← Κύπρος

Κληρίδης, διαχειριστής της περιουσίας του Kiazim ν. Κωμοδρόμου κ.α., Αρ. Αγωγής: 973/12, 7/7/2021

Κληρίδης, διαχειριστής της περιουσίας του Kiazim ν. Κωμοδρόμου κ.α., Αρ. Αγωγής: 973/12, 7/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 973/12 Μεταξύ: χχχ Κληρίδης, διαχειριστής της περιουσίας του χχχ Kiazim Ενάγοντας και

  1. χχχ Κωμοδρόμου
  2. χχχ Σαξατέ
  3. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
  4. Υπουργός Εσωτερικών ως Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Εναγόμενοι ------------------- 7 Ιουλίου, 2021 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Αντώνης Γεωργίου για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1 και 2: Καμία Εμφάνιση. Για τους Εναγόμενους 3 και 4: κα Έλλη Φλωρέντζου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή στην υπόθεση και δικόγραφα Ο Τουρκοκύπριος χχχ Kiazim (εφεξής ο αποβιώσας) απεβίωσε πριν από σχεδόν 58 χρόνια στις 24.9.
  5. Μεταξύ της κληρονομίας του ήταν και ένα ακίνητο στην ενορία Αγίου Θεοδώρου στην Πάφο, τοποθεσία «Παλλούρα» αρ. εγγραφής 2χχχ4 Φ/Σχ. χ1.χχ04.15, Τεμ. 3χχ0, η αξία του οποίου προσδιορίζεται στην Έκθεση Απαίτησης σε €1.000.
  6. Η εν λόγω περιουσία - όπως και πολλές άλλες εγκαταληφθείσες μετά την εισβολή του 1974 που ανήκαν σε Τουρκοκύπριους - μετά τη θέσπιση του περί Τουρκοκυριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου 139/91, τέθηκε υπό την προστασία του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (εναγόμενο 4). Στις 17.6.2001 ο ενάγοντας διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος και δια της Έκθεσης Απαίτησης αμφισβητεί τη νομιμότητα της προστασίας, διαχείρισης και παραχώρησης της επίδικης περιουσίας σε Ελληνοκύπριους και ευρύτερα, θέτει ζητήματα αντισυνταγματικότητάς του Νόμου 139/91 αλλά και παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, αποτελεί δικογραφημένη θέση του ενάγοντος ότι οι Ελληνοκύπριοι - εναγόμενοι 1 και 2 (προς τους οποίους θεωρεί ότι παραχωρήθηκε από κοινού το ακίνητο) είναι παράνομοι επεμβασίες. Για τον λόγο αυτόν απέστειλε προς τους εναγομένους 1 και 4 την επιστολή ημερ.31.7.2009 υποβάλλοντας απαίτηση για παράδοση ελεύθερης κατοχής του ακινήτου. Ο εναγόμενος 4 απάντησε δια της επιστολής ημερ.22.9.2009, αρνούμενος την παράδοση και επικαλούμενος τις εξουσίες που του παρέχονται από τις πρόνοιες του προαναφερθέντος Ν139/
  7. Αποτελεί συναφή ισχυρισμό του ενάγοντος ότι η άδεια οικοδομής που εκδόθηκε από τον Δήμο Πάφο στις 17.3.1997 προς τον εναγόμενο 2 για την ανέγερση οικοδομημάτων επί του ακινήτου - χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη - είναι παράνομη και υπό τις περιστάσεις από το 1997 και έπειτα όλοι οι εναγόμενοι έχουν ευθύνη για παράνομη επέμβαση. Η εν λόγω παρανομία περιήλθε σε γνώση του ενάγοντος και των κληρονόμων του αποβιώσαντος κατά ή περί τον Ιούλιο του
  8. Ακολούθησε νέα αλληλογραφία μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου 4 και παρά την υπόσχεση του τελευταίου για εξέταση του αιτήματος για επιστροφή της περιουσίας και την καταβολή αποζημίωσης, αυτό ουδέποτε έγινε, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή εναντίον όλων των εναγομένων, συμφώνως (και) του άρθρου 6(Α)1 και 2 του Ν139/91 που εισήχθη δια της τροποποίησης 39(Ι)/
  9. Πριν την προσθήκη του άρθρου αυτού - πάντα κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος - οι πρόνοιες του Ν139/91 ήταν αντίθετες με τα δικαιώματα που κατοχυρώνουν τα άρθρα 23, 28 και 30 του Συντάγματος. Οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος επιθυμούν και έχουν πρόθεση να εκμεταλλευθούν και να καρπωθούν το όφελος της περιουσίας αυτής. Εν όψει των πιο πάνω, ο ενάγοντας ζητά (α) Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και αποζημιώσεις για παραβίαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 6Α (β) Διάταγμα κατεδάφισης των οικοδομημάτων επί του ακινήτου και παράδοση ελεύθερης κατοχής (γ) Διάταγμα εμποδίζον τους εναγόμενους από το να επεμβαίνουν παράνομα και (δ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι πρόνοιες του Ν139/91 παραβιάζουν τα άρθρα 23, 28 και 30 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Στον αντίποδα οι εναγόμενοι 3 και 4 - που είναι οι μόνοι που καταχώρησαν δικόγραφο - υποστηρίζουν τη νομιμότητα των ενεργειών όλων των εναγομένων και την ορθότητα των ακολουθητέων διαδικασιών, επικαλούμενοι ακριβώς τις πρόνοιες του Ν139/
  10. Συγκεκριμένα, μολονότι αναγνωρίζουν την αλληλογραφία μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου 4, απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του ενάγοντος περί παράνομης επέμβασης και παραβίασης συνταγματικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ. Το εν λόγω ακίνητο, συμφώνως της Υπεράσπισης των εναγομένων 3 και 4, την 1.1.1997 παραχωρήθηκε (εκμισθώθηκε) δυνάμει του προαναφερθέντος Νόμου και αφού εξασφαλίστηκαν προηγουμένως όλες οι αναγκαίες άδειες στον εκτοπισμένο πρόσφυγα - εναγόμενο 2 για σκοπούς του επαγγέλματος του. Σε ό,τι αφορά τον αποβιώσαντα, ισχυρίζονται ότι απέκτησε 4 παιδιά, εκ των οποίων και ο χχχ Halit, ο οποίος διαμένει σε ελληνοκυπριακή οικία στη Μόρφου και κατέχει επιπλέον και 270 σκάλες χωράφια με εσπεριδοειδή στη Μόρφου, επίσης ελληνοκυπριακής ιδιοκτησίας. Τα άλλα δυο του παιδιά διαμένουν στο Κιόνελι και το τέταρτο στην Κωνσταντινούπολη. Ως εκ τούτου και με βάση το άρθρο 3, οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος και ειδικά ο προαναφερθείς χχχ Halit δεν είναι δικαιούχοι απόδοσης του ακινήτου ούτε και αποζημίωσης, γεγονός που λήφθηκε υπόψη όταν απορρίφθηκε το αίτημα του διαχειριστή. Τούτο έγινε συμφώνως της νομοθεσίας και της απορρέουσας διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στον Κηδεμόνα. Μεταξύ άλλων λήφθηκε υπόψη ο επηρεασμός εκτοπισμένων κληρούχων και το ότι οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος κατέχουν σημαντικής έκτασης ελληνοκυπριακή περιουσία στα κατεχόμενα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτουν τις αξιώσεις του ενάγοντος. Η ακροαματική διαδικασία Στη βάση των πιο πάνω δικογραφημένων θέσεων η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Προς τιμή των συνηγόρων που χειρίστηκαν την υπόθεση (κ. Γεωργίου και κα Φλωρέντζου) δεν χρειάστηκε η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας και έτσι εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος. Διαβουλεύτηκαν, συνεργάστηκαν εποικοδομητικά και τελικώς συμφώνησαν στη διαμόρφωση ενός κειμένου παραδεκτών γεγονότων που καλύπτει το σύνολο των επιδίκων θεμάτων. Τα παραδεκτά αυτά γεγονότα επιθεωρήθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και μαζί με κάποια συμπληρωματικά που δηλώθηκαν κατά τη δικάσιμο, αποτελούν το συνολικό και μοναδικό υπόβαθρο επί του οποίου θα στηριχθεί το Δικαστήριο για την έκδοση της απόφασης του. Τα παραδεκτά γεγονότα συμφώνως του αρχικού κειμένου είναι τα ακόλουθα:
  11. Ο Ενάγων είναι διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος χχχ Kiazim από την Πάφο. Κατατίθεται ως Τεκμήριο 1 πιστοποιητικό θανάτου και κληρονόμων του αποβιώσαντα και ως Τεκμήριο 2 διάταγμα διορισμού του Δρος XXXXX Κληρίδη ως διαχειριστού της περιουσίας του αποβιώσαντα.
  12. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι χρήστες ή και κάτοχοι δυνάμει σύμβασης με τους Εναγομένους 3 και 4 και χωρίς την όποια συγκατάθεση ή και αποδοχή αυτού από τον Ενάγοντα ή τους κληρονόμους του αποβιώσαντα, της ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντα χχχ Κίazim στην ενορία XXXXX της Επαρχίας Πάφου τοποθεσία «Παλλούρα», αρ. εγγραφής XXXXX Φύλλο 51, Σχέδιο 0304.15, Τεμ. XXXXX, οικόπεδο. Κατατίθεται αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας ως Τεκμήριο
  13. Η θέση του Ενάγοντα είναι ότι δεν έδωσε ποτέ τη συγκατάθεση του για την κατοχή και χρήση της περιουσίας του και θέση του Εναγομένου 4 είναι ότι δυνάμει της κείμενης νομοθεσίας δεν χρειάζεται η όποια συγκατάθεση του Ενάγοντα ή και των κληρονόμων του αποβιώσαντα.
  14. Ως Τεκμήριο 4 κατατίθεται φωτογραφία του επίμαχου ακινήτου όπου φαίνεται πως οι Εναγόμενοι έχουν ανεγείρει στο οικόπεδο εκθεσιακό χώρο - showroom και άλλα υποστατικά τα οποία χρησιμοποιούνται από τους ίδιους για εμπορικούς σκοπούς και συγκεκριμένα για τη πώληση καινούργιων και μεταχειρισμένων οχημάτων.
  15. Ο εν λόγω αποβιώσας είναι ιδιοκτήτης της περιουσίας προ πολλών ετών. Ο δε Ενάγων, όταν περίπου τον Ιούλιο του 2009 πληροφορήθηκε για τα πιο πάνω, με επιστολή του ημερομηνίας 31/7/2009 ζήτησε από τους Εναγόμενους 3 και 4 - Υπουργείο Εσωτερικών Κλάδο Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών περιουσιακών Πάφου - όπως παραδώσουν κενή και ελευθέρα κατοχή στον διαχειριστή/Ενάγοντα και ή τους κληρονόμους του αποβιώσαντα. Η επιστολή εστάλη άνευ βλάβης διπλοσυστημένη εκ μέρους του Ενάγοντα/Διαχειριστή και των κληρονόμων από τον δικηγόρο Νικόλαο Αγγελίδη. Περαιτέρω, στην εν λόγω επιστολή επεσύναψε ο εν λόγω δικηγόρος αντίγραφο εγγράφων διαχείρισης δυνάμει των οποίων από τις 17/6/2001 διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα διορίστηκε ο Ενάγοντας. Η επιστολή ημερ. 31/07/09 κατατίθεται ως Τεκμήριο
  16. Αποδείξεις αποστολής της προς τους Εναγόμενους 3 και 4 κατατίθενται ως Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα και απόδειξη παραλαβής της από τον Εναγόμενο 3 κατατίθεται ως Τεκμήριο
  17. Οι Εναγόμενοι 4 απήντησαν με επιστολή κατά ή περί την 22/9/2009 στην προαναφερθείσα διπλοσυστημένη επιστολή ότι η περιουσία τελούσε υπό την κηδεμονία του κηδεμόνα και ότι υπό τας περιστάσεις αποκλείοντο οι διαχειριστές και οι κληρονόμοι να ασκήσουν οποιαδήποτε περιουσιακά δικαιώματα χωρίς την άδεια του κηδεμόνα των τουρκοκυπριακών περιουσιών και ότι, η περιουσία είχε παραχωρηθεί σε πρόσφυγα με άδεια χρήσης προσωρινής ισχύος για τις επαγγελματικές του ανάγκες. Κατατίθεται η επιστολή ημερ. 22/09/2009 ως Τεκμήριο
  18. Ο Ενάγοντας, υπό την ιδιότητα του σαν δικηγόρος απέστειλε επιστολή ημερ. 28/01/2010 στους Εναγόμενους 4 επισυνάπτοντας αντίγραφο της αντηλλαγείσας αλληλογραφίας για ευκολία χρήσης και της προτεινόμενης ως η παρούσα αγωγής. Η επιστολή ημερ. 28/01/10 κατατίθεται ως Τεκμήριο
  19. Η σχετική με το επίδικο ακίνητο άδεια οικοδομής χωρίς να δοθεί η έγκριση και ή συγκατάθεση των ιδιοκτητών - αποβιώσαντα μέσω του διαχειριστή του - εκδόθηκε εις το όνομα του Εναγόμενου 2 - γαμπρού του Εναγόμενου 1 κατά ή περί την 17/3/1997 από τον Δήμο Πάφου.
  20. Κατά ή περί τις 5/2/2010 ο Εναγόμενος 4 ενημέρωσε τον Δρ. Χρίστο Κληρίδη υπό την ιδιότητά του σαν δικηγόρου/διαχειριστή και εκ μέρους των κληρονόμων, για την πορεία της εξέτασης του αιτήματος των πελατών του για επιστροφή του επίδικου ακινήτου και ειδικότερα ότι αναμένουν ενημέρωση από τον Έπαρχο Πάφου. Η επιστολή ημερ. 05/02/2010 κατατίθεται ως Τεκμήριο
  21. Ο Ενάγων απέστειλε επιστολή υπό την ιδιότητά του σαν δικηγόρος για λογαριασμό της διαχείρισης και των κληρονόμων ημερ. 27/5/2010 προς τον Υπουργό Εσωτερικών κηδεμόνα τουρκοκυπριακών περιουσιών υποβάλλοντας, συμφώνως προνοιών της νομοθεσίας 139/91 για επιστροφή πάραυτα της περιουσίας του αποβιώσαντος και καταβολή αποζημιώσεων από την ημερομηνία κατοχής και εκμετάλλευσης αυτής, προειδοποιώντας ότι σε περίπτωση που δεν θα ικανοποιείτο το αίτημα θα καταχωρείτο αγωγή και θα αξιώνετο διάταγμα για αποζημιώσεις. Η επιστολή ημερ. 27/05/10 κατατίθεται ως Τεκμήριο
  22. Κατά ή περί τις 10/6/2010 εκ νέου οι Εναγόμενοι 4 ζήτησαν παράταση για περαιτέρω μελέτη του θέματος με σχετική επιστολή τους ίδιας ημερομηνίας η οποία κατατίθεται ως Τεκμήριο
  23. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε επανήλθαν έκτοτε και καταχωρήθηκε η αγωγή σαν αποτέλεσμα στις 18/4/
  24. Οι κληρονόμοι της περιουσίας του αποβιώσαντος επιθυμούν και έχουν πρόθεση να εκμεταλλευτούν και να καρπωθούν το όφελος της επίδικης περιουσίας κάτι το οποίο δεν τους επιτρέπεται να πράξουν από τους Εναγόμενους κατά τη θέση των οποίων, με την οποία θέση διαφωνεί ο Ενάγοντας, η στέρηση της επίδικης περιουσίας είναι νόμιμη στη βάση του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 1991 (139/1991).
  25. Η χρήση ως άνω του επίμαχου ακινήτου από τους Εναγομένους συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Το ακίνητο στη βάση σύμβασης μίσθωσης που κατατίθεται ως Τεκμήριο 14 χρησιμοποιείται για εμπορικούς σκοπούς και συγκεκριμένα για πώληση καινούργιων και μεταχειρισμένων οχημάτων.
  26. Ο αποβιώσας απεβίωσε στις 24/9/63 και η οικογένειά του, σύζυγος και 4 τέκνα εγκατέλειψαν την περιουσία τους το 1974 και μετακινήθηκαν στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Ο εκ των κληρονόμων του αποβιώσαντα χχχ χχχ Kiazim - υιός αποβιώσαντα - κατέχει ελληνοκυπριακή περιουσία στη Μόρφου συνεπεία της Τουρκικής Εισβολής του
  27. Η εν λόγω περιουσία δεν αγοράστηκε από τον ίδιο ούτε αποτελούσε επιδίωξη του η κατοχή της αλλά του παραχωρήθηκε από το κατοχικό καθεστώς. Ήτο και είναι έτοιμος και πρόθυμος να δώσει την περιουσία στον Ελληνοκύπριο ιδιοκτήτη της σε αντάλλαγμα της δικής του περιουσίας στην Κυπριακή Δημοκρατία.
  28. Η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου στην ενορία Αγίου Θεοδώρου της Επαρχίας Πάφου τοποθεσία «Παλλούρα», αρ. εγγραφής 2χχχ4 Φύλλο χ1, Σχέδιο 0χχ4.15, Τεμ. 3χχ0, οικόπεδο συμφωνείται και δηλούται από τις πλευρές ότι ανέρχεται σε 700,000 ευρώ. Η ενοικιαστική αξία του ακινήτου από την 01/01/09 μέχρι και σήμερα έχει επίσης συμφωνηθεί μεταξύ των μερών και συμφωνείται και δηλούται ότι ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 90,000 ευρώ.
  29. Τα παρόντα παραδεχτά γεγονότα αφορώσιν μόνον τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης γίνονται υπό το πλαίσιο και με δεδομένη την επιμονή των διαδίκων στις νομικές των θέσεις ως αυτές εκφράζονται δια των δικογράφων εκάστης πλευράς. Τα συμπληρωματικά παραδεκτά γεγονότα που δηλώθηκαν κατά τη δικάσιμο είναι τα ακόλουθα: «κ. Γεωργίου: Δηλώνεται κατ' αρχάς ότι όσον αφορά την Αίτηση για απόφαση κατά των εναγομένων 1 και 2, η οποία παραμένει εδώ και καιρό για απόδειξη για να αποφασιστεί το θέμα για τους εναγομένους 3 και 4, αναφέρω ότι η αξίωσή μας όσον αφορά την αξία είναι η ίδια για όλους τους εναγομένους, ως αναφέρεται δηλαδή στα παραδεχτά γεγονότα που έχουμε συμφωνήσει με τους εναγομένους 3 και
  30. Πιο συγκεκριμένα δεν επιμένουμε στις αξίες που αναφέρουμε στην παράγραφο 3 της ενόρκου δηλώσεως απόδειξης κατά των εναγομένων 1 και 2, ημερομηνίας 12.12.
  31. Περιορίζουμε τις αξίες που έχουμε συμφωνήσει με τους εναγομένους 3 και 4 στην παράγραφο 14 των παραδεκτών γεγονότων. Περαιτέρω αναφέρω ότι η θέση μας είναι ότι πρώτα πρέπει να αποφασιστεί το θέμα με τους εναγομένους 3 και
  32. Η τυχόν παράνομη επέμβαση από μέρους των εναγομένων 1 και 2 εξαρτάται και συναρτάται και ακολουθεί τυχόν παράνομη επέμβαση από μέρους των εναγομένων 3 και
  33. κα Φλωρέντζου: Συμφωνώ». Ως προκύπτει από το κείμενο των παραδεκτών γεγονότων, κατατέθηκαν από κοινού τα εξής έγγραφα ως τεκμήρια: Τεκμήριο 1 - Πιστοποιητικό θανάτου και κληρονόμων του αποβιώσαντα Τεκμήριο 2 - Διάταγμα διορισμού του Δρος XXXXX Κληρίδη ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Τεκμήριο 3 - Αντίγραφο τίτλου ιδιοκτησίας Τεκμήριο 4 - Φωτογραφία του επίμαχου ακινήτου Τεκμήριο 5 - Επιστολή ημερομηνίας 31.07.2009 Τεκμήριο 6 - Απόδειξη αποστολής προς εναγόμενο 3 Τεκμήριο 7 - Απόδειξη αποστολής προς εναγόμενο 4 Τεκμήριο 8 - Απόδειξη παραλαβής από τον εναγόμενο 3 Τεκμήριο 9 - Επιστολή ημερομηνίας 22.09.2009 Τεκμήριο 10 - Επιστολή ημερομηνίας 28.01.2010 Τεκμήριο 11 - Επιστολή ημερομηνίας 05.02.2010 Τεκμήριο 12 - Επιστολή ημερομηνίας 27.05.2010 Τεκμήριο 13 - Επιστολή ημερομηνίας 10.06.2010 Τεκμήριο 14 - Σύμβαση μίσθωσης Προς συμπλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τις οποίες διεξήλθα με κάθε προσοχή. Αναφορά σε επιμέρους θέσεις, εισηγήσεις και επιχειρήματα θα γίνει σε κατοπινό στάδιο, εκεί και όπου χρειάζεται προς επίλυση της ανακύπτουσας αναφοράς. Νομική Πτυχή/Κατάληξη Η υπόθεση ως αναδύεται μέσα από τη δικογραφία των μερών αλλά και ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο φαίνεται να έχει δύο παραμέτρους. Η πρώτη παράμετρος είναι κάπως πιο γενική και αφορά ευρύτερα τον Ν139/
  34. Προβάλλεται η θέση ότι οι σχετικές διατάξεις του εν λόγω Νόμου παραβιάζουν πρόνοιες του Συντάγματος ως επίσης και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Αν ισχύει τούτο - κατά την προωθηθείσα θέση - έχει συνειρμικά διαπραχθεί και συνεχίζει να διαπράττεται το αστικό αδίκημα της Παράνομης Επέμβασης, απ' όλους ουσιαστικά τους εναγόμενους. Δεν πρόκειται δηλαδή για κλασσική υπόθεση Παράνομης Επέμβασης σε συνήθη ακίνητη περιουσία. Η υπό συζήτηση περιουσία, ως θα εξηγηθεί στη συνέχεια, εμπίπτει σε μια sui generis [μοναδική] κατηγορία περιουσιών, οι οποίες υπάγονται σε ένα ειδικό νομοθετικό καθεστώς. Συνεπώς μόνον αν πάσχει αυτό το καθεστώς (συνταγματικώς και/ή άλλως πως) διανοίγει ο δρόμος για απόδοση θεραπείας για Παράνομη Επέμβαση. Η δεύτερη παράμετρος αφορά ειδικά στη διαδικασία του άρθρου 6Α που εισήχθη στον Νόμο με την τροποποίηση 39(Ι)/
  35. Βάσει του άρθρου αυτού υποβλήθηκε συγκεκριμένη και επί των επιμέρους γεγονότων, απαίτηση από τον διαχειριστή/ενάγοντα η οποία φέρεται να απορρίφθηκε δια σιωπής από τον κηδεμόνα/εναγόμενο 4 - απόρριψη, η οποία προσβάλλεται ως διακριτή και αυτοτελής αιτία αγωγής. Ξεκινώ από την πρώτη παράμετρο που θα πρέπει να έχει ως αφετηρία την καταλληλόλητα ή μη της περίπτωσης να εξεταστεί θέμα συνταγματικότητας του εν λόγω νομοθετήματος. Αποτελεί καλά καθιερωμένη αρχή ότι ένα Δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto [αφηρημένα] τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος. Δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας γίνεται μόνο αν είναι αναγκαίος για επίλυση της ανακύπτουσας διαφοράς. Αλλιώς απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Με άλλα λόγια αν τυχόν διαπίστωση αντισυνταγματικότητας, δεν οδηγεί συνάμα σε αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται και δεν πρέπει να ελέγχει τη συνταγματικότητα νομοθετικής διάταξης (βλ. Αναστάσιος Μαρκιτανής v. Απόστολου Μουτζούρη

(2000)1Β Α.Α.Δ. 923). Ο λόγος αυτού του περιορισμού είναι ότι τα Δικαστήρια δεν παρέχουν γνωμοδοτήσεις, αλλά επιλύουν διαφορές. Στην παρούσα περίπτωση, η κρίση επί της συνταγματικότητας του Ν139/91 επιβάλλεται, δεδομένου του γεγονότος πως έχει άμεση σχέση με τις αξιώσεις του ενάγοντος. Ο συγκεκριμένος Νόμος θεσπίστηκε βάσει της αρχής του δικαίου της ανάγκης και της εφαρμογής της στην Κύπρο όπως αναδείχθηκε στην κορυφαία επί του θέματος υπόθεση The Attorney General of the Republic v. Ibrahim
(1964)C.L.R.195. Η αρχή έχει σκοπό τη διασφάλιση της ύπαρξης και της λειτουργίας του κράτους και τη διατήρηση τάξης στην κοινωνία, όπου δημιουργείται κενό για να αποτραπεί η κυριαρχία του χάους και της κοινωνικής αταξίας. Για την εφαρμογή, εμβέλεια και δυναμική του δικαίου της ανάγκης σχετική είναι και η υπόθεση Aloupas v. National Bank
(1983)1(A) C.L.R.
  1. Ο σκοπός θέσπισης του Ν139/91 παρατίθεται στο προοίμιο του ως ακολούθως: «Προοίμιο Επειδή, συνεπεία της μαζικής μετακίνησης του Τουρκοκυπριακού πληθυσμού ως αποτέλεσμα της Τουρκικής εισβολής στις περιοχές που κατέχονται από τις Τουρκικές δυνάμεις εισβολής και της απαγόρευσης από τις δυνάμεις αυτές της διακίνησης του πληθυσμού αυτού στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, εγκαταλείφθηκαν περιουσίες που αποτελούνται από κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία, Και επειδή για την προστασία των περιουσιών αυτών κατέστη απαραίτητη η άμεση λήψη μέτρων, Και επειδή μεταξύ των μέτρων που λήφθηκαν περιλαμβανόταν και η διαχείριση των περιουσιών αυτών από ειδική επιτροπή που συστάθηκε με διοικητικές διευθετήσεις, Και επειδή κατέστη αναγκαία η νομοθετική ρύθμιση του θέματος των Τουρκοκυπριακών περιουσιών στη Δημοκρατία.» Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2, «τουρκοκυπριακή περιουσία» περιλαμβάνει κάθε ιδιοκτησία, κινητή ή ακίνητη, που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται σε ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ενώ «Τουρκοκύπριος» σημαίνει Τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Στην προκειμένη περίπτωση είναι παραδεκτό ότι το επίδικο ακίνητο είναι τουρκοκυπριακή περιουσία υπό την έννοια του Νόμου και ότι οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος ανήκουν στην τουρκοκυπριακή κοινότητα και δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Στο ίδιο άρθρο καθορίζεται ως «έκρυθμη κατάσταση» τη συνέπεια της τουρκικής εισβολής δημιουργηθείσα κατάσταση η οποία εξακολουθεί να υπάρχει μέχρις ότου το Υπουργικό Συμβούλιο με γνωστοποίηση του δημοσιευμένη στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ορίσει ημερομηνία λήξης της κατάστασης αυτής. Μέχρι τότε παραμένει σε ισχύ και ο εν λόγω Νόμος - άρθρο
  2. Τέτοια γνωστοποίηση δεν έχει εκδοθεί και επομένως από πλευράς Νόμου, βρισκόμαστε σε καθεστώς «έκρυθμης κατάστασης». Ο Υπουργός Εσωτερικών διορίστηκε Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, στον οποίο δόθηκε η διαχείρισή τους, διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης και μέχρις ότου επιτευχθεί τελική διευθέτηση του θέματος αυτού - άρθρο
  3. Ο Κηδεμόνας έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης τους και ο Νόμος του παρέχει εξουσία να λάβει άμεση κατοχή τους - άρθρο
  4. Η πληρωμή οποιουδήποτε ποσού που οφείλεται σε ιδιοκτήτη τουρκοκυπριακής περιουσίας σε σχέση με την περιουσία αυτή αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης - άρθρο
  5. Προς τούτο ιδρύθηκε το «Ταμείο Τουρκοκυπριακών Περιουσιών» υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα, στο οποίο κατατίθενται όλες οι εισπράξεις που γίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου -άρθρο
  6. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η επίδικη περιουσία τέθηκε υπό την προστασία του Κηδεμόνα και έτυχε διαχείρισης συμφώνως των προνοιών του εν λόγω νομοθετήματος (βλ. επίσης Arif Moustafa v. Υπουργείου Εσωτερικών μέσω Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού
(2004)4(Β) Α.Α.Δ.790). Ο εν λόγω Νόμος έχει επανειλημμένως κριθεί συνταγματικός από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1275, αποφασίστηκε ότι ο Νόμος δεν καταστρατηγεί το άρθρο 23 [δικαίωμα της ιδιοκτησίας] του Συντάγματος και ότι η αναγκαιότητα της διαχείρισης των τουρκοκυπριακών περιουσιών από τον Κηδεμόνα με σκοπό την προστασία τους δικαιολογείτο βάσει του δικαίου της ανάγκης. Σχετικές με τη συνταγματικότητα του Νόμου είναι και οι υποθέσεις Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077, Balce Shermen Kemal
(2010)1 A.A.Δ. 680, Shakir κ.ά ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά
(2013)3 Α.Α.Δ. 54, Mehmet v. Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ECLI:CY:AD:2019:C84, Α.Ε. 33/13, ημερ. 13.3.2019 και Μushawar ΗΠΑ κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:C498, Αναθ. Έφ. 111/13, ημερ. 27.11.2019. Στην Suleyman v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α.
(2007)4(Α) Α.Α.Δ. 312 αναφέρονται σχετικά στη σελ.319 τα εξής: «Το επιχείρημα ότι ο Νόμος 139/91 είναι αντίθετος προς τις πρόνοιες των άρθρων 6, 13, 23 και 28 του Συντάγματος δεν ευσταθεί. Όπως είναι γνωστό το 1974 η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, έκτοτε δε κατέχει ένα σημαντικό μέρος της. Έπρεπε, να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα προς αντιμετώπιση της κατάστασης. Ως προς το συγκεκριμένο θέμα έπρεπε, από τη μια, να προστατευθούν οι περιουσίες που οι Τουρκοκύπριοι μεταβαίνοντας στις περιοχές που δεν ήλεγχε το κράτος εγκατέλειψαν και από την άλλη να βοηθηθούν οι χιλιάδες εκτοπισμένοι Ελληνοκύπριοι οι οποίοι έχασαν τη δική τους περιουσία στις κατεχόμενες περιοχές. Ο Κηδεμόνας έχει αναλάβει, σύμφωνα με το Νόμο, τις περιουσίες μόνο των Τουρκοκυπρίων που λόγω της τουρκικής εισβολής τις εγκατέλειψαν για να μεταβούν στις κατεχόμενες περιοχές». Στην υπόθεση Raziye Cemil και Επι Τοις Αφωρόσι των Cemil Cufi Suleyman, αποβιώσαντα
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 987 αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Σκοπός του Ν.139/91, όπως προκύπτει από το προοίμιό του, είναι η διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν από τους Τουρκοκύπριους ιδιοκτήτες τους. Με τον πιο πάνω Νόμο, δε σκοπείται η καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, στέρηση της περιουσίας τους, στη βάση εθνοτικής καταγωγής, αλλά η προστασία της και η προσωρινή διαχείρισή της από τον Κηδεμόνα μέχρι τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης που δημιουργήθηκε από την τουρκική εισβολή. Κριτήριο δεν είναι η καταγωγή του ιδιοκτήτη, αλλά εάν η περιουσία του εγκαταλείφθηκε. Το Κράτος, το 1974, βρέθηκε αντιμέτωπο με μια κατάσταση καταστροφής, που δημιούργησε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συνεπώς, είχε καθήκον να λάβει μέτρα, έστω και αν αυτά περιέχουν περιορισμούς. Η μαζική μετακίνηση των Τουρκοκυπρίων και η εγκατάλειψη από αυτούς των περιουσιών τους στις περιοχές οι οποίες ελέγχονται από το Κράτος επέβαλλε την ανάγκη αυτές να προστατευθούν, προς όφελος των ιδιοκτητών τους, όπως, άλλωστε, αναφέρεται στο προοίμιο του Ν139/91, το οποίο, συνήθως, δηλώνει τα γεγονότα ή την κατάσταση για την οποία ο νομοθέτης προτίθεται να θεσπίσει το νόμο που ακολουθεί - (βλ. Δημητρίου v. Δημητρίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1153)." Κατ' ακολουθία των πιο πάνω κρίνω ότι ο Ν139/91 δεν παραβιάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο το Σύνταγμα. Σε ό,τι αφορά την παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων η πρώτη μου παρατήρηση είναι ότι τα δικαιώματα αυτά [όπως και τα θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα] είναι προσωποπαγή και ως τέτοια δεν επιβιώνουν του θανάτου και δεν μεταβιβάζεται αγώγιμο δικαίωμα στον διαχειριστή της περιουσίας αποβιώσαντος. Περαιτέρω ο διαχειριστής/ενάγοντας δεν λογίζεται ως "κύριος" συμφώνως του άρθρου 2 του Κεφ.224 και δεν έλκει προσωπικά δικαιώματα επί της περιουσίας. Απλά, τη διαχειρίζεται [προσωρινά] προς όφελος των κληρονόμων και τελικώς τους την διανέμει. Συνεπώς, ο εδώ ενάγοντας δεν δικαιούται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε σχέση με το επίδικο ακίνητο. Εν πάση περιπτώσει και επί του ζητήματος αυτού υπάρχει πλούσια Νομολογία. Ο ενάγοντας δεν ισχυρίζεται πως ο Νόμος 139/91 έχει επηρεάσει το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου. Αυτό είναι σωστό, αφού η κυριότητα παραμένει στους εκάστοτε Τουρκοκύπριους ιδιοκτήτες - με περιορισμούς βέβαια (βλ. Korkut v. Γεωργίου
(2008)1(Β) Α.Α.Δ.905. Αυτό που χρήζει εξέτασης, σύμφωνα με την εισήγηση, είναι κατά πόσο ο Νόμος παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ σχετικά με την ειρηνική απόλαυση της περιουσίας. Στην υπόθεση Δημητριάδη κ.ά. ν. Υπουργικού Συμβουλίου κ.ά.
(1996)3 Α.Α.Δ. 85, 100 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας αναφέρονται τα ακόλουθα σε συνάρτηση με το δικαίωμα ιδιοκτησίας το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος: «Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Πρόσθετο Πρωτόκολλο, που αποτελούν μέρος του ημεδαπού δικαίου ως αποτέλεσμα του περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως διά την προάσπισίν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικός) Νόμου του 1962, (Ν. 39/62), δεν επεκτείνουν το δικαίωμα ιδιοκτησίας όπως κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα, ούτε επαυξάνουν το περιεχόμενό του. Οι σχετικές διατάξεις του Πρωτοκόλλου ταυτίζονται, στην ουσία, με εκείνες του Άρθρου 23.1 του Συντάγματος. (Βλ. Άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, Κυρωτικός Νόμος Ν. 39/62.)» Για να θεωρηθεί νομοθεσία συνάδουσα με το εν λόγω άρθρο θα πρέπει να περιδίνεται με τον μανδύα της νομιμότητας και να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Στην προκειμένη περίπτωση το Κράτος, κάτω από ιδιαιτέρως αντίξοες και εξαιρετικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν με την τουρκική εισβολή, είχε καθήκον να λάβει μέτρα για τη διαχείριση και προστασία των εγκαταληφθεισών τουρκοκυπριακών περιουσιών προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου. Δεν τίθεται συνεπώς θέμα καταστρατήγησης οποιωνδήποτε συνταγματικών διατάξεων, ούτε υφίσταται παραβίαση του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (βλ. αποφάσεις του ΕΔΑΔ στις Mehmet Yilmaz ν. Δημοκρατίας και τριών άλλων αιτήσεων, Αίτηση αρ. 4722/05, ημερ. 28.8.2012 και Niazi Kazali and Hakan Kazali v. Cyprus και οκτώ άλλων αιτήσεων, ημερ. 6.3.2012). Ούτε και τίθεται θέμα φυλετικής διάκρισης ή ανισότητας δυνάμει του άρθρου 28 του Συντάγματος. Οι τουρκοκυπριακές περιουσίες τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης δυνάμει του Νόμου, ο οποίος θεσπίστηκε για να ρυθμίσει μια έκτακτη πολιτειακή ανάγκη. Στην πρόσφατη απόφαση P. Torgut υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του Ι.Υ. ΖΙΑ κ.ά. v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ.ά., ECLI:CY:AD:2020:A186, Πολιτική Έφεση 79/15, ημερ. 10.6.2020, τονίστηκε το αυτονόητο. Ότι δηλαδή δεν υπάρχει καμία ομοιότητα - πραγματική ή νομική - μεταξύ των τουρκοκυπριακών περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν στις ελεύθερες περιοχές με τις ελληνοκυπριακές περιουσίες που υφαρπάχθηκαν στις κατεχόμενες περιοχές. Στην εν λόγω υπόθεση - με αναφορά στη Loizidou v. Turkey, App. No. 15318/89, ημερ. 18.12.1996 όπου το ΕΔΑΔ διαπίστωσε ότι υπήρξε εκ μέρους της Τουρκίας συνεχής και απόλυτη άρνηση πρόσβασης της αιτήτριας στην περιουσία της, κάτι που συνιστούσε επέμβαση στα δικαιώματα της για ειρηνική απόλαυση της περιουσίας της εντός της εννοίας του Α1Π1 - υπογραμμίστηκε ότι στην περίπτωση των Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι τον Αύγουστο του 1974 κατοικούσαν στις ελεύθερες περιοχές και εγκατέλειψαν τις περιουσίες τους για λόγους για τους οποίους δεν ευθύνεται η Κυπριακή Δημοκρατία, η επέμβαση στις περιουσίες τους έγινε με τη θέσπιση Νόμου για τους πολύ συγκεκριμένους σκοπούς που παρατίθενται στο προοίμιο του. Εν όψει όλων των ανωτέρω είναι προφανές ότι καμία παραβίαση των άρθρων 23 και 28 του Συντάγματος, ούτε και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα Παράνομης Επέμβασης και κατ' επέκτασης απόδοσης της όποιας θεραπείας για το αστικό αυτό αδίκημα. Δεν διαλανθάνει της προσοχής μου ότι στην Έκθεση Απαίτησης γίνεται επίκληση και του άρθρου 30 του Συντάγματος (πρόσβαση στη δικαιοσύνη/δίκαιη δίκη κλπ) με αναφορά στο νομοθετικό καθεστώς πριν την εισαγωγή του άρθρου 6Α το 2010. Για το θέμα αυτό δεν υπάρχει επιχειρηματολογία στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του ενάγοντος και εν πάση περιπτώσει αποτελεί κλασσική περίπτωση εξέτασης συνταγματικότητας in abstracto. Το άρθρο 6Α υπάρχει πλέον στον Νόμο, ο ενάγοντας προσέφυγε στη δικαιοσύνη και διεκδικεί θεραπεία τόσο βάσει του συγκεκριμένου άρθρου όσο και ευρύτερα για παραβίαση συνταγματικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Έρχομαι στη δεύτερη παράμετρο της απαίτησης που αφορά στη διεκδίκηση αποζημίωσης δυνάμει ακριβώς του άρθρου 6A. Το άρθρο αυτό, στον βαθμό που ενδιαφέρει, έχει ως ακολούθως: 6Α.
(1)Η παραβίαση δικαιώματος που κατοχυρώνει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ή και τα Πρωτόκολλά της που κυρώθηκαν από τη Δημοκρατία λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου, είναι αγώγιμη.
(2)Πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου στη δική του περίπτωση παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα που κατοχυρώνει η πιο πάνω Σύμβαση ή και τα Πρωτόκολλά της, δικαιούται, εάν απορριφθεί σχετικό αίτημά του στον Υπουργό, να προσφύγει στο επαρχιακό δικαστήριο με αγωγή κατά της Δημοκρατίας και του Κηδεμόνα για την κατ' ισχυρισμόν παραβίαση και να αξιώσει για την παραβίαση τις θεραπείες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο: Νοείται ότι σε περίπτωση που οι αιτούμενες θεραπείες περιλαμβάνουν αξίωση του ιδιοκτήτη για διάταγμα του δικαστηρίου να του αποδοθεί περιουσία του η οποία τελεί υπό καθεστώς διαχείρισης δυνάμει του παρόντος Νόμου, η αγωγή στρέφεται επίσης κατά του προσώπου που νόμιμα κατέχει την περιουσία.
(3)Το δικαστήριο προκειμένου να κρίνει σε αγωγή δυνάμει του εδαφίου
(2)κατά πόσο παραβιάστηκε το δικαίωμα του ενάγοντα εξετάζει τις περιστάσεις της υπόθεσης και λαμβάνει υπόψη τους παράγοντες που εκάστοτε λαμβάνει υπόψη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως σχετικούς με το υπό κρίση ζήτημα όπως προκύπτουν από τη σχετική με το θέμα νομολογία του.
(4)Σε περίπτωση που σε αγωγή δυνάμει τoυ παρόντος άρθρου το δικαστήριο κρίνει ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του ενάγοντα αυτός δικαιούται σε: (α) Αποζημιώσεις για τυχόν χρηματική ζημιά, απώλεια, έξοδα και δαπάνες που έχει αποδεδειγμένα υποστεί λόγω της παραβίασης, (β) αποζημιώσεις για ζημιά ή βλάβη μη χρηματικής φύσης που έχει υποστεί λόγω της παραβίασης, (γ) δικηγορικά έξοδα που αποδεδειγμένα έχει υποστεί λόγω της παραβίασης, (δ) έκδοση δεσμευτικού διατάγματος αναγνώρισης δικαιώματος δυνάμει του περί Δικαστηρίων Νόμου, (ε) οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που το δικαστήριο έχει εξουσία να αποδώσει κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του περί Δικαστηρίων Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ νόμου ή του ισχύοντος δικαίου.
(5)Για τη διαπίστωση της ζημιάς που οφείλεται στην παραβίαση κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο
(4)και τον υπολογισμό και απόδοση των δυνάμει του εν λόγω εδαφίου αποζημιώσεων, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα κριτήρια και τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για το σκοπό αυτό από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όπως προκύπτουν από την εκάστοτε νομολογία του σε υποθέσεις παραβίασης του σχετικού δικαιώματος που κατοχυρώνει η πιο πάνω Σύμβαση ή και τα Πρωτόκολλά της. (η υπογράμμιση είναι δική μου) Η προσθήκη του άρθρου αυτού στον Νόμο ήταν το απότοκο υποδείξεων του ΕΔΑΔ για σκοπούς εναρμόνισης με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Ουσιαστικά κατοχύρωσε νομοθετικά το δικαίωμα Τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη να προσφύγει στη δικαιοσύνη σε περίπτωση που αίτημα του προς τον Υπουργό/Κηδεμόνα έχει απορριφθεί. Αυτό έχει συμβεί στην προκειμένη περίπτωση αφού το τελευταίο αίτημα του ενάγοντος για επιστροφή της περιουσίας και για απόδοση αποζημίωσης (τεκμήριο 12) δεν έτυχε θετικής ανταπόκρισης. Απαντήθηκε μεν με την επιστολή (τεκμήριο 13) ότι το αίτημα βρισκόταν υπό μελέτη και θα επανερχόταν ο Κηδεμόνας μόλις υπήρχαν εξελίξεις, αλλά τούτο δεν έγινε ποτέ. Συνεπώς εκλαμβάνεται ότι το αίτημα απορρίφθηκε, κάτι εξάλλου που δηλώνει και η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων 3 και 4, κα Φλωρέντζου, στη γραπτή της αγόρευση. Περαιτέρω, εφόσον υπάρχει αξίωση για επιστροφή του ακινήτου, σωστά η αγωγή στρέφεται εναντίον και των κατόχων του ακινήτου -εναγομένων 1 και 2 (βλ. επιφύλαξη της υποπαραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου 6Α). Απ' εκεί και πέρα το νομοθετικό δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο που παρέχεται μέσω του άρθρου 6Α δεν άπτεται άλλης νομικής θεματολογίας. Τουναντίον περιορίζεται ρητά στην επίκληση παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων (βλ. άρθρο 6Α
(1)), και καλείται επ' αυτού το Δικαστήριο να εξετάζει τις εκάστοτε περιστάσεις της υπόθεσης και να λαμβάνει υπόψη τη Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Σε περίπτωση δε που κριθεί πως υπήρξε παραβίαση, γίνεται αναφορά και στη θεραπεία που δικαιούται ο επηρεαζόμενος ιδιοκτήτης (άρθρο 6Α
(4)). Στην προκειμένη περίπτωση με δεδομένη την κατάληξη του Δικαστηρίου για τη συνταγματικότητα του Νόμου και την εν γένει εναρμόνιση του και με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που επικαλέστηκε ο ενάγοντας, εκείνο που μπορεί πλέον να επισημανθεί υπό τη σκέπη του άρθρου 6Α είναι ότι δεν διαπιστώνεται επί των γεγονότων κατάχρηση εξουσίας από μέρους του Κηδεμόνα ή χρήση της περιουσίας κατά τρόπο αντίθετο ή ξένο με τους σκοπούς του Νόμου. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι οι χρήστες και κάτοχοι του επίδικου ακινήτου και ότι αυτό χρησιμοποιείται για επαγγελματικούς σκοπούς. Δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία που να καταρρίπτει τον ισχυρισμό των εναγομένων 3 και 4 (παράγραφος 3 της Υπεράσπισης και τεκμήριο 9), ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι εκτοπισθέντες Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες. Αρά πληρείται η προϋπόθεση του άρθρου 7 για «εξυπηρέτηση των αναγκών των προσφύγων». Το γεγονός ότι έχουν ανεγερθεί οικοδομήματα επί του ακινήτου - σε αντίθεση με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του ενάγοντος κ. Γεωργίου - δεν αλλοιώνει τα φυσικά χαρακτηριστικά του ακινήτου ούτε και κατοχυρώνει ή μονιμοποιεί καθ' οιονδήποτε τρόπο την υφιστάμενη κατοχή. Στην P. Torgut (ανωτέρω) είχε ανεγερθεί προσφυγικός οικισμός επί του ακινήτου των εναγόντων αλλά κρίθηκε πως δεν παραβιάζεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας που κατοχυρώνει το άρθρο 23 του Συντάγματος και τα άρθρα 1 και 14 του Πρώτου Πρωτοκόλλου. Στην προκειμένη περίπτωση με τη λήξη της έκρυθμου κατάστασης και την απόδοση της περιουσίας στον νόμιμο ιδιοκτήτη, τα οικοδομήματα μπορεί κάλλιστα να κατεδαφιστούν και το ακίνητο να επανέλθει στην πρότερα του κατάσταση. Άλλη επισήμανση που μπορεί να γίνει είναι ότι ένας τουλάχιστον εκ των κληρονόμων κατέχει μεγάλης έκτασης ελληνοκυπριακή περιουσία στην κατεχόμενη Μόρφου - παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη βάσει του άρθρου 3 στην απόφαση του Κηδεμόνα να άρει ή όχι τη διαχείριση επί συγκεκριμένης τουρκοκυπριακής περιουσίας. Η αναφορά στα παραδεκτά γεγονότα ότι ο εν λόγω κληρονόμος δεν αγόρασε την εν λόγω περιουσία και δεν επιδίωξε την κατοχή της, δεν προσθέτει οτιδήποτε στο γεγονός. Όπως περαιτέρω αναφέρεται, η ελληνοκυπριακή περιουσία του παραχωρήθηκε από το κατοχικό καθεστώς και την κατέχει - προφανώς όχι δια της βίας αλλά με την ελεύθερη του βούληση - καρπούμενος τα οφέλη που συνοδεύουν αυτήν την ανέξοδη και παράνομη κατοχή. Επί του προκειμένου, σημειώνω ότι δεν μπορεί να γίνει διαχωρισμός μεταξύ κληρονόμων και να ατονήσει ο εν λόγω παράγοντας του άρθρου 3 για τον λόγο ότι οι λοιποί κληρονόμοι δεν φαίνεται να κατέχουν και αυτοί ελληνοκυπριακή περιουσία. Η διεκδίκηση του ενάγοντος ως διαχειριστή είναι ενιαία και αδιάσπαστη προς όφελος όλων των κληρονόμων από κοινού. Σε ό,τι αφορά την ετοιμότητα και προθυμία του εν λόγω κληρονόμου να επιστρέψει την εν λόγω περιουσία στον Ελληνοκύπριο ιδιοκτήτη σε αντάλλαγμα της δικής του περιουσίας - χωρίς το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αξιολογήσει τη γνησιότητα αυτής της ετοιμότητας και πρόθεσης - είναι νομίζω πρόδηλο πως δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε αξία ή βαρύτητα σε τέτοια δήλωση. Η επιστροφή των υφαρπαχθέντων δια της εισβολής και κατοχής των ελληνοκυπριακών περιουσίων στα κατεχόμενα στους νόμιμους ιδιοκτήτες, δεν επαφίεται προφανώς στους όποιους Τουρκοκύπριους κατόχους, αλλά στο κατοχικό καθεστώς και ευρύτερα στην κατοχική Τουρκία. Το πρόβλημα δηλαδή είναι εξόχως πολιτικό και όχι θέμα που μπορούν να επιλύσουν οι άνθρωποι των δύο κοινοτήτων μεταξύ τους. Μήτε και η δεδηλωμένη στα παραδεκτά γεγονότα πρόθεση των κληρονόμων να εκμεταλλευτούν και να καρπωθούν το όφελος της περιουσίας αλλάζει τα δεδομένα. Προφανώς και αυτή είναι η βούληση τους αλλά και η βούληση της συντριπτικής πλειοψηφίας των όποιων ιδιοκτητών ακίνητης περιουσίας. Εκείνο το οποίο ενδεχομένως να είχε σημασία θα ήταν αν είχαν πρόθεση να επιστρέψουν για εγκατάσταση στα εδάφη που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία και να λάβουν οι ίδιοι κατοχή της κληρονομούμενης περιουσίας τους. Σε μια τέτοια περίπτωση - κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 3 - φρονώ πως το αίτημα θα είχε μεγάλη πιθανότητα να αντικρισθεί θετικά. Με αυτόν τον τρόπο το ούτως η άλλως κατοχυρωμένο και απόλυτα σεβαστό δικαίωμα στην ιδιοκτησία που επικυρώνεται δια της εγγραφής, μεταβίβασης και κληρονομιάς, θα επιβεβαιώνετο και στην πράξη - κάτι όμως που δεν έχει ζητηθεί στην προκειμένη περίπτωση. Ως εκ των ανωτέρω δεν θεωρώ ότι ο ενάγοντας δικαιούται αποζημίωσης ούτε στη βάση του άρθρου 6Α. Η αγωγή επομένως απορρίπτεται εναντίον όλων των εναγομένων. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα - ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που μου παρέχει η Διαταγή 59 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας - κρίνω, παρά την απόρριψη της αγωγής, ότι δεν θα ήταν δίκαιο ο ενάγοντας να καταδικαστεί στην πληρωμή τους. Το υπό διεκδίκηση ακίνητο είναι περιουσία που δυνητικά μπορεί να μεταβιβασθεί και να εγγραφεί επ' ονόματι των κληρονόμων του αποβιώσαντος. Για τον πολύ συγκεκριμένο νομοθετικό λόγο, δεν τους επιτρέπεται [προσωρινά] να την καρπωθούν και να την εκμεταλλευθούν. Η προσπάθεια τους να το πετύχουν όμως, πρώτα με το αίτημα προς τον Κηδεμόνα και έπειτα με την παρούσα αγωγή, είναι κατανοητή και θεμιτή σε ένα σύγχρονο Κράτος Δικαίου. Επί τούτου σημειώνω και την εποικοδομητική στάση που επέδειξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών στα πλαίσια της ακρόασης, εξοικονομώντας πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου. Η Δημοκρατία - ως κατά κάποιο τρόπο θεματοφύλακας της νομοθεσίας - υπερασπίστηκε καθηκόντως την αγωγή και πέτυχε στις θέσεις της, χωρίς όμως να χρειάζεται να επιβραβευτεί - σε βάρος μάλιστα της περιουσίας του αποβιώσαντος - με τα έξοδα της όλης διαδικασίας. Συνεπώς, κρίνω ότι η δικαιότερη διαταγή είναι όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. (Υπ.) ................................ Στ. Σταύρου Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.