οι χρεώσεις αυτές περιλαμβάνονταν στην συμφωνία για το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού και στο κατάλογο χρεώσεων, ο οποίος συμφωνήθηκε και ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους αρ.
- Δεν είχε όμως μαζί του να παρουσιάσει τον εν λόγω Κατάλογο που επικαλέστηκε και ούτε ήταν σε θέση να πει κατά πόσο αυτός είχε υπογραφεί από τους εναγόμενους αρ.
- Σε σχέση με τη θέση που εξέφρασε κατά την κυρίως του εξέταση περί αποστολής καταστάσεων λογαριασμού στην εναγόμενη αρ. 1 και ότι ουδέποτε η τελευταία τις αμφισβήτησε, ο μάρτυρας είπε ότι δεν έχει μαζί του οποιαδήποτε αποδεικτικά για την αποστολή των εν λόγω καταστάσεων. Ο μάρτυρας διαφώνησε με τη θέση ότι οι πιο πάνω χρεώσεις είναι αντισυμβατικές και ότι οι ενάγοντες δεν τις δικαιούνται. Αναφορικά με το επιτόκιο Euribor, ο μάρτυρας είπε ότι κάθε τρεις μήνες που αυτό θα άλλαζε με βάση της συμφωνία δανείου, τεκμήριο 12, αυτό γινόταν αυτόματα από το σύστημα της Τράπεζας. Υπάρχουν συγκεκριμένα τμήματα της Τράπεζας τα οποία χειρίζονται τις διατιμήσεις του επιτοκίου Euribor και οι οποίες τροφοδοτούν το σύστημα. Δεν είχε μαζί του το ιστορικό των σχετικών διατιμήσεων του Euribor αλλά είπε ότι οι διατιμήσεις με τις οποίες χρεώθηκε ο λογαριασμός είναι απόλυτα έγκυρες και διαφώνησε με τη θέση ότι οι ενάγοντες επέβαλλαν λανθασμένες διατιμήσεις. Τις ίδιες θέσεις εξέφρασε και για τις διατιμήσεις του Euribor σε σχέση με την άλλη συμφωνία δανείου, τεκμήριο 13, η οποία προνοούσε 1 μηνός Euribor. Πέραν των πιο πάνω και σε σχέση με τις υποθήκες, ο μάρτυρας ρωτήθηκε κατά πόσο μπορεί να καθορίσει το ύψος των εξόδων που αναφέρονται στην παράγραφο 13 του εγγράφου υποθήκης, τεκμήριο 37 η οποία εξασφαλίζει τον τρεχούμενο λογαριασμό χωρίς να ήταν σε θέση να το πράξει. Η ίδια θέση του ισχύει και για τις υποθήκες τεκμήρια 35 και 36, σε σχέση με τους όρους 13 και 14 αυτών. Διαφώνησε όμως με τη θέση της υπεράσπισης ότι το ποσό που οι εν λόγω υποθήκες καθορίζουν, με βάση τους όρους τους, δεν είναι δυνάμενο να καθοριστεί. O M.E.2, επίσης υπάλληλος των εναγόντων, ανάφερε την εμπλοκή του σε σχέση με το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού και είπε ότι ήταν μάρτυρας των υπογραφών της συμφωνίας ημερομηνίας 26/09/2001, η οποία υπογράφηκε εκ μέρους των εναγόμενων αρ. 1 από τον Πρόεδρο του Διοικητικού της Συμβουλίου, κ. XXXXX Παπαγεωργίου. Μετά από την υπογραφή της συμφωνίας και συγκεκριμένα στις 28/09/2001 ανοίχθηκε στο σύστημα των εναγόντων ο τρεχούμενος λογαριασμός. Περαιτέρω, ο μάρτυρας είπε ότι ήταν μάρτυρας των υπογραφών των εναγόμενων αρ. 2 και 5 στο εγγυητήριο έγγραφο ημερ. 26/09/2001, τεκμήριο 34 και μάρτυρας της υπογραφής της Υποθήκης XXXXX/01, που ενέγραψε ο εναγόμενος αρ. 2 προς όφελος των εναγόντων. Ήταν η θέση του μάρτυρα αυτού ότι, τόσο ο εναγόμενος αρ. 2 όσο και η εναγόμενη αρ. 5 κατά την υπογραφή των εν λόγω εγγράφων και προσερχόμενοι στα γραφεία των εναγόντων δεν τους εξανάγκασε κανένας να το πράξουν και ούτε άφησαν αυτή την εντύπωση. Αντιθέτως, είπε, ήταν άτομα που του έδωσαν την εντύπωση ότι γνώριζαν τί έπρατταν. Τους έδωσε επίσης τα έγγραφα και τους άφησε αρκετό χρόνο για να τα μελετήσουν και να υπογράψουν όταν αυτοί ένοιωθαν έτοιμοι να το πράξουν. Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας είπε ότι δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή με την κατάρτιση των συμφωνιών των δανείων. Η Μ.Ε.3 ανάφερε ότι από το 2009 μέχρι σήμερα είναι τοποθετημένη στο Τμήμα Επιχειρήσεων Πάφου των εναγόντων και έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Είπε ότι στην απόφαση/έγκριση ημερομηνίας 30/12/2009, τεκμήριο 16, υπογράφει, μεταξύ άλλων, η ίδια και εκ μέρους της εναγόμενης αρ.1 ο εναγόμενος αρ.
- Ανάφερε επίσης ότι είναι μάρτυρας των υπογραφών των εναγόμενων αρ. 3 και 4 στο εγγυητήριο έγγραφο ημερομηνίας 29/12/2009 με το οποίο οι εναγόμενες αρ. 3 και 4 εγγυήθηκαν όλες τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις των εναγόμενων αρ. 1 μέχρι του ποσού των €450,000 πλέον τόκους κ.λ.π. Περαιτέρω, είπε ότι είναι μάρτυρας των υπογραφών επιστολών εγγυητών των εν λόγω εναγόμενων αρ. 3 και 4 προς τους ενάγοντες, τεκμήρια 17 - 24 και της δήλωσης ενυπόθηκου οφειλέτη τεκμήριο
- Αποτέλεσε θέση της μάρτυρος ότι οι εναγόμενες αρ. 3 και 4 υπέγραψαν όλα τα πιο πάνω έγγραφα, αφού τους τα είχαν παραδώσει, τα μελέτησαν και όταν οι ίδιες τους δήλωσαν ότι συμφωνούν με το περιεχόμενο τους. Δεν θυμάται, είπε επίσης, οι εναγόμενες αρ. 3 και 4 να της έκαναν οποιαδήποτε ιδιαίτερη εντύπωση, όταν παρουσιάστηκαν και υπέγραψαν τα εν λόγω έγγραφα εγγύησης. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ουσιαστικά ανάφερε ότι η εγγύηση των εναγόμενων αρ. 3 και 4 δόθηκε για υφιστάμενες διευκολύνσεις και η έγκριση που δόθηκε τη δεδομένη στιγμή αφορούσε μόνο τη μεταβίβαση των υποθηκευμένων ακινήτων στις θυγατέρες του κ. Παπαγεωργίου. Γνώριζαν επίσης το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού. Αναφορικά με τα τεκμήρια 19 και 20, τα οποία αφορούσαν τη συμφωνία δανείου τεκμήριο 12, η μάρτυρας είπε ότι η χρονική διάρκεια αποπληρωμής του εν λόγω δανείου που αναφέρεται σε αυτά, είναι το υπόλοιπο του χρόνου που απαιτείτο με βάση τη συμφωνία. Ο χρόνος αυτός όμως προκύπτει να μην ήταν σταθερός διότι το δάνειο θα έφερε επιτόκιο 3 μηνών Euribor και οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να αυξάνουν το επιτόκιο κατά την κρίση τους. Ρωτήθηκε να πει κατά πόσο οι εναγόμενες τους ανάφεραν ότι δεν ήθελαν αυτό τον όρο ή αν υπήρχε δυνατότητα να αλλάξει, με την μάρτυρα να απαντά ότι θα έπρεπε να γίνει αίτημα προς την Νομική Υπηρεσία. Αυτό από την πείρα της αυτό έγινε σε πολύ λίγες περιπτώσεις. Τις ίδιες θέσεις η μάρτυρας ανάφερε και σε σχέση με τα τεκμήρια 21 και 22 που αφορούσαν την άλλη συμφωνία δανείου της εναγόμενης αρ. 1, τεκμήριο
- Της υποβλήθηκε επίσης η θέση ότι ο όρος των επίδικων συμφωνιών, τεκμήρια 12, 13 και 15 που δίνει το δικαίωμα στους ενάγοντες να απαιτεί τα ποσά των διευκολύνσεων οποτεδήποτε, είναι καταχρηστικός καθώς επίσης και ο όρος 3 των εν λόγω συμφωνιών που αφορά το επιτόκιο και την αλλαγή του. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας είπε ότι όταν οι εναγόμενες αρ. 3 και 4 προσήλθαν για να υπογράψουν τα επίδικα έγγραφα, ήταν ηλικίας 23 και 21 ετών αλλά δεν θυμόταν αν εργάζονταν ή ήταν οικονομικά ανεξάρτητες. Είπε όμως ότι δεν κατάλαβε να είχαν οποιοδήποτε πρόβλημα με τον πατέρα τους και εκείνο το καιρό οι εναγόμενες αρ. 3 και 4 ήταν μέτοχοι της εναγόμενης αρ.
- Επανεξεταζόμενη, είπε ότι στη συμφωνία δανείου, τεκμήριο 12, στην τελευταία σελίδα προβλέπεται ότι η τελευταία δόση θα πρέπει να είναι τέτοιου ποσού που θα εξοφλείται το δάνειο, άρα οι αναπροσαρμογές στο επιτόκιο, θα είναι στην τελευταία δόση. Τα ίδια ισχύουν και για τις συμφωνίες δανείου τεκμήρια 13 και 15 και ότι η τελευταία δόση δεν είναι προβλέψιμη για αυτό θα είναι τέτοιου ποσού που θα εξοφλείται το δάνειο. O M.E.4 ανάφερε ότι είναι υπάλληλος των εναγόντων και από το έτος 2007 - 2010 ήταν διευθυντής του Τμήματος Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων. Αναφέρθηκε στις 4 πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν από τους ενάγοντες στην εναγόμενη αρ. 1 και στην δική του άμεση εμπλοκή με αυτές. Συγκεκριμένα, ανάφερε ότι η δική του εμπλοκή σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό αφορά στην αύξηση του ορίου του από €17,086 σε €40,000 και από €40,000 σε €100,
- Ήταν αυτός που ετοίμασε το αίτημα της εναγόμενης αρ. 1 για την αύξηση του ορίου από €40,000 σε €100,000, το οποίο κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 69 και αφού αυτό εγκρίθηκε υπογράφτηκαν οι συμφωνίες ημερομηνίες 26/03/2008 και 23/06/2008, τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα. Επίσης, ο μάρτυρας ανάφερε ότι στις 31/12/2007 υποβλήθηκε από την εναγόμενη αρ. 1 αίτημα για την παραχώρηση δανείου ύψους €120,000 με σκοπό την αγορά γης (βλ. τεκμήριο 70), αυτό εγκρίθηκε και υπογράφηκε η συμφωνία ημερομηνίας 03/03/2008 αφού ο ίδιος εξήγησε στον αντιπρόσωπο της εταιρείας το περιεχόμενο της. Σε σχέση με το δάνειο ύψους €260,000, ο μάρτυρας είπε ότι η εμπλοκή του αφορά το αίτημα της εναγόμενης αρ. 1 ημερομηνίας 11/03/2008 (βλ. τεκμήριο 71) για την παραχώρηση του με σκοπό, όπως του ανάφερε ο διευθυντής της εναγόμενης αρ. 1, την μετατροπή καταστήματος σε υπεραγορά και αγορά εξοπλισμού. Το αίτημα αυτό εγκρίθηκε και υπογράφτηκε η συμφωνία ημερομηνίας 26/03/
- Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι στις 24/03/2009 προώθησαν αίτημα της εναγόμενης αρ. 1 για την παραχώρηση δανείου ύψους €50,000 (βλ. τεκμήριο 72) και αφού εγκρίθηκε υπογράφτηκε η συμφωνία ημερομηνίας 08/04/2009, στην οποία υπογράφει ο ίδιος εκ μέρους των εναγόντων και εκ μέρους της εναγόμενης αρ. 1 ο διευθυντής της. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι ο ίδιος υπέγραψε την απόφαση/έγκριση ημερομηνίας 27/1/2010 - τεκμήριο 16 μαζί με την Μ.Ε.3, με βάση την οποία οι ενάγοντες είχαν ζητήσει την παραχώρηση νέων εξασφαλίσεων, πέραν των υφιστάμενων, οι οποίες αφορούσαν «νέες προσωπικές αλληλέγγυες και κεχωρισμένες εγγυήσεις για το ποσό των €450,000 πλέον τόκων, των XXXXX και XXXXX Παπαγεωργίου». Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας ανάφερε ότι υπέγραψε εκ μέρους των εναγόντων τα τεκμήρια 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 31, 32 και 33 τα οποία αφορούν επιστολές εγγυητών. Επιπλέον, σε σχέση με την υποθήκη ΥXXXXX/08, τεκμήριο 36, η οποία αφορούσε την εγγραφή υποθηκών επί ακινήτου με αρ. εγγραφής 4/1XXXXX2 στην Κισσόνεργα, υπέγραψε στις 29/12/2009 επιστολή προς το Κτηματολόγιο Πάφου, ότι ως Τράπεζα δεν ενίστανται στην μεταβίβαση κατά ½ μερίδιο στις XXXXX και XXXXX Παπαγεωργίου από τον ιδιοκτήτη XXXXX Παπαγεωργίου. Υπέγραψε επίσης επιστολή ημερομηνίας 29/12/2009, επισυνημμένη στην υποθήκη ΥXXXXX/01 - τεκμήριο 37 σε σχέση με την μεταβίβαση των ενυπόθηκων ακινήτων στο όνομα της XXXXX και XXXXX Παπαγεωργίου. Ο μάρτυρας ανάφερε περαιτέρω ότι παράδωσαν όλα τα έγγραφα στον διευθυντή της εναγόμενης αρ. 1 XXXXX Παπαγεωργίου και στις εγγυήτριες XXXXX και XXXXX Παπαγεωργίου, τους άφησαν αρκετό χρόνο για να τα μελετήσουν και όταν ένοιωσαν έτοιμοι τα υπέγραψαν, πρακτική που ακολουθούν για όλους τους πρωτοφειλέτες και εγγυητές. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο δέσμη εγγράφων για διάφορες ταμειακές συναλλαγές και/ή κατάλογο χρεώσεων των εναγόντων, για τους μήνες Μαϊο, Ιούλιο, Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2008 (βλ. τεκμήριο 73), 1/1/2009, Μάϊο, Αύγουστο και Νοέμβριο του 2009 (βλ. τεκμήριο 74), 1/1/2010, 22/2/2010, 22/03/2010, 31/03/2010, 24/04/2010, 31/05/2010, 11/06/2010 και 01/07/2010 (βλ. τεκμήριο 75), 06/05/2011, 15/05/2011, 07/07/2011, 08/08/2011 και 05/12/2011 (βλ. τεκμήριο 76), 27/04/2012, 07/05/2012, 20/09/2012, 04/09/2012, 18/09/2012, 14/11/2012, 19/11/2012 και 28/11/2012 (βλ. τεκμήριο 77). Ο μάρτυρας είπε ότι οι εν λόγω χρεώσεις είναι αναρτημένες στα καταστήματα και υπηρεσίες της Τράπεζας και αποστέλλονταν μαζί με την κατάσταση λογαριασμού στον πελάτη, ένα μήνα πριν την αλλαγή για ενημερωθεί ο τελευταίος ότι πρόκειται να αλλάξουν και ότι το τιμολόγιο τον επόμενο μήνα θα είναι αυτό. Σε περαιτέρω εξέταση του ο μάρτυρας επεξήγησε τα αιτήματα της εναγόμενης αρ. 1 για την παραχώρηση των επίδικων δανείων και την αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού και είπε ότι η δόση στα δάνεια και ο χρόνος αποπληρωμής τους καθορίστηκε μετά από συζήτηση με τον πελάτη. Εξήγησε επίσης την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης αρ. 1 η οποία λήφθηκε υπόψη και την επιχειρηματική της δραστηριότητα. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας είπε ότι τα τεκμήρια 73 - 77, τα οποία αποτελούν τον Κατάλογο Χρεώσεων των εναγόντων, δεν είναι υπογραμμένα από τα μέρη αλλά οι εν λόγω χρεώσεις και το δικαίωμα των εναγόντων σε αυτές περιλαμβάνεται στις σχετικές συμφωνίες. Είπε επίσης ότι ο ίδιος και το κατάστημα του δεν αποστέλλει καταστάσεις λογαριασμού στον πελάτη και αυτό γίνεται από τα κεντρικά γραφεία και οι εν λόγω καταστάσεις αποστέλλονταν ταχυδρομικώς. Αυτό γίνεται αυτοματοποιημένα κάθε μήνα εκτός αν ο πελάτης ζητήσει μια τέτοια κατάσταση, οπότε θα του την τυπώσουν. Ο μάρτυρας επίσης είπε ότι στον όρο 3 της συμφωνίας δανείου τεκμήριο 12, στην τελευταία παράγραφος που προνοεί για την μεταβολή του επιτοκίου από την Τράπεζα, αυτό καθορίζεται από τις συνθήκες της οικονομίας δίνοντας παραδείγματα και η όποια μεταβολή του αποφασίζεται από την Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας. Τα ίδια ισχύουν για τις συμφωνίες δανείου τεκμήριο 13 και 15, στις οποίες υπάρχει παρόμοιος όρος. Αναφορικά με τις εναγόμενες αρ. 3 και 4 είπε ότι τις γνωρίζει καθότι επισκέφθηκαν το γραφείο του και υπέγραψαν τις συμφωνίες εγγύησης και από τη συμπεριφορά τους φάνηκε ότι οι σχέσεις τους με τον πατέρα τους ήταν πολύ καλές. Τους ενημέρωσε επίσης ότι θα μεταφέρονταν τα ακίνητα από τον εναγόμενο αρ. 2 στο όνομα τους και η εγγύηση που έδωσαν εξασφάλιζε το όριο του τρεχούμενου και τα ποσά των δανείων. Αρνήθηκε όμως τη θέση ότι κατά την υπογραφή της εγγύησης από τις εναγόμενες αρ. 3 και 4, οι οφειλές της εναγόμενης αρ. 1 ξεπερνούσαν την εγγύηση που υπέγραψαν. Ο Μ.Ε.5 ανάφερε ότι κατά τον Μάρτη του 2008 ήταν προϊστάμενος στο Τμήμα Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων των εναγόντων. Ήταν το πρόσωπο, είπε, που υπέγραψε εκ μέρους των εναγόντων την τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 26/03/2008 για την αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού της εναγόμενης αρ. 1 στο ποσό των €40,
- Εκ μέρους της εναγόμενης αρ. 1 υπέγραψε ο κ. Γ. Παπαγεωργίου αφού προηγουμένως τους παρουσίασε απόσπασμα από τα πρακτικά της συνέλευσης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης αρ. 1, τεκμήριο
- Παράδωσε ο ίδιος την εν λόγω συμφωνία στο πιο πάνω πρόσωπο, του δήλωσε ότι συμφωνεί με το περιεχόμενο της και αφού του δόθηκε ο απαιτούμενος χρόνος για να ελέγξει το περιεχόμενο αυτής και ότι αποδέχεται τους όρους που καταγράφονται σε αυτήν, προχώρησαν και την υπέγραψαν. Περαιτέρω, ο μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο τις αυξομειώσεις του Euribor για την περίοδο από 04/01/1999 - 25/02/2021, τις οποίες τύπωσε από το ευρωπαϊκό αρχείο που διατηρεί η Τράπεζα και έχουν οι ίδιοι πρόσβαση (βλ. τεκμήριο 78). Κατάθεσε επίσης τις αυξομειώσεις του Libor (βλ. τεκμήριο 79) και κατάλογο με τις «Προηγούμενες Τιμές Βασικών Επιτοκίων» και «Προηγούμενες Τιμές Τόκου Υπερημερίας» (βλ. τεκμήρια 80 και 81 αντίστοιχα). Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας είπε ότι τα πιο πάνω έγγραφα και καταλόγους τα εκτύπωσε από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή από το αρχείο της Τράπεζας και θεωρεί ότι αυτά είναι ορθά. Όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω η πλευρά των εναγόμενων δεν έχουν προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης από τους εναγόμενους και το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να βασιστεί σε αυτή και/ή την μαρτυρία η οποία προκύπτει να αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων, τα κάτωθι αποτελούν ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: - Οι ενάγοντες αποτελούν Τραπεζικό Οργανισμό και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών. - Η εναγόμενη αρ. 1 αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία κατά τους ουσιώδους χρόνους, μεταξύ άλλων, διατηρούσε κατάστημα στην Κισσόνεργα της Επαρχίας Πάφου και δραστηριοποιείτο ως φρουταρία και/ή υπεραγορά. - Ο εναγόμενος αρ. 2 ήταν ο διευθυντής και η εναγόμενη 5, γραμματέας της εναγόμενης αρ. 1 και σύζυγος του εναγόμενου
- Οι εναγόμενες αρ. 3 και 4 είναι τα παιδιά των πιο πάνω. Η εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία ενάγεται δια του διαχειριστή και παραλήπτη της XXXXX Ιακωβίδη. - Με απόφαση των εναγόντων ημερομηνίας 26/09/2001, εγκρίθηκε αίτημα της εναγόμενης αρ. 1 για το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού με όριο ύψους £10,000 (βλ. τεκμήριο 2) με εξασφαλίσεις τις προσωπικές εγγυήσεις των εναγόμενων αρ. 2 και
- Στις 26/09/2001 υπογράφτηκε δεόντως σχετική συμφωνία για το άνοιγμα του πιο πάνω τρεχούμενου λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 5 και τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης αρ. 1, τεκμήρια 3 και 4). - Στις 26/03/08 υπογράφτηκε δεόντως τροποποιητική συμφωνία μεταξύ εναγόντων και εναγόμενων αρ. 1, δια της οποίας το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού αυξήθηκε σε €40,000 και τις 23/06/2008 δεύτερη τροποποιητική συμφωνία με την οποία το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού αυξήθηκε σε €100,000 (βλ. τεκμήρια 7 και 9). - Στις 03/03/2008 υπογράφτηκε δεόντως συμφωνία με την οποία οι ενάγοντες συμφώνησαν να παραχωρήσουν δάνειο στην εναγόμενη αρ. 1 ύψους €120,000 (βλ. τεκμήριο 12). Το εν λόγω δάνειο εκταμιεύθηκε στις 05/03/2008 με την μεταφορά του πιο πάνω ποσού στον πιο πάνω αναφερόμενο τρεχούμενο λογαριασμό. - Στις 26/03/2008 υπογράφηκε δεόντως συμφωνία με την οποία οι ενάγοντες συμφώνησαν να παραχωρήσουν δάνειο στην εναγόμενη αρ. 1 ύψους €260,000 (βλ. τεκμήριο 13). Το εν λόγω δάνειο εκταμιεύθηκε στις 28/03/2008 με την μεταφορά του στον πιο πάνω αναφερόμενο τρεχούμενο λογαριασμό. - Περαιτέρω, στις 08/04/2009 υπογράφηκε δεόντως συμφωνία με την οποία οι ενάγοντες συμφώνησαν να παραχωρήσουν δάνειο στην εναγόμενη αρ. 1 ύψους €50,000 (βλ. τεκμήριο 15). Το εν λόγω δάνειο εκταμιεύθηκε στις 28/03/2008 με την μεταφορά του στον πιο πάνω αναφερόμενο τρεχούμενο λογαριασμό. - Προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εναγόμενης αρ. 1 και των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων, οι εναγόμενοι αρ. 2 και 5 υπέγραψαν έγγραφο εγγύησης ημερομηνίας 26/09/2001 (βλ. τεκμήριο 34), έγγραφο εγγύησης ημερομηνίας 26/03/2008 για ποσό ύψους €300.000 πλέον τόκους (βλ. τεκμήριο 26), έγγραφο εγγύησης ημερομηνίας 23/06/2008 για το ποσό των €100,000 πλέον τόκους (βλ. τεκμήριο 28), έγγραφο εγγύησης ημερομηνίας 08/04/2009 για το ποσό των €50,000 πλέον τόκους (βλ. τεκμήριο 30) και έγγραφο εγγύησης ημερομηνίας 03/03/2008 για το ποσό των €120,000 πλέον τόκους (βλ. τεκμήριο 32). - Ο εναγόμενος αρ. 2 προς περαιτέρω εξασφάλιση των εναγόντων συνήψε τις υποθήκες XXXXX/01 και XXXXX/08 (βλ. τεκμήρια 37 και 36) και η εναγόμενη αρ. 1 την υποθήκη XXXXX/08 (βλ. τεκμήριο 35), όλες του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου. - Για όλες τις πιο πάνω υφιστάμενες πιστωτικές διευκολύνσεις, στις 29/12/2009 εγκρίθηκε και συμφωνήθηκε από την εναγόμενη αρ. 1 στις 27/01/2010 η παραχώρηση νέων προσωπικών εγγυήσεων και/ή περαιτέρω εξασφαλίσεων από τις εναγόμενες αρ. 3 και 4 για το ποσό των €450,000 πλέον τόκους (βλ. τεκμήριο 16). Οι εναγόμενες αρ. 3 και 4 με έγγραφο εγγυήσεως ημερομηνίας 29/12/2009 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της εναγόμενης αρ. 1 για το πιο πάνω ποσό πλέον τόκους (βλ. τεκμήριο 25). - Οι ενάγοντες με επιστολές τους ημερομηνίας 02/02/2012 ενημέρωσαν την εναγόμενη αρ. 1 και τους εγγυητές για καθυστερήσεις σε λογαριασμούς και τους κάλεσαν όπως τους τακτοποιήσουν (βλ. τεκμήριο 55). Με δεύτερη επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 12/03/2012 (βλ. τεκμήριο 56), κάλεσαν όλους τους εναγόμενους όπως προβούν σε εξόφληση όλων των καθυστερημένων οφειλών, διαφορετικά οι ενάγοντες θα προχωρούσαν με τον τερματισμό και το κλείσιμο της λειτουργίας των λογαριασμών και να αξιώσουν την πληρωμή όλων των χρεωστικών υπολοίπων. - Λόγω του ότι οι εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν, οι ενάγοντες με επιστολές τους ημερομηνίας 04/04/2012 προς την εναγόμενη αρ. 1 (βλ. τεκμήριο 57), προχώρησαν με τον τερματισμό των επίδικων συμφωνιών και την λειτουργία των σχετικών λογαριασμών και κατέστησαν απαιτητά όλα τα υπόλοιπα αυτών. Σχετική απαίτηση πληρωμής έγινε και στους εναγόμενους αρ. 2 - 5 με επιστολές των εναγόντων ημερομηνίας 04/04/2012 (βλ. τεκμήρια 58 και 59 α) και β)). - Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει ότι στις 14/10/2020 έγινε από τους ενάγοντες ανάκτηση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/1XXXXX9 το οποίο υποθηκεύτηκε με την υποθήκη XXXXX/2008, δυνάμει των προνοιών του Νόμου 9/
- Το καθαρό ποσό που εισπράχθηκε ανερχόταν στα €107.977,69 και το οποίο κατατέθηκε έναντι του λογαριασμού δανείου XXXXX808-2 ο οποίος αφορούσε το δάνειο ημερομηνίας 26/03/2008 και η πιο πάνω υποθήκη εξαλείφθηκε. - Προκύπτει περαιτέρω ότι, δυνάμει των προνοιών της πιο πάνω αναφερόμενης νομοθεσίας, στις 20/12/2018 πραγματοποιήθηκε με επιτυχία ιδιωτικός πλειστηριασμός του ακινήτου με αρ. εγγραφής 4/1XXXXX2 το οποίο υποθηκεύτηκε με την υποθήκη XXXXX/2008 και το καθαρό εκπλειστηρίασμα ανήλθε στις €203.914,40 το οποίο κατατέθηκε έναντι των οφειλών της εναγόμενης αρ.
- Ως εκ τούτου, εξαλείφθηκε και η εν λόγω υποθήκη. Εκείνο το οποίο έχει παραμείνει και προκύπτει να αμφισβητείται από την υπεράσπιση είναι, κυρίως, η εγκυρότητα των επίδικων συμφωνιών και των όρων αυτών, των υποθηκών καθώς επίσης και τα αξιούμενα υπόλοιπα όπως προκύπτουν από τις καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, θα προχωρήσω κατωτέρω να αξιολογήσω τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων των εναγόντων για να καταλήξω σε περαιτέρω ευρήματα για τις συνθήκες υπογραφών των επίδικων συμφωνιών, ιδιαίτερα από τις εναγόμενες αρ. 3 και 4, όπου επικεντρώθηκε η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων αλλά και την ορθότητα των υπολοίπων. Ο Μ.Ε.1 μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει τα πραγματικά γεγονότα τα οποία ήταν σε γνώση του λόγω της θέσης που κατέχει στους ενάγοντες αλλά και της εμπλοκής του με την παρούσα υπόθεση. Επαναλαμβάνω ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν ένας από τους λειτουργούς των εναγόντων ο οποίος έχει την ευθύνη παρακολούθησης των επίδικων λογαριασμών και έχει στην κατοχή του όλα τα σχετικά έγγραφα και συμφωνίες. Η μαρτυρία του σε σχέση με την παραχώρηση των τεσσάρων επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων από τους ενάγοντες στην εναγόμενη αρ. 1, δεν έτυχε αμφισβήτησης και έχει προκύψει να αποτελεί κοινό έδαφος. Επίσης, οι θέσεις που ανάφερε περί τούτου υποστηρίζονται από την έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Oύτε οι υπόλοιπες αναφορές του αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση και κρίνω ότι μπορώ να τις αποδεχθώ. Εκείνο το οποίο έτυχε αμφισβήτησης από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού είναι τα αξιούμενα υπόλοιπα και η ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού που κατάθεσε στο Δικαστήριο. Σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό, εκείνο το οποίο αμφισβητήθηκε στην ουσία, δεν είναι η ορθότητα των εμφανιζόμενων χρεωπιστώσεις στις καταστάσεις, αλλά η νομιμότητα συγκεκριμένων χρεώσεων που αφορούν τραπεζικά έξοδα και προμήθειες. Ο μάρτυρας αυτός επεξήγησε όλες τις χρεώσεις για τις οποίες ρωτήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης που φαίνονται αναλυτικά στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο
- Ειδικότερα εξήγησε τις χρεώσεις που παρουσιάζονται στον εν λόγω λογαριασμό με την ένδειξη cashback MAR 2012, charge for posting cheque after a failed attempt, Alpha Insurance Bill, account statement fees, charge returned cheque, cheque stop payment, issue cheque book. O μάρτυρας εξήγησε κάθε μια από τις πιο πάνω χρεώσεις σε τι αφορά. Εκείνο το οποίο αμφισβητήθηκε από τη μαρτυρία του ήταν ότι η εναγόμενη αρ. 1 δεν γνώριζε ότι υφίσταντο οι εν λόγω χρεώσεις και ότι αυτές είχαν συμφωνηθεί. Ο μάρτυρας παρέπεμψε στη συμφωνία για το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού, τεκμήριο 5 καθώς επίσης στον Κατάλογο Χρεώσεων και Προμηθειών των εναγόντων. Ο μάρτυρας αυτός παρά το ότι δεν είχε στην κατοχή του να παρουσιάσει ένα τέτοιο Κατάλογο, ανάφερε ότι αυτός ήταν αναρτημένος στην ιστοσελίδα της ενάγουσας και ότι δόθηκε στην εναγόμενη αρ. 1 κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, όπως ήταν η πρακτική που ακολουθείτο με όλους τους πελάτες. Ανάφερε επίσης ότι αποστέλλονταν μηνιαίως οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού προς την εναγόμενη αρ. 1, η οποία ουδέποτε τις αμφισβήτησε ή υπέβαλε οποιοδήποτε παράπονο για τις εν λόγω χρεώσεις. Η θέση του μάρτυρα περί αποστολής καταστάσεων λογαριασμού προς την εναγόμενη αρ. 1, παρά το ότι δεν είχε μαζί του οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο περί τούτου, φαίνεται να μην αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Ουδέποτε του υποβλήθηκε ρητώς η θέση ότι η εναγόμενη αρ. 1 δεν λάμβανε τέτοιες καταστάσεις λογαριασμού. Εκείνο το οποίο του υποβλήθηκε ήταν ότι δεν είχαν συμφωνηθεί οι εν λόγω χρεώσεις διότι η εναγόμενη αρ. 1 ουδέποτε υπέγραψε τον Κατάλογο Χρεώσεων και Προμηθειών. Δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ότι υπήρχε ένας τέτοιος κατάλογος αναρτημένος στο κατάστημα των εναγόντων ούτε ότι οι εναγόμενοι ήταν ενήμεροι για ένα τέτοιο κατάλογο και ότι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για αυτές τις χρεώσεις, θέση που υπό τις περιστάσεις μπορώ να αποδεχθώ. Άλλωστε όπως θα διαφανεί και κατά την αξιολόγηση του Μ.Ε.4, σειρά συγκεκριμένων Καταλόγων Χρεώσεων και Προμηθειών κατατέθηκαν ενώπιον μου, τουλάχιστον από τον Μαϊο του 2008 και μετέπειτα μέχρι και τον τερματισμό της συμφωνίας. Περαιτέρω, η θέση του μάρτυρα αυτού περί αποστολής των εν λόγω καταστάσεων λογαριασμού στην εναγόμενη αρ. 1, υποστηρίζεται από τη μαρτυρία επίσης του Μ.Ε.4, ο οποίος εξήγησε τον τρόπο που αποστέλλονταν τέτοιες καταστάσεις λογαριασμού μηνιαίως, η αξιολόγηση του οποίου ακολουθεί. Να σημειωθεί επίσης ότι οι εν λόγω αναφορές του μάρτυρα δεν έχουν αντικρουστεί με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από πλευράς εναγόμενης αρ.1 (βλ. Χριστίνα Παπαχριστοδούλου v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A301, Πολιτική Έφεση Αρ. 263/2010, Ημερ. 05/05/2015). Δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται επίσης το γεγονός ότι κατά το έτος 2008, η εναγόμενη αρ. 1 υπέβαλε αίτηση για αύξηση του ορίου του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού και υπέγραψε σχετικές τροποποιητικές συμφωνίες στις 26/03/2008 και 23/06/2008 (βλ. τεκμήρια 7 και 9) στις οποίες αναφερόταν το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού κατ' εκείνο τον χρόνο, ζήτημα που θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την κατάληξη μου. Όσον αφορά τη θέση του ότι οι εν λόγω χρεώσεις προνοούνταν στην επίδικη συμφωνία για το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού και καθορίζονται από τον Κατάλογο Χρεώσεων και Προμηθειών της ενάγουσας, αυτό αποτελεί νομικό ζήτημα το οποίο θα κριθεί από το Δικαστήριο επίσης κατά την κατάληξη του, εξετάζοντας τους όρους της συμφωνίας. Σε σχέση με τα δάνεια ημερομηνίας 03/03/2008 και 26/03/2008 τα οποία παραχωρήθηκαν δυνάμει των συμφωνιών, τεκμήρια 12 και 13, ο μάρτυρας αντεξετάστηκε αναφορικά με τον τρόπο τον οποίο οι ενάγοντες άλλαζαν και επέβαλλαν τη διατίμηση του Euribor κάθε τρεις και ένα μήνα αντίστοιχα. Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι το ποσοστό του Euribor άλλαζε σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα αλλά το ύψος του εν λόγω ποσοστού, χωρίς όμως να του υποδειχθεί συγκεκριμένο ποσοστό που επιβαλλόταν κατά τα διαστήματα και το οποίο να είναι λανθασμένο, πέραν της γενικής θέσης ότι η διατίμηση και το ποσοστό του Euribor που επιβαλλόταν ήταν λανθασμένο. Ο μάρτυρας κρίνω ότι έδωσε ικανοποιητικές εξηγήσεις σε σχέση με τον τρόπο που εξασφαλιζόταν και επιβαλλόταν το ποσοστό του Euribor κάθε φορά που αυτό έπρεπε να αλλάζει με βάση τους όρους της συμφωνίας και δεν έχω διαπιστώσει κάτι το μεμπτό στη διαδικασία αυτή που ανάφερε. Δεν έχει προκύψει με κανένα τρόπο ότι το ποσοστό του Euribor επιβαλλόταν αυθαίρετα όπως ήταν η θέση που υποβλήθηκε από την υπεράσπιση ή ότι αυτό δεν λαμβανόταν από την σχετική ευρωπαϊκή σελίδα διατιμήσεων του Euribor. Είναι γεγονός όμως ότι ο μάρτυρας αυτός δεν είχε στην κατοχή του οποιοδήποτε κατάλογο των εν λόγω διατιμήσεων του Euribor κατά τους ουσιώδους χρόνους για να καταθέσει στο Δικαστήριο και που να υποδεικνύει το ποσοστό του Euribor το οποίο έπρεπε να επιβληθεί. Ένας τέτοιος κατάλογος όμως κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τον Μ.Ε.5, η αξιολόγηση του οποίου ακολουθεί. Σημειώνεται όμως και επαναλαμβάνεται ότι δεν έχει υποβληθεί στο μάρτυρα ούτε του έχει υποδειχθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη διατίμηση η οποία να είναι λανθασμένη και ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει άλλη διατίμηση από αυτήν που επιβλήθηκε. Όσον αφορά τα αξιούμενα υπόλοιπα των δανείων ημερομηνίας 03/03/2008 και 26/03/2008, ο μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο, πέραν από τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού και αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (βλ. τεκμήρια 67 και 68) τις οποίες ετοίμασε ο ίδιος. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις διάφορες χρεώσεις και έξοδα που αφαίρεσε καθώς και στον τόκο υπερημερίας ο οποίος είπε ζητείται από την ημέρα τερματισμού και μετέπειτα και σε ποσοστό 1,75%. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τις εν λόγω επεξηγήσεις του μάρτυρα σε σχέση με τους λογαριασμούς αυτούς. Δεν έχει επίσης διαπιστωθεί ενδεχόμενο λάθος στους υπολογισμούς και τα ποσά που φαίνονται στις εν λόγω αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού. Ούτε έχει υποδειχθεί στο μάρτυρα οτιδήποτε συγκεκριμένο, τόσο σε σχέση με τις αναλυτικές καταστάσεις όσο και σε σχέση με τις αναδομημένες. Πέραν των πιο πάνω και σε σχέση με τις επίδικες υποθήκες και κατά πόσο αυτές είναι άκυρες, αυτό είναι ζήτημα που θα αποφασίσει το Δικαστήριο κατά την κατάληξη του, εν όψει του ότι τα ζητήματα που τέθηκαν στον μάρτυρα αφορούν τον τύπο και το λεκτικό των εν λόγω υποθηκών. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και την αποδέχομαι με τις πιο πάνω διευκρινήσεις. Ο Μ.Ε.2 αναφέρθηκε στην υπογραφή της συμφωνίας ημερ. 26/09/2001 για το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού, στην υπογραφή της εγγύησης ημερ. 26/09/2001 εκ μέρους των εναγόμενων αρ. 2 και 5 και στην υπογραφή της Υποθήκης με αρ. XXXXX/01 από τον εναγόμενο αρ.
- Όλα τα πιο πάνω αλλά και η υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν έτυχε αμφισβήτησης από τους εναγόμενους, δεν έχω διαπιστώσει κάτι το μεμπτό σε αυτή, συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία που έχει κατατεθεί ενώπιον μου και κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού στην ολότητα της και την αποδέχομαι. Ειδικότερα αποδέχομαι τη θέση του ότι ουσιαστικά οι εναγόμενοι 1, 2 και 5 υπέγραψαν όλα τα επίδικα έγγραφα στα οποία αναφέρθηκε με την ελεύθερη βούληση τους και χωρίς να τους εξαναγκάσει κανένας. H M.E.3 μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι παρουσίασε τα πραγματικά γεγονότα τα οποία ήταν σε γνώση της ένεκα της εμπλοκής της με την παρούσα υπόθεση. Σε κανένα στάδιο έχω διαπιστώσει να έχει κλονιστεί η αξιοπιστία της και τα όσα ανάφερε προκύπτει να συνάδουν με την σχετική έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε ενώπιον μου. Η μάρτυρας αυτή ήταν παρούσα και άμεσα εμπλεκόμενη με την υπογραφή της εγγύησης ημερομηνίας 29/12/2009 των εναγόμενων αρ. 3 και
- Εξήγησε τον τρόπο που αυτή έλαβε χώρα και η θέση της περί τούτου δε έτυχε αμφισβήτησης. Ούτε έχει υποστηριχθεί με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ότι οι εναγόμενες αρ. 3 και 4 δεν γνώριζαν τί υπέγραφαν, εξαναγκάστηκαν να το πράξουν ή ότι δεν ενημερώθηκαν δεόντως για τη συγκεκριμένη εγγύηση. Η μάρτυρας εξήγησε ότι ζητήθηκε από τις εναγόμενες αρ. 3 και 4 να υπογράψουν τη συγκεκριμένη εγγύηση καθότι οι ενάγοντες είχαν δώσει τη συγκατάθεση τους όπως το ακίνητο με αρ. εγγραφής 4/122 το οποίο ήταν υποθηκευμένο και επ' ονόματι του εναγόμενου αρ. 2 μεταβιβαστεί επ' ονόματι τους. Όσον αφορά τους όρους των επίδικων δανείων και του τρεχούμενου λογαριασμού που εξασφάλιζε η εν λόγω εγγύηση, η νομιμότητα ή η καταχρηστικότητα τους, θα κριθούν κατωτέρω από το Δικαστήριο, στην βάση όλων των ευρημάτων πραγματικών γεγονότων. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Μ.Ε.4 ήταν ο άμεσα εμπλεκόμενος με τη σύναψη των τροποποιητικών συμφωνιών για την αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού και τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών δανείων, ως εκ της θέσεως του στους ενάγοντες κατά τους ουσιώδους χρόνους. Ο μάρτυρας αυτός κρίνω ότι ήταν ειλικρινής και ανάφερε τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών καθώς επίσης και των περαιτέρω εξασφαλίσεων που δόθηκαν περί τα τέλη του 2009, αρχές του 2010, δηλαδή τις εγγυήσεις των εναγόμενων αρ. 3 και
- Επεξήγησε πλήρως το κάθε αίτημα που υποβαλλόταν από την εναγόμενη αρ. 1 και το σκοπό που παραχωρήθηκαν τα δάνεια καθώς επίσης και την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης αρ. 1, παραπέμποντας στα σχετικά τεκμήρια. Σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού έχει κλονιστεί η αξιοπιστία του και τα όσα ανάφερε συνάδουν με την έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Ειδικότερα δεν έχει προκύψει από τη μαρτυρία του το ενδεχόμενο οι εναγόμενες αρ. 3 και 4 να παραπλανήθηκαν καθοιονδήποτε τρόπο κατά την υπογραφή της επίδικης εγγύησης ημερομηνίας 29/12/2009 ή να μην είχαν αντιληφθεί το τι υπέγραφαν. Ο μάρτυρας αυτός ανάφερε το λόγο που εξασφαλίστηκε η εν λόγω εγγύηση από τις εναγόμενες αρ. 3 και 4 που ήταν η μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 4/1XXXXX2 του εναγόμενου αρ. 2, το οποίο ήταν υποθηκευμένο προς όφελος των εναγόντων, στις εναγόμενες αρ. 3 και 4, όπως και η Μ.Ε. 3 ανάφερε στο Δικαστήριο. Αξιοσημείωτο από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, ήταν η κατάθεση των σχετικών Καταλόγων Χρεώσεων και Προμηθειών των εναγόντων από τον Μάιο του 2008 και μέχρι τον τερματισμό και ακόμη μετέπειτα, την ύπαρξη των οποίων δεν αμφισβήτησε η Υπεράσπιση. Ούτε η θέση του μάρτυρα αυτού περί ανάρτησης των εν λόγω Καταλόγων σε όλα τα καταστήματα των εναγόντων, έτυχε αμφισβήτησης. Ιδιαίτερα σημαντικό επίσης είναι το γεγονός που ο μάρτυρας ανάφερε ότι ένα μήνα πριν από την αλλαγή των χρεώσεων, οι εν λόγω Κατάλογοι αποστέλλονταν στην εναγόμενη αρ.
- Τα ίδια ισχύουν και για τις καταστάσεις λογαριασμού, οι οποίοι, εξήγησε ότι κάθε μήνα αποστέλλονταν στην εναγόμενη αρ.
- Αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση η αποστολή των καταστάσεων λογαριασμού και ο μάρτυρας ανάφερε ότι αυτό γινόταν αυτοματοποιημένα εξηγώντας ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού φέρουν τη διεύθυνση της εναγόμενης και κάθε μήνα αποστέλλονταν από τα κεντρικά γραφεία των εναγόντων ταχυδρομικώς. Είναι γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός δεν είχε άμεση εμπλοκή με την αποστολή καταστάσεων λογαριασμού αλλά εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθείτο και επέμενε ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού αποστέλλονταν στην εναγόμενη αρ. 1 και δεν υπάρχει περίπτωση η τελευταία να μην τις παραλάμβανε. Έλαβα υπόψη μου τα όσα ο μάρτυρας αυτός ανάφερε για το ζήτημα αυτό και σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αξιοπιστία του μάρτυρα αυτού, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στα όσα ανάφερε και να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Κατ' αρχάς προκύπτει στις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού να περιλαμβάνονται χρεώσεις για τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού, οι οποίες, πέραν της αμφισβήτησης της νομιμότητας και του ύψους της χρέωσης, δεν έτυχαν αμφισβήτησης με την αιτιολογία ότι κάτι τέτοιο δεν γινόταν, δηλαδή διότι δεν αποστέλλονταν στην εναγόμενη αρ.
- Κατά δεύτερο, το έτος 2008, σε δύο ξεχωριστές περιπτώσεις η εναγόμενη αρ. 1 ζήτησε αύξηση του ορίου του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού υπογράφοντας σχετικές συμφωνίες στις οποίες αναφερόταν και το υπόλοιπο κατ' εκείνο το χρόνο, το οποίο όπως προκύπτει περιλάμβανε όλες τις αμφισβητούμενες χρεώσεις και τα έξοδα αποστολής καταστάσεων λογαριασμού. Πέραν των πιο πάνω, ουδεμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μου από πλευράς εναγόμενης αρ. 1 με την οποία να αμφισβητείται η αποστολή των επίδικων καταστάσεων λογαριασμού ή να υποστηριχθεί καθοιονδήποτε τρόπο ότι δεν ήταν ενήμερη εν γένει για τις χρεώσεις που περιλαμβάνονται σε αυτές και το ύψος αυτών. Το κατά πόσο οι εν λόγω Κατάλογοι με τις συγκεκριμένες χρεώσεις είναι δεσμευτικοί εν όψει της μη υπογραφής τους από την εναγόμενη αρ. 1, είναι ζήτημα που θα εξεταστεί από το Δικαστήριο κατωτέρω κατά την κατάληξη του. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και την υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, κρίνω ότι ο μάρτυρας ήταν αξιόπιστος και μπορώ να βασιστώ στα όσα ανάφερε για να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο Μ.Ε.5 πέραν από την εμπλοκή του στην αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού στο ποσό των €40,000 και στη σύναψη της συμφωνίας δανείου για το ποσό των €260,000, για τις οποίες δεν υπήρξε αμφισβήτηση, προχώρησε και κατάθεσε στο Δικαστήριο κατάλογο με τις αυξομειώσεις του Euribor και του Libor (βλ. τεκμήρια 78 και 79) καθώς επίσης Κατάλογο με τις Τιμές των Βασικών Επιτοκίων και του Τόκου Υπερημερίας (βλ. τεκμήρια 80 και 81). Αμφισβητήθηκε η ορθότητα των διακυμάνσεων που αναφέρονται στα τεκμήρια 78 και
- Πέραν τούτου όμως δεν υποβλήθηκε στο μάρτυρα οποιαδήποτε άλλη θέση σε σχέση με την ορθή διακύμανση για συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ούτε υποστηρίχθηκε κάτι το διαφορετικό με οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς των εναγόμενων. Σημειώνεται επίσης ότι ο μάρτυρας αυτός εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο εξασφάλισε τις εν λόγω διακυμάνσεις λέγοντας ότι τις πήρε από το ευρωπαϊκό αρχείο που διατηρούν οι ενάγοντες. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι το μεμπτό στη μαρτυρία του ούτε προκύπτει το περιεχόμενο τους να μην ανταποκρίνεται στις ορθές διακυμάνσεις τόσο του Euribor όσο και του Libor. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και τα πιο πάνω τεκμήρια που κατάθεσε και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα κάτωθι προκύπτει να αποτελούν τα περαιτέρω ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: - H εναγόμενη αρ. 5 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η γραμματέας της εναγόμενης αρ. 1 και η οποία υπογράφει τα πρακτικά συνεδρίασης της εναγόμενης αρ. 1 ημερ. 26/09/2001 (βλ. τεκμήριο 3) με την οποία αποφασίστηκε η υποβολή αιτήματος για το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού καθώς επίσης εξουσιοδοτήθηκε από την εναγόμενη αρ. 1 να κοινοποιήσει το σχετικό ψήφισμα (βλ. τεκμήριο 4). - Η συμφωνία για το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού (τεκμήριο 5) υπογράφηκε δεόντως από τον εναγόμενο αρ. 2, διευθυντή της εναγόμενης αρ. 1 και αφού του δόθηκε ικανοποιητικός χρόνος για να μελετήσει το περιεχόμενο της. - Οι εναγόμενοι αρ. 2 και 5 υπέγραψαν το έγγραφο εγγύησης, τεκμήριο 34 με την ελεύθερη βούληση τους και γνωρίζοντας τί έπραττα. Επίσης, ο εναγόμενος αρ. 2 υπέγραψε και σύνηψε με τους ενάγοντες την XXXXX/01 (τεκμήριο 37) ως εξασφάλιση του τρεχούμενου λογαριασμού με την ελεύθερη βούληση του και αφού του δόθηκε ο χρόνος για να τη μελετήσει. - Στις 26/03/2008 και 23/06/2008 αποφασίστηκε από την εναγόμενη αρ. 1 η υποβολή αιτήματος για αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού σε €40,000 και €100,000 αντίστοιχα και τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης υπογράφονταν τόσο από τον εναγόμενο αρ. 2, ως διευθυντή όσο και από την εναγόμενη αρ. 5 ως γραμματέα της εναγόμενης αρ.
