ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ZIEHM κ.α., Αρ. Αγωγής: 197/2021, 11/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 197/2021 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧΧ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ (Αρ. Ταυτ. ΧΧΧΧΧΧ), από Λευκωσία Ενάγοντας και
- ΧΧΧΧΧΧ ZIEHM (Αρ. Ταυτ. ΧΧΧΧΧΧ), από Γερμανία
- ΧΧΧΧΧΧ KUHNREICH (Αρ. Ταυτ. ΧΧΧΧΧΧ), από Γερμανία Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 11.05.21 για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης Ημερομηνία: 11.11.21 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή: κα Χ. Φιλίππου για Λ. Λουκαΐδου Θεοφάνους Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 1/Καθ' ου η αίτηση: κος Χρ. Σιμιλλίδης για Παύλος Γ. Ευθυμίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα δια κλήσεως αίτηση ο Ενάγοντας (στο εξής ο 'Αιτητής') ζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του Εναγομένου
- Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Δ.18 Θ.1(a), Θ.2 και Θ.9(α) και στη Δ.48 Θ.1-Θ.4 και Θ.9 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Αιτητή δικαιολογούν την επιτυχία της περιέχονται σε ένορκη δήλωση του, στην οποίαν επισυνάπτονται έγγραφα προς υποστήριξη της. Αναφορά στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Αιτητή αλλά και στο πλαίσιο της απαίτησης του, με βάση την έκθεση απαίτησης, γίνεται στη συνέχεια. Ο Εναγόμενος 1 (στο εξής ο 'Καθ' ου η αίτηση') καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 10.08.21 ισχυριζόμενος ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έγκριση της αίτησης. Ένας άλλος λόγος ένστασης που σημειώνεται στο σώμα του εγγράφου υπό το σημείο (Ε) αποσύρθηκε στην πορεία. Η ένσταση στηρίζεται στη Δ.48 Θ.1-Θ.9, στη Δ.18 Θ.1-Θ.6 και Θ.9Α, στη Δ.39 και στη Δ.64 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο δίκαιο της επιείκειας, στη νομολογία και στην πρακτική του δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου Χρίστου Σιμιλλίδη στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη του δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Στην ένορκη δήλωση του ο Σιμιλλίδης, αφού εξηγεί ότι ο Καθ' ου η αίτηση είναι απομονωμένος επειδή είναι επαφή κρούσματος κορονοϊού, σημειώνει ότι απορρίπτει τις θέσεις του Αιτητή που καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ενώ παράλληλα υιοθετεί το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης. Σύμφωνα με τον ίδιο, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση της αίτησης και γι' αυτό θα πρέπει να απορριφθεί. Αναφορά στο πλαίσιο της υπεράσπισης του Καθ' ου η αίτηση, όπως αυτό προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης Σιμιλλίδη και υπό το φως της έκθεσης υπεράσπισης που έχει καταχωριστεί, γίνεται στην πορεία. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα στην ένορκη δήλωση του Αιτητή τεκμήρια αποτελούν, για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση αίτησης, το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο δικαστήριο, το οποίο αντικρίστηκε υπό το φως των έγγραφων προτάσεων που έχουν καταχωριστεί. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Ο μοναδικός λόγος ένστασης που χρήζει εξέτασης άπτεται της ουσίας της παρούσας αίτησης. Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω ότι η αγωγή δεν κατέστη δυνατό να επιδοθεί στην Εναγόμενη 2 και στο στάδιο των αγορεύσεων αποσύρθηκε σε ότι αφορά την ίδια, με επιφύλαξη. Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης διέπεται δικονομικά από τη Δ.18 Θ.1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και έχει διακριτικό χαρακτήρα. Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η προστασία των διαδίκων από αδικαιολόγητες καθυστερήσεις. Επειδή πρόκειται για δραστική διαδικασία με ιδιαιτερότητα που παρακάμπτει τη διεξαγωγή δίκης, το δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του εξουσία με πολλή φειδώ και με βάση τα καθορισμένα αυστηρά κριτήρια που περιέχονται στις πρόνοιες της πιο πάνω διάταξης και έχουν εξηγηθεί μέσα από τις αρχές της νομολογίας (Νικολάου Λίμιτεδ v. Adamco Construction Ltd
(2005)1Α Α.Α.Δ. 376). Η ανάγκη για γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης δεν θα πρέπει να στερεί από τον εναγόμενο, στην κατάλληλη περίπτωση, το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του (Deme Diary Ltd κ.α. v. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1347). Για να έχει η αίτηση συνοπτικής απόφασης προοπτική επιτυχίας θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά και ταυτόχρονα να ικανοποιούνται σωρευτικά οι ακόλουθες επιτακτικές προϋποθέσεις:
(1)Η αγωγή να έχει καταχωρηθεί σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (MI Holdings Public Ltd v. Παναγή
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 298).
(2)Να έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή.
(3)Η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή ατόμου που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά και να πιστοποιήσει τα γεγονότα που αναφέρονται και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται καθιστώντας έτσι την απαίτηση του ενάγοντα καθαρή (Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130). Με λίγα λόγια μέσα από την ένορκη δήλωση και τα τυχόν επισυνημμένα τεκμήρια (που δεν είναι αναγκαία να κατατίθενται) υπό το φως του δικογράφου της έκθεσης απαίτησης θα πρέπει να αναδύεται απαίτηση που να είναι αδιαμφισβήτητη και ξεκάθαρη.
(4)Ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής πως από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Από τη στιγμή που συντρέχουν τα πιο πάνω τότε ο εναγόμενος καλείται να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα και λεπτομέρειες που θα είναι ουσιώδη και επαρκή για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης - Δ.18 Θ.1(α) (Λαζάρου και άλλος v. Μακεδόνας
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Ν. Χατζηνέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ. 204, Καζαμίας v. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ. 752 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Το δικαστήριο καλείται να πειστεί ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υπάρχει αληθινή υπεράσπιση (χχχ Κωνσταντίνου κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολιτική Έφεση Αρ. Ε75/2013 ημερ. 05.03.19). Παράλληλα, με βάση τη Δ.18 Θ.3(β), η ένσταση του εναγομένου θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση η οποία θα πρέπει να καθορίζει κατά πόσο η ισχυριζόμενη υπεράσπιση αναφέρεται για ολόκληρη ή μέρος μόνο και (αν έτσι) σε ποιο μέρος της απαίτησης του ενάγοντα (Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Δεν παρέχεται άδεια για καταχώριση υπεράσπισης όταν είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση και δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά θέματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση. Σε τέτοια περίπτωση το αίτημα για χορήγηση άδειας για καταχώρηση υπεράσπισης αποσκοπεί μόνο σε καθυστέρηση της υπόθεσης με αποτέλεσμα η διεξαγωγή δίκης να μην δικαιολογείται αλλά να καθίσταται αχρείαστη. Εκεί όμως που μέσα από την υπεράσπιση αναδεικνύονται συζητήσιμα θέματα δεν θα πρέπει να εκδίδεται συνοπτική απόφαση. Απλή επίκληση της φύσης της υπόθεσης μέσα από γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και χωρίς αναφορά σε οτιδήποτε άλλο δεν διασώζει το απορριπτικό αποτέλεσμα που θα έχει η ένσταση του εναγομένου (Καΐμης v. Euroinvestment & Finance Ltd (Αρ.1)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, Καΐμης v. Euroinvestment & Finance Ltd (Αρ.2)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1977). Εν ολίγοις για την παροχή άδειας για καταχώρηση υπεράσπισης είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αποκαλύψει γεγονότα επαρκή και ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος. Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως του λόγου ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί, διατηρώντας κατά νου τα δικόγραφα της υπόθεσης. Κατ' αρχήν αυτό που πρέπει να λεχθεί είναι ότι εξετάζω την υπό κρίση αίτηση γνωρίζοντας ότι πλέον αφορά μόνο τον Καθ' ου η αίτηση αφού η αγωγή έχει αποσυρθεί εναντίον της Εναγομένης 2. Έχει λεχθεί από τον Αιτητή και δεν έχει αμφισβητηθεί ευθέως και ειδικά από τον Καθ' ου η αίτηση ότι η Εναγόμενη 2 έχει εγκαταλείψει την επίμαχη οικία μετακομίζοντας μόνιμα στη Γερμανία. Ανατρέχοντας στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης εύκολα διαπιστώνω ότι η αγωγή έχει καταχωριστεί σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Επίσης στις 07.04.21 ο Καθ' ου η αίτηση έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή, ο οποίος ως ο Ενάγοντας που είναι, εμπλέκεται άμεσα στην υπόθεση γνωρίζοντας προσωπικά όλα τα ουσιώδη γεγονότα που την περιβάλλουν. Περαιτέρω ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του επιβεβαιώνει τις βάσεις αγωγής που γίνονται αντιληπτές μέσα από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και πρόκειται για παράβαση σύμβασης ενοικίασης και οφειλόμενα ενοίκια. Ακόμη στην ένορκη δήλωση του Αιτητή επιβεβαιώνεται ότι το απαιτούμενο ποσό ανέρχεται στα €14.000, στο τελικό ύψος του οποίου συμπεριλαμβάνεται και το ενοίκιο των €1.000 του μηνός Μαρτίου 2021 που παρήλθε μέχρι την καταχώριση της παρούσας αγωγής. Όπως επίσης βεβαιώνεται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, ολόκληρο το προαναφερόμενο ποσό εξακολουθεί να οφείλεται μέχρι σήμερα. Επιπλέον ο Αιτητής δηλώνει πως από ότι αληθινά πιστεύει ο Καθ' ου η αίτηση ουδεμία υπεράσπιση έχει και ότι η εμφάνιση του στην αγωγή σκοπό έχει να καθυστερήσει την απονομή της δικαιοσύνης. Ακολούθως το κρίσιμο ζήτημα που εγείρεται είναι αν μέσα από τα γεγονότα που ο Αιτητής εκθέτει στην ένορκη δήλωση του και τα έγγραφα που επισυνάπτει σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης του, αξιώνεται μία ξεκάθαρη και αδιαμφισβήτητη απαίτηση, η φύση, το είδος και το ύψος της οποίας επαληθεύεται. Όπως έχει ήδη λεχθεί η απαίτηση του Αιτητή εδράζεται πάνω σε παράβαση γραπτής συμφωνίας από την οποίαν προέκυψε η μη καταβολή ενοικίων, την πληρωμή των οποίων διεκδικεί ως γενικές αποζημιώσεις στη βάση παράβασης συμφωνίας και λόγω οφειλόμενου χρέους. Ο Αιτητής επικαλείται σύμβαση ενοικίασης που υπογράφηκε μεταξύ του ιδίου και των Εναγομένων αναφορικά με την ενοικίαση οικίας στην κοινότητα Πωμού, της οποίας εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης είναι ο Αιτητής (Τεκμήριο 1 της Ε/Δ Αιτητή). Όπως σημειώνεται, η ενοικίαση ήταν για χρονική περίοδο 60 μηνών (01.04.18-31.03.23) έναντι καθορισμένου μηνιαίου ενοικίου (€1.000). Οι βασικοί όροι της σύμβαση εκθέτονται στην έκθεση απαίτησης ενώ στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται η ίδια η σύμβαση ενοικίασης (Τεκμήριο 2 της Ε/Δ Αιτητή). Επειδή κατά τη διάρκεια της ενοικίασης της οικίας, οι Εναγόμενοι παρέλειπαν την πληρωμή ενοικίων, ο Αιτητής τους απέστειλε δύο προειδοποιητικές επιστολές (Τεκμήρια 3 και 4 της Ε/Δ Αιτητή), το περιεχόμενο των οποίων αυτοί φαίνεται να αγνόησαν. Ακολούθησε επιστολή τερματισμού της σύμβασης ενοικίασης ημερ. 12.02.21 (Τεκμήριο 5 της Ε/Δ Αιτητή). Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης τα απλήρωτα μηνιαία ενοίκια ανέρχονται συνολικά στα €14.000 και αφορούν τους μήνες Φεβρουάριο 2020 μέχρι Μάρτιο 2021 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων. Με βάση αλληλογραφία που επισυνάπτεται (Τεκμήριο 6 της Ε/Δ Αιτητή), απλήρωτο φαίνεται να είναι και το ενοίκιο του Ιανουαρίου 2020 αλλά, όπως σημειώνεται στην γραπτή επικοινωνία των διαδίκων, ο Καθ' ου η αίτηση κάλεσε τον Αιτητή να χρησιμοποιήσει το ποσό της εγγύησης (security deposit) που ανέρχεται στα €1.000 και είχε καταβληθεί προκαταβολικά, για εξόφληση του ενοικίου που αφορά το μήνα εκείνο. Παράλληλα επιδιώκεται η παράδοση ελεύθερης και κενής της κατοχής της οικίας στη βάση δικαστικού διατάγματος. Επίσης διεκδικείται η επιδίκαση συγκεκριμένου ποσού το μήνα μέχρι την παράδοση της κατοχής της εν λόγω οικίας στον Αιτητή, ως απώλεια χρήσης του ακινήτου και/ή απώλεια ενοικίων. Η υπεράσπιση του Καθ' ου η αίτηση κυμαίνεται ουσιαστικά πάνω σε τέσσερις άξονες, οι οποίοι είναι: (α) Η ισχυριζόμενη από τον Αιτητή σύμβαση ενοικίασης δεν είναι έγκυρη επειδή δεν έχει υπογραφεί στην ταυτόχρονη παρουσία δύο μαρτύρων. (β) Η ενοικιαστική σχέση των διαδίκων είναι από μήνα σε μήνα και δεν έχει τερματιστεί νομότυπα και έγκυρα. (γ) Αμφισβητείται ότι οφείλεται οποιοδήποτε ποσό επειδή, όπως ισχυρίζεται ο Καθ' ου η αίτηση 1, υπάρχει προφορική συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του Αιτητή, στη βάση της οποίας δεν υπάρχει χρέος. (δ) Αμφισβητείται ότι η ενοικιαστική αξία της επίμαχης οικίας ανέρχεται στο ποσό που ο Αιτητής διεκδικεί. Αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι τα μέρη υπέγραψαν σύμβαση ενοικίασης ημερ. 20.02.18 για την ενοικίαση της επίμαχης οικίας που όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ του Αιτητή ήταν για περίοδο πέντε ετών. Το άρθρο 77
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149) αναφέρεται στις προϋποθέσεις που πρέπει να διέπει μία έγκυρη και νόμιμη σύμβαση που αφορά την ενοικίαση ενός ακινήτου για περίοδο πέραν του ενός έτους, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση. Μία από τις προϋποθέσεις που θέτει η σχετική νομοθεσία για να θεωρείται έγκυρη και εκτελεστή μία τέτοια σύμβαση μίσθωσης, είναι τα συμβαλλόμενα μέρη να υπογράψουν στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, οι οποίοι και προσυπογράφουν τη σύμβαση ως μάρτυρες. Η αυστηρή τήρηση όλων των προνοιών του πιο πάνω άρθρου είναι καταλυτική ως προς το κύρος της σύμβασης υπό την έννοια της εγκυρότητας και δυνατότητας εφαρμογής της (Μιχαήλ v. Νεοκλή
(2001)1 Α.Α.Δ. 820. Η επιτακτική μορφή του λεκτικού που χρησιμοποιείται για τη διατύπωση των διατάξεων του εν λόγω άρθρου δεν αφήνουν περιθώρια άλλα από την πιστή εφαρμογή τους (κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Η Σύμβαση στο Κυπριακό Δίκαιο-Θεωρία και Πράξη' του κ. Π. Γ. Πολυβίου στις σελίδες 52-53, Μούχτου και άλλης v. Χειμάρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1794). Στην παρούσα υπόθεση ο Αιτητής τελικά συμφώνησε με τη θέση του Καθ' ου η αίτηση 1 ότι η σύμβαση ενοικίαση ημερ. 20.02.18 υπογράφηκε στην παρουσία ενός μάρτυρα (παράγραφος 16 γραπτή αγόρευση συνηγόρου του), αντίς δύο που απαιτείται από την πιο πάνω νομοθεσία. Το εν λόγω γεγονός δείχνει ότι κατά τη συνομολόγηση της επίμαχης σύμβασης δεν τηρήθηκαν αυστηρά οι απαιτούμενες προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 77
(1)του Κεφ. 149. Με δεδομένο αυτό, εκ πρώτης όψεως έπεται ότι η αναφερόμενη σύμβαση ενοικίασης πάσχει από ακυρότητα (μη έγκυρη συνομολόγηση) και κατ' επέκταση από αδυναμία εκτέλεσης (Nicos Christou Developments Ltd v. Τοφινή
(1998)1 Α.Α.Δ. 1990, A. & C. Antoniou Resort Ltd v. Eleonora Hotel Apartments Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1321). Σύμφωνα με τη νομολογία, όπου ο ενοικιαστής λαμβάνει κατοχή του ακινήτου και πληρώνει το συμφωνηθέν με βάση το άκυρο ενοικιαστήριο έγγραφο, η ενοικίαση καθίσταται ενοικίαση από έτος εις έτος ή από μήνα σε μήνα, ανάλογα με το αν με βάση το συμβόλαιο το ενοίκιο είναι πληρωτέο ετήσια ή κατά μήνα (Nicos Christou Developments Ltd v. Τοφινή (πιο πάνω), Georghiades & Others v. Lambis
(1976)8 J.S.C. 1332). Στην προκειμένη περίπτωση ο Καθ' ου η αίτηση δεν αμφισβήτησε ότι έλαβε κατοχή της οικίας την 01.04.18 και ότι κατέβαλλε μηνιαίως τα ενοίκια μέχρι και τον Ιανουάριο 2020 κάτω από τις συνθήκες που έχουν αναφερθεί προηγουμένως. Εφόσον η επίμαχη σύμβαση ενοικίασης προνοούσε πληρωμή μηνιαίου ενοικίου και αυτό γινόταν στην πορεία, αυτή κατέστη σύμβαση εκμισθώσεως από μήνα σε μήνα. Συνεπώς εκ πρώτης όψεως φαίνεται να υπάρχει ενοικιαστική σχέση μεταξύ των διαδίκων και έχει τη μορφή σύμβασης ενοικίασης από μήνα σε μήνα. Σε ότι αφορά τον τερματισμό μιας τέτοιας σύμβασης, χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Nicos Christou Developments Ltd v. Τοφινή (πιο πάνω), στην οποίαν γίνεται καταγραφή των παραγράφων 446 και 663 του αγγλικού νομικού συγγράμματος 'Woodfall's Law of Landlord & Tenant', 27η έκδοση, Τόμος 1 που εξηγούν ενοικίαση από έτος εις έτος και μηνιαίες-εβδομαδιαίες εκμισθώσεις αντίστοιχα με αναφορά στις αγγλικές υποθέσεις Bowen v. Anderson [1893] K.B. 164 και Mellows v. Low and Others [1923] K.B. 522. Παρέχεται ελεύθερη μετάφραση των πιο πάνω παραγράφων: "Τέτοια εκμίσθωση μπορεί να τερματισθεί με τη συνηθισμένη ειδοποίηση τερματισμού στο τέλος του πρώτου ή οποιουδήποτε ακόλουθου έτους, και θα τερματισθεί χωρίς ειδοποίηση τερματισμού, στο τέλος της περιόδου που αναφέρεται στο έγγραφο." [παράγραφος 446] "Μηνιαίες και εβδομαδιαίες εκμισθώσεις είναι παρόμοιες με εκμισθώσεις από έτος εις έτος με την έννοια ότι δεν εκπνέουν στο τέλος κάθε μήνα ή εβδομάδας, αλλά συνεχίζουν μέχρι του τερματισμού τους με τη δέουσα ειδοποίηση τερματισμού." [παράγραφος 663] Εδώ ο Αιτητής ισχυρίζεται τερματισμό της ενοικίασης του ακινήτου με την κοινοποίηση της επιστολής του ημερ. 12.02.21 (Τεκμήριο 5 Ε/Δ Αιτητή). Διαβάζοντας το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής παρατηρώ ότι προκαλείται σύγχυση ως προς το χρόνο που γνωστοποιείται στον Καθ' ου η αίτηση ότι υπάρχει στη διάθεση του για να παραδώσει ελεύθερη και κενή την κατοχή της οικίας στον Αιτητή. Ειδικότερα ενώ στην προτελευταία παράγραφο του εγγράφου γίνεται αναφορά σε περίοδο 30 ημερών, η τελευταία παράγραφος αυτού παραπέμπει σε προθεσμία 14 ημερών. Η αναφορά σε δύο διαφορετικούς χρόνους προκαλεί ασάφεια ως προς αν ο Καθ' ου η αίτηση 1 είχε ή όχι την προθεσμία που η νομολογία υποδεικνύει ότι πρέπει να παρέχεται για να παραδώσει ελεύθερη και κενή την κατοχή της οικίας στον Αιτητή με βάση τη μορφή ενοικίασης που είχε η ενοικιαστική σχέση των διαδίκων. Η σύγχυση μάλιστα εντείνεται όταν κάποιος παρατηρήσει ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε στις 29.03.21, δηλαδή προτού εκπνεύσει ο επόμενος μήνας ενοικίασης. Εξαιτίας αυτής της σύγχυσης είναι ασαφής ο δικογραφημένος ισχυρισμός του Αιτητή ως προς το μέχρι πότε θεωρεί ότι ο Καθ' ου η αίτηση ήταν υποχρεωμένος να επιστρέψει την κατοχή της οικίας. Ο χρόνος τερματισμού της ενοικίασης της οικίας παραμένει άγνωστος, πέραν του οποίου ο Αιτητής να θεωρεί ότι ο Καθ' ου η αίτηση αρνήθηκε και/ή αρνείται να παραδώσει την κατοχή της οικίας με ότι αυτό συνεπάγεται. Αποτελεί μέρος της υπεράσπισης ότι η ενοικιαστική σχέση των διαδίκων δεν έχει τερματιστεί νομότυπα και έγκυρα. Επομένως αυτό είναι ένα ζήτημα που αναδεικνύεται ως συζητήσιμο και χρήζει εκδίκασης. Μέρος των διεκδικήσεων του Αιτητή είναι η αξίωση απώλειας ενδιάμεσων ενοικίων από την αδυναμία χρήσης του ακινήτου υπό την έννοια της δυνατότητας ενοικίασης του σε άλλο άτομο, αναφορικά με το χρόνο που θα παρέλθει μέχρι ο Καθ' ου η αίτηση παραδώσει την κατοχή της οικίας. Η αξίωση έχει τη μορφή μηνιαίου ποσού. Ωστόσο σε ότι αφορά το ύψος τέτοιου ποσού που απαιτείται παρατηρείται ασάφεια. Συγκεκριμένα ενώ στην έκθεση απαίτησης απαιτείται το ποσό των €3.000 μηνιαίως, στην ένορκη δήλωση του Αιτητή περιορίζεται στα €1.000 μηνιαίως. Ωστόσο στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του, ο Αιτητής επικαλείται ως ζημιά που υφίσταται το ποσό των €3.000 μηνιαίως, το οποίο και διεκδικεί ως αποζημιώσεις. Ανεξαρτήτως της ασάφειας που διαπιστώνεται, σε κάθε περίπτωση ουδεμία πληροφορία και καμία λεπτομέρεια παρέχεται που να δικαιολογεί τόσο την ύπαρξη τέτοιας ισχυριζόμενης απώλειας όσο και το ύψος του ποσού που διεκδικείται ως αποζημιώσεις από τον Αιτητή. Ο Αιτητής δεν παρουσίασε οποιοδήποτε στοιχείο που να τεκμηριώνει ισχυρισμό ότι υπέστη τέτοιου είδους ζημιά καθώς επίσης ότι αυτή είναι του ύψους που ισχυρίζεται ότι υπέστη και αξιώνει (όποιον τελικά διαμορφωθεί να είναι το ύψος της επικαλούμενης αυτής ζημιάς). Επειδή αποτελεί μέρος της έκθεσης υπεράσπισης του Καθ' ου η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν υφίσταται τέτοια ζημιά καθώς επίσης επειδή αμφισβητείται το ύψος της μηνιαίας απώλειας που διεκδικείται, τα εν λόγω θέματα αναδεικνύονται ότι είναι επίσης συζητήσιμα και χρήζουν και αυτά εκδίκασης. Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι υπάρχουν ζητήματα που παραμένουν σε εκκρεμότητα καθιστώντας έτσι το πλαίσιο απαίτησης ασαφές. Πρόκειται για δεδομένα που φανερώνουν ότι τα γεγονότα που ο Αιτητής παραθέτει μέσα από την ένορκη δήλωση του κάθε άλλο παρά αναδεικνύουν και κατ' επέκταση επαληθεύουν ξεκάθαρη και αδιαμφισβήτητη απαίτηση. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η προϋπόθεση αυτή δεν πληρείται. Η μη ικανοποίηση όλων των επιτακτικών προϋποθέσεων που απαιτούνται και αφορούν τον Αιτητή και την έκθεση απαίτησης του, μοιραία καθορίζει την τύχη της παρούσας αίτησης. Ως εκ τούτου, παρέλκει η ενασχόληση μου με την ποιότητα της υπεράσπισης του Καθ' ου η αίτηση, κάτι που θα γινόταν εφόσον ικανοποιούνταν σωρευτικά τα πιο πάνω κριτήρια σχετικά με την πλευρά του Αιτητή. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της απόρριψης της παρούσας αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου 1-Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα-Αιτητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας στην αγωγή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο