GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. SAVELE CONSTRUCTION & QUALITY SPECIALISTS LTD κ.α., Αγ. Αρ.: 2386/2013, 9/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A88 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 2386/2013 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και
- SAVELE CONSTRUCTION & QUALITY SPECIALISTS LTD
- ΧΧΧΧ (ΧΧΧΧ) ΧΧΧΧ ΣΑΒΒΑ
- ΧΧΧΧ ΣΑΒΒΑ (άλλως ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ)
- ΧΧΧΧ ΠΥΡΓΟΥ (άλλως ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ ΚΥΡΙΑΚΟΥ)
- ΧΧΧΧ ΣΑΒΒΑ
- ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ ΠΑΝΑΓΗ
- Κ. ONISIFOROU CONSTRUCTION AND DEVELOPING LIMITED. Εναγόμενων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Ειδοποίησης Ημερ. 18/11/2019 Μεταξύ: GORDIAN HOLDINGS LIMITED Εναγόντων και
- SAVELE CONSTRUCTION & QUALITY SPECIALISTS LTD
- ΧΧΧΧ (ΧΧΧΧ) ΧΧΧΧ ΣΑΒΒΑ
- ΧΧΧΧ ΣΑΒΒΑ (άλλως ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ)
- ΧΧΧΧ ΠΥΡΓΟΥ (άλλως ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ ΚΥΡΙΑΚΟΥ)
- ΧΧΧΧ ΣΑΒΒΑ
- ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ ΠΑΝΑΓΗ
- Κ. ONISIFOROU CONSTRUCTION AND DEVELOPING LIMITED. Εναγόμενων ---------------------------------------------- Ημερ.: 09/07/
- Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κα. Κ. Ανδρέου για κ.κ. ΕLIAS NEOCLEOUS & CO LLC. Για τους εναγόμενους αρ. 1 - 5: κ. Α. Δημητρίου για κ.κ. Ανδρέας Μαθηκολώνης & Σια ΔΕΠΕ. Για τον εναγόμενο αρ. 7: κ. Ν. Μάντης για κ.κ. MANTIS & ATHINODOROU LLC. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες, με την Έκθεση Απαίτησης τους, αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 5 το ποσό των €289.703,32 πλέον τόκους προς 11,75% ετησίως επί του ποσού των €288.573,19 από 12/07/2013 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους πλέον τα έξοδα. Επίσης αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων αρ. 2, 3 και 4 Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την εκποίηση των κάτωθι Υποθηκών: - Εναντίον του εναγόμενου αρ. 2 των Υποθηκών υπ' αρ. XXXXX/10 και XXXXX/11 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου και της Υποθήκης XXXXX/10 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού. - Εναντίον της εναγόμενης αρ. 3 των Υποθηκών υπ' αρ. XXXXX/09 και XXXXX/09 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου. - Εναντίον της εναγόμενης αρ. 4 της Υποθήκης υπ' αρ. XXXXX/09 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου. Επιπλέον, οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 7 Αναγνωριστικές Αποφάσεις και/ή Δηλώσεις και Διατάγματα του Δικαστηρίου δυνάμει συμφωνίας εκχωρήσεως ημερομηνίας 24/11/2008 με την οποία εκχωρήθηκαν όλα τα δικαιώματα των εναγόμενων αρ. 1 τα οποία απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 22/10/2008, το οποίο αφορούσε την αγορά τριών διαμερισμάτων, όπως περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, από τους εναγόμενους αρ. 7 (πωλητών αρ. 1) και της XXXXX Χριστοδουλίδου και XXXXX Κωνσταντίνου (πωλητών αρ.2). Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 28/11/2011, παραχώρησαν δάνειο ύψους €250.000 προς την εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία με την εγγύηση των εναγόμενων αρ. 2, 3, 4 και
- Ισχυρίζονται επίσης ότι οι εναγόμενοι αρ. 2, 3 και 4, προς περαιτέρω ασφάλεια και εγγύηση σύναψαν τις πιο πάνω αναφερόμενες Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθηκών και/ή οι εν λόγω Υποθήκες που υφίσταντο θα κάλυπταν το επίδικο δάνειο. Πέραν των πιο πάνω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη αρ. 1 τους εκχώρησε τα δικαιώματα της που απορρέουν από το ως άνω αναφερόμενο πωλητήριο έγγραφο δυνάμει της επίσης πιο πάνω αναφερόμενης συμφωνίας εκχώρησης. Λόγω της μη τήρησης των όρων της επίδικη συμφωνίας δανείου από την εναγόμενη αρ.1 και συγκεκριμένα λόγω καθυστερήσεων στην αποπληρωμή των συμφωνημένων δόσεων, οι ενάγοντες με επιστολές τους ημερομηνίας 18/12/2012 προς τους εναγόμενους 1 - 5 τερμάτισαν την εν λόγω συμφωνία και κάλεσαν όλους τους εναγόμενους να εξοφλήσουν το υπόλοιπο χωρίς να το έχουν πράξει. Οι εναγόμενοι αρ. 1, 2, 4 και 5 με την Έκθεση Υπεράσπισης τους αρνούνται γενικά όλους τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς των εναγόντων. Οι εναγόμενοι 1, 2, 4 και 5 ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η εναγόμενη αρ. 1 υπέγραψε μια αίτηση για την παραχώρηση σε αυτήν δανείου αλλά αρνούνται ότι ο εν λόγω λογαριασμός καταδείκνυε το ισχυριζόμενο υπόλοιπο πλέον τόκους και ισχυρίζονται ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι κατά πολύ μικρότερο του ζητουμένου. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες επέβαλαν και/ή χρέωσαν χωρίς την συγκατάθεση των εναγόμενων ποσά τα οποία διεκδικούν και/ή χρέωσαν αυθαίρετα και παράνομα τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά προβαίνοντας μάλιστα σε υπερχρεώσεις τόκων και/ή παράνομα υπολόγισαν τόκο επί τόκο. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι 2, 4 και 5 ισχυρίζονται ακυρότητα των επίδικων συμφωνιών και συγκεκριμένα ότι οι ενάγοντες τους εξώθησαν και/ή παρότρυναν και/ή εξανάγκασαν να υπογράψουν ως εγγυητές με σκοπό που αντιβαίνει την δημόσια πολιτική, ήτοι με σκοπό να παρέχουν τραπεζική διευκόλυνση στην εναγόμενη αρ. 1 και να την δανείσουν με όρους και με τόκο που να υπερβαίνει το υπό του Νόμου ανώτατο επιτρεπόμενο όριο επιτοκίου. Πέραν των πιο πάνω, οι εναγόμενοι αρ. 2, 4 και 5 ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες τους άφησαν να υπογράψουν την επίδικη εγγύηση που κάτω από όλες τις συνθήκες ήταν καταφανώς σε βάρος των συμφερόντων τους και παρέλειψαν να τους συμβουλεύσουν για να εξασφαλίσουν νομική συμβουλή για την προστασία των δικαιωμάτων τους. Επίσης, ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες ήταν σύμβουλοι επενδύσεων και/ή τελούσαν σε εμπιστευτική θέση έναντι των εναγόμενων 2, 4 και 5 και τους παρουσίασαν ότι δεν διέτρεχαν κανένα κίνδυνο από την υπογραφή της επίδικης εγγύησης και ότι δεν θα καθίσταντο υπεύθυνοι σε καμία περίπτωση να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό εφόσον οι ενάγοντες θα υποκαθίσταντο στα δικαιώματα των εναγόμενων αρ. 1 σε σχέση με το σχετικό πωλητήριο έγγραφο. Επιπρόσθετα, οι εναγόμενοι αρ. 2, 4 και 5 ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες παραχώρησαν το επίδικο δάνειο κατά παράβαση των εγκυκλίων και/ή οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας σε ότι αφορά τις χρηματοδοτήσεις για την αγορά ακίνητης περιουσίας και ότι οι ενάγοντες παράβηκαν το καθήκον που είχαν έναντι των εναγόμενων για να εξασκήσουν εύλογη επιμέλεια και/ή να τους συμβουλεύσουν για τους κινδύνους που διέτρεχαν με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγύησης. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι 2, 4 και 5 ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να ενεργήσουν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003, απαριθμώντας τις συγκεκριμένες τους υποχρεώσεις. Όσον αφορά τις επίδικες υποθήκες, οι εναγόμενοι παραδέχονται την σύσταση τους αλλά ισχυρίζονται ότι συνεστήθησαν προς εξασφάλιση πληρωμής ποσού που οι εναγόμενοι δεν οφείλουν και περαιτέρω ότι αυτές είναι άκυρες καθότι παραβαίνουν τον Νόμο 9/65, συγκεκριμενοποιώντας τις παραβάσεις αυτές κατά την σύσταση τους. Σε σχέση με τη συμφωνία εκχώρησης, οι εναγόμενοι αρ. 1 ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες κωλύονται να προβάλουν τις αξιώσεις τους καθότι δεν κατέχουν τα επίδικα διαμερίσματα και/ή δεν τερμάτισαν τα πωλητήρια έγγραφα. Οι εναγόμενοι 1, 2, 4 και 5 ανταπαιτούν δηλώσεις του Δικαστηρίου με τις οποίες να αναγνωρίζεται η ακυρότητα της συμφωνίας εγγύησης και των υποθηκών και Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται σε οποιαδήποτε θεραπεία από τις επίδικες και/ή παράνομες συμφωνίες. Η εναγόμενη αρ. 3 με ξεχωριστή Έκθεση Υπεράσπισης, αρνείται την αξίωση των εναγόντων και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε περιήλθε σε γνώση της οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ εναγόντων και εναγόμενης αρ. 1 και αν υπάρχει τέτοια συμφωνία, αυτή κατέστη άκυρη λόγω της επιβολής παράνομου επιτοκίου και/ή χρεώσεων και/ή ανατοκισμού. Η εναγόμενη αρ. 3 επίσης αρνείται ότι εγγυήθηκε την εναγόμενη αρ. 1 και/ή υπέγραψε οποιαδήποτε συμφωνία εγγύησης και διαζευκτικά, σε περίπτωση που αποδειχθεί τέτοια εγγύηση, αυτή είναι άκυρη καθότι οι ενάγοντες επέβαλαν και/ή χρέωσαν παράνομα ποσά και αντίθετα με το Νόμο. Ο εναγόμενος αρ. 6 δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και εκδόθηκε εναντίον του απόφαση και/ή διάταγμα για εκποίηση της Υποθήκης με αρ. XXXXX/10 Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου η οποία εξασφάλιζε το επίδικο δάνειο. Σε σχέση με τον εναγόμενο αρ. 7, εκδόθηκε εναντίον του εκ συμφώνου διάταγμα του Δικαστηρίου για εκποίηση της Υποθήκης με αρ. XXXXX/08 Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου και δηλώθηκε από το συνήγορο του ότι αποδέχεται να εκδοθούν εναντίον του Αναγνωριστικές και/ή Δηλωτικές αποφάσεις σε σχέση με το εκχωρητήριο έγγραφο ημερομηνίας 24/11/2008, μετά το πέρας της υπόθεσης εναντίον της εναγόμενης αρ. 1 και ανάλογα με την κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με αυτό. Οι ενάγοντες για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 5 , κάλεσαν ένα
