← Κύπρος

Χατζηχαραλάμπους κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Αρ. Έφεσης/Αίτησης: 142/21, 29/9/2021

Χατζηχαραλάμπους κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Αρ. Έφεσης/Αίτησης: 142/21, 29/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A92 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Έφεσης/Αίτησης: 142/21 Μεταξύ: 1.ΧΧΧΧ Χατζηχαραλάμπους, από την Πάφο 2. ΧΧΧΧ Χατζηχαραλάμπους, από την Πάφο Εφεσείοντες/Αιτητές και Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ από την Λευκωσία Εφεσίβλητη/Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 29.9.21 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές/Εφεσείοντες: κα Κατερίνα Χατζηχαραλάμπους-Παπαβασιλείου Για την Καθ' ης η αίτηση/Εφεσίβλητη: κα Ραφαηλία Γεωργίου για κκ Giorgos Landas LLC ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση/έφεση που υποβλήθηκε στις 17.5.21 εκ μέρους των Αιτητών/Εφεσειόντων, από τώρα και στο εξής «οι Εφεσείοντες», εναντίον της Καθ' ης η αίτηση/Εφεσίβλητης, από τώρα και στο εξής «η Εφεσίβλητη», με την οποία αξιώνεται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός των Ειδοποιήσεων τύπου ΙΑ ημερομηνίας 12.3.21 και του σκοπούμενου πλειστηριασμού ο οποίος είναι προγραμματισμένος να λάβει χώρα στις 29.9.21 και ώρα 10:00 π.μ.. Η αίτηση/έφεση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Εφεσείοντα 1 ο οποίος προβαίνει στην ένορκο δήλωση τόσο για τον ίδιο όσο και για λογαριασμό της συζύγου του, Εφεσείουσας 2, από την οποία είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην εν λόγω ένορκο δήλωση εκ μέρους της. Η αίτηση/έφεση προσέκρουσε στην ένσταση της Εφεσίβλητης. Με Ειδοποίηση ένστασης η Εφεσίβλητη ενίσταται στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η Ειδοποίηση ένστασης υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ΧΧΧΧ Γρηγορίου, πρώην υπαλλήλου της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και νυν υπαλλήλου της Themis Portfolio Management Holdings Limited από την οποία ο Γρηγορίου είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση/έφεση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: η τιτλοφορούμενη ως κατάσταση λογαριασμού που στάλθηκε μαζί με την Ειδοποίηση Ι δεν ήταν αναλυτική κατάσταση από της δημιουργίας του δανείου και οι λεπτομέρειες που δίδονταν με αυτή ήταν ελλιπείς. Επίσης καμία «ολοληρωμένη πραγματική αναλυτική κατάσταση λογαριασμού» δεν δόθηκε στους Εφεσείοντες από την Εφεσίβλητη με τις Ειδοποιήσεις ΙΑ ή τις Ειδοποιήσεις ΙΒ ή τις Ειδοποιήσεις Ι στην οποία να φαίνονται αναλυτικά οι χρεώσεις που έχουν γίνει, οι ημερομηνίες τυχόν αλλαγής επιτοκίου, τυχόν χρεώσεις τόκου υπερημερίας και άλλες χρεώσεις από της λειτουργίας του λογαριασμού ώστε να μπορεί να γίνει και έλεγχος των πιο πάνω σύμφωνα με τον «Κώδικα Συμπεριφοράς της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για τον χειρισμό δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες» οι Εφεσείοντες ενημέρωσαν την Εφεσίβλητη επανειλημμένα τόσο προφορικά όσο και με επιστολή ότι αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες και ζήτησαν να αφαιρεθούν οι υπερχρεώσεις και παράνομες χρεώσεις για να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στις δανειακές τους υποχρεώσεις. Μάλιστα επισκέφθηκαν επανειλημμένα την Εφεσίβλητη για σκοπούς διευθέτησης/αναδιάρθρωσης και έγιναν πολλές προτάσεις από μέρους των Εφεσειόντων οι οποίες, όμως, δεν έγιναν αποδεκτές η Εφεσίβλητη δεν νομιμοποιούνταν να διεξάγει τραπεζικές εργασίες και/ή δεν κατείχε άδεια προς τούτο με αποτέλεσμα η εκτέλεση της υποθήκης Υ1ΧΧ3/Χ7 να είναι παράνομη και ως εκ τούτου άκυρη. Συγκεκριμένα η άδεια από την Κεντρική Τράπεζα για διενέργεια τραπεζικών εργασιών εκδόθηκε στις 14.3.14 και η μόνη άδεια που υπήρχε μέχρι τότε ήταν η άδεια ημερομηνίας 14.2.1944 η οποία είχε εκδοθεί από την Αγγλική κυβέρνηση όταν η Κύπρος ήταν ακόμα Αγγλική αποικία. Έτσι από της ίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας και μέχρι τις 14.3.14 δεν υφίστατο νόμιμη άδεια για εκτέλεση τραπεζικών εργασιών η Εφεσίβλητη δεν τήρησε την Οδηγία δυνάμει του άρθρου 41 της ΚΔΠ 74/16 και τον Κώδικα Συμπεριφοράς της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου η Εφεσίβλητη παρέλειψε να ενημερώσει με Ειδοποίηση Θ τους Εφεσείοντες ότι σε περίπτωση που αντιμετώπιζαν δυσκολία στην καταβολή των δόσεών τους μπορούσαν να παρουσιάσουν στην Εφεσίβλητη πληροφορίες και στοιχεία σχετικά με τον επηρεασμό της οικονομικής τους κατάστασης για σκοπούς αναδιάρθρωσης του χρέους τους δυνάμει του «Κώδικα Συμπεριφοράς της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για τον χειρισμό δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες» οι εφεσιβαλλόμενες Ειδοποιήσεις αποτελούν κατάχρηση των διαδικασιών καθότι δεν αποστάλθηκε η επιστολή τύπου Θ στους Εφεσείοντες η Εφεσίβλητη δεν συμπεριφέρθηκε ως όφειλε σύμφωνα με τις καλές διεθνείς τραπεζικές πρακτικές οι οποίες επαναβεβαιώθηκαν από τις Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (2013-2015) και τον συνημμένο σε αυτές «Κώδικα Συμπεριφοράς» όταν οι δανειολήπτες αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα λόγω εξωγενών παραγόντων σύμφωνα με τις οποίες τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προτείνουν βιώσιμες μεσοπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες λύσεις αναδιάρθρωσης το ποσό που διεκδικεί η Εφεσίβλητη δεν είναι το ορθό οφειλόμενο. Σε αυτό υπάρχουν παράνομες χρεώσεις, υπερχρεώσεις και παράνομοι τόκοι υπερημερίας αναφορικά με το ενυπόθηκο ακίνητο έχει δημοσιευθεί γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης ημερομηνίας 1Χ.1Χ.2Χ με την Διοικητική Πράξη αρ. Χ0Χ. Το ακίνητο αποτελεί την επαγγελματική στέγη του Εφεσείοντα 1 ο οποίος για τον λόγο αυτό δικαιούται και αποζημίωσης πέραν της αξίας του ακινήτου. Αν το ενυπόθηκο ακίνητο πωληθεί ο Εφεσείων 2 θα χάσει όλα τα δικαιώματά του και την αποζημίωση που δικαιούται από την Αποζημιούσα Αρχή. Μόλις δε του προσφερθεί το ποσό της αποζημίωσης από την Απαλλοτριούσα Αρχή θα το καταλάβει για σκοπούς εξόφλησης του χρέους ή θα το διαθέσει για σκοπούς εξεύρεσης άλλης διευθέτησης τα άρθρα 37 και 44Α-44ΙΖ είναι αντισυνταγματικά καθότι παραβιάζουν τα άρθρα 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος και, επομένως, είναι άκυρα. Παραβιάζουν, επίσης, πρόνοιες Νομοθετημάτων στα οποία γίνεται ρητή αναφορά από τον Εφεσείοντα 1, τα άρθρα 6, 13, 17 και 18 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης, τις Συνθήκες του Μάαστριχτ και της Λισσαβόνας, Ευρωπαϊκές Κοινοτικές Οδηγίες οι οποίες κατονομάζονται από τον Εφεσείοντα 1, Κανονισμούς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, την Οδηγία προς τα Πιστωτικά Ιδρύματα για τις διαδικασίες χορήγησης νέων και αναθεώρησης υφιστάμενων πιστωτικών διευκολύνσεων και τον Κώδικα Συμπεριφοράς της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για τον χειρισμό δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες το άρθρο 44Γ

(3)του Νόμου έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος και το Μέρος VIA του Νόμου εμποδίζει την εφαρμογή του άρθρου 28 του Συντάγματος. Επίσης το άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 17 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών τα άρθρα 44(Β)
(3)και 44Γ του Νόμου έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους με αποτέλεσμα να υπερισχύει το άρθρο 44(Β)
(3)και οι γενικές αρχές δικαίου. Ακολουθεί ότι το άρθρο 44Γ δεν δύναται να περιορίζει τους λόγους για τους οποίους ο ενυπόθηκος οφειλέτης δύναται να εφεσιβάλει την απόφαση του ενυπόθηκου δανειστή. Μεταξύ του άρθρου 44(Β)
(3)του Νόμου και των γενικών αρχών δικαίου υπερισχύουν οι γενικές αρχές δικαίου. Οι Εφεσείοντες αμφισβητούν το δικαίωμα της Εφεσίβλητης να προωθήσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με την διαδικασία του πλειστηριασμού οι δοθείσες Ειδοποιήσεις δεν πληρούν τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις και οι Ειδοποιήσεις δεν έχουν επιδοθεί δεόντως σε όλα τα επηρεαζόμενα πρόσωπα το πραγματικά οφειλόμενο χρέος δεν έχει καταστεί απαιτητό και δεν υπάρχει υπερημερία και οι λογαριασμοί των Εφεσειόντων τερματίστηκαν παράνομα αν τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδοθούν και το ακίνητο πωληθεί με την διαδικασία του πλειστηριασμού θα επηρεασθούν δυσμενώς τα δικαιώματα του Εφεσείοντα 1 και ο ίδιος θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και βλάβη. Οι Εφεσείοντες δεν οφείλουν τα ποσά που ισχυρίζεται η Εφεσίβλητη και επιζητεί περιουσία η αξία της οποίας είναι πολλαπλάσια. Οι Εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι αν δεν γίνουν αποδεκτοί οι λόγοι έφεσης ο Εφεσείων 1 δικαιούται σε προστατευτικό διάταγμα δυνάμει του Περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου. Το άρθρο 44(Γ) του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόµενο πρόσωπο δεν συµµορφωθεί µε τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάµει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόµενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί µε πλειστηριασµό· η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «ΙΑ» του ∆ευτέρου Παραρτήµατος, εντός περιόδου όχι µικρότερης των τριάντα
(30)ηµερών από την καθορισµένη ηµέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόµενο µέρος δύναται, εντός σαράντα πέντε
(45)ηµερών από την ηµεροµηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύµφωνα µε το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό ∆ικαστήριο για παραµερισµό της ειδοποίησης της σκοπούµενης πώλησης, µόνο για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούµενες κατά τον προβλεπόµενο τύπο και περιεχόµενο, προϋποθέσεις· (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί· (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσµίας για καταβολή της πληρωµής προς τον ενυπόθηκο δανειστή· (δ) έχει εκδοθεί παρεµπίπτον απαγορευτικό διάταγµα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύµφωνα µε το άρθρο 32 του περί ∆ικαστηρίων Νόµου· (ε) ο ενυπόθηκος δανειστής στην περίπτωση που είναι αδειοδοτηµένο πιστωτικό ίδρυµα ή αγοραστής κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών ∆ιευκολύνσεων και για Συναφή Θέµατα Νόµου, εφεξής καλούµενος «αγοραστής», αρνήθηκε να προσέλθει και/ή δεν προσήλθε ως όφειλε, σε διαδικασία αναδιάρθρωσης πιστωτικών διευκολύνσεων κατά τα οριζόµενα από τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης ∆ιαφορών Χρηµατοοικονοµικής Φύσεως Νόµου ή τέτοια διαδικασία εκκρεµεί κατά την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόµου του 2019: ................................... (στ) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγµα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάµει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωµής και ∆ιατάγµατα Απαλλαγής Οφειλών) Νόµου ή εκκρεµεί ενώπιον ∆ικαστηρίου αίτηση για έκδοση τέτοιου προστατευτικού διατάγµατος · (ζ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συµµετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιµετώπιση των µη εξυπηρετούµενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών οµάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουµένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συµφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο ή εκκρεµεί σχετική αίτηση». Κατ' αρχή θα συμφωνήσω με την θέση η οποία αναπτύχθηκε από την πλευρά της Εφεσίβλητης ότι δυνάμει του άρθρου 44(Γ)
(3)του Νόμου μόνο η Ειδοποίηση ΙΑ μπορεί να παραμερισθεί. Και όχι η Ειδοποίηση Ι ή η Ειδοποίηση ΙΒ. Δεύτερο και πιο σημαντικό είναι ότι κανένας από τους ισχυρισμούς ή θέσεις που προβάλλονται στην ένορκο δήλωση του Εφεσείοντα 1 και με τον τρόπο που αυτοί προβάλλονται δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 44(Γ)
(3)(α-ζ) του Νόμου. Ο Εφεσείων 1 ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η κατάσταση λογαριασμού που αποστάλθηκε με την Ειδοποίηση Ι δεν ήταν αναλυτική κατάσταση ώστε να μπορούν να ελεγχθούν οι χρεώσεις, οι ημερομηνίες τυχόν αλλαγής επιτοκίου, τυχόν χρεώσεις τόκου υπερημερίας και άλλες χρεώσεις από της λειτουργίας του λογαριασμού. Δεν συναρτά, όμως, στην ένορκό του δήλωση το κατά την θέση του τούτο επιλήψιμο με οποιαδήποτε από τις παραγράφους (α) έως (ζ) του άρθρου 44Γ
(3)του Νόμου. Απλά κάνει αναφορά χωρίς να υποδεικνύει την οποιαδήποτε σημασία ή επίπτωση που κάτι τέτοιο θα μπορούσε να έχει στην εγκυρότητα της Ειδοποίησης ΙΑ σύμφωνα με τις πιο πάνω πρόνοιες. Αφ' ης στιγμής δε δεν πράττει τούτο στην ένορκό του δήλωση δεν νομιμοποιείται η συνήγορός του να το πράττει κατά την αγόρευσή της. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι δηλώσεις δικηγόρων στην αγόρευσή τους δεν υπέχουν μορφή μαρτυρίας και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι θέση του Εφεσείοντα 1 δεν είναι ότι η κατάσταση λογαριασμού η οποία αποστάλθηκε μαζί με την Ειδοποίηση Ι δεν συμμορφώνεται με τον τύπο. Το παράπονο του Εφεσείοντα 1 είναι ότι η εν λόγω κατάσταση δεν είναι αρκούντως αναλυτική για τον ίδιο. Ούτε και συναρτάται η μη αποστολή σύμφωνα με τον Εφεσείοντα 1 Ειδοποίησης Θ με οποιαδήποτε από τις παραγράφους (α) έως (ζ) του άρθρου 44Γ
(3)του Νόμου. Ο δε ισχυρισμός ότι κάτι τέτοιο συνιστά «κατάχρηση των διαδικασιών» δεν βοηθά τους Εφεσείοντες. Τέλος, ο Εφεσείων 1 ισχυρίζεται ότι οι δοθείσες Ειδοποιήσεις δεν πληρούν τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις και ότι οι Ειδοποιήσεις δεν έχουν επιδοθεί δεόντως σε όλα τα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Παραλείπει, όμως, να υποδείξει ο Εφεσείων 1 στην ένορκό του δήλωση ποιες προϋποθέσεις δεν πληρώθηκαν και πού συνίσταται το επιλήψιμο της επίδοσης. Οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι εντελώς ατεκμηρίωτοι. Τα όσα άλλα ισχυρίσθηκε ο Εφεσείων 1 στην ένορκό του δήλωση έχουν καταγραφεί. Ακολουθεί ότι τίποτα από όσα ισχυρίζεται ο Εφεσείων 1 στην ένορκό του δήλωση δεν εμπίπτει στις παραγράφους (α) έως (ζ) του άρθρου 44Γ
(3)του Νόμου, κάτι το οποίο αποβαίνει μοιραίο για την αίτηση/έφεση. Αναφορικά με το εγερθέν ζήτημα αντισυνταγματικότητας υποδεικνύονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Χρίστος Ορφανίδης και Άλλοι ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 168 λέχθηκε με αναφορά στην υπόθεση Attorney General of the Republic v. Ibrahim
(1964)CLR 195 ότι η τελευταία υπόθεση εγκαινίασε τον διάχυτο έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων με αποτέλεσμα η διαδικασία παραπομπής του άρθρου 144.1 του Συντάγματος, αν και δεν ατόνησε εντελώς, να καταστεί ουσιαστικά ανενεργή. Λέχθηκε, επίσης, ότι το αληθινό νόημα της Ibrahim είναι ότι η απόφαση επί θεμάτων αντισυνταγματικότητας λαμβάνεται από οποιοδήποτε κατώτερο δικαστήριο στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης. Στην υπόθεση Sigma Radio TV Ltd κ.α. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1 Β ΑΑΔ 1601 λέχθηκε ότι η συνταγματικότητα ενός νόμου, ως ζήτημα νομικό, εξετάζεται από το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρεται. Στην υπόθεση Investylia Ltd v. Ε. & Π. Λειβαδιώτης Λτδ
(2004)1Γ ΑΑΔ 1872 λέχθηκε ότι θέμα αντισυνταγματικότητας πρέπει να εγείρεται στο δικόγραφο στο οποίο και πρέπει να δίδονται πλήρεις λεπτομέρειες της εισήγησης, όπως π.χ. ποιο άρθρο ή άρθρα ή μέρος άρθρου του νόμου αντίκειται στο Σύνταγμα και, βεβαίως, σε ποιο άρθρο του Συντάγματος αντίκειται η Νομοθεσία. Ακολούθως, πρέπει να δίδεται η αιτιολογία της εισήγησης. Κατά την ακρόαση το βάρος της απόδειξης ότι πρόνοια νόμου είναι αντισυνταγματική είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Κουκκουρή
(1993)3 ΑΑΔ 598 λέχθηκε ότι η αντισυνταγματικότητα νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα. Στην υπόθεση Ανδρέας Μαυρομμάτης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 910 η εισήγηση του εφεσείοντα, ο οποίος με το δικόγραφό του - στην προκείμενη περίπτωση την προσφυγή του - δεν είχε προσβάλει τον επίδικο Νόμο ως αντισυνταγματικό, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την εξουσία αυτεπάγγελτα να ελέγξει την συνταγματικότητα οποιουδήποτε Νόμου ανεξάρτητα αν προσβάλλονταν στην προσφυγή ή όχι δεν έτυχε απήχησης από το Εφετείο. Λέχθηκε ότι το τεκμήριο συνταγματικότητας του νόμου ανατρέπεται μόνο όταν καταδειχθεί τούτο και το βάρος της απόδειξης το φέρει ο ισχυριζόμενος την αντισυνταγματικότητα. Αφ' ης στιγμής στην προσφυγή του ο εφεσείων δεν είχε θέσει ως λόγους ακύρωσης της διοικητικής απόφασης αντισυνταγματικότητα του επίδικου Νόμου κρίθηκε πως ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το θέμα (Βλ. Ανδρέας Νικολάου ν. Βάσου Βασιλείου
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1566, Κυριακίδης κ.ά. ν. Εφόρου Φ.Π.Α.
(1999)2 ΑΑΔ 75, Βαρνάβας Νικολάου και Υιοί Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 862 και Δημοκρατία ν. Βαρναβίδη κ.ά.
(1998)3 ΑΑΔ 851 και Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου και Άλλοι ν. Χρίστου Καραγιώργη και Άλλων
(1991)3 ΑΑΔ 159). Τέλος, στην υπόθεση The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 CLR 167 λέχθηκε ότι όταν διάδικος σε αστική διαδικασία επιθυμεί να εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας Νόμου οφείλει είτε να εγείρει το ζήτημα τούτο εξειδικευμένα και με πλήρεις λεπτομέρειες στο δικόγραφό του κάνοντας ειδική αναφορά στην συγκεκριμένη πρόνοια του Συντάγματος που σύμφωνα με την θέση του έχει παραβιασθεί από τον Νόμο και δίδοντας, έτσι, την δυνατότητα στην άλλη πλευρά να απαντήσει με το δικό της δικόγραφο, είτε, αν επιθυμεί, να εγείρει τέτοιο ζήτημα σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, πράγμα που δικαιούται να πράξει σύμφωνα με το άρθρο 144.1 του Συντάγματος, να το εγείρει γραπτώς προσδιορίζοντας με λεπτομέρεια το ερώτημα ως εάν το έπραττε στο δικόγραφό του δίδοντας, έτσι, την δυνατότητα στην άλλη πλευρά να ακουσθεί. Αν δε ζήτημα αντισυνταγματικότητας εγείρεται κατά την ακρόαση το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια αν θα πρέπει να δώσει αναβολή στην άλλη πλευρά για να μπορέσει να προετοιμασθεί κατάλληλα. Επίσης, το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας πρέπει να είναι ουσιώδες για τον καθορισμό επίδικου ζητήματος στην διαδικασία. Φρονώ πως δεν μπορώ να εξετάσω το εγερθέν ζήτημα αντισυνταγματικότητας καθότι ενώ, από την μια, στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση/έφεση γίνεται αναφορά στα άρθρα του Νόμου που παραβιάζουν το Σύνταγμα καθώς και στα άρθρα του Συντάγματος που παραβιάζονται κατά την θέση της πλευράς της Εφεσιβλητης, εντούτοις, καμία απολύτως αιτιολογία για την εισήγηση δεν δίνεται. Η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση/έφεση υπέχει μορφή δικογράφου. Ο Εφεσείων 1 όφειλε, λοιπόν, στην ένορκό του δήλωση να εγείρει το θέμα της αντισυνταγματικότητας δίνοντας πλήρεις λεπτομέρειες. Στην προκειμένη περίπτωση ελλείπει η αιτιολογία της εισήγησης. Συγκεκριμένα ο Εφεσείων 1 δεν εξηγεί στην ένορκό του δήλωση για ποιο λόγο οι υπό αυτού υποδεικνυόμενες πρόνοιες του Νόμου παραβιάζουν τα υπό αυτού υποδεικνυόμενα άρθρα του Συντάγματος. Σύμφωνα με την Νομολογία τούτο αποβαίνει μοιραίο για την εισήγηση. Ακολουθεί ότι η Εφεσίβλητη απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που ήταν στους ώμους της και, μάλιστα, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας που είναι το απαιτούμενο μέτρο απόδειξης. Όσον δε αφορά άρθρα Νομοθεσιών και άλλων εγγράφων παραβιασθέντα κατά την εισήγηση του Εφεσείοντα 1 από τις πρόνοιες του Νόμου, αυτά, δεν μπορούν να εξετασθούν εκτός του πλαισίου του άρθρου 44(Γ)
(3)του Νόμου όπως θα μπορούσε να εξετασθεί ζήτημα αντισυνταγματικότητας αν ορθά είχε προβληθεί. Επίσης δεν εμπίπτουν σε καμία από τις παραγράφους του πιο πάνω άρθρου δυνάμει των οποίων θα μπορούσε να ακυρωθεί η Ειδοποίηση ΙΑ. Για τους πιο πάνω λόγους τα όσα αναφέρονται επί των πιο πάνω θεμάτων στην ένορκο δήλωση του Εφεσείοντα 1 δεν μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο. Ακολουθεί ότι κανένας λόγος έφεσης δεν ευσταθεί. Συνακόλουθα η αίτηση/έφεση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εφεσίβλητης/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Εφεσειόντων/Αιτητών αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.