← Κύπρος

Gordian Holdings Ltd ν. Antonis Achilleos Restaurant Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4091/12, 30/8/2021

Gordian Holdings Ltd ν. Antonis Achilleos Restaurant Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4091/12, 30/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4091/12 Μεταξύ: Gordian Holdings Ltd Ενάγουσα και 1.Antonis Achilleos Restaurant Ltd 2.χχχ Αχιλλέως 3.χχχ Κολνάκου υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας χχχ Μαυρονικόλα 4.χχχ χχχ Αγαπίου Εναγόμενοι 30 Αυγούστου 2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Ε. Παπακλεοβούλου, κα Μ. Σταυρινού και κα Χ. Πολυβίου. Για την Εναγόμενη 3: κ. Σ. Σταυρινίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή στην υπόθεση και δικόγραφα Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 28.12.2012 χωρίς όμως να οπισθογραφηθεί Έκθεση Απαίτησης. Η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε στις 20.2.2014. Ενάγουσα τότε ήταν η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (εφεξής η ΤΚ), η οποία, στη βάση τριών ξεχωριστών πιστωτικών διευκολύνσεων, διεκδικούσε από τους εναγομένους 1-4 τα ακόλουθα:

(1)Ποσό €567.665 πλέον τόκους 10% επί ποσού €548.513,34 από 11.6.2012 με κεφαλοποίηση 2 φορές τον χρόνο δυνάμει δανείου τακτής προθεσμίας ημερ.14.10.2010 με αρ.λογ. χχχ6067. Αρχικό ποσό δανείου €550.000.
(2)Ποσό €99.131 πλέον τόκους 11% επί ποσού €95.501,93 από 11.6.2012 με κεφαλοποίηση 2 φορές τον χρόνο δυνάμει δανείου τακτής προθεσμίας ημερ.31.3.2011 με αρ.λογ. χχχ6326. Αρχικό ποσό δανείου €110.000.
(3)Ποσό €235.580,10 πλέον τόκους 10% επί ποσού €227.631,94 από 11.6.2012 με κεφαλοποίηση 2 φορές τον χρόνο δυνάμει τρεχούμενου λογαριασμού (τελευταία έγκριση ημερ.14.10.2010) με αρ. χχχ
  1. Ποσό πίστωσης €220.
  2. Επιπρόσθετα από την εναγόμενη 3 - διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας εγγυήτριας και ενυπόθηκου οφειλέτη - διεκδικούσε την έκδοση διατάγματος εκποίησης των υποθηκών υπό στοιχεία Υχχ9/10, Υ2χχ3/07, Υχχ1/10 και Υ5χχ5/10 και από την εναγόμενη 4 - εγγυήτρια και ενυπόθηκου οφειλέτη των υποθηκών υπό στοιχεία Υ4χχ2/04 και Υ1χχ0/
  3. Όλοι οι εναγόμενοι επέδειξαν αρχικά ενδιαφέρον καταχωρώντας σημείωμα εμφάνισης αλλά και υπερασπιστικό δικόγραφο. Στη συνέχεια όμως η υπόθεση πήρε διαφορετική πορεία σε σχέση με τον κάθε εναγόμενο. Συγκεκριμένα η αγωγή εναντίον της εναγόμενης 4 αποσύρθηκε στις 4.4.2019 ως εξωδίκως διευθετηθείσα. Σε σχέση με τους εναγομένους 1 και 2 - και αφού στην πορεία ατόνησε το ενδιαφέρον τους - εκδόθηκε δια της διαδικασίας της απόδειξης, απόφαση εναντίον τους στις 30.7.
  4. Σε σχέση με την εναγόμενη 3 όμως η υπόθεση προχώρησε μέχρι τέλους. Η διαδικασία αυτή αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας απόφασης. Σημειώνεται παρενθετικά πως η ΤΚ δεν είναι πλέον ενάγουσα αφού αντικαταστάθηκε από την νυν ενάγουσα Gordian Holdings Ltd με την Ειδοποίηση ημερ. 30.8.2019, η οποία βρίσκεται καταχωρημένη στον φάκελο του Δικαστηρίου. Η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον της εναγόμενης 3 - συμφώνως της αγόρευσης των ευπαιδεύτων συνηγόρων της - διαμορφώνεται ως εξής:
(1)Ποσό €838.545,56 πλέον τόκους 7% από 1.7.2020 με κεφαλοποίηση 2 φορές τον χρόνο δυνάμει δανείου τακτής προθεσμίας με αρ.λογ.χχχ6067. Αρχικό ποσό δανείου €550.000.
(2)Ποσό €31.690,07 πλέον τόκους 8% από 1.7.2020 με κεφαλοποίηση 2 φορές τον χρόνο δυνάμει δανείου τακτής προθεσμίας με αρ.λογ.χχχ6326. Αρχικό ποσό δανείου €110.000.
(3)Ποσό €315.675,14 πλέον τόκους 7% από 1.7.2020 με κεφαλοποίηση 2 φορές τον χρόνο δυνάμει τρεχούμενου λογαριασμού με αρ. χχχ
  1. Ποσό πίστωσης €220.
  2. Η εναγόμενη 3 ενάγεται δυνάμει των εγγυήσεων ημερ.14.12.2010 (ξεχωριστή), 14.12.2010 (ενσωματωμένη στη σύμβαση δανείου των €550.000) και 31.3.2011 (ενσωματωμένη στη σύμβαση δανείου των €110.000) (τεκμήριο 15, 16 και 18) που φέρεται να υπέγραψε η αποβιώσασα XXXXX Μαυρονικόλα. Σε ό,τι αφορά τις υποθήκες, ζητείται διάταγμα εκποίησης ως η παράγραφος 58
(2)και
(3)της Έκθεσης Απαίτησης, δηλαδή μόνο για τις υποθήκες υπό στοιχεία Υ2853/07 και Υ701/10 (τεκμήρια 22 και 23). Η εναγόμενη 3 απάντησε στους ισχυρισμούς και αξιώσεις της ενάγουσας με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ημερ.16.6.2014 αρνούμενη κατ' ουσία τα πάντα και εγείροντας - ως επί το πλείστον κατά τρόπο γενικό - κάθε λογής και φύσης υπερασπιστική αιτίαση. Το δικόγραφο της ξεκινά με την υποβολή τριών συναφών προδικαστικών ενστάσεων όπου ισχυρίζεται ότι η αγωγή πάσχει καθ' ότι καταχωρήθηκε από «ανύπαρκτο διάδικο» που δεν νομιμοποιείτο να εγείρει την αγωγή. Απ' εκεί και πέρα ισχυρίζεται ότι οι συμφωνίες εγγύησης είναι άκυρες ως παραβιάζουσες τη νομοθεσία και/ή τα συναλλακτικά ήθη και/ή ως αποτέλεσμα οικονομικού εξαναγκασμού και/ή πιέσεων και/ή εκβιασμού για εξόφληση προηγούμενων δανείων. Περαιτέρω εγείρεται θέμα παράνομων χρεώσεων, εξόδων και ανατοκισμού, ενώ αμφισβητείται ακόμα και η εξουσιοδότηση που φέρεται να δόθηκε στην ΤΚ να χρεώνει τους λογαριασμούς δανείου με το ποσό της εκάστοτε δόσης. Προβάλλεται ισχυρισμός ότι η αποβιώσασα και/ή η εναγόμενη 3 δεν οχλήθηκαν με γραπτή επιστολή για την υπερημερία (ήτοι την αθέτηση της εναγόμενης 1 να καταβάλλει τις δόσεις) και ότι η ΤΚ, εν αγνοία της αποβιώσασας, προέβη σε συμφωνία με την εναγόμενη 1 για συμβιβασμό και/ή για παράταση χρόνου αποπληρωμής, με αποτέλεσμα η αποβιώσασα να έχει απαλλαγεί από τη σύμβαση εγγύησης της. Ομοίως η ΤΚ ουδέποτε τους ειδοποίησε γραπτώς για τον τερματισμό των δανειακών συμβάσεων και/ή για την αύξηση του επιτοκίου και την επιβολή επιπρόσθετων εξόδων. Σε άλλο σημείο του δικογράφου αρνείται ότι η αποβιώσασα έλαβε γνώση και ότι υπέγραψε τους όρους, τις χρεώσεις και τα έξοδα της ΤΚ σε σχέση με τη λειτουργία των λογαριασμών. Διαζευκτικά, αν υπέγραψε, το έπραξε υπό καθεστώς οικονομικού εξαναγκασμού για την παραχώρηση δανείων στην εναγόμενη 1 και/ή για εξόφληση προηγούμενων οικονομικών οφειλών της. Σε σχέση ειδικά με τις υποθήκες, προβάλλεται ισχυρισμός ότι δεν καλύπτουν τις επίδικες δανειακές συμβάσεις. Διαζευκτικά είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες λόγω του ότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις σχετικών νομοθεσιών και/ή λόγω αοριστίες και/ή έλλειψης αντιπαροχής και/ή διότι ελλείπουν βασικοί όροι της συμφωνίας. Καταληκτικά ανταπαιτείται η έκδοση αποφάσεων/δηλώσεων ότι οι επίδικες συμβάσεις περιλαμβανομένων και των υποθηκών, είναι άκυρες και ζητείται μάλιστα η έκδοση διατάγματος για εξάλειψη των υποθηκών από το κτηματολογικό μητρώο. Η ακροαματική διαδικασία Με αυτές τις δικογραφημένες θέσεις η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Από πλευράς ενάγουσας κατέθεσαν 5 μάρτυρες, οι χχχ Χωραΐτης (ΜΕ1), χχχ Κωνσταντίνου (ΜΕ2), χχχ Τσαγγάρης (ΜΕ3), χχχ Αθανάση (ΜΕ4) και χχχ Χρυσοστόμου (ΜΕ5). Από πλευράς εναγόμενης 3 κατάθεσε η ίδια (ΜΥ1) και ο εναγόμενος 2, χχχ Αχιλλέως (ΜΥ2). Κατά τη διάρκεια της δίκης κατατέθηκε και μεγάλος αριθμός τεκμηρίων (96 συνολικά)[1]. Στοχευμένη αναφορά σε συγκεκριμένα ουσιώδη τεκμήρια θα γίνεται εκεί και όπου χρειάζεται. Ο ΜΕ1 είναι πρώην λειτουργός στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών (Recoveries) της ΤΚ και από την 1.6.2019 - με την άδεια της - παρέχει ανάλογες υπηρεσίας στην ενάγουσα για τις υποθέσεις όπου την αντικατέστησε, μεταξύ των οποίων και η παρούσα. Υιοθέτησε γραπτή δήλωση (έγγραφο 1) ως την κυρίως του εξέταση, στην οποία αναφέρεται με κάθε λεπτομέρεια στα της αντικατάστασης της ΤΚ από την ενάγουσα αλλά και στο χρονικό των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων, καταθέτοντας σχετικά και τα τεκμήρια 1-
  1. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι δεν ήταν παρών κατά τη συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών και συνεπώς δεν γνωρίζει υπό ποιες συνθήκες και δεδομένα υπέγραψε η αποβιώσασα. Η υπογραφή της πάντως υπάρχει πάνω σε όλα τα σχετικά έγγραφα. Η γνώση του για την υπόθεση πηγάζει από τον φάκελο της τράπεζας, ο οποίος όμως είναι δομημένος κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο κάθε λειτουργός που τον βλέπει να μπορεί να παρακολουθήσει τη ροή των γεγονότων από την αρχή μέχρι το τέλος. Σε ερωτήσεις που του τέθηκαν σε σχέση με διευθύνσεις και ειδοποιήσεις διευκρίνισε ότι κατά τη συνομολόγηση του μεγάλου δανείου στις 14.10.2020 η αποβιώσασα ήταν συμβία του χχχ Αχιλλέως και η διεύθυνση που έδωσαν ήταν χχχ 11-12, 8χχ1, Κάτω Πάφος. Εκεί εστάλη και η επιστολή/ειδοποίηση εξαγοράς της πιστωτικής διευκόλυνσης ημερ.30.10.2018 (τεκμήριο 10) προς την «κληρονομιά της». Η επιστολή αυτή ταχυδρομήθηκε κανονικά και ουδέποτε επεστράφη στην τράπεζα, ούτε και αμφισβήτησε κανείς το περιεχόμενο της. Σε ερώτηση κατά πόσο η αποβιώσασα ειδοποιήθηκε (πριν τον τερματισμό) ότι ο πρωτοφειλέτης καθυστερούσε την πληρωμή των δόσεων, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν υπήρχε ουσιαστικά τέτοιο περιθώριο αφού μέχρι να ξεκινήσουν οι καθυστερήσεις των επιδίκων δανείων, η κα χχχ είχε πεθάνει. Ειδοποιήθηκαν στη συνέχεια οι διαχειριστές της για τον τερματισμό των συμφωνιών και για την απαίτηση της τράπεζας. Σε σχέση με το επιτόκιο διασαφήνισε ότι τα δάνεια ήταν επιχειρηματικά, περιλαμβανομένου και του τρεχούμενου λογαριασμού και επιβλήθηκε συνεπώς το τότε βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων συν η συμφωνηθείσα προσαύξηση. Σε ερωτήσεις που σχετίζονταν με την ημερομηνία του δανείου (τεκμήριο 16) ανέφερε ότι οι εναγόμενοι υπέγραψαν στις 14.12.2010 αλλά οι εκπρόσωποι της τράπεζας στις 16.12.2010, εξού και γίνεται αναφορά και στις δύο αυτές ημερομηνίες. Τέλος αρνήθηκε υποβολές ότι υπήρξαν υπερχρεώσεις και ότι η αποβιώσασα υπέγραψε εκβιαστικά, υπό την απειλή ότι αν δεν το έπραττε, θα πωλείτο η ήδη υποθηκευμένη περιουσία της που εξασφάλιζε προγενέστερα δάνεια. Η ΜΕ2 του Κτηματολογίου Πάφου κατέθεσε χωρίς ένσταση και χωρίς να αντεξετασθεί τα έγγραφα που αφορούν στις υποθήκες Υ2χχ3/07 (τεκμήριο 22) και Υχχ1/10 (τεκμήριο 23). Έγινε μάλιστα δήλωση από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης 3, κ. Σταυρινίδη, ότι το περιεχόμενο των υποθηκών δεν αμφισβητείται. Ο έτερος ουσιαστικός μάρτυρας της ενάγουσας ήταν ο ΜΕ3 ο οποίος εργάστηκε στην ΤΚ από το 2000-
  2. Στις 18.1.2020 εργοδοτήθηκε από την ενάγουσα ως αρμόδιος λειτουργός για την τήρηση και λειτουργία του αρχείου ενώ παράλληλα είναι υπεύθυνος για την εποπτεία και έλεγχο της κίνησης λογαριασμών. Υιοθετώντας πολυσέλιδη γραπτή δήλωση ως την κυρίως του εξέταση (έγγραφο 2) αναφέρθηκε και αυτός σε όλο το φάσμα της επίδικης διαφοράς, καταθέτοντας συνάμα τα τεκμήρια 24-
  3. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης 3, κ. Σταυρινίδη, ανέφερε ότι δεν ήταν παρών κατά τη συνομολόγηση των συμφωνιών αλλά η πληροφόρηση του προέρχεται από τον φάκελο της τράπεζας. Θεωρεί πάντως - έχοντας υπόψη και την πάγια πρακτική της ΤΚ στην οποία εργάστηκε για 20 χρόνια - ότι τηρήθηκαν όλες οι δέουσες διαδικασίες σε σχέση με τις χρηματοδοτήσεις αυτές. Τα έγγραφα δόθηκαν στους πελάτες εκ των προτέρων και τους δόθηκε κάθε ευκαιρία να τα μελετήσουν προτού υπογράψουν. Πέραν τούτου είχε άμεση ανάμειξη αφού ετοίμασε προσωπικά τις αναδομημένες καταστάσεις και για τους 3 λογαριασμούς, αφαιρώντας τον τόκο υπερημερίας ως επίσης και διάφορα άλλα έξοδα και χρεώσεις. Αυτό το έκανε αφού εκτύπωσε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή τις αρχικές καταστάσεις, τις διεξήλθε και συνέκρινε μια προς μια τις διάφορες πράξεις με το ηλεκτρονικό αρχείο της τράπεζας. Σε σχετική ερώτηση επέμενε ότι οι αρχικές καταχωρήσεις είναι ορθές, προσθέτοντας ότι καταστάσεις λογαριασμού αποστέλλονταν περιοδικά στους εναγόμενους χωρίς αυτοί να τις αμφισβήτησαν. Ανέφερε ότι ενώ η αποβιώσασα βρισκόταν εν ζωή, υπήρχαν μεν καθυστερήσεις στα δύο δάνεια και στον τρεχούμενο λογαριασμό αλλά δεν της αποστάλθηκαν ειδοποιήσεις διότι οι καθυστερήσεις δεν ήταν σε τέτοιο βαθμό που να έκρινε η τράπεζα ότι θα έπρεπε να σταλούν ειδοποιήσεις. Τέλος, ερωτηθείς να διευκρινίσει πόσες δόσεις ήταν καθυστερημένες, ανέφερε ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει διότι τα δάνεια ήταν ιδιόμορφα και η δόση ήταν διαφορετική ανάλογα με το αν η περίοδος ήταν τουριστική ή όχι. Η ΜΕ4 είναι υπάλληλος της ΤΚ από το
  4. Της επιδείχθηκαν αρχικά η συμφωνία επανέγκρισης του τρεχούμενου λογαριασμού ημερ.14.12.2010 (τεκμήριο 77) και αναγνώρισε επ' αυτού την υπογραφή της ως μάρτυρας των υπογραφών των πελατών (εναγομένου 2 και αποβιώσασας). Το ίδιο για τον «κατάλογο προμηθειών και χρεώσεων» (τεκμήριο 78) και για τις «οδηγίες της εναγόμενης 1 προς την τράπεζα» ίδιας ημερομηνίας (τεκμήριο 80). Στη συνέχεια της επιδείχθηκαν οι συμφωνίες δανείου (τεκμήρια 16, 18) και αναγνώρισε και επ' αυτών την υπογραφή της ως μάρτυρας των υπογραφών των πελατών. Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι ήταν παρούσα τη στιγμή που οι πελάτες υπέγραφαν τα έγγραφα και ο συνάδελφος της, χχχ Τρύφωνος, τους επεξηγούσε τους διάφορους όρους. Αν οι πελάτες και ο συνάδελφος της συζήτησαν και άλλα πράγματα προηγουμένως, η ίδια δεν το γνωρίζει. Η τελευταία μάρτυρας της ενάγουσας (ΜΕ5) είναι επίσης υπάλληλος της ΤΚ, αυτή από το
  5. Της επιδείχθηκαν οι δέσμες των επιστολών (τεκμήρια 81, 82 και 85) και τις αναγνώρισε, λέγοντας ότι ετοιμάστηκαν από την Κεντρική Υπηρεσία Εκτέλεσης Αποφάσεων, όπου υπηρετεί. Τις επιστολές αυτές τις συνυπόγραψε και τις παρέδωσε στο αρμόδιο τμήμα αλληλογραφίας το οποίο τις απέστειλε στους πελάτες. Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι τις επιστολές τις παρέδωσε στο τμήμα αλληλογραφίας για αποστολή. Δεν τις ταχυδρόμησε η ίδια. Πάντοτε ταχυδρομούνται όμως, πρόσθεσε. Στον αντίποδα, πρώτη έδωσε μαρτυρία η εναγόμενη 3 (ΜΥ1). Η μάρτυρας ανέφερε ότι είναι θυγατέρα της αποβιώσασας χχχ Μαυρονικόλα η οποία πέθανε την 1.9.2011 και νυν διαχειρίστρια της περιουσίας της. Όταν παρέλαβε από τους προηγούμενους διαχειριστές, χχχ Αχιλλέως και χχχ Μαυρονικόλα (γιαγιά της), της δόθηκαν κάποια έγγραφα και έκανε και δική της έρευνα αλλά δεν βρήκε επιστολή προς τη μητέρα της που να σχετίζεται με τις καθυστερημένες δόσεις του πρωτοφειλέτη, χχχ Αχιλλέως. Όταν πέθανε η μητέρα της, η ίδια ήταν 17 χρονών. Θυμάται συζητήσεις στο σπίτι όπου η μητέρα της διαμαρτυρόταν ότι για τις υποθέσεις της τράπεζας (αυτής και άλλων) εξαναγκάστηκε να υπογράψει και γενικά δεχόταν πιέσεις από την τράπεζα ότι θα προχωρούσαν σε πώληση της περιουσίας της. Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι τη διαχείριση την ανέλαβε το 2013 (αν θυμάται καλά). Σε σχέση με τις συζητήσεις με τη μητέρα της για τις οποίες αναφέρθηκε στην κυρίως εξέταση, ανέφερε ότι δεν έχει «καθαρή εικόνα» διότι τότε ήταν ακόμα μικρή. Ούτε και γνωρίζει λεπτομέρειες. Θυμάται ότι η μητέρα της είχε ένα μόνιμο άγχος, λέγοντας πως είχε μπλέξει με αυτή την κατάσταση. Ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι η ίδια δεν ζήτησε καταστάσεις λογαριασμού από την τράπεζα. Ακολουθούσε απλά τις συμβουλές του δικηγόρου της. Δεν έλαβε πάντως ούτε η ίδια ούτε οι προηγούμενοι διαχειριστές οποιεσδήποτε επιστολές. Ο χχχ Αχιλλέως της ανέφερε ότι οι συμφωνίες τερματίστηκαν. Δένε είδε όμως η ίδια επιστολή τερματισμού ούτε και προγενέστερες που να προειδοποιούσαν ότι υπήρχαν καθυστερήσεις. Ο εναγόμενος 2 και διευθυντής της εναγόμενης 1 (ΜΥ2) δέχτηκε ότι έγιναν πράγματι τα επίδικα δάνεια και σκοπός ήταν η αναδιάρθρωση προηγούμενων δανείων. Τόσο ο ίδιος όσο και η τότε σύντροφος του, χχχ Μαυρονικόλα, υπέγραψαν τα διάφορα έγγραφα που τους υπέδειξε η τράπεζα. Η εναγόμενη 4 είναι μητέρα του και εξ όσων γνωρίζει ήρθε σε διακανονισμό με την τράπεζα πληρώνοντας €115.
  6. Όταν η εναγόμενη 1 καθυστερούσε τις πληρωμές, ο ίδιος και η χχχ δεν έλαβαν κάποια ειδοποίηση ούτε και δέχτηκαν οποιανδήποτε πίεση να πληρώσουν. Ούτε και κατά το διάστημα που ήταν συνδιαχειριστής της περιουσίας της. Κατά τη συνομολόγηση των συμφωνιών, όταν υπέγραφαν τα διάφορα έγγραφα με τη χχχ, δεν θυμάται να της δόθηκαν οποιαδήποτε έγγραφα από την τράπεζα. Στον ίδιο πάντως δεν δόθηκε οτιδήποτε εκ των προτέρων για να το μελετήσει. Αντεξεταζόμενος επέμενε ότι υπέγραφαν όποιο έγγραφο έβαζε μπροστά τους η τράπεζα. Ξέρει να διαβάζει αλλά δεν διάβασε τα έγγραφα. Ούτε πήρε συμβουλή από δικηγόρο προτού τα υπογράψει. Του επιδείχθηκε στη συνέχεια το τεκμήριο 72 το οποίο φέρεται να είναι βεβαίωση της δικηγόρου Λίζας Θεοφάνους ότι τους εξηγήθηκαν κάποια έγγραφα και ανέφερε ότι αυτό δεν έγινε ποτέ. Δεν ήταν παρών όμως για να ξέρει αν πήγε ή όχι η χχχ. Σε άλλη ερώτηση δέχθηκε ότι λάμβανε καταστάσεις λογαριασμού (statement), ισχυριζόμενος μάλιστα ότι υπέβαλε και παράπονο τηλεφωνικώς για κάποιες υπερχρεώσεις. Δεν έκανε όμως ποτέ γραπτό παράπονο. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του ΜΥ2, δόθηκε χρόνος στους συνηγόρους να ετοιμάσουν τις αγορεύσεις τους. Αμφότεροι ετοίμασαν, υιοθέτησαν και κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες αναπτύσσουν τις θέσεις και τα επιχειρήματα τους σε σχέση με τη δοθείσα μαρτυρία και τα θέματα που θεωρούν σημαντικά για την υπόθεση τους. Το Δικαστήριο έχει διεξέλθει με κάθε προσοχή τις αγορεύσεις των συνηγόρων και θα αναφερθεί σε επιμέρους επιχειρήματα εκεί και όπου χρειάζεται για επίλυση των επιδίκων θεμάτων. Προέχει όμως η αξιολόγηση της μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ξεκινώ από τους δύο πρώην λειτουργούς της ΤΚ και σήμερα της ενάγουσας, ΜΕ1 και ΜΕ
  7. Οι μάρτυρες αυτοί μου προξένησαν πολύ καλή εντύπωση. Με σαφήνεια, σταθερότητα και περισσή λεπτομέρεια παρέθεσαν τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς, καταθέτοντας στο Δικαστήριο σχεδόν όλα τα τεκμήρια της υπόθεσης. Ο ΜΕ1 κατάθεσε τα τεκμήρια 1-21 υπενθυμίζω και ο ΜΕ3 τα τεκμήρια 24-
  8. Ευθαρσώς και με ευθύτητα παραδέχτηκαν ότι δεν ήταν παρόντες κατά τη συνομολόγηση των επιδίκων συμφωνιών και ότι η πληροφόρηση τους προερχόταν από τον φάκελο της τράπεζας. Ομοίως διασαφήνισαν ότι πολλές από τις θέσεις που διατύπωναν εδράζονταν στις πρακτικές και διαδικασίες που ακολουθούσε διαχρονικά η ΤΚ και όχι σε πραγματική γνώση του τι συνέβη στην περίπτωση της εναγόμενης
  9. Ενδεικτική της αξιοπιστίας των δύο αυτών μαρτύρων ήταν η αποδοχή αμφοτέρων ότι δεν αποστάλθηκαν επιστολές προς την αποβιώσασα που να ειδοποιούσαν για την υπερημερία - δηλαδή τις καθυστερήσεις από μέρους της πρωτοφειλέτριας εταιρείας. Τούτο αποτελεί και μια από τις βασικές θέσεις της εναγόμενης 3 και η συμπόρευση μ' αυτήν, δεικνύει τη φιλαλήθεια των μαρτύρων. Την ουσία και τις προεκτάσεις της θέσης αυτής θα τις εξετάσω σε άλλη ενότητα της παρούσας απόφασης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης 3 στη γραπτή του αγόρευση καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει τη μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων διότι δεν είχαν προσωπική γνώση αλλά και να αποκλείσει πολλά από τα τεκμήρια που κατέθεσε ο ΜΕ1 διότι είναι αντίγραφα. Επί του πρώτου ζητήματος να επισημάνω ότι δεν είναι μόνο οι παρόντες και αυτήκοοι μάρτυρες που δύναται να καταθέτουν στο Δικαστήριο αλλά οποιοιδήποτε έχουν γνώση ή σχέση με μια ή περισσότερες πτυχές της υπόθεσης, ως σαφέστατα είχαν οι εν λόγω μάρτυρες ένεκα της θέσης και των καθηκόντων τους, προηγουμένως στην ΤΚ και τώρα στην ενάγουσα. Είναι εξάλλου απόλυτα φυσιολογικό και πρακτικά ωφέλιμο σε «υποθέσεις τραπεζών» να ανατίθεται σε αρμόδιους λειτουργούς να συγκεντρώνουν τα ουσιαστικά στοιχεία και πειστήρια και να παρουσιάζουν τον «πυρήνα της υπόθεσης» στο Δικαστήριο. Σε ό,τι αφορά τα τεκμήρια θα αρκεστώ να υποδείξω ότι ο τρόπος με τον οποίο απονέμεται η δικαιοσύνη έχει εκσυγχρονιστεί τα τελευταία χρόνια τόσο με την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 όσο και με την εφαρμογή από το Δικαστήριο πιο πρακτικών και ευέλικτων προσεγγίσεων προς εξυπηρέτηση όλων των παραγόντων της δίκης. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια εξοικονόμησης πολύτιμου δικαστικού χρόνου και επικέντρωσης στην ουσία μιας διαφοράς, με απαγκίστρωση από τυπολατρικές και αχρείαστα χρονοβόρες διαδικασίες. Τούτο βέβαια δεν επιτρέπει έκπτωση σε οποιανδήποτε αποδεικτική ή δικονομική προϋπόθεση ή άλλο θέμα αρχής. Μια τέτοια πρακτική προσέγγιση ακολουθήθηκε - συναινούντως όλων - και στην προκειμένη περίπτωση με τη συνολική κατάθεση των τεκμηρίων αφού προηγουμένως δόθηκε επαρκής χρόνος στην Υπεράσπιση να τα διεξέλθει με κάθε προσοχή. Η κοινή αυτή προσέγγιση σε συνάρτηση με τη μη υποβολή οποιασδήποτε ουσιαστικής ερώτησης που να σχετίζεται ή να αμφισβητεί την αυθεντικότητα οποιουδήποτε εγγράφου ή να απαιτεί την παρουσίαση πρωτοτύπων, καθιστά την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου ετεροχρονισμένη και ευκαιριακή. Ως τέτοια απορρίπτεται. Από τη μαρτυρία του ΜΕ3 σημειώνω και τη σημασία των αναδομημένων λογαριασμών που ετοίμασε (τεκμήρια 90, 92 και 94) από τους οποίους αφαιρέθηκε ο τόκος υπερημερίας (τεκμήρια 88 για τρεχούμενο) καθώς επίσης και άλλα έξοδα και χρεώσεις (βλ. τεκμήρια 89 για τρεχούμενο). Στους λογαριασμούς αυτούς θα επανέλθω στη συνέχεια. Προς το παρόν επισημαίνω ότι η μαρτυρία των ΜΕ1 και 3 γίνεται αποδεκτή. Η ΜΕ2 παρουσίασε τα έγγραφα των υποθηκών Υ2χχ3/2007 και Υχχ 1/2010 (τεκμήρια 22 και 23) χωρίς να υποβληθεί σε αντεξέταση ή να αμφισβητηθεί οτιδήποτε από τα λεγόμενα της. Έτσι και αλλιώς η μάρτυρας μου προξένησε καλή εντύπωση και συνακόλουθα η μαρτυρία της γίνεται πλήρως αποδεκτή. Καλή εντύπωση μου προξένησαν και οι υπάλληλοι της ΤΚ - ΜΕ4 και 5 και αποδέχομαι έτσι τη μαρτυρία τους. Η σημασία της μαρτυρίας της ΜΕ3 εδράζεται στο γεγονός ότι ήταν μάρτυρας των υπογραφών [και] της αποβιώσασας επί των επιδίκων εγγράφων και ότι άκουσε τον συνάδελφο της, Αντώνη Τρύφωνος, την ώρα της υπογραφής, να επεξηγεί στους πελάτες, μεταξύ των οποίων και η αποβιώσασα, τους διάφορους όρους των συμφωνιών. Σε ό,τι αφορά τη ΜΕ5, αυτή επιβεβαίωσε την ετοιμασία, υπογραφή και παράδοση στο αρμόδιο τμήμα της τράπεζας για αποστολή των επιστολών τερματισμού (τεκμήρια 81, 82 και 85). Παραδέχθηκε ότι δεν τις ταχυδρόμησε η ίδια αλλά ταχυδρομούνται πάντα, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Η θέση αυτή, υπό τις συνολικές περιστάσεις της υπόθεσης, ήταν αρκούντως ικανοποιητική. Η θέση αυτή συνάδει και με τη μαρτυρία του ΜΕ
  10. Ακόμα και η ΜΥ1 παραδέχθηκε ότι οι συμφωνίες τερματίστηκαν μολονότι δεν είδε τις επιστολές τερματισμού ενώ ο ΜΥ2 δεν είχε καν το σθένος να το αρνηθεί, λέγοντας ότι πέρασε καιρός και δεν θυμάται. Στον αντίποδα η ΜΥ1, μολονότι σαφέστατα είχε σκοπό να εξυπηρετήσει, δεν θεωρώ ότι θα πρέπει ως εκ τούτου να κριθεί αναξιόπιστη. Δεν αποκλείω, η μακαρίτισσα μητέρα της, πριν πολλά χρόνια και όταν η ίδια ήταν ακόμα ανήλικη, όντως να μεμψιμοιρούσε και να διαμαρτυρόταν για πιέσεις από πλευράς τράπεζας. Όμως η γενική, αόριστη και ασύνδετη με ημερομηνίες, συγκεκριμένα γεγονότα και επιμέρους δανειοδοτήσεις μαρτυρία αυτή - που απλά έτυχε να ακούσει μια ανήλικη πριν από πολλά χρόνια από τη μητέρα της, πόρρω απέχει από το να δημιουργεί το υπόβαθρο για ακύρωση από το Δικαστήριο των επίδικων συμφωνιών αξίας εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. Η ίδια η μάρτυρας παραδέχθηκε ότι δεν έχει «καθαρή εικόνα» διότι ήταν μικρή και δεν γνωρίζει λεπτομέρειες. Συνεπώς το να ζητείται από το Δικαστήριο να δώσει αποδεικτική υπόσταση και βαρύτητα σε τέτοια τοποθέτηση, με κάθε εκτίμηση βέβαια, ισοδυναμεί με υποτίμηση της σοβαρότητας του έργου του Δικαστηρίου και της αναγκαιότητας συγκροτημένης ανάδειξης και απόδειξης νομικών αρχών και υπερασπίσεων. Πέραν τούτου, η μάρτυρας επιβεβαίωσε αυτό που ήδη ανέφεραν και οι ΜΕ1 και 3, ότι δηλαδή δεν εστάλησαν ειδοποιήσεις σε σχέση με την υπερημερία. Ο τερματισμός ήταν υπόψη της βέβαια, ασχέτως του γεγονότος ότι δεν είδε την επιστολή η ίδια. Με αυτές τις επισημάνσεις η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Ο ΜΥ2 - χωρίς στην πράξη να το πετύχει - κλήθηκε για να βοηθήσει την εναγόμενη 3, θυγατέρα και διαχειρίστρια της περιουσίας της επί 11 χρόνια συμβίας του. Παρά τα ελατήρια του δεν θεωρώ ότι θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστος. Με εξαίρεση ένα ισχυρισμό τον οποίο θα συγκεκριμενοποιήσω στη συνέχεια, θεωρώ ότι κατά βάση είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Οι θέσεις του όμως συμβαδίζουν περισσότερο με τις θέσεις της ενάγουσας παρά με τις θέσεις της εναγόμενης
  11. Πιο συγκεκριμένα δέχομαι ότι υπέγραψαν τα διάφορα έγγραφα, με τη διαδικασία του φυλλομετρήματος και της υπογραφής και μονογραφής όπως ανέφερε. Δεν δέχομαι όμως ότι τη στιγμή αυτή δεν τους εξηγήθηκαν οι όροι των συμφωνιών. Επ' αυτού ήδη αποδέχτηκα τη μαρτυρία των ΜΕ3 και ΜΕ
  12. Απ' εκεί και πέρα ο μάρτυρας δεν απέκλεισε να δόθηκαν στη χχχ τα έγγραφα από προηγουμένως για να τα μελετήσει όπως δεν απέκλεισε να της εξηγήθηκαν και από τη νομική σύμβουλο ως επιμαρτυρεί το τεκμήριο
  13. Επί τούτου ανέφερε «δεν ήμουν παρών να ξέρω αν η χχχ πήγε ή όχι». Και επ' αυτού δέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ
  14. Από την άλλη παραδέχθηκε ότι δόθηκαν τα χρήματα των επιδίκων δανείων και ότι δεν μπήκε καν στο κόπο να διαβάσει τους όρους των συμφωνιών. Ομοίως σημειώνω την αναφορά του ότι ουδείς τους εξανάγκασε να υπογράψουν. Μάλιστα ερωτηθείς σχετικά κατά την αντεξέταση και απαντώντας, όχι μόνο για το άτομο του, αλλά συλλογικά, ανέφερε με πασιφανή απορία τα εξής: «τι εννοείται εξαναγκασμός; Ζητήσαμε δάνειο, έγκρινε η τράπεζα, πήγαμε, μας είπαν να υπογράψουμε, υπογράψαμε». Υπό μορφή παρένθεσης σημειώνω ότι στη γραπτή αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της εναγόμενης 3 αποδίδονται στον μάρτυρα - συγχέοντας ίσως τα λεγόμενα του σ' αυτήν την υπόθεση με τα λεγόμενα του σε άλλη υπόθεση - πράγματα που δεν είπε. Για παράδειγμα ότι διευθυντής της τράπεζας ήταν κάποιος Χατζήπαπας. Ότι παρών κατά τις υπογραφές ήταν μόνον ο χχχ και ότι άρχισαν να καθυστερούν τις πληρωμές λόγω εμφάνισης του καρκίνου στο σπίτι και γιατί τα χρήματα πήγαιναν σε ιατρικά έξοδα. Τέτοιες αναφορές - σε αυτήν την υπόθεση - δεν έγιναν από τον μάρτυρα. Με την πολύ συγκεκριμένη επιφύλαξη που αναφέρω πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ
  15. Νομικά θέματα/θέσεις Υπεράσπισης · Προδικαστική Ένσταση Στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης της εναγόμενης 3 εγείρονται τρεις συναφείς προδικαστικές ενστάσεις που απολήγουν ουσιαστικά στο επιχείρημα ότι η αγωγή καταχωρήθηκε από «ανύπαρκτο διάδικο» και ως εκ τούτου πάσχει νομικά ως αντικανονική και ελαττωματική. Ως διαφάνηκε η συλλογιστική πίσω από τις ενστάσεις αυτές είναι ότι το εγγεγραμμένο όνομα της τότε ενάγουσας ΤΚ στον Έφορο Εταιρειών ήταν αρχικά Bank of Cyprus Ltd και στη συνέχεια Bank of Cyprus Public Company Ltd (στα αγγλικά) και όχι Τράπεζα Κύπρου Λτδ και στη συνέχεια Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στα ελληνικά) ως εμφαίνεται στον τίτλο της αγωγής. Στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της εναγόμενης 3 - ως απόρροια της διαδικαστικής αντικατάστασης της ΤΚ από την νυν ενάγουσα με την Ειδοποίηση ημερ.30.8.2019 - δίδεται και μια δεύτερη διάσταση στην αμφισβήτηση του διαδίκου, με βασικό επιχείρημα αυτή τη φορά, ότι, δεν υπήρξε συμμόρφωση με την δικονομική υποχρέωση για αντικατάσταση διαδίκου ως επιτάσσουν οι Διαταγές 12 και 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το πρώτο και πλέον ουσιαστικό σχόλιο μου σε σχέση με την αρχική προδικαστική ένσταση είναι ότι το θέμα που εγείρεται θα έπρεπε να ζητηθεί να προδικαστεί και όχι να αφεθεί για την ακροαματική διαδικασία. Όπως λέχθηκε Lioufis And Co. Ltd v. Ανδρονίκου
(1996)1Β Α.Α.Δ 773, η κίνηση του μηχανισμού για την έγερση της αγωγής προϋποθέτει την ύπαρξη του ενάγοντα. Το κατά πόσο αυτός είναι ή όχι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αντιδικίας με τον εναγόμενο μέσω των δικογράφων, εφόσον τέτοια αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων. Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα ή της νομιμοποίησης προσώπου να καταχωρήσει αγωγή είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής και το δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τέτοια διαγραφή παρέχεται από τη Διαταγή 27 Θεσμός 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd πρώην Lombard Natwest Bank Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ 990, γίνεται παραπομπή στο Annual Practice 1958 όπου στη σελ. 575 αναφέρονται τα εξής: «Αν ο εναγόμενος επιθυμεί να αμφισβητήσει την εξουσία έγερσης αγωγής στο όνομα του ενάγοντα πρέπει ν' αποταθεί για διαγραφή του ονόματος του ενάγοντα στο αρχικό στάδιο. Δεν μπορεί να αμφισβητεί την εξουσία με την υπεράσπιση του, ούτε μπορεί να κάμει κάτι τέτοιο στη δίκη» (παρατίθεται ως έχει μεταφρασθεί). (βλ. επίσης Artesa Trading Co. Limited κ.α. v. Credit Bank of Moscow, Πολ. Έφεση 147/2012, ημερ. 3.4.2018, όπου αναφέρεται ότι η νομιμοποίηση ενός ενάγοντα πρέπει να αποφασίζεται εκ των προτέρων). Συνεπώς από τη στιγμή που δεν ζητήθηκε η προδίκαση του εγειρόμενου ζητήματος, το θέμα τελειώνει εκεί. Ακόμα όμως και αν μπορούσε να τεθεί κατά την ακροαματική διαδικασία, πάλι θα το απέρριπτα. Πέραν του αυτονόητου ότι πρόκειται για το ίδιο και το αυτό νομικό πρόσωπο, με μόνη διαφορά ότι στην μεν πρώτη περίπτωση το όνομα αναφέρεται στα αγγλικά και στη δε δεύτερη στα ελληνικά τούτο αποδεικνύεται κιόλας από την προσαχθείσα και αναντίλεκτη μαρτυρία των ΜΕ1 και
  1. Σχετικά επί τούτου είναι τα τεκμήρια 4, 5, 6, 24 και
  2. Σε ό,τι αφορά το επιχείρημα ότι τα τεκμήρια είναι φωτοαντίγραφα και δεν θα πρέπει έτσι να ληφθούν υπόψη δεν έχω παρά να παραπέμψω στα όσα υπέδειξα προηγουμένως επί ανάλογου τεθέντος ζητήματος. Έρχομαι τώρα στα της αντικατάστασης της ΤΚ από την ενάγουσα. Ως γνωστό, συμβαλλόμενο μέρος στις συμφωνίες αλλά και αρχική ενάγουσα στην αγωγή ήταν η ΤK. Στη βάση όμως σχεδίου διακανονισμού που επικυρώθηκε με Διάταγμα Δικαστηρίου στην Αίτηση 372/2018 του Ε.Δ. Λευκωσίας (τεκμήριο 3), η TK μεταβίβασε, μεταξύ άλλων, τα απορρέοντα δικαιώματα είσπραξης χρεών στην ενάγουσα και η ενάγουσα υποκατέστησε και αντικατέστησε την ΤK, έχοντας δικαίωμα συνέχισης νομικών διαδικασιών. Η ενάγουσα, σημειώνεται, είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και έχει άδεια λειτουργίας εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων (βλ. τεκμήρια 1, 2 και 7). Στα προαναφερθέντα χρέη περιλαμβάνονται και τα επίδικα χρέη των εναγόμενων. Το περιεχόμενο και οι προεκτάσεις του προαναφερθέντος διατάγματος ισχύουν, δεσμεύουν και παράγουν έννομα αποτελέσματα αφού η νομιμότητα έκδοσης του δεν έχει ανατραπεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί το παρόν, ισόβαθμο Δικαστήριο - είτε άμεσα είτε έμμεσα - να το αμφισβητήσει, αναθεωρήσει ή διαφοροποιήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο (βλ. Λοϊζίδη v. Περατικού, ECLI:CY:AD:2019:D149, Πολ. Έφεση 32/2019, ημερ.17.4.2019). Σε ό,τι αφορά το παρόν Δικαστήριο είναι αρκετό ότι με βάση το προαναφερθέν διάταγμα, η ενάγουσα υποκατέστησε και αντικατέστησε την ΤΚ για την είσπραξη διαφόρων χρεών, μεταξύ των οποίων και αυτών των εναγόμενων. Δυνάμει λοιπόν του πιο πάνω διατάγματος, η συνήγορος της ενάγουσας καταχώρησε την Ειδοποίηση ημερ.30.8.2019, για υποκατάσταση της ΤΚ και συνέχιση της διαδικασίας από την ενάγουσα. Δεν χρειαζόταν οποιοδήποτε διαδικαστικό διάβημα είτε δυνάμει της Διαταγής 12.Θ.4 είτε της Διαταγής 25 για να επικυρωθεί η αντικατάσταση και να επιτραπεί η συνέχιση της διαδικασίας. Τούτο είναι ξεκάθαρο από το ίδιο το λεκτικό του διατάγματος όπου ρητά αναφέρεται ότι η αντικατάσταση γίνεται χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε περαιτέρω έγκριση, μεταξύ άλλων (και) του Δικαστηρίου. Ομοίως ο ίδιος ο Νόμος προβλέπει πως η συνέχιση οποιασδήποτε εκκρεμούσας δικαστικής διαδικασίας γίνεται με την καταχώρηση σχετικής ειδοποίησης (βλ. άρθρο 18
(4)του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου 169(Ι)/2015). Συνεπώς και αυτό το σκέλος της ένστασης του ευπαιδεύτου συνηγόρου απορρίπτεται. · Παράβαση του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197
(1)/2003 Τόσο στο δικόγραφο της εναγόμενης 3 όσο και κατά ακροαματική διαδικασία που ακολούθησε, δόθηκε μεγάλη σημασία στην κατ' ισχυρισμό παράλειψη της ΤΚ να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του πιο πάνω νομοθετήματος. Είναι γεγονός οι εν λόγω πρόνοιες τυγχάνουν εφαρμογής αφού τα υπό συζήτηση δάνεια (και ο τρεχούμενος) - ως προβλέπεται στο νομοθέτημα - ήταν για ποσά πέραν των ΛΚ5.000 και η εγγυήτρια ήταν φυσικό πρόσωπο. Προεξάρχον ζήτημα που τέθηκε ήταν η κατ' ισχυρισμό παράλειψη της ΤΚ να ειδοποιήσει την εναγόμενη 3 και/ή τους διαχειριστές της περιουσίας της για την υπερημερία από μέρους της πρωτοφειλέτριας εταιρείας - εναγόμενης 1. Ξεκινώ συνεπώς απ' αυτό. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 12, σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή µε επιστολή του στη διεύθυνση που καταγράφηκε στη συμφωνία δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνση, για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσης του δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που είχε τεθεί στην περιουσία του προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της συμφωνίας δανείου. Στην προκειμένη περίπτωση από τη δοθείσα μαρτυρία προκύπτει (α) ότι το χρονικό περιθώριο μεταξύ των πρώτων καθυστερήσεων και του θανάτου της χχχ ήταν πολύ μικρό ώστε να ήταν δύσκολο έως αδύνατο να υπάρξει συμμόρφωση με τις πρόνοιες του άρθρου 12 και (β) η χχχ είχε άμεση ανάμειξη με τις εργασίες της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, υπό την έννοια ότι ήταν μέτοχος (ίσως και για κάποιο διάστημα αξιωματούχος) και ο διευθυντής της εταιρείας εναγόμενος 2 ήταν συμβίος της. Άρα γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει για την υπερημερία από πρώτο χέρι. Παρόλα ταύτα, υπό την στενή έννοια, υπήρξε όντως παράβαση του άρθρου 12 αφού δεν απεστάλη ειδοποίηση είτε προς την ίδια τη χχχ είτε μετά θάνατο προς τους διαχειριστές της περιουσίας της. Η μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ3, ΜΥ1 και ΜΥ2 είναι ουσιαστικά ομόφωνη επ' αυτού. Το ερώτημα επομένως που προκύπτει είναι ποιες οι συνέπειες της μη συμμόρφωσης; Σύμφωνα με το άρθρο 12
(3)(α), τέτοια παράλειψη θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή υπό την έννοια του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, και απαλλάσσει τον εγγυητή όταν συνεπεία αυτής παραβλάπτεται - όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο - η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. Το άρθρο 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, με τον πλαγιότιτλο «Απαλλαγή εγγυητή λόγω πράξης ή παράλειψης του πιστωτή η οποία παραβλάπτει τελική ικανοποίηση του εγγυητή», προβλέπει τα ακόλουθα: «Αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη µε τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται». Στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, Indian Contract And Specific Relief Acts (9th edition) σελ. 636, σε σχέση με το άρθρο 139 του Ινδικού Νόμου, το οποίο είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 97 του δικού μας Κεφ. 149, υπό τον τίτλο «Act or omission of creditor tending to impair surety's remedy» αναφέρονται τα εξής: «Observe that the injurious quality to be considered is tendency to diminish the surety's remedy or increase his liability». Στην ίδια σελίδα αναφέρεται ότι ο σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι να διασφαλίσει ότι δεν θα επιβληθεί στον εγγυητή οποιαδήποτε διευθέτηση διαφορετική απ' εκείνη που περιλαμβάνεται στη σύμβαση εγγύησης και σε περίπτωση που ο εγγυητής πληρώσει το χρέος θα έχει το ωφέλημα κάθε θεραπείας που θα είχε ο πιστωτής έναντι του πρωτοφειλέτη. Στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της εναγόμενης 3 όπου γίνεται αναφορά στις συνέπειες της μη συμμόρφωσης, αναφέρεται απλά ότι «αυτή δημιουργεί κίνδυνο και παραβλάπτονται τα δικαιώματα της ώστε να δικαιούται να απαλλαγεί, σύμφωνα με το άρθρο 97, από τις συμβάσεις εγγυήσεων». Καλείται έτσι το Δικαστήριο «να κηρύξει άκυρες και άνευ εννόμου αποτελέσματος» τις εγγυήσεις. Είναι η θέση του συνηγόρου μάλιστα ότι η ακυρότητα συμπαρασύρει σε ακυρότητα και τις συμβάσεις υποθήκης. Με κάθε εκτίμηση οι αναφορές αυτές είναι γενικές, αόριστες και ατελέσφορες. Δεν προσκομίστηκαν στοιχεία ή μαρτυρία ούτε καταφαίνεται από την υπάρχουσα μαρτυρία ότι συνεπεία της παράλειψης αλλοιώνεται ή αυξάνεται καθοιονδήποτε τρόπο η ευθύνη του εγγυητή ή παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση αυτού έναντι του πρωτοφειλέτη. Συνεπώς δεν δικαιολογείται ούτε ακυρότητα ούτε απαλλαγή του από τις συμβάσεις εγγύησης. Ακόμα και αν κατέληγα σε διαφορετικό συμπέρασμα αυτό δεν θα συμπαρέσυρε αυτόματα τις συμβάσεις υποθήκης οι οποίες από κάθε άποψη αποτελούν αυθύπαρκτες, αυτοτελείς και ανεξάρτητες συμβάσεις, οι οποίες συνομολογήθηκαν ως περαιτέρω εξασφάλιση των επιδίκων δανειοδοτήσεων και ουδόλως επηρεάζονται από την εγκυρότητα των εγγυήσεων. Τούτο προκύπτει ρητά από τις ίδιες τις εγγυήσεις. Στον όρο 13 για παράδειγμα της εγγύησης (τεκμήριο 15) αναφέρεται ότι «η εν λόγω εγγύηση θα είναι επιπρόσθετη εγγύηση και εξασφάλιση και δεν θα επηρεάζει ή επηρεάζεται από υφιστάμενες ή μελλοντικές εξασφαλίσεις που θα έχει η τράπεζα είτε από την εγγυήτρια ή άλλα πρόσωπα». Ως εκ των ανωτέρω βρίσκω ότι η διαφαινόμενη παράλειψη συμμόρφωσης της ΤΚ με τις πρόνοιες του άρθρου 12 του Ν197(Ι)/2003 ουδόλως επηρεάζει την εγκυρότητα των συμβάσεων εγγυήσεων και πολύ περισσότερο των συμβάσεων υποθηκών της αποβιώσασας χχχ Μαυρονικόλα και κατ' επέκταση την ευθύνη της διαχειρίστριας της περιουσίας της - εναγόμενης 3. Ένα δεύτερο ζήτημα που τέθηκε από πλευράς εναγόμενης 3 αφορά στο άρθρο 5 του εν λόγω Νόμου. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, προτού ο προτιθέμενος εγγυητής υπογράψει σύμβαση εγγύησης σε σχέση µε την παραχώρηση δανείου για ποσό πέραν των πέντε χιλιάδων λιρών, ο προτιθέμενος πιστωτής παραδίδει ή διευθετεί την παράδοση στον προτιθέμενο εγγυητή ή σε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του: (α) επιστολή στην οποία αποκαλύπτονται και καταγράφονται συγκεκριμένα στοιχεία (γίνεται εξαντλητική αναφορά στο άρθρο) σχετικά µε την παροχή της εγγύησης και (β) γραπτή δήλωση του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη σχετικά µε όλα τα περιουσιακά στοιχεία του, περιλαμβανομένων των λεπτομερειών τυχόν επιβαρύνσεων της περιουσίας του που θα ισχύουν µε τη σύναψη της συμφωνίας δανείου. Επ' αυτού ο ΜΕ3 ανέφερε ότι η αποβιώσασα ως εγγυήτρια δήλωσε ενυπογράφως στο έγγραφο ημερ. 22.5.2007 (τεκμήριο 45) ότι παρέλαβε από την ΤΚ αντίγραφο της απόφασης 13984 για τη σύναψη της συμφωνίας πιστωτικής διευκόλυνσης προς την εναγόμενη 1 (τεκμήριο 41) όπως και δήλωση περιουσιακών στοιχείων της. Το έγγραφο αυτό υπό τον τίτλο «Ο ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΕΓΓΥΗΤΩΝ ΝΟΜΟΣ», απευθύνεται προς την αποβιώσασα και μ' αυτό η πρωτοφειλέτρια εταιρεία/εναγόμενη 1, δηλώνει ότι εξουσιοδοτεί την τράπεζα να παραδώσει στην αποβιώσασα αντίγραφο της απόφασης για τη σύναψη της συμφωνίας πιστωτικής διευκόλυνσης την οποία έχει αιτηθεί και δήλωση περιουσιακών στοιχείων και κατάσταση επιβαρύνσεων που βαρύνουν τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία. Στο κάτω μέρος του τεκμηρίου υπογράφει η αποβιώσασα ότι παρέλαβε αυτοπροσώπως τα πιο πάνω έγγραφα από την τράπεζα. Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι η αποβιώσασα υπέγραψε το τεκμήριο 45 και παρέλαβε τα αναφερόμενα έγγραφα στις 24.5.2007 (που είναι και η αντίστοιχη ημερομηνία του τεκμηρίου 41) και εκ παραδρομής δεν συμπληρώθηκε αυτή η ημερομηνία στο σημείο πάνω από την υπογραφή της. Συναφώς απέρριψε κατηγορηματικά υποβολή ότι το εν λόγω έγγραφο υπεγράφη εν λευκώ και ότι στην πραγματικότητα τα δηλωθέντα έγγραφα ουδέποτε παραδόθηκαν. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό την αναφορά της ΜΕ4 ότι τη στιγμή της υπογραφής εξηγήθηκαν οι όροι των συμφωνιών στους πελάτες αλλά και την κυνική παραδοχή του ΜΥ2 ότι αυτός και η αποβιώσασα μονόγραψαν και υπέγραψαν όλα τα έγγραφα που τέθηκαν μπροστά τους χωρίς αυτός (προφανώς και η αποβιώσασα) να μπουν στον κόπο να τα διαβάσουν. Στην κλασσική επί του θέματος υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society [1971] A.C 1004, η οποία υιοθετήθηκε στην Τσολάκη Τουτζικιάν κ.ά. ν. Λαϊκής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1240, αναφέρονται τα ακόλουθα: (Σε μετάφραση) «Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε, αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο.» (βλ. επίσης Κκαζάνου v. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Δημόσιας Πoλ. Έφεση 58/2013, ημερ. 27.5.2020) Εν όψει των πιο πάνω βρίσκω ότι υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Ν197(Ι)/2003 και η περί του αντιθέτου θέση της Υπεράσπισης απορρίπτεται. · Οικονομικός εξαναγκασμός Για τα περί οικονομικού εξαναγκασμού, πιέσεων και εκβιασμού δεν υπάρχουν πολλά που μπορεί να ειπωθούν. Κάτι τέτοιο, ως προκύπτει από την αξιολόγηση της μαρτυρίας, δεν έχει αποδειχθεί. Τουναντίον, από τη μαρτυρία του ΜΕ1, ΜΕ3, ΜΕ4 και ΜΥ2 προκύπτει το αντίθετο. Ενδεικτικά υπενθυμίζω την παραδοχή του ΜΥ2 ότι κανείς δεν τους πίεσε να υπογράψουν οποιοδήποτε έγγραφο. Ως εκ τούτου ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται. Ένα νομικό θέμα που αξίζει ίσως αναφοράς υπό μορφή παρένθεσης είναι ότι ο «οικονομικός εξαναγκασμός», «οι πιέσεις» και «ο εκβιασμός» δεν φαίνεται να αναγνωρίζονται ως αυτοτελείς και αυθύπαρκτες συμβατικές υπερασπίσεις. Αποτελούν εκφάνσεις της ευρείας υπεράσπισης της ψυχικής πίεσης/αθέμιτης επιρροής (undue influence) - βλ. Ζαχαριάδη v. Universal Life Insurance Company LTD κ.α. Πολ. Έφεση 144/2013, ημερ.16.4.2019. Το βάρος απόδειξης εξαρτάται από τη σχέση των μερών. Εκεί και όπου υπάρχει ειδική σχέση ή σχέση εμπιστοσύνης η οποία θα πρέπει να αναδεικνύεται δικογραφικά, η ύπαρξη ψυχικής πίεσης τεκμαίρεται. Εκεί όπου δεν υπάρχει, το βάρος είναι στους ώμους του ενάγοντος να αποδείξει ότι ασκήθηκε ψυχική πίεση. Σε μια τέτοια περίπτωση, συμφώνως της Διαταγής 19, θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, θα πρέπει απαρέγκλιτα να παρατίθενται στο δικόγραφο πλήρεις λεπτομέρειες, κάτι το οποίο δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Frederickou Schools Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1527 και Φακοντής v. Βρυώνη
(2004)1 Α.Δ.Δ. 1404). Συμπεράσματα/Κατάληξη Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ.829 τονίστηκε ότι σε περιπτώσεις που αφορούν τραπεζικά χρέη - ανεξαρτήτως ή όχι αμφισβήτησης της απαίτησης - θα πρέπει να αποδειχθούν τέσσερα στοιχεία:
  1. Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ., μαζί με τους όρους της.
  2. Η παράβαση όρου της σύμβασης.
  3. Ο τερματισμός της σύμβασης
  4. Το οφειλόμενο υπόλοιπο. · Σύναψη συμβάσεων χρηματοδότησης Από τα όσα καταγράφονται ανωτέρω βρίσκω ότι η εναγόμενη 1 εταιρεία υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 και 4 και της εγγυήτριας χχχ Μαυρονικόλα (αποβιώσασα) έτυχε συμβατικής χρηματοδότησης από την ΤΚ ως ακολούθως:
(1)Δάνειο τακτής προθεσμίας ύψους €550.000 δυνάμει σύμβασης ημερ.14.10.2010 (αναφέρεται και η ημερομηνία 16.10.2010) με αρ.λογ. χχχ6067 (τεκμήριο 16). Στη δανειακή σύμβαση υπάρχει ενσωματωμένη εγγύηση του εναγομένου 2 και της χχχ Μαυρονικόλα.
(2)Χρηματοδότηση σε τρεχούμενο λογαριασμό με πίστωση €220.000. (τελευταία έγκριση ημερ.14.10.2010) με αρ. χχχ4513 (τεκμήριο 77).
(3)Δάνειο τακτής προθεσμίας ύψους €110.000 δυνάμει σύμβασης ημερ.31.3.2011 με αρ.λογ. χχχ6326 (τεκμήριο 18). Στη δανειακή σύμβαση υπάρχει ενσωματωμένη εγγύηση των εναγομένων 2 και 4 και της χχχ Μαυρονικόλα. Πέραν των ενσωματωμένων εγγυήσεων, οι προαναφερθείσες χρηματοδοτήσεις εξασφαλίζονται από την ξεχωριστή εγγύηση ημερ.14.10.2010 του εναγόμενου 2 και της χχχ Μαυρονικόλα (τεκμήριο 15). Ως επιπρόσθετη εξασφάλιση - μεταξύ άλλων - η χχχ Μαυρονικόλα υποθήκευσε προς όφελος της ΤΚ τα ακίνητα υπό στοιχεία σύμβασης και δήλωσης υποθήκης Υ2χχ3/07 (τεκμήριο 22) και Υχχ1/10 (τεκμήριο 23). Επί τούτου επισημαίνεται ότι το περιεχόμενο των υποθηκών με ρητή δήλωση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγόμενης 3, διαρκούσης της δίκης δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε και προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να θέτει υπό αμφισβήτηση την εγκυρότητα των εν λόγω υποθηκών. Υπενθυμίζεται ότι η εναγόμενη 3 είναι η διαχειρίστρια της περιουσίας της προαναφερθείσας αποβιώσασας χχχ Μαυρονικόλα και κατά Νόμο υπεύθυνη για τις εν ζωή πράξεις και παραλείψεις της που αντανακλούν επί της περιουσίας που αυτή κατέλειπε ως κληρονομιά. · Παράβαση όρου της σύμβασης Το στοιχείο αυτό δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί. Εν πάση περιπτώσει από τη δοθείσα μαρτυρία βρίσκω ότι δεν τηρήθηκε ο ουσιώδης όρος για αποπληρωμή των δόσεων κατά τις αναφερθείσες στις δανειακές συμβάσεις ημερομηνίες στην περίπτωση των δανείων και υπήρξε παράβαση του ορίου στην περίπτωση του τρεχούμενου λογαριασμού. Τούτο το παραδέχτηκε ρητά ο ΜΥ2 και εν πάση περιπτώσει αποδεικνύεται από την αναντίλεκτη επ' αυτού μαρτυρία των ΜΕ1 και 3. · Τερματισμός της σύμβασης Σύμφωνα με τις υποθέσεις Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1Β Α.Α.Δ.1466 και M.I.T Global Data Solutions Ltd κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ECLI:CY:AD:2015:A815, Πολ. Έφεση 21/2011, ημερ. 4.2.2015, για να καταστεί ένα ποσό απαιτητό και να είναι δυνατή η διεκδίκηση του θα πρέπει να προηγηθεί τερματισμός της σχετικής συμφωνίας ή λογαριασμού. Βάσει των όσων αναφέρονται ανωτέρω βρίσκω ότι πράγματι προηγήθηκε νόμιμος τερματισμός όλων των δανειακών συμβάσεων. Τούτο αποδεικνύεται από τη μαρτυρία των ΜΕ1, 3 και 5 και τα τεκμήρια 81, 82 και
  1. Το τεκμήριο 81 αφορά τον τερματισμό του τρεχούμενου λογαριασμού. Το τεκμήριο 82 του δανείου των €550.000 και το τεκμήριο 85 του δανείου των €110.
  2. Όλες οι επιστολές είναι ημερομηνίας 21.2.2012 και σε ό,τι αφορά την χχχ Μαυρονικόλα, η οποία υπενθυμίζω απεβίωσε την 1.9.2011, αποστάλθηκε σχετική ειδοποίηση προς τους τότε διαχειριστές της περιουσίας της (εναγομένους 2 και 4) τόσο στη διεύθυνση XXXXX 6, XXXXX, XXXXX, Πάφος όσο και στην οδό χχχ 11-12, 8χχ1, Πάφος. Η τελευταία αναγράφεται στα τεκμήρια 15 και 16 ως διεύθυνση του εναγομένου
  3. Οι επιστολές ουδέποτε επεστράφησαν είτε ως αζήτητες είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Ως εκ τούτου τεκμαίρεται ότι οι επιστολές έχουν παραληφθεί (βλ. Πιττάκα v. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1895 και ALPHA BANK CYPRUS LTD v. ARENA MOTOR SHOW LTD κ.α. ECLI:CY:AD:2015:A648, Πολ. Έφεση 84/2009, ημερ.2.10.2015 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Deme Dairy Ltd κ.α. ECLI:CY:AD:2019:A523, Πολ. Έφεση 246/2013 ημερ.11.12.2019). Σημειώνω ότι δεν υπήρξε καν αμφισβήτηση του γεγονότος. Ο ΜΥ2 αρκέστηκε στο να πει ότι δεν θυμάται αν παρέλαβε την επιστολή τερματισμού ενώ η ΜΥ1 ανέφερε ότι γνωρίζει ότι τερματίστηκαν οι συμφωνίες, αφού την ενημέρωσε σχετικά ο ΜΥ
  1. Ούτε και στο δικόγραφο της εναγόμενης 3 υπάρχει συγκεκριμένη και επεξηγηματική αμφισβήτηση του νόμιμου τερματισμού, προϋπόθεση που φαίνεται πλέον να θέτει και η Νομολογία (βλ. Έλληνας κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2019:A503, Πολ. Έφεση 87/2013, ημερ.3.12.2019). Υπάρχει απλά γενική άρνηση. Εν πάση περιπτώσει, η όποια θέση ή υπόνοια περί μη νόμιμου τερματισμού έτσι κι αλλιώς φαίνεται να εγκαταλείφθηκε αφού δεν υπάρχει επ' αυτού ειδική επιχειρηματολογία στη γραπτή αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της εναγόμενης
  2. Κλείνοντας με το θέμα του τερματισμού, υποδεικνύω για σκοπούς πληρότητας πως ακόμα και αν δεν επιτυγχάνετο νόμιμος τερματισμός δια των προαναφερθεισών επιστολών, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής θεωρείται τερματισμός και νόμιμη απαίτηση της οφειλής (βλ. Κυριάκου v. Χρυσοστόμου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 2029, Μακεδόνας v. Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ.1322 και Έλληνας (ανωτέρω)). · Το οφειλόμενο υπόλοιπο Σε σχέση με τα οφειλόμενα υπόλοιπα - παρά τις δικογραφημένες θέσεις της Υπεράσπισης για ανατοκισμούς και άλλες υπερχρεώσεις - καμία απολύτως αντικρουστική των θέσεων της ενάγουσας μαρτυρία δεν προσκομίστηκε. Το μόνο θέμα που ουσιαστικά αναδείχθηκε ήταν ο υπολογισμός επιτοκίου στη βάση του λεγομένου εμπορικού έτους των 360 ημερών και όχι του ημερολογιακού έτους των 365 ή 366 ημερών στην περίπτωση δίσεκτου έτους. Το θέμα αυτό θα το σχολιάσω στη συνέχεια. Προς το παρόν βρίσκω ότι η ενάγουσα απέδειξε τα νομίμως οφειλόμενα υπόλοιπα και δικαιούται έτσι να της επιδικαστούν. Συγκεκριμένα ο ΜΕ3 αρμοδίως και καθηκόντως παρουσίασε τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού και για τις τρεις χρηματοδοτήσεις μαζί με το σχετικό πιστοποιητικό, δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 (τεκμήριο 87). Ο ΜΕ3 επιβεβαίωσε και προφορικά ότι οι εν λόγω πιστοποιημένες καταστάσεις είναι μια ορθή και ακριβής αναπαραγωγή μέρους του τραπεζικού βιβλίου/ηλεκτρονικού αρχείου της Τράπεζας, πράγμα που έλεγξε ο ίδιος. Τούτο ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Κεφ.9, δημιουργώντας μια εκ πρώτης όψεως απόδειξη ορθότητας των καταχωρήσεων (μαχητό τεκμήριο). Επ' αυτού έδωσε όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες και εξηγήσεις που του ζητήθηκαν, χωρίς σε κανένα σημείο να αμφισβητηθούν κατά τρόπο γόνιμο τα λεγόμενα του ή όπως προανάφερα, να προσκομιστεί αντικρουστική μαρτυρία. Συνεπώς το μαχητό τεκμήριο παρέμεινε αλώβητο μέχρι τέλους (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 Ιωαννίδης κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1491 και Alpha Bank Cyprus Ltd v. Ζαλούμη κ.α. Πολ. Έφεση 139/2013, ημερ. 14.4.2020). Στη συνέχεια ο μάρτυρας ετοίμασε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού και για τις τρεις χρηματοδοτήσεις αφαιρώντας τους τόκους υπερημερίας, τις υπερχρεώσεις και τα άλλα έξοδα που δεν διεκδικεί η ενάγουσα (τεκμήρια 90, 92 και 94). Η ετοιμασία τέτοιων αναδομημένων καταστάσεων αποτελεί ενέργεια καθ' όλα θεμιτή και υποβοηθητική για τον τρόπο υπολογισμού των τόκων και διασαφήνιση του τελικού υπό διεκδίκηση υπολοίπου (βλ. Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238). Στις αναδομημένες καταστάσεις χρησιμοποιήθηκε διαιρετής 365 ή 366 ημερών αναλόγως και όχι 360 ημερών ως εγίνετο προηγουμένως συμφώνως των δανειακών συμβάσεων. Η αναπροσαρμογή ορθώς έγινε αφού οι τράπεζες δεν νομιμοποιούνται να χρησιμοποιούν ετήσιο διαιρετή άλλο από τον πραγματικό αριθμό ημερών του ημερολογιακού έτους (βλ. άρθρο 2 του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ. 1, όπου ρητά αναφέρεται ότι «έτος» σημαίνει ημερολογιακό έτος και Βογαζιανός κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ.1)
(2011)1 Α.Α.Δ. 253, 265-266. Τέτοιο όροι σε δανειακές συμβάσεις - ως ορθά υπέδειξε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης 3 - θεωρούνται πλέον καταχρηστικοί και βάσει νομοθετήματος και συγκεκριμένα του άρθρου 5
(5)του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93
(1)/96, που προστέθηκε με τον τροποποιητικό Νόμο 49
(1)/16). Δεν επιφέρουν βέβαια συλλήβδην ακυρότητα της δανειακής σύμβασης. Κατάληξη Στη βάση όλων των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης 3, αλληλέγγυα και ξεχωριστά με τους εναγομένους 1 και 2 ως ακολούθως:
(1)Ποσό €838.545,56 πλέον τόκους 7% από 1.7.2020 με κεφαλοποίηση 2 φορές τον χρόνο την 30/6 και 31/12 δυνάμει δανείου τακτής προθεσμίας με αρ.λογ.χχχ6067.
(2)Ποσό €31.690,07 πλέον τόκους 8% από 1.7.2020 με κεφαλοποίηση 2 φορές τον χρόνο την 30/6 και 31/12 δυνάμει δανείου τακτής προθεσμίας με αρ.λογ.χχχ6326.
(3)Ποσό €315.675,14 πλέον τόκους 7% από 1.7.2020 με κεφαλοποίηση 2 φορές τον χρόνο την 30/6 και 31/12 δυνάμει τρεχούμενου λογαριασμού με αρ. χχχ4513. Περαιτέρω εκδίδεται εναντίον της εναγόμενης 3 διάταγμα εκποίησης ως η παράγραφος 58
(2)και
(3)της Έκθεσης Απαίτησης. Τέλος, τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης 3. (Υπ) .................................... Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Για σκοπούς εύκολης αναφοράς ο πλήρης κατάλογος τεκμηρίων επισυνάπτεται ως επισυνημμένο 1 στο αντίγραφο της απόφασης των μερών. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.