(1)μάρτυρα και συγκεκριμένα τον κ. XXXXX Χωραϊτη (Μ.Ε.1). Από πλευράς εναγόμενων δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν επίσης 30 συνολικά τεκμήρια. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν χρειάζεται η επανάληψη αυτής αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο έχει διεξέλθει αυτής με πολλή προσοχή και ότι, τόσο αυτή λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην ολότητα της όσο και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Θα παραθέσω κατωτέρω συνοπτικά την μαρτυρία που προσκομίστηκε για να διαφανούν οι θέσεις των διαδίκων που προωθήθηκαν στο Δικαστήριο. O Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης (βλ. Έγγραφο Α). Σε αυτή αναφέρει ότι οι σημερινοί ενάγοντες Gordian Holdings Limited, αποτελούν εταιρεία εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων (βλ. τεκμήριο 5) και τα δικαιώματα από τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις μεταφέρθηκαν και/ή εκχωρήθηκαν σε αυτούς από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ δυνάμει διατάγματος του Ε.Δ. Λευκωσίας στην Αίτ. Αρ. 372/2009 ημερομηνίας 23/05/2009, το οποίο επικύρωσε το Σχέδιο Διακανονισμού (βλ. τεκμήριο 1). Επίσης, ανάφερε ότι η ενάγουσα εξαγόρασε τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις από την Τράπεζα δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 18 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 Ν. 169(Ι)/2015, ακολουθώντας τις εν λόγω πρόνοιες (βλ. τεκμήρια 3 και 4). Ακολουθήθηκε, ανάφερε περαιτέρω, η νενομισμένη διαδικασία και η ενάγουσα υποκατέστησε την Τράπεζα στην παρούσα αγωγή. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας είπε ότι ο ίδιος είναι υπάλληλος λειτουργός στις υπηρεσίες των εναγόντων ενώ προηγουμένως ήταν λειτουργός υπάλληλος στις υπηρεσίες της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης λόγω της θέσης του, τόσο στους ενάγοντες όσο και στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και από την μελέτη του συνόλου του αρχείου που τηρείται και το οποίο έχει στην κατοχή του. Είναι επίσης εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να παρέχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ο μάρτυρας ανάφερε ότι η Τράπεζα στις 28/11/2011, κατόπιν συμφωνίας με την εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία, συμφώνησε να χορηγήσει στην τελευταία δάνειο τακτής προθεσμίας ύψους €250,000 με ενσωματωμένη την εγγύηση των εναγόμενων αρ. 2, 3, 4 και 5 (βλ. τεκμήριο 8). Επίσης, ο μάρτυρας ανάφερε ότι το ρηθέν δάνειο θα εξασφαλιζόταν με την Υποθήκη XXXXX/11 που παραχωρήθηκε από τον εναγόμενο αρ. 2 (βλ. τεκμήριο 18) και όλες τις εξασφαλίσεις που υφίσταντο κατά το χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας και αναφέρονται στην κοινοποίηση της απόφασης / έγκρισης της διευκόλυνσης ημερομηνίας 14/11/2011 (βλ. τεκμήριο 6) και, μεταξύ άλλων, με τις υποθήκες του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου με αριθμό XXXXX/08, ημερομηνίας 27/11/2008 που παραχωρήθηκε από τους εναγόμενους αρ. 7 (βλ. τεκμήριο 11), XXXXX/09 ημερομηνίας 14/05/2009 και XXXXX/09 ημερομηνίας 21/08/2009, που παραχωρήθηκαν από την εναγόμενη αρ. 3 (βλ. τεκμήρια 13 και 14), XXXXX/09 ημερομηνίας 01/12/2009 που παραχωρήθηκε από την εναγόμενη αρ. 4 (βλ. τεκμήριο 15), XXXXX/10 ημερομηνίας 17/06/2010 που παραχωρήθηκε από τον εναγόμενο αρ. 2 (βλ. τεκμήριο 16) και με την Υποθήκη του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού XXXXX/10, ημερομηνίας 17/06/2010 που παραχώρησε επίσης ο εναγόμενος αρ. 2 (βλ. τεκμήριο 17). Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι το ρηθέν δάνειο εξασφαλιζόταν με την συμφωνία εκχώρησης των δικαιωμάτων των εναγόμενων αρ. 1 ημερομηνίας 24/11/2008 (βλ. τεκμήριο 19) που απορρέουν από το Πωλητήριο Συμβόλαιο ημερομηνίας 22/10/2008 (βλ. τεκμήριο 20) και με την κυμαινόμενη επιβάρυνση (floating charge) ημερομηνίας 19/06/2008 επί του ενεργητικού των εναγόμενων αρ. 1 για €10,000 (βλ. τεκμήριο 23). Ο μάρτυρας αναφέρθηκε λεπτομερώς στους ουσιώδεις όρους των πιο πάνω συμφωνιών και υποθηκών και επίσης κατάθεσε στο Δικαστήριο Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό δανείου (βλ. τεκμήριο 10). Ανάφερε επίσης ότι οι ενάγοντες βασιζόμενοι στις πιο πάνω συμφωνίες, εγγυήσεις, εξασφαλίσεις και δηλώσεις και παραστάσεις των εναγόμενων, χορήγησαν το επίδικο δάνειο στους εναγόμενους αρ.
- Λόγω παράβασης των όρων της συμφωνίας δανείου όμως και συγκεκριμένα λόγω μη πληρωμής των οφειλόμενων δόσεων, οι ενάγοντες απέστειλαν προς όλους τους εναγόμενους επιστολή ημερομηνίας 25/10/2012 (βλ. τεκμήριο 25) με την οποία τους καλούσαν όπως εντός 21 ημερών διευθετήσουν τις καθυστερημένες δόσεις χωρίς όμως να το έχουν πράξει. Αποτέλεσμα τούτου, ήταν οι ενάγοντες να προχωρήσουν με τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας με την αποστολή προς τους εναγόμενους της επιστολής ημερομηνίας 18/12/2012 (βλ. τεκμήριο 26) και να καταστήσουν απαιτητό κάθε οφειλόμενο υπόλοιπο. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας για σκοπούς απόδειξης του υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού δανείου, κατάθεσε στο Δικαστήριο αναλυτικές καταστάσεις μαζί με Πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 (βλ. τεκμήριο 28). Ο μάρτυρας επίσης ανάφερε ότι βασιζόμενος στις πιο πάνω καταστάσεις λογαριασμού, ετοίμασε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 29) από την ημερομηνία της πρώτης ανάληψης στις 28/11/2011 μέχρι και τις 30/06/2020 και έχει αφαιρέσει οποιεσδήποτε χρεώσεις και έξοδα τα οποία οι ενάγοντες δεν αξιώνουν. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι στις εν λόγω αναδομημένες καταστάσεις δεν χρεώνεται τόκος υπερημερίας και περιορίζεται η αξίωση τόκου σε συνολικό ποσοστό 8,75% μέχρι τον τερματισμό και 8,71% από τις 30/06/2020 και μετά αντί 11,750% που αξιώνεται με την αγωγή. Κατάθεσε επίσης στο Δικαστήριο αντίγραφο καταλόγου με τα Επιτόκια Αναφοράς σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου (βλ. τεκμήριο 30). Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας είπε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρόντας κατά την παραχώρηση του επίδικου δανείου. Aνάφερε όμως ότι ο διευθυντής της εναγόμενης αρ. 1 ήταν ο εναγόμενος αρ. 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο ενώ η εναγόμενη αρ. 5 ήταν η γραμματέας. Οι εναγόμενες αρ. 3 και 4 δεν ήταν αξιωματούχοι της εναγόμενης αρ.
- Σε ερώτηση κατά πόσο παραδόθηκε οποιοδήποτε έγγραφο προς τις εναγόμενες αρ. 3 και 4 που να τις ενημερώνει για το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας, τεκμήριο 8, ο μάρτυρας είπε μόνο ότι αυτές υπέγραψαν ως εγγυήτριες. Ο μάρτυρας είπε ότι η μεταφορά του τραπεζικού βιβλίου της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ προς την σημερινή ενάγουσα έγινε ηλεκτρονικά από τις τεχνικές υπηρεσίες των δύο εταιρειών και ο ίδιος δεν έλαβε μέρος σε αυτή τη διαδικασία. Είπε επίσης ότι μια πράξη που καταχωρείται στο τραπεζικό βιβλίο δεν μπορεί να σβηστεί. Διαφώνησε με τη θέση ότι οι καταστάσεις λογαριασμού και οι αναδομημένες καταστάσεις είναι λανθασμένες. Ανάφερε επίσης ότι ο ίδιος δεν είχε τον έλεγχο ή την παρακολούθηση του επίδικου λογαριασμού όταν βρισκόταν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και ούτε γνωρίζει ή έλαβε μέρος σε τυχόν ταχυδρόμηση των καταστάσεων λογαριασμού προς την εναγόμενη αρ.
- Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας διαφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε ότι οι επίδικες υποθήκες ουδέποτε μεταβιβάστηκαν στην ενάγουσα με βάση τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου. Αμφισβητήθηκε επίσης η νομιμότητα των επίδικων υποθηκών καθότι περιλαμβάνουν πρόνοια για καταβολή τραπεζικών δικαιωμάτων, προμηθείων, δικηγορικών, δικαστικών και άλλων εξόδων και δαπανών, τα οποία ο μάρτυρας δεν μπορούσε να καθορίσει. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή τον μοναδικό μάρτυρα που κατάθεσε στην παρούσα υπόθεση κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία του, έχοντας υπόψη τις αρχές της νομολογίας (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1A A.A.Δ. 454, Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R.212,216, Agapiou v.Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257, 263, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 και Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). O Μ.Ε.1 κρίνω ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και να παρουσιάσει τα γεγονότα τα οποία ήταν σε γνώση τoυ και όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του ένεκα της θέσης και ιδιότητας του, αρχικά στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και στη συνέχεια στους ενάγοντες. Δεν έχω διαπιστώσει οτιδήποτε το μεμπτό στη μαρτυρία του και η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί σε κανένα σημείο κατά την αντεξέταση του. Η μαρτυρία του επίσης υποστηρίζεται από τα έγγραφα που κατάθεσε στο Δικαστήριο, η υπογραφή των οποίων δεν έτυχε αμφισβήτησης σε κανένα στάδιο κατά την αντεξέταση του. Aντιθέτως, ο συνήγορος των εναγόμενων δήλωσε στο Δικαστήριο, τουλάχιστον σε σχέση με την επίδικη εγγύηση, ότι δεν αμφισβητεί την υπογραφή της από τους εναγόμενους αλλά την εγκυρότητα της. Σημειώνεται περαιτέρω ότι ουδέποτε τέθηκε ρητώς στο μάρτυρα ότι όλες οι επίδικες συμφωνίες δεν υπογράφηκαν από τους εναγόμενους ή προωθήθηκε τέτοια θέση κατά την αντεξέταση του. Όσον αφορά το ζήτημα της παράδοσης σχετικού εγγράφου προς τις εναγόμενες αρ. 3 και 4 με το οποίο να εξηγούνταν οι λεπτομέρειες της πιστωτικής διευκόλυνσης προς την εναγόμενη αρ. 1, δεν έχει προκύψει να έγινε τέτοια παράδοση από τη μαρτυρία του μάρτυρα. Ο μάρτυρας, πέραν της αναφοράς του ότι οι εναγόμενες αρ. 3 και 4 υπέγραψαν ως εγγυήτριες, απέφυγε να απαντήσει ρητώς ή να παρουσιάσει ένα τέτοιο έγγραφο, κάτι το οποίο λαμβάνω υπόψη μου και θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την κατάληξη μου για τυχόν συνέπειες ή επίδραση που αυτό μπορεί να έχει στην εγκυρότητα της εν λόγω εγγύησης. Πέραν των πιο πάνω, αμφισβήτησης δεν έτυχε ούτε η συνομολόγηση των επίδικων υποθηκών. Εκείνο το οποίο αμφισβητήθηκε είναι το δικαίωμα των εναγόντων να αξιώνουν την εκποίηση τους και η νομιμότητα και εγκυρότητα τους, τα οποία όμως αποτελούν νομικά ζητήματα και θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την κατάληξη μου. Αποδέχομαι επίσης την συνομολόγηση της συμφωνίας εκχώρησης τεκμήριο 19, αφού αυτή δεν έτυχε αμφισβήτησης. Ομοίως αποδέχομαι τη θέση του μάρτυρα ότι η εναγόμενη αρ. 1 σταμάτησε να καταβάλλει τις μηνιαίες συμφωνηθείσες δόσεις και ότι η Τράπεζα απέστειλε τις επιστολές ημερομηνίας 25/10/2012 και ακολούθως τις επιστολές ημερομηνίας 18/12/2012 με τις οποίες τερμάτισε την επίδικη συμφωνία και κατέστησε απαιτητό το υπόλοιπο του λογαριασμού από όλους τους εναγόμενους. Δεν έτυχαν αμφισβήτησης όλα τα πιο πάνω και κρίνω ότι μπορώ να τα αποδεχθώ. Τέλος και σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμού, δεν υποδείχθηκε οποιαδήποτε ενδεχόμενη λανθασμένη καταχώριση προς το μάρτυρα. Εκείνο που προκύπτει είναι ότι αμφισβητήθηκε η ορθότητα του υπολοίπου τόσο του τεκμηρίου 28, που είναι οι αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού όσο και του τεκμήριο 29, που είναι οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού κατά γενικό τρόπο. Αποδέχομαι όμως όλες τις θέσεις που ο μάρτυρας αυτός ανάφερε στο Δικαστήριο αναφορικά με τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού καθώς και τον τρόπο μεταφοράς τους στους σημερινούς ενάγοντες από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Σε σχέση με την βαρύτητα που θα προσδώσω στις εν λόγω καταστάσεις και κατά πόσο με αυτές αποδεικνύεται η αξίωση της ενάγουσας, θα αναφερθώ κατωτέρω στην κατάληξη μου. Σημειώνεται επίσης ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν πλήρως επεξηγηματικός του τρόπου που ετοίμασε τις αναδομημένες καταστάσεις τεκμήριο 29 καθώς και του περιεχομένου τους και του τόκου που χρεώνεται ο εν λόγω λογαριασμός. Άλλωστε τα όσα ανάφερε περί τούτων δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και όλα τα έγγραφα που κατάθεσε στο Δικαστήριο και την αποδέχομαι στην ολότητα της με τις πιο πάνω επισημάνσεις και επιφυλάξεις για τα ζητήματα στα οποία έτυχε αντεξέτασης. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και προκύπτει να αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων, τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης είναι ως η μαρτυρία που προσκομίστηκε από τον μοναδικό μάρτυρα των εναγόντων, προφορική και έγγραφη. Δεν χρειάζεται η επανάληψη και λεπτομερής καταγραφή τους. Θα αναφερθώ σε αυτά κατωτέρω κατά την κατάληξη μου και όπου χρειάζεται για την επίλυση των επίδικων ζητημάτων που εγείρονται και προωθήθηκαν από την υπεράσπιση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Kατ' αρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση έχει παραχωρηθεί από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (από τώρα και στο εξής θα αναφέρεται ως «η Τράπεζα»), η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο διεξήγαγε και διεξάγει τραπεζικές εργασίας με σχετική άδεια, κάτι το οποίο προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου και δεν τυγχάνει αμφισβήτησης από τους εναγόμενους. Η εναγόμενη αρ. 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την εκτέλεση κατασκευαστικών έργων ειδικής φύσης. Ο εναγόμενος αρ. 2, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι διευθυντής της εναγόμενης αρ. 1 και η εναγόμενη αρ. 5, η γραμματέας. Οι εναγόμενες αρ. 3 και 4, κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν αξιωματούχοι της εναγόμενης αρ. 1. Στις περιπτώσεις κατ' ισχυρισμό τραπεζικού χρέους, τα βασικά γεγονότα τα οποία χρήζουν απόδειξης ώστε να επιτύχει η αξίωση, είναι: α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ., μαζί με τους όρους της, β) Η παράβαση όρου της σύμβασης, και γ) ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829). Προτού προχωρήσω όμως να αποφασίσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα πιο πάνω βασικά γεγονότα και να εξετάσω τις εισηγήσεις της υπεράσπισης επί της ουσίας της υπόθεσης, κρίνω ορθό να ξεκινήσω από την εξέταση της υπόστασης της ενάγουσας στην παρούσα υπόθεση και το δικαίωμα της να αξιώνει τις θεραπείες της αγωγής. Ο συνήγορος των εναγόμενων κατά την αγόρευση του αναφέρει ότι η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει ότι δικαιούται να προωθεί την παρούσα διαδικασία και ότι όντως απέκτησε δικαιώματα επί των επίδικων συμβάσεων. Όφειλαν επίσης οι ενάγοντες, συνεχίζει, να είχαν προβεί σε τροποποίηση της αγωγής δυνάμει των προνοιών της Δ.12, Θ.4 και η καταχώρηση στο φάκελο σχετικής ειδοποίησης δεν είναι αρκετή για να αποκτήσει δικαιώματα επί της απαίτησης στην αγωγή και να υποκαταστήσει την Τράπεζα. Έχει προκύψει ότι η ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη εταιρεία με άδεια λειτουργίας ως εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 5 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015, Ν. 169(Ι)/15 (βλ. τεκμήριο 3). Με βάση την ενώπιον μου αναντίλεκτη μαρτυρία, προκύπτει επίσης ότι στο Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και της Gordian Holdings Limited, ενάγουσας, το οποίο επικυρώθηκε με το διάταγμα του Δικαστηρίου στην Αίτηση Αρ. 372/2019 Ε.Δ. Λευκωσίας ημερομηνίας 23/05/2019 (βλ. τεκμήριο 25) περιλαμβάνονται και οι επίδικες συμφωνίες, ζήτημα που δεν έτυχε ούτε και αμφισβήτησης. Επομένως και σύμφωνα με το Άρθρο 18
(3)(α) και (β) του Νόμου 169(Ι)/2015, η ενάγουσα υποκατέστησε την Τράπεζα ως προς όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της δυνάμει των επίδικων συμφωνιών και εξασφαλίσεων. Σημειώνεται ότι η επικύρωση του εν λόγω Σχεδίου Διακανονισμού προϋποθέτει ότι νόμιμα η ενάγουσα απέκτησε τα εν λόγω δικαιώματα και αφού ακολουθήθηκε η νενομισμένη διαδικασία με βάση το Νόμο (βλ. Άρθρο 18
(1)(α) και (β)). Εκ του περισσού αναφέρεται ότι ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν κατατεθεί οι σχετικές επιστολές που έπρεπε να αποσταλούν με βάση το Νόμο πριν από την πώληση και εξαγορά του επίδικου δανείου και των εξασφαλίσεων (βλ. τεκμήριο 3) καθώς επίσης και σχετική επιστολή ενημέρωσης μετά την εν λόγω πώληση και εξαγορά από την ενάγουσα συμφώνως του Άρθρου 19 του Νόμου (βλ. τεκμήριο 4). Αμφισβητείται επίσης από τους εναγόμενους η διαδικασία αντικατάστασης της Τράπεζας από την ενάγουσα που έγινε στο Δικαστήριο. Στο φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχει η ειδοποίηση ημερομηνίας 18/11/2019 με την οποία ειδοποιείται ο Πρωτοκολλητής του Δικαστηρίου για την μεταβίβαση και υποκατάσταση της Τράπεζας από την ενάγουσα, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 18
(4)του Νόμου καθώς επίσης και δυνάμει των προνοιών του Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε από το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/05/2019. Το Άρθρο 18
(4)του Νόμου, έχει ως ακολούθως: «
(4)Οποιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιασδήποτε αγωγής, διαιτησίας, διαδικασίας εκποίησης ακινήτων ή άλλης διαδικασίας, και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση που κατά το χρόνο μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που μεταβιβάζονται δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία κατά το χρόνο της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων: Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή επαρχιακού κτηματολογίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσης διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος:» Είναι ξεκάθαρο από το λεκτικό του πιο πάνω Άρθρου, ότι ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε Νόμου, ο τρόπος με τον οποίο θα γινόταν η εν λόγω υποκατάσταση είναι με την απλή καταχώρηση της ειδοποίησης χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διαδικασία ή τροποποίηση. Ως είναι γνωστό επίσης ο Νόμος έχει αυξημένη ισχύ έναντι διαδικαστικών κανονισμών και συγκεκριμένα των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Παρά τις αναφορές του συνηγόρου στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών, εντούτοις δεν εγείρει ζήτημα συνταγματικότητας του Νόμου. Επιπρόσθετα, η εισήγηση αυτή παραγνωρίζει το διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο επικυρώθηκε το Σχέδιο Διακανονισμού. Αυτό διάτασσε, μεταξύ άλλων, όπως η μεταβίβαση, υποκατάσταση και συνέχιση οποιαδήποτε διαδικασίας να γίνεται με την σχετική γραπτή ειδοποίηση χωρίς περαιτέρω έγκριση του Δικαστηρίου. Το εν λόγω διάταγμα είναι δεσμευτικό για το Δικαστήριο και δεν έχει εξουσία αναθεώρησης ή διαφοροποίησης του στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, όπως ο συνήγορος των εναγόμενων, στην ουσία, εισηγείται στην αγόρευση του (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των Λοϊζίδη κ.α. v. Περατικού, Πολ. ECLI:CY:AD:2019:D149, Αίτηση Αρ. 32/19, ημερ. 17/04/2019). Το γεγονός επίσης ότι η σχετική ειδοποίηση στο Δικαστήριο υπογράφεται από τους συνηγόρους των εναγόντων, κρίνω ότι δεν συνιστά παρέκκλιση από το Νόμο και το σχετικό διάταγμα, αναφορικά με τον τρόπο που έπρεπε να γίνει η υποκατάσταση και/ή αντικατάσταση των εναγόντων. Οι συνήγοροι που υπογράφουν την εν λόγω ειδοποίηση είναι οι ίδιοι οι συνήγοροι που εκπροσωπούσαν την Τράπεζα - εκχωρητή- μέχρι το σημείο εκείνο και οι ίδιοι που συνέχισαν να εκπροσωπούν τους σημερινούς ενάγοντες. Δεν μπορεί να γίνεται λόγος ότι η ειδοποίηση δεν έχει καταχωρηθεί από τον εκχωρητή διότι, κατ' ουσία, αυτή υπογράφεται από τους δικηγόρους του και όχι από τον ίδιο. Ο Νόμος και το σχετικό διάταγμα δεν επιβάλλει τέτοια υποχρέωση. Επομένως, καταλήγω ότι η ενάγουσα νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα διαδικασία και νόμιμα και νομότυπα υποκατέστησε την Τράπεζα στην παρούσα αγωγή με την καταχώρηση της σχετικής ειδοποίησης. Θα προχωρήσω κατωτέρω να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα πιο πάνω βασικά γεγονότα, έχοντας όμως κατά νου τα όσα έχουν προβληθεί από την υπεράσπιση κατά τη δίκη και τα όσα προωθούν με την αγόρευση του συνηγόρου τους. Με αυτή ουσιαστικά οι εναγόμενοι επικεντρώνονται στην ακυρότητα της συμφωνίας εγγύησης καθότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 5 του Νόμου 197
(1)/2003, στην ακυρότητα των υποθηκών καθότι παραβιάζουν τις πρόνοιες της Νομοθεσίας και συγκεκριμένα του Άρθρου 21
(1)(γ) του Νόμου 9/65 και στη μη απόδειξη του αξιούμενου υπολοίπου. Οι εναγόμενοι επίσης ισχυρίζονται ότι δεν έγινε η μεταβίβαση των υποθηκών νόμιμα και νομότυπα στο όνομα τους και κατ' επέκταση δεν έχουν δικαίωμα να αξιώνουν διατάγματα εκποίησης τους. Επίδικη Συμφωνία Δανείου: Με βάση την αξιόπιστη ενώπιον μου μαρτυρία, έχει αποδεχθεί η ορθή εκτέλεση της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 28/11/2011, μεταξύ της Τράπεζας και της εναγόμενης αρ. 1 (βλ. τεκμήριο 8). Αυτή υπογράφεται τόσο από την Τράπεζα όσο και από την εναγόμενη αρ. 1 - φέρει την σφραγίδα της και την υπογραφή του διευθυντή της, εναγόμενου αρ. 2 κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης (βλ. τεκμήριο 7). Όλα τα πιο πάνω δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε επίσης ρητά στη μαρτυρία του ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 υπέγραψαν τη εν λόγω συμφωνία και παρουσίασε την εν λόγω συμφωνία στο Δικαστήριο την οποία είχε στην κατοχή του, υπό την ιδιότητα που εξήγησε στο Δικαστήριο. Κατά την αντεξέταση του, πέραν από τη θέση κατά πόσο ο ίδιος ήταν παρόντας κατά τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας και κατά πόσο γνώριζε τί διαμείφθηκε κατά τη συνομολόγηση της, ουδέποτε αμφισβητήθηκε η θέση του ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 υπέγραψαν την επίδικη συμφωνία δανείου. Στην παρούσα υπόθεση υπάρχει ρητή θέση του μάρτυρα αυτού περί υπογραφής της επίδικης συμφωνίας από τους εναγόμενους αρ. 1, είχε στην κατοχή του την επίδικη συμφωνία λόγω της ιδιότητας του, την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο χωρίς σε οποιοδήποτε στάδιο να αμφισβητηθεί, τόσο το περιεχόμενο της όσο και η ορθή εκτέλεση και υπογραφή της από την εναγόμενη αρ. 1. Τούτο διαφοροποιεί τα γεγονότα της παρούσας από εκείνα της απόφασης στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. 1. Γιαννάκη Ανδρέα Σαλούμη κ.α.
(2006)1 Β Α.Α.Δ.
- Σε εκείνη την υπόθεση πέραν της άρνησης των ισχυρισμών των εναγόντων στο δικόγραφο τους, κατά την αντεξέταση της μάρτυρος για τους ενάγοντες αμφισβητήθηκε ρητά το περιεχόμενο των εγγράφων αλλά και η εμπλοκή των εφεσίβλητων σ' αυτά. Στην
- Μ.Α. GOODVALUE SUPPLIERS LTD κ.α. v. BARCLAYS BANK PLC
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1038 επίσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν απαιτείται βέβαια όπως ο μάρτυρας ήταν παρών στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων. Κατάθεσε υπό την ιδιότητα του ως εργοδοτούμενου των εφεσιβλήτων κατά τον ουσιώδη χρόνο και ως το πρόσωπο που είχε στην κατοχή του τα συγκεκριμένα έγγραφα. Προς κατάθεση έγγραφης συμφωνίας δεν απαιτείται η παρουσία του μάρτυρα στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της. Η αποδοχή εγγράφου ως μαρτυρίας προϋποθέτει την κατάθεση του για απόδειξη του περιεχομένου του, ενώ στοιχείο με την κατάθεση του αποτελεί και η ορθή εκτέλεση του. Στην παρούσα υπόθεση, ούτε το ένα αμφισβητήθηκε, ούτε και το άλλο.» Ούτε η απόφαση στην Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. ΕΤ Αutospares Enterprises Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 843, την οποία ο συνήγορος των εναγόμενων επικαλείται έχει εφαρμογή στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Εκεί το επίδικο ζήτημα ήταν η υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς και υπήρχε ισχυρισμός για πλαστογραφία. Κατατέθηκε μόνο η συμφωνία ενοικιαγοράς χωρίς την παρουσίαση οποιαδήποτε θετικής μαρτυρίας για την υπογραφή της. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί η υπογραφή και η ορθή εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας δανείου. Με βάση τους όρους λοιπόν του τεκμηρίου 8, μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε η παραχώρηση δανείου στην εναγόμενη αρ. 1 ύψους €250.000,00 το οποίο, εκτός αν η Τράπεζα ζητούσε την άμεση εξόφληση του, θα αποπληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις εκ €3.646,69 η καθεμιά. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα στις 19/12/2011 και οι υπόλοιπες την ίδια ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι τελικής εξόφλησης την 19/11/
- Το δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το Βασικό Επιτόκιο Επιχειρήσεων της Τράπεζας, προσαυξημένο κατά 4,000%. Κατά τη σύναψη της συμφωνίας το συνολικό επιτόκιο ανερχόταν σε 8,750%. Όλες οι χρεώσεις δυνάμει της συμφωνίας (συμπεριλαμβανομένου του τόκου) δύναται να κεφαλαιοποιούνται, αν δεν πληρωθούν. Η Τράπεζα άνοιξε το λογαριασμό δανείου με αρ. 357002936653 και παραχώρησε στην εναγόμενη αρ. 1 το πιο πάνω ποσό του δανείου. Δεν προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου οποιοδήποτε ζήτημα το οποίο να συνιστά ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας ή συναλλαγής καθώς και των όρων αυτής. Ούτε προωθήθηκε τέτοια θέση κατά τη δίκη ή με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από τους εναγόμενους αρ.
- Επίδικη Εγγύηση: Έχει περαιτέρω προκύψει ότι την πιο πάνω πιστωτική διευκόλυνση, εγγυήθηκαν προσωπικά οι εναγόμενοι αρ. 2 - 5 με την υπογραφή εγγυητήριου εγγράφου, το οποίο βρίσκεται ενσωματωμένο στην συμφωνία για την παραχώρηση του επίδικου δανείου (βλ. τεκμήριο 8). Ουδέποτε έτυχε αμφισβήτησης η υπογραφή της εν λόγω εγγύησης κατά τη δίκη και η ορθή εκτέλεση της. Αντιθέτως δηλώθηκε από το συνήγορο των εναγόμενων ότι εκείνο το οποίο αμφισβητείται είναι η εγκυρότητα της, ζήτημα στο οποίο θα αναφερθώ κατωτέρω. Στο τεκμήριο 8 συμφωνείται ρητά ότι η ευθύνη των εγγυητών θα ήταν για το συνολικό ποσό του δανείου πλέον τόκους, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα μέχρι τελείας εξόφλησης. Οι εναγόμενοι αρ. 2, 4 και 5 εκείνο το οποίο στην ουσία προβάλλουν με την Έκθεση Υπεράσπισης τους είναι την ακυρότητα της επίδικης εγγύησης για τους λόγους που παραθέτουν και μάλιστα ανταπαιτούν την ακύρωση της. Δεν έχει προκύψει όμως οποιοδήποτε εύρημα του Δικαστηρίου ή τέτοια γεγονότα τα οποία να υποστηρίζουν τα όσα οι εναγόμενοι αρ. 2, 4 και 5 επικαλούνται στην Έκθεση Υπεράσπισης τους, παράγραφο 9, περί ακυρότητας της συμφωνίας εγγύησης. Οι εναγόμενοι αρ. 2, 4 και 5 δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν, ούτε υποστήριξαν τους εν λόγω ισχυρισμούς τους με οποιαδήποτε μαρτυρία. Το μόνο το οποίο προώθησαν από τις δικογραφημένες τους θέσεις περί ακυρότητας της επίδικης συμφωνίας εγγύησης είναι τη θέση ότι οι ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τις πρόνοιες του Άρθρου 5 του Νόμου 197
(1)/
- Επίσης, επικαλούνται τις πρόνοιες του Άρθρου 91 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 για να στηρίξουν την ακυρότητα της εν λόγω εγγύησης. Δεν έχει προκύψει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 κατά πόσο παραδόθηκε στους εναγόμενους αρ. 3, 4 και 5 οποιαδήποτε επιστολή με τις λεπτομέρειες του δανείου και την οικονομική κατάσταση των εναγόμενων αρ.
- Ούτε του υποβλήθηκε ρητώς η θέση ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε. Σε κάθε περίπτωση όμως ακόμη και να θεωρηθεί ότι τέτοια επιστολή δεν τους παραδόθηκε, παρατηρούνται τα εξής: Κατ' αρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο Νόμος 197
(1)/2003 δεν καλύπτει την περίπτωση του εναγόμενου αρ. 2. Αυτός κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο διοικητικός σύμβουλος της εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας και πρωτοφειλέτριας (βλ. επιφύλαξη του Άρθρου 3
(1)του Νόμου). Εφαρμόζεται όμως στην περίπτωση των εναγόμενων αρ. 3, 4 και 5 και είναι για αυτούς που ο συνήγορος των εναγόμενων ισχυρίζεται ακυρότητα της επίδικης εγγύησης. Σημειώνεται όμως ότι η εναγόμενη αρ. 3 καταχώρησε ξεχωριστή υπεράσπιση και δεν δικογραφεί τέτοιους ισχυρισμούς γι αυτό δεν μπορεί να εξεταστεί το ζήτημα αυτό σε σχέση με αυτήν. Το Άρθρο 5 του Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003, Ν. 197
(1)/2003, έχει ως ακολούθως: «5. Προτού ο προτιθέµενος εγγυητής υπογράψει σύµβαση εγγύησης σε σχέση µε την παραχώρηση δανείου για ποσό πέραν των πέντε χιλιάδων λιρών, ο προτιθέµενος πιστωτής παραδίδει ή διευθετεί την παράδοση στον προτιθέµενο εγγυητή ή σε πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του — (α) Επιστολή στην οποία αποκαλύπτονται και καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά µε την παροχή της εγγύησης: (
- i)To ποσό του δανείου που παραχωρείται δυνάµει της συµφωνίας δανείου, τα επιτόκια και οποιαδήποτε άλλη ρύθµιση σε σχέση µε τον τόκο και ο τρόπος και χρόνος αποπληρωµής της συνολικής οφειλής από τον πρωτοφειλέτη, (
- ii)το ποσό εκάστης δόσης αποπληρωµής σε περίπτωση αποπληρωµής του δανείου τµηµατικώς και η ηµεροµηνία ή η προθεσµία εντός της οποίας αυτή καθίσταται πληρωτέα δυνάµει της συµφωνίας δανείου, (iii) το ποσοστό του τόκου που χρεώνεται δυνάµει της συµφωνίας δανείου σε περίπτωση υπερηµερίας του πρωτοφειλέτη στην αποληρωµή του δανείου ή των δόσεων αποπληρωµής ή αθέτισης της υπόσχεσης ή υποχρέωσης του να το αποπληρώσει κατά τα διαλαµβανόµενα στην εν λόγω συµφωνία, (
- iv)σε περίπτωση ύπαρξης συνεγγυητών, τα ονόµατα τους και κατά πόσο ο εγγυητής και έκαστος των συνεγγυητών του κεχωρισµένως, θα παρέχει την εγγύηση του στον πιστωτή σε σχέση µε ολόκληρο το ποσό που αποτελεί υπόσχεση ή υποχρέωση του πρωτοφειλέτη να καταβάλει στον πιστωτή δυνάµει της συµφωνίας δανείου ή κατά πόσο ο εγγυητής θα παρέχει στον πιστωτή την εγγύηση του µόνο για καθορισµένο µέρος του εν λόγω ποσού. (β) Γραπτή δήλωση του προτιθέµενου πρωτοφειλέτη σχετικά µε όλα τα περιουσιακά στοιχεία του προτιθέµενου πρωτοφειλέτη, περιλαµβανοµένων των λεπτοµερειών τυχόν επιβαρύνσεων της περιουσίας του που θα ισχύουν µε τη σύναψη της συµφωνίας δανείου.» Ο συνήγορος των εναγόμενων αρ. 4 και 5 υποστηρίζει με την αγόρευση του ότι η παράβαση αυτή των νομοθετικών προνοιών από την Τράπεζα συνιστά ακυρότητα της επίδικης εγγύησης. Είχε υποχρέωση, αναφέρει, η Τράπεζα να συμμορφωθεί με αυτές και επεκτείνει το όλο ζήτημα συνδέοντας το με παράβαση νομοθετικού καθήκοντος το οποίο ενεργοποιεί δικαίωμα έγερσης αγωγής, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Τούτο το έχουν πράξει οι εναγόμενοι ισχυρίζεται με την καταχώρηση Ανταπαίτησης με την οποία ζητείται η ακύρωση της εγγύησης. Εξετάζοντας τις πρόνοιες του εν λόγω Άρθρου αλλά και όλο το Νόμο εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι, αυτός, σκοπό είχε να παράσχει στην συγκεκριμένη κατηγορία εγγυητών προστασία, τόσο πριν την υπογραφή μιας εγγύησης όσο και μετά κατά την εκτέλεση της (βλ. Άρθρα 9 και 10 του Νόμου). Σε σχέση με τις πρόνοιες του Άρθρου 5, εκείνο το οποίο προνοείται και ρυθμίζεται είναι η διαδικασία πριν την υπογραφή της εγγύησης από συγκεκριμένη κατηγορία εγγυητών που καλύπτει ο Νόμος και προνοεί ότι ο πιστωτής παραδίδει επιστολή με τις ως άνω προβλεπόμενες λεπτομέρειες προς τον εγγυητή. Τούτη η πληροφόρηση για τις λεπτομέρειες της πιστωτικής διευκόλυνσης που το φυσικό πρόσωπο θα παράσχει εγγύηση και για την περιουσιακή κατάσταση του πρωτοφειλέτη, σκοπό έχει στο να παράσχει προστασία στον εγγυητή και συγκεκριμένα στο να ενημερωθεί για κάθε λεπτομέρεια που αφορά την πιστωτική διευκόλυνση που θα παρασχεθεί και την οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη, έτσι ώστε, αφού έχει αυτή την ολοκληρωμένη εικόνα να μπορεί να αποφασίσει ελεύθερα κατά πόσο θα προχωρήσει με την παροχή της εγγύησης και την εν τέλει υπογραφή σχετικής σύμβασης. Αυτός, θεωρώ, είναι ο σκοπός και το πνεύμα της πιο πάνω νομοθεσίας και ζητήματα ακυρότητας της εγγύησης λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του Άρθρου 5, δεν μπορεί να είναι ασύνδετα με τις πρόνοιες του Περί Συμβάσεων Νόμου και των αρχών του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας. Το Άρθρο 5 αλλά και οι υπόλοιπες πρόνοιες της εν λόγω Νομοθεσίας δεν προνοούν ότι μη τήρηση των προνοιών του θα συνιστά αυτόματα και ακύρωση της εγγύησης. Δηλαδή, πουθενά στο Νόμο αναφέρεται ότι η παράλειψη τήρησης της εν λόγω υποχρέωσης από τον πιστωτή, θα καθιστά την εγγύηση ως άκυρη εξ' υπαρχής (void ab initio). Στις περιπτώσεις που ο εν λόγω Νόμος ήθελε να θεσμοθετήσει συνέπειες από τη μη συμμόρφωση του και δη ακυρότητα της εγγύησης, το έπραξε ρητώς, τηρουμένου όμως των προνοιών του Περί Συμβάσεων Νόμου. Παραπέμπω στις πρόνοιες του Άρθρου 12
(3)του Νόμου το οποίο ρητά αναφέρει: «Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή, οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαµβανόµενα στα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου— (α) Θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις πιστωτή προς τον εγγυητή µέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συµβάσεων Νόµου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, (β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύµβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση µε την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώµατα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάµει του περί Συµβάσεων Νόµου σε σχέση µε παραβίαση ουσιώδους όρου σύµβασης από αντισυµβαλλόµενο. Παραπέμπω επίσης στο Άρθρο 4 του Νόμου που αναφέρεται στο πότε μια σύμβαση δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή. Κρίνω ότι η ενδεχόμενη παράλειψη της Τράπεζας να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Άρθρου 5 από μόνη της δεν μπορεί να συνιστά ακυρότητα της επίδικης εγγύησης εξ' υπαρχής. Ούτε έχει προκύψει ότι οι εναγόμενοι προέβηκαν σε οποιοδήποτε διάβημα τερματισμού της επίδικης εγγύησης πριν από την έγερση της παρούσας αγωγής λόγω της παράβασης αυτής της υποχρέωσης της Τράπεζας. Ούτε έχει υποστηριχθεί καθοιονδήποτε τρόπο από τους εναγόμενους ενώπιον του Δικαστηρίου ότι επηρεάστηκε η βούληση τους κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγύησης λόγω της παράβασης αυτού του καθήκοντος της Τράπεζας. Αντιθέτως, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι η συμφωνία εγγύησης είναι ενσωματωμένη στην επίδικη συμφωνία δανείου και στην οποία υπήρχαν όλοι οι όροι και λεπτομέρειες της πιστωτικής διευκόλυνσης καθώς επίσης και η προτροπή για λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής πριν από την υπογραφή της. Επίσης, ενώπιον μου έχει κατατεθεί το τεκμήριο 9, το οποίο αφορά την εναγόμενη αρ. 5 και η οποία δηλώνει ότι δίδει ελεύθερα και χωρίς οποιαδήποτε πίεση ή επίδραση από οποιοδήποτε και ότι αντιλαμβάνεται πλήρως τις όποιες συνέπειες μπορεί να προκύψουν από την εγγύηση την οποία δίδει. Στο εν λόγω έγγραφο περιλαμβάνεται και δήλωση συγκεκριμένου δικηγόρου ότι εξήγησε πλήρως στην εναγόμενη αρ. 5 τους κινδύνους που μπορεί να προκύψουν από την υπογραφή της επίδικης εγγύησης. Όσον αφορά τη θέση ότι η παρούσα ανταπαίτηση αφορά παράβαση νομοθετικού καθήκοντος το οποίο δίδει δικαίωμα για αγωγή, κρίνεται επίσης αβάσιμη. Χωρίς να χρειάζεται το Δικαστήριο να ενδιατρίψει στις πρόνοιες του συγκεκριμένου Άρθρου και Νόμου για να διαπιστωθεί κατά πόσο, παράβαση του δίδει δικαίωμα στους εναγόμενους αρ. 4 και 5 για έγερσης αγωγής, οι θεραπείες από την παράβαση ενός τέτοιου νομοθετικού καθήκοντος αφορούν κυρίως σε αποζημιώσεις εφόσον αποδειχθεί ότι η παράβαση του από τους ενάγοντες συνδέεται με τη ζημιά που έχουν υποστεί οι εναγόμενοι. Επίσης, η παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος ως αιτία αγωγής, είναι ξεχωριστή από οποιαδήποτε άλλη αιτία αγωγής και απαιτεί συγκεκριμένη δικογράφηση με την οποία να αναφέρεται η παράβαση συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης για την οποία ο νομοθέτης είχε πρόθεση να δημιουργήσει αγώγιμο δικαίωμα και η παράβαση αυτή να είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιάς στον ενάγοντα (Ελπινίκη Παναγή κ.α v. Παναγιώτη Παναγή
(2009)1 Α.Α.Δ. 145, London Passenger Transport Board v. Upson
(1949)A.C. 155 και Βullen & Leake: Precedents of Pleadings 12η έκδοση, σελ. 59 - 60). Η παρούσα ανταπαίτηση των εναγόμενων αρ. 4 και 5 δεν είναι επί των πιο πάνω που βασίζεται. Εκείνο το οποίο αξιώνεται είναι η ακύρωση της σύμβασης εγγύησης λόγω παράλειψης των εναγόντων να τους παραδώσουν τη συγκεκριμένη επιστολή πριν την υπογραφή της επίδικης εγγύησης. Ισχυρίζονται ακυρότητα δηλαδή εξ' υπαρχής της επίδικης εγγύησης λόγω της παράβασης της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης (που δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο στο Νόμο) και όχι θεραπείες για την παράβαση του θεσμοθετημένου καθήκοντος. Κατά συνέπεια των πιο πάνω, κρίνω ότι η επίδικη εγγύηση είναι καθόλα έγκυρη και δεσμευτική για τους εναγόμενους αρ. 3, 4 και 5. Επίδικες Υποθήκες: Oι εναγόμενοι αρ. 1, 2, 4 και 5 με την Έκθεση Υπεράσπισης τους παραδέχονται την σύσταση των Υποθηκών XXXXX/10 και XXXXX/10 ημερομηνίας 17/06/2010 και της Υποθήκης XXXXX/2011 ημερομηνίας 28/11/2011, εκ μέρους του εναγόμενου αρ. 2 (βλ. τεκμήρια 16, 17 και 18) καθώς επίσης της Υποθήκης με αρ. XXXXX/09 εκ μέρους της εναγόμενης αρ. 4 ημερομηνίας 01/12/2009 (βλ. τεκμήριο 15). Ο Μ.Ε.1 περαιτέρω ανάφερε ότι συστάθηκαν και οι Υποθήκες XXXXX/09 ημερομηνίας 14/05/2009 και XXXXX/09 ημερομηνίας 21/08/2009 εκ μέρους της εναγόμενης αρ. 3 (βλ. τεκμήρια 13 και 14), θέση που δεν έτυχε αμφισβήτησης. Είναι κοινό έδαφος επίσης ότι όλες οι πιο πάνω υποθήκες θα εξασφάλιζαν τις υποχρεώσεις της εναγόμενης αρ. 1, συμπεριλαμβανομένου και της επίδικης συμφωνίας δανείου. Αυτό προκύπτει άλλωστε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης αλλά και από το περιεχόμενο των ιδίων των υποθηκών. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον όρο 2 του εγγράφου υποθήκης που συνοδεύει εκάστη από αυτές, αυτές θα εξασφάλιζαν «..κάθε υποχρέωση του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα είτε αυτή είναι παρούσα ή μέλλουσα ...». Η υποθήκη μπορεί να συσταθεί ως ασφάλεια υφιστάμενης, μελλοντικής ή υπό αίρεση υποχρεώσεως. Το Άρθρο 22
(1)του πιο πάνω Νόμου προνοεί ότι «Υποθήκη δύναται να συσταθή ως ασφάλεια διά την εκ πλήρωσιν υφισταµένης, µελλούσης, ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαµβάνοµένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηµατικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασµού.» (βλ. επίσης Ιωάννης Νικόλα Χ΄΄Οικονόμου v. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1Β Α.Α.Δ. 949). Η εναγόμενη αρ. 3 με την ξεχωριστή Έκθεση Υπεράσπισης της δεν εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα ακυρότητας των επίδικων Υποθηκών που παραχώρησε προς όφελος της Τράπεζας, παρά μόνο ισχυρίζεται ότι αυτές παραχωρήθηκαν για άκυρες συμβάσεις λόγω παράνομων χρεώσεων. Αμφισβητείται η εγκυρότητα όμως των Υποθηκών που παραχωρήθηκαν από τους εναγόμενους αρ. 2 και 4, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, καθότι παραβιάζουν τις πρόνοιες του Νόμου 9/65 για τους λόγους που επικαλούνται στην παράγραφο 11 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους, υπό στοιχεία Α - Δ. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι το εξασφαλισμένο ποσό δεν είναι πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση ή σε ημερομηνία που δύναται να καθοριστεί, ότι το εξασφαλισμένο ποσό δεν είναι καθορισμένο ή δυνάμενο να προσδιοριστεί, ούτε ο προνοούμενος τόκος. Ο συνήγορος των εναγόμενων στην αγόρευση του αναφέρεται στις πρόνοιες του Άρθρου 21
(1)γ) του Νόμου 9/65 για να ισχυριστεί ότι οι επίδικες υποθήκες δεν συστάθηκαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του και ότι η αοριστία του ποσού που καλύπτουν παραβιάζει το αναφαίρετο δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη για εξαγορά ανά πάσα στιγμή, γνωστό ως δόγμα του Equity of Redemption. To Άρθρο 21
(1)(γ) του Περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτου Νόμου, Ν. 9/65 έχει ως ακολούθως: «21.—
(1)Αι έγγραφοι δηλώσεις αίτινες προσάγονται τω Επαρχιακώ Κτηµατολογικώ Γραφείω υπό του ενυποθήκου οφειλέτου και του ενυποθήκου δανειστού διαλαµβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: ................................ (γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύµβασιν υποθήκης χαρτοσεσηµασµένην συµφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόµου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινα ηµεροµηνίαν καθωρισµένην ή δυναµένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηµατικόν τι ποσόν, καθωρισµένον ή δυνάµενον να προσδιορισθή, οµού µετά τυχόν συµφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή µέρους αυτού, εις ποσοστόν καθωρισµένον ή δυνάµενον να προσδιορισθή δι' αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και οµού µετά των εξόδων των διενεργουµένων εν περιπτώσει λήψεως νοµίµων µέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου: Νοείται ότι οσάκις συνιστάται υποθήκη προς εξασφάλισιν µελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαµβανοµένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηµατικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή αφορώσης εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασµού, δέον όπως τυγχάνη καθορισµού το µέγιστον ποσόν της πιθανής υποχρεώσεως όπερ και θα λογίζηται ως το ποσόν προς εξασφάλισιν ούτινος συνιστάται η εν λόγω υποθήκη·» Το δε Άρθρο 5
(1)του Νόμου προνοεί ότι «Ουδεµία µεταβίβασις ή υποθήκευσις ακινήτου είναι έγκυρος εκτός εάν γενή συµφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Νόµου.» Eξετάζοντας τις επίδικες Υποθήκες τεκμήρια 15 - 18 και τις Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθήκης, το περιεχόμενο των οποίων είναι το ίδιο, αναφέρεται ρητώς το ποσό το οποίο αυτές εξασφαλίζουν και το οποίο θα ήταν πληρωτέο σε συγκεκριμένη ημερομηνία πλέον συγκεκριμένο ποσοστό τόκου κατά την συνομολόγηση τους πλέον τα σχετικά έξοδα σε περίπτωση που ληφθούν νομικά μέτρα για την ανάκτηση του, με την επιφύλαξη ότι θα διέπονται από τους όρους του εγγράφου υποθήκης, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος τους. Οι σχετικοί όροι των επισυναπτόμενων εγγράφων είναι οι όροι 4 και
- Ο όρος 4 του τεκμηρίου 16 αναφέρει «Η Τράπεζα δικαιούται από την 20 ΙΟΥΝ. 2010 οπότε και είμαι υπόχρεος/η προσωπικά να πληρώσω το ποσό των €100,000 (ΕΚΑΤΟ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΚΑΙ 00/100 Ευρώ) επιπλέον τόκους, προμήθειες και/ή άλλα Τραπεζικά δικαιώματα όπως αναγράφονται στην παράγραφο 12, να πωλήσει....». Ο ίδιος όρος 4 περιλαμβάνεται και στα τεκμήρια 17 και 18 με διαφοροποίηση του ποσού που κάλυπταν και στην περίπτωση του τεκμηρίου 18 και με διαφοροποίηση της ημερομηνίας καταβολής του. Το ίδιο ισχύει και για το τεκμήριο 15 που αφορά την υποθήκη που συστάθηκε από την εναγόμενη αρ.
- Ο δε όρος 12 του τεκμηρίου 16 αναφέρει «Το ανώτατο ποσό με το οποίο δεσμεύονται τα υποθηκευμένα κτήματα είναι το τελικό υπόλοιπο το οποίο θα παραμείνει απλήρωτο κατά την ημέρα της εκποίησης αυτής της υποθήκης σχετικά με τις υποχρεώσεις που για την εξασφάλιση τους γίνεται αυτή η υποθήκη με συνολικό ποσό κεφαλαίου που δεν ξεπερνά τις €100,000(ΕΚΑΤΟ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΚΑΙ 00/100 Ευρώ). Επιπλέον θα ευθύνομαι για τόκους (τόσο μετά όσο και πριν οποιαδήποτε απαίτηση ή δικαστική απόφαση) που σε περίπτωση μη έγκαιρης πληρωμής τους, θα κεφαλαιοποιούνται κάθε έξι μήνες, κατά την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι την πλήρη και τελεία εξόφληση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζονται με την παρούσα υποθήκη προς ποσοστό επιτοκίου το οποίο ήθελε συμφωνηθεί από καιρού εις καιρό, μεταξύ του Πρωτοφειλέτη και της Τράπεζας και/ή σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της Τράπεζας, πλέον προμήθειες και/ή άλλα Τραπεζικά δικαιώματα και δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και/ή άλλα έξοδα και δαπάνες που ήθελε υποστεί η Τράπεζα. Νοείται ότι οι πρόνοιες της παραγράφου αυτής ουδόλως επηρεάζουν το δικαίωμα της Τράπεζας να απαιτήσει την πληρωμή των τόκων». Ο ίδιος όρος 12 υπάρχει και στο τεκμήριο 15, που αφορά την υποθήκη που παραχώρησε η εναγόμενη αρ. 4 με τη διαφοροποίηση των ημερομηνιών που έπρεπε να καταβληθούν και των ποσών που κάλυπταν. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι καθορίζεται το μέγιστο ποσό της υποχρέωσης των ενυπόθηκων οφειλετών, η ημερομηνία καταβολής του και οι τόκοι, συμφώνως των προνοιών του Νόμου. Επίσης, η υποχρέωση του ενυπόθηκου οφειλέτη διασυνδεόταν με την πιστωτική διευκόλυνση που κάλυπτε η υποθήκη, σύμφωνα με τον όρο 2, δηλαδή το επίδικο δάνειο κάτι το οποίο ήταν συγκεκριμένο καθώς επίσης και οι επιβαλλόμενοι σε αυτό τόκοι και χρεώσεις. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αοριστία του ποσού που εξασφάλιζαν οι επίδικες υποθήκες ή των τόκων. Να σημειωθεί ότι δεν έχει τεθεί ζήτημα ότι ο επιβαλλόμενος για το δάνειο τόκος δεν θα μπορούσε να εξακριβωθεί ανά πάσα στιγμή από τους ενυπόθηκους οφειλέτες (βλ.