- - Τις τροποποιητικές συμφωνίες για τις πιο πάνω αυξήσεις του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού, υπέγραψε με την ελεύθερη βούληση του και αφού του δόθηκε χρόνος για να τις μελετήσει ο εναγόμενος αρ. 2, διευθυντής της εναγόμενης αρ.
- Πέραν από την αύξηση του ορίου, σε αυτές αναφέρεται το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού το οποίο ανερχόταν σε €19.412 πλέον τόκους στις 26/03/2008 και σε €129.057,89 στις 23/06/
- - Στις 23/06/2008 υπογράφτηκε έγγραφο εγγύησης από τους εναγόμενους αρ. 2 και 5 με την ελεύθερη βούληση τους για το ποσό των €100,000 πλέον τόκους και αφού τους δόθηκε ο χρόνος να το μελετήσουν (βλ. τεκμήριο 28). - Σε σχέση με τις συμφωνίες δανείου ημερομηνίας 03/03/2008 (τεκμήριο 12), 26/03/2008 (τεκμήριο 13) και 08/04/2009 (τεκμήριο 15), αυτές υπογράφηκαν από τον διευθυντή της εναγόμενης αρ. 1 και εναγόμενο αρ. 2 επίσης με την ελεύθερη βούληση του και αφού του δόθηκε ο χρόνος για να τις μελετήσει. - Οι εναγόμενοι αρ. 2 και 5, υπέγραψαν με την ελεύθερη βούληση τους και αφού τους δόθηκε ο χρόνος να μελετήσουν, έγγραφα εγγύησης ημερομηνίας 03/03/2008 για το ποσό των €120,000 πλέον τόκους (βλ. τεκμήριο 32), ημερομηνίας 26/03/2008 για το ποσό των €300,000 πλέον τόκους (βλ. τεκμήριο 26) και ημερομηνίας 08/04/2009 για το ποσό των €50,000 πλέον τόκους (βλ. τεκμήριο 30). - Σε όλες τις πιο πάνω εγγυήσεις, παραδόθηκε δια χειρός από τους ενάγοντες στην εναγόμενη αρ. 5 επιστολή σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 και η ίδια υπογράφει σχετική Βεβαίωση (βλ. τεκμήρια 27, 29, 31 και 33). - Οι εναγόμενες αρ. 3 και 4 στις 29/12/2009 υπέγραψαν συμφωνία εγγύησης για όλες τις υποχρεώσεις την εναγόμενης αρ. 1 μέχρι του ποσού των €450,000 πλέον τόκους (τεκμήριο 25) με την ελεύθερη βούληση τους και αφού τους δόθηκε χρόνος για να τις μελετήσουν. Επίσης, παραδόθηκε δια χειρός στις εναγόμενες αρ. 3 και 4 επιστολή σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 και οι ίδιες υπογράφουν σχετική Βεβαίωση (βλ. τεκμήρια 17 - 24). - Το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού κατά τον τερματισμό, σύμφωνα με το τεκμήριο 66 ανέρχεται στα €97.074,
- - Το υπόλοιπο του δανείου ημερομηνίας 03/03/2008, με βάση το τεκμήριο 67, κατά τον τερματισμό ανερχόταν σε €30.267,00 ενώ το υπόλοιπο του δανείου ημερομηνίας 26/03/2008, με βάση το τεκμήριο 68, ανερχόταν σε €174.019,
- ΚΑΤΑΛΗΞΗ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Έχει προκύψει και αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι οι ενάγοντες ήταν κατά τους ουσιώδεις χρόνους και είναι τραπεζικός οργανισμός ο οποίος διεξήγαγε και διεξάγει τραπεζικές εργασίες. Η αξίωση των εναγόντων αφορά υπόλοιπα πιστωτικών διευκολύνσεων και τραπεζικό χρέος. Έχει νομολογηθεί ότι σε αυτές τις περιπτώσεις τα βασικά γεγονότα τα οποία χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ., μαζί με τους όρους της, β) η παράβαση όρου της σύμβασης, και γ) ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829). Οι Επίδικες Συμφωνίες: Έχει προκύψει και αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι ενάγοντες συμφώνησαν και παραχώρησαν στην εναγόμενη αρ. 1, τέσσερις πιστωτικές διευκολύνσεις. Συγκεκριμένα, έχει αποδειχθεί η υπογραφή συμφωνίας ημερομηνίας 26/09/2001 για το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού με όριο ύψους £10,000, η οποία στη συνέχεια τροποποιήθηκε με τις συμφωνίες ημερομηνίας 26/03/2008 και 23/06/2008 με τις οποίες αυξήθηκε το όριο στον εν λόγω λογαριασμού σε €40,000 και €100,000 αντίστοιχα. Η δέουσα υπογραφή και εκτέλεση των εν λόγω συμφωνιών έχει προκύψει από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία και δεν έτυχε ούτε και αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Τα ίδια ισχύουν και για τις τρεις συμφωνίες δανείου ημερομηνίας 03/03/2008, 26/03/2008 και 08/04/
- Eκείνο το οποίο προβάλλουν με την Έκθεση Υπεράσπισης τους οι εναγόμενοι, είναι ότι συγκεκριμένοι όροι των πιο πάνω συμφωνιών είναι άκυροι και ανεφάρμοστοι. Συγκεκριμένα και σε σχέση με τη συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού ημερομηνίας 26/09/2001, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι όροι που αναφέρουν ότι η αποπληρωμή του ορίου υπερανάληψης θα είναι συνεχής, θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα αποτελείται από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα βασικό επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο κατά 2,5%, ότι ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται 2 φορές το χρόνο και ότι οι ενάγοντες θα έχουν το δικαίωμα άνευ προειδοποιήσεως προς τους εναγόμενους να τερματίζουν τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να απαιτούν την πληρωμή όλων των ποσών, είναι όροι αόριστοι και ασαφείς, καταχρηστικοί, ετεροβαρείς, παράνομοι και άκυροι. Δεν έχουν προωθηθεί στο Δικαστήριο από την υπεράσπιση οι θέσεις αυτές και ούτε έχουν υποστηριχθεί με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Εξετάζοντας όμως τους πιο πάνω όρους, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια αυτών που να εμποδίζουν την εφαρμογή τους. Ειδικότερα ο όρος που αφορά τον καθορισμό του επιβαλλόμενου επιτοκίου προκύπτει στη επίδικη συμφωνία, τεκμήριο 5 να αναφέρεται ρητώς το συνολικό ύψος του με αναφορά στο εν ισχύει βασικό επιτόκιο της Τράπεζας κατά τον ουσιώδη χρόνο προσαυξημένο κατά το ποσοστό που συμφωνήθηκε. Η οποιαδήποτε μεταβολή του βασικού επιτοκίου δεν θα μπορούσε να μετέτρεπε τον όρο αυτό αόριστο ή ασαφή αφού πάλι θα μπορούσε να καθοριστεί το συνολικό επιτόκιο. Ούτε προκύπτει οι όροι αυτοί να αντίκειται σε οποιαδήποτε νομοθεσία ή έχει υποδειχθεί τέτοια αντίθεση τους, έτσι ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι είναι παράνομοι. Ούτε δικογραφείται οποιαδήποτε αντίθεση τους με συγκεκριμένη νομοθεσία. Όσον αφορά την καταχρηστικότητα και το ετεροβαρές των εν λόγω όρων, δεν προκύπτει να στοιχειοθετείται με βάση την ενώπιον μου αποδεχτή μαρτυρία. Έχει προκύψει ότι η επίδικη συμφωνία υπογράφηκε από την εναγόμενη αρ. 1, μέσω του διευθυντή της, εναγόμενου αρ. 2 αφού του είχε δοθεί η ευκαιρία να την μελετήσει, να την κατανοήσει και να την αποδεχτεί. Δεν έχει προκύψει ότι η εναγόμενη αρ. 1 εξαναγκάστηκε στο να υπογράψει και να αποδεχθεί τους εν λόγω όρους από τους ενάγοντες. Αντιθέτως, οι εν λόγω όροι συμφωνήθηκαν με την ελεύθερη βούληση της εναγόμενης αρ.
- Η επίδικη συμφωνία, τεκμήριο 5 καθώς επίσης και οι τροποποιητικές συμφωνίες που προνοούσαν για την αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού έγιναν με την ελεύθερη βούληση της εναγόμενης αρ.1 και για καλό αντάλλαγμα. Υπογράφηκε η συγκεκριμένη συμφωνία με τους όρους που περιλαμβάνονται σε αυτή. Υπό αυτές τις περιστάσεις και δεδομένου ότι δόθηκε η ευκαιρία να διαβαστεί και να αποφασίσει η εναγόμενη αρ. 1 αν θα συμφωνούσε με τους εν λόγω όρους, δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα ετεροβαρούς συμφωνίας ή των συγκεκριμένων όρων. Τα ίδια ισχύουν και για τις τρεις επίδικες συμφωνίες δανείου και για τους συγκεκριμένους όρους που οι εναγόμενοι επικαλούνται την ακυρότητα τους λόγω παρανομίας, αοριστίας, καταχρηστικότητας και ότι αυτοί είναι ετεροβαρείς. Σημειώνεται επιπροσθέτως η θέση του Μ.Ε.4 ότι οι εν λόγω συμφωνίες έγιναν με την εναγόμενη αρ. 1, μέσω του διευθυντή της, εναγόμενου αρ. 2 κατόπιν διαπραγμάτευσης. Ο Μ.Ε.4 ανάφερε ότι συζητήθηκε το ύψος της δόσης με την οποία θα αποπληρώνονταν τα εν λόγω δάνεια, το ύψος της παραχώρησης και το ποσοστό επιτοκίου καθώς επίσης και ο χρόνος αποπληρωμής με τον εναγόμενο αρ. 2, εκπροσωπώντας την εναγόμενη αρ.
- Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι επίδικες συμφωνίες και όλοι οι όροι αυτών είναι έγκυροι και δεσμευτικοί για την εναγόμενη αρ.
- Επίδικες Εγγυήσεις εναγόμενων αρ. 2, 3, 4 και 5: Έχει αποδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι αρ. 2 και 5 υπέγραψαν τις συμβάσεις εγγυήσεις ημερομηνίας 26/09/2001 (τεκμήριο 34), ημερομηνίας 23/06/2008 (τεκμήριο 28), ημερομηνίας 03/03/2008 (τεκμήριο 32), ημερομηνίας 26/03/2008 (τεκμήριο 26) και ημερομηνίας 08/04/2009 (τεκμήριο 30). Στη συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 26/09/2001 (τεκμήριο 34) περιλαμβάνεται ο κάτωθι όρος 2: «Εγώ, ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανό να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιοδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων κεφαλαίου πλέον τόκους (τόσο μετά όσο και πριν οποιαδήποτε απαίτηση ή δικαστική απόφαση) προς το ποσοστό του εκάστοτε επιτοκίου το οποίο η Τράπεζα θα χρεώνει τον Πρωτοφειλέτη από καιρού εις καιρόν μέχρι την πλήρη και τελεία εξόφληση, πλέον προμήθειες και/ή έξοδα διαχείρισης, δικαιώματα μελέτης και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα και δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και/ή άλλα έξοδα και δαπάνες που ήθελε υποστεί η Τράπεζα σε σχέση με τον Πρωτοφειλέτη ή την παρούσα εγγύηση.» Πανομοιότυπος ή παρόμοιος όρος περιλαμβάνεται στις συμφωνίες εγγύησης, τεκμήρια 28, 32, 26 και 30 (βλ. όρους 2 των εν λόγω συμφωνιών). Η συμφωνία ημερομηνίας 26/09/2001 (τεκμήριο 34) αφορά απεριόριστο ποσό ενώ οι υπόλοιπες συμφωνίες περιορίζονται στο ποσό των €100.000 πλέον τόκους και έξοδα (βλ. όρο 3 του τεκμηρίου 28), €120.000 πλέον τόκους και έξοδα (βλ. όρο 3 του τεκμηρίου 32), €300.000 πλέον τόκους και έξοδα (βλ. όρο 3 του τεκμηρίου 26), €50.000 πλέον τόκους και έξοδα (βλ. όρο 3 του τεκμηρίου 30). Προκύπτει επίσης ότι όλες οι πιο πάνω εγγυήσεις εξασφάλιζαν και/ή κάλυπταν τις υποχρεώσεις της εναγόμενης αρ. 1 (βλ. όρο 1 των εν λόγω συμφωνιών). Το Άρθρο 84 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, έχει ως ακολούθως: «
- "Σύµβαση εγγύησης" είναι η σύµβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση µη εκπλήρωσης από τον τρίτο το πρόσωπο που παρέχει την εγγύηση καλείται "εγγυητής", το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται "πρωτοφειλέτης", και το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται "πιστωτής». Δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση ότι οι πιο πάνω συμβάσεις εγγύησης των εναγόμενων αρ. 2 και 5, καλύπτουν τα αξιούμενα ποσά της παρούσας αγωγής, τα οποία προκύπτουν ή ήθελαν αποδειχθεί ότι οφείλονται από την εναγόμενη αρ. 1 σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό και τα δάνεια. Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από το περιεχόμενο των εν λόγω συμφωνιών εγγύησης. Πρόκειται για συνεχείς εγγυήσεις οι οποίες δόθηκαν κατά την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών, τόσο κατά το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού όσο και για την τελευταία αύξηση του ορίου καθώς επίσης και κατά την συνομολόγηση των συμφωνιών δανείου από την εναγόμενη αρ. 1 (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Τ. G. & Sons Importing Ltd κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 180). Πέραν των πιο πάνω, έχει προκύψει ότι τόσο ο εναγόμενος αρ. 2 όσο και η εναγόμενη αρ. 5 έχουν υπογράψει τις εν λόγω συμβάσεις εγγύησης με την ελεύθερη βούληση τους και αφού τους δόθηκε ο χρόνος να τις μελετήσουν. Σημειώνεται ότι ο εναγόμενος αρ. 2 δεν αμφισβητεί την εγκυρότητα των επίδικων συμβάσεων εγγύησης με την Έκθεση Υπεράσπισης του. Η εγκυρότητα των επίδικων συμβάσεων εγγύησης αμφισβητείται από την εναγόμενη αρ. 5. Στην παράγραφο 23 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ισχυρίζεται ακυρότητα αυτών καθότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 5 και 12
(1)του Νόμου 197
(1)/2003 και ότι οι ενάγοντες προχώρησαν σε τροποποίηση των όρων της σύμβασης μεταξύ του πρωτοφειλέτη και των εναγόντων με αποτέλεσμα η εναγόμενη αρ. 5 να πρέπει να απαλλαχθεί από τις εγγυήσεις της. Οι πιο πάνω θέσεις της εναγόμενης αρ. 5 κρίνονται αβάσιμες ως θα εξηγηθεί αμέσως μετά. Σε σχέση με τις συμβάσεις εγγύησης, τεκμήρια 28, 32, 26 και 30 έχει προκύψει ότι οι ενάγοντες παράδωσαν στην εναγόμενη αρ. 5 δια χειρός επιστολές με τις οποίες την ενημέρωναν πλήρως και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 197
(1)/2003 τις λεπτομέρειες κάθε πιστωτικής διευκόλυνσης που θα παρεχόταν στην εναγόμενη αρ. 1 και τους σχετικούς όρους αυτής, για τις οποίες η ίδια είχε πρόθεση να εγγυηθεί. Η εναγόμενη αρ. 5 υπογράφει σε κάθε μια από τις πιο πάνω επιστολές «Βεβαίωση» ότι έχει διαβάσει και αντιληφθεί πλήρως τις πρόνοιες του εγγράφου εγγύησης και ότι παρέλαβε το πρωτότυπο της επιστολής των εναγόντων και δήλωση περιουσιακής κατάσταση της εναγόμενης αρ. 1. Βεβαιώνει επίσης ότι τα πιο πάνω έγγραφα της δόθηκαν μέσα στα πλαίσια και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 προς πλήρη ικανοποίηση των υποχρεώσεων της Τράπεζας κάτω από τον πιο πάνω Νόμο (βλ. τεκμήρια 27, 29, 31 και 33). Όσον αφορά την εγγύηση της ημερομηνίας 26/09/2001 (τεκμήριο 34), αυτή υπογράφηκε πριν την θέσπιση του Νόμου 197
(1)/2003 και ο εν λόγω Νόμος δεν εφαρμόζεται για αυτή την εγγύηση. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει προκύψει ότι η εναγόμενη αρ. 5 εξαναγκάστηκε, πιέστηκε ή παραπλανήθηκε να υπογράψει την εν λόγω εγγύηση ή ότι παραβιάστηκαν οι αρχές του κοινοδικαίου και/ή του δικαίου επιείκιας (βλ. Παναγιώτης Παναγιώτου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A501, Πολιτική Έφεση Αρ. 276/2009, Ημερομηνίας 09/07/2014). Ούτε υπάρχουν τέτοιοι δικογραφημένοι ισχυρισμοί. Αντιθέτως εκείνο το οποίο έχει προκύψει είναι ότι η εναγόμενη αρ. 5, ως γραμματέας της εναγόμενης αρ. 1, εξουσιοδοτήθηκε από την εναγόμενη αρ. 1 να υποβάλει το αίτημα για το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού και δόθηκε στην ίδια η ευκαιρία και μελέτησε τη συμφωνία εγγύησης και όταν ήταν έτοιμη την υπέγραψε. Όσον αφορά τις εναγόμενες αρ. 3 και 4, έχει προκύψει ότι υπέγραψαν την συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 29/12/2009 (βλ. τεκμήριο 25). Η εγγύηση αυτή αφορούσε τις υποχρεώσεις της εναγόμενης αρ. 1, είτε αυτές ήταν παρούσες ή μελλοντικές είτε κατέστησαν ή πιθανόν θα καθίσταντο απαιτητές (βλ. όρους 1 και 2). Επίσης, η εγγύηση αυτή δεν θα υπερέβαινε το ποσό των €450,000 πλέον τόκους και έξοδα (βλ. όρο 3). Όπως περαιτέρω έχει προκύψει η παρούσα εγγύηση των εναγόμενων αρ. 3 και 4, θυγατέρων του εναγόμενου αρ. 2, δόθηκε ως περαιτέρω εξασφάλιση των υφιστάμενων κατ' εκείνο το χρόνο υποχρεώσεων της εναγόμενης αρ. 1. Ζητήθηκε δε από τους ενάγοντες καθότι θα δινόταν η συγκατάθεση τους το ακίνητο με αρ. εγγραφής 4/1XXXXX2, το οποίο ήταν υποθηκευμένο προς όφελος τους με την Υποθήκη αρ. XXXXX/08, θα μεταβιβαζόταν από τον εναγόμενο αρ. 2 προς τις εναγόμενες αρ. 3 και 4 (βλ. επίσης το τεκμήριο 16 το οποίο αποτελεί την απόφαση έγκρισης / ανανέωσης πιστωτικών διευκολύνσεων η οποία υπογράφεται από την εναγόμενη αρ. 1). Το πιο πάνω τεκμήριο και/ή απόφαση και/ή συμφωνία, δεν έχει προκύψει να υπογράφηκε από τον διευθυντή της εναγόμενης αρ. 2 εκ μέρους της εναγόμενης αρ. 1 κατόπιν εξαναγκασμού ή οικονομικής πίεσης των εναγόντων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 10.1 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Ούτε υποστηρίχθηκε κάτι τέτοιο ενώπιον του Δικαστηρίου από τους εναγόμενους. Περαιτέρω, δεν έχει προκύψει ότι η υπογραφή της εν λόγω εγγύησης από τις εναγόμενες αρ. 3 και 4 ήταν το αποτέλεσμα των πιο πάνω ισχυριζόμενων πιέσεων των εναγόντων και ότι ο εναγόμενος αρ. 2 υποχρεώθηκε να εξαναγκάσει και να υποχρεώσει τις εναγόμενες αρ. 3 και 4 να το πράξουν, όπως προβάλλεται στην παράγραφο 11.2 της Έκθεσης Υπεράσπισης τους. Οι εν λόγω ισχυρισμοί παρέμειναν κενοί περιεχομένου και μετέωροι αφού δεν υποστηρίχθηκαν στο Δικαστήριο με οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους των εναγόμενων. Αντιθέτως, εκείνο το οποίο έχει προκύψει είναι κατά την υπογραφή της επίδικης εγγύησης από τις εναγόμενες αρ. 3 και 4, τους δόθηκε το επίδικο έγγραφο για να το μελετήσουν και δεν έδωσαν την εντύπωση ότι αυτές εξαναγκάστηκαν από τον πατέρα τους να το πράξουν ή ότι δεν ήθελαν ή δεν γνώριζαν τί έπρατταν. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που προβάλλουν με την Έκθεση Υπεράσπισης τους οι εναγόμενες αρ. 3 και 4 και συγκεκριμένα ότι οι ενάγοντες παράβηκαν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει του Νόμου 197
(1)/2003 και ότι τροποποίησαν τους όρους των συμβάσεων μεταξύ του πρωτοφειλέτη και των εναγόντων, ούτε οι θέσεις αυτές προκύπτει να ευσταθούν. Οι ενάγοντες, έχει προκύψει να παράδωσαν σχετικές επιστολές με όλες τις λεπτομέρειες των παρεχόμενων πιστωτικών διευκολύνσεων που οι εναγόμενες αρ. 3 και 4 θα εγγυούνταν και οι ίδιες σχετικές βεβαιώσεις (βλ. τεκμήρια 17 - 24). Περαιτέρω και σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι οι εναγόμενες αρ. 3, 4 και 5 θα πρέπει να απαλλαγούν από τις επίδικες εγγυήσεις λόγω της μεταβολής της χρέωσης των τόκων, του επιτοκίου και στον τρόπο εξόφλησης, ούτε αυτοί ευσταθούν. Κατ' αρχάς δεν έχει προκύψει να έγινε οποιαδήποτε τροποποίηση των επίδικων συμφωνιών σε σχέση με τα ζητήματα αυτά και η οποία να μην προνοείται ή να περιλαμβάνεται στις επίδικες συμφωνίες. Σε κάθε περίπτωση με βάση τον όρο 6 της συμφωνίας εγγύησης των εναγόμενων αρ. 3 και 4, παρέχεται η συγκατάθεση τους όπως οι ενάγοντες προβαίνουν σε διάφορες ενέργειες χωρίς να επηρεάζεται η εγγύηση τους. Μεταξύ αυτών, προνοείται η αλλαγή του επιτοκίου και το ποσοστό προμήθειας και/ή άλλων τραπεζικών δικαιωμάτων, να τροποποιεί τις χρηματοδοτήσεις και να δίνει παράταση χρόνου εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη. Παρόμοιοι όροι περιλαμβάνονται και στις εγγυήσεις που η εναγόμενη αρ. 5 υπέγραψε. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι επίδικες εγγυήσεις των εναγόμενων αρ. 2 - 5 είναι καθόλα έγκυρες και δεσμευτικές και καλύπτουν πλήρως τα αξιούμενα ποσά με την παρούσα αγωγή, σε περίπτωση που αυτά ήθελαν αποδειχθεί. Επίδικες Υποθήκες: Έχει προκύψει ότι η εναγόμενη αρ. 1 υπέγραψε δεόντως Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκευσης Ακινήτου, η οποία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου με αρ. XXXXX/08 μετά συνημμένου Εγγράφου Υποθήκης (βλ. τεκμήριο 35) Επίσης, έχει προκύψει ότι ο εναγόμενος αρ. 2 υπέγραψε δεόντως δύο Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθήκευσης Ακινήτου, οι οποίες κατατέθηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου με αρ. XXXXX/01 και XXXXX/08, μετά συνημμένων Εγγράφων Υποθήκης (βλ. τεκμήρια 36 και 37). Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι εν λόγω υποθήκες συστάθηκαν και ενεγράφησαν στο Κτηματολόγιο με την ελεύθερη βούληση της εναγόμενης αρ. 1 και του εναγόμενου αρ. 2 και κάλυπταν τις επίδικες εξασφαλίσεις. Τούτο επίσης δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι, όπως έχει προκύψει, οι Υποθήκες XXXXX/08 και XXXXX/2008 έχουν εκποιηθεί, δυνάμει των προνοιών του Νόμου 9/65 όπως έχει τροποποιηθεί, δεν υφίστανται πλέον και οι ενάγοντες περιορίζονται στην αξίωση διατάγματος εκποίησης μόνο της Υποθήκης XXXXX/01. Οι εναγόμενοι με την Έκθεση Υπεράσπισης τους, προβάλλουν τη θέση ότι η επίδικη Υποθήκη είναι άκυρη και/ή παράνομη με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 4
(1), 5
(1)&
(2), 8(α), (β) και (γ), 10 & 21
(1)(γ), (δ), (ε) και
(2)του Νόμου 9/65. Oι εν λόγω ισχυρισμοί τους περιλαμβάνονται και συγκεκριμενοποιούνται στην παράγραφο 17
(2)της Έκθεσης Απαίτησης και επαναλαμβάνονται στην παράγραφο 18
(2)αυτής. Εκείνο το οποίο προβάλλουν είναι ότι το χρηματικό ποσό το οποίο ο ενυπόθηκος οφειλέτης υπέχει υποχρέωση να καταβάλει στον ενυπόθηκο δανειστή δεν είναι καθορισμένο ή δυνάμενο να καθοριστεί καθότι με βάση τους όρους της δήλωσης υποθήκης αναλαμβάνει την υποχρέωση να πληρώσει το ποσό της υποθήκης πλέον τόκους, προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα τα οποία δεν καθορίζονται ούτε είναι δυνατό να υπολογιστούν με αποτέλεσμα να δημιουργείται η υποχρέωση του ενυπόθηκου οφειλέτη να καταβάλει ποσό πέραν του ποσού της υποθήκης και χωρίς να καθορίζεται παράλληλα το μέγιστο ποσό της πιθανής υποχρέωση του οφειλέτη. Ισχυρίζονται επίσης ότι ο τόκος και/ή το ποσοστό επιτοκίου δεν είναι καθορισμένος ούτε δυνάμενος να προσδιορισθεί καθότι στη σύμβαση υποθήκης καθορίζεται ως κυμαινόμενο. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται με βάση τους όρους της επίδικης δήλωσης, η υποθήκη καλύπτει υποχρεώσεις που είναι εκτός των προνοιών του Άρθρου 21
(1)(γ) του Νόμου με το οποίο επιτρέπεται να καλύπτει αποκλειστικά και μόνο συγκεκριμένο ποσό κεφαλαίου πλέον τόκους και έξοδα για εκποίηση της υποθήκης. To Άρθρο 21
(1)(γ) του Περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτου Νόμου, Ν. 9/65 έχει ως ακολούθως: «21.—
(1)Αι έγγραφοι δηλώσεις αίτινες προσάγονται τω Επαρχιακώ Κτηµατολογικώ Γραφείω υπό του ενυποθήκου οφειλέτου και του ενυποθήκου δανειστού διαλαµβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: ................................ (γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύµβασιν υποθήκης χαρτοσεσηµασµένην συµφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόµου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινα ηµεροµηνίαν καθωρισµένην ή δυναµένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηµατικόν τι ποσόν, καθωρισµένον ή δυνάµενον να προσδιορισθή, οµού µετά τυχόν συµφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή µέρους αυτού, εις ποσοστόν καθωρισµένον ή δυνάµενον να προσδιορισθή δι' αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και οµού µετά των εξόδων των διενεργουµένων εν περιπτώσει λήψεως νοµίµων µέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου: Νοείται ότι οσάκις συνιστάται υποθήκη προς εξασφάλισιν µελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαµβανοµένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηµατικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή αφορώσης εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασµού, δέον όπως τυγχάνη καθορισµού το µέγιστον ποσόν της πιθανής υποχρεώσεως όπερ και θα λογίζηται ως το ποσόν προς εξασφάλισιν ούτινος συνιστάται η εν λόγω υποθήκη·» Η υποθήκη μπορεί να συσταθεί ως ασφάλεια υφιστάμενης, μελλοντικής ή υπό αίρεση υποχρεώσεως. Το Άρθρο 22
(1)του πιο πάνω Νόμου προνοεί ότι «Υποθήκη δύναται να συσταθή ως ασφάλεια διά την εκ πλήρωσιν υφισταµένης, µελλούσης, ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαµβάνοµένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηµατικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασµού.» (βλ. επίσης Ιωάννης Νικόλα Χ΄΄Οικονόμου v. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1Β Α.Α.Δ. 949). Το δε Άρθρο 5
(1)του Νόμου προνοεί ότι «Ουδεµία µεταβίβασις ή υποθήκευσις ακινήτου είναι έγκυρος εκτός εάν γενή συµφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Νόµου.» H επίδικη Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης XXXXX/01 που κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο συνοδεύεται και από Έγγραφο Υποθήκης. Στη Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης αναφέρεται ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης αναλαμβάνει να καταβάλει στον ενυπόθηκο δανειστή σε πρώτη ζήτηση το ποσό των £26,000 μαζί με σύνθετο τόκο πάνω στο ποσό των £26,000 προς 9 τα εκατόν από 13/09/2001 και σε περίπτωση που ληφθούν νόμιμα μέτρα για ανάκτηση του πιο πάνω ποσού και τόκου, τα σχετικά έξοδα. Αναφέρεται περαιτέρω στη Σύμβαση και Δήλωσης Υποθήκης ότι η συμφωνία θα διέπεται από τους όρους του επισυναπτόμενου εγγράφου, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της υποθήκης και ότι ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται οποτεδήποτε να μεταβάλλει το επιτόκιο και τον τρόπο υπολογισμού του δυνάμει των όρων του επισυναπτόμενου εγγράφου, με ειδοποίηση ή ανακοίνωση στον τύπο, όπως προνοεί το έγγραφο αυτό. Ο πιο πάνω σχετικός όρος του εγγράφου υποθήκης, είναι ο όρος 14 ο οποίος έχει ως ακολούθως: «14. Εννοείται πάντοτε ότι το πιο μεγάλο ποσό για το οποίο δεσμεύονται τα υποθηκευμένα κτήματα είναι το τελικό υπόλοιπο το οποίο, τη μέρα της εκποιήσεως της υποθήκης αυτής, θα παραμείνει απλήρωτο σε σχέση με τις υποχρεώσεις για την εξασφάλιση των οποίων συνίσταται η υποθήκη αυτή, μέχρι το συνολικό ποσό των £26,000 (Είκοσι έξι χιλιάδες λίρες) επιπλέον τόκους (τόσο μετά όσο και πριν οποιαδήποτε απαίτηση ή δικαστική απόφαση) μέχρι την πλήρη και τελεία εξόφληση, προς ποσοστό επιτοκίου προς το οποίο ο Πρωτοφειλέτης θα χρεώνεται από καιρό εις καιρό, πλέον προμήθειες και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα και δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και/ή άλλα έξοδα και δαπάνες που ήθελε υποστεί η Τράπεζα σε σχέση με τον Πρωτοφειλέτη ή την παρούσα υποθήκη. .................................... Η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά τη κρίση της και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το Βασικό Επιτόκιο, τις Προσαυξήσεις, το Μεταβλητό Επιτόκιο, τον Τόκο Υπερημερίας, τις προμήθειες και/ή Τραπεζικά δικαιώματα και η αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για μένα που θα λαμβάνω γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση.» Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι η επίδικη υποθήκη είναι συνδεδεμένη με τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη τις οποίες εξασφαλίζει. Καθορίζεται το μέγιστο ποσό το οποίο ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει με βάση την υποθήκη και αυτό ανέρχεται στις £26,000 ή το τελικό ποσό το οποίο θα παραμείνει απλήρωτο σε σχέση με τις υποχρεώσεις που η υποθήκη εξασφαλίζει κατά την εκποίηση της, κάτι το οποίο είναι σύμφωνο με τις πρόνοιες του Άρθρου 21
(1)(γ) του Νόμου. Όσον αφορά το τόκο που θα πρέπει να καταβληθεί επί του πιο πάνω ποσού και το ύψος του επιτοκίου, αυτό προκύπτει να καθορίζεται στο 9% κατά τη σύναψη της υποθήκης και στη συνέχεια να δίδεται το δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή να το μεταβάλλει και να είναι το ποσοστό επιτοκίου που θα χρεώνεται ο Πρωτοφειλέτης. Όπως έχει προκύψει η επίδικη υποθήκη καλύπτει τις υποχρεώσεις και πιστωτικές διευκολύνσεις που δόθηκαν στην εναγόμενη αρ. 1, μεταξύ αυτών και του τρεχούμενου λογαριασμού που ανοίχθηκε στις 26/09/2001. Με βάση τη συμφωνία για το άνοιγμα του εν λόγω λογαριασμού, τεκμήριο 5, το επιτόκιο με το οποίο θα χρεωνόταν ο εν λόγω τρεχούμενος λογαριασμός, θα αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο κατά 2,5% εκατοστιαίες μονάδες. Κατά τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας το συνολικό επιτόκιο ανερχόταν στο 8,5%. Προνοείτο επίσης στη εν λόγω συμφωνία ότι η Τράπεζα θα είχε δικαίωμα να μεταβάλλει το επιτόκιο, όπως προνοείται στην τελευταία παράγραφο του όρου 2 του τεκμηρίου 5, και η αλλαγή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον χρεώστη ο οποίος θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση. Το ύψος του εν λόγω επιβαλλόμενου επιτοκίου μπορούσε να διαπιστωθεί ανά πάσα στιγμή από τον ενυπόθηκο οφειλέτη και να λάβει γνώση γι αυτό. Στις 23/06/2008 επίσης που έγινε η τελευταία τροποποιητική συμφωνία του τρεχούμενου λογαριασμού της εναγόμενης αρ.1, η τελευταία ενημερώθηκε και για τα ισχύοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο επιτόκια. Να σημειωθεί ότι η εν λόγω συμφωνία αλλά και όλες οι υπόλοιπες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων προς την εναγόμενη αρ. 1 έγιναν μέσω του ενυπόθηκε οφειλέτη και διευθυντή της. Πέραν τούτου, ενώπιον μου κατατέθηκε από το Μ.Ε.5 στο τεκμήριο 80 το οποίο είναι ο πίνακας των επιτοκίων που ίσχυαν κατά καιρούς και επέβαλλαν οι ενάγοντες. Επίσης, έχει προκύψει ότι όλες οι χρεώσεις που επιβάλλονταν στον τρεχούμενο λογαριασμό παραδόθηκαν στον εναγόμενο αρ. 2 κατά το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού και αυτοί αναρτιόνταν στα καταστήματα των εναγόντων καθώς επίσης κατατέθηκαν ενώπιον μου τα τεκμήρια 73 - 77, που είναι Κατάλογοι των επιβαλλόμενων χρεώσεων από τον Μαϊο του 2008 και μετέπειτα. Σε αυτά αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι για τα ισχύοντα επιτόκια ο πελάτης θα μπορούσε να αποταθεί στα καταστήματα των εναγόντων. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα πιο πάνω, είναι ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο το επιτόκιο το οποίο ίσχυε ήταν διαθέσιμο στο κοινό και μπορούσε να ελεχθεί από τον εναγόμενο αρ. 2 και να λάβει γνώση αυτού. Επομένως, το ύψος του επιτοκίου μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, να προσδιοριστεί και πληρείται η προϋπόθεση του Άρθρου 21
(1)(γ) του Νόμου. Πανομοιότυποι ισχυρισμοί και ζητήματα απασχόλησαν το Εφετείο στην 1. χχχ χχχ Φελλάς κ.α. v. Εmporiki Bank - Cyprus Limited, ECLI:CY:AD:2020:A111, Πολιτική Έφεση Αρ. 17/2013, Ημερομηνίας 07/04/2020, που όπως μπορεί να διαπιστωθεί εγέρθηκαν από τον ίδιο συνήγορο που τα εγείρει στην παρούσα υπόθεση, πλην όμως στην αγόρευση του παραλείπει να παραπέμψει σε εκείνη την υπόθεση. Το Εφετείο σε εκείνη την υπόθεση έκρινε, με παραπομπή στο Άρθρο 2 του Περί Υπηρεσιών Πληρωμών Νόμου του 2009 (Ν.128(Ι)/2009)που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο και με παρόμοια γεγονότα όπως της παρούσας ότι δεν τίθετο ζήτημα ακυρότητας της υποθήκης και ότι το επιτόκιο μπορούσε να προσδιοριστεί. Τα ίδια ισχύουν και τις συμφωνίες δανείου ημερομηνίας 03/03/3008 και 26/03/2008 τεκμήρια 12 και 13 αντίστοιχα οι οποίες καθορίζουν το επιβαλλόμενο επιτόκιο το οποίο θα συνίστατο σε 3 μήνες και 1 μήνα Euribor αντίστοιχα προσαυξημένο κατά 2,5% και 2% επίσης αντίστοιχα με δικαίωμα των εναγόντων για μεταβολή του, ως προνοείται στις συμφωνίες. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.5 οι ενάγοντες διατηρούσαν τμήμα ευρωπαϊκού επιτοκίου, σχετικούς καταλόγους και διατιμήσεις του Euribor τους οποίους λάμβαναν από την επίσημη ιστοσελίδα Reuters, τους οποίους κατάθεσε στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήριο 79). Επίσης, ο εναγόμενος αρ. 2 μπορούσε να ενημερωθεί ανά πάσα στιγμή από τα καταστήματα των εναγόντων για τη διατίμηση του Euribor και/ή του επιβαλλόμενου επιτοκίου στα επίδικα δάνεια. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι το ποσό που καλύπτει η επίδικη υποθήκη είναι προσδιορισμένο και/ή δύναται να προσδιοριστεί καθώς επίσης και επιβαλλόμενοι τόκοι και συμφώνως του Άρθρου 21
(1)(γ). Ο συνήγορος των εναγόμενων στην γραπτή του αγόρευση ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος αρ. 2 έχει δικαίωμα να εξαλείψει την υποθήκη με την καταβολή του εξασφαλισμένου ποσού (equity of redemption), δικαίωμα το οποίο του αποστερείται έχοντας υπόψη τους όρους της επίδικης υποθήκης. Εκείνο το οποίο ο συνήγορος πράττει στην αγόρευση του είναι ότι συσχετίζει τις πρόνοιες του Άρθρου 21
(1)(γ) με το πιο πάνω δικαίωμα και ισχυρίζεται ότι ο μη καθορισμός του ποσού ή η επιβολή άλλων χρεώσεων με βάση την υποθήκη απολήγουν στην αποστέρηση του δικαιώματος αυτού του ενυπόθηκου οφειλέτη. Στο βαθμό που οι ισχυρισμοί του αφορούν τις πρόνοιες του Άρθρου 21
(1)(γ) έχουν εξεταστεί ανωτέρω και έχουν κριθεί ότι οι όροι της επίδικης υποθήκης είναι σύμφωνοι με τις πρόνοιες του εν λόγω Άρθρου, υπό τις περιστάσεις. Από εκεί και πέρα το δόγμα του equity of redemption και το δικαίωμα εξαγοράς του ενυπόθηκου οφειλέτη, ενυπάρχει, είτε ρητώς είτε σιωπηρός σε μια σύμβαση υποθήκης. Εκείνο το οποίο δεν επιτρέπεται είναι η περίληψη όρου σε μια υποθήκη η οποία να απαγορεύει ή να καθιστά αδύνατη την άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς και ανάκτησης της περιουσίας του. Οποιοσδήποτε τέτοιος όρος (clog) ή όρος που θα απολήγει σε αποστέρηση αυτού του δικαιώματος είναι άκυρος (βλ. Jones v. Morgan [2001] All ER (D) 314). Θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι εναγόμενοι δεν προβάλλουν τέτοια δικογραφημένη θέση, παρά την προσπάθεια τους να την υποστηρίξουν μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου τους και δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο (βλ.
- χχχ χχχ Φελλάς κ.α. v. Εmporiki Bank - Cyprus Limited (ανωτέρω). Οι ισχυρισμοί στο δικόγραφο τους, όπως έχουν παρατεθεί ανωτέρω, αφορούν την παραβίαση των προνοιών του Νόμου και οι οποίες εξετάστηκαν ανωτέρω. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει υποδειχθεί ή προκύψει ότι με τους όρους της επίδικης υποθήκης αποστερείται το δικαίωμα αυτό του εναγόμενου. Το ποσό και το επιτόκιο έχει αναφερθεί ανωτέρω ότι είναι προσδιορισμένα και πουθενά στην συμφωνία υποθήκης περιλαμβάνεται όρος που να απαγορεύει την εξαγορά. Συνεπώς καταλήγω ότι δεν μπορεί να ευσταθεί η θέση για άκυρη υποθήκη και αυτή απορρίπτεται. Παράβαση όρου των επίδικων συμβάσεων και/ή δικαίωμα τερματισμού και τερματισμός. Έχει προκύψει από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, η οποία να σημειωθεί ότι δεν έτυχε αμφισβήτησης από τους εναγόμενους, ότι οι ενάγοντες με επιστολές τους ημερομηνίας 04/04/2012 τερμάτισαν την συμφωνία του τρεχούμενου λογαριασμού και των συμφωνιών δανείου καθώς επίσης και τη λειτουργία τους και κάλεσαν την εναγόμενη αρ. 1 να εξοφλήσει τα χρεωστικά υπόλοιπα. Οι επιστολές αυτές αποστάληκαν στην διεύθυνση «XXXXX 84, XXXXX XXXXX, Πάφος» και δεν έτυχε αμφισβήτησης από τους εναγόμενους ότι αυτή ήταν η διεύθυνση τους ή η τελευταία γνωστή στους ενάγοντες. Ούτε εγείρεται ή εγέρθηκε ζήτημα ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 δεν έχουν παραλάβει τις εν λόγω επιστολές τερματισμού. Το δικαίωμα των εναγόντων να τερματίσουν όλες τις επίδικες συμφωνίες προκύπτει από τους όρους των εν λόγω συμφωνιών και στα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων. Στη συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού, τεκμήριο 5 και στον όρο 4 αυτής προνοείται ότι οι ενάγοντες θα είχαν δικαίωμα οποτεδήποτε και ακόμα άνευ προειδοποιήσεως να τερματίσουν την λειτουργία του λογαριασμού και να απαιτήσουν οποιαδήποτε πίστωση και/ή υπόλοιπο αυτής. Παρόμοιος όρος περιέχεται και στις συμφωνίες δανείου και ειδικότερα στις συμφωνίες ημερομηνίας 03/03/2008 και 26/03/2008, τεκμήρια 12 και 13 (βλ. όρο 2). Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι τα επίδικα δάνεια παρουσίαζαν καθυστερήσεις στην αποπληρωμή τους, κάτι το οποίο συνιστά παράβαση των όρων τους (βλ. επίσης προειδοποιητικές επιστολές ημερομηνίας 02/02/2012 και 12/03/2012, τεκμήρια 55 και 56 αντίστοιχα). Κατά συνέπεια, οι ενάγοντες νόμιμα και νομότυπα τερμάτισαν τις επίδικες συμφωνίες και τη λειτουργία των λογαριασμών, κάτι το οποίο επαναλαμβάνω δεν τυγχάνει αμφισβήτησης με την υπεράσπιση των εναγόμενων, ούτε προωθείται οποιαδήποτε θέση με την αγόρευση του συνηγόρου τους. Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει ότι οι ενάγοντες κατέστησαν απαιτητά τα χρεωστικά υπόλοιπα από όλους τους εγγυητές, δυνάμει των συμφωνιών εγγύησης και σύμφωνα με τους όρους αυτών. Με βάση τα εγγυητήρια έγγραφα ημερομηνίας 26/09/2001 (τεκμήριο 34), 03/03/2008 (τεκμήριο 32), 26/03/2008 (τεκμήριο 26) και 23/06/2008 (τεκμήριο 28), έπρεπε να γίνει γραπτή ζήτηση του ποσού της εγγύησης με την αποστολή επιστολής με ταχυδρομείο στη διεύθυνση των εναγόμενων αρ. 2 και 5 (βλ. όρο 10 του τεκμηρίου 34, όρο 11 του τεκμηρίου 32, όρο 11 του τεκμηρίου 26 και όρο 11 του τεκμηρίου 28). Ο Μ.Ε.1 ανάφερε κατά τη μαρτυρία του ότι στις 04/04/2012 αποστάληκαν επιστολές προς τους εναγόμενους αρ. 2 και 5 τις οποίες κατάθεσε στο Δικαστήριο. Η επιστολή που αφορά τον εναγόμενο αρ. 2 αποτελεί μέρος τους τεκμηρίου 58 ενώ αυτή που αφορά την εναγόμενη αρ. 5, είναι το τεκμήριο 59 (β). Δεν έτυχε αμφισβήτησης η νομότυπη και ορθή αποστολή των εν λόγω επιστολών προς τους εναγόμενους αρ. 2 και 5 από την υπεράσπιση. Δεδομένων όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι τα ποσά των εγγυήσεων των εναγόμενων αρ. 2 και 5 κατέστησαν απαιτητά και πληρωτέα. Τα ίδια ισχύουν και για τις εναγόμενες αρ. 3 και
- Κατατέθηκε επιστολή - απαίτηση πληρωμής της εγγύησης (βλ. τεκμήρια 59 (α)) η οποία αποστάληκε προς την εναγόμενη 3 και ο Μ.Ε.1 ανάφερε ουσιαστικά ότι αποστάληκε και στην εναγόμενη αρ.
- Με βάση τον όρο 11 της εν λόγω συμφωνίας απαιτείτο γραπτή ζήτηση, η οποία θα γινόταν με την αποστολή ταχυδρομικώς επιστολής στην διεύθυνση των εναγόμενων αρ. 3 και 4, κάτι που προκύπτει να έγινε στην παρούσα. Σημειώνεται ότι δεν αμφισβητήθηκε το ζήτημα αυτό από την υπεράσπιση. Περαιτέρω, γραπτή ζήτηση έγινε και από τον εναγόμενο αρ. 2 υπό την ιδιότητα του ως ενυπόθηκος δανειστής της εναγόμενης αρ. 1 (βλ. τεκμήριο 58). Επομένως κρίνω ότι τόσο οι εγγυήσεις όσο και οι Υποθήκες κατέστησαν απαιτητές. Οφειλόμενο Υπόλοιπο Oι εναγόμενοι αμφισβητούν με την υπεράσπιση τους το αξιούμενο υπόλοιπο των επίδικων λογαριασμών. Ο συνήγορος των εναγόμενων στην αγόρευση του υποστηρίζει τη θέση ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν τα αξιούμενα υπόλοιπα των επίδικων λογαριασμών. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να πληρεί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 22 του Κεφ. 9 έτσι ώστε οι αναλυτικές καταστάσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου να αποτελούν αντίγραφο καταχωρήσεων σε Τραπεζικό Βιβλίο. Ειδικότερα αναφέρει ότι δεν υπάρχει μαρτυρία για σύγκριση και επιβεβαίωση της ορθότητας των αναλυτικών καταστάσεων. Επικαλείται λανθασμένες καταστάσεις λογαριασμού καθότι τα υπόλοιπα που καταδεικνύουν τα τεκμήρια 52 και 67 καθώς και αυτά των τεκμηρίων 53 και 68 είναι διαφορετικά. Επίσης, ο συνήγορος αναφέρει ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού βασίστηκαν στις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν. Περαιτέρω, ισχυρίζεται λανθασμένη επιβολή του Euribor, ισχυρίζεται κεφαλαιοποίηση ανά τριμηνία του τεκμήριο 52 ενώ μηνιαίως στο τεκμήριο 53 και αμφισβητεί τις διατιμήσεις του Euribor που καταθέσαν στο Δικαστήριο οι ενάγοντες. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν από τον Μ.Ε.1 οι αναλυτικές καταστάσεις του τρεχούμενου λογαριασμού (τεκμήριο 51), του λογαριασμού δανείου που ανοίχθηκε δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 03/03/2008 (τεκμήριο 52) και του λογαριασμού δανείου που ανοίχθηκε δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 26/03/2008 (τεκμήριο 53) μαζί με σχετικό πιστοποιητικό δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 35 του Κεφ.
- Ο Μ.Ε.1 κατά την κατάθεση των πιο πάνω αναλυτικών καταστάσεων λογαριασμού ανάφερε ότι πρόκειται για αντίγραφα καταχωρήσεων στο Τραπεζικό Βιβλίο το οποίο διατηρούν οι ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή. Το Άρθρο 22 του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, περιλαμβάνει όλα τα σχετικά σε σχέση με την απόδειξη των καταχωρήσεων σε τραπεζικά βιβλία και πότε μια κατάσταση λογαριασμού μπορεί να αποτελεί αντίγραφο τραπεζικού Βιβλίου. Στο εν λόγω Άρθρο και συγκεκριμένα στα εδάφια
(2)και
(3)τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται έτσι ώστε ένα αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίο να γίνεται αποδεκτό ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρίσεων και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σε αυτό. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι α) Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας, β) Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της, γ) Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας και δ) Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του πιο πάνω Άρθρου, το οποίο περιλαμβάνει τις προϋποθέσεις υπό στοιχεία α) - γ) ανωτέρω, μαρτυρία για αυτές δύναται να δοθεί από Διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας είτε προφορικά είτε με ένορκη δήλωση ενώ για την προϋπόθεση υπό στοιχείο δ) από πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Ο Μ.Ε.1 στην παράγραφο 18 της γραπτής του δήλωσης αναφέρθηκε σε γεγονότα τα οποία ικανοποιούν όλες τις πιο πάνω προϋποθέσεις του Νόμου και τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο. Προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι αυτός είναι υπάλληλος των εναγόντων ο οποίος χειρίζεται τους επίδικους λογαριασμούς. Ανάφερε ότι στο σύστημα που διατηρούν οι ενάγοντες τα τραπεζικά βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή, φυλάσσονται όλες οι καταχωρίσεις των πελατών των εναγόντων. Το τραπεζικό βιβλίο είναι και ήταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα των λογαριασμών μέχρι σήμερα ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των εναγόντων και κατά το χρόνο καταχώρισης στο τραπεζικό βιβλίο όλων των πράξεων που αφορούσαν στους λογαριασμούς της εναγόμενης, το τραπεζικό βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία των εναγόντων και όλες οι καταχωρίσεις έγιναν κατά την διεξαγωγή των εργασιών των εναγόντων. Επίσης, ο μάρτυρας ανάφερε ότι καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο το τραπεζικό βιβλίο ευρίσκετο και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις των εναγόντων, υπό τον έλεγχο των εναγόντων και έχουν σε αυτό πρόσβαση οι τραπεζικοί λειτουργοί, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού παράχθηκαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και αφού συγκρίθηκαν από τον ίδιο με τις αρχικές καταχωρήσεις του ηλεκτρονικού υπολογιστή, διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Σημειώνεται ότι ο μάρτυρας ανάφερε, όπως είχε λεχθεί στην αρχή ανωτέρω, ότι στον ηλεκτρονικό υπολογιστή φυλάσσονται και όλες οι καταχωρίσεις των πελατών. Η πιο πάνω μαρτυρία του Μ.Ε.1 έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και δεν έτυχε ούτε και αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Επομένως, κρίνω ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του Άρθρου 22 του Κεφ. 9 και οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού γίνονται αποδεκτές ως αντίγραφα του τραπεζικού βιβλίου των εναγόντων. Κατά συνέπεια αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη του περιεχομένου τους. Στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. 1. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 λέχθηκε ότι «Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και Τ.11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ.9 όπως έχει τροποποιηθεί). Από τη στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά το περιεχόμενο τους συνιστούσε ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας. Έτσι το βάρος μετατέθηκε στους ώμους των εφεσιβλήτων για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρήσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να αντικρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία. Στην ουσία υπήρξε αντιστροφή του βάρους απόδειξης από το Δικαστήριο» (βλ. επίσης Ζερβός v. Ηellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1Γ Α.Α.Δ. 2357 και Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059). Στην παρούσα περίπτωση, οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει το λανθασμένο των διαφόρων χρεωπιστώσεων. Ούτε αμφισβητήθηκε το επιβαλλόμενο επιτόκιο και τόκος στον εν λόγω τρεχούμενο λογαριασμό ή διαφάνηκε από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ότι αυτό δεν επιβαλλόταν σύμφωνα με την συμφωνία των διαδίκων. Σημειώνεται επίσης ότι ο Μ.Ε.1 ανάφερε ότι καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού δεν χρεωνόταν τόκος υπερημερίας και η κεφαλαιοποίηση του τόκου γινόταν δύο φορές το χρόνο, κάτι το οποίο είναι εντός των συμφωνηθέντων και του Νόμου. Εκείνο το οποίο αμφισβητήθηκε ήταν η νομιμότητα και/ή το εύλογο συγκεκριμένων χρεώσεων που ο συνήγορος των εναγόμενων υπέδειξε στο Μ.Ε.1, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, καθώς επίσης και το ύψος τους. Ο Μ.Ε.1 επικαλέστηκε τις πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας, τεκμήριο 5 καθώς επίσης και τον Κατάλογο Χρεώσεων και Προμηθειών των εναγόντων και την πρακτική που ακολουθείτο για την τήρηση τρεχούμενου λογαριασμού. Σύμφωνα με το τεκμήριο 5, το οποίο αφορά τη συμφωνία για το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού, πέραν από τον επιβαλλόμενο τόκο, ο λογαριασμός θα επιβαρυνόταν με προμήθεια και τραπεζικά δικαιώματα. Επίσης, οι ενάγοντες θα είχαν δικαίωμα να χρεώνουν άλλα δικαιώματα κατά την κρίση τους αν η συμφωνία δεν προνοεί τέτοιες επιβαρύνσεις (βλ. όρο 2 β) και γ)). Περαιτέρω, οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να μεταβάλλουν, μεταξύ άλλων, τις προμήθειες και τα δικαιώματα και τέτοια αλλαγή ή μεταβολή θα ήταν δεσμευτική για την εναγόμενη αρ. 1 που θα λάμβανε γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ίσχυε από την ημερομηνία που θα καθοριζόταν στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να χρεώνουν τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό με τέτοιες προμήθειες και δικαιώματα. Είναι γεγονός όμως ότι στην συμφωνία δεν καθορίζεται οποιοδήποτε ποσοστό που θα χρεωνόταν ως προμήθειες ή τραπεζικά δικαιώματα, ούτε καθορίζονται τι θα περιλάμβαναν αυτές οι προμήθειες και χρεώσεις και ποιο θα ήταν το ύψος των εν λόγω χρεώσεων. Επί τούτου, ο Μ.Ε.1 και ο Μ.Ε.4 παραπέμψαν στους Καταλόγους Προμηθειών και Χρεώσεων που διατηρούσαν οι ενάγοντες, οι οποίοι ήταν αναρτημένοι στα καταστήματα τους. Περαιτέρω, έχει προκύψει από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία ότι τέτοιοι κατάλογοι δόθηκαν στην εναγόμενη αρ. 1 κατά το άνοιγμα του λογαριασμού ενώ στη συνέχεια όταν αναθεωρούνταν από τους ενάγοντες, αποστέλλονταν στην εναγόμενη αρ. 1 μαζί με τις καταστάσεις λογαριασμού, ένα μήνα πριν την εφαρμογή των αναθεωρημένων χρεώσεων. Τούτο υποστηρίζεται και από τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού στις οποίες γίνεται αναφορά σε αποστολή τέτοιων Καταλόγων Προμηθειών και Χρεώσεων, τις οποίες οι ενάγοντες απέστελλαν ανελλιπώς και μηνιαίως στην εναγόμενη αρ. 1 (βλ. τη σελίδα 8 των καταστάσεων λογαριασμού για την περίοδο από 1/05/2006 - 31/05/2006 του τεκμηρίου 51). Επομένως, η εναγόμενη αρ. 1 δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε για αυτές τις χρεώσεις αλλά και το ύψος τους καθώς επίσης και ότι δεν ήταν συμφωνημένες. Έχει περαιτέρω προκύψει ότι παρά την αποστολή των καταστάσεων λογαριασμού του τεκμηρίου 51, στις οποίες περιλαμβάνονταν και οι εν λόγω χρεώσεις, η εναγόμενη αρ.1 ουδέποτε τις αμφισβήτησε (Χριστίνα Παπαχριστοδούλου v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A301, Πολ. Έφεση Αρ. 263/2010, Ημερ. 05/05/2015) Πέραν των πιο πάνω, στην παρούσα περίπτωση η εναγόμενη αρ. 1, είχε ζητήσει την αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού δύο φορές. Μια στις 26/03/2008 και μια στις 23/06/2008. Στις τροποποιητικές αυτές συμφωνίες με τις οποίες αυξήθηκε το παραχωρούμενο όριο αναγραφόταν το υπόλοιπο κατά το χρόνο σύναψης τους. Συγκεκριμένα, στην τελευταία τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 23/06/2008 αναγράφεται ότι το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού ανέρχεται στα €129.057,89, συμφωνία την οποία υπέγραψε και αποδέχτηκε η εναγόμενη αρ.1. Δεν μπορεί, κρίνω, η εναγόμενη αρ. 1 να προβάλλει τη θέση ότι δεν γνώριζε για αυτές τις χρεώσεις και το ύψος τους ή ότι δεν ήταν συμφωνημένες τη στιγμή που η ίδια και μετά από 8 σχεδόν χρόνια λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού μέχρι εκείνη τη στιγμή, αναγνωρίζει ρητά το υπόλοιπο που έφερε ο λογαριασμός της (βλ. Αναστάσης Μουλαζίμης Λτδ v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2013)1 Α Α.Α.Δ. 168). Από εκεί και πέρα, έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οι Κατάλογοι Χρεώσεων και Προμηθειών από το Μαϊο 2008 μέχρι και τον τερματισμό τουλάχιστον της συμφωνίας, οι οποίοι καταδεικνύουν αναλυτικά τις εκάστοτε χρεώσεις, οι οποίες προκύπτει να συνάδουν με τα ποσά που χρεωνόταν ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός. Οι εν λόγω Κατάλογοι αποστέλλονταν μαζί με τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού στην εναγόμενη αρ. 1, η οποία ουδέποτε τις αμφισβήτησε. Η μη υπογραφή τους δεδομένης της υπόλοιπης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου και αναφέρθηκε ανωτέρω δεν τους καθιστά μη δεσμευτικούς. Οι Κατάλογοι αυτοί, προκύπτει να αποτελούσαν μέρος της συμφωνίας και οι οποίοι καθόριζαν τη φύση των χρεώσεων και των προμηθειών, ήταν στη βάση των εν λόγω Καταλόγων που οι ενάγοντες επέβαλλαν τις συγκεκριμένες χρεώσεις οι οποίες προνοούνταν στην επίδικη συμφωνία, παραδόθηκαν στην εναγόμενη κατά την υπογραφή της συμφωνίας για το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού, αποστέλλονταν κάθε φορά που θα άλλαζαν τα ποσά των χρεώσεων μαζί με τις καταστάσεις λογαριασμού και η εναγόμενη αρ. 1 ουδέποτε αμφισβήτησε την επιβολή των εν λόγω χρεώσεων στην μακρόχρονη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού. Αντιθέτως, προκύπτει ότι στις 23/06/2008 αποδέχτηκε και το υπόλοιπο που δείκνυε ο εν λόγω λογαριασμός, το οποίο προκύπτει και από την επιβολή αυτών των χρεώσεων. Επομένως, η κατάληξη είναι ότι οι εν λόγω χρεώσεις προνοούνταν στην επίδικη συμφωνία των μερών, καθορίζονταν από τους Καταλόγους Χρεώσεων και Προμηθειών και η εναγόμενη αρ. 1 λάμβανε γνώση για τις χρεώσεις αυτές, τόσο μέσω των αναλυτικών καταστάσεων λογαριασμού που αποστελλόταν κάθε μήνα όσο και μέσω των ίδιων των Καταλόγων που αποστέλλονταν στην εναγόμενη αρ. 1 μαζί με τις εν λόγω καταστάσεις, ένα μήνα πριν την αλλαγή των ποσών των χρεώσεων (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολ. Έφεση Αρ. 335/2009, Ημερ. 17/10/2014). Κατά συνέπεια κρίνω ότι το υπόλοιπο που παρουσίαζε ο επίδικος λογαριασμός κατά τον τερματισμό, δηλαδή στις 04/04/2012 ύψους €97.074,92 πλέον συσσωρευμένους τόκους για την περίοδο από 01/01/2012 μέχρι 04/04/2012 ύψους €2.428,18 είναι ορθό. Οι ενάγοντες προχώρησαν και καταθέσαν στο Δικαστήριο και την κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 62 καθώς επίσης και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, μετά τον τερματισμό όπως ο Μ.Ε.1 ανάφερε, το τεκμήριο 66. Όπως ο Μ.Ε.1 ανάφερε το τεκμήριο 62 αποτελεί κατάσταση λογαριασμού μετά τον τερματισμό και μέχρι τις 24/12/2020 που περιλαμβάνει τις μετέπειτα του τερματισμού καταθέσεις, συμπεριλαμβανομένου και του εκπλειστηριάσματος. Χρεώνεται επίσης τόκος προς 14,60% από τις 04/04/2012 μέχρι τις 30/06/2013 και ακολούθως τόκος προς 11%. Στο τεκμήριο 66, ο μάρτυρας αφαιρεί διάφορες χρεώσεις και περιορίζει τον τόκο υπερημερίας από τον τερματισμό και μετέπειτα στο 1,75% και αξιώνει συνολικό επιτόκιο ύψους 11% από τον τερματισμό και μετά. Εκείνο το οποίο παρατηρείται στο τεκμήριο 66 είναι ότι ο λογαριασμός της εναγόμενης αρ. 1 συνεχίζει να παρουσιάζει χρεώσεις και όπως προκύπτει να λειτουργεί και μετά τον τερματισμό μέχρι και τις 26/04/2012, πέραν από τις χρεώσεις τόκων και τις καταθέσεις. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού ο τερματισμός της συμφωνίας συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων (βλ. Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη [1999] 1 Α.Α.Δ. 1465, 1473). Κατ' εκείνη την ημερομηνία θα καθοριστούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των διαδίκων και οι αποζημιώσεις στη μορφή τόκων (βλ. Evelthon Developments Ltd κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2486). Έχει ανευρεθεί το οφειλόμενο υπόλοιπο κατά τον τερματισμό, ως αναφέρθηκε ανωτέρω και εκείνο που απομένει είναι να εξεταστεί το ύψος του επιτοκίου που οι ενάγοντες αξιώνουν επί του ποσού αυτού, αφαιρουμένων φυσικά οποιονδήποτε πληρωμών έγιναν μετά τον τερματισμό. Με βάση τη συμφωνία, τεκμήριο 5 και τον όρο 2(α) αυτού ο λογαριασμός θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα βασικό επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο κατά 2,5%. Επίσης, η Τράπεζα είχε δικαίωμα να τροποποιεί τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου με τον οποίο χρεώνονται πιστωτικές διευκολύνσεις με απλή ειδοποίηση στον χρεώστη. Περαιτέρω, η Τράπεζα είχε δικαίωμα να μεταβάλλει κατά την κρίση της, μεταξύ άλλων, το Βασικό Επιτόκιο και τις προσαυξήσεις και τέτοια αλλαγή θα είναι δεσμευτική για τον χρεώστη που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση. Οι ενάγοντες με την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 04/04/2012 ενημέρωναν την εναγόμενη αρ. 1 ότι ο λογαριασμός τους ήταν υπερήμερος και θα επιβαρυνόταν από εκείνη την ημερομηνίας μέχρι πλήρους εξόφλησης, με συνολικό επιτόκιο ύψους 14,60%. Δηλαδή, 5,75% ετησίως ως βασικό επιτόκιο, 3,50% ως προσαύξηση και 5,35% ως τόκο υπερημερίας. Η γνωστοποίηση του επιβαλλόμενου επιτοκίου προς την εναγόμενη αρ. 1 μέσω της πιο πάνω επιστολής, ήταν εντός των συμφωνηθέντων ως αναφέρθηκε ανωτέρω και δεσμευτική για αυτήν. Επομένως, το ύψος του συμφωνηθέντος επιτοκίου χωρίς τον τόκο υπερημερίας ανέρχεται σε 9,25%. Πέραν των πιο πάνω, οι ενάγοντες περιορίζουν την αξίωση τους για τον τόκο υπερημερίας σε 1,75%. Η εναγόμενη αρ. 1, παρά το ότι με την έκθεση υπεράσπισης της αμφισβητεί το δικαίωμα των εναγόντων για χρέωση ενός τέτοιου τόκου, εντούτοις κατά την αγόρευση του ο συνήγορος δεν προκύπτει να προωθεί το ζήτημα αυτό. Εκείνο όμως το οποίο προκύπτει από τη συμφωνία των μερών είναι ότι ρητά συμφωνείται ότι στην περίπτωση υπερημερίας ο λογαριασμός θα χρεώνεται με τόκο υπερημερίας ύψους 2%. Ο εν λόγω τόκος δηλαδή προκύπτει να είναι καθορισμένος και συμφωνημένος στο πιο πάνω ποσοστό. Οι ενάγοντες τον περιορίζουν σε 1,75% και κρίνω ότι τον δικαιούνται (βλ. Ιωαννίδης κ.α v. Eθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ 1491). Περαιτέρω, κρίνω ότι οι ενάγοντες δικαιούνται την κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο καθότι αυτό είναι εντός των συμφωνηθέντων (βλ. όρο 2, πρώτη παράγραφο της 2ης σελίδας της συμφωνίας) και δεν αντίκειται στο Νόμο (βλ. Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν. 160
(1)/1999). Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού κατά τον τερματισμό ως ανωτέρω αναφέρθηκε, το οποίο θα φέρει τόκο προς 11% ετησίως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο. Νοείται ότι θα πρέπει να αφαιρεθούν οι οποιεσδήποτε πληρωμές έγιναν μετά τον τερματισμό από το εκάστοτε υπόλοιπο μέχρι την ημερομηνία που αυτές έγιναν, ως αυτές προκύπτουν από το τεκμήριο
- Σε σχέση με τα επίδικα δάνεια ημερομηνίας 03/03/2008 και 26/03/2008 και το υπόλοιπο αυτών, παρατηρούνται τα ακόλουθα: Eνώπιον του Δικαστηρίου έχει κατατεθεί το τεκμήριο 52, το οποίο όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω αποτελεί αντίγραφο του Τραπεζικού Βιβλίου των εναγόντων μέχρι τον τερματισμό και το τεκμήριο 63 από τον τερματισμό μέχρι τις 24/12/
- Επίσης, κατατέθηκε αναδομημένη κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού από το άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι τις 24/12/2020 (βλ. τεκμήριο 67), βάσει την οποίας οι ενάγοντες αξιώνουν το υπόλοιπο. Οι πιο πάνω καταστάσεις λογαριασμού αφορούν το δάνειο ημερομηνίας 03/03/
- Όσον αφορά το δάνειο ημερομηνίας 26/03/2008 κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το τεκμήριο 53, το οποίο όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω αποτελεί αντίγραφο του Τραπεζικού Βιβλίου των εναγόντων μέχρι τον τερματισμό και το τεκμήριο 64 από τον τερματισμό μέχρι τις 24/12/
- Επίσης, κατατέθηκε αναδομημένη κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού από το άνοιγμα του μέχρι τις 24/12/
- Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, τα αξιούμενα υπόλοιπα των δύο πιο πάνω λογαριασμών δανείου αμφισβητήθηκαν καθότι σύμφωνα με το συνήγορο των εναγόμενων δεν γινόταν η ορθή αναπροσαρμογή του Euribor και επιβαλλόταν λανθασμένη διατίμηση. Ο όρος 3(α) της επίδικης συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 03/03/2008, τεκμήριο 12 έχει ως ακολούθως: «Μέχρι την πλήρη εκταμίευση του δανείου με τόκο ο οποίος θα υπολογίζεται επί των χρεωστικών υπολοίπων της κάθε ημέρας και θα αποτελείται από το άθροισμα, ως ετήσιο ποσοστό επί τοις εκατό, του επιτοκίου τριών μηνών EURIBOR το οποίο θα ισχύει κάθε φορά και της προσαύξησης προς 2,50 εκατοστιαίες μονάδες ετησίως (η Προσαύξηση). Από την ημερομηνία της πλήρους εκταμίευσης του δανείου και μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης, το ρηθέν δάνειο θα χρεώνεται με τόκο, ο οποίος θα υπολογίζεται επί των χρεωστικών υπολοίπων της κάθε ημέρας και θα αποτελείται από το άθροισμα, ως ετήσιο ποσοστό επί τοις εκατό, του επιτοκίου τριών μηνών EURIBOR το οποίο θα ισχύει κάθε φορά και της Προσαύξησης. Το επιτόκιο EURIBOR το οποίο αποτελεί βάση για τον υπολογισμό του τόκου είναι το προσφερόμενο στην Ευρωπαϊκή διατραπεζική αγορά για τραπεζικό δανεισμό σε Ευρώ, διάρκειας αντίστοιχης της περιόδου τόκου, όπως το επιτόκιο αυτό αναγράφεται στην ηλεκτρονική οθόνη REUTERS SCREEN σελίδα EURIBOR01 ή σε περίπτωση αδυναμίας, σε οποιαδήποτε άλλη σελίδα ενός ισοδύναμου συστήματος, στις 11:00 ώρα Βρυξελλών, δύο
(2)εργάσιμες ημέρες πριν από την έναρξη της αντίστοιχης περιόδου τόκου για την οποία πρόκειται να εφαρμοστεί. Ο τόκος θα χρεώνεται στις ημερομηνίες της κάθε αναπροσαρμογής (roll over dates) του επιτοκίου.» Ο όρος 3(α) της επίδικης συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 26/03/2008, τεκμήριο 13, είναι πανομοιότυπος με τη διαφοροποίηση ότι θα αποτελείται από ενός μηνός Euribor το οποίο θα ισχύει κάθε φορά και της προσαύξησης 2,00 εκατοστιαίων μονάδων. Ο Μ.Ε.1 ανάφερε ότι κατά το χρόνο αλλαγής του Euribor σύμφωνα με τις επίδικες συμφωνίες γινόταν η ανάλογη προσαρμογή στους λογαριασμούς και στον υπολογισμό του τόκου. Δεν υποδείχθηκε στο μάρτυρα ότι κάτι τέτοιο δεν γινόταν ούτε έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε άλλη αντίθετη μαρτυρία. Εκείνο το οποίο αμφισβητήθηκε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ήταν ότι δεν επιβαλλόταν η ορθή διατίμηση. Ο Μ.Ε.1 εξήγησε ότι η αλλαγή του Euribor γινόταν αυτόματα από την Τράπεζα, η οποία διατηρεί ευρωπαϊκό τμήμα το οποίο παρακολουθεί την διατίμηση του Euribor και υπάρχει σχετικό σύστημα το οποίο ενημερώνεται και από το οποίο αντλείται το επιβαλλόμενο επιτόκιο. Περαιτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν σχετικοί κατάλογοι για τη διατίμηση του Euribor ενός και τριών μηνών από τις 03/01/2000 μέχρι 25/02/2021 (βλ. τεκμήριο 78) oι οποίοι δεν αντικρούστηκαν με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Δεν έχω διαπιστώσει ότι το επιβαλλόμενο ποσοστό του Euribor κάθε φορά είναι λανθασμένο και δεν συνάδει με τα συμφωνηθέντα. Πέραν από την υποβολή στο μάρτυρα ότι αυτό ήταν λανθασμένο, με το μάρτυρα αυτό να διαφωνεί και να εμμένει στις εξηγήσεις που έδωσε για τον τρόπο που λαμβανόταν η διατίμηση του Euribor, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να καταδεικνύει το λανθασμένο αυτού και κατ' επέκταση το λανθασμένο του υπολογισμού των τόκων όπως καταγράφονται στις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού. Πέραν των πιο πάνω, δεν αμφισβητήθηκαν από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 οποιεσδήποτε καταχωρήσεις στις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού, ούτε υποδείχθηκε ή καταδείχθηκε οποιοδήποτε λάθος ενδεχομένως αυτές να έχουν (βλ. βλ. Χρήστος Θεοδώρου v. Ηellenic Bank Limited
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2059). Επίσης, προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι η κεφαλαιοποίηση των τόκων γινόταν δύο φορές το χρόνο, ως προνοείται στις επίδικες συμφωνίες. Κατά συνέπεια αυτές είναι ορθές. Οι ενάγοντες περιορίζουν την αξίωση τους όμως στα ποσά που δεικνύουν οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού τους οποίους ο Μ.Ε.1 ετοίμασε και κατάθεσε στο Δικαστήριο για έκαστο των δανείων (βλ. τεκμήρια 67 και 68). Σε αυτές αναφέρει ότι αφαιρέθηκαν χρεώσεις που έγιναν για την διεξαγωγή των διαφόρων εκτιμήσεων, κτηματολογικών ερευνών, έξοδα καταρτισμού των εγγράφων, χαρτοσήμων κτλ καθώς επίσης και έξοδα διατήρησης και παρακολούθησης και έξοδα αποστολής καταστάσεων λογαριασμού. Είπε επίσης ότι πριν τον τερματισμό δεν χρεωνόταν τόκος υπερημερίας ενώ μετά τον τερματισμού τον περιόρισαν στο 1,75%. Τέτοιες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες περιορίζουν την απαίτηση των εναγόντων, έχει νομολογηθεί ότι γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο (βλ. Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238). O συνήγορος των εναγόμενων κατά την αγόρευση του ισχυρίζεται ότι οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού διαφέρουν από τις αναλυτικές και ότι ο Μ.Ε.1 δεν ανάφερε πού βασίστηκε για να τις ετοιμάσει. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας παραδέχτηκε ότι οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού δεν αντικατοπτρίζουν τις συμβάσεις με την έννοια ότι σε αυτές αφαιρεί όλες τις πιο πάνω χρεώσεις και μειώνει το τόκο υπερημερίας που αξιώνεται από τον τερματισμό και μετά, παρά το ότι οι ενάγοντες τα δικαιούνταν. Είναι προφανές από τα πιο πάνω και τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι αυτός προχώρησε στην αναδόμηση των επίδικων λογαριασμών στη βάση των αναλυτικών λογαριασμών και αφαίρεσε τα πιο πάνω έξοδα. Δεν έχει προκύψει ότι οι αναδομημένες καταστάσεις περιλαμβάνουν αυθαίρετες χρεώσεις και πιστώσεις ή υπολογισμό τόκων. Δεν υποδείχθηκε οτιδήποτε το συγκεκριμένο για να δώσει την εξήγηση του ο Μ.Ε.1 και ειδικότερα τα όσα ο συνήγορος των εναγόμενων αναφέρει στην αγόρευση του σε σχέση με τα διαφορετικά ποσά που υποδεικνύει ότι παρουσιάζουν οι αναδομημένες με τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού. Αντιθέτως σε αυτές (τις αναδομημένες) και χωρίς το Δικαστήριο να μετατρέπεται σε λογιστή, προκύπτει να περιλαμβάνονται όλες οι πιστώσεις που περιλαμβάνονται στις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού και οι χρεώσεις αφορούν τόκους, οι οποίοι κεφαλαιοποιούνται ανά εξάμηνο σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και αφού αφαιρέθηκαν οι συγκεκριμένες χρεώσεις και τα λοιπά έξοδα. Όπως μπορεί να διαφανεί από το τεκμήριο 67, το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 03/03/2008 κατά τις 04/04/2012, ημερομηνία τερματισμού, ανερχόταν σε €30.267.
- H τελευταία ημερομηνία πριν από τον τερματισμό κατά την οποία γίνεται η αλλαγή στην διατίμηση του Euribor είναι στις 05/03/2012 και κατά την ημερομηνία εκείνη προκύπτει οι συσσωρευμένοι τόκοι να ανέρχονται στο ποσό €1.185,
- Το συνολικό επιτόκιο κατά τον τερματισμό και από τις 05/03/2012 προκύπτει να ανέρχεται σε 7,667%, ποσοστό στο οποίο συνίσταται σε 0,967% ως η διατίμηση του Εuribor τριών μηνών που ίσχυε κατ' εκείνο το χρόνο, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας (βλ. σχετικό πίνακα του τεκμηρίου 78 και όρο 3α) της συμφωνίας) πλέον την προσαύξηση ύψους 4,95% πλέον 1,75% τόκο υπερημερίας. Δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα του ποσοστού της προσαύξησης από την υπεράσπιση και η λήψη γνώσης για αυτήν από την εναγόμενη αρ.1 ως προνοείται στη συμφωνία, τεκμήριο 12, τελευταία παράγραφος του όρου
- Eπίσης, προκύπτει ότι με την επιστολή τερματισμού, τεκμήριο 57, η εναγόμενη ενημερώνεται για το ποσοστό της προσαύξησης. Όσον αφορά τον τόκο υπερημερίας, οι ενάγοντες περιορίζουν την αξίωση τους σε ποσοστό 1,75%. Η εναγόμενη αρ. 1, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω δεν προωθεί το ζήτημα αυτό. Εκείνο όμως το οποίο προκύπτει από τη συμφωνία των μερών είναι ότι ρητά συμφωνείται ότι στην περίπτωση υπερημερίας ο λογαριασμός θα χρεώνεται με τόκο υπερημερίας ύψους 5%. Ο εν λόγω τόκος δηλαδή προκύπτει να είναι καθορισμένος και συμφωνημένος στο πιο πάνω ποσοστό. Οι ενάγοντες τον περιορίζουν σε 1,75% και κρίνω ότι τον δικαιούνται (βλ. Ιωαννίδης κ.α v. Eθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω)). Περαιτέρω, κρίνω ότι οι ενάγοντες δικαιούνται την κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο καθότι αυτό είναι εντός των συμφωνηθέντων (βλ. όρο 3, κάτω από την παράγραφο γ)) και δεν αντίκειται στο Νόμο (βλ. Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν. 160
(1)/1999). Όλα τα πιο πάνω, ισχύουν και για το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου ημερομηνίας 26/03/2008 με τη διαφοροποίηση του ποσού κατά τον τερματισμό και το ύψος του επιβαλλόμενου Euribor που ίσχυε, το οποίο ήταν ενός μηνός. Με βάση λοιπόν την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 68, προκύπτει το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού να ανέρχεται στα €174.019,01 πλέον συσσωρευμένους τόκους μέχρι τις 28/03/2012 που ήταν η τελευταία αλλαγή του ποσοστού του Euribor ύψους €4.260,42 πλέον συνολικό ποσοστό τόκου 7,129% ετησίως από 28/03/2012 μέχρι εξόφλησης με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους στον αναγκαίο βαθμό και δικαιούνται απόφαση εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 5 ως ανωτέρω αναφέρθηκε. Η ανταπαίτηση των εναγόμενων δεν μπορεί να επιτύχει και κατά συνέπεια θα πρέπει να απορριφθεί. Οι επίδικες συμφωνίες, εγγυήσεις και υποθήκη έχουν κριθεί έγκυρες. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1, 2, 3, 4 και 5 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένως για: Α. €97.074,92 πλέον συσσωρευμένους τόκους για την περίοδο από 01/01/2012 μέχρι 04/04/2012 ύψους €2.428,18, πλέον τόκο προς 11% ετησίως από 04/04/2012 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης αφαιρουμένου των πληρωμών που έγιναν μετά τον τερματισμό από το εκάστοτε υπόλοιπο, ήτοι του ποσού των €1230 στις 04/04/2012, €700 στις 05/04/2012, €3,470 στις 09/04/2012 και €119.630,52 στις 22/01/2019. Β. €30.267.00 πλέον συσσωρευμένους τόκους για την περίοδο από 01/01/2012 μέχρι 05/03/2012 ύψους €1.185,26, πλέον τόκο προς 7,667% ετησίως από 05/03/2012 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων κάθε 30/6 και 31/12 εκάστους έτους μέχρι εξόφλησης. Γ. €174.019,01 πλέον συσσωρευμένους τόκους για την περίοδο από 01/01/2012 μέχρι 28/03/2012 ύψους €4.260,42, πλέον τόκο προς 7,129% ετησίως από 28/03/2012 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων κάθε 30/6 και 31/12 εκάστους έτους μέχρι εξόφλησης, αφαιρουμένου της πληρωμής που έγινε μετά τον τερματισμό, ήτοι του ποσού των €107.977,69 στις 14/10/2020 από το υπόλοιπο κατά την ημερομηνία εκείνη. Δ. Διάταγμα εναντίον του εναγόμενου αρ. 2 εκποίησης της Υποθήκης με αρ. XXXXX/2001 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου προς ικανοποίηση της απαίτησης και των εξόδων. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα τόσο της αγωγής όσο και της ανταπαίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 5 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Noείται ότι ένα σετ εξόδων θα επιδικαστούν καθότι η αγωγή και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............ Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο