B2KAPITAL CYPRUS LTD ν. P.M.A. AUTO CRASH LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1227/14, 2/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A102 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1227/14 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC LIMITED Ενάγοντες και P.M.A. AUTO CRASH LIMITED XXXXX ΑΧΙΛΛΕΩΣ XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Εναγόμενοι Και βάσει ειδοποιήσεως εξαγοράς (άρθρο 18
(4)του Ν. 169
(1)/2015) B2KAPITAL CYPRUS LTD Ενάγοντες και P.M.A. AUTO CRASH LIMITED XXXXXXX ΑΧΙΛΛΕΩΣ XXXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Εναγόμενοι --------------- Ημερομηνία: 2/11/2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Έλισα Θεοδώρου για Α. Κακογιάννης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενους 2 και 3: κ. Κυριάκος Δημητρίου για Σιαηλής & Σιαηλής Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Με βάση την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα, ως αναγράφεται στον αρχικό τίτλο της αγωγής, είναι τραπεζικός λογαριασμός, η δε εναγόμενη 1 εταιρεία (εναντίον της οποίας είχε ήδη εκδοθεί Δικαστική απόφαση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής) είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και οι εναγόμενοι 2 και 3 ήταν πελάτες της ενάγουσας. Ακολούθως καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης η σύναψη συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού με όριο παρατραβήγματος ημερομηνίας 3/2/2006 προς την εναγόμενη 1 με συγκεκριμένους όρους όπως λεπτομερώς καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης με αποδοχή εκ μέρους όλους των εναγομένων με γραπτό έγγραφο και επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης ημερ. 13/1/2006 στην οποία αναγράφονται λεπτομερώς οι όροι της εν λόγω συμφωνίας πιστωτικών διευκολύνσεων. Ακολούθησε με αίτημα της εναγόμενης 1 και δυνάμει επιστολής ανειλημμένης υποχρέωσης ημερομηνίας 12/1/2007 η οποία υπογράφτηκε στις 19/1/2007 μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 η ενάγουσα παραχώρησε στην εναγόμενη 1 αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού και το ίδιο έγινε με ανάλογα αιτήματα ημερομηνίας 28/6/2007 και 5/11/2010 που υπογράφτηκαν τα ανάλογα έγγραφα στις 26/7/2007 και 5/11/2010, όμως με αίτημα ημερομηνίας 16/11/2011 η οποία υπογράφτηκε στις 18/11/2011 συμφωνήθηκε η μείωση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού και παράλληλα την ίδια ημέρα, ήτοι στις 18/11/2011 υπογράφηκε σύμβαση δανείου μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 με συγκεκριμένους όρους όπου δικογραφούνται λεπτομερώς στην έκθεση απαίτησης και όλοι οι εναγόμενοι στις 16/11/2011 με γραπτό έγγραφο και επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης ημερ. 18/11/2011 στην οποία αναφέρονται λεπτομέρειες των όρων εκείνης της συμφωνίας. Εις αντάλλαγμα των πιο πάνω συμφωνιών τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στην εναγόμενη 1 εγγυήθηκαν γραπτώς όλες τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 είτε είναι παρούσες είτε είναι μελλοντικές είτε είναι απαιτητές είτε θα γίνουν απαιτητές είτε είναι προσωπικές είτε είναι από κοινού με οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσες ή έμμεσες. Λόγω της παράλειψης συμμόρφωσης της εναγόμενης 1 να συμμορφωθεί με τους όρους των πιο πάνω συμφωνιών, η ενάγουσα με επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 3/8/2012 τερμάτισε την λειτουργία των επίδικων λογαριασμών και το ίδιο έπραξε με τις ανάλογες επιστολές τερματισμού προς τους εναγόμενους 2 και 3, οι οποίοι μέχρι και σήμερα παραλείπουν να συμμορφωθούν. Το ποσό που απαιτείται με την έκθεση απαίτησης είναι χαμηλότερο από αυτό που απαιτείται με την ένορκη μαρτυρία που προσκομίστηκε και που θα γίνει ειδική αναφορά και αξιολόγηση πιο κάτω. Οι εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν έκθεση υπεράσπισης. Σε αυτήν αρνούνται την ιδιότητα των εναγόντων, παραδέχονται την ιδιότητα των εναγομένων, παραδέχονται την υπογραφή των συμφωνιών ημερομηνίας 3/2/2006 και 18/11/2011 μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1, ισχυρίζονται όμως ότι ουδέποτε είχαν γνώση των όρων αυτών των συμφωνιών, τους οποίους θεωρούν γενικούς, αόριστους, παράνομους και επαχθείς, το δε επιτόκιο υψηλότερο από αυτό που δύναται να επιβληθεί με βάση την κείμενη νομοθεσία. Προβάλλουν επίσης την θέση ότι η ενάγουσα δεν είχε το δικαίωμα να χρεώνει τους επίδικους λογαριασμούς με διάφορες χρεώσεις, έξοδα, επιβαρύνσεις, δικαιώματα τα οποία παράνομα και αντισυμβατικά χρεώθηκαν. Παραδέχονται ότι εις αντάλλαγμα των πιο πάνω συμφωνιών υπέγραψαν τις συμφωνίες εγγυήσεων, αρνούνται όμως όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς που αφορούν τους όρους και τις χρεώσεις που η ενάγουσα δικογραφεί. Ειδικότερα δε, αρνούνται ότι έλαβαν γνώση με οποιονδήποτε τρόπο γνώση τις οποιεσδήποτε καθυστερήσεις ή τον τερματισμό των επίδικων συμφωνιών και προβάλλουν ταυτόχρονα την θέση ότι ο τερματισμός δεν έγινε νομότυπα, αλλά παράνομα, παράτυπα και αυθαίρετα. Συμπληρωματικά ισχυρίζονται ότι τα πραγματικά οφειλόμενα ποσά δεν είναι σε καμία περίπτωση αυτά που η ενάγουσα ισχυρίζεται διότι σε αυτά περιλαμβάνονται διάφορες χρεώσεις, τόκοι πέραν των νομίμων, έξοδα που δεν νομιμοποιείται η ενάγουσα να αξιώνει. Η ενάγουσα με την απάντηση στην υπεράσπιση, πέραν της γενικής άρνησης των ισχυρισμών των εναγομένων, τους οποίους χαρακτηρίζει ως γενικούς και ότι δεν αποκαλύπτουν λογική υπεράσπιση, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της όπως αυτοί εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης της, χαρακτηρίζει ως σκανδαλώδεις και ενοχλητικούς τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί παράνομων χρεώσεων και χωρίς διαπραγμάτευση και ενημέρωση σύναψη των όρων των επίδικων συμφωνιών, ούτε αποτελούν, ως η θέση της ενάγουσας ποινική ρήτρα αλλά συμφωνημένους όρους κατόπιν ελεύθερης βούλησης και διαπραγμάτευσης. Επιπρόσθετα η ενάγουσα υπεραμύνεται το νομότυπο και ορθό των ενεργειών της. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Ε. 1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 1. Σε αυτήν κάνει αναφορά στην φύση και την έκταση των καθηκόντων του και της πηγής άντλησης της γνώσης του ως προς τα γεγονότα και της εξουσιοδότησης του να προβεί στην ένορκη του μαρτυρία. Ακολούθως κάνει αναφορά στην ιδιότητα της ενάγουσας όπως ήταν αρχικά στο κλητήριο ένταλμα και της ενάγουσας όπως αυτή προέκυψε μετά από την εξαγορά των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ των δύο αυτών νομικών προσώπων με βάση τον νόμο 169
(1)/2015 και για αυτήν την διαδικασία οι εναγόμενοι έχουν ενημερωθεί σχετικά προηγουμένως δια συστημένων επιτολών, χωρίς να προβούν οι ίδιοι σε οποιοδήποτε διάβημα για να αμφισβητήσουν την εν λόγω διαδικασία. Επιπρόσθετα κάνει αναφορά στην σύναψη των επίδικων συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων που συνάφθηκαν μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1, καταγράφοντας λεπτομερώς τους όρους των επίδικων συμφωνιών, την επιβεβαίωση των συμφωνιών από πλευράς εναγομένων και την παράσχεση εκ μέρους τους των σχετικών εγγυήσεων προς εξασφάλιση των επίδικων συμφωνιών, παραθέτοντας επίσης τους όρους των εν λόγω εγγυήσεων και αφού προηγουμένως λειτουργοί της ενάγουσας επεξήγησαν στους εναγόμενους τους όρους και τις συνέπειες των όρων των εγγυήσεων και οι εναγόμενοι υπέγραψαν τις εγγυήσεις με την ελεύθερη τους βούληση. Η εναγόμενη 1 παρέλειψε να ανταποκριθεί στις συμβατικές της υποχρεώσεις και συνεπώς η ενάγουσα με επιστολή ημερομηνίας 3/8/2012 απέστειλε στις τελευταίες δοθείσες διευθύνσεις των εναγομένων τερμάτισε την λειτουργία των επίδικων λογαριασμών και κατέστησε τα οφειλόμενα ποσά απαιτητά και πληρωτέα, ενημερώνοντας τους ταυτόχρονα για την αύξηση του επιτοκίου και δίνοντας διορία 7 ημερών να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα ποσά και σε αντίθετη περίπτωση θα λαμβάνονταν Δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Την απαίτηση της ενάγουσας για καταβολή των οφειλόμενων ποσών απαίτησε η ενάγουσα και με την αποστολή στις τελευταίες δοθείσες διευθύνσεις των εναγομένων επιστολών ημερομηνίας 26/3/2014, οι οποίες δεν επιστράφησαν πίσω και με βάση την ενημέρωση που έχει όταν μια επιστολή δεν επιστραφεί πίσω ως αζήτητη θεωρείται ότι έχει παραληφθεί από τον παραλήπτη της, πράγμα που έγινε και στην παρούσα περίπτωση. Οι επίδικοι λογαριασμοί της εναγόμενης 1 όπως και τα ανάλογα τραπεζικά και λογιστικά αρχεία που αφορούσαν την αρχική ενάγουσα τράπεζα τηρούνταν και σε ηλεκτρονική μορφή και αυτά μεταβιβάστηκαν αυτούσια στην ενάγουσα που προωθεί την παρούσα αγωγή , όπου τηρείται επίσης και σε ηλεκτρονική μορφή και με το ανάλογο λογισμικό και μπορούν να εκτυπωθούν και τα οποία αποτελούσαν τα συνήθη τραπεζικά βιβλία. Ο Μ.Ε. 1 ανέφερε ότι έχει συγκρίνει τις καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών της εναγόμενης 1 με το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμών που απεικονίζονται αυθεντικά στον ηλεκτρονικό τραπεζικό βιβλίο της ενάγουσας που προωθεί την παρούσα αγωγή που τηρείται στον κεντρικό ηλεκτρονικό της υπολογιστή και η οποία αναπαράγεται και απεικονίζεται στους διάφορους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της ενάγουσας και τα έχει αντιπαραβάλει μεταξύ τους και διαπίστωσε την ταύτιση αυτή και την συμφωνία των καταχωρήσεων τους. Λόγω της φύσης και της έκτασης των καθηκόντων του έδωσε οδηγίες στον ηλεκτρονικό υπολογιστή για την ετοιμασία αναδομημένων καταστάσεων των επίδικων λογαριασμών και στους οποίους έχουν αφαιρεθεί όλοι οι τόκοι υπερημερίας και περιορίζοντας σχετικά το ανάλογο επιτόκιο. Ως είναι η θέση