- χχχ χχχ Φελλάς κ.α. v. Εmporiki Bank - Cyprus Limited, ECLI:CY:AD:2020:A111, Πολιτική Έφεση Αρ. 17/2013, Ημερομηνίας 07/04/2020). Η αναφορά στις επίδικες υποθήκες για καταβολή τραπεζικών δικαιωμάτων, προμηθειών, δικηγορικών, δικαστικών εξόδων κ.τ.λ. δεν προκύπτει να απαγορεύεται από τον Νόμο, πέραν του γεγονότος ότι οι εν λόγω υποθήκες είναι συνδεδεμένες με το επίδικο δάνειο που κάλυπταν. Όσον αφορά το δόγμα του equity of redemption και το δικαίωμα εξαγοράς του ενυπόθηκου οφειλέτη, αυτό ενυπάρχει, είτε ρητώς είτε σιωπηρός σε μια σύμβαση υποθήκης. Εκείνο το οποίο δεν επιτρέπεται είναι η περίληψη όρου σε μια υποθήκη η οποία να απαγορεύει ή να καθιστά αδύνατη την άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς και ανάκτησης της περιουσίας του. Οποιοσδήποτε τέτοιος όρος (clog) ή όρος που θα απολήγει σε αποστέρηση αυτού του δικαιώματος είναι άκυρος (βλ. Jones v. Morgan [2001] All ER (D) 314). Θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι εναγόμενοι δεν προβάλλουν τέτοια δικογραφημένη θέση, παρά την προσπάθεια τους να την υποστηρίξουν μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου τους και δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο (βλ.
- χχχ χχχ Φελλάς κ.α. v. Εmporiki Bank - Cyprus Limited (ανωτέρω). Οι ισχυρισμοί στο δικόγραφο τους, όπως έχουν παρατεθεί ανωτέρω, αφορούν την παραβίαση των προνοιών του Νόμου και οι οποίες εξετάστηκαν ανωτέρω. Σε κάθε περίπτωση έχει κριθεί ότι οι επίδικες συμβάσεις υποθήκης έγιναν συμφώνως του Νόμου και δεν υπάρχει οποιαδήποτε αοριστία στα ποσά που εξασφαλίζουν, ούτε έχει υποδειχθεί ή προκύψει ότι με τους όρους της επίδικης υποθήκης αποστερείται το δικαίωμα αυτό του εναγόμενου. Το ποσό και το επιτόκιο έχει αναφερθεί ανωτέρω ότι είναι προσδιορισμένα και πουθενά στην συμφωνία υποθήκης περιλαμβάνεται όρος που να απαγορεύει ή να καθιστά αδύνατη την εξαγορά, κατ' αντίθεση με τις αποφάσεις στις οποίες παραπέμπει ο συνήγορος των εναγόμενων (βλ. Reeve v. Lisle [1902] AC 461, Fairclough v Swan Brewery [1912] AC 565, Cityland and Property Ltd v. Dabrah [1968] CH 166 και Noakes & Co Ltd v. Rice [1902] AC 24). Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος των εναγόμενων, ισχυρίζεται στην αγόρευση του ότι δεν ακολουθήθηκε η ρητή διαδικασία που προνοείται στο Νόμο 9/65 για τη μεταβίβαση των υποθηκών και κατ' επέκταση δεν έχει αποδειχθεί με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 9/65 ότι οι ενάγοντες απέκτησαν οποιαδήποτε δικαιώματα επί των υποθηκών. Προς υποστήριξη της θέσης του επικαλείται τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 9/
- Έχει προκύψει από τη μαρτυρία των εναγόντων, ότι σύμφωνα με το διάταγμα ημερομηνίας 23/05/2019 (βλ. τεκμήριο 1) με το οποίο επικυρώθηκε στο Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, η οποία ήταν ο αρχικός ενυπόθηκος δανειστής και των εναγόντων αποστάληκε κοινό αίτημα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας από τα πιο πάνω πρόσωπα για την μεταβίβαση, μεταξύ άλλων, και των επίδικων υποθηκών επ' ονόματι των εναγόντων (βλ. τεκμήριο 2). Με βάση το Διάταγμα τεκμήριο αρ. 1, πέραν της πιο πάνω ενέργειας δεν απαιτείτο να γίνει οτιδήποτε άλλο με σκοπό να μεταβιβαστούν οι επίδικες υποθήκες επ' ονόματι των εναγόντων. Ούτε έχει προκύψει οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία ότι η εν λόγω μεταβίβαση δεν έγινε και κατά συνέπεια δικαιούχος πλέον των επίδικων υποθηκών είναι οι ενάγοντες, σύμφωνα επίσης και με τη μαρτυρία του Μ.Ε.
- Ο συνήγορος των εναγόμενων στην αγόρευση του αναφέρεται στη μαρτυρία κάποιου κ. Χαραλάμπους, Κτηματολογικού Λειτουργού η οποία καταδεικνύει, αναφέρει, ότι δεν ακολουθήθηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 9/
- Τέτοια μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και προφανώς αφορούσε άλλη υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση αν οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η εν λόγω μεταβίβαση έγινε κατόπιν απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, κατά παράβαση του Νόμου, θα μπορούσαν να την προσβάλουν με Αίτηση Έφεση δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 51 του Νόμου 9/65 και όχι μέσω της παρούσας αγωγής. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι οι επίδικες υποθήκες είναι έγκυρες, μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι των εναγόντων και οι οποίοι έχουν δικαίωμα να αξιώνουν την εκποίηση τους, ως οι ενυπόθηκοι πλέον δανειστές. Συμφωνία Εκχώρησης: Ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία ότι το επίδικο δάνειο θα εξασφαλιζόταν από την εκχώρηση των δικαιωμάτων της εναγόμενης αρ. 1 επί του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 22/10/
- Κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την εν λόγω συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 24/11/2008 η οποία υπογράφτηκε από την εναγόμενη αρ. 1 και τους πωλητές, εναγόμενο αρ. 7 (βλ. τεκμήριο 19) καθώς επίσης και το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 22/10/2008 (βλ. τεκμήριο 20). Η μαρτυρία του αυτή δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης, ούτε προωθήθηκε οποιαδήποτε θέση στο Δικαστήριο σε σχέση με τη συμφωνία εκχώρησης. Σημειώνεται επίσης ότι ο εναγόμενος αρ. 7 με δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου αποδέχεται το εν λόγω έγγραφο και συμφωνεί στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Τερματισμός επίδικης συμφωνίας δανείου και απαίτηση εξόφλησης του υπολοίπου: Δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση ο νόμιμος και νομότυπος τερματισμός της επίδικης συμφωνίας δανείου και ότι τα αξιούμενα ποσά έχουν καταστεί απαιτητά, τόσο από την εναγόμενη αρ. 1 όσο και από τους εγγυητές, εναγόμενους αρ. 2 -
- Σε κάθε περίπτωση έχει προκύψει ότι η εναγόμενη αρ. 1 παρέλειπε να καταβάλλει τις συμφωνημένες δόσεις αποπληρωμής του δανείου και οι ενάγοντες, αφού προηγήθηκε προειδοποιητική επιστολή προς όλους τους εναγόμενους στις 25/12/2012 (βλ. τεκμήριο 25) χωρίς να υπάρξει συμμόρφωση, στις 18/12/2012 η επίδικη συμφωνία τερματίστηκε και αξιώθηκε η καταβολή του υπολοίπου του λογαριασμού δανείου, με σχετική επιστολή των εναγόντων (βλ. τεκμήριο 26). Τούτο προκύπτει να έγινε σύμφωνα με τους όρους της επίδικης συμφωνίας (βλ. όρο 9 του τεκμηρίου 8 σε σχέση με το δικαίωμα της Τράπεζας να καταστήσει απαιτητό το χρέος). Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει ότι οι επιστολές τερματισμού ταχυδρομήθηκαν στις διευθύνσεις όλων των εναγόμενων οι οποίες αναγράφονται στη συμφωνία δανείου και εγγύησης και οι οποίες δεν επιστράφηκαν πίσω (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 και Alpha Bank Cyprus Ltd, Εμπορευόμενοι ως Lombard Natwest Bank Ltd & Alpha Bank Ltd v.
- Arena Motor Show Ltd, δια του Προσωρινού Εκκαθαριστή τους και Επίσημου Παραλήπτη κ.α., ECLI:CY:AD:2015:A648, Πολιτική Έφεση Αρ. 84/2009, Ημερ. 02/10/2015). Σε κάθε περίπτωση δεν αμφισβητείται, τόσο η αποστολή όσο και η παραλαβή των εν λόγω επιστολών. Οφειλόμενο υπόλοιπο: Οι εναγόμενοι αμφισβητούν με την υπεράσπιση τους το αξιούμενο υπόλοιπο και ισχυρίζονται ότι αυτό είναι κατά πολύ μικρότερο και ότι περιέχει παράνομους τόκους και χρεώσεις. Ο συνήγορος των εναγόμενων στην αγόρευση του ισχυρίζεται ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που ο μάρτυρας των εναγόντων κατάθεσε στο Δικαστήριο δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 22 του Κεφ.
- Εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι ο Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο αναλυτικές καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού, το τεκμήριο 28, οι οποίες ξεκινούν από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού μέχρι 30/06/
- Οι εν λόγω καταστάσεις εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και αποτελούν ως ανάφερε μέρος του αρχείου των εναγόντων από τις 30/05/2019, ημερομηνία κατά την οποία μεταφέρθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Μέχρι την ημερομηνία εκείνη οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού διατηρούνταν από την πιο πάνω Τράπεζα και αποτελούσαν αντίγραφο του τραπεζικού της βιβλίου. Είναι γεγονός ότι ο Μ.Ε.1 πριν τις 30/05/2019 ήταν λειτουργός της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και ο ίδιος ανάφερε ότι είχε γνώση των γεγονότων και υπό αυτή του την ιδιότητα και ότι το τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας μεταφέρθηκε αυτούσιο στην σημερινή ενάγουσα. Παρόλα αυτά κατά την αντεξέταση του ανάφερε ότι ο ίδιος δεν χειριζόταν τον επίδικο λογαριασμό κατά τους χρόνους που ήταν εργοδοτούμενος της Τράπεζας Κύπρου. Η μεταφορά επίσης των εν λόγω καταστάσεων είπε ότι έγινε ηλεκτρονικά από τους τεχνικούς και ο ίδιος δεν ήταν παρόντας σε αυτή τη διαδικασία. Ούτε έχει προκύψει ο ίδιος να γνώριζε πριν την μεταφορά των εν λόγω καταστάσεων λογαριασμού το περιεχόμενο τους και να έλεγξε ότι αυτές μεταφέρθηκαν αυτούσιες όπως ανάφερε. Δεδομένων τούτων το τεκμήριο 28 θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο αποτελεί μέρος του αρχείου της επιχείρησης της ενάγουσας συμφώνως του Άρθρου 35 του Κεφ. 9 όπως και ο Μ.Ε.1 άλλωστε επικαλέστηκε στη μαρτυρία του και είναι σε αυτή τη βάση που το κατάθεσε, ανεξαρτήτως των άλλων αναφορών του που παραπέμπουν στις πρόνοιες του Άρθρου 22 του Κεφ. 9, και ανάλογα να αξιολογηθεί η ορθότητα του περιεχομένου του. Το τεκμήριο 28 λοιπόν συνοδεύεται από «ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ» δυνάμει του άρθρου 35 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.
- Το εν λόγω πιστοποιητικό είναι υπογεγραμμένο από τον Μ.Ε.1 ο οποίος εργάζεται στην ενάγουσα, ως κάτοχος υπεύθυνης θέσης και ως αρμόδιος λειτουργός καθώς και ως ένας εκ των αρμόδιων λειτουργών για την τήρηση και λειτουργία του αρχείου της. Το πιστοποιητικό επίσης βεβαιώνει ότι οι συνημμένες καταστάσεις λογαριασμού αφορούν το επίδικο δάνειο της εναγόμενης αρ. 1 οι οποίες μέχρι τις 30/05/2009 τηρούνταν από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και ήταν μέρος του ηλεκτρονικού της αρχείου το οποίο μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα και αποτελούν μέρος του αρχείου της το οποίο τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή. Οι εν λόγω καταστάσεις επίσης έχουν συγκριθεί από τον Μ.Ε.1 και είναι σύμφωνες με τα στοιχεία που αναγράφονται και φαίνονται στο ηλεκτρονικό αρχείο. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 35
(3)του Κεφ. 9 και οι εν λόγω καταστάσεις, τεκμήριο 28, αποτελούν μέρος αρχείου επιχείρησης (βλ. Λευτέρη Δημήτρη v. 1. Εllinas Finance Public Company Limited κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 390/2011, Ημερ. 06/11/2017). Η αξία του εν λόγω τεκμηρίου αποτιμάται από το Δικαστήριο (βλ. Άρθρο 35
(2)του Κεφ. 9). Αποτελεί ένα αποδεικτικό στοιχείο το οποίο υπόκειται σε αξιολόγηση και στο οποίο αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την ακρίβεια ή άλλως της δήλωσης (βλ. Αντώνης Κόμπου v. Universal Bank Ltd,
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 194, Μπούλος Μαρσέλ και άλλοι v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 και Λευτέρη Δημήτρη v. 1. Εllinas Finance Public Company Limited κ.α. (ανωτέρω). Πέραν από τη γενική υποβολή ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού είναι λανθασμένες, δεν έχει υποδειχθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη καταχώρηση που ενδέχεται να είναι λάθος ή υποδείχθηκε άλλη καταχώρηση ή πίστωση που έπρεπε να γίνει και δεν έγινε. Ούτε και υποστηρίχθηκε οτιδήποτε συγκεκριμένο με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Η εν λόγω κατάσταση επίσης, παρουσιάζει, μετά την χρέωση του ποσού του δανείου που παραχωρήθηκε στις 28/11/2011, τους τόκους, κατά το πλείστο, που χρεώνονταν και τις πιστώσεις. Συγκεκριμένα, παρουσιάζει μια πίστωση στις 29/12/2011 και καμία άλλη πληρωμή. Δεν υποδείχθηκε ούτε υποστηρίχθηκε με οποιοδήποτε τρόπο ότι υπήρχαν άλλες πιστώσεις που παραλήφθηκαν. Ούτε ότι κακώς έγινε η εν λόγω πίστωση διότι δεν εκταμιεύθηκε το δάνειο. Η υποβολή και μόνο ότι δεν έγινε εκταμίευση του δανείου δεν μπορεί να καταδείξει κάτι τέτοιο υπό τις περιστάσεις. Δεν υποστηρίχθηκε κάτι τέτοιο με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία και ούτε συνάδει με την μετέπειτα πληρωμή, που επίσης δεν έτυχε αμφισβήτησης. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι όλες οι καταχωρήσεις στο λογαριασμό, πριν την μεταβίβαση του στην ενάγουσα, γίνονταν από την Τράπεζα στα πλαίσια των εργασιών της και όλες αυτές οι συναλλαγές διατηρούνταν και διατηρούνται στο αρχείο της. Δεν έχει προκύψει να υπάρχει το ενδεχόμενο οποιασδήποτε επέμβασης σε αυτό το αρχείο που διατηρούσε η Τράπεζα ούτε έχει διαπιστωθεί αυτό το αρχείο που διατηρούν οι ενάγοντες σήμερα να είναι διαφορετικό και να περιλαμβάνει λάθη. Ο μάρτυρας αυτός είπε ότι δεν μπορεί να επέμβει κανένας στο αρχείο της Τράπεζας και δεν έχει αμφισβητηθεί η ορθότητα οποιασδήποτε πράξης ή συναλλαγής καταγράφεται στο εν λόγω τεκμήριο. Ούτε υποστηρίχθηκε κάτι τέτοιο με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Ούτε διαπιστώνεται ότι το αρχείο αυτό το οποίο μεταφέρθηκε στην ενάγουσα εμπεριέχει λάθη και δεν αντικατοπτρίζει αυτό που διατηρούσε η Τράπεζα. Δεν διαπιστώνεται το ενδεχόμενο ύπαρξης λάθους στις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού υπό τις περιστάσεις και κρίνω ότι αυτές αντικατοπτρίζουν την ορθή και πραγματική κίνηση του επίδικου λογαριασμού. Οι ενάγοντες έχουν καταθέσει και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, το τεκμήριο 29, με το οποίο περιορίζουν την αξίωση τους. Ο Μ.Ε.1 ο οποίος τις κατάθεσε ανάφερε ότι είναι ο ίδιος που τις ετοίμασε και εξήγησε πλήρως τον τρόπο που το έπραξε αφού έλαβε υπόψη του τις πιο πάνω αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού αλλά και κάθε τι που περιλαμβάνεται σε αυτές. Ουσιαστικά έχει αφαιρέσει οποιεσδήποτε χρεώσεις και έξοδα, τα οποία η ενάγουσα δεν διεκδικεί. Επίσης, δεν χρεώνεται σε αυτές τόκος υπερημερίας και ο συνολικός τόκος που αξιώνει ανέρχεται, κατά την ημερομηνία τερματισμού στο 8,75%. Δεν έχει διαπιστωθεί οποιοδήποτε λάθος στις αναδομημένες καταστάσεις και ούτε υποδείχθηκε οτιδήποτε το συγκεκριμένο στο μάρτυρα. Τέτοιες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες περιορίζουν την απαίτηση γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο και δεν διαφαίνεται οτιδήποτε το μεμπτό (βλ. Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238) και κατά συνέπεια τις αποδέχομαι. Όσον αφορά το ύψος του επιτοκίου, προκύπτει αυτό να ανέρχεται στο 8,75% από την αρχή λειτουργίας του λογαριασμού μέχρι τις 18/12/2012, ημερομηνία κατά την οποία τερματίστηκε η συμφωνία. Ο τόκος αυτός ήταν ο συμφωνημένος με βάση τη συμφωνία δανείου, τεκμήριο 8 (βλ. όρο 4α)). Περαιτέρω, κρίνω ότι οι ενάγοντες δικαιούνται και την κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο, ήτοι κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστους έτους. Αυτό είναι εντός των συμφωνηθέντων (βλ. όρο 4 δ) του τεκμηρίου 8) και δεν αντίκειται στο Νόμο (βλ. Άρθρο 3(δ) του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 Ν. 160
(1)/1999 και Ελένη Γεωργίου Πιπονίδη (Σύζυγος Αντώνη Χατζηαντώνη) v. 1. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α., ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολ. Έφεση Αρ. 429/2011, Ημερ. 06/12/2017). Κατά το χρόνο τερματισμού της επίδικης συμφωνίας, δηλαδή στις 18/12/2012 το υπόλοιπο του λογαριασμού, με βάση την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 29 ανερχόταν στις €270,116.41 πλέον τόκο προς 8,75% ετησίως. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, η κατάληξη είναι ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 5 και δικαιούνται σε απόφαση. Όσον αφορά την ανταπαίτηση, αυτή, εν όψει της κρίσης του Δικαστηρίου για την εγκυρότητα της επίδικης εγγύησης και των υποθηκών, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε επιτυχία. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 5 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €270,116.41 πλέον τόκο προς 8,75% ετησίως από 18/12/12, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές το χρόνο, ήτοι κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω, εκδίδονται διατάγματα εναντίον των εναγόμενων αρ. 2, 3 και 4 ως οι παράγραφοι 20.2 Α, Β και Γ, 20.3 Α και 20.4 Α αντίστοιχα, της Έκθεσης Απαίτησης. Επιπρόσθετα, εκδίδονται εναντίον των εναγόμενων αρ.1 και 7 Αναγνωστικές και/ή Δηλωτικές αποφάσεις ως η παράγραφος 20.7 Α - Η συμπεριλαμβανομένων της Έκθεσης Απαίτησης, με μόνη διαφοροποίηση την προσθήκη στο τέλος της υποπαραγράφου 20.7 Ε της φράσης «..εντός 45 ημερών από της επίδοσης του παρόντος διατάγματος.» Η ανταπαίτηση των εναγόμενων αρ. 1, 2, 4 και 5 απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 5 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένως ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Καμία διαταγή για έξοδα σε σχέση με την εναγόμενη αρ. 7, εν όψει των όσων δηλώθηκαν και συμφωνήθηκαν. Τα έξοδα της Ανταπαίτησης επίσης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1, 2, 4 και 5, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα επιδικαστούν καθότι η αγωγή και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............ Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο