ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Αρ. Γενικής Αίτησης: 248/2021, 25/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 248/2021 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Αιτητής και
- ΧΧΧΧ Εταιρεία Λτδ
- ΧΧΧΧ LIMITED Καθ' ων η αίτηση Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 21.10.21 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων Ημερομηνία: 25.10.21 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κος Σ. Ζαννούπας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής καταχώρισε γενική αίτηση (στο εξής η 'κυρίως αίτηση') στην οποίαν αξιώνει διατάγματα που να ακυρώνουν υποθήκη και τέσσερα εμπράγματα βάρη (memo) που έχουν εγγραφεί επί ακινήτου που του ανήκει (τα χαρακτηριστικά του καταγράφονται στο σώμα της αίτησης) δυνάμει απόφασης ημερ. 17.10.07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην αγωγή υπ' αρ. XXXXX/
- Την ίδια ημέρα που καταχωρήθηκε η κυρίως αίτηση ο Αιτητής προώθησε την υπό κρίση αίτηση με την οποίαν ζητεί διατάγματα που να απαγορεύουν στους Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 να πωλήσουν το προαναφερόμενο ακίνητο που βαρύνεται με την πιο πάνω υποθήκη και memo μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται, ανάμεσα σ' άλλα, στη Δ.40 Θ.7(β), Θ.8 και Θ.11, στη Δ.48 Θ.1-Θ.6, Θ.8(i), 8(ii), 8
(4), 9(h) και Δ.35 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 35 και 36 του Ν.9/1965, στα άρθρα 9, 14
(1)(β) και 71 του Κεφ. 6, στα άρθρα 31, 32, 41 και 42 του Ν.14/60, στα άρθρα 5, 11
(1), 18 και 19 του Ν.169(Ι)/2015, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Αιτητή δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων ενδιάμεσων διαταγμάτων, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του ιδίου, στην οποίαν προς υποστήριξη της επισυνάπτεται η κυρίως αίτηση μαζί με τα έγγραφα που τη συνοδεύουν. Η ένορκη δήλωση του Αιτητή παραπέμπει στο ιστορικό της υπόθεσης που καταγράφεται στην κυρίως αίτηση. Όπως σημειώνεται, στις 17.10.07 το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εξέδωσε απόφαση στην αγωγή αρ. XXXXX/07 εναντίον του Αιτητή και υπέρ της Καθ' ης η αίτησης 1 με την οποίαν, μεταξύ άλλων, διατάχθηκε το ακίνητο που επιβαρυνόταν με την πιο πάνω υποθήκη, πωληθεί με δημόσιο πλειστηριασμό. Αντίγραφο της εν λόγω δικαστικής απόφασης επισυνάπτεται. Ακολούθησαν εγγραφές των προαναφερομένων εμπράγματων βαρών (memo) στο ακίνητο μετά από σχετικά διαβήματα της Καθ' ης η αίτησης
- Τα σχετικά δικαστικά διατάγματα εγγραφής των εν λόγω εμπράγματων βαρών επίσης επισυνάπτονται. Περαιτέρω αναφέρεται ότι στις 08.04.19 το δικαστήριο έδωσε παράταση στην Καθ' ης η αίτηση 1 για να εκτελέσει την δικαστική απόφαση μέχρι τις 07.04.
- Ενώ η περίοδος είχε εκπνεύσει, η Καθ' ης η αίτηση 1 στις 06.11.20 επιδίωξε να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο, προσπάθεια που όμως απέτυχε μετά την καταχώρηση της αίτησης-έφεσης αρ. 255/20 από τον Αιτητή. Ο Αιτητής θεωρεί ότι την περίοδο μεταξύ 19.02.21 και 21.07.21 η Καθ' ης η αίτηση 1 'πώλησε', όπως χαρακτηριστικά είπε, το δάνειο του στην Καθ' ης η αίτηση
- Την εκτίμηση του αυτή τη στηρίζει στο γεγονός ότι στις 18.02.21 του επιδόθηκαν από την Καθ' ης η αίτηση 1 οι Ειδοποιήσεις Τύπος «Θ» και «Ι» ενώ στις 21.07.21 του επιδόθηκε από την Καθ' ης η αίτηση 2 η Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ». Αντίγραφα των εν λόγω επιστολών επισυνάπτονται. Σε σχέση με την Ειδοποίηση Τύπο «ΙΑ», ο Αιτητής στις 03.09.21 ο Αιτητής καταχώρησε την αίτηση-έφεση αρ. 196/
- Σύμφωνα με τον Αιτητή, τα εμπράγματα βάρη ήταν αποτέλεσμα της εγγραφής της δικαστικής απόφασης, η οποία όμως πλέον δεν βρίσκεται σε ισχύ. Είναι η θέση του Αιτητή ότι η δικαστική απόφαση έχει εκπνεύσει από τις 08.04.20 με αποτέλεσμα οποιοσδήποτε από τους Καθ' ων η αίτηση να μην έχει δικαίωμα να εκτελέσει την απόφαση. Είναι ακόμη η θέση του Αιτητή ότι σε περίπτωση έγκρισης της ενδιάμεσης αίτησης, δεν θα επηρεαστούν τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση και ούτε αυτοί θα υποστούν οποιεσδήποτε συνέπειες. Καταλήγοντας, ο Αιτητής δηλώνει ότι είναι λογικό, δίκαιο, επείγον και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθούν τα αιτούμενα ενδιάμεσα διατάγματα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή κλήθηκε και αγόρευσε κατά πόσο δικαιολογείται η μονομερής έκδοση των αιτουμένων στην υπό κρίση αίτηση διαταγμάτων. Στην εμπεριστατωμένη αγόρευση του ο εν λόγω συνήγορος, με παραπομπή σε νομολογία και νομοθεσίες, υποστήριξε τις νομικές θέσεις και ισχυρισμούς του. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας του κυρίου Ζαννούπα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί. Στα πλαίσια εξέτασης της υπό κρίση αίτησης έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο της αγόρευσης του συνηγόρου του Αιτητή καθώς επίσης το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί, τα οποία μελέτησα με προσοχή. Κατ' αρχήν θα εξετάσω κατά πόσο υπάρχει το στοιχείο του «κατεπείγοντος» που αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το δικαστήριο για την παροχή θεραπείας μονομερώς, όπως είναι η έκδοση των αιτουμένων προσωρινών διαταγμάτων στην παρούσα περίπτωση. Στην υπόθεση Αίτηση C.M.K. Metal Constraction Limited και άλλος Πολιτική Αίτηση Αρ. 138/2018 ημερ. 07.11.18 λέχθηκε ότι η απόδοση θεραπείας χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά αποτελεί σοβαρή εκτροπή από θεμελιακή αρχή της φυσικής δικαιοσύνης. Γι' αυτό η εφαρμογή της θεραπείας αυτής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση στις περιπτώσεις μόνο που στοιχειοθετείται κατεπείγουσα ανάγκη. Το Ανώτατο Δικαστήριο κατ' επανάληψη τόνισε την ανάγκη όπως η μονομερής δικαιοδοσία του δικαστηρίου αναλαμβάνεται με φειδώ. Για να εκδοθεί ένα διάταγμα μονομερώς τα πράγματα πρέπει να είναι τόσο επείγοντα και τόσο πιεστικά που το δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή παρά να εκδώσει το διάταγμα (Έλενα Κυριάκου
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1332 και Βαλεντίνα Θεοφάνους
(2010)1Α Α.Α.Δ. 234). Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd (πιο πάνω) στη σελ. 604, κατ' ακολουθία της αναφοράς στο άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, αναφέρεται πως: "Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του - (In Re Stavrou Hotel Apartments Ltd (Aίτηση Αρ. 76/94 - 29/12/94), In Re B.P. CYPRUS LTD - (Αίτηση Αρ. 143/96 - 1/8/96)), το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6." Περαιτέρω στην υπόθεση Astarti Development Plc κ.α. v. Χριστοδουλίδη κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 160/2015 ημερομηνίας 13.01.16 υποδείχτηκε ότι το κατεπείγον της θεραπείας συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου, στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Η ύπαρξη του κατεπείγοντος δικαιολογείται μέσα από την προβολή συγκεκριμένων και σαφών ισχυρισμών. Στην προκειμένη περίπτωση δεν εντοπίζω να υπάρχει στοιχείο του κατεπείγοντος. Από τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί, δεν προκύπτει οτιδήποτε που να αναδεικνύει επείγουσα ανάγκη έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων προς αποτροπή επικίνδυνης κατάστασης που να έχει δημιουργηθεί και με την οποίαν συναρτάται άμεσα η εν λόγω επιδιωκόμενη θεραπεία. Κάποιος μπορεί να επικαλεστεί τον κίνδυνο που ενδεχομένως να προκύψει από τυχόν απορριπτική κατάληξη της αίτησης-έφεσης αρ. 196/21, η εκδίκαση της οποίας, εξ' όσον γίνεται αντιληπτό, εκκρεμεί. Ωστόσο τα υφιστάμενα δεδομένα δεν μπορούν να δικαιολογήσουν ένα τέτοιο επιχείρημα. Συγκεκριμένα η αίτηση-έφεση αρ. 196/21 καταχωρίστηκε από τον Αιτητή στις 03.09.21. Η Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ», ως αποτέλεσμα της οποίας ο Αιτητής καταχώρισε την εν λόγω αίτηση-έφεση, είχε επιδοθεί στον Αιτητή στις 21.07.21, δηλαδή 1,5 μήνα περίπου προηγουμένως. Οι δε Ειδοποιήσεις Τύπος «Θ» και «Ι» που επίσης αφορούν την πιο πάνω αίτηση-έφεση είχαν επιδοθεί στον Αιτητή στις 18.02.21, δηλαδή 5 μήνες προηγουμένως (από την επίδοση της Ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ»). Τελικά ο Αιτητής αποφάσισε να καταχωρήσει την υπό κρίση μονομερή αίτηση στις 21.10.21, δηλαδή 8 μήνες μετά την επίδοση σ' αυτόν της Ειδοποίησης Τύπο «Ι» με την οποίαν σηματοδοτήθηκε η έναρξη της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου του και πέραν του 1,5 μήνα μετά που καταχώρισε την αίτηση-έφεση αρ. 196/21, το τυχόν αρνητικό αποτέλεσμα της οποίας μέσα από την επικείμενη εκδίκαση της κάποιος μπορεί να επικαλεστεί ως κίνδυνο. Αυτό που εύκολα κάποιος διαπιστώνει είναι ότι ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι που ο Αιτητής αποφάσισε να αναζητήσει μονομερώς θεραπεία με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης είναι μεγάλος χωρίς να έχει εξηγηθεί ή δικαιολογηθεί η παρατηρούμενη καθυστέρηση ή ολιγωρία του. Η όποια στενότητα χρόνου από την επικείμενη εκδίκαση της αίτησης-έφεσης δεν μπορεί να δικαιολογήσει ύπαρξη στοιχείου κατεπείγοντος αφού δημιουργήθηκε από την καθυστέρηση που επέδειξε ο Αιτητής. Η όποια πίεση του χρόνου φαίνεται να υπάρχει, προέκυψε από τους χειρισμούς του Αιτητή και ο ίδιος δεν μπορεί να αναγάγει το ζήτημα ως κατεπείγον. Στους χειρισμούς του Αιτητή εντάσσεται και η έγκαιρη έρευνα για εξακρίβωση της δυνατότητας εκτέλεσης της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Στην υπόθεση χχχ Μυλωνάς v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολιτική Έφεση Αρ. Ε176/2019 ημερ. 10.12.19 λέχθηκαν τα εξής: "Δεν ήταν δυνατό να επιτραπεί όπως η καθυστέρηση που επέδειξε ο Εφεσείοντας στην καταχώριση της αίτησης αποβεί σε βάρος του δικαιώματος της Τράπεζας, που είναι ο ενυπόθηκος