του, η αρχική ενάγουσα τράπεζα απέστελλε ανελλιπώς μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμών και η εναγόμενη 1 ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε σχετικά με οποιανδήποτε χρέωση ή υπόλοιπο λογαριασμού, δίνοντας ταυτόχρονα ο ίδιος σχετική επεξήγηση της δομής των εν λόγω λογαριασμών. Καταληκτικά στην γραπτή του δήλωση ζητά απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 2 και 3 για το ποσό των €35.385,86 πλέον τόκο προς 7,95% ετησίως επί ποσού €34.772,39 από 23/3/2021 μέχρι εξόφλησης και με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές των χρόνο την 30ην Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου, πλέον €46.679,96 πλέον τόκο προς 8,50 % ετησίως επί ποσού €45.815,74 από 23/3/2021 μέχρι εξόφλησης και με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές των χρόνο την 30ην Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου, πλέον έξοδα της αγωγής. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε τα τεκμήρια 2 έως 22. Αυτά αφορούν τεκμήρια που κάνει αναφορά στην γραπτή του δήλωση και που αφορούν την σύσταση και την ιδιότητα των διαδίκων, αλλαγές επωνυμίας, διαδικασία μεταβίβασης των επίδικων λογαριασμών και γενικά των πιστωτικών διευκολύνσεων με βάση τον νόμο 169
(1)/2015, την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της εναγόμενης 1 στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, τις συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων προς την εναγόμενη 1 και την παράσχεση εγγυήσεων από τους εναγόμενους 2 και 3, την επιστολή τερματισμού και απαίτησης καταβολής οφειλόμενων ποσών. Τέλος, στο τεκμήριο 22 το οποίο κατατέθηκε ως πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 και στο οποίο περιέχονται οι συνημμένες καταστάσεις λογαριασμών μαζί με το υποστηρικτικό υπόβαθρο ως προς τον τρόπο απόκτησης των δικαιωμάτων από την ενάγουσα που προωθεί την παρούσα αγωγή, καθώς επίσης και τις καταχωρήσεις που γίνονταν στους επίδικους λογαριασμούς, τις οποίες ο μάρτυρας αναφέρει ότι έχει συγκρίνει και ότι οι καταχωρήσεις έχουν ταυτιστεί. Επίσης στο τεκμήριο 22 επισυνάπτονται συνοδευτικά έγγραφα που υποστηρίζουν και πλαισιώνουν το πλαίσιο στο οποίο έχει προκύψει το αγώγιμο δικαίωμα. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναφέρθηκε στην εμπλοκή του στην εκτύπωση των επίδικων καταστάσεων λογαριασμών, επεξηγώντας την δομή και το περιεχόμενο τους, ως επίσης επεξήγησε τον τρόπο που έγιναν οι υπολογισμοί για να καταγραφούν στις καταστάσεις λογαριασμών τα ποσά που απαιτούνται, ήτοι κεφάλαιο πλέον τόκοι. Αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε και έδωσε τις δικές του απαντήσεις και γενικά τοποθετήσεις αναφορικά με την σύνταξη των τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικότερα για το τεκμήριο 20 ήταν κάθετος και κατηγορηματικός ότι αυτό αποστάληκε πλήρως υπογραμμένο, αρνούμενος αντίθετη υποβληθείσα θέση. Όσον αφορά το τεκμήριο 21 υπεραμύνθηκε της θέσης του ότι αυτό έχει αποσταλεί και παραληφθεί από τους εναγόμενους, αρνούμενος υποβληθείσα θέση περί του αντιθέτου, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι αυτό τεκμαίρεται ότι έχει γίνει, ήτοι η παραλαβή των επιστολών, διευκρινίζοντας ότι δεν έχει οποιαδήποτε απόδειξη. Υπεραμύνθηκε επίσης το νόμιμο της διαδικασίας που προηγήθηκε και που αφορά την μεταβίβαση των επίδικων λογαριασμών από την αρχική ενάγουσα στην ενάγουσα που προωθεί την παρούσα διαδικασία. Αναφορικά με τα τεκμήρια 18 και 19 ανέφερε ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε σφραγίδα ή όνομα δικηγόρου, λέγοντας ταυτόχρονα ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν χρειαζόταν. Αναφέρθηκε επίσης στην πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς το περιεχόμενο του υπολοίπου οφειλόμενου ποσού και πιο συγκεκριμένα από το ηλεκτρονικό αρχείο, το δε τραπεζικό βιβλίο έχει δοθεί από την αρχική ενάγουσα τράπεζα στην ενάγουσα που προωθεί την παρούσα αγωγή, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι εν έχει γνώση περί τούτου. Ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του υπεραμύνθηκε την ορθότητα των υπολογισμών που έγιναν για να προκύψει το αξιούμενο ποσό, αρνούμενος υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την αμφισβήτηση του ποσού και του τρόπου υπολογισμού του. Η πλευρά της ενάγουσας έκλεισε την υπόθεση της με την κατάθεση του τεκμηρίου 23 το οποίο και οι δύο πλευρές αποδέχθηκαν το περιεχόμενο του. Το τεκμήριο 23 αφορά γραπτή δήλωση υπαλλήλου της ενάγουσας που προωθεί την παρούσα αγωγή, ο οποίος αφού πρώτα κάνει αναφορά στην φύση και στην έκταση των καθηκόντων του, ως επίσης και στην πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς τα γεγονότα και της εξουσιοδότησης του να προβεί στην γραπτή του δήλωση, κάνει αναφορά στην μεταβίβαση των επίδικων λογαριασμών από την αρχική ενάγουσα τράπεζα στην ενάγουσα που προωθεί την παρούσα αγωγή, παραπέμποντας ταυτόχρονα σε τεκμήρια που ήδη έχουν κατατεθεί στην παρούσα αγωγή, ως επίσης επισύναψε στην γραπτή του δήλωση σχετικά τεκμήρια. Από πλευράς εναγομένων 2 και 3 κατέθεσε μόνο ο εναγόμενος 2, ο οποίος έδωσε μαρτυρία και εκ μέρους της εναγόμενης 3. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την γραπτή του δήλωση, ήτοι το τεκμήριο 24, στην οποία αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος και από την σύζυγο του την εναγόμενη 3 να δώσει μαρτυρία και εκ μέρους της και ότι είχε μελετήσει ο ίδιος τα έγγραφα της παρούσας υπόθεσης και ότι τόσο ο ίδιος, όσο και η εναγόμενη 3 δεν έλαβαν οποιανδήποτε επιστολή τερματισμού όπως αναφέρεται στο τεκμήριο 20. Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε την υπογραφή του στα τεκμήρια 12 και 17 που είναι οι συμφωνίες παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων και αναγνώρισε ότι ο ίδιος έχει εγγυηθεί την εναγόμενη 1 εταιρεία η οποία είναι δική του, επιβεβαίωσε την διεύθυνση της εναγόμενης 1 και του ιδίου που είναι οι ίδιες που αναγράφονται στο τεκμήριο 20, λέγοντας όμως ότι δεν θυμάται να τις είχε δει, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι έχει παραλάβει την επιστολή τερματισμού και γνώριζε για τον τερματισμό των λογαριασμών, συμφώνησε δε ότι ο ίδιος και η εναγόμενη 3 σύζυγος του έδωσαν εγγυήσεις για την παροχή των πιστωτικών διευκολύνσεων στην εναγόμενη 1 εταιρεία. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Το βάρος απόδειξης σε πολιτικές υποθέσεις, κατά κανόνα, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το οποίο φέρει κατά κανόνα ο ενάγων, ο οποίος θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και επί αυτού του θέματος υπάρχει πλούσια και πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, στην υπόθεση Βaloise Insurance Ltd - v - Κατωμονιάτη κ.α. 2008 1 Β Α.Α.Δ. σελ. 1275 όπου παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: <<όπως είναι γνωστό, το βάρος απόδειξης σε μια πολιτική δίκη το φέρει κατά κανόνα ο ενάγων ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Έχει κατ' επανάληψη νομολογιακά καθορισθεί η έννοια του κριτηρίου αυτού, αλλά περαιτέρω βοήθεια μπορεί να αντληθεί από το σύγγραμμα του Murphy on Evidence, 8η έκδ.
(2003)όπου αναφέρονται στις σελ. 80-83, τα βασικά κριτήρια του αποδεικτικού αυτού βάρους. Τονίζεται ιδιαίτερα στη σελ. 81 ότι: «If the claimant bears the burden of proof, and fails to persuade the court that his case has been proved on the balance of probabilities, judgment should be given for the defendant. Moreover, the test is not whether the claimant's case is more probable than the defendant's, but whether the claimant's case is more probably true than not true, i.e., the claimant's case is measured by reference to an objective standard of probability.» Για να γίνει κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο στην πράξη εφαρμόζεται το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, μπορεί να δοθεί το παράδειγμα της υπόθεσης Rhesa Shipping Co. S.A. v. Edmunds [1985] 1 W.L.R. 948. Εκεί, οι πλοιοκτήτες προσπάθησαν να επανακτήσουν από τους αντασφαλιστές τη ζημιά στο πλοίο τους το οποίο είχε βυθιστεί στη Μεσόγειο θάλασσα σε ήσυχα νερά και με καλό καιρό, ενώ το ναυάγιο δεν μπορούσε να διασωθεί. Η μαρτυρία έδειξε ότι το πλοίο έφερε μια μεγάλη οπή στο πλευρό, αποτέλεσμα της οποίας ήταν αυτό να πλημμυρίσει και να βυθιστεί. Το ζητούμενο στην υπόθεση ήταν η αιτία αυτής της ζημιάς. Οι ενάγοντες - πλοιοκτήτες - ισχυρίζονταν ότι το πλοίο κτύπησε σε ένα βυθισμένο υποβρύχιο και επομένως το πλοίο απωλέσθηκε λόγω θαλασσίων κινδύνων και άρα καλυπτόταν από το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η απώλεια οφειλόταν σε φυσική φθορά ως αποτέλεσμα της κακής κατάστασης του πλοίου, για την οποία και ευθύνονταν οι ενάγοντες. Πρωτοδίκως, η εξήγηση που δόθηκε από τους αντασφαλιστές απορρίφθηκε διότι δεν εξηγούσε επαρκώς τη ζημιά στο πλοίο. Από την άλλη, όμως, η θεωρία του υποβρυχίου θεωρήθηκε ως εντελώς εξωπραγματική και μη υποστηριζόμενη από ανεξάρτητη μαρτυρία. Με βάση τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ των εναγόντων, λόγω του ότι οι αντασφαλιστές δεν μπόρεσαν να προωθήσουν μια αποδεκτή αιτία της ζημιάς για να αντικρούσουν την αγωγή. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Αγγλικό Εφετείο, αλλά κατ' έφεση στη Βουλή των Λόρδων, η απόφαση ανατράπηκε. Η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλέξει μεταξύ δύο αντικρουόμενων θεωριών, απλώς και μόνο διότι οι αντασφαλιστές είχαν επιλέξει να προωθήσουν μια πιθανή εξήγηση για την απώλεια. Οι ενάγοντες ήταν εκείνοι που είχαν το νομικό βάρος απόδειξης στο επίδικο θέμα κατά πόσο το πλοίο είχε απωλεσθεί λόγω θαλάσσιων κινδύνων. Από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε βρει ότι η μαρτυρία που είχε προσαχθεί προς υποστήριξη της αγωγής ήταν εξαιρετικά απίθανη, έπρεπε να αποφασίσει ότι οι ενάγοντες είχαν αποτύχει να ικανοποιήσουν το βάρος απόδειξης που έφεραν. Όπως το θέτει ο Murphy, στο πιο πάνω σύγγραμμα σελ. 82: «The case throws the importance of the burden of proof into stark relief. An important point is that the burden of proof is the burden to prove that the facts relied on are more probable than not, and not merely that they are more probable than an explanation advanced by the other side.» ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο θα παραθέσει την νομική πτυχή των ζητημάτων που επικαλέστηκαν αμφότερες οι πλευρές, παραπέμποντας το Δικαστήριο στο νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο αυτών. Το άρθρο 18
(4)του Ν. 169
(1)/2015 προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄ Οποιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιασδήποτε αγωγής, διαιτησίας, διαδικασίας εκποίησης ακινήτων ή άλλης διαδικασίας, και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση που κατά το χρόνο μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που μεταβιβάζονται δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία κατά το χρόνο της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων: Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή επαρχιακού κτηματολογίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσης διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος: Νοείται περαιτέρω ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε οποιαδήποτε ποινικής ή διοικητικής φύσεως νομική διαδικασία ή σε οποιοδήποτε δικαίωμα έναρξης ποινικής ή διοικητικής φύσεως νομικής διαδικασίας ή ποινικής ή διοικητικής φύσεως διάταγμα ή απόφαση που τυχόν εκκρεμεί ή υφίσταται εναντίον του εκχωρητή κατά το χρόνο μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο και τέτοια νομική διαδικασία ή δικαίωμα έναρξης τέτοιας νομικής διαδικασίας ή διάταγμα ή απόφαση εναντίον του εκχωρητή δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται εναντίον του εκχωρητή.΄΄ Το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄ Τραπεζικά βιβλία 22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση.
(4)Τραπεζίτης ή τραπεζικός υπάλληλoς δεv είvαι υπόχρεoς vα παρoυσιάσει oπoιoδήπoτε τραπεζικό βιβλίo, τo περιεχόμεvo τoυ oπoίoυ δύvαται vα απoδειχθεί δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, ή vα εμφαvισθεί ως μάρτυρας, για vα απoδείξει τα θέματα, τις συvαλλαγές και τoυς λoγαριασμoύς πoυ είvαι καταχωρισμέvoι σ' αυτό, παρά μόvo με δικαστικό διάταγμα, τo oπoίo εκδίδεται ειδικά για τo σκoπό αυτό.
(5)Κατόπιv αίτησης διαδίκoυ, δικαστήριo δύvαται vα εκδώσει διάταγμα, σύμφωvα με τo oπoίo vα επιτρέπεται σε διάδικo vα επιθεωρήσει και vα λάβει αvτίγραφα καταχωρίσεωv σε τραπεζικό βιβλίo για σκoπoύς της διαδικασίας. Διάταγμα δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ δύvαται vα εκδoθεί με κλήτευση ή μη της τράπεζας ή άλλoυ διαδίκoυ και επιδίδεται στηv τράπεζα τρεις ημέρες πριv από τηv ημέρα κατά τηv oπoία πρέπει vα υπάρξει συμμόρφωση με τo διάταγμα, εκτός αv τo δικαστήριo ήθελε διαφoρετικά διατάξει. Οι τραπεζικές αργίες, oι oπoίες oρίζovται στov περί Τραπεζικώv Αργιώv Νόμo, και τo άρθρo 65 τoυ περί Κεvτρικής Τραπέζης της Κύπρoυ Νόμoυ, εξαιρoύvται από τov υπoλoγισμό τoυ χρόvoυ δυvάμει τoυ παρόvτoς εδαφίoυ.
(6)Στo παρόv άρθρo- "τράπεζα" ή "τραπεζίτης" σημαίvει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυvάμει τoυ περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ. "τραπεζικά βιβλία", oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv.΄΄ Το άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄ Αρχεία 35.-
(1)Έγγραφο, το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω απόδειξη.
(2)Έγγραφο, το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, η αξία του οποίου αποτιμάται από το Δικαστήριο.
(3)Έγγραφο θεωρείται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, εφόσον προσάγεται στο Δικαστήριο πιστοποιητικό υπογραμμένο από αρμόδιο λειτουργό της σχετικής επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής με το οποίο βεβαιούται το γεγονός αυτό. Για το σκοπό αυτό- (α) πιστοποιητικό, το οποίο φέρεται να είναι πιστοποιητικό υπογραμμένο από αρμόδιο λειτουργό επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, τεκμαίρεται μαχητώς ότι έγινε και υπογράφτηκε δεόντως από τον εν λόγω λειτουργό· και (β) πιστοποιητικό θεωρείται ότι έχει υπογραφεί από πρόσωπο και στην περίπτωση που αυτό φέρει σφραγίδα της υπογραφής του.
(4)Η ανυπαρξία καταχώρισης στο αρχείο επιχείρησης ή της δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, δύναται να αποδειχθεί με ένορκη δήλωση αρμόδιου λειτουργού της σχετικής επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, ανάλογα με την περίπτωση.
(5)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου- «αρχείο» σημαίνει αρχείο σε οποιαδήποτε μορφή· «δημόσια αρχή» σημαίνει οποιαδήποτε κρατική υπηρεσία και περιλαμβάνει νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης· «επιχείρηση» περιλαμβάνει δραστηριότητα, που διεξάγεται συστηματικά για κάποια ουσιαστική χρονική περίοδο, είτε με σκοπό το κέρδος είτε όχι, από οποιοδήποτε πρόσωπο· «αρμόδιος λειτουργός» περιλαμβάνει: (α) πρόσωπο που κατέχει υπεύθυνη θέση σε σχέση με τις σχετικές δραστηριότητες της επιχείρησης ή της δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, ή σε σχέση με τα αρχεία της· (β) τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης και οποιοδήποτε πρόσωπο που, με βάση οποιαδήποτε άλλη σχετική νομοθεσία, θεωρείται ότι μπορεί να εκπροσωπήσει την επιχείρηση.΄΄ Ως προς το ζήτημα του νόμιμου τερματισμού, σχετική είναι η απόφαση Έλληνας κ.α. - ν - Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A503, Πολιτική Έφεση αρ. 87/2013 ημερ. 3/12/2019, όπου και τα πιο κάτω αποσπάσματα: ΄΄ Είναι γνωστή η νομολογία ότι επιστολή η οποία απεστάλη ταχυδρομικώς και δεν έχει επιστραφεί αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, (Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18 και Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895). ......................... Η αποστολή, επομένως, των επιστολών με συνηθισμένο ταχυδρομείο ήταν εντός των δικαιωμάτων της τράπεζας και η χρησιμοποιηθείσα διεύθυνση ήταν η τελευταία γνωστή διεύθυνση των εφεσειόντων, (Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059). ......................... Εν πάση περιπτώσει, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής τερμάτιζε τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ακόμη και εάν μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι επιστολές δεν είχαν περιέλθει στη γνώση των εφεσειόντων, θέμα που προκύπτει ως απόρροια της εισήγησης ότι οι εφεσείοντες δεν παρέλαβαν τις επιστολές. Η καταχώρηση της αγωγής από μόνη της δηλώνει επιλογή από πλευράς της εφεσίβλητης τράπεζας τερματισμού της συμφωνίας και ενεργοποίηση των αναγκαίων διαδικασιών προς είσπραξη των οφειλομένων ποσών, (Μακεδόνας ν. Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322 και Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2029). ΄΄ Σχετική νομολογία επί του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 είναι η ΛΑΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ - ν - ΛΑΜΠΡΟΣ ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΛΤΔ κ.α. 2009 1 ΑΑΔ σελ. 479, όπου και το πιο κάτω απόσπασμα: ΄΄ Η εφεσείουσα τράπεζα απέδειξε τη νομότυπη υπογραφή της συμφωνίας (Τ.1), την σύναψη της συμφωνίας εγγύησης (Τ.8) και το υπόλοιπο του λογαριασμού με την κατάθεση των Τεκμηρίων 9 και 11. Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και 11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί). ΄΄ Επίσης στην υπόθεση VOURNA LIMITED κ.α. - ν - ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ECLI:CY:AD:2020:A170, Πολιτική έφεση 295/2013 ημερ. 1/6/2020, αποφασλιστηκαν τα πιο κάτω: ΄΄Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 22 οδηγούσε, όπως ορθά διαπίστωσε το πρωτόδικο δικαστήριο σε εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων. Παρέπεμψε σε σχετικό απόσπασμα από τη Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 479, 493. Μας ελέχθη εκ μέρους των εφεσειόντων ότι θα πρέπει η παρούσα να διαφοροποιηθεί από την υπόθεση εκείνη εφόσον σε εκείνη τα έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά. Τούτο όμως δεν έχει σημασία, εφόσον είναι εκ του Νόμου που προβλέπεται ότι, τηρουμένων των προϋποθέσεων του άρθρου 22, το αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίνεται αποδεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρισης. Η εκ συμφώνου κατάθεση των εγγράφων δεν αποτελεί προϋπόθεση. Όπως εξηγήθηκε πρόσφατα, με αναφορά στην Χαριλάου και στην Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας
(2014)1 ΑΑΔ 1491, στην Τράπεζα Κύπρου ν. Εφόρου Εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A523, Πολ. Έφ. Αρ. 246/2013, ημερ. 11.12.2019, ECLI:CY:AD:2019:A523:«Τα υπό αναφορά έγγραφα, στην απουσία οποιασδήποτε αμφισβήτησης τους, συνιστούσαν ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας.» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Το Δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο, προβαίνει στην πιο κάτω αξιολόγηση. Ο Μ.Ε.1 άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης διαφώτισε και έπεισε πλήρως το Δικαστήριο με την εμπεριστατωμένη του μαρτυρία ως προς την απαίτηση της ενάγουσας που προωθεί την παρούσα αγωγή, πλαισιώνοντας την μαρτυρία του με το αναγκαίο υποστηρικτικό υπόβαθρο με την καταχώρηση τεκμηρίων, με λογική και χρονική συνοχή και συνέχεια. Αν και η αντεξέταση του δεν ήταν μακρά, εν τούτοις η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί. Το Δικαστήριο έχει πειστεί απόλυτα ότι η μεταβίβαση των επίδικων λογαριασμών από την αρχική ενάγουσα στην ενάγουσα που προωθεί την παρούσα αγωγή έχει γίνει νομότυπα και με βάση τις πρόνοιες του Ν. 169
(1)/2015 και εν πάση περιπτώσει αυτό δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί, διότι το τεκμήριο 23 πραγματεύεται αυτό ακριβώς το ζήτημα και το εν λόγω τεκμήριο έχει κατατεθεί εκ συμφώνου και αμφότερες οι πλευρές αποδέχθηκαν την αλήθεια του περιεχομένου του. Κατ΄ επέκταση είναι απολύτως ορθή και νόμιμη η με βάση το άρθρο 18
(4)του Ν. 169
(1)/2015 ειδοποίηση που καταχωρήθηκε εντός του φακέλου στις 12/12/2018. Εν πάση περιπτώσει, η πλευρά των εναγομένων 2 και 3 δεν έχει προσκομίσει οποιανδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία που να ανατρέπει το νομότυπο της εν λόγω μεταβίβασης και γενικά της νομιμοποίησης της ενάγουσας να προωθεί την παρούσα αγωγή. Επίσης το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι το τεκμήριο 22 είναι πλήρως εναρμονισμένο με τις πρόνοιες και τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 και ειδικότερα ως προς το περιεχόμενο των επίδικων λογαριασμών, διότι ο μάρτυρας έθεσε εκείνο το αναγκαίο υπόβαθρο για να αιτιολογήσει και δικαιολογήσει τις καταχωρήσεις που υπάρχουν σε αυτούς και την μεταφορά που έγινε από την αρχική ενάγουσα τράπεζα. Ο μάρτυρας επίσης έπεισε το Δικαστήριο με την αναφορά του και την συσχέτιση της συμβατικής ευθύνης με την Δικαστική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της εναγόμενης 1 στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και τον μετέπειτα περιορισμό της απαίτησης της ενάγουσας με τον περιορισμό στο επιτόκιο όπως έχουν αναλυθεί από τον ίδιο με τους αναδομημένους λογαριασμούς που ετοιμάστηκαν και που καταγράφουν λεπτομερώς την κίνηση των λογαριασμών μέχρι και την προηγούμενη ημέρα που έδινε την δια ζώσης του μαρτυρία στο Δικαστήριο. Επίσης το Δικαστήριο έχει πειστεί μέσα από τις αναφορές του εν λόγω μάρτυρα και κυρίως ως προς την πηγή άντλησης της γνώσης του ότι το περιεχόμενο των καταχωρήσεων στους επίδικους λογαριασμούς όπως αυτοί έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο είναι η πιστή μεταφορά των όσων τηρούνταν από την αρχική ενάγουσα τράπεζα και με αυτά που τηρεί η ενάγουσα που προωθεί την παρούσα αγωγή και γενικά το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι έχουν τηρηθεί πλήρως και εφαρμόζονται οι πρόνοιες του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 αναφορικά με τις καταχωρήσεις στα τραπεζικά βιβλία και κατ΄ επέκταση στους επίδικους λογαριασμούς. Το ίδιο ισχύει και για την αναφορά του για την χρησιμοποίηση του διαιρετή από το 2015 και εντεύθεν από 360 ημέρες που ίσχυε πριν σε 365 ημέρες και το ίδιο ισχύει και για την πρόνοια για κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές τον χρόνο, όπως προνοείται στο άρθρο 5 του Ν. 93
(1)/96 και στο άρθρο 3(δ) του Ν. 160
(1)/
- Ο μάρτυρας υπήρξε σταθερός και υπεραμύνθηκε την ορθότητα των ποσών που απαιτούνται και του τρόπου υπολογισμού τους, η δε γενική υποβολή που του έγινε από πλευράς υπεράσπισης, ήτοι ότι τα αξιούμενα ποσά δεν είναι αυτά που οφείλονται και ότι είναι λανθασμένος ο τρόπος υπολογισμού παρέμεινε ατεκμηρίωτη, γενική, ασαφή, αόριστη και απροσδιόριστη και χωρίς μαρτυρικό υπόβαθρο που να αντικρούει την σαφή και τεκμηριωμένη με αξιόπιστη μαρτυρία αξίωση της ενάγουσας. Ως προς το ουσιαστικά μοναδικό εναπομείναν ζήτημα που η πλευρά των εναγομένων αμφισβήτησαν με την μαρτυρία τους, ήτοι το ζήτημα του τερματισμού των επίδικων συμφωνιών, ο μάρτυρας έπεισε το Δικαστήριο με τις εξηγήσεις και τις τοποθετήσεις του για αυτό το ζήτημα. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο αποδέχεται ως λογικές και πειστικές τις αναφορές του μάρτυρα ότι λόγω ακριβώς ότι έχουν κατατεθεί αντίγραφα των επιστολών τερματισμού, ήτοι το τεκμήριο 20, ότι τα πρωτότυπα που έχουν αποσταλεί φέρουν σε όλα τα σημεία υπογραφές, έστω και εάν στο τεκμήριο 20 φέρει μόνο μια υπογραφή εκ των δύο υπογραφών από πλευράς τράπεζας. Εν πάση περιπτώσει όμως, η υπογραφή που υπάρχει φέρεται να είναι από την διεύθυνση της τράπεζας και αυτό καλύπτει το οποιοδήποτε κενό στο εν λόγω αντίγραφο. Επιπρόσθετα δε, το τεκμήριο 20 είναι πλήρως εναρμονισμένο και συμμορφωμένο με τις απαιτήσεις και τις πρόνοιες του όρου 9 των τεκμηρίων 18 και 19 που ρητά κάνουν αναφορά σε υπογραφή από οποιονδήποτε υπάλληλο της τράπεζας, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για άτομο της διεύθυνσης του καταστήματος της τράπεζας. Επίσης το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι η επιστολή τερματισμού - τεκμήριο 20, ως επίσης και η επιστολή απαίτησης - τεκμήριο 21 έχουν αποσταλεί διότι αυτές έχουν αποσταλεί στις δοθείσες διευθύνσεις, όπως ακριβώς προνοεί και ο όρος 9 των τεκμηρίων 18 και 19 και ότι αυτές δεν έχουν επιστραφεί. Ούτως ή άλλως ο εναγόμενος 2 επιβεβαίωσε την διεύθυνση του με την δική του μαρτυρία και η οποία ταυτίζεται με την δοθείσα διεύθυνση. Όσον αφορά την εναγόμενη 3, εκ μέρους της δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να αντικρούει ότι οι εν λόγω επιστολές έχουν αποσταλεί είτε σε λανθασμένη διεύθυνση ή ότι αυτές δεν έχουν παραληφθεί από την ίδια και όσον αφορά την μαρτυρία του εναγόμενου 2 ο οποίος έδωσε μαρτυρία και εκ μέρους της εναγόμενης 3 συζύγου του θα γίνει ειδική αναφορά και αξιολόγηση πιο κάτω. Ακόμα όμως και να κρινόταν ότι η επιστολή τερματισμού δεν έχει σταλεί ή επιδοθεί, η καταχώρηση της παρούσας αγωγής με βάση και το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο θεωρείται ως νόμιμος τερματισμός και κατ΄ επέκταση αυτό το ζήτημα θεωρείται πλέον ως λήξαν. Ως προς τις τοποθετήσεις του αναφορικά με την μη παροχή νομικής συμβουλής στους εναγόμενους 2 και 3 πριν την υπογραφή οποιωνδήποτε συμβάσεων εγγυήσεων, αυτή η θέση δεν έχει δικογραφηθεί ειδικά από τους εναγόμενους 2 και 3 και επί αυτού του σημείου το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση με το να μην επιτρέψει την συμπερίληψη αυτού του ισχυρισμού στην γραπτή δήλωση του εναγόμενου
- Συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Ε. 1 ως αξιόπιστη. Αναφορικά με το τεκμήριο 23 που προέρχεται από υπάλληλο της τράπεζας έχει γίνει ήδη σχετική αναφορά πιο πάνω και δεν χρήζει οποιασδήποτε άλλης περαιτέρω αξιολόγησης, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι η δήλωση του αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός. Ως προς την μαρτυρία του εναγόμενου 2, το Δικαστήριο παρακολουθώντας τον κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, διαπίστωσε ότι η μαρτυρία του ήταν φτωχή σε περιεχόμενο, πειστικότητα και στόχευση και προσπαθούσε μέσα από γενικές τοποθετήσεις να αποποιηθεί τις συμβατικές κυρίως του ιδίου, διότι για την εναγόμενη 3 σύζυγο του δεν έχει προβεί σε οποιεσδήποτε σαφείς τοποθετήσεις. Η δε αναφορά του ότι δεν θυμάται να έχει λάβει την επιστολή τερματισμού κρίνεται από το Δικαστήριο ότι εμπίπτει στο ίδιο μήκος κύματος στην προσπάθεια του να αποποιηθεί των ευθυνών του, παρόλο που η επιστολή τερματισμού και η μετέπειτα επιστολή έχουν αποσταλεί στην διεύθυνση που ο ίδιος έχει δώσει και αναγνωρίσει και που δεν έχει αλλάξει. Ο εναγόμενος 2 αποδέχθηκε άλλωστε ότι η διεύθυνση που αναγράφεται στην επιστολή τερματισμού είναι η ίδια και η ορθή. Ούτε έχει προσθέσει ο εναγόμενος 2 οτιδήποτε που να αντικρούει την θέση της ενάγουσας ότι η επιστολή τερματισμού έχει αποσταλεί στην εναγόμενη 3 και ότι αυτή έχει παραληφθεί από την ίδια. Κατά τα λοιπά η μαρτυρία του εναγόμενου 2 δεν προσέφερε οτιδήποτε ουσιαστικό στην υπερασπιστική γραμμή που έχει χαραχθεί στην έκθεση υπεράσπισης και στις θέσεις που υπεβλήθηκαν στον Μ.Ε. 1, αφήνοντας ουσιαστικά ατεκμηρίωτες τις θέσεις του και κατ΄ επέκταση ακλόνητη την μαρτυρία που προσκομίστηκε από την ενάγουσα. Η υπογραφή των επίδικων συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων προς την εναγόμενη 1 και η υπογραφή των επίδικων συμφωνιών εγγυήσεων από τους εναγόμενους 2 και 3 που αποτελεί την βάση της απαίτησης της ενάγουσας, όχι μόνο έχει αποδειχθεί μέσα από την μαρτυρία του Μ.Ε. 1 η οποία με βάση την αξιολόγηση που έχει γίνει έχει κριθεί ως αληθή και αξιόπιστη, αλλά και ο ίδιος ο εναγόμενος 2 έχει αναγνωρίσει, η δε εναγόμενη 3 δεν έχει παρουσιάσει οποιανδήποτε αντίθετη μαρτυρία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η ενάγουσα πέτυχε και απέδειξε την απαίτηση της και η πλευρά των εναγομένων 2 και 3 απέτυχε να αποδείξει οποιανδήποτε υπερασπιστική γραμμή και να κλονίσει την αξιόπιστη μαρτυρία της ενάγουσας και εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ως ακολούθως: (Α) €35.385,86 πλέον τόκο προς 7,95 ετησίως επί ποσού €34.772,39 από 23/3/2021 μέχρι εξόφλησης και με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές τον χρόνο την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου (Β) €46.679,96 πλέον τόκο προς 8,50 ετησίως επί ποσού €45.815,74 από 23/3/2021 μέχρι εξόφλησης και με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές τον χρόνο την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου Επίσης επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 2 και 3 τα έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).............. ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο