← Κύπρος

A.A. LTD ν. ΓΙΑΓΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 627/2019, 15/10/2021

A.A. LTD ν. ΓΙΑΓΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 627/2019, 15/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 627/2019 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΛΙΜΙΤΕΔ, από την Λευκωσία Ενάγουσας και

  1. ΧΧΧΧ ΓΙΑΓΚΟΥ (Δ.Τ. ΧΧΧΧ) από το ΧΧΧΧ-Πάφος
  2. ΧΧΧΧ ΠΑΠΑΚΛΕΟΒΟΥΛΟΥ (Δ.Τ. ΧΧΧΧ) από το ΧΧΧΧ-Πάφος
  3. ΧΧΧΧ ΠΑΠΑΚΛΕΟΒΟΥΛΟΥ (Δ.Τ. ΧΧΧΧ) από το ΧΧΧΧ-Πάφος
  4. ΧΧΧΧ ΓΙΑΓΚΟΥ (Δ.Τ. ΧΧΧΧ) από το ΧΧΧΧ-Πάφος
  5. ΧΧΧΧ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Δ.Τ. ΧΧΧΧ) από το ΧΧΧΧ-Πάφος Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 21.05.20 για παραμερισμό δικαστικής απόφασης Ημερομηνία: 15.10.21 Εμφανίσεις: Για Αιτητές 1, 2 & 3: κα Δ. Καρακώστα για κ.κ. Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (Εναγόμενοι 1, 2 & 3) Για Καθ' ης η αίτηση: κα Μ. Κωνσταντινίδου για (Ενάγουσα) Ε&Μ Κωνσταντινίδου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 10.10.19 και 26.11.19 εκδόθηκαν δικαστικές αποφάσεις υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 & 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €332.585,86 πλέον συσσωρευμένους και δεδουλευμένους τόκους από 01.01.18 μέχρι 02.03.18 επί ποσού €3.960,86 πλέον τόκο προς 8,5% ετησίως επί ποσού €332.585,86 από 03.03.18 και κεφαλαιοποίηση αυτών δύο φορές ετησίως μέχρι εξόφλησης καθώς επίσης στα έξοδα που υπολογίστηκαν. Ακολούθως στις 05.02.20 η Ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για εξέταση της οικονομικής κατάστασης των εν λόγω Εναγομένων, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Σε ότι αφορά τους Εναγομένους 4 και 5, η αγωγή βρίσκεται σε εξέλιξη και είναι ορισμένη για οδηγίες στις 25.10.
  6. Οι Εναγόμενοι 4 και 5 εκπροσωπούνται στην αγωγή με δικηγόρο. Στις 21.05.20 οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 (στο εξής οι 'Αιτητές 1, 2 και 3') καταχώρησαν την υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση με την οποίαν αξιώνουν την έκδοση δικαστικών διαταγμάτων που να ακυρώνουν και/ή παραμερίζουν τις προαναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν εις βάρος τους εν ερήμην τους. Επίσης ζητούν διάταγμα που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την εκκρεμούσα αίτηση εξέτασης της οικονομικής κατάστασης τους. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.17 Θ.10 και στη Δ.48 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου και επί των αρχών του δικαίου επιείκειας. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Αιτητές δικαιολογούν την επιτυχία της περιέχονται σε ένορκες δηλώσεις των ιδίων καθώς επίσης σε ένορκη δήλωση του Εναγομένου 4, στις οποίες επισυνάπτονται έγγραφα προς υποστήριξη τους. Συνοπτική καταγραφή του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας 1 περιλαμβάνει αναφορά της ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο φοιτούσε στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας διαμένοντας στην οδό ΧΧΧΧ στην Παλλουριώτισσα της επαρχίας Λευκωσίας και όχι στο πατρικό της στην Τάλα μαζί με τον πατέρα της (Εναγόμενο 4), στον οποίον επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα. Εις υποστήριξη της θέσης της επισυνάπτονται δηλώσεις της ιδίας και κάποιας ΧΧΧΧ Σωτηριάδου που επικαλείται ότι είναι συγκάτοικος της, καθώς επίσης έγγραφο του Πανεπιστημίου Λευκωσίας ημερ. 26.02.20 στο οποίο βεβαιώνεται εγγραφή της Αιτήτριας 1 στο μεταπτυχιακό κλάδο της κλινικής ψυχολογίας. Παράλληλα η Αιτήτρια 1 αναφέρει ότι έχει υπεράσπιση που θα πρέπει να ακουστεί ενώπιον δικαστηρίου και προς τούτο επικαλέστηκε την ύπαρξη άκυρων και καταχρηστικών όρων στη σύμβαση της με την Ενάγουσα (στο εξής η 'Καθ' ης η αίτηση'), την ύπαρξη παράνομων χρεώσεων, παράνομη αύξηση επιτοκίου, παράνομο και καταχρηστικό υπολογισμό τόκου, την ύπαρξη ποινικών ρητρών στην εν λόγω συμφωνία, κατάχρηση εμπιστοσύνης και εκμετάλλευσης της δεσπόζουσας θέσης από μέρους της Καθ' ης η αίτησης, η οποία, σύμφωνα με την Αιτήτρια 1, προέβηκε σε τακτικές επιθετικού δανεισμού και ανεύθυνου δανεισμού επιβάλλοντας τους όρους που η ίδια επιθυμούσε. Στα πλαίσια περιληπτικής αναφοράς του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας 2 σημειώνεται η θέση της ότι κατά το χρόνο επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος η ίδια δεν διέμενε στο πατρικό της σπίτι (στην κοινότητα ΧΧΧΧ) και δεν συγκατοικούσε με τη μητέρα της προς την οποίαν επιδόθηκε το εν λόγω νομικό έγγραφο, αλλά σε διαφορετική οδό της κοινότητας Τάλας και ειδικότερα στην οδό ΧΧΧ, ΧΧΧΧ Complex, 38 ΧΧΧΧ st., ΧΧΧΧ. Προκειμένου να δικαιολογήσει τη θέση της παρουσίασε συμφωνητικό έγγραφο ενοικίασης κατοικίας στην οποίαν σημειώνεται διεύθυνση στην Τάλα διαφορετική από αυτήν της πατρικής της οικίας. Παράλληλα η εν λόγω Αιτήτρια προβάλλει το ίδιο πλαίσιο υπεράσπισης όπως και η Αιτήτρια 1, δηλώνοντας και αυτή πως θα πρέπει να ακουστεί η υπεράσπιση της ενώπιον του δικαστηρίου. Συνοψίζοντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Αιτητή 3 μπορεί να λεχθεί η θέση του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο διέμενε σε διαμέρισμα στο χωριό Θελέτρα. Εις υποστήριξη αυτής της θέσης του, ο εν λόγω Αιτητής επικαλέστηκε τη σύναψη συμφωνίας ενοικίασης, έγγραφο το οποίο συνοδεύει την ένορκη δήλωση του. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, ο Αιτητής 3 ενοικίασε διαμέρισμα στο χωριό Θελέτρα για περίοδο 8 μηνών έναντι συμφωνημένου ποσού. Ο εν λόγω Αιτητής απέρριψε κατηγορηματικά ότι κατά το χρόνο επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος διέμενε στο πατρικό του σπίτι και ότι συγκατοικούσε με τη μητέρα του, η οποία ήταν αυτή που το παρέλαβε. Παράλληλα ο εν λόγω Αιτητής προβάλλει ακριβώς το ίδιο πλαίσιο υπεράσπισης όπως και οι δύο άλλες Αιτήτριες, δηλώνοντας και αυτός πως θα πρέπει να ακουστεί η υπεράσπιση του ενώπιον του δικαστηρίου. Συνοπτική καταγραφή του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου 4 περιέχει αναφορά του ότι τον Ιούλιο 2019 ο ίδιος παρέλαβε για λογαριασμό του το κλητήριο ένταλμα όταν επιδόθηκε σε αρμόδια λειτουργό των Κεντρικών Φυλακών. Ευθύς διόρισε δικηγόρο για να τον εκπροσωπήσει στην αγωγή. Μεταγενέστερα στις 21.10.19 τον επισκέφτηκε στην οικία του στο Στρουμπί ιδιώτης επιδότης, ο οποίος, ενεργώντας για την Καθ' ης η αίτηση, αφού αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για τον Εναγόμενο 4 του παρουσίασε ένα κλητήριο ένταλμα ζητώντας του να το υπογράψει. Όταν αυτός το έπραξε, ο ιδιώτης επιδότης έφυγε. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 4, ο ίδιος ουδέποτε αντιλήφθηκε ότι το έγγραφο που παρέλαβε προοριζόταν για την θυγατέρα του (Αιτήτρια 1) αφού ο ιδιώτης επιδότης απλά του το παρέδωσε χωρίς να του εξηγήσει οτιδήποτε. Παράλληλα ανέφερε ότι η Αιτήτρια 1 εκείνη την περίοδο διέμενε στη Λευκωσία. Ο Εναγόμενος 4 αναγνώρισε ότι επρόκειτο για το ίδιο έγγραφο μ' αυτό που είχε παραλάβει προγενέστερα στις Κεντρικές Φυλακές αλλά θεώρησε ότι ήταν επιπλέον έγγραφο που του παρέδωσαν για να το έχει σε περίπτωση που είχε απωλέσει το πρώτο ή για να έχει ακόμη ένα ίδιο έγγραφο για τυπικούς λόγους. Πρόσθεσε πως αν γνώριζε ότι το κλητήριο ένταλμα προοριζόταν για τη θυγατέρα του δεν υπήρχε κανένας λόγος να μην έδιδε οδηγίες στον ίδιο δικηγόρο να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης όπως έπραξε για τη δική του περίπτωση στις 22.07.
  7. Ακόμη τόνισε ότι αν αντιλαμβανόταν ότι το εν λόγω έγγραφο ήταν της Αιτήτριας 1 δεν θα παρέλειπε να την ενημερώσει προσωπικά. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 03.09.21 επί 13 λόγων που καταγράφονται στο σώμα της αίτησης. Οι λόγοι αυτοί, οι οποίοι είναι πολυσύνθετοι και ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβανόμενοι μεταξύ τους, αφού ομαδοποιηθούν και απλοποιηθούν, όσο αυτό είναι δυνατό, εμπίπτουν στις ακόλουθες κατηγορίες:

(1)Οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση είναι παράτυπες και/ή αντικανονικές.
(2)Η αίτηση είναι καταχρηστική.
(3)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων.
(4)Η αίτηση είναι αντίθετη με την αρχή της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων και την αρχή της οριστικοποίησης και/ή τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων.
(5)Η αίτηση είναι κακόπιστη.
(6)Οι Αιτητές κωλύονται δια συμπεριφοράς και εγγράφων να προωθούν την παρούσα διαδικασία. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της Καθ' ης η αίτησης στηρίζεται, ανάμεσα σ' άλλα, στις Δ.2, Δ.5, Δ.5Δ, Δ.17 Θ.3-Θ.10, Δ.48 Θ.1-Θ.4 και 9(h)(π) των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Ν.14/60, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκες δηλώσεις του ιδιώτη επιδότη ΧΧΧ Αντωνίου και της ΧΧΧΧ Κούτη, υπαλλήλου της εταιρείας Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, στις οποίες περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη τους τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Στην ένορκη δήλωση του ο Αντωνίου σημειώνει ότι ήταν αυτός που επέδωσε τα κλητήρια εντάλματα καθώς και την αίτηση έρευνας στους Αιτητές. Γενικά απορρίπτει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση ως αναληθείς και παραπλανητικούς. Παρέχοντας τη δική του εκδοχή ο εν λόγω ενόρκως δηλών αναφέρει ότι την ίδια ημέρα που η αγωγή είχε καταχωρηθεί (01.07.19), παρέλαβε πιστά αντίγραφα του κλητηρίου εντάλματος για να τα επιδώσει. Σύμφωνα με τον ίδιο επέδωσε την αγωγή στους Αιτητές 2 & 3 στις 03.07.19 και στην Αιτήτρια 1 στις 21.10.
  1. Στην Αιτήτρια 1 παρέδωσε τα νομικά έγγραφα μέσω του πατέρα της (Εναγομένου 4). Προηγήθηκε επίσκεψη του στην πατρική της οικία στις 12.07.19 για να επιδώσει στην ίδια και στη μητέρα της (Εναγόμενη 5) την αγωγή αλλά βρήκε μόνο τη μητέρα της, η οποία του είπε ότι η Αιτήτρια 1 διέμενε μόνιμα στο εξωτερικό. Επισκέφθηκε εκ νέου την πατρική της οικία όταν πληροφορήθηκε από τρίτα άτομα ότι η Αιτήτρια 1 βρισκόταν στην Πάφο και όχι στο εξωτερικό. Εκεί βρήκε τον Εναγόμενο 4, τον οποίον γνωρίζει προσωπικά. Όταν ο Αντωνίου του ανάφερε ότι έψαχνε την θυγατέρα του εξηγώντας του το λόγο της επίσκεψης του, ο Εναγόμενος 4 του είπε ότι η Αιτήτρια 1 απουσίαζε εκείνη τη στιγμή από την οικία παραλαμβάνοντας ο ίδιος το κλητήριο ένταλμα γι' αυτήν θέτοντας την υπογραφή του σ' αυτό. Σχετικά με τους Αιτητές 2 & 3 ο Αντωνίου, όπως δήλωσε, στις 03.07.19 επισκέφθηκε την πατρική οικία τους με σκοπό να τους επιδώσει την αγωγή. Εκεί βρήκε κάποια ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου, η οποία του συστήθηκε ως η μητέρα τους. Όταν της ανέφερε ότι έψαχνε τους Αιτητές 2 & 3, αυτή του είπε ότι διαμένουν μαζί της και γι' αυτό παρέλαβε εκείνη τα έγγραφα εκ μέρους τους θέτοντας την υπογραφή της σ' αυτά. Μάλιστα όταν αργότερα επισκέφθηκε εκ νέου την οικία τους συνάντησε εκεί την Αιτήτρια 2, η οποία παρέλαβε την αίτηση για εξέταση της οικονομικής κατάστασης της. Παράλληλα στην παρουσία του αυτή τηλεφώνησε στον αδελφό της (Αιτητή 3), ο οποίος της έδωσε οδηγίες να παραλάβει εκ μέρους του την αίτηση για εξέταση της οικονομικής κατάστασης του. Στην ένορκη δήλωση της η Κούτη συμφωνεί με αυτά που ο Αντωνίου παραθέτει ενώ απορρίπτει τους ισχυρισμούς των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση ως αβάσιμους και αναληθείς. Η ενόρκως δηλούσα επικαλείται αδιαφορία που επέδειξαν οι Αιτητές στην αγωγή καθώς και αδικαιολόγητη καθυστέρηση από μέρους τους στην προώθηση της αίτησης, πράγμα που κατά την άποψη της προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας. Είναι ακόμη η θέση της ότι σκοπός της αίτησης είναι η παρακώλυση της διαδικασίας και να εμποδίσει την Καθ' ηςν η αίτηση να εισπράξει το λαβείν της. Επίσης θεωρεί ότι οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση παρά μόνο αφηρημένες παραπομπές σε πιθανές υπερασπίσεις προβάλλοντας γενικές και αόριστες θέσεις. Καταλήγοντας η Κούτα σημειώνει ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο δικαστήριο με καθαρά χέρια αλλά με ψευδείς αναφορές και εκ των υστέρων επινοήσεις προσπαθώντας να δημιουργήσουν εντυπώσεις για να αποφύγουν τις ευθύνες τους. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία και νομοθεσίες, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Με την πρώτη ομάδα λόγων ένστασης η Καθ' ης η αίτηση επικαλείται ότι οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση είναι παράτυπες και/ή αντικανονικές. Εξετάζοντας τη θέση αυτή θα πρέπει να λεχθεί ότι ουδεμία εξήγηση δίδεται μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και κανένας σχολιασμός γίνεται μέσα από τη νομική επιχειρηματολογία της συνηγόρου της Καθ' ης η αίτησης προς στοιχειοθέτηση της. Πρόκειται για μία θέση που παρέμεινε στο επίπεδο του ισχυρισμού που τελικά δεν προωθήθηκε μέσα από την εκδίκαση της αίτησης. Θεωρώ ότι η θέση αυτή έχει εγκαταλειφθεί. Τα όσα ανάφερα πιο πάνω ισχύουν ακριβώς και για τη δεύτερη ομάδα λόγων ένστασης με την οποίαν η Καθ' ης η αίτηση παραπονιέται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική. Εν πάση περιπτώσει, οι Αιτητές έχουν δικαίωμα καταχώρησης της παρούσας αίτησης δυνάμει της Διάταξης 17 Κανονισμό
  2. Η δικαιωματική καταχώρηση της αίτησης επί των λόγων ότι οι Αιτητές δεν έλαβαν γνώση της αγωγής και ότι επειδή θεωρούν ότι έχουν συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση και ότι κατά τη γνώμη τους ενέργησαν χωρίς καθυστέρηση, δεν αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Θα ασχοληθώ τώρα με την εξέταση της τρίτης ομάδας λόγων ένστασης επειδή παραπέμπει στους παράγοντες που επενεργούν στην κρίση του δικαστηρίου προκειμένου να αποφασίσει για την ουσία της υπό κρίση αίτησης. Εδώ ουσιαστικά σε περίπτωση που κριθεί ότι δικαιολογείται η έκδοση διαταγμάτων παραμερισμού της δικαστικής απόφασης (σημεία (Α) και (Β) της αίτησης), αυτό αυτόματα θα συμπαρασύρει σε παραμερισμό της αίτησης έρευνας που εκκρεμεί σχετικά με τους Αιτητές 1, 2 & 3 (σημεία (Γ) και (Δ) της αίτησης). Είναι βασικά η θέση της Καθ' ης η αίτησης ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση των αξιούμενων διαταγμάτων ενώ αντίθετα η Αιτήτρια θεωρεί ότι αυτές ικανοποιούνται. Άρρηκτα συνδεδεμένο με την κατάληξη που θα έχει η τρίτη ομάδα λόγων ένστασης είναι το αποτέλεσμα της εξέτασης που αφορά την τέταρτη ομάδα λόγων ένστασης αφού τυχόν επιτυχία της μίας ομάδας θα σημαίνει επιτυχία και της άλλης. Ομοίως δε αντίστροφα. Συνεπώς θα εξεταστούν μαζί οι δύο αυτές ομάδες ένστασης. Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό απόφασης, η οποία εκδόθηκε χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, παρέχεται από τη Δ.17 Θ.10 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και στη βάση των αρχών που η νομολογία έχει καθορίσει (Λουκαΐδου v. Γερολέμου
(2000)1Α Α.Α.Δ. 333 και Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού 'Βοθροτέξ' Λτδ v. Φαντάκη
(2001)1Α Α.Α.Δ. 339). Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει δύο περιπτώσεις όπου είναι δυνατή η ακύρωση δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης (Τσεσμέλογλου v. Σοφοκλέους
(2013)1 Α.Α.Δ. 64):
(1)Όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, όπως π.χ. επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος όχι με το δέοντα και νόμιμο τρόπο, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae.
(2)Όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε κατόπιν επίδοσης κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος με τον δέοντα και νομότυπο τρόπο, ο αιτητής παρουσιάζει δια ενόρκου δηλώσεως ύπαρξη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση ενώ ταυτόχρονα επεξηγεί το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης χωρίς τη συμμετοχή του. Στην πρώτη περίπτωση όταν καταδειχτεί ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ήταν παράνομη και αντικανονική η απόφαση παραμερίζεται χωρίς δεύτερη σκέψη. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότητα να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Η μη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή η κακή επίδοση του είναι μία από τις περιπτώσεις όπου δεν θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή. Η κακή ή αντικανονική επίδοση της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα να μην ενημερωθεί ο εναγόμενος για τη διαδικασία εναντίον του και ως εκ τούτου το δικαστήριο, αφού διαπιστώσει ότι η επίδοση υπήρξε κακή ή αντικανονική ή γενικότερα διαπιστώνονται λόγοι για ακύρωση στη βάση ex debito justitiae, είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση με έξοδα υπέρ του αιτητή (εναγομένου) χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης της διακριτικής εξουσίας του (Νικόλας Γιωργαλλίδης v Χρυσόστομου Χρίστου (Ττομή)
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247, Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού v Chr. P. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1 Α.Α.Δ. 43 και J.Z. Classic Music Pro Ltd v Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1151). Επομένως, η κακή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκθεμελιώνει την κανονικότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε και γι' αυτό είναι σημαντικό το δικαστήριο να ερευνήσει εάν όντως υπήρξε καλή επίδοση και κατ' επέκταση εάν ο αιτητής έλαβε γνώση για τη δικαστική διαδικασία εναντίον του, προτού προχωρήσει και εξετάσει τους υπόλοιπους λόγους για τους οποίους ο αιτητής ζητεί τον παραμερισμό της απόφασης. Για περαιτέρω επεξήγηση της πτυχής αυτής παραπέμπω στα αγγλικά νομικά συγγράμματα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 26, παράγραφος 559 καινΤόμος 37, παράγραφος 403 και Odger's on Pleading and Practice, 2η έκδοση, σελίδα 58 καθώς επίσης στο νομικό ερμηνευτικό λεξικό Oxford Dictionary of Law, νέα έκδοση, σελίδα 177. Εάν όμως εξετάζεται η δεύτερη περίπτωση το δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει δύο παράγοντες θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, ήτοι από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2118, Iason Travel & Tours Ltd v. L. Pashias Travel Ltd κ.α.
(2013)1 Α.Α.Δ. 402). Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Οι πιο πάνω αρχές αναδύθηκαν μέσα από τη γνωστή αγγλική απόφαση Evans v Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, η οποία και υιοθετήθηκε σε διάφορες αποφάσεις των κυπριακών δικαστηρίων. Ενδεικτικά αναφέρονται οι Bush κ.α. v Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 και Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή Γιάννη) v Δήμος Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289. Η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης συνιστά κυριαρχικό παράγοντα κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου και πρέπει να προκύπτει χωρίς το δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς απόδειξης ή κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Φραντζής v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Το δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του. Το δε αποδεικτικό αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή καλόπιστης συζητήσιμης υπόθεσης έστω και εάν αυτό αμφισβητείται με την ένσταση, η οποία βεβαίως στην παρούσα περίπτωση δεν λαμβάνεται υπόψη (Χριστάκης Πίττας v Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1761). Παρόλο ότι το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του όταν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, εντούτοις, όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Phylactou v Michael (πιο πάνω), το δικαστήριο μπορεί ν' αρνηθεί να παραμερίσει μια εκδοθείσα δικαστική απόφαση και ουσιαστικά το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης εάν η διαγωγή του αιτούντος είναι τέτοια ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπως περαιτέρω τονίστηκε στην υπόθεση NSM Democars Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 121/2010 ημερ. 14.10.15, όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.α.
(2001)1Α Α.Α.Δ. 457, Kourbatova v. G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1Α Α.Α.Δ. 345). Στη δε υπόθεση Millouka Motor Trading Ltd v Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 τονίστηκε ότι η χωρίς λόγο παράλειψη εμφάνισης και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση να αποταθεί ένας για παραμερισμό δικαστικής απόφασης μπορούν βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγομένου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος θα επέλεγε για να καταχωρήσει την αίτηση. Ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Salamis Shipping Services Ltd v Bata (Cyprus) Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1767 χαρακτηριστικά τονίζονται τα εξής: "Ο Εναγόμενος, για να επιτύχει παραμερισμό της απόφασης, θα πρέπει να δείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και να εξηγήσει τη μη εμφάνιση του στη διαδικασία, όπως και την όποια καθυστέρηση του να αποταθεί στο δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης." Ανάλογη δε αντιμετώπιση υπήρξε και στην υπόθεση Ψαράς v. Γιάγκου, Πολιτική Έφεση Αρ. 35/2010, ημερ. 21.05.15, στην οποία και παραπέμπω. Στην παρούσα υπόθεση οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι ισχύουν και οι δύο περιπτώσεις που δικαιολογούν παραμερισμό της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον τους. Θα εξετάσω ευθύς την πρώτη περίπτωση αναφορικά με όλους τους Αιτητές, δηλαδή κατά πόσο η ερήμην τους εκδοθείσα δικαστική απόφαση πρέπει να παραμεριστεί ex debito justitiae. Η επίδοση δικαστικών εγγράφων, όπως το κλητήριο ένταλμα, διέπεται από τους δικονομικούς κανόνες της Δ.5 Θ.1 & 2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στους οποίους και παραπέμπω. Ερμηνεύοντας τις πρόνοιες της πιο πάνω Διαταγής και ειδικότερα τον Θ.2 της Δ.5, γίνεται αντιληπτό πως όταν το πρόσωπο προς το οποίο πρόκειται να γίνει επίδοση εγγράφου δεν ανευρεθεί στο σπίτι του ή στο συνήθη τόπο εργασίας του, η επίδοση θα θεωρείται ότι έγινε αν αντίγραφο αφεθεί σε ένα μέλος της οικογένειας του που να φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω και είναι στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής του ή σε άτομο υπεύθυνου του χώρου εργασίας του ή στον αφέντη του εάν αυτός διαμένει μαζί του. Επομένως, εφόσον το ενδιαφερόμενο πρόσωπο αναζητηθεί και δεν εντοπιστεί στην οικία του ή στον συνηθισμένο χώρο εργασίας του, οι κανόνες επίδοσης επιτρέπουν την μη προσωπική επίδοση του εγγράφου με ένα από τους προαναφερόμενους καθορισμένους τρόπους. Το κρίσιμο στοιχείο είναι να λάβει γνώση ο εναγόμενος για τη δικαστική διαδικασία που εγέρθηκε εναντίον του. Ο εναγόμενος δικαιούται να πληροφορηθεί τους λόγους που τον καλούν να παρουσιαστεί στο δικαστήριο και να αναπτύξει τις δικές του θέσεις και ισχυρισμούς. Το δικαίωμα αυτό μαζί με το δικαίωμα της ελεύθερης και απρόσκοπτης πρόσβασης στα δικαστήρια της χώρας μας κατοχυρώνονται από το άρθρο 30 του Συντάγματος. Οι πιο πάνω τρόποι διασφαλίζουν ότι ο εναγόμενος θα λάβει γνώση για τη δικαστική διαδικασία που εκκρεμεί εναντίον του δίδοντας του την ευκαιρία, αν επιθυμεί, να αντιδράσει προβαίνοντας στα δέοντα διαβήματα υπερασπιζόμενος τον εαυτό του. Η συγκατοίκηση επίσης διασφαλίζει ότι ο εναγόμενος θα λάβει γνώση για την αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η επίδοση σε μέλος της οικογένειας του εναγόμενου θα πρέπει πάντοτε να συνοδεύεται από το στοιχείο της συγκατοίκησης. Η Αιτήτρια 1 ισχυρίζεται ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος έγινε στην πατρική της οικία στο Στρουμπί στις 21.10.19 στον πατέρα της (Εναγόμενο 4) τη στιγμή που η ίδια από 01.09.19 διέμενε μόνιμα στην οδό ΧΧΧΧ 3, ΧΧΧΧ της επαρχίας Λευκωσίας λόγω της φοίτησης της στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον πατέρα της Αιτήτριας 1 κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία όταν αυτός βρισκόταν στην πατρική τους κατοικία όπου και διέμενε. Την ίδια στιγμή εναπόκειται στην Αιτήτρια 1 να πείσει το δικαστήριο ότι τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος αυτή διέμενε σε οικία στην διαφορετική οδό που επικαλέστηκε. Θα πρέπει να λεχθεί ότι τέτοια στοιχεία που να δικαιολογούν τον ισχυρισμό της δεν τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου. Οι δηλώσεις της ιδίας αλλά και κάποιας ΧΧΧΧ Σωτηριάδου στις οποίες απλά δηλώνεται ότι από 01.09.19 η εν λόγω Αιτήτρια διαμένει στην πιο πάνω οδό δεν έχουν καμία αξία. Είναι έγγραφα που απλά περιέχουν λεκτικές αναφορές και τίποτα περισσότερο. Το περιεχόμενο τους δεν επιβεβαιώνεται από άλλα στοιχεία με τα οποία να συνδέεται. Τα εν λόγω έγγραφα θα μπορούσαν να προσδώσουν αξία στην εκδοχή της Αιτήτριας 1 αν η δηλωθείσα σ' αυτά διεύθυνση επιβεβαιωνόταν, για παράδειγμα, από καταστάσεις λογαριασμών δημοσίων/ημικρατικών οργανισμών ή αρχών τοπικής αυτοδοίκησης όπως Α.Η.Κ., Α.Τ.Η.Κ., Δήμο Λευκωσίας, Υδατοπρομήθεια Λευκωσίας κ.λ.π., οι οποίες να απευθύνονταν στην εν λόγω Αιτήτρια και να σημειώνουν την κατ' ισχυρισμό διεύθυνση, στην οποίαν να είχαν αποσταλεί. Αντίθετα στην επιστολή ημερ. 26.02.20 του Πανεπιστημίου Λευκωσίας που η ίδια η Αιτήτρια 1 επισύναψε στην υπό κρίση αίτηση, η διεύθυνση που αναγράφεται ως περιοχή διαμονής της είναι XXXXX 3, XXXXX της επαρχίας Πάφου, η οποία είναι αυτή που αναγράφεται ως διεύθυνση της στην αίτηση για οικονομική εξέταση της που επιδόθηκε στον πατέρα της και όπως φαίνεται είναι η ίδια μ' αυτήν που προγενέστερα επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα πάλι στον Εναγόμενο 4. Να σημειωθεί ότι το γεγονός επίδοσης της αίτησης έρευνας στον πατέρα της Αιτήτριας 1, επίσης αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων. Παράλληλα η Αιτήτρια 1 επικαλέστηκε ότι είναι φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας προκειμένου να στηρίξει τον ισχυρισμό της ότι διαμένει στη Λευκωσία. Πέραν του γεγονότος ότι στην επιστολή που η ίδια παρουσίασε η διεύθυνση διαμονής της που σημειώνεται είναι στο XXXXX, δηλαδή εκεί όπου βρίσκεται η πατρική της οικία, το ίδιο έγγραφο απλά αναφέρει ότι η Αιτήτρια 1 έχει εγγραφεί ("has enrolled") στο πιο πάνω πανεπιστήμιο για την ακαδημαϊκή χρονιά 2019-2020. Ωστόσο η προσκομισθείσα επιστολή δεν βεβαιώνει αν η Αιτήτρια 1 παρακολουθούσε και/ή ότι συνεχίζει να παρακολυθεί μαθήματα στον τομέα της κλινικής ψυχολογίας που είχε εγγραφεί προηγουμένως. Είναι η θέση της Αιτήτριας 1 αλλά και του πατέρα της ότι ο τελευταίος ουδέποτε αντιλήφθηκε πως η επίδοση που του έγινε στις 21.10.19 προοριζόταν για την πρώτη επειδή ο ιδιώτης επιδότης απλά του το έδωσε ζητώντας του να υπογράψει χωρίς να του εξηγήσει οτιδήποτε. Όπως είπε, ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι το έγγραφο που του επιδόθηκε ήταν το ίδιο μ' αυτό που του επιδόθηκε σε προγενέστερο στάδιο στις Κεντρικές Φυλακές για το οποίο ο ίδιος ήδη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και γι' αυτό θεώρησε ότι επέδωσαν ξανά το ίδιο έγγραφο στον ίδιο για τυπικούς λόγους. Έχω ανατρέξει στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης. Αυτό που αβίαστα παρατηρώ είναι ότι ο Εναγόμενος 4, παραλαμβάνοντας το επίμαχο έγγραφο στις 21.10.19, υπέγραψε σε πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος σημειώνοντας και πότε το παρέλαβε. Δίπλα δε από την υπογραφή του υπάρχει εκ νέου η ημερομηνία παραλαβής του εν λόγω εγγράφου και ο αριθμός
(1)σε κύκλο που δείχνει ότι η επίδοση αφορούσε την Εναγόμενη 1, δηλαδή την Αιτήτρια
  1. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε μεταγενέστερα στις 15.05.20 όταν παρέλαβε την επίμαχη αίτηση έρευνας για την Αιτήτρια
  2. Η παραλαβή του εγγράφου αυτού από τον Εναγόμενο 4 αφήνει εκτεθειμένο το λόγο που προέβαλε για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα. Αν ευσταθούσε η δικαιολογία που επικαλέστηκε, ο ίδιος εκ των υστέρων δεν θα είχε λόγο να προχωρήσει στην παραλαβή και αυτού του εγγράφου, για το οποίο επίσης υπέγραψε όπου δίπλα από την υπογραφή του υπάρχει η ημερομηνία παραλαβής του εν λόγω εγγράφου και ο αριθμός
(1)σε κύκλο που δείχνει ότι η επίδοση αφορούσε την Εναγόμενη 1, δηλαδή την Αιτήτρια
  1. Ουδεμία εξήγηση δόθηκε γιατί ο ίδιος παρέλαβε εκ των υστέρων (15.05.20) ένα διαφορετικής φύσως έγγραφο (όπως είναι η αίτηση έρευνας σε σχέση με το κλητήριο ένταλμα) που δεν τον αφορούσε, όπως εύκολα μπορούσε να διαπιστώσει από την όψη του και μόνο, ούτε θα μπορούσε να διανοηθεί ότι θα μπορούσε να είχε σχέση μ' αυτό και ως εκ τούτου κανένα λόγο είχε για να το παραλάβει ενόψει δε της συμμετοχής του στην αγωγή με το διορισμό δικηγόρου και καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης στις 22.07.
  2. Από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν έχω πειστεί ότι η Αιτήτρια 1, κατά το χρόνο επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, διέμενε στη διεύθυνση που επικαλέστηκε αλλά καταλήγω ότι τότε διέμενε στην οικογενειακή της εστία στο Στρουμπί μαζί με τον πατέρα της (Εναγόμενο 4). Κατά συνέπεια δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε το μεμπτό αναφορικά με την επίδοση της αγωγής στην Αιτήτρια
  3. Σε ότι αφορά την Αιτήτρια 2, αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι στις 03.07.19 ο ιδιώτης επιδότης επισκέφθηκε το πατρικό της σπίτι στην Τάλα και εκεί επέδωσε στην μητέρα της (ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου) το κλητήριο ένταλμα. Αυτό που η εν λόγω Αιτήτρια ισχυρίζεται είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης της αγωγής η ίδια διέμενε σε άλλη οικία στην Τάλα και δεν έλαβε γνώση για την αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον της και γι' αυτό η απόφαση που εκδόθηκε εις βάρος της θα πρέπει να παραμεριστεί ex debito justitiae. Δεν έχω πειστεί ότι ευσταθεί η θέση που η εν λόγω Αιτήτρια προέβαλε. Εφόσον όπως η Αιτήτρια 2 λέει, η ίδια δεν διέμενε μαζί με τη μητέρα της, τότε γιατί η τελευταία παρέλαβε ένα έγγραφο που δεν την αφορούσε, μιας υπόθεσης στην οποίαν δεν είναι διάδικος. Αν όπως σημειώνεται η Αιτήτρια 2 διέμενε αλλού και έτσι δεν θα λάμβανε γνώση για την ύπαρξη αγωγής εναντίον της, τότε γιατί η μητέρα της παρέλαβε ένα έγγραφο που προοριζόταν για τη θυγατέρα της (Αιτήτρια 2) υπογράφοντας σε πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος δίπλα από καταγραμμένη ημερομηνία παραλαβής του εν λόγω εγγράφου μαζί με τον αριθμό
(2)σε κύκλο που δείχνει ότι η επίδοση αφορούσε την Εναγόμενη 2, δηλαδή την Αιτήτρια
  1. Η επισύναψη συμφωνητικού εγγράφου ενοικίασης υποστατικού δεν προσθέτει καμία αξία στην εκδοχή της Αιτήτριας
  2. Το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού δεν συνδέεται με οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύει εφαρμογή του περιεχομένου της. Το εν λόγω έγγραφο θα μπορούσε να προσδώσει αξία στην εκδοχή της Αιτήτριας 2 αν η δηλωθείσα σ' αυτό διεύθυνση επιβεβαιωνόταν, για παράδειγμα, από καταστάσεις λογαριασμών δημοσίων/ημικρατικών οργανισμών ή αρχών τοπικής αυτοδοίκησης, οι οποίες να απευθύνονταν στην εν λόγω Αιτήτρια και να σημειώνουν την κατ' ισχυρισμό διεύθυνση, στην οποίαν να είχαν απσταλεί. Από τα ενώπιον μου δεδομένα δεν έχω πειστεί ότι η Αιτήτρια 2 κατά το χρόνο επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος διέμενε στη διεύθυνση που επικαλέστηκε αλλά καταλήγω ότι τότε διέμενε στην οικογενειακή της εστία στην Τάλα μαζί με τη μητέρα της. Ο δε εκ των υστέρων εντοπισμός της Αιτήτριας 2 στην πατρική της οικία από τον ίδιο επιδότη (12.02.20) όπου εκεί η ίδια παρέλαβε προσωπικά την αίτηση για οικονομική της εξέταση, γεγονός που επίσης αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων, αδυνατεί έως ακυρώνει την προβληθείσα θέση της ενώ ταυτόχρονα ενισχύει την πιο πάνω διαπίστωση του δικαστηρίου. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, αν για σκοπούς συζήτησης γίνει δεκτό ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος η Αιτήτρια 2 διέμενε στη διεύθυνση που επικαλέστηκε, η ουσία δεν διαφοροποιείται. Η επικαλούμενη διεύθυνση διαμονής της βρίσκεται στην ίδια κοινότητα/χωριό/περιοχή που είναι και η πατρική της οικία, δηλαδή στην Τάλα, όπου εκεί είχε γίνει στη μητέρα της η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Συνεπώς δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε το μεμπτό αναφορικά με την επίδοση της αγωγής στην Αιτήτρια
  3. Είναι άνευ σημασίας αν στην ένορκη δήλωση του επιδότη αναφέρεται ότι η εν λόγω αιτήτρια συγκατοικεί με τη μητέρα της στην οικογενειακή τους κατοικία. Αυτό που έχει σημασία είναι κατά πόσο η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.
  4. Σε σχέση με τον Αιτητή 3, αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι στις 03.07.19 ο ιδιώτης επιδότης επισκέφθηκε το πατρικό του σπίτι στην Τάλα και εκεί επέδωσε στην μητέρα του (ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου) το κλητήριο ένταλμα. Αυτό που ο εν λόγω Αιτητής ισχυρίζεται είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης της αγωγής ο ίδιος διέμενε σε άλλη οικία στην Θελέτρα και έτσι δεν έλαβε γνώση για την αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον του. Τα όσα ανάφερα για την Αιτήτρια 2 ισχύουν απόλυτα και για την περίπτωση του Αιτητή
  5. Ειδικότερα επαναλμβάνονται οι προβληματισμοί του δικαστηρίου ως προς το γιατί η Κωνσταντίνου, μητέρα του Αιτητή 3, παρέλαβε το συγκεκριμένο έγγραφο που δεν την αφορούσε, μιας υπόθεσης στην οποίαν δεν είναι διάδικος και εφόσον, όπως αφήνεται σαφώς να εννοηθεί, ο Αιτητής 3, προς τον οποίον προοριζόταν το συγκεκριμένο έγγραφο, δεν θα λάμβανε γνώση για την ύπαρξη αγωγής εναντίον του. Γιατί με όλα αυτά εις γνώση της υπέγραψε σε πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος δίπλα από καταγραμμένη ημερομηνία παραλαβής του εν λόγω εγγράφου μαζί με τον αριθμό
(3)σε κύκλο που δείχνει ότι η επίδοση αφορούσε τον Εναγόμενο 3, δηλαδή τον Αιτητή
  1. Επίσης τα όσα έχω αναφέρει στην εκδοχή της Αιτήτριας 2 για την μηδενική αξία του συμφωνητικού εγγράφου ενοικίασης υποστατικού που δεν συνδέονται με συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία να καταδεικνύουν ότι όντως τότε διέμενε στην τοποθεσία που ισχυρίστηκε, ισχύουν ακριβώς και για την περίπτωση του Αιτητή 3 (για παράδειγμα καταστάσεις λογαριασμών δημοσίων/ημικρατικών οργανισμών ή αρχών τοπικής αυτοδοίκησης να απευθύνονται στον εν λόγω Αιτητή και να σημειώνουν την επικαλούμενη τοποθεσία, στην οποίαν να είχαν απσταλεί). Από τα ενώπιον μου δεδομένα δεν έχω πειστεί ότι ο Αιτητής 3 κατά το χρόνο επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος διέμενε στην τοποθεσία που επικαλέστηκε αλλά καταλήγω ότι τότε διέμενε στην οικογενειακή του εστία στην Τάλα μαζί με τη μητέρα του και την ενήλικη αδελφή του (Αιτήτρια 2). Η δε παραλαβή της αίτησης για οικονομική του εξέταση από την Αιτήτρια 2 στην πατρική τους οικία στην Τάλα από τον ίδιο επιδότη (12.02.20), γεγονός που και αυτό αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων, αδυνατεί έως ακυρώνει την προβληθείσα θέση του ενώ ταυτόχρονα ενισχύει την πιο πάνω διαπίστωση του δικαστηρίου. Συνεπώς δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε το μεμπτό αναφορικά με την επίδοση της αγωγής στον Αιτητή
  2. Κάτω από τα πιο πάνω δεδομένα καταλήγω ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής επιδόθηκε νόμιμα και δεόντως στους Αιτητές 1, 2 & 3 σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.5, οι οποίοι έλαβαν γνώση του περιεχομένου του. Κατ' επέκταση οι εν λόγω Αιτητές ενημερώθηκαν για την ύπαρξη αγωγής εναντίον τους και ακόμη έλαβαν γνώση για το χρόνο που είχαν στη διάθεση τους για να λάβουν μέρος στη διαδικασία προβαίνοντας στα δέοντα δικονομικά διαβήματα. Έπεται ότι ο ισχυρισμός των Αιτητών για παραμερισμό της ερήμη τους εκδοθείσας δικαστικής απόφασης στη βάση της αρχής της ex debito justitiae απορρίπτεται ως αβάσιμος. Προχωρώ στη δεύτερη περίπτωση. Θα εξετάσω το ενδεχόμενο να υπάρχει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση. Οι Αιτητές επικαλούνται ότι ικανοποιούν την παράμετρο αυτή και μέσα από τις ένορκες δηλώσεις τους προβάλλουν κοινή υπεράσπιση. Ανατρέχοντας στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα παρατηρώ ότι η Καθ' ης η αίτηση αναφέρει ότι μεταξύ της ιδίας και των Αιτητών συνομολογήθηκε σύμβαση δανείου, σύμφωνα με την οποίαν τους παραχωρήθηκαν πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους €250.000 στη βάση συγκεκριμένων όρων που επεξηγούνται στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης. Όπως η Καθ' ης η αίτηση είπε, επειδή οι Αιτητές καθυστερούσαν στην αποπληρωμή δόσεων, η σύμβαση τερματίστηκε και το υπόλοιπο του χρέους, το οποίο καθορίζεται, κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Το πλαίσιο της κοινής υπεράσπισης των Αιτητών έχει σημειωθεί όταν αναφερόμουν στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων τους. Δεν χρειάζεται να το επαναλάβω. Μελετώντας το διαπιστώνω ότι αποτελείται από διάφορους γενικούς, ασαφείς και αόριστους ισχυρισμούς. Πρόκειται για απλές και μονολεκτικές τοποθετήσεις, οι οποίες δεν συνοδεύονται από λεπτομέρειες και διευκρινίσεις που να αποκαλύπτουν θέματα προς εκδίκαση, δημιουργώντας έτσι μόνο εντυπώσεις. Oι θέσεις των Αιτητών τέθηκαν με νεφελώδες και καθόλου πειστικό τρόπο και χωρίς την αναγκαία επεξήγηση, συνθέτοντας έτσι ένα ομιχλώδες περιεχόμενο υπεράσπισης αφηρημένων παραπομπών. Δεν υπάρχει τίποτε το απτό και συγκεκριμένο. Ακόμη δεν παρατίθενται θετικά γεγονότα με τρόπο πειστικό. Η προβαλλόμενη υπεράσπιση δεν εδράζεται σε σταθερό πραγματικό υπόβαθρο από το οποίο θα προέκυπτε ένα πειστικό πλαίσιο, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι απαιτείται απόδειξη του. Οι εν λόγω ισχυρισμοί παρέμειναν γενικές νομικές θέσεις χωρίς πνοή και δίχως βαρύτητα. Τα δεδομένα αυτά δεν αναδεικνύουν στοιχείο καλόπιστης συζητήσιμης υπεράσπισης και ούτε αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση αλλά περιορίζονται στην παρουσίαση ενός γενικού και σκιώδους πλαισίου υπεράσπισης, με αποτέλεσμα το εν λόγω κριτήριο να μην ικανοποιείται. Παρά την προδιαγραφόμενη κατάληξη της παρούσας αίτησης, θα εξετάσω, εκ του περισσού θα έλεγα, κατά πόσο οι Αιτητές επεξηγούν το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης χωρίς τη συμμετοχή τους. Αυτό γίνεται σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί εσφαλμένη η πιο πάνω προσέγγιση του δικαστηρίου σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, έχω αναφερθεί στις θέσεις που οι Αιτητές προέβαλαν. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί έχουν απορριφθεί. Παρόλο ότι η επίδοση σ' αυτούς του κλητηρίου εντάλματος κρίθηκε ότι είναι νόμιμη και κανονική και σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.5, εντούτοις οι Αιτητές επέλεξαν να μην καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης και να συμμετέχουν στη δικαστική διαδικασία. Αντ' αυτού, μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος πέραν των τριών μηνών από την επίδοση στους Αιτητές 2 και 3 αίτησης έρευνας των Αιτητών, αποφάσισαν και προχώρησαν με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Ουδέποτε οι Αιτητές έδωσαν οποιαδήποτε εξήγηση που να δικαιολογούν το χρόνο της καθυστέρησης που διέρρευσε. Μπροστά στα προαναφερόμενα δεδομένα οι Αιτητές παραμένουν εκτεθειμένοι στην υποχρέωση τους για παροχή ικανοποιητικής και πειστικής εξήγησης για την επιλογή τους να μην λάβουν μέρος στη διαδικασία της παρούσας αγωγής. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η διαγωγή των Αιτητών είναι ασυγχώρητα αδικαιολόγητη και τέτοια που αν επικροτηθεί θα πλήξει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Η αδιαφορία και επιπολαιότητα που οι Αιτητές επέδειξαν αγγίζουν τα όρια της περιφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας αλλά και έλλειψης σεβασμού στα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτησης. Τυχόν έγκριση του αιτουμένου διατάγματος, κάτω από τις προαναφερόμενες συνθήκες και περιστάσεις, θα διαβιβάσει το εσφαλμένο μήνυμα ότι η πορεία της δικαστικής διαδικασίας είναι δέσμια της κρίσης των Αιτητών ως προς το χρόνο που επιλέγουν για να προωθήσουν την παρούσα αίτηση και ότι όποτε το θελήσουν μπορούν να εγκλωβίσουν δικαιώματα της Καθ' ης η αίτησης. Στη βάση των προαναφερομένων δεν ικανοποιείται ούτε αυτή η προϋπόθεση. Παράλληλα συμπαρασύρεται σε επιτυχία και η τέταρτη ομάδα λόγων ένστασης, με την οποίαν, όπως λέχθηκε προηγουμένως, είναι άρρηκτα συνεδεδεμένη. Ισοζυγίζοντας με μεγάλη προσοχή και προβληματισμό τους δύο θεμελιώδεις παράγοντες για την απονομή της δικαιοσύνης στη βάση των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, το δικαστήριο γνωρίζει ότι το δικαίωμα των Αιτητών να ακουστούν είναι κατοχυρωμένο από το άρθρο 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος. Την ίδια στιγμή ωστόσο δεν διαφεύγει της προσοχής του δικαστηρίου ότι και το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτησης να έχει εκδίκαση της υπόθεσης της εντός εύλογου χρονικού διαστήματος διασφαλίζεται από το Σύνταγμα και ειδικότερα από τα άρθρο 30.
  3. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ψαράς v. Γιάγκου (πιο πάνω), το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 ΑΑΔ 984, 988). Στον τομέα αυτό η νομολογία μας είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία έχει διαμορφωθεί κατά την ερμηνεία του Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο αντιστοιχεί με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο σκοπός της σχετικής διασφάλισης είναι να προστατεύσει τους διαδίκους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις (Strogmuller v. Austria, Series A, Publications of the European Court of Human Rights, 1969, σελ. 40). Η διασφάλιση υπογραμμίζει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (H. v. France, Series A, 162-A, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 58
(1989)). Παρόλο ότι μπορεί να λεχθεί ότι υπεύθυνοι για την πρόοδο της πολιτικής διαδικασίας είναι οι διάδικοι αυτό δεν απαλλάσσει τα δικαστήρια από την ευθύνη να διασφαλίσουν συμμόρφωση με το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Union Alimentaria Sanders SA v. Spain, Series A, 157, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989))." Ένεκα της κατάληξης που είχε η εξέταση της ομάδας λόγων ένστασης η οποία αφορά την ουσία της παρούσας αίτησης, παρέλκει η εξέταση της πέμπτης και έκτης ομάδας λόγων ένστασης. Υπό το φως των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της απόρριψης της παρούσας αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας-Καθ' ης η αίτησης και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3-Αιτητών 1, 2 και 3. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.