← Κύπρος

Μαυρονικόλα, Αρ. Γενικής Αίτησης: 37/2021, 7/10/2021

Μαυρονικόλα, Αρ. Γενικής Αίτησης: 37/2021, 7/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 37/2021 Αναφορικά με την υποθήκη ΧΧΧ/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου. Αναφορικά με την Αγωγή 187/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965, 9/65, άρθρα 35, 36, 44Α - 44ΙΔ. Αίτηση ημερομηνίας 27.07.21 Αιτήτρια: Μαυρονικόλα ΧΧΧΧ από την Πάφο Καθ' ων η αίτηση: ΧΧΧΧ Λτδ Ημερομηνία: 07.10.21 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κος Χ. Φωτίου προσωπικά και για κο Ρ. Ροδοσθένους Για Καθ' ων η αίτηση: κα Γ. Αθανασίου για κ.κ. Χ. Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε. Αιτήτρια: παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια στις 16.02.21 καταχώρισε γενική αίτηση (στο εξής η 'κυρίως αίτηση') στην οποίαν αξιώνει διατάγματα που να ακυρώνουν την υποθήκη υπ' αρ. ΧΧΧΧ/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, ακύρωση των εμπραγμάτων βαρών που έχουν εγγραφεί επί του ακινήτου δυνάμει απόφασης ημερ. 21.10.19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην αγωγή υπ' αρ. 187/2009, ακύρωση διαδικασίας εκποίησης της εν λόγω υποθήκης και να απαγορεύει στους Καθ' ων η αίτηση να ενεργοποιήσουν τις διατάξεις των άρθρων 44Γ-44ΙΒ του Ν.9/

  1. Οι Καθ' ων η αίτηση αντέδρασαν με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης ημερ. 24.03.21 επί πολλών λόγων που δεν μας αφορούν στο στάδιο αυτό. Στις 08.07.21 η Αιτήτρια καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποίαν ζητούσε την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος που να απαγορεύει στους Καθ' ων η αίτηση να λάβουν οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης της προαναφερόμενης δικαστικής απόφασης καθώς επίσης εκποίησης της πιο πάνω υποθήκης περιλαμβανομένης της αγοράς του ενυπόθηκου ακινήτου (χωράφι) με αρ. εγγραφής 0/XXX, φ/σχ. XXX/28W13, τεμ. XXX στο δήμο XXXX της επαρχίας Πάφου, μερίδιο το όλο (στο εξής το 'ακίνητο') μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Ωστόσο το δικαστήριο διέταξε την επίδοση της. Οι Καθ' ων η αίτηση εκδηλώθηκαν με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης ημερ. 29.07.21 επί σωρεία λόγων που φαίνονται στο σώμα της. Πριν από την καταχώρηση της πιο πάνω ένστασης και συγκεκριμένα στις 27.07.21, η Αιτήτρια καταχώρησε νέα μονομερή αίτηση (στο εξής η 'υπό κρίση αίτηση' ή η 'αίτηση') με την οποίαν ζητούσε την ίδια ακριβώς θεραπεία ενδιάμεσης φύσεως όπως και την πρώτη φορά. Σε ότι αφορά την πρώτη αίτηση ημερ. 08.07.21 αυτή αποσύρθηκε στις 04.08.
  2. Παρέμεινε η δεύτερη αίτηση ημερ. 27.07.21, στην οποίαν το δικαστήριο αυθημερόν εξέδωσε μονομερώς το αιτούμενο προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα ορίζοντας το επιστρεπτέο στις 04.08.21 και ακολούθως δίδοντας οδηγίες να καταχωρηθεί ένσταση μέχρι τις 03.09.
  3. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, άρθρα 4, 5, 6 και 9 του Κεφ.6, στη Δ.33 Θ.15, στη Δ.40 Θ8 και στη Δ.48 Θ.1-4 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Αιτήτρια δικαιολογούν την συνέχιση της ισχύς του διατάγματος, περιέχονται σε ένορκη δήλωση της ιδίας, στην οποίαν επισυνάπτονται δύο τεκμήρια προς υποστήριξη της. Συνοψίζοντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης μπορεί να λεχθεί η αναφορά της Αιτήτριας ότι το έτος 2009 εκδόθηκε δικαστική απόφαση στην αγωγή υπ' αρ. 187/2009 για το ποσό των €407.458,99 πλέον τόκους και έξοδα, τα οποία εξασφαλίζονταν με την υποθήκη υπ' αρ. Υ
  4. Επίσης δηλώνεται ότι έχουν παρέλθει δέκα και πλέον χρόνια χωρίς η δικαστική απόφαση να «ανανεωθεί», όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται. Στις 09.02.21 η Αιτήτρια (πρώην Εναγόμενη 2 στην αγωγή υπ' αρ. 187/2009) κάλεσε τους Καθ' ων η αίτηση να εξαλείψουν την υποθήκη, χωρίς όμως να το πράξουν. Από την άλλη, οι Καθ' ων η αίτηση ενεργοποίησαν τη διαδικασία εκποίησης του ακινήτου με αποστολή Ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ». Ο πλειστηριασμός πραγματοποιήθηκε στις 21.12.20 δίχως όμως το ακίνητο να πωληθεί. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, στις 05.07.21 η ίδια έλαβε από τους Καθ' ων η αίτηση επιστολή ημερ. 22.06.21 με την οποίαν ενημερώθηκε ότι οι τελευταίοι θα προχωρούσαν με την αγορά του ενυπόθηκου ακινήτου (επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση). Τούτο παρά την καταχώρηση της κυρίως αίτησης. Περαιτέρω στις 26.07.21 ο πρώην εναγόμενος 1 στην αγωγή υπ' αρ. 187/09 (XXXX Μιχαήλ) παρέλαβε επιστολή από τους Καθ' ων η αίτηση ημερ. 02.07.21 με την οποίαν τον πληροφόρησαν ότι το ακίνητο είχε ήδη αγοραστεί από αυτούς στις 25.06.21 και ότι θα προχωρούσαν με την μετεγγραφή του εις το όνομα τους (η επιστολή επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση). Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 03.09.21 επί 35 λόγων που καταγράφονται στο σώμα της αίτησης. Οι λόγοι αυτοί, οι οποίοι είναι πολυσύνθετοι και ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβανόμενοι μεταξύ τους, αφού ομαδοποιηθούν και απλοποιηθούν, όσο αυτό είναι δυνατό, εμπίπτουν στις ακόλουθες κατηγορίες:

(1)Η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη δικονομική βάση αδυνατώντας έτσι να στηρίξει την αιτούμενη θεραπεία.
(2)Η αίτηση είναι θνησιγενής επειδή είναι άνευ αντικειμένου.
(3)Η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη επειδή διέπεται από αλλότριους σκοπούς.
(4)Η Αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση.
(5)Δεν ικανοποιείται το στοιχείο του επείγοντος αφού η αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση.
(6)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης του Καθ' ου η αίτηση στηρίζεται, ανάμεσα σ' άλλα, στα άρθρα 29 και 32 του Ν.14/60, στα άρθρα 4-9 του Κεφ.6, στα άρθρα 44-46 του Ν.9/1965, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Κανονισμούς του 2015 (Κ.Δ.Π.185/2015), στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 6
(1)και 6
(2)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του δικαστηρίου, στις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Χριστοδούλου, υπαλλήλου της εταιρείας Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, στην οποίαν περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη της τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν την ακύρωση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος. Εις υποστήριξη του περιεχομένου της επισυνάπτονται τεκμήρια. Συνοπτική καταγραφή του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση περιλαμβάνει το ιστορικό της υπόθεσης, όπως αυτό παρουσιάστηκε από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια διαθέτει εγγεγραμμένο μερίδιο 1/3 επί του ακινήτου, ολόκληρο το οποίο είναι υποθηκευμένο από την υποθήκη υπ' αρ. XXX/07 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου (Τεκμήριο 1). Η υποθήκη αυτή εξασφαλίζει δάνειο και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις που χορηγήθηκε στην Αιτήτρια και στον πιο πάνω Μιχαήλ ύψους €427.150,36 (ισότιμο σε Λ.Κ.£250.000). Επειδή στις 30.04.09 η σύμβαση δανείου τερματίστηκε και το οφειλόμενο ποσό κατέστη απαιτητό, καταχωρίστηκε η αγωγή υπ' αρ. 187/09 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στην οποίαν στις 21.10.09 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της Αιτήτριας και του Μιχαήλ σχετικά με το χρέος τους και παράλληλα εκδόθηκε διάταγμα για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δια δημοσίου πλειστηριασμού. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, από το έτος 2014 μέχρι σήμερα δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους και των εξόδων της αγωγής. Ορισμένα ποσά που είχαν πληρωθεί πριν από το έτος 2014 πιστώθηκαν στο λογαριασμό. Σχετική κατάσταση λογαριασμού επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  1. Ακολούθως οι Καθ' ων η αίτηση ενεργοποίησαν διαδικασία με βάση τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Ν.9/
  2. Ειδικότερα, οι Καθ' ων η αίτηση επέδωσαν στην Αιτήτρια και στα υπόλοιπα ενδιαφερόμενα άτομα Ειδοποίηση Τύπος «Ι» (Τεκμήριο 3). Η μη εξόφληση του χρέους εντός της περιόδου που είχε οριστεί, οδήγησε στην αποστολή Ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα (Τεκμήριο 4). Πάλι δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση από οποιονδήποτε. Ουδέποτε εξοφλήθηκε το χρέος, το ύψος του οποίου ουδέποτε αμφισβητήθηκε με αποτέλεσμα η οφειλή να παραμένει μέχρι σήμερα. Στις 22.06.21 οι Καθ' ων η αίτηση απέστειλαν επιστολή στην Αιτήτρια με την οποίαν την ενημέρωσαν ότι είχαν παρέλθει 6 μήνες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου χωρίς αυτό να πωληθεί και ότι ως εκ τούτου είχαν δικαίωμα να το αγοράσουν στην αγοραία αξία που καθορίστηκε με βάση την τελευταία εκτίμηση που διενεργήθηκε. Στις 25.06.21 οι Καθ' ων η αίτηση προχώρησαν στη μετεγγραφή του ακινήτου επ' ονόματι τους. Έπειτα στις 02.07.21 απέστειλαν ενημερωτικές επιστολές στην Αιτήτρια και στα υπόλοιπα ενδιαφερόμενα άτομα για την πώληση του ακινήτου και τη διάθεση του προϊόντος πώλησης. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας αφού η Αιτήτρια προώθησε τρεις πανομοιότυπες αιτήσεις εκ των οποίων οι δύο για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όπως η ενόρκως δηλούσα αναφέρει, όταν στις 08.07.21 η Αιτήτρια δεν πέτυχε μονομερώς την έκδοση προσωρινού διατάγματος προχώρησε με νέα ενδιάμεση αίτηση για να πετύχει το αποτέλεσμα που δεν είχε καταφέρει με την πρώτη. Επίσης η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση γίνεται κακόπιστα. Όπως λέει, η προώθηση της έχει σκοπό να δημιουργήσει σύγχυση ενώ επιδιώκει να καθυστερήσει την εκτέλεση της απόφασης, να αποφύγει η Αιτήτρια ανάληψη των συμβατικών ευθυνών της και να αποστερήσει από τους Καθ' ων η αίτηση να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας τους. Επίσης δηλώνει ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας πως η υποθήκη είναι παρεπόμενο δικαίωμα και υποχρέωση υπαρκτού χρέους και πως ενόψει της υποτιθέμενης παύσης της ισχύς της προαναφερόμενης δικαστικής απόφασης η υποθήκη δεν εξασφαλίζει πλέον κανένα χρέος, συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις που προβάλλονται κακόπιστα προκειμένου να αποφευχθούν οι συμβατικές υποχρεώσεις της Αιτήτριας. Η ενόρκως δηλούσα επιπλέον δηλώνει πως η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια επειδή με την αίτηση της προωθεί διαζευκτικούς ισχυρισμούς προβάλλοντας παράλληλα γενικές και αόριστες θέσεις καθώς επίσης παραπλανητικούς και αναληθείς ισχυρισμούς. Περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
  3. Την ίδια στιγμή σημειώνει ότι οι Καθ' ων η αίτηση είναι φερέγγυο πρόσωπο με αποτέλεσμα να διαθέτει δυνατότητα αποζημίωσης της Αιτήτριας αν αυτή υποστεί ζημιά σε περίπτωση που επιτύχει η κυρίως αίτησης της. Παράλληλα δηλώνει ότι δεν ικανοποιείται το στοιχείο του κατ' επείγοντος ενώ ούτε υπάρχουν ιδιάζουσες περιστάσεις που να δικαιολογούν την παραμονή του προσωρινού διατάγματος σε ισχύ. Επίσης αναφέρει ότι η Αιτήτρια δεν παραθέτει κάποια εξήγηση για το λόγο της καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Καταλήγοντας η ενόρκως δηλούσα σημειώνει ότι το προσωρινό διάταγμα ημερ. 27.07.21 είναι άνευ αντικειμένου επειδή απαγορεύει στους Καθ' ων η αίτηση να προβούν σε οποιοδήποτε διάβημα μεταβίβασης του ενυπόθηκου ακινήτου τη στιγμή που έχει ήδη ολοκληρωθεί η αγορά του στις 25.06.21, γεγονός που ήταν εις γνώση της Αιτήτριας. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία και νομοθεσίες, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Με την πρώτη ομάδα λόγων ένστασης οι Καθ' ων η αίτηση επικαλούνται ότι η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη δικονομική βάση με αποτέλεσμα να μην μπορεί να στηρίξει την αιτούμενη θεραπεία. Εξ' όσον μπορεί να γίνει αντιληπτό από την αγόρευση της συνηγόρου τους, το επιχείρημα τους είναι ότι η νομική βάση επί της οποίας εδράζεται η υπό κρίση αίτηση δεν περιλαμβάνει το Ν.9/1965και σχετικές διατάξεις αυτού. Να σημειωθεί ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας δεν έχει σχολιάσει τη θέση αυτή των Καθ' ων η αίτηση. Όπως εύκολα διαπιστώνεται από το σώμα της, η παρούσα αίτηση είναι ενδιάμεσης φύσεως και μ' αυτήν ζητήθηκε η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος. Η δε συνέχιση προώθηση της στο στάδιο αυτό αποσκοπεί στην παραμονή του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος σε ισχύ μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της κυρίως αίτησης. Παρατηρώντας το νομικό καθεστώς της υπό κρίση αίτησης διαπιστώνω ότι σ' αυτή συμπεριλαμβάνονται το άρθρο 32 του Ν.14/60 καθώς και τα άρθρα 4 και 9 του Κεφ.6 που αποτελούν το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το άρθρο 32 αποτελεί το γενικό πλαίσιο δικαιοδοσίας παρέχοντας διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να εκδίδει προσωρινά απαγορευτικά διατάγματα, όπως είναι η αξιούμενη θεραπεία στην υπό κρίση αίτηση. Επειδή το θέμα αφορά τη διατήρηση ακινήτου και κατ' επέκταση αποφυγή μεταβίβασης του σε άλλο πρόσωπο, ορθά επιπλέον συμπεριλήφθηκε το άρθρο
  4. Εφόσον το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς, ορθά στη νομική βάση περιέχεται και το άρθρο 9 του Κεφ.6 που άπτεται τέτοιων περιπτώσεων (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598). Επίσης στη νομική βάση της αίτησης συμπεριλαμβάνεται η Δ.48 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία ρυθμίζει το δικονομικό πλαίσιο εξέτασης μιας τέτοιας αίτησης όπως την υπό κρίση (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Η ενδιάμεση φύση της αίτησης αυτής καθιστά ορθή της συμπερίληψη της εν λόγω διαταγής στο νομικό πλαίσιο επί του οποίου βασίζεται η προώθηση της υπό κρίση αίτησης. Οι επικουρικές αναφορές στο Κεφ.6 και στη διακριτική εξουσία καλύπτουν νομικά ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης αυτής. Η Αιτήτρια βασικά στην κυρίως αίτηση διεκδικεί ακύρωση υποθήκης και εμπράγματων βαρών επί ιδιόκτητου ακινήτου της με αποτέλεσμα ορθά να γίνεται επίκληση της εν λόγω νομοθεσίας στο νομικό υπόβαθρο της παρούσας αίτησης. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης είναι ορθή και επαρκώς συμπληρωμένη. Συνεπώς η ομάδα αυτή λόγων ένστασης απορρίπτεται ως ανεδαφική. Με την δεύτερη ομάδα λόγων ένστασης οι Καθ' ων η αίτηση παραπονιούνται ότι η παρούσα αίτηση είναι θνησιγενής επειδή είναι άνευ αντικειμένου. Είναι η θέση τους ότι ζητείται η συνέχιση της ισχύς ενός προσωρινού διατάγματος που απαγορεύει τη λήψη διαβήματος μεταβίβασης του ενυπόθηκου ακινήτου τη στιγμή που η αγορά του έχει ολοκληρωθεί στις 25.06.21, γεγονός που, όπως λένε, ήταν σε γνώση της Αιτήτριας. Η δε Αιτήτρια προέβαλε αντίθετη θέση υποστηρίζοντας ότι η υπό κρίση αίτηση έχει θέμα που χρήζει διερεύνησης αφού ακόμη εκκρεμεί η διαδικασία μεταβίβασης του επίμαχου ενυπόθηκου ακινήτου. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η θέση των Καθ' ων η αίτηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το γεγονός ότι οι Καθ' ων η αίτηση άσκησαν την επιλογή που τους παρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 44ΙΑ του Ν.9/1965 αγοράζοντας το επίμαχο ακίνητο που επιβαρύνεται με την υποθήκη υπ' αρ. XXXX/07, γεγονός που η Αιτήτρια δεν αμφισβητεί, είναι άνευ σημασίας. Τόσο στην αίτηση όσο και στην ένσταση επισυνάπτονται τεκμήρια που από κοινού βεβαιώνουν την αγορά του (επιστολές ημερ. 22.06.21 και 02.07.21). Ωστόσο η αγορά του ενυπόθηκου ακινήτου δεν αποτελεί το τέλος της διαδρομής για να θεωρείται πλέον άνευ αντικειμένου η λήψη άλλου διαβήματος. Εδώ εκκρεμεί η μετεγγραφή του ενυπόθηκου ακινήτου εις το όνομα των Καθ' ων η αίτηση δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 44ΙΒ του Ν.9/1965, οι οποίες προνοούν την υποβολή σχετικής αίτησης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου εντός περιόδου που δεν υπερβαίνει τις 30 ημέρες από την πώληση του ακινήτου μαζί με έγγραφα που καθορίζονται από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου. Από ότι φαίνεται η έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος απαγόρευσε την πραγματοποίηση της εν λόγω μετεγγραφής, αναχαιτίζοντας έτσι την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Η απαγορευτική ισχύς του προσωρινού διατάγματος διατηρεί σε εκκρεμότητα την εκποίηση του ακινήτου. Παράλληλα η Αιτήτρια αμφισβητεί την αναγκαιότητα παραμονής σε ισχύ της πιο πάνω υποθήκης για τους λόγους που επικαλείται. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, η παρούσα αίτηση διαθέτει αντικείμενο που υπόκειται σε νομική εξέταση. Συνακόλουθα η ομάδα αυτή λόγων ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμη. Με την τρίτη ομάδα λόγων ένστασης οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη επειδή διέπεται από αλλότριους σκοπούς. Σύμφωνα με τους Καθ' ων η αίτηση, η Αιτήτρια προχώρησε στην καταχώρηση τριών πανομοιότυπων αιτήσεων, εκ των οποίων οι δύο να είναι ενδιάμεσης φύσεως και ταυτόσημες με το ίδιο περιεχόμενο, όλες διεκδικώντας την ίδια θεραπεία προκειμένου να επιτύχουν το ίδιο αποτέλεσμα. Οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι επειδή η Αιτήτρια δεν κατάφερε να πετύχει μονομερώς την έκδοση προσωρινού διατάγματος αλλά της δόθηκαν οδηγίες να το επιδώσει, προχώρησε στην καταχώρηση νέας μονομερούς αίτησης αξιώνοντας πάλι την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Να σημειωθεί ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας δεν έχει σχολιάσει ούτε αυτή τη θέση των Καθ' ων η αίτηση. Ανατρέχοντας στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης εντόπισα την κυρίως αίτηση και δύο ενδιάμεσες αιτήσεις. Έχω ήδη αναφερθεί στη χρονολογική σειρά καταχώρησης τους και δεν χρειάζεται να το επαναλάβω. Είχα την ευκαιρία να εξετάσω τη φύση των θεραπειών που η Αιτήτρια αξίωσε σε κάθε μία από αυτές καθώς επίσης τα έγγραφα που τις συνοδεύουν. Αυτό που παρατηρώ είναι ότι στην κυρίως αίτηση ζητείται η ακύρωση της προαναφερόμενης υποθήκης, των εμπράγματων βαρών που επιβαρύνουν το επίμαχο ενυπόθηκο ακίνητο αλλά και της διαδικασίας που οδηγεί σε εκποίηση του. Ωστόσο στις δύο ενδιάμεσες αιτήσεις της η Αιτήτρια επιδιώκει διαφορετικής φύσεως θεραπεία από αυτή που διεκδικεί στην κυρίως αίτηση. Σε αντίθεση με την προστακτική φύσεως θεραπεία της ακύρωσης εγγράφων και διαδικασιών στην κυρίως αίτηση, μέσα από αμφότερες ενδιάμεσες αιτήσεις επιδίωξε απαγόρευση στη λήψη διαβήματος για εκτέλεση της προαναφερόμενης δικαστικής απόφασης και μέτρου εκποίησης της υποθήκης, περιλαμβανομένης και της αγοράς του ενυπόθηκου ακινήτου, μέσω προσωρινού διατάγματος απαγορευτικής ισχύς. Αυτό αφήνει εκτεθειμένη τη θέση των Καθ' ων η αίτηση περί τριών πανομοιότυπων αιτήσεων. Είναι γεγονός ότι οι δύο ενδιάμεσες αιτήσεις μεταξύ τους περιέχουν την ίδια ακριβώς αξιούμενη θεραπεία. Βέβαια διευκρινίζεται ότι ενώπιον του δικαστηρίου προωθήθηκε μόνο η δεύτερη ενώ η πρώτη έχει αποσυρθεί. Πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι αμφότερες ενδιάμεσες αιτήσεις δεν έχουν ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο αλλά ούτε καταχωρήθηκαν για τον ίδιο λόγο. Η πρώτη ενδιάμεση αίτηση ημερ. 08.07.21 που αποσύρθηκε περιέχει επιστολή ημερ. 22.06.21 των Καθ' ων η αίτηση, με την οποίαν της γνωστοποιούσαν την πρόθεση τους να ασκήσουν το δικαίωμα της αγοράς του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 44ΙΑ του Ν.9/1965. Η καταχώρηση της αποσκοπούσε στην απαγόρευση της σκοπούμενης πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Ωστόσο η εκ των υστέρων πώληση του και η ενεργοποίηση πλέον της διαδικασίας της μετεγγραφής του ενυπόθηκου ακινήτου εντός της καθορισμένης από το άρθρο 44ΙΒ του Ν.9/1965 περιόδου οδήγησε την Αιτήτρια να αιτηθεί εκ νέου μονομερώς την έκδοση προσωρινού διατάγματος προκειμένου να απαγορεύσει την πραγματοποίηση της. Η νέα αυτή εξέλιξη προέκυψε από την ενημέρωση που η Αιτήτρια είχε μεταγενέστερα από το ενδιαφερόμενο άτομο XXXX Μιχαήλ για υλοποίηση της αγοράς του ενυπόθηκου ακινήτου από τους Καθ' ων η αίτηση και την πρόθεση τους για μετεγγραφή του εις το όνομα τους. Η επιστολή των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 02.07.21 προς τον Μιχαήλ που ταχυδρομήθηκε στις 22.07.21, κάτι που αποδεικνύεται από τη σφραγίδα του ταχυδρομείου στον φάκελο της εν λόγω επιστολής που επισυνάπτεται στην υπό κρίση αίτηση, εκλήφθηκε από την Αιτήτρια ως νέο γεγονός που της επέτρεπε να αποταθεί στο δικαστήριο με νέα ενδιάμεση μονομερή αίτηση. Επρόκειτο για εξέλιξη που διαφοροποιούσε το υφιστάμενο σκηνικό που υπήρχε μέχρι τότε. Η καταχώρηση της δεύτερης ενδιάμεσης αίτησης στη βάση πλέον του πιο πάνω νέου δεδομένου οδήγησε στην απόσυρση της πρώτης. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, καταλήγω ότι η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης δεν είναι καταχρηστική. Περαιτέρω οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η παρούσα αίτηση διαπνέεται από κακοπιστία αποδίδοντας την προώθηση της σε αλλότρια κίνητρα. Συγκεκριμένα αναφέρουν ότι η ύπαρξη της σκοπεί στο να δημιουργήσει σύγχυση, να παρεμποδίσει και καθυστερήσει τη διαδικασία, να κατασπαταλήσει δικαστικό χρόνο, να καθυστερήσει την εκτέλεση της προαναφερόμενης δικαστικής απόφασης, να εμποδίσει τη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, να αποστερήσει από τους Καθ' ων η αίτηση να απολαύσουν τους καρπούς της επιτυχίας τους, να τους ασκήσει πίεση, να παραβλάψει τα έννομα συμφέροντα τους και να αποφύγει η Αιτήτρια την ανάληψη συμβατικών ευθυνών της. Με κάθε σεβασμό στην συνήγορο των Καθ' ων η αίτηση δεν συμμερίζομαι τη θέση τους. Τα πιο πάνω αποτελούν υποκειμενικές απόψεις που στηρίζονται σε θεωρητικό επίπεδο. Οι Καθ' ων η αίτηση απέτυχαν να αποδείξουν στη βάση στοιχείων, ως όφειλαν να πράξουν, ότι η παρούσα αίτηση χαρακτηρίζεται από κακοπιστία. Συνεπώς η εν λόγω ομάδα λόγων ένστασης απορρίπτεται ως ανυπόστατη. Με την τέταρτη ομάδα λόγων ένστασης οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει ουσιώδη στοιχεία που περιβάλλουν την υπόθεση. Ειδικότερα είναι η θέση τους ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο δικαστήριο επειδή με την αίτηση της προωθεί διαζευκτικούς και αντιφατικούς ισχυρισμούς προβάλλοντας παράλληλα γενικές και αόριστες θέσεις καθώς επίσης παραπλανητικούς και αναληθείς ισχυρισμούς. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η πιο πάνω θέση δεν σχολιάζεται από την πλευρά της Αιτήτριας. Η πλήρης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή που καταφεύγει στην χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Δήμος Πάφου v. Βοσκού
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Τούτο επειδή το δικαστήριο στην απουσία του άλλου μέρους, εναντίον του οποίου ζητείται μονομερώς η αξιούμενη θεραπεία, προχωρεί στη λήψη απόφασης βασιζόμενο μόνο στα στοιχεία και γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Γι' αυτό, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης όπου ο Καθ' ου η αίτηση δεν λαμβάνει μέρος και δεν έχει την ευκαιρία στο στάδιο εκείνο να ακουστεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, η ένορκη δήλωση του Αιτητή πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και που είναι σχετικά και μπορούν να επηρεάζουν την κρίση του, το οποίο καλείται να αποφασίσει χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο προχωρεί στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Η πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος. Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση παρατηρώ ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου ποια συγκεκριμένα είναι αυτά τα επικαλούμενα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης που σύμφωνα με τους Καθ' ων η αίτηση η Αιτήτρια απέκρυψε και θα επενεργούσαν στη σκέψη του δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας όταν εξέταζε την υπό κρίση μονομερή ενδιάμεση αίτηση της. Επιπλέον οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν εκθέσει ενώπιον του δικαστηρίου ποιοι ακριβώς είναι αυτοί οι παραπλανητικοί και αναληθείς ισχυρισμοί της Αιτήτριας που επικαλούνται, οι οποίοι, σύμφωνα με τους ιδίους, παραπλάνησαν και καθοδήγησαν λανθασμένα το δικαστήριο στην μονομερή έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Παράλληλα δεν έχω εντοπίσει διαζευκτικούς και αντιφατικούς ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, όπως λανθασμένα επικαλούνται οι Καθ' ων η αίτηση, το περιεχόμενο των οποίων να καταδεικνύει αποσιώπηση ουσιωδών γεγονότων που σχετίζονται με την υπόθεση. Μάλιστα αυτό που κάποιος διαπιστώνει διαβάζοντας την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας είναι απλά η εκδοχή της ως προς τα γεγονότα που η ίδια ισχυρίζεται ότι συνέβησαν καθώς επίσης θέσεις τις οποίες διατυπώνει μετά από νομική συμβουλή του δικηγόρου της. Από την άλλη, η όλη αναφορά των Καθ' ων η αίτηση περιορίστηκε σε μία γενική και αόριστη θέση, η οποία παρέμεινε αστήριχτη και μετέωρη αφού δεν θεμελιώνεται από επαρκές και κατάλληλο πραγματικό υπόβαθρο. Έχοντας υπόψη μου το πιο πάνω σκεπτικό, η ομάδα αυτή λόγων ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμη. Προχωρώ ευθύς στην εξέταση της πέμπτης ομάδας λόγων ένστασης που αφορά το στοιχείο του «κατεπείγοντος». Είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι από την ένορκη δήλωση του Αιτητή δεν αποκαλύπτονται ουσιώδη γεγονότα που να καταδεικνύουν το ζήτημα αυτό. Το στοιχείο του «κατεπείγοντος» είναι ο κατ' εξοχήν παράγοντας στη βάση του οποίου καταχωρείται μονομερώς μία αίτηση που αποσκοπεί στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αίτηση C.M.K. Metal Constraction Limited και άλλος Πολιτική Αίτηση Αρ. 138/2018 ημερ. 07.11.18, η απόδοση θεραπείας χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά αποτελεί σοβαρή εκτροπή από θεμελιακή αρχή της φυσικής δικαιοσύνης. Γι' αυτό η εφαρμογή της θεραπείας αυτής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση στις περιπτώσεις μόνο που στοιχειοθετείται κατεπείγουσα ανάγκη. Στην υπόθεση Κούππα v. Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10 ημερομηνίας 17.07.14 λέχθηκε ότι το στοιχείο του «κατεπείγοντος» μπορεί να επανεξεταστεί εφόσον εγείρεται στην ένσταση κατά της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς, ώστε να υπάρχει συμμόρφωση στο θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που δεν επιτρέπει να παρεμποδίζεται το επηρεαζόμενο από το διάταγμα πρόσωπο να ακουστεί εφ' όλης της ύλης Το Ανώτατο Δικαστήριο κατ' επανάληψη τόνισε την ανάγκη όπως η μονομερής δικαιοδοσία του δικαστηρίου αναλαμβάνεται με φειδώ. Για να εκδοθεί ένα διάταγμα μονομερώς τα πράγματα πρέπει να είναι τόσο επείγοντα και τόσο πιεστικά που το δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή παρά να εκδώσει το διάταγμα (Έλενα Κυριάκου
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1332 και Βαλεντίνα Θεοφάνους
(2010)1Α Α.Α.Δ. 234). Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd (πιο πάνω) στη σελ. 604, κατ' ακολουθία της αναφοράς στο άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, αναφέρεται πως: "Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του - (In Re Stavrou Hotel Apartments Ltd (Aίτηση Αρ. 76/94 - 29/12/94), In Re B.P. CYPRUS LTD - (Αίτηση Αρ. 143/96 - 1/8/96)), το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6." Περαιτέρω στην υπόθεση Astarti Development Plc κ.α. v. Χριστοδουλίδη κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 160/2015 ημερομηνίας 13.01.16 υποδείχτηκε ότι το κατεπείγον της θεραπείας συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου, στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Ακόμη λέχθηκε ότι προς απόδοση μονομερώς θεραπείας θα πρέπει να προβληθούν συγκεκριμένοι και σαφείς ισχυρισμοί που να διαφοροποιούν τα πράγματα από τη «συνήθη περίπτωση» και να δικαιολογούν την ύπαρξη του κατεπείγοντος με τέτοια ένταση, ώστε να μην μπορεί να δοθεί ο χρόνος λίγων ημερών για να κοινοποιηθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά. Στην παρούσα περίπτωση οι Καθ' ων η αίτηση εκδήλωσαν πρόθεση να αγοράσουν το ενυπόθηκο ακίνητο (βλέπε επιστολή των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 22.06.21 προς την Αιτήτρια που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της). Πέραν της πρόθεσης, δεν είχε συμβεί οτιδήποτε άλλο που να διαφοροποιούσε το σκηνικό που ήδη υπήρχε από πριν. Γι' αυτό προφανώς το δικαστήριο έκρινε πως η πρώτη μονομερής ενδιάμεση αίτηση της Αιτήτριας έπρεπε να επιδοθεί στην άλλη πλευρά. Ωστόσο η μετέπειτα συμπεριφορά των Καθ' ων η αίτηση που ήταν η πραγματοποίηση της αγοράς του ενυπόθηκου ακινήτου και η προσπάθεια μετεγγραφής του εις το όνομα τους ενεργοποιώντας προς τούτο την προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία, δημιούργησε άμεσο και υπαρκτό κίνδυνο μεταβίβασης και/ή αποξένωσης του επίμαχου ακινήτου. Είναι γι' αυτό που όταν η Αιτήτρια πληροφορήθηκε την διαφοροποίηση των δεδομένων από τον ενδιαφερόμενο Μιχαήλ μεταγενέστερα της 22.07.21, ημερομηνία κατά την οποίαν αυτός παρέλαβε σχετική επιστολή από τους Καθ' ων η αίτηση, έσπευσε στις 27.07.21 να καταχωρήσει την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση προς αποτροπή αυτού του άμεσου και υπαρκτού κινδύνου που δημιουργήθηκε στην πορεία ένεκα της διαφοροποίησης του υφιστάμενου καθεστώτος πραγμάτων. Από τα πιο πάνω στοιχεία που δεν έτυχαν αμφισβήτησης, δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε καθυστέρηση ή ολιγωρία στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Όπως προκύπτει, η Αιτήτρια προώθησε την υπό κρίση αίτηση αμέσως μετά που ενημερώθηκε για αγορά του ενυπόθηκου ακινήτου από τους Καθ' ων η αίτηση και έγερση της διαδικασίας μετεγγραφής του εις το όνομα τους. Παράλληλα η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια γνώριζε για την διαδικασία αγοράς του ακινήτου από τότε που της απέστειλαν την Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» ημερ. 16.09.20 δεν έχει οποιαδήποτε αξία αφού ο πλειστηριασμός που διεξήχθη στις 21.12.20 δεν έφερε οποιοδήποτε αποτέλεσμα ενώ έκτοτε δεν υπήρξε αγορά του εν λόγω ακινήτου με οποιονδήποτε άλλο τρόπο μέχρι που τα δεδομένα της υπόθεσης διαφοροποιήθηκαν όταν ενημερώθηκε από τον Μιχαήλ για τη διαδικασία μετεγγραφής του οπότε και προωθήθηκε η υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση. Στη βάση του πιο πάνω σκεπτικού η εν λόγω ομάδα λόγων ένστασης απορρίπτεται ως ανυπόστατη. Έπεται η εξέταση της έκτης ομάδας λόγων ένστασης, η οποία άπτεται των κριτηρίων και γενικά παραμέτρων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος. Εδώ βέβαια αν δικαιολογείται ή όχι η συνέχιση της ισχύς του προσωρινού διατάγματος. Είναι βασικά η θέση των Καθ' ων η αίτησης ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα η Αιτήτρια θεωρεί ότι αυτές ικανοποιούνται. Η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος. Στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα (εδώ αξίωσης της Αιτήτριας) και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής (εδώ κυρίως αίτησης). Κατά το στάδιο αυτό το δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802) τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας (εδώ σύμφωνα με την κυρίως αίτηση, ένσταση και τα έγγραφα που τις συνοδεύουν). Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης (εδώ αξίωσης) και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις (κυρίως αίτηση, ένσταση και τα έγγραφα που τις συνοδεύουν). Ερχόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ, μέσα από μελέτη του περιεχομένου της κυρίως αίτησης, ότι η Αιτήτρια επικαλείται γεγονότα και δεδομένα που σύμφωνα με την ίδια δικαιολογούν ακύρωση της πιο πάνω υποθήκης και εμπραγμάτων βαρών που δεσμεύουν το ακίνητο με την εγγραφή της προαναφερόμενης εκδοθείσας δικαστικής απόφασης στην αγωγή υπ' αρ. XXXXX/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Ουσιαστικά η Αιτήτρια αξιώνει θεραπείες που στοχεύουν στην αποδέσμευση του ακινήτου από διαδικασίες εκποίησης του που ενεργοποιούνται ως αποτέλεσμα υφιστάμενων εγγεγραμμένων επιβαρύνσεων, ισχυριζόμενη ότι για τους λόγους που αναπτύσσει η δικαστική εκδοθείσα απόφαση που εγγράφηκε επί του ακινήτου έπαυσε να έχει νομική ισχύ και συνέπειες. Το άρθρο 71 του Κεφ.6 παρέχει δικαίωμα σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, περιλαμβανομένης εδώ της Αιτήτριας, να ζητήσει από το δικαστήριο την ακύρωση οποιασδήποτε εγγραφής που διενεργήθηκε επί του ακινήτου. Από τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, όπως αυτοί προκύπτουν από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει τόσο την υπό κρίση αίτηση όσο και την κυρίως αίτηση, κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του δικαστηρίου. Τέτοια θέματα που καλείται το δικαστήριο να εξετάσει είναι εάν έχει ή όχι επηρεαστεί η νομική ισχύ της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης στη βάση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, εάν η σύμβαση υποθήκης που είχε συνομολογηθεί για να εξασφαλίσει δάνειο και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις που της χορηγήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση έχει ή όχι έννομο αποτέλεσμα και κατά πόσο η επίμαχη υποθήκη που επιβαρύνει το εν λόγω ακίνητο συνεπεία της σύμβασης έχει πλέον οποιαδήποτε νομική σημασία και συνεπώς κατ' επέκταση εάν συνεχίζει ή όχι να εξασφαλίζει το χρέος. Το δικαστήριο θα κληθεί ακολούθως να κρίνει κατά πόσο θα πρέπει ή όχι να ακυρωθούν η υποθήκη και τα εμπράγματα βάρη που έχουν εγγραφεί επί του ακινήτου. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 τονίστηκε ότι δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγοντας έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Με γνώμονα τα πιο πάνω το δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν αξιολογεί τις εκδοχές των μερών και δεν ασχολείται να εξακριβώσει ποια από αυτές αληθεύει. Το δικαστήριο δεν καταλήγει ούτε σε ευρήματα αλλά ούτε και σε συμπεράσματα σε σχέση με την υπόθεση. Ούτε θα ασχοληθεί με τα νομικά ζητήματα που έκαστη πλευρά θίγει. Έχοντας αυτά υπόψη μου και καθοδηγούμενος από το προαναφερόμενο νομικό πλαίσιο, παρατηρώ ότι η Αιτήτρια επικαλείται ανυπαρξία συμβατικού χρέους και κατ' επέκταση δημιουργία οφειλής επειδή η σύμβαση είχε τερματιστεί. Το μόνο που εκ πρώτης όψεως μπορεί να λεχθεί είναι ότι η έκδοση δικαστικής απόφασης στην αγωγή υπ' αρ. XXXXX/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, γεγονός που αμφότεροι διάδικοι αποδέχονται, έχει δημιουργήσει εξ' αποφάσεως χρέος στην Αιτήτρια η οποία θεωρείται εξ' αποφάσεως οφειλέτης ενώ οι Καθ' ων η αίτηση θεωρούνται εξ' αποφάσεως πιστωτές. Περαιτέρω η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η εκδοθείσα δικαστική απόφαση δεν έχει πλέον νομική ισχύ με αποτέλεσμα το χρέος να παύσει να υφίσταται (να έχει εξαλειφθεί), το οποίο πλέον δεν εξασφαλίζεται από την υποθήκη XXXXX/2009 του επίμαχου ακινήτου της. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, η εν λόγω εκδοθείσα δικαστική απόφαση έπαυσε να έχει έννομα αποτελέσματα επειδή έχουν παρέλθει δέκα χρόνια από την έκδοση της χωρίς αυτή να έχει 'ανανεωθεί' κατά την έκφραση της. Αυτό που γενικά μπορεί να λεχθεί στο στάδιο αυτό είναι ότι μετά την πάροδο συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία έκδοσης της δικαστικής απόφασης, το δικαστήριο παρέχει άδεια στον εξ' αποφάσεως πιστωτή για συνέχιση των προσπαθειών του για εκτέλεση της. Η Δ.40 Θ.8 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας πραγματεύεται ειδικά το θέμα αυτό. Αρχικά το χρονικό διάστημα για το οποίο χρειαζόταν τέτοια άδεια ήταν έξι χρόνια, στην πορεία αυξήθηκε σε δέκα χρόνια κατόπιν τροποποίησης του εν λόγω διαδικαστικού κανονισμού που έγινε με δημοσίευση στις 09.09.11 στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας και στη συνέχεια αυξήθηκε στα δώδεκα χρόνια μετά από νέα τροποποίηση του σχετικού θεσμού στις 27.03.20. Δεν θα εξετάσω στο στάδιο αυτό αν η τροποποίηση ενός θεσμού πολιτικής δικονομίας έχει ή όχι αναδρομική ισχύ, ένα νομικό θέμα για το οποίο οι διάδικοι διατηρούν εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές απόψεις. Ούτε θα σχολιάσω τώρα κατά πόσο η καταχώρηση αίτησης για να δοθεί τέτοια άδεια για συνέχιση εκτέλεσης της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης θα εγκριθεί ή όχι. Αυτό θα αποφασιστεί τη δεδομένη στιγμή εφόσον καταχωρηθεί τέτοια αίτηση και αφού εξεταστούν τα κριτήρια που αναγνωρίστηκαν από τη νομολογία στη βάση των στοιχείων που θα παρουσιαστούν (Panaou v. Christofi
(1962)2 C.L.R. 19, Pater v. Singh
(2002)EWCA 1668, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας v. Μιχαήλ κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1604). Εκείνο όμως που εκ πρώτης όψεως μπορεί να λεχθεί στο στάδιο αυτό είναι ότι μια δικαστική απόφαση δεν έχει ημερομηνία λήξης. Δεν υπάρχει χρονικό όριο για τη νομική ισχύ του περιεχομένου της με ότι αυτό συνεπάγεται από αυτό, πέραν του οποίου παύει να υπάρχει υπό την έννοια να διαγράφεται. Απλά το δικαστήριο στα πλαίσια του εποπτικού ρόλου του ασκεί έλεγχο στη συνέχιση εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης δίδοντας προς τούτο σχετική άδεια εκτέλεσης της για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ώστε να αποφεύγονται περιπτώσεις σκόπιμης κατάχρησης από την παραμονή της ανεκτέλεστη για απεριόριστο χρόνο κάτω από αδικαιολόγητες συνθήκες. Επομένως η άδεια που χρειάζεται σχετίζεται με την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης και όχι με το νομικό καθεστώς και τη νομική της ισχύ. Με βάση δε τις πρόνοιες του Θ.8 της Δ.40 ο εξ' αποφάσεως πιστωτής μπορεί οποτεδήποτε μετά την πάροδο της περιόδου που απαιτείται να προσφύγει στο δικαστήριο και να αποκτήσει άδεια για συνέχιση εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε προς όφελος του. Σε ότι αφορά τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA του Ν.9/1965, η ενεργοποίηση της, που εξ' όσον γίνεται αντιληπτό βρίσκεται σε εξέλιξη από τους Καθ' ων η αίτηση (βλέπε τα δύο επισυνημμένα έγγραφα στην ένορκη αίτηση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και τα επισυνημμένα έγγραφα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση), αποτελεί ξεχωριστό και ανεξάρτητο θέμα από την εξασφάλιση διατάγματος εκποίησης υποθήκης ακινήτου μέσω εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Το άρθρο 44Α του Μέρους VIA του Ν.9/1965 ξεκαθαρίζει ρητά ότι η εξασφάλιση διατάγματος για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου κατόπιν έκδοσης δικαστικής απόφασης στα πλαίσια αγωγής που έχει καταχωρηθεί, δεν επηρεάζει και κατ' επέκταση δεν εμποδίζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή (εδώ Καθ' ων η αίτηση) να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ιδίου ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν.9/1965. Στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων και στοιχείων μέσα από αντικειμενική και συνάμα προκαταρκτική θεώρηση τους, τα πιο πάνω είναι παράμετροι που εκ πρώτης όψεως δεν εμβολιάζουν την εκδοχή της Αιτήτριας με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, χωρίς αυτό να αποτελεί καθ' οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας των εκδοχών των διαδίκων. Επομένως καταλήγω ότι δεν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση. Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας (εδώ η Αιτήτρια) δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Προς ενίσχυση των πιο πάνω χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee Q.C., 5η έκδοση, σελίδα 44, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The first question is whether if the claimant were correct at trial, an award of damages would be an adequate remedy. If damages in the measure awarded at common law would be an adequate remedy, and the defendant would be in a financial position to pay them, then, however strong the claimant's case appeared to be, no injunction should 'normally' be granted." Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, Όξυνος κ.ά ν. Λου
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1066). Ακόμη χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Highgate Primary School Ltd v. Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 317: "Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους, σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια. Το πρωτόδικο δικαστήριο βρήκε ότι θα προκληθεί τέτοια αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες και δεν συντρέχει λόγος για επέμβαση στα ευρήματά του." Περιπτώσεις που ενέχουν στοιχείο συνεχιζόμενης παράνομης συμπεριφοράς ή παρατηρείται παράνομη επέμβαση που αναμένεται να συνεχιστεί, δημιουργούν περιστάσεις αδυναμίας να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση σχετικού απαγορευτικού διατάγματος (Karydas Taxi Co Ltd v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Sevenoaks District Council v. Patlulo & Vinson Ltd [1984] 1 All E.R. 544). Στην πρόσφατη υπόθεση Εκδόσεις "Αρκτινός" Λίμιτεδ και άλλος v. Λοϊζίδου Πολιτική Έφεση Αρ. Ε7/2018 ημερ. 21.03.19 συνάγεται το συμπέρασμα ότι συνεχιζόμενη παράνομη συμπεριφορά του αδικοπραξία που οδηγεί σε παραβίαση δικαιωμάτων του θύματος δυνατό να δημιουργήσει συνθήκες πρόκλησης αδικίας με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος να μην απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη στο μέλλον. Μέσα σ' αυτό το πνεύμα είναι και το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Χριστοφόρου v. Κυπριανού Ποινική Έφεση Αρ. 68/2012 ημερ 27.03.18 όπου γίνεται αναφορά σε συνεχιζόμενες προστριβές και κατ' εξακολούθηση επιλήψιμες συμπεριφορές και ενέργειες. Παραπέμπω ακόμη στα νομικά συγγράμματα 'Διατάγματα' των κ.κ. Ερωτοκρίτου & Αρτέμη, έκδοση 2016 σελίδες 136-139 και 'Kerr on Injunctions' J.M. Patterson, 6η έκδοση σελίδες 92-93. Η παρούσα υπόθεση αφορά ενυπόθηκο ακίνητο. Όπως φαίνεται από το πρώτο έγγραφο που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, το εν λόγω ακίνητο είναι χωράφι με συγκεκριμένη εκτιμημένη αξία. Συνεπώς η όποια ζημιά υποστεί η Αιτήτρια σε περίπτωση απώλειας του μπορεί εύκολα να υπολογιστεί σε χρήμα. Η δυνατότητα επιδίκασης αποζημιώσεων στην Αιτήτρια που μπορεί η ίδια να διεκδικήσει εις βάρος των Καθ' ων η αίτηση, εάν και εφόσον το εν λόγω ακίνητο εκποιηθεί πριν από την εκδίκαση της κυρίως αίτησης και έκδοσης δικαστικής απόφασης, δείχνει ότι η προοπτική αυτή αποτελεί ικανοποιητική θεραπεία. Η δε δυνατότητα υπολογισμού τέτοιας τυχόν ζημιάς που θα υποστεί η Αιτήτρια δεν την καθιστά ανεπανόρθωτης φύσεως. Με αυτό το δεδομένο, δεν έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι οι Καθ' ων η αίτηση είναι οικονομικά αφερέγγυος οργανισμός. Κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον μου που να φανερώνει ότι οι Καθ' ων η αίτηση είναι ανίκανοι να αποζημιώσουν την Αιτήτρια σε περίπτωση που της προκαλέσουν βλάβη υπό την έννοια που έχει εξηγηθεί πιο πάνω. Δεν βλέπω πως θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον χωρίς την συνέχιση της ισχύς του προσωρινού διατάγματος. Συνεπώς κρίνω ότι δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση. Εφόσον δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, παρέλκει η εξέταση της παραμέτρου του ισοζυγίου της ευχέρειας. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης και ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος. Ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 27.07.21 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης αυτής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας στην κυρίως αίτηση. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.