δανειστής, να ακουστεί. Το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν υπήρχε. Εάν η αίτηση καταχωρείτο σύντομα μετά την 8.8.2019, υπήρχε αρκετός χρόνος ώστε να επιδοθεί στη Τράπεζα και το ζήτημα να εκδικαστεί και αποφασιστεί πριν την εκπνοή του χρόνου για την καταχώριση έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Η έλλειψη χρόνου για να επιδοθεί η αίτηση στη Τράπεζα δημιουργήθηκε από την καθυστέρηση που επέδειξε ο Εφεσείοντας και δεν μπορεί να του επιτραπεί να επικαλείται τις δικές του παραλείψεις και να αναγάγει το ζήτημα ως κατεπείγον." Περαιτέρω στην προαναφερόμενη υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση των C.M.K Metal Construction Limited (πιο πάνω) που αφορούσε ενδιάμεση αίτηση στα πλαίσια έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο σημειώθηκαν τα ακόλουθα: "εφόσον όμως [οι ενυπόθηκοι οφειλέτες] είχαν πρόθεση να καταχωρίσουν και ενδιάμεση αίτηση για αναστολή του πλειστηριασμού, θα έπρεπε να ενεργήσουν με τέτοιο τρόπο ώστε να μη δημιουργήσουν συνθήκες πίεσης για το Δικαστήριο αλλά, κυρίως, για την άλλη πλευρά. Θα έπρεπε να είχε(sic) καταχωρίσουν(sic) την έφεση και την ενδιάμεση αίτηση ενωρίτερα, οπότε και δεν θα υπήρχε ανάγκη για κατεπείγουσα αίτηση χωρίς ειδοποίηση. Η δέουσα, υπ΄αυτή την έννοια, δικονομική συμπεριφορά των αιτητών, θα έδιδε την ευκαιρία στο Δικαστήριο να προγραμματίσει και να χειριστεί την υπόθεση ακούγοντας προηγουμένως και τις δύο πλευρές, εξισορροπώντας τα εκατέρωθεν δικαιώματα και τους κινδύνους κάθε πλευράς. . Αυτές όμως οι ορθές και δίκαιες δυνατότητες εξουδετερώθηκαν από τον χειρισμό των αιτητών να καταχωρίσουν την αίτησή τους στον ύστατο χρόνο που επέλεξαν να την καταχωρίσουν. ... Ορθά θεώρησε [το Επαρχιακό Δικαστήριο] πως το κατεπείγον της αίτησης προέκυπτε από τους χειρισμούς των ιδίων των αιτητών και συνεπώς δεν μπορούσαν να το επικαλούνται ως δικαιοδοτική προϋπόθεση της αίτησης τους. Αντίθετη προσέγγιση θα επιβράβευε τέτοιες πρακτικές προς ζημιά της απονομής της δικαιοσύνης και των ταλαιπωρημένων δικαστικών διαδικασιών." Με γνώμονα τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν συντρέχει εδώ το στοιχείο του κατεπείγοντος ώστε να δικαιολογείται η απόδοση των αιτουμένων θεραπειών κατά παρέκκλιση του θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, δηλαδή στην απουσία των Καθ' ων η αίτηση. Ανεξάρτητα της κατάληξης στο θέμα του κατεπείγοντος, προχωρώ να εξετάσω τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων προσωρινών διαταγμάτων απαγορευτικής φύσεως στη βάση της υπό κρίση μονομερούς αίτησης που έχει προωθηθεί. Η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος. Στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα (εδώ αξίωσης της Αιτήτριας) και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής (εδώ κυρίως αίτησης). Κατά το στάδιο αυτό το δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802) τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας (εδώ σύμφωνα μόνο με την κυρίως αίτηση και τα έγγραφα που τη συνοδεύουν). Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης (εδώ αξίωσης) και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις (κυρίως αίτηση, ένσταση και τα έγγραφα που τις συνοδεύουν). Ερχόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ, μέσα από μελέτη του περιεχομένου της κυρίως αίτησης, ότι ο Αιτητής επικαλείται γεγονότα και δεδομένα που σύμφωνα με τον ίδιο δικαιολογούν ακύρωση της πιο πάνω υποθήκης και εμπραγμάτων βαρών που δεσμεύουν το ακίνητο με την εγγραφή της προαναφερόμενης εκδοθείσας δικαστικής απόφασης στην αγωγή υπ' αρ. 2652/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Ουσιαστικά ο Αιητής αξιώνει θεραπείες που στοχεύουν στην αποδέσμευση του ακινήτου από διαδικασίες εκποίησης του που ενεργοποιούνται ως αποτέλεσμα υφιστάμενων εγγεγραμμένων επιβαρύνσεων, ισχυριζόμενος ότι η εκδοθείσα δικαστική απόφαση που εγγράφηκε επί του ακινήτου εξέπνευσε με αποτέλεσμα ουδείς από τους Καθ' ων η αίτηση να έχει δικαίωμα να προβεί σε εκτέλεση της. Παράλληλα ο Αιτητής επικαλείται ότι εξέπνευσε η εν λόγω δικαστική απόφαση προκειμένου να δείξει ότι δικαιολογείται η ακύρωση τόσο της υποθήκης όσο και των εμπράγματων βαρών που επιβαρύνουν το επίμαχο ακίνητο αφού, όπως ισχυρίζεται, συνεχίζουν να επιβαρύνουν το ακίνητο δυνάμει της δικαστικής απόφασης που έχει εκπνεύσει. Τα άρθρα 71 του Κεφ.6 και 36 του Ν.9/1965 παρέχουν δικαίωμα σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, περιλαμβανομένου εδώ του Αιτητή, να ζητήσει από το δικαστήριο την ακύρωση οποιασδήποτε εγγραφής εμπράγματου βάρους που διενεργήθηκε επί του ακινήτου και υποθήκης που επιβαρύνει το ακίνητο αντίστοιχα. Από τους ισχυρισμούς του Αιτητή, όπως αυτοί προκύπτουν από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει τόσο την υπό κρίση αίτηση όσο και την κυρίως αίτηση, κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του δικαστηρίου. Τέτοια θέματα που καλείται το δικαστήριο να εξετάσει είναι εάν έχει ή όχι επηρεαστεί η νομική ισχύ της υποθήκης και των εμπράγματων βαρών που επιβαρύνουν το ακίνητο σε περίπτωση που όντως οι Καθ' ων η αίτηση δεν μπορούν να προχωρήσουν με εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Το δικαστήριο θα κληθεί ακολούθως να κρίνει κατά πόσο θα πρέπει ή όχι να ακυρωθούν η υποθήκη και τα εμπράγματα βάρη που έχουν εγγραφεί επί του ακινήτου. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 τονίστηκε ότι δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγοντας έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Με γνώμονα τα πιο πάνω το δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν αξιολογεί την εκδοχή του Αιτητή και δεν ασχολείται να εξακριβώσει αν αυτή αληθεύει. Το δικαστήριο δεν καταλήγει ούτε σε ευρήματα αλλά ούτε και σε συμπεράσματα σε σχέση με την υπόθεση. Έχοντας αυτά υπόψη μου και καθοδηγούμενος από το προαναφερόμενο νομικό πλαίσιο, παρατηρώ ότι με βάση την δικαστική απόφαση, πέραν της έκδοσης διατάγματος για εκποίηση με δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου, ο Αιτητής καλείται να καταβάλει συγκεκριμένο ποσό στην Καθ' ης η αίτηση
- Το αδιαμφισβήτητο αυτό γεγονός έχει δημιουργήσει εξ' αποφάσεως χρέος στον Αιτητή ο οποίος θεωρείται εξ' αποφάσεως οφειλέτης ενώ η Καθ' ης η αίτηση 1 θεωρείται εξ' αποφάσεως πιστωτής. Παράλληλα έχει ενεργοποιηθεί η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA του Ν.9/1965, που εξ' όσον γίνεται αντιληπτό βρίσκεται σε εξέλιξη από τους Καθ' ων η αίτηση αφού έχει ήδη προγραμματιστεί η διεξαγωγή πλειστηριασμού για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, εκκρεμούσης βέβαια της εκδίκασης της αίτησης-έφεσης αρ. 196/21 με την οποίαν προφανώς ζητείται ο παραμερισμός της Ειδοποίησης Τύπο «ΙΑ» και κατ' επέκταση η ακύρωση του πλειστηριασμού. Είναι γνωστό ότι η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Ν.9/1965 αποτελεί ξεχωριστό και ανεξάρτητο θέμα από την εξασφάλιση διατάγματος εκποίησης υποθήκης ακινήτου μέσω εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Το άρθρο 44Α του Μέρους VIA του Ν.9/1965 ξεκαθαρίζει ρητά ότι η εξασφάλιση διατάγματος για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου κατόπιν έκδοσης δικαστικής απόφασης στα πλαίσια αγωγής που έχει καταχωριστεί, δεν επηρεάζει και κατ' επέκταση δεν εμποδίζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή (εδώ Καθ' ων η αίτηση) να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ιδίου ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν.9/
- Συνεπώς δεν μπορεί κάποιος να συζητεί για ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας σε σχέση με την αξίωση για έκδοση διατάγματος ακύρωσης της υποθήκης επικαλούμενος ότι 'εξέπνευσε' η εκδοθείσα δικαστική απόφαση ή ότι δεν υφίσταται δικαίωμα εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης, τη στιγμή που έχει τροχιοδρομηθεί διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIA του Ν.9/
- Μάλιστα, σε αντίθεση με τη θέση του Αιτητή, τυχόν έκδοση τέτοιου διατάγματος θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση στην παρουσίαση της εκδοχής τους στην αίτηση-έφεση αρ. 196/21, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Κατ' επέκταση θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση που απορρέουν μέσα από την σε εξέλιξη ανεξάρτητη διαδικασία του Μέρους VIA αλλά και την όποια άλλη τέτοια ανεξάρτητη διαδικασία που πιθανό χρειαστεί εκ νέου να πραγματοποιηθεί στο μέλλον. Στο σημείο αυτό παρενθετικά να αναφέρω ότι το δικαίωμα ενός εξ' αποφάσεως πιστωτή για εκτέλεση εκδοθείσας δικαστικής απόφασης δεν εκπνέει υπό την έννοια να διαγράφεται μόνιμα ή να τερματίζεται όταν παρέλθει η περίοδος εκτέλεσης της. Αυτό που γενικά μπορεί να λεχθεί στο στάδιο αυτό είναι ότι μετά την πάροδο συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία έκδοσης της δικαστικής απόφασης, το δικαστήριο δύναται να δώσει άδεια στον εξ' αποφάσεως πιστωτή για συνέχιση των προσπαθειών του για εκτέλεση της. Η Δ.40 Θ.8 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας πραγματεύεται ειδικά το θέμα αυτό. Δεν θα σχολιάσω τώρα κατά πόσο η καταχώρηση αίτησης για να δοθεί τέτοια άδεια για συνέχιση εκτέλεσης της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης θα εγκριθεί ή όχι. Αυτό θα αποφασιστεί τη δεδομένη στιγμή εφόσον καταχωρηθεί τέτοια αίτηση και αφού εξεταστούν τα κριτήρια που αναγνωρίστηκαν από τη νομολογία στη βάση των στοιχείων που θα παρουσιαστούν (Panaou v. Christofi
(1962)2 C.L.R. 19, Pater v. Singh
(2002)EWCA 1668, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας v. Μιχαήλ κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1604). Εκείνο όμως που εκ πρώτης όψεως μπορεί να λεχθεί στο στάδιο αυτό είναι ότι το δικαστήριο, στα πλαίσια του εποπτικού ρόλου του, ασκεί έλεγχο στη συνέχιση εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης δίδοντας προς τούτο σχετική άδεια εκτέλεσης της για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ώστε να αποφεύγονται περιπτώσεις σκόπιμης κατάχρησης από την παραμονή της ανεκτέλεστη για απεριόριστο χρόνο κάτω από αδικαιολόγητες συνθήκες. Με βάση δε τις πρόνοιες του Θ.8 της Δ.40 ο εξ' αποφάσεως πιστωτής μπορεί οποτεδήποτε μετά την πάροδο της περιόδου που απαιτείται να προσφύγει στο δικαστήριο και να αποκτήσει άδεια για συνέχιση εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε προς όφελος του. Η δυνατότητα αποπληρωμής οφειλομένου χρέους είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την υποθήκη ενός ακινήτου. Η έννοια της 'υποθήκης', όπως αυτή παρέχεται στο άρθρο 2 του Ν.9/1965 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της εν λόγω νομοθεσίας, συνιστά επιβάρυνση που δημιουργείται στο ακίνητο προς εξασφάλιση χρηματικού χρέους. Το άρθρο 36 του Ν.9/1965 καταγράφει ρητά τις περιπτώσεις όπου δύναται ο ενυπόθηκος οφειλέτης να ζητήσει ακύρωση της υποθήκης μέσω δικαστηρίου, μία εκ των οποίων είναι η εξόφληση του χρέους. Στην παρούσα υπόθεση το χρέος του Αιτητή απέναντι στην Καθ' ης η αίτηση 1 που κατέστη απαιτητό και πληρωτέο, δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Είναι υπαρκτό και δεδομένο. Παραμένει οφειλόμενο αφού δεν έχει εξοφληθεί. Πρόχειρη ανάγνωση των προνοιών του άρθρου 36 δείχνει εκ πρώτης όψεως ότι ουδεμία από τις καταγεγραμμένες περιπτώσεις στις οποίες δύναται να γίνει επίκληση του, έχουν έρεισμα στην παρούσα υπόθεση. Κατ' ανάλογο τρόπο, εμπράγματο βάρος που επιβαρύνει ένα ακίνητο ως αποτέλεσμα εγγραφής εκδοθείσας δικαστικής απόφασης, δύναται να παρακαμφθεί όταν αυτή ικανοποιηθεί (άρθρο 59 Κεφ.6). Τέτοια εγγραφή δύναται, από καιρό σε καιρό, να παρατείνεται με διάταγμα του δικαστηρίου για χρονικό διάστημα ή διαστήματα που δεν υπερβαίνουν κάθε φορά τα δέκα χρόνια εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 56 του Κεφ.6. Όταν το διάταγμα βρίσκεται σε ισχύ, η εγγραφή του εμπράγματου βάρους επί του ακινήτου με ότι αυτό συνεπάγεται, επίσης συνεχίζει να υφίσταται. Στην παρούσα υπόθεση η εκδοθείσα δικαστική απόφαση παραμένει ανικανοποίητη. Τα εμπράγματα βάρη συνεχίζουν να υφίσταται δυνάμει διατάγματος. Η εγγραφή τους σχετίζεται με την ύπαρξη χρέους και όχι με τη δυνατότητα ή αδυναμία στην εξασφάλιση άδειας στην Καθ' ης η αίτηση 1, ως εξ' αποφάσεως πιστωτής που είναι, για συνέχιση των προσπαθειών της με σκοπό την εκτέλεση της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Συνεπώς από τη στιγμή που το οφειλόμενο χρέος υπάρχει, παραμένουν σε ισχύ τα εμπράγματα βάρη στοχεύοντας σε διευκόλυνση για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Έχοντας αυτά υπόψη μου, εκ πρώτης όψεως δεν βλέπω έρεισμα που να δικαιολογεί διαφοροποίηση της κατάστασης με τα εμπράγματα βάρη. Στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων και στοιχείων μέσα από αντικειμενική και συνάμα προκαταρκτική θεώρηση τους, τα πιο πάνω είναι παράμετροι που εκ πρώτης όψεως δεν εμβολιάζουν την εκδοχή του Αιτητή με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, χωρίς αυτό να αποτελεί καθ' οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας της εκδοχής του. Επομένως καταλήγω ότι δεν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση. Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας (εδώ ο Αιτητής) δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Προς ενίσχυση των πιο πάνω χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee Q.C., 5η έκδοση, σελίδα 44, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The first question is whether if the claimant were correct at trial, an award of damages would be an adequate remedy. If damages in the measure awarded at common law would be an adequate remedy, and the defendant would be in a financial position to pay them, then, however strong the claimant's case appeared to be, no injunction should 'normally' be granted." Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, Όξυνος κ.ά ν. Λου
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1066). Ακόμη χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Highgate Primary School Ltd v. Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 317: "Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους, σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια. Το πρωτόδικο δικαστήριο βρήκε ότι θα προκληθεί τέτοια αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες και δεν συντρέχει λόγος για επέμβαση στα ευρήματά του." Περιπτώσεις που ενέχουν στοιχείο συνεχιζόμενης παράνομης συμπεριφοράς ή παρατηρείται παράνομη επέμβαση που αναμένεται να συνεχιστεί, δημιουργούν περιστάσεις αδυναμίας να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση σχετικού απαγορευτικού διατάγματος (Karydas Taxi Co Ltd v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Sevenoaks District Council v. Patlulo & Vinson Ltd [1984] 1 All E.R. 544). Στην πρόσφατη υπόθεση Εκδόσεις "Αρκτινός" Λίμιτεδ και άλλος v. Λοϊζίδου Πολιτική Έφεση Αρ. Ε7/2018 ημερ. 21.03.19 συνάγεται το συμπέρασμα ότι συνεχιζόμενη παράνομη συμπεριφορά του αδικοπραξία που οδηγεί σε παραβίαση δικαιωμάτων του θύματος δυνατό να δημιουργήσει συνθήκες πρόκλησης αδικίας με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος να μην απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη στο μέλλον. Μέσα σ' αυτό το πνεύμα είναι και το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Χριστοφόρου v. Κυπριανού Ποινική Έφεση Αρ. 68/2012 ημερ 27.03.18 όπου γίνεται αναφορά σε συνεχιζόμενες προστριβές και κατ' εξακολούθηση επιλήψιμες συμπεριφορές και ενέργειες. Παραπέμπω ακόμη στα νομικά συγγράμματα 'Διατάγματα' των κ.κ. Ερωτοκρίτου & Αρτέμη, έκδοση 2016 σελίδες 136-139 και 'Kerr on Injunctions' J.M. Patterson, 6η έκδοση σελίδες 92-93. Η παρούσα υπόθεση αφορά ενυπόθηκο ακίνητο. Κάθε ακίνητο έχει συγκεκριμένη αξία που δύναται να εκτιμηθεί. Συνεπώς η όποια ζημιά υποστεί ο Αιτητής σε περίπτωση απώλειας του μπορεί εύκολα να υπολογιστεί σε χρήμα. Η δυνατότητα επιδίκασης αποζημιώσεων στον Αιτητή που μπορεί ο ίδιος να διεκδικήσει εις βάρος των Καθ' ων η αίτηση, εάν και εφόσον το εν λόγω ακίνητο εκποιηθεί πριν από την εκδίκαση της κυρίως αίτησης και έκδοσης δικαστικής απόφασης, δείχνει ότι η προοπτική αυτή αποτελεί ικανοποιητική θεραπεία. Η δε δυνατότητα υπολογισμού τέτοιας τυχόν ζημιάς που θα υποστεί ο Αιτητής δεν την καθιστά ανεπανόρθωτης φύσεως. Παράλληλα, δεν έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι οι Καθ' ων η αίτηση είναι οικονομικά αφερέγγυοι οργανισμοί. Κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον μου που να φανερώνει ότι οι Καθ' ων η αίτηση είναι ανίκανοι να αποζημιώσουν τον Αιτητή σε περίπτωση που του προκαλέσουν βλάβη υπό την έννοια που έχει εξηγηθεί πιο πάνω. Δεν βλέπω πως θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον χωρίς την συνέχιση της ισχύς του προσωρινού διατάγματος. Συνεπώς κρίνω ότι δεν ικανοποιείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή με έχει παραπέμψει στην υπόθεση χχχ Τίμιννης και άλλη v. χχχ Σιαθά Έφεση Αρ. 4/2017 ημερ. 28.02.19, την απόφαση της οποίας έχω μελετήσει. Με κάθε σεβασμό δεν βοηθά τις θέσεις του Αιτητή στα υπό εξέταση ζητήματα της υπό κρίση αίτησης. Εφόσον δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, παρέλκει η εξέταση της παραμέτρου του ισοζυγίου της ευχέρειας. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης. Συνακόλουθα η παρούσα αίτηση απορρίπτεται. Ουδεμία διαταγή για έξοδα επιδικάζεται. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο