Αντωνίου ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 3517/12, 30/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3517/12 Μεταξύ: χχχ Αντωνίου Ενάγοντας και
- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
- χχχ Τζιακουρή
- χχχ Σωκράτους
- χχχ Αντωνίου
- χχχ Ιωάννου Εναγόμενοι ............... 30 Ιουλίου, 2021 Για τον Ενάγοντα: κ. Λ. Λουκαΐδης και κα Μ.Κάιζερ για Λουκής Γ. Λουκαΐδης & Σια ΔΕΠΕ. Για τον Εναγόμενο 1: κ. Στ. Ερωτοκρίτου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Για τους Εναγόμενους 2-5: κ. Χ. Τιμοθέου για Χ. Τιμοθέου και Λ.Νεοφύτου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή στην υπόθεση και Έγγραφες Προτάσεις Ένας συνήθης βραδινός έλεγχος των αδειών λειτουργίας της μπυραρίας «Coral Sunset» στον Κόλπο των Κοραλλίων από μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου, έμελλε να πάρει τέτοιες διαστάσεις που χρειάστηκε να ασχοληθούν με τα διαδραματιζόμενα, η Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, τα Ποινικά Δικαστήρια της χώρας σε τέσσερις τουλάχιστον διαφορετικές υποθέσεις (τρεις εναντίον του εδώ ενάγοντος και μια εναντίον των εδώ εναγομένων), σε κάποιο βαθμό το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου και τώρα, 13 χρόνια μετά, το Ε.Δ. Πάφου, υπό την παρούσα σύνθεση και στην υψηλότερη αστική κλίμακα που υπάρχει. Εδώ, ενάγοντας είναι ο χχχ Αντωνίου, παρουσιαζόμενος ως θύμα παράνομης σύλληψης και ξυλοδαρμού και εναγόμενοι 2-5 οι τέσσερις αστυνομικοί που είχαν ανάμειξη στο όλον συμβάν. Το παζλ των διαδίκων συμπληρώνει ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (εναγόμενος 1) ως ο δια Νόμου εκπρόσωπος των οργάνων του Κράτους, μεταξύ αυτών και των μελών της Αστυνομίας εν ώρα καθήκοντος. Ας δούμε με περισσότερη λεπτομέρεια τις εκατέρωθεν εκδοχές για το τι πραγματικά συνέβη εκείνο το βράδυ. Ο ενάγοντας λοιπόν - συμφώνως των διαλαμβανόμενων στην Έκθεση Απαιτήσεως ισχυρισμών - ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο συνιδιοκτήτης της μπυραρίας «Coral Sunset» στον Κόλπο των Κοραλλίων. Στις 9.8.2008 και περί ώρα 01:00 εισήλθαν στην μπυραρία ο εναγόμενος 3 μαζί με δύο άλλους ένοπλους αστυνομικούς για να ελέγξουν τις άδειες του υποστατικού. Ο ενάγοντας εξέφρασε το παράπονο του για το γεγονός με αποτέλεσμα ο εναγόμενος 3, αυθαίρετα και χωρίς νόμιμη αιτία, να τον συλλάβει χωρίς ένταλμα σύλληψης και χωρίς να επικαλεστεί τη διάπραξη κάποιου αυτόφωρου αδικήματος. Στη συνέχεια τον άφησε προσωρινά ελεύθερο μέχρι που κατέφθασαν στο μέρος και οι αστυνομικοί/εναγόμενοι 2, 4 και 5 και ομαδικά τον συνέλαβαν εκ νέου, πάλι χωρίς ένταλμα σύλληψης και χωρίς να επικαλεστούν τη διάπραξη κάποιου αυτόφωρου αδικήματος. Συγχρόνως δε με τη σύλληψη του, τον κτύπησαν και του έδεσαν πισώπλατα τα χέρια με χειροπέδες. Κατά τη μεταφορά του στον αστυνομικό σταθμό Πέγειας, οι εναγόμενοι 2, 4 και 5 που μετέβαιναν στο περιπολικό όπου βρισκόταν και ο ίδιος, σταμάτησαν το όχημα σε παρακείμενο χώρο και τον κτύπησαν προκαλώντας του εκδορές, ρινορραγία και μώλωπες. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό Πέγειας και ακολούθως στον αστυνομικό σταθμό Πάφου. Μετά, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο για εξέταση και πίσω στον αστυνομικό σταθμό Πάφου για να αφεθεί τελικά ελεύθερος το μεσημέρι της ίδιας ημέρας περί ώρα 13:
- Πέραν των κακώσεων που του προκάλεσαν, ο ενάγοντας υπέστη ψυχολογικά προβλήματα και ψυχωτική κατάθλιψη. Συνεπεία των κακώσεων και ψυχολογικών προβλημάτων αναγκάστηκε να ξοδέψει £1.500 για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (δεν παρατίθενται λεπτομέρειες) ενώ απώλεσε και εισοδήματα για 3 χρόνια (και πάλι δεν παρατίθενται λεπτομέρειες). Τελικώς επικαλούμενος την παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων ((α) δικαίωμα σωματικής ακεραιότητας (β) δικαίωμα ιδιωτικής ζωής και (γ) απαγόρευσης απάνθρωπης μεταχείρισης) διεκδικεί γενικές, ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Από πλευράς εναγομένων καταχωρήθηκαν τρεις Υπερασπίσεις. Μια σύντομη και λακωνική από τον εναγόμενο
- Μια πιο λεπτομερής από τους εναγόμενους 2 και 3 και μια πανομοιότυπη από τους εναγόμενους 4 και
- Θα αναφερθώ στις όμοιες Υπερασπίσεις των εναγομένων 2 - 5, οι οποίες υπερκαλύπτουν και τις όποιες θέσεις προβάλλονται στην Υπεράσπιση του εναγομένου
- Κατ' αρχάς απορρίπτουν τα περί παράνομης σύλληψης, επίθεσης και ξυλοδαρμού του ενάγοντος, όπως απορρίπτουν τις κατ' ισχυρισμό κακώσεις, ψυχολογικά και ψυχωτικά - συνεπεία του συμβάντος - προβλήματα. Επί τούτου ισχυρίζονται ότι τα όποια ψυχολογικά προβλήματα του ενάγοντος προϋπήρχαν από το 2006 και μάλιστα έχει εκδοθεί σχετικά και διάταγμα κηδεμονίας του ως ανίκανου προσώπου. Τέλος, απορρίπτουν και τη ζημιά, τα έξοδα και την απώλεια που ισχυρίζεται ο ενάγοντας στο δικόγραφο του. Κατά τη δική τους εκδοχή των πραγμάτων, όταν ο εναγόμενος 3 εισήλθε στο υποστατικό με δύο άλλους ένστολους (όχι ένοπλους) αστυνομικούς για να ελέγξουν τις άδειες του και συγκεκριμένα την ώρα που ο εναγόμενος 3 πληροφορούσε τον υπεύθυνο του υποστατικού και αδελφό του ενάγοντος ότι θα καταγγελλόταν, αφού δεν διέθετε άδεια λειτουργίας από τον ΚΟΤ, παρενέβη ο ενάγοντας με απρεπές σχόλιο προς τον εναγόμενο
- Ο εναγόμενος 3 του ζήτησε να σταματήσει αλλά αυτός με προκλητικό και ειρωνικό ύφος συνέχισε να παραφέρεται. Τότε, επενέβη ο αδελφός του ενάγοντος και πληροφόρησε τον εναγόμενο 3, ότι ο ενάγοντας είχε ψυχολογικά προβλήματα και να μην του δίνει σημασία. Ο ενάγοντας ωστόσο συνέχισε σε υψηλούς τόνους να παρεμβαίνει στο έργο του εναγομένου 3, με αποτέλεσμα να του γίνει νέα αυστηρή σύσταση από τον εναγόμενο 3 πως αν συνέχιζε, θα τον έθετε υπό σύλληψη. Ο ενάγοντας συνέχισε όμως, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος 3 να του επιδείξει την αστυνομική του ταυτότητα και να του ζητήσει τα στοιχεία του. Τότε, ο ενάγοντας αποκρίθηκε λέγοντας "εν σου διώ τίποτε τζιαί όπου θέλεις πήαινε». Ο εναγόμενος 3 στο σημείο τούτο, αγγίζοντας τον ενάγοντα στον ώμο, τον πληροφόρησε ότι βρίσκεται υπό σύλληψη και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο. Ο ενάγοντας απάντησε λέγοντας "μη μου τζίζεις τζιαί εν να σε σκοτώσω" και συνέχισε να μη συνεργάζεται και να φωνάζει. Φοβούμενος κλιμάκωση, ο εναγόμενος 3 κάλεσε ενισχύσεις. Πράγματι μετά από μερικά λεπτά κατέφθασαν στο μέρος οι εναγόμενοι 2, 4 και
- Τότε σε χώρο κάτω από την μπυραρία, ο εναγόμενος 2 (Λοχίας) ζήτησε από τον εναγόμενο 3 να του περάσει χειροπέδες αφού βρισκόταν υπό σύλληψη. Ο ενάγοντας τότε έπεσε στο έδαφος και άρχισε να τρέμει ωσάν να ήταν επιληπτικός. Προέβαλε ισχυρή αντίσταση με τα χέρια και τα πόδια με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να αναγκαστούν να χρησιμοποιήσουν την «ανάλογη βία» για να καταστεί δυνατή η σύλληψη του. Είναι στο σημείο αυτό που ο ενάγοντας δυνατόν να υπέστη τις όποιες σωματικές βλάβες. Έπειτα τοποθετήθηκε στο περιπολικό και μεταφέρθηκε απευθείας στον αστυνομικό σταθμό Πέγειας χωρίς να τον κτυπήσει στη διαδρομή ή οποτεδήποτε, ο οποιοσδήποτε. Η ακροαματική διαδικασία Στη βάση αυτής της δικογραφημένης εικόνας πραγμάτων, η υπόθεση - με πολύ μεγάλη καθυστέρηση, θα πρέπει να σημειωθεί - προχώρησε σε ακρόαση. Κατά την ακρόαση έδωσαν προφορική μαρτυρία τρεις μάρτυρες. Ο ενάγοντας (ΜΕ1), ο Αστ.3χχ6, χχχ Κλεοβούλου (ΜΥ1) και ο εναγόμενος 3 (ΜΥ2). Από πλευράς έγγραφης μαρτυρίας κατατέθηκαν τα εξής τεκμήρια: Τεκμήριο 1 - Ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 09.08.
- Τεκμήριο 2 - Πιστοποιητικό ημερομηνίας 02.11.
- Τεκμήριο 3Α - Ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 10.04.
- Τεκμήριο 3Β - Ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 21.04.
- Τεκμήριο 3Γ - Ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 10.09.
- Τεκμήριο 4Α, Β, Γ - Τρία πιστοποιητικά ασθενείας που καλύπτουν τις περιόδους 11.10.2008 μέχρι 11.11.2008, 12.11.2008 μέχρι 12.12.2008 και 13.12.2008 μέχρι 13.01.
- Ο ενάγοντας (ΜΕ1) - αφού απαλείφθηκαν κάποιες αναφορές κατόπιν εν μέρει επιτυχούς ενστάσεως της Υπεράσπισης - υιοθέτησε ως την κυρίως του εξέταση, γραπτή δήλωση (έγγραφο 1) καταθέτοντας συνάμα και όλα τα προαναφερθέντα τεκμήρια της υπόθεσης. Στη δήλωση επαναλαμβάνει κατ' ουσία τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο τρόπος με τον οποίο παραθέτει τα γεγονότα είναι ωσάν να ήταν δύο οι παράνομες συλλήψεις. Η πρώτη έλαβε χώρα εντός της μπυραρίας με δράστη μόνον τον εναγόμενο 3 και η δεύτερη - αφού στο μεσοδιάστημα αφέθηκε ελεύθερος - έλαβε χώρα έξω από την μπυραρία με δράστες αυτή τη φορά τους εναγόμενους 2-
- Διασαφήνισε επίσης ότι στον ξυλοδαρμό του καθ' οδόν προς τον αστυνομικό σταθμό Πέγειας έλαβαν μέρος οι επιβαίνοντες στο περιπολικό όπου βρισκόταν και ο ίδιος, δηλαδή οι εναγόμενοι 2, 4 και
- Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγομένου 1, κ. Ερωτοκρίτου, διευκρίνισε ότι οι αστυνομικοί που τον συνέλαβαν (την 2η φορά) και τον κτύπησαν ήταν τελικά πέντε και όχι τέσσερις. Σε ό,τι αφορά τον ξυλοδαρμό του καθ' οδόν προς τον αστυνομικό σταθμό ανέφερε ότι πρωτεργάτης αυτού ήταν ο εναγόμενος 2 (ο Λοχίας) ο οποίος ήταν συνοδηγός και όταν σταμάτησε το περιπολικό, γύρισε προς το πίσω κάθισμα όπου καθόταν και τον κτύπησε ενώ αυτός είχε τα χεριά δεμένα πισώπλατα με τις χειροπέδες. Σε σχέση με την αρχική επίσκεψη του εναγομένου 3 και των άλλων δύο αστυνομικών στο υποστατικό, αρνήθηκε ότι προκαλούσε τον εναγόμενο 3, ισχυριζόμενος ότι απευθυνόταν προς τον αδελφό του με τα διάφορα που έλεγε. Εν πάση περιπτώσει απλά παραπονείτο και σε καμία στιγμή δεν διέπραξε κάποιο αδίκημα για να τον συλλάβουν και να τον ξυλοκοπήσουν. Δέχτηκε ότι ο εναγόμενος 3 του ζήτησε σε κάποια στιγμή τα στοιχεία του αλλά αρνήθηκε ότι του είπε «εν σου τα διώ και όπου θέλεις πήαινε». Απλά διότι ήταν με πολιτική περιβολή και δεν τον γνώριζε του είπε να του επιδείξει πρώτα τα δικά του στοιχεία και μετά θα έπραττε και αυτός το ίδιο. Ομοίως αρνήθηκε πως όταν ο εναγόμενος 3 τον άγγιξε στον ώμο λέγοντας του ότι είναι υπό σύλληψη του είπε «μην μου τζίζεις τζιαί εν να σε σκοτώσω». Συναφώς αρνήθηκε υποβολή ότι ο λόγος που συνελήφθη ήταν διότι παρεμπόδισε τον εναγόμενο 3 στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Επέμενε - παρά τις περί του αντιθέτου υποβολές - ότι κτυπήθηκε στη διαδρομή προς τον αστυνομικό σταθμό Πέγειας, λέγοντας ότι ο λόγος που δεν καταγράφηκε στο ημερολόγιο του σταθμού ότι κατέφθασε κτυπημένος είναι προφανώς διότι υπήρξε προσπάθεια συγκάλυψης και όχι διότι δεν ήταν κτυπημένος. Διερωτήθηκε μάλιστα, στο πλαίσιο της απάντησης του, πώς τότε βρέθηκε κτυπημένος όταν έφτασε στον αστυνομικό σταθμό Πάφου και παραπέμφθηκε ως εκ τούτου στο νοσοκομείο για περίθαλψη. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων 2-5, κ. Τιμοθέου, δέχτηκε ότι αντιμετώπιζε κάποια ψυχολογικά προβλήματα και ότι επ' αυτού είχαν την κηδεμονία του τα δύο του αδέλφια, χχχ και χχχ, χωρίς όμως να είχε εκδοθεί ειδικά κάποιο διάταγμα. Συμφώνησε επίσης ότι ο αδελφός του είχε πληροφορήσει σχετικά τον εναγόμενο 3 για το θέμα αυτό κατά τη στιγμή του συμβάντος. Ερωτηθείς για την ταυτότητα των αστυνομικών που φέρονται να τον συνέλαβαν και να τον κτύπησαν, ανέφερε, ότι, πλην του εναγομένου 3, δεν τους ήξερε αλλά έμαθε τα ονόματα τους από την έρευνα της Αρχής Διερεύνησης Παραπόνων προς την οποία κατέφυγε ευθύς μόλις απολύθηκε στις 9.8.
- Απέρριψε τις υποβολές περί «ανάλογης βίας», διερωτώμενος μάλιστα πώς γίνεται να τραυματίστηκε μόνο ο ίδιος και όχι κάποιος άλλος από τους πέντε αστυνομικούς. Ομοίως απέρριψε ότι τα γδαρσίματα που είχε στα χέρια προκλήθηκαν κατά την προσπάθεια των αστυνομικών να του περάσουν τις χειροπέδες. Σε σχέση με τα τραύματα, επέμενε ότι κτυπήθηκε στο πρόσωπο από τον εναγόμενο 2 και πως έσπασε η μύτη του. Επανεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι δεν του παρουσιάστηκε κανένα ένταλμα σύλληψης κατά τη στιγμή της κατ' ισχυρισμό παράνομης του σύλληψης. Από πλευράς Υπεράσπισης πρώτος κατάθεσε ο Αστ.3χχ6, χχχ Κλεοβούλου (ΜΥ1), ο οποίος υιοθέτησε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως του εξέτασης (έγγραφο 2). Σ' αυτήν αναφέρει ότι ήταν ένας από τους δύο ένστολούς αστυνομικούς που συνόδευαν τον εναγόμενο 3 κατά τον αρχικό έλεγχο της μπυραρίας. Την ώρα που ο εναγόμενος 3 πληροφορούσε τον υπεύθυνο της μπυραρίας και αδελφό του ενάγοντος, χχχ Αντωνίου, ότι θα καταγγελλόταν, είδε και άκουσε τον ενάγοντα, ο οποίος εκείνη τη στιγμή ήταν ακριβώς δίπλα, να παρεμβαίνει και να εκστομίζει απρεπή φράση προς τον εναγόμενο
- Ο εναγόμενος 3 τότε του ζήτησε να μην παρεμβαίνει και τον πληροφόρησε πως αν συνέχιζε να φωνάζει και να επεμβαίνει στο έργο του θα προέβαινε στη σύλληψη του. Παράλληλα του ζήτησε τα στοιχεία του. Ο ενάγοντας τότε αρνήθηκε να του τα δώσει λέγοντας «εν σου λαλώ τίποτε τζιαί φύετε που δαμέ εν μπορώ να θωρώ αστυνομικούς, εν τους χωνεύκω, φύετε». Τότε ο εναγόμενος 3 τον πληροφόρησε ότι θα τον συλλάβει αγγίζοντας τον στον ώμο. Ο ενάγοντας τότε τον κτύπησε με το χέρι του στο στήθος, σπρώχνοντας τον προς τα πίσω και λέγοντας του, μεταξύ άλλων, «μεν μου τζίζεις τζιαί εν να σε σκοτώσω». Ύστερα από μερικά λεπτά ο ενάγοντας ηρέμησε και βγήκε έξω με τον έτερο αστυνομικό (Αστ.3χχ5) ενώ εν τω μεταξύ ο εναγόμενος 3 είχε καλέσει ενισχύσεις. Πράγματι κατέφθασαν στο μέρος οι εναγόμενοι 2, 4 και
- Ο εναγόμενος 2 έδωσε οδηγίες στον εναγόμενο 3 να περάσει χειροπέδες στον ενάγοντα. Ο ενάγοντας τότε έφερε αντίσταση και έπεσε τεχνηέντως στο έδαφος για να αποφύγει τη σύλληψη. Περάστηκαν ωστόσο χειροπέδες στον ενάγοντα χωρίς όμως σε κανένα σημείο να κτυπηθεί. Στη συνέχεια επιβιβάστηκε σε περιπολικό μαζί με τους εναγόμενους 2-5 και μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό Πέγειας. Το περιπολικό αυτό ακολουθείτο από άλλο περιπολικό στο οποίο επέβαινε ο ίδιος μαζί με τον Αστ.3385 και σε καμία περίπτωση δεν λοξοδρόμησε ή σταμάτησε καθ' οδόν προς τον σταθμό. Ακολούθως ο ίδιος μαζί με τον Αστ.3χχ5 μετέφεραν τον ενάγοντα στον αστυνομικό σταθμό Πάφου. Ο ίδιος δεν πρόσεξε να είχε κακώσεις ο ενάγοντας στο πρόσωπο ή σε άλλα εμφανή σημεία του σώματος του, ούτε και τον κτύπησε οποιοσδήποτε αστυνομικός κατά τη διάρκεια του όλου συμβάντος. Ούτε και υπέβαλε τέτοιο παράπονο ο ενάγοντας παρά μόνο όταν προσήλθε στον σταθμό το επόμενο βράδυ μαζί με τον αδελφό του χχχ και υπέβαλαν γραπτό παράπονο. Επί τούτου ο Αστ.3χχ5 έκανε σχετική καταχώρηση στο βιβλίο παραπόνων και παρέλαβε την επιστολή παραπόνου. Ερωτηθείς επίμονα από τον ευπαίδευτο συνήγορο του ενάγοντος, κ. Λουκαΐδη, για ποιο αυτόφωρο ποινικό αδίκημα συνελήφθη, ο μάρτυρας - αν και παρέπεμψε στον εναγόμενο 3 ως τον πλέον αρμόδιο - απάντησε «για ανησυχία» έξω από την μπυραρία, αν και πρόσθεσε πως πιθανώς να ειπώθηκε και κάτι άλλο πριν που δεν άκουσε ο ίδιος. Επέμενε πάντως ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθείς, απορρίπτοντας υποβολή ότι η μαρτυρία του είναι χαλκευμένη που στόχευε στο να υποβοηθήσει τους εναγόμενους. Στις ίδιες γραμμές κατά την κυρίως εξέταση κινήθηκε και η μαρτυρία του εναγομένου 3 (ΜΥ2). Υιοθετώντας και αυτός γραπτή δήλωση (έγγραφο 3) επανέλαβε ότι την ώρα που κατάγγελλε τον αδελφό του ενάγοντος, αυτός ήταν προκλητικός, εκστομίζοντας διάφορες απρεπείς φράσεις. Του ζήτησε να σταματήσει αλλά ο ενάγοντας συνέχισε. Σε κάποια στιγμή ο αδελφός του ενάγοντος τον πληροφόρησε ότι ο ενάγοντας είχε ψυχολογικά προβλήματα και να μην του δίνει σημασία. Ο ενάγοντας συνέχισε να προκαλεί και μάλιστα σε υψηλότερους τόνους με αποτέλεσμα να προκαλέσει την προσοχή των θαμώνων. Τότε τον προειδοποίησε πως αν δεν σταματούσε θα τον συλλάβανε. Ο ενάγοντας όμως και πάλι συνέχισε με αποτέλεσμα να του επιδείξει την αστυνομική του ταυτότητα και να του ζητήσει τα στοιχεία του. Αντ' αυτού ο ενάγοντας του είπε «εν σου διώ τίποτε φύετε που δαμέ εν μπορώ να θωρώ αστυνομικούς, εν σας χωνεύκω, φύετε». Τότε αγγίζοντας τον στο ώμο, τον πληροφόρησε ότι βρίσκεται υπό σύλληψη και επέστησε την προσοχή του στον Νόμο. Στο σημείο αυτό ο ενάγοντας τον κτύπησε με το χέρι στο στήθος, σπρώχνοντας τον προς τα πίσω και λέγοντας του ¨μεν μου τζίζεις τζιαί εν να σε σκοτώσω». Καθ' ότι εκτίμησε πως ο ενάγοντας ήταν επικίνδυνος άφησε τον Αστ.3χχ5 να φρουρεί τον ενάγοντα, εξήλθε της μπυραρίας και κάλεσε ενισχύσεις. Πράγματι μετά από μερικά λεπτά κατέφθασαν στο μέρους οι συνάδελφοι του, εναγόμενοι 2, 4 και
- Με την άφιξη τους στο μέρος, εξήλθε της μπυραρίας και ο ενάγοντας και ο εναγόμενος 2 - ο οποίος εν τω μεταξύ ενημερώθηκε για το ποιος ήταν - του έδωσε οδηγίες να του περάσει χειροπέδες αφού ήταν υπό σύλληψη. Όταν τον προσέγγισαν για να του περάσουν τις χειροπέδες, αυτός έπεσε στο έδαφος και άρχισε να τρέμει ωσάν να ήταν επιληπτικός. Προέβαλε και σθεναρή αντίσταση τόσο με τα χέρια όσο και με τα πόδια με αποτέλεσμα να χρησιμοποιηθεί η «ανάλογη βία» για να καταστεί δυνατόν να του περάσουν τις χειροπέδες. Στη συνέχεια τον επιβίβασαν στο περιπολικό και μαζί με τους εναγόμενους 2, 4 και 5 τον μετέφεραν απευθείας στον αστυνομικό σταθμό Πέγειας χωρίς να σταματήσουν οπουδήποτε. Πίσω ακολουθούσαν με άλλο περιπολικό οι Αστ. 3χχ5 και 3χχ
- Μετά από μια σύντομη παραμονή στην Πέγεια, ο ίδιος μαζί με τους εν λόγω αστυφύλακες μετάφεραν τον ενάγοντα στον αστυνομικό σταθμό Πάφου. Σε καμία στιγμή δεν κτύπησαν τον ενάγοντα ούτε και ο ίδιος πρόσεξε να έφερε κακώσεις στο πρόσωπο ή σε άλλα εμφανή μέρη του σώματος του. Αν ο ενάγοντας έφερε κάποιες εκδορές στα χέρια, αυτές προκλήθηκαν όταν αντιστεκόταν στην προσπάθεια τους να του περάσουν τις χειροπέδες. Ο μάρτυρας συμπληρώνοντας την κυρίως του εξέταση ανέφερε ότι καταχωρήθηκε εναντίον όλων των εναγομένων και ποινική υπόθεση για το εν λόγω περιστατικό, αλλά πρωτόδικα όλοι αθωώθηκαν. Ασκήθηκε έφεση από τον Γενικό Εισαγγελέα αλλά - για λόγους που δεν γνωρίζει - η έφεση στην πορεία αποσύρθηκε. Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση αν είναι υπόψη του το γεγονός ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη και εναντίον του ενάγοντος και ότι και αυτός αθωώθηκε, ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά. Σε σχέση με τη σύλληψη του ενάγοντος επανέλαβε ότι ήταν για αυτόφωρο αδίκημα. Ζητηθείς να το προσδιορίσει απάντησε «με έσπρωξε προς τα πίσω, με κτύπησε». Τον κτύπησε στο στήθος όταν τον πληροφόρησε ότι θα συλληφθεί. Απειλούσε και φαινόταν επικίνδυνος, πρόσθεσε. Σε ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου, αν προσέφερε βοήθεια στον ενάγοντα όταν αντιλήφθηκε ότι ήταν άρρωστος, ο μάρτυρας απάντησε πως δεν τους ζήτησε βοήθεια. Ούτε τους ζήτησε να τον πάρουν στο νοσοκομείο. Διασαφήνισε πάντως ότι ο ενάγοντος έτρεμε και κλωτσούσε ωσάν να ήταν επιληπτικός την ώρα που προσπαθούσαν να του περάσουν τις χειροπέδες. Έτσι χρησιμοποίησαν την «ανάλογη βία» χωρίς όμως να τον κτυπήσουν. Τέλος απέρριψε υποβολή του συνηγόρου ότι η μαρτυρία του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του ΜΥ2, δόθηκε χρόνος στους συνηγόρους να ετοιμάσουν τις αγορεύσεις τους. Όλοι ετοίμασαν, υιοθέτησαν και κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες αναπτύσσουν τις θέσεις και τα επιχειρήματα τους σε σχέση με τη δοθείσα μαρτυρία και τα θέματα που θεωρούν σημαντικά για την υπόθεση τους. Το Δικαστήριο έχει διεξέλθει με κάθε προσοχή τις αγορεύσεις των συνηγόρων και θα αναφερθεί σε επιμέρους επιχειρήματα εκεί και όπου χρειάζεται για επίλυση των επιδίκων θεμάτων. Προέχει όμως η αξιολόγηση της μαρτυρίας. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Η αξιολόγηση, ως εύκολα γίνεται κατανοητό, θα είναι καθοριστική σε ό,τι αφορά την κατάληξη του Δικαστηρίου επί των επιδίκων θεμάτων. Όπως τονίζεται στο σύγγραμμα των Σάντη και Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης,
(2014), Κεφάλαιο 3, ΙΒ, η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (βλ. C & A Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου,
(2013)1 Α.Α.Δ. 1166 και Re N-BCM [2002] EWCA Civ. 1052). Η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως οδηγό μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αποτιμάται η συνολική του παρουσία στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του παράλληλα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων. Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να γίνεται μικροσκοπικά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489) αλλά να συναρτάται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1172). Στο τέλος δε αυτής της διεργασίας, τα ευρήματα αξιοπιστίας θα πρέπει να είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και να συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Τέλος, η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται και υπό το πρίσμα της συνοχής της σε σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Παπαγεωργίου ν. Λούης Κλάππας (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές προχωρώ με το έργο της αξιολόγησης κάνοντας αρχή από τον ενάγοντα (ΜΕ1). Ο μάρτυρας αυτός μου προξένησε πολύ καλή εντύπωση. Δεν έχω αμφιβολία ότι ο πυρήνας της εκδοχής του ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ήταν αυθόρμητος και αφοπλιστικά παραστατικός καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις ουσίας και δεν απέφυγε ούτε δίστασε να απαντήσει στις όποιες ερωτήσεις του υποβλήθηκαν. Δεν εντυπωσιάζεται το Δικαστήριο με την ευφράδεια ή το πλούσιο λεξιλόγιο ενός μάρτυρα αλλά με την αυθεντικότητα του λόγου του και ο λόγος του ενάγοντος ήταν απόλυτα αυθεντικός. Κάποιες μικρό-ανακολουθίες που προκύπτουν από τη μαρτυρία του - για παράδειγμα στο κατά πόσο οι αστυνομικοί που τον κτύπησαν έξω από την μπυραρία ήταν 4 ή 5, κρίνονται φυσιολογικές και αναμενόμενες. Με τον αιφνιδιαστικό και γρήγορο τρόπο με τον οποίο του επιτέθηκαν οι αστυνομικοί σε συνάρτηση με τα έντονα συναισθήματα που προφανώς βίωνε ο μάρτυρας την ώρα εκείνη, δεν θα αναμενόταν να έχει πλήρη και καθαρή περισυλλογή του τι ακριβώς συνέβαινε, πόσο μάλλον να απαριθμήσει ή να κατονομάσει τους συμμετέχοντες αστυνομικούς με απόλυτη ακρίβεια. Ο ενάγοντας - λαμβάνοντας υπόψη και την ιδιαίτερη του ιδιοσυγκρασία - βίωσε ένα συγκλονιστικό για τον ίδιο συμβάν και έτσι δεν θα ήταν δυνατόν κάθε λεπτομέρεια και κάθε γεγονός, στο μυαλό του, να ήταν στη θέση τους. Τα ίδια ακριβώς ισχύουν και στο κατά πόσο στο περιπολικό που μετέφερε τον ενάγοντα στον αστυνομικό σταθμό Πέγειας μετέβαιναν οι εναγόμενοι 2-5 ή μόνο οι εναγόμενοι 2, 4 και
- Από τη μαρτυρία του φαίνεται να αντιλήφθηκε πως στο περιπολικό βρισκόντουσαν άλλοι τρεις αστυνομικοί (αυτό προκύπτει και από την παράγραφο 4 της Ε/Α) ενώ τελικά, ως παραδέχτηκαν και οι ΜΥ1 και 2, στο περιπολικό βρισκόντουσαν όλοι οι εναγόμενοι 2-
- Σε ό,τι αφορά αυτήν καθαυτήν τη σύλληψη, ο ενάγοντας την εξέλαβε να έγινε σε δύο φάσεις και θεώρησε έτσι πως ήταν δύο ξεχωριστές οι συλλήψεις. Η εντύπωση αυτή ήταν καθαρά υποκειμενική και εντάσσεται και αυτή στη ροή των γεγονότων και την προσωπική αντίληψη του ενάγοντος - χωρίς στην πράξη να έχει κάποια ουσιαστική, κλονιστική της αξιοπιστίας του μάρτυρα, σημασία. Στην πραγματικότητα, είναι προφανές ότι η σύλληψη ήταν μια - αυτή που έγινε από τον εναγόμενο 3 εντός του υποστατικού. Τα όσα ακολούθησαν έξω, με τη συμμετοχή όλων των εναγομένων 2-5 να του περάσουν χειροπέδες, ήταν απλώς η υλοποίηση της σύλληψης με εξουσιαστικό και επιβλητικό τρόπο. Το απολύτως σίγουρο για το Δικαστήριο είναι ότι ο μάρτυρας συνελήφθη υπό τις συνθήκες που περιέγραψε, κτυπήθηκε τόσο κατά τη στιγμή που του περνούσαν τις χειροπέδες όσο και αργότερα όταν το περιπολικό στο οποίο επέβαινε, σταμάτησε σε χωράφι και του επιτέθηκαν οι επιβαίνοντες αστυνομικοί. Σημειώνω επί τούτου ότι ο ενάγοντας δεν τα θυμήθηκε εκ των υστέρων όλα όσα ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο αλλά ευθύς μόλις απολύθηκε στις 9.8.2008 υπέβαλε παράπονο και μάλιστα γραπτό, παραδίδοντας σχετική επιστολή παραπόνου στην Αστυνομία. Σε ό,τι αφορά την έκταση των τραυμάτων του, είναι γεγονός πως από ιατρικής απόψεως δεν έχουν προσδιοριστεί και τεκμηριωθεί αφού δεν προσκομίστηκε επ' αυτού ιατρική μαρτυρία. Τούτο όμως είναι θέμα που αφορά στις αποζημιώσεις και όχι την αξιοπιστία - θέμα στο οποίο θα επανέλθω στη συνέχεια. Προς το παρόν επαναλαμβάνω ότι ο ΜΕ1 κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του απολύτως αποδεκτή. Σε ό,τι αφορά τους αστυνομικούς ΜΥ1 και 2, με μεγάλη μου λύπη, κρίνω αμφότερους αναξιόπιστους. Αναφέρθηκαν στα γεγονότα με ηρεμία και ταυτοσημία αλλά όχι με πειστικότητα και αυθεντικότητα. Η μαρτυρία τους και μάλιστα επί ενός ουσιαστικότατου ζητήματος - αυτού της σύλληψης του ενάγοντος - ελέγχεται ως αντιφατική και ανακόλουθη. Ο ΜΥ1 ερωτηθείς γιατί συνελήφθη ο ενάγοντας, μετά από δισταγμό και δηλώντας αναρμόδιος, απάντησε «για ανησυχία». Ο ΜΥ2 που συνέλαβε τον ενάγοντα, ερωτηθείς το ίδιο πράγμα απάντησε διότι «με έσπρωξε προς τα πίσω, με κτύπησε». Με άλλα λόγια τον συνέλαβε για «επίθεση». Η επίθεση όμως κατά τον ίδιο τον μάρτυρα, έγινε όταν είχε ήδη αγγίξει τον ενάγοντα στον ώμο, πληροφορώντας τον ότι ήταν υπό σύλληψη. Δηλαδή ή ούτω καλούμενη σύλληψη προηγήθηκε της κατ' ισχυρισμό επίθεσης και δεν μπορεί έτσι να αποτέλεσε το υπόβαθρο αυτής. Όπως έχει νομολογηθεί, σε περιπτώσεις αυτόφωρων αδικημάτων, η σύλληψη θα πρέπει να διενεργείται αμέσως μετά τη διάπραξη του αδικήματος και όχι πριν (βλ. Ανδρέας Νεοκλέους v. Αρχηγού Αστυνομίας κ.ά. ECLI:CY:AD:2017:A39, Πολ. Έφεση 270/11 ημερ.8.2.2017). Ενδεικτικό της αναλήθειας του ισχυρισμού είναι και το γεγονός ότι στα δικόγραφα των εναγομένων 2-5 δεν γίνεται καμία αναφορά σε σπρώξιμο και κτύπημα. Σπρώξιμο και κτύπημα τέθηκε όψιμα και ευκαιριακά για πρώτη φορά κατά την ακρόαση. Ακόμα και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγομένων - και είναι με πολλή εκτίμηση που το λέω - φαίνεται να τελούν σε σύγχυση και αμηχανία γύρω από το ζήτημα της αιτιολόγησης της σύλληψης. Ο μεν κ. Ερωτοκρίτου στη γραπτή του αγόρευση εισηγείται ότι η σύλληψη έγινε πρωτίστως στη βάση του άρθρου 14 του Κεφ.155 για «παρεμπόδιση αστυνομικού κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του» ενώ ο δε κ. Τιμοθέου εστιάζει περισσότερο στο αδίκημα της «Ανησυχίας» και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων (σελ.9-10 της γραπτής του αγόρευσης). Η αναλήθεια του μάρτυρος ήταν αποκαλυπτική της αμηχανίας και συναίσθησης του ότι στην πραγματικότητα η σύλληψη του ενάγοντος ήταν βεβιασμένη, αδικαιολόγητη, καταχρηστική και παράνομη, αφού κανένα διακριτό ποινικό αδίκημα δεν είχε διαπράξει. Το γεγονός ότι ο ενάγοντας παραπονείτο και διαμαρτυρόταν - ίσως και με έντονο τρόπο - δεν ήταν λόγος που δικαιολογούσε τη σύλληψη του πόσο μάλλον τα όσα απαράδεκτα συνέβησαν στη συνέχεια. Το ότι ο ενάγοντας αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα - για τα οποία μάλιστα ενημερώθηκαν από τον αδελφό του ενάγοντος και επικαλέστηκαν κιόλας στην ακρόαση - όχι μόνο δεν δικαιολογούσαν τη σκληρή αντιμετώπιση που έτυχε, αλλά, όπως ορθώς επισήμανε ο ευπαίδευτος συνήγορος κ. Λουκαϊδης, απαιτούσαν μια ιδιαιτέρως λελογισμένη, ψύχραιμη και συνετή στάση από όργανα της τάξης όπως ήταν ο ΜΥ2 και οι λοιποί εναγόμενοι. Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα στο οποίο ελέγχεται η μαρτυρία αμφοτέρων των μαρτύρων - και τούτο είναι ενδεικτικό της όλης προσπάθειας συγκάλυψης - είναι το γεγονός ότι δήθεν, κανένας εκ των δύο δεν διαπίστωσε ο ενάγοντας να έφερε οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις σε οποιανδήποτε χρονική στιγμή μέχρι και την παράδοση του στον αστυνομικό σταθμό Πάφου. Ο ενάγοντας κτυπήθηκε από τους εναγόμενους και παρ' ότι η ακριβής έκταση των τραυμάτων του δεν τεκμηριώθηκε ιατρικά - αυτά ήταν εμφανή τόσο στο πρόσωπο όσο και σε άλλα μέρη του σώματος του. Δεν είναι δυνατόν συνεπώς να μην έγιναν καθόλου και ποτέ αντιληπτά από τους μάρτυρες. Υπενθυμίζω επ' αυτού ότι ο ενάγοντας ζήτησε να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο όταν έφτασαν στον αστυνομικό σταθμό Πέγειας, γεγονός που επίσης ψευδώς αρνήθηκε ο ΜΥ
- Η δε άγνοια του μάρτυρος για τον λόγο της μετέπειτα μεταφοράς του ενάγοντος στο νοσοκομείο από αστυνομικούς του αστυνομικού σταθμού Πάφου - το οποίο είναι ένα γεγονός αναντίλεκτο - ήταν επίσης ενδεικτικό της εν γένει προσπάθειας του να συσκοτίσει τα πραγματικά συμβάντα. Εν όψει όλων των πιο πάνω, ανενδοίαστα απορρίπτω τη μαρτυρία των ΜΥ1 και
- Συμπεράσματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ουσιώδη συμπεράσματα στα οποία καταλήγω για επίλυση της διαφοράς έχουν ως ακολούθως: Ο ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο (9.8.2008) ήταν συνιδιοκτήτης μαζί με τον αδελφό του χχχ Αντωνίου της μπυραρίας «Coral Sunset» στον Κόλπο των Κοραλλίων. Εκείνη την ημέρα και περί ώρα 01:00 εισήλθαν στην μπυραρία ο αστυφύλακας/εναγόμενος 3 με πολιτική περιβολή και οι ένστολοι Αστ.3χχ5 και 3χχ6 για να ελέγξουν τις άδειες λειτουργίας του εν λόγω υποστατικού. Ενώ ο εναγόμενος 3 προέβαινε σε καταγγελία του αδελφού του ενάγοντος για τον λόγο ότι η μπυραρία δεν είχε τις απαραίτητες άδειες από τον ΚΟΤ, ο ενάγοντας εξέφραζε το παράπονο και τη διαμαρτυρία του χωρίς όμως σε καμία στιγμή να διαπράξει ποινικό αδίκημα. Η διαμαρτυρία του σε κάποια στιγμή έγινε πιο έντονη και ο χχχ Αντωνίου πληροφόρησε τον εναγόμενο 3 ότι ο αδελφός του (ενάγοντας) αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα και τον παρακάλεσε έτσι να μη του δίνει σημασία. Παρόλα ταύτα, ο εναγόμενος 3, χωρίς να επικαλεστεί τη διάπραξη κάποιου ποινικού αδικήματος, άγγιξε τον ενάγοντα στον ώμο και τον πληροφόρησε ότι βρίσκεται υπό σύλληψη. Ακολούθησε νέα διαμαρτυρία του ενάγοντος και ο εναγόμενος 3 εξήλθε του υποστατικού για να καλέσει ενισχύσεις. Πράγματι μετά από μερικά λεπτά κατέφθασαν στο μέρος οι αστυνομικοί/εναγόμενοι 2, 4 και
- Συγχρόνως της άφιξης των εν λόγω αστυνομικών, ο ενάγοντας συνοδευόμενος από τον 3χχ6 εξήλθε του υποστατικού. Τότε, ο εναγόμενος 3 επέδειξε τον ενάγοντα στον εναγόμενο 2 (Λοχία) και έλαβε οδηγίες από τον τελευταίο να του περάσουν χειροπέδες αφού θεώρησε ότι βρισκόταν υπό σύλληψη. Για να του περάσουν τις χειροπέδες οι εναγόμενοι 2-5 χρησιμοποίησαν βία - η ακριβής έκταση της οποίας παραμένει απροσδιόριστη - αλλά υπερβαίνει της «ανάλογης βίας» που προβλέπεται και επιτρέπεται από τον Νόμο. Επισημαίνω επ' αυτού ότι υπήρχαν έξι αστυνομικοί στη σκηνή τη δεδομένη στιγμή. Οι εναγόμενοι 2-5 και οι αστυφύλακες 3χχ5 και 3χχ
- Από την άλλη ο ενάγοντας ήταν μόνος - και ως διαπίστωσε το Δικαστήριο - πρόκειται για πρόσωπο κανονικής σωματικής διάπλασης που κατά γενική ομολογία υπέφερε από σοβαρά και χρόνια ψυχολογικά προβλήματα. Συνεπώς δεν χρειαζόταν η ομαδική επίθεση και χρήση βίας για την οποία μίλησε ο ενάγοντας. Όταν για να επιτευχθεί σύλληψη ασκηθεί δυσανάλογη ή παράλογη βία τότε, ο αστυνομικός ευθύνεται για το αστικό αδίκημα της επίθεσης (βλ. Allen ν. Metropolitan Police Commissioner [1980] Crim. L.R. 441). Αφού λοιπόν οι εναγόμενοι 2-5 του πέρασαν τις χειροπέδες τον επιβίβασαν σε περιπολικό, στο οποίο επιβιβάστηκαν και οι ίδιοι. Σε κάποιο άγνωστο σημείο της διαδρομής, σταμάτησε σε παρακείμενο χώρο το περιπολικό και οι επιβαίνοντες εναγόμενοι 2-5, με πρωτεργάτη τον εναγόμενο 2 που ήταν συνοδηγός, επιτέθηκαν στον ενάγοντα ενώ αυτός καθόταν στο πίσω κάθισμα με τα χέρια δεμένα πισώπλατα με τις χειροπέδες. Ο βαθμός συμμετοχής του κάθε εναγομένου παραμένει άγνωστός. Αυτό όμως δεν έχει σημασία αφού σε επιθέσεις με τη συμμετοχή πέραν του ενός ατόμου, όλοι οι συναδικοπραγήσαντες ευθύνονται εξίσου για ολόκληρη την προκληθείσα ζημιά και δύναται να εναχθούν όσο μικρή και αν είναι η συμμετοχή τους (βλ. Κουμπαρής κ.α. v. Φουτρή
(2001)1 Α.Α.Δ. 921). Άγνωστη - ελλείψει μαρτυρίας - παραμένει η σοβαρότητα και έκταση των τραυμάτων του ενάγοντος από ιατρικής απόψεως. Το σίγουρο είναι ότι ο εναγόμενος 2 κτύπησε τον ενάγοντα στο πρόσωπο και ο τελευταίος υπέστη ρινορραγία, εκδορές και μώλωπες, γεγονός που ήταν εμφανές και διαπίστωσε από την πρώτη στιγμή και ο ίδιος ο ενάγοντας. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό Πέγειας όπου παρέμεινε για περίπου μια ώρα. Ακολούθως, μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό Πάφου, έπειτα στο νοσοκομείο για εξετάσεις και πίσω στον αστυνομικό σταθμό Πάφου όπου κρατήθηκε μέχρι τις 13:00 της ίδιας ημέρας, οπότε και απολύθηκε. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο ενάγοντας συνοδευόμενος από τον αδελφό του, επισκέφθηκε εκ νέου την Αστυνομία και υπέβαλε γραπτό παράπονο για το όλο συμβάν, το οποίο έτυχε διερεύνησης από την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας. Νομική Πτυχή/Αποζημιώσεις/Κατάληξη Όπως έχω επισημάνει ανωτέρω, ο ενάγοντας, με ρητή αναφορά στο δικόγραφο του - η οποία επιβεβαιώθηκε σε διάφορα στάδιο από τον ευπαίδευτο συνήγορο του - επέλεξε να στηρίξει την αγωγή του σε παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων παρά σε αστικό αδίκημα βάσει του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148. Η παραβίαση συνταγματικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ προσδίδει στο θύμα αφ' εαυτού αγώγιμο δικαίωμα, επιπρόσθετο και ανεξάρτητο από το όποιο αστικό ή ποινικό αδίκημα δυνατό να συναποτελεί η πράξη βάσει του ημεδαπού δικαίου (βλ. Γιάλλουρος v. Νικολάου,
(2001)1 Α.Α.Δ. 558). Τούτο είναι αφενός απόρροια της αρχής δικαίου ότι, όπου υπάρχει αδικοπραξία (wrong), πρέπει να υπάρχει και θεραπεία (remedy) και αφετέρου του άρθρου 13 της Σύμβασης που προβλέπει πως, «Κάθε πρόσωπο του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν την παρούσα Σύμβαση δικαιώματα και ελευθερίες παραβιάστηκαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίαση διαπράχθηκε υπό προσώπων ενεργούντων κατά την εκτέλεση δημοσίων καθηκόντων.» Στην Έκθεση Απαίτησης δεν εξειδικεύονται κατ' άρθρο και με ακρίβεια τα ανθρώπινα δικαιώματα, των οποίων επικαλείται την παραβίαση ο ενάγοντας, παρά μόνο γίνεται μια γενικόλογη αναφορά. Ούτε και προσφέρθηκε δυστυχώς κάποια επιχειρηματολογία στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του προς υποβοήθηση και καθοδήγηση του Δικαστηρίου. Εντούτοις φαίνεται ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα που επικαλείται ο ενάγοντας είναι τα εξής: 1.Το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια (άρθρο 5). 2.Απάγόρευση των βασανιστηρίων (άρθρο 3). 3.Δικαίωμα σεβασμού ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής (άρθρο 8). Το δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας και ασφάλειας κατοχυρώνεται και στα άρθρα 11.1 και 2 και 172 του Συντάγματος μας. Από τη στιγμή που έχει κριθεί από το Δικαστήριο πως η σύλληψη του ενάγοντος ήταν βεβιασμένη, αδικαιολόγητη, καταχρηστική και παράνομη προκύπτει συνειρμικά η παραβίαση του συνταγματικού και ανθρώπινου αυτού δικαιώματος (βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 411). Ομοίως παραβίαση του ανθρώπινου αυτού δικαιώματος όπως και του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής του ζωής (που προστατεύεται και στο άρθρο 15 του Συντάγματος) αποτέλεσε και η μετέπειτα πράξη της μεταφοράς και κράτησης του στον αστυνομικό σταθμό - ασχέτως βραχυπρόθεσμης διάρκειας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts (16η έκδοση) παρ. 17-15 "a false imprisonment is complete depreviation of liberty for any time, however short, without lawful cause". Στην υπόθεση Murray v. Ministry of Defence [1988] 2 All E.R. 521, επιβεβαιώθηκε ότι το αστικό αυτό δικαίωμα, ως επέμβαση στο πρόσωπο, είναι αγώγιμο χωρίς να είναι αναγκαία απόδειξη ειδικής ζημιάς - actionable per se. Στο σύγγραμμα Jacobs on the European Convention on Human Rights 1975, σελ.126-127, αναφέρονται τα ακόλουθα: "The scope of the protection of privacy under the Convention remains largely unexplored in the case-law. It has been suggested that the Convention protects the individual, under this head, against:
- Attacks on his physical or mental integrity or his moral or intellectual freedom.
- Attacks on his honour and reputation and similar torts.
- The use of his name, identity, or likeness.
- Being spied upon, watched, or harassed.
- The disclosure of information protected by the duty of professional secrecy." Η υπογράμμιση είναι δική μου. Σε ό,τι αφορά τώρα την απαγόρευση των βασανιστηρίων - που περικλείει και το δικαίωμα της μη υποβολής σε ταπεινωτική μεταχείριση, πέραν του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ διασφαλίζεται από το άρθρο 3 του Συντάγματος και σε σχέση με υπόπτους από το άρθρο 19 του Ν163(Ι)/
- Στο σύγγραμμα Harris, O'Boyle & Warbrick: Law of the European Convention on Human Rights, σελ.261, στο οποίο εύστοχα παραπέμπει ο ευπαίδευτος συνήγορος κ. Ερωτοκρίτου υπό τον τίτλο Degrading Treatment, με παραπομπή σε σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αναφέρονται τα εξής: «...treatment is degrading if it humiliates or debases an individual, showing a lack of respect for, or diminishing, his or her human dignity, or arouses feelings of fear, anguish or inferiority capable of breaking an individual's moral and physical resistance». Σε άλλο σημείο, προστίθενται και τα εξής: « The public nature of any treatment is relevant to its degrading character, although it may be sufficient that a person is humiliated in his or her own eyes». (αναφορά γίνεται στις υποθέσεις Kudla v. Poland 2000 - XI; 35 EHRR 198 para. 92, Pretty v. U.K. 2002 - III; 35 EHRR 1 para. 52, και Tyrer v. U.K. A 26
(1978); 2 EHRR 1). Περαιτέρω με παραπομπή στα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση V. v. U.K. 1999 IX; 30 EHRR 121, para. 71 GC αναφέρονται και τα ακόλουθα σχετικά: «It is not essential that there be an intention to humiliate or debase for treatment to be degrading. The presence of such an intention is one of the factors that the Court will take into account, 'but the absence of any such purpose cannot conclusively rule out; a finding of a breach of Article 3». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο βίαιος τρόπος με τον οποίο οι πολυάριθμοι αστυνομικοί εναγόμενοι πέρασαν τις χειροπέδες στον ενάγοντα και πολύ περισσότερο ο ξυλοδαρμός που ακολούθησε - υπό γκανγκστερικές συνθήκες να μου επιτραπεί να παρατηρήσω - εντός του περιπολικού, σε παρακείμενο χωράφι καθ' οδόν προς τον σταθμό, συνιστούν ταπεινωτική μεταχείριση εντός των παραμέτρων του προαναφερθέντος κατοχυρωμένου συνταγματικού και ανθρώπινου δικαιώματος. Συνεπώς αποδεικνύεται στον απαιτούμενο βαθμό η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αποτελούν και τη νομική βάση της αγωγής του ενάγοντος. Σε ό,τι αφορά τώρα τις αποζημιώσεις που δικαιούται, ισχύει η αρχή δικαίου restitutio in integrum (αποκατάσταση στο ακέραιο). Στον δε προσδιορισμό της επάρκειας της θεραπείας προεξάρχουσα αρχή είναι εκείνη της δίκαιης αποζημίωσης (equitable compensation). Στην R v. Governor of Brockhill Prison (No 2) (Lord Woolf MR) [1998] 4 All E.R. 993, που μνημονεύεται στη Γιάλλουρος (ανωτέρω) το αγγλικό εφετείο αύξησε τις αποζημιώσεις για την άνευ νομικού ερείσματος κράτηση φυλακισμένου για 42 ημέρες μετά την εκπνοή της φυλάκισής του από δύο χιλιάδες σε πέντε χιλιάδες στερλίνες. Ο Λόρδος Woolf, στην απόφαση του για τον προσδιορισμό των αποζημιώσεων σε περιπτώσεις μη υλικής ζημίας αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι δύσκολο να καθοριστεί μέτρο και συνακόλουθα να διαγνωσθεί ομοιομορφία, στο επίπεδο των αποζημιώσεων σ' αυτόν τον τομέα, λόγω των εγγενών διαφορών μεταξύ γεγονότων που στοιχειοθετούν τη ζημία σε υποθέσεις που άγονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Λαμβάνεται υπόψη, σημειώνει, και η συμπεριφορά του θύματος του αστικού αδικήματος και προσμετρά στον υπολογισμό της ζημιάς. Στην πράξη, πέραν των ειδικών αποζημιώσεων για υλικές ζημιές και έξοδα που θα πρέπει βέβαια να δικογραφούνται ειδικά και να αποδεικνύονται αυστηρά, μπορεί να επιδικαστούν στο θύμα ουσιαστικές γενικές αποζημιώσεις, μεταξύ άλλων, για σωματικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία, προσωπική δυσχέρεια, ανησυχία, θλίψη, αγωνία, τραυματισμό της υπόληψης και αξιοπρέπειας και για αίσθημα αδικίας. Οι αποζημιώσεις μπορεί να προσλάβουν και επιβαρυντικό χαρακτήρα όπου η βλάβη είναι ποικιλοτρόπως βαριά και σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να προσλάβουν και τιμωρητικό χαρακτήρα προς παραδειγματισμό. Στην υπόθεση Παπακόκκινου ν. Κάνθερ
(1982)1 CLR 65 το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων για συμπεριφορά που αποτελεί αστικό αδίκημα όταν αυτή η συμπεριφορά είναι τόσον αξιόμεμπτη και αξιοκατάκριτη, πολύ δε περισσότερο όταν στοχεύει να γελοιοποιήσει το θύμα. Στην υπόθεση Γρηγοριάδης ν. Κυριακίδης
(1970)1 CLR 120 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η απρόκλητη επίθεση πρώην πεθερού εναντίον του γαμπρού του στο χώρο του Δικαστηρίου ήταν περίπτωση στην οποία θα έπρεπε να επιδικαστούν παραδειγματικές αποζημιώσεις (βλ. Παρασκευάς ν. Μούζουρα
(1973)1 CLR 88). Σε κάθε περίπτωση πάντως οι τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις θα πρέπει να διακρίνονται από τις καλούμενες επαυξημένες (aggravated) αποζημιώσεις οι οποίες στα πλαίσια των γενικών αποζημιώσεων αποσκοπούν στην επίτευξη του στόχου της αποκατάστασης του θύματος στη θέση που βρισκόταν πριν την διάπραξη του αστικού αδικήματος. Με την επιδίκαση επαυξημένων αποζημιώσεων παρέχεται η δυνατότητα να επιδικαστούν αποζημιώσεις όχι ως μέτρο τιμωρίας του εναγομένου αλλά σε τέτοιο μέγεθος που να αντικατοπτρίζει το αυξημένο μέγεθος της βλάβης που έχει υποστεί η αξιοπρέπεια του ατόμου λόγω της απαράδεκτης συμπεριφοράς του εναγομένου. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Παπακόκκινου ν. Κάνθερ (ανωτέρω) οι επαυξημένες αποζημιώσεις αποτελούν μια ενδιάμεση κατηγορία μεταξύ των αποζημιώσεων αποκατάστασης (compensatory) και των τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων, προορισμένων να καταδείξουν την αποδοκιμασία και την απόρριψη από το Δικαστήριο της συμπεριφοράς του εναγομένου, οι οποίες όμως εν πάση περιπτώσει κινούνται εντός των πλαισίων των αποζημιώσεων αποκατάστασης (βλ.Eliades v. Lyssarides
(1979)1 CLR 254) όπου σχολιάζεται το θέμα των επαυξημένων και τιμωρητικών αποζημιώσεων με παραπομπή στο γνωστό σύγγραμμα Winfield and Jolowicz on Tort (10th Edition,) σελ. 555-556). Στην εδώ περίπτωση, η πρώτη επισήμανση που θα πρέπει να γίνει είναι ότι ο ενάγοντας δεν έχει αποδείξει οποιαδήποτε ειδική ζημιά. Πέραν του γενικόλογου τρόπου με τον οποίο προβάλλεται το θέμα στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης, χωρίς στη συνέχεια να προσδιορίζεται αριθμητικά συγκεκριμένη αξίωση στο Παρακλητικό, δεν προσκομίστηκε τεκμηριωμένη, στοχευμένη και προσδιοριστική μαρτυρία προς απόδειξη ειδικών ζημιών. Συγκεκριμένος τρόπος απόδειξης δεν υπάρχει. Θα πρέπει όμως πάντοτε να ικανοποιείται η προϋπόθεση της αυστηρής απόδειξης (βλ. Κούνουνα v. Κώστα Κυριάκου & Υιού Λτδ και αντίστροφα
(2001)1 Α.Α.Δ 2126). Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Λόρδος Goddard στην θεμελιακή υπόθεση Bonham-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd
(1948)64 T.L.R. 177, Σε ελεύθερη μετάφραση.- "οι ενάγοντες θα πρέπει να καταλάβουν πως όταν εγείρουν αγωγές για αποζημιώσεις, εναπόκειται σ' αυτούς να αποδείξουν τη ζημιά τους. Δεν είναι αρκετό να καταγράψουν τις λεπτομέρειες, και τρόπον τινά να τις «πετάξουν στο κεφάλι» του Δικαστηρίου, λέγοντας "Αυτά έχω απωλέσει, και σας ζητώ να μου αποδώσετε αυτά τις αποζημιώσεις." Θα πρέπει να τις αποδείξουν". Τα ίδια εν πολλοίς ισχύουν και για τις σωματικές βλάβες και τα ψυχολογικά προβλήματα που φέρεται να προκλήθηκαν και/ή να επιδεινώθηκαν συνεπεία της παράνομης σύλληψης και ξυλοδαρμού του. Κάποιες εξωτερικές κακώσεις ήταν εμφανείς βέβαια (εκδορές, μώλωπες, ρινορραγία) και ήταν αρκετό να τις διαπιστώσει και να τις αναφέρει στο Δικαστήριο ο ενάγοντας. Ομοίως, είναι φυσικό ένα τέτοιο περιστατικό να δημιουργήσει συγκλονισμό, άγχος, αγωνία, φόβο, εξευτελισμό, ταπείνωση και επηρεασμό της ψυχολογίας του θύματος. Επί τούτων γίνεται δεκτή η υποκειμενική περιγραφή των συναισθημάτων που βίωσε, από τον ίδιο τον ενάγοντα. Απ' εκεί και πέρα όμως αν ο ενάγοντας επιθυμούσε βαθύτερη θεώρηση και απόδειξη, θα έπρεπε απαρεγκλίτως να προσκομίσει μαρτυρία προερχόμενη από πραγματογνώμονα, όπως ιατρό, ψυχολόγο, ψυχίατρο και οποιονδήποτε άλλο ειδικό ασχολήθηκε με την περίπτωση του. Τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίστηκε όμως με αποτέλεσμα και τα διάφορα πιστοποιητικά (τεκμήριο 1-4Γ) να παραμείνουν χωρίς αποδεικτική αξία και βαρύτητα. Παρόλα ταύτα παραμένει γεγονός ότι ο ενάγοντας συνελήφθη παράνομα, σύρθηκε με βία στο περιπολικό, κτυπήθηκε κατά τη διάρκεια της διαδρομής και κρατήθηκε για αρκετές ώρες στον σταθμό χωρίς ένταλμα σύλληψης ή άλλη νόμιμη αιτία. Όλα αυτά τα υπέστη από όργανα της τάξεως τα οποία είναι ταγμένα να προστατεύουν τον πολίτη και όχι να τον κακοποιούν. Από τα κτυπήματα ο ενάγοντας υπέστη εκδορές, μώλωπες και ρινορραγία ενώ το περιστατικό του προκάλεσε συγκλονισμό, φόβο, αγωνία, άγχος, ταπείνωση, εξευτελισμό και επηρεάστηκε η ήδη ευάλωτη ψυχολογία του. Τα δεδομένα αυτά θα συνυπολογιστούν στον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης. Όπως θα πρέπει να συνυπολογιστεί - διαδραματίζοντας μικρό βέβαια ρόλο - και η συμπεριφορά του ενάγοντος. Ότι δηλαδή διαμαρτυρόταν και παραπονιόταν για την επικείμενη καταγγελία και μάλιστα σε υψηλούς τόνους σε κάποια στιγμή. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλα τα προαναφερθέντα κρίνω ότι ένα ποσό της τάξεως των €15.000 - που περιλαμβάνει και επαυξημένες αποζημιώσεις - κάτω από την ευρύτερη ομπρέλα των γενικών αποζημιώσεων είναι υπό τις περιστάσεις δίκαιο. Αυτή συνεπώς είναι η κατάληξη μου. Δεν θα επιδικάσω τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για τον λόγο ότι οι βλάβες, σύμφωνα ακόμα και με την εκδοχή του ενάγοντος, δεν ήταν ποικιλοτρόπως βαριές. Τα σωματικά του τραύματα μάλλον «επιπόλαια» μπορεί να χαρακτηριστούν ενώ σε ό,τι αφορά τη νοητική τους έκφανση, το Δικαστήριο - ελλείψει μαρτυρίας - αναγκάστηκε να περιοριστεί στα εξωτερικά γνωρίσματα των συναισθημάτων του. Έτσι και αλλιώς για να αποκατασταθεί στο μέτρο του δυνατού το αίσθημα αδικίας του ενάγοντος, συμπεριλήφθηκε στο κεφάλαιο των γενικών αποζημιώσεων και επαυξημένες αποζημιώσεις. Δεν χρειάζεται επιπλέον, το παρόν, πολιτικό Δικαστήριο, να προχωρήσει στην επιβολή τιμωρίας στους εναγόμενους, κάτι που θα πρέπει να περιορίζεται σε πολύ σπάνιες και εξαιρετικές περιπτώσεις. Στη βάση λοιπόν όλων των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων 1-5 αλληλέγγυα και ξεχωριστά για ποσό €15.000 γενικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα στην κλίμακα επιτυχίας όπως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......... Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο