← Κύπρος

CNP ASFALISTIKI LIMITED ν. ΠΟΣΕΙΔΙΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 661/16, 2/11/2021

CNP ASFALISTIKI LIMITED ν. ΠΟΣΕΙΔΙΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 661/16, 2/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A103 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 661/16 Μεταξύ: CNP ASFALISTIKI LIMITED Ενάγοντες και XXXXXXX ΑΛΛΩΣ XXXXXX ΠΟΣΕΙΔΙΑ XXXXXX ΣΑΒΒΙΔΗΣ Εναγόμενοι --------------- Ημερομηνία: 2/11/2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: MANTIS & ATHINODOROU LLC Για εναγόμενη 1: κ. Φρίξος Βρυωνίδης δια Α. ΒΡΥΩΝΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενη 2: κα Άντρεα Μιχαήλ για CHLORAKIOTIS & FLORAKI LLC ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Με βάση την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα εταιρεία είναι ασφαλιστική εταιρεία και διεξάγει ασφαλιστικές εργασίες. Η εναγόμενη 1 είχε συμβληθεί με την ενάγουσα εταιρεία όπως ασφαλιστεί το όχημα της με συγκεκριμένους όρους και ιδίως υπό τον όρο ότι η ασφαλιστική κάλυψη δεν θα ίσχυε για άτομα τα οποία δεν καλύπτονταν από τους όρους της ασφαλιστικής κάλυψης και δη να είναι εξουσιοδοτημένοι οδηγοί και να κατέχουν άδεια οδήγησης ή δεν στερήθηκαν του δικαιώματος να κατέχουν άδεια οδήγησης. Ο εναγόμενος 2 οδηγούσε το όχημα της εναγόμενης 1 με την συγκατάθεση της, χωρίς όμως να καλύπτεται από τους όρους του ασφαλιστηρίου εγγράφου που υπογράφτηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 και ενώ το οδηγούσε προκάλεσε ατύχημα, καταγράφοντας η ενάγουσα συγκεκριμένες λεπτομέρειες αμέλειας και παράβασης καθηκόντων από πλευράς εναγομένου 2 και για το οποίο ατύχημα υπήρχαν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί από τα εμπλεκόμενα μέρη. Η ενάγουσα διευθέτησε εξώδικα την απαίτηση της ιδιοκτήτριας του άλλου εμπλεκόμενου οχήματος που υπήρχε συνεπεία του επίδικου ατυχήματος και που αφορούσε το ποσό των € 1.570 ως έξοδα επιδιόρθωσης του οχήματος, € 169 έξοδα εκτιμητή και € 85,43 αστυνομική έκθεση, ποσά τα οποία η ενάγουσα απαιτεί, πλέον γενικές αποζημιώσεις, πλέον τόκο προς 8% επί των πιο πάνω ποσών από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής ή σε διαζευκτική βάση νόμιμο τόκο πλέον έξοδα. Ειδικότερα η ενάγουσα επικαλείται την βάση της αγωγής και πιο συγκεκριμένα ότι εγείρει την αγωγή δια αντικαταστάσεως (by subrogation), στην βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και ουσιαστικά επί του ότι η ενάγουσα αναγκάστηκε να αποζημιώσει την ιδιοκτήτρια του άλλου οχήματος, ως ήταν η εκ του νόμου υποχρέωση της, ενώ ουσιαστικά αυτό οφείλεται στο ότι το όχημα της εναγόμενης 1 οδηγείτο από τον εναγόμενο 2 ενώ αυτός δεν είχε τέτοιο δικαίωμα και κάλεσε η ενάγουσα τους εναγόμενους 2 να καταβάλουν τα πιο πάνω οφειλόμενα ποσά και αυτοί παρέλειψαν να το πράξουν, αφού προηγουμένως προέβη η ενάγουσα σε σχετική ενημέρωση για το ότι θα ασκούσε τα ανάλογα δικαιώματα της. Η εναγόμενη 1 στην έκθεση υπεράσπισης της, αν και με κάποια ανακολουθία, παραδέχεται ότι έχει συμβληθεί με την ενάγουσα, επιφυλάχθηκε όμως να αναφερθεί για τους όρους του ασφαλιστηρίου εγγράφου και προβάλλει την θέση ότι επειδή η ίδια θα ταξίδευε στο εξωτερικό από το αεροδρόμιο Πάφου, παρέδωσε το όχημα της για φύλαξη σε συγκεκριμένη εταιρεία και συνεπώς δεν φέρει οποιανδήποτε ευθύνη για το εν λόγω ατύχημα. Επιπρόσθετα παραδέχεται την λήψη των σχετικών επιστολών από την ενάγουσα αλλά αρνείται το περιεχόμενο τους. Η ενάγουσα στην απάντηση στην υπεράσπιση της εναγόμενης 1, επαναλαμβάνει την θέση της ότι έχει συμβληθεί με την εναγόμενη 1 με τους συγκεκριμένους όρους που έχει δικογραφήσει στην έκθεση απαίτησης της και απορρίπτει τους σχετικούς ισχυρισμούς της εναγόμενης 1 ως ψευδείς δηλώσεις σε μια προσπάθεια να αποποιηθεί των ευθυνών της και προέβαλε την θέση ότι η εναγόμενη 1 θα μπορούσε να προωθήσει την διαδικασία τριτοδιαδίκου εναντίον της εταιρείας που η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι παρέδωσε το όχημα της. Επιπρόσθετα επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της όπως αυτοί έχουν εκτεθεί στην έκθεση απαίτησης με κάποια διαφορετική διατύπωση, χωρίς να αλλοιώνεται ο πυρήνας των θέσεων της. Ο εναγόμενος 2 καταχώρησε υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Σε αυτήν παραδέχεται ότι ήταν ο οδηγός του οχήματος ιδιοκτησίας της εναγόμενης 1 και ότι ενεπλάκη στο επίδικο ατύχημα, αρνείται όμως την θέση ότι δεν συμπεριλαμβανόταν στην κατηγορία των ατόμων που δικαιούνταν να οδηγούν το εν λόγω όχημα. Ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα, αναφέρει ότι ο ίδιος οδηγούσε το όχημα της εναγόμενης 1 με κατεύθυνση το αεροδρόμιο Πάφου και το προπορευόμενο όχημα, το οποίο η ενάγουσα αναφέρει ότι αποζημίωσε, οδηγείτο από συγκεκριμένο άτομο από το Ηνωμένο Βασίλειο και σε κάποιο σημείο του δρόμου έκανε το εν λόγω άτομο επανειλημμένες κινήσεις αρχικά προς τα αριστερά και μετά προς τα δεξιά και στην προσπάθεια του να το προσπεράσει, το κτύπησε με το αριστερό μπροστινό μέρος του οχήματος στο δεξιό πισινό μέρος του άλλου οχήματος. Επίσης ο εναγόμενος 2 παραδέχεται ότι από την σύγκρουση το όχημα που οδηγούσε υπέστη ζημιά στο μπροστινό φανάρι, τον μπροστινό προφυλακτήρα και το μπροστινό καπό, πλην όμως ο εναγόμενος 2 αρνείται την εκδοχή του οδηγού του προπορευόμενου οχήματος και τα όσα γίνεται επίκληση ως προς τις ζημιές του εν λόγω οχήματος, προβάλλοντας ταυτόχρονα την θέση ότι οδηγούσε με την δέουσα προσοχή και επιμέλεια και εάν ήθελε αποδειχθεί ότι έχει οποιοδήποτε ποσοστό συντρέχουσας αμέλειας θα πρέπει να αποζημιώσει στο ανάλογο ποσό και όχι για ολόκληρο το ποσό. Προβάλλει επίσης ο εναγόμενος 2 την θέση ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στο να εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον του, αρνείται την λήψη οποιασδήποτε επιστολής από την ενάγουσα και γενικά οποιασδήποτε όχλησης από αυτήν και όσον αφορά την θέση της ενάγουσας ότι προέβη σε διευθέτηση της απαίτησης της ιδιοκτήτριας του άλλου οχήματος αρνείται αυτήν την τοποθέτηση και εν πάση περιπτώσει προβάλλει την θέση ότι η ενάγουσα ενήργησε καθ΄ υπέρβαση των υποχρεώσεων τους και παράτυπα και συνεπώς η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στην αξίωση οποιουδήποτε ποσού από τον ίδιο. Τέλος, ο εναγόμενος 2 προβάλλει την θέση ότι αποζημίωσε την εναγόμενη 1 για τις ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα της για το ποσό των € 4,000, καταγράφοντας λεπτομερώς τις επιδιορθώσεις που έγιναν και το ανάλογο κόστος και το εν λόγω ποσό το ζητεί ο εναγόμενος 2 με την ανταπαίτηση του εναντίον της ενάγουσας, πλέον νόμιμο τόκο από τις 21/3/2014, ήτοι από την ημέρα που κατέβαλε το εν λόγω ποσό, πλέον έξοδα. Η ενάγουσα με την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, εμμένει στην θέση της ότι ο εναγόμενος 2 δεν καλυπτόταν από το εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο και μόνο η εναγόμενη 1 ήταν εξουσιοδοτημένη οδηγός και οι όποιοι ισχυρισμοί του εναγόμενου 2 προβάλλονται για να αποποιηθεί των ευθυνών του, υπεραμυνόμενη ταυτόχρονα της θέσης της ότι νομιμοποιείται στο να εγείρει την παρούσα αγωγή για τους λόγους που αναφέρει και στην έκθεση απαίτησης της, ως επίσης εμμένει στην θέση της ότι απέστειλε τις επιστολές που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης και ότι έχει οχλήσει σχετικά. Προβάλλουν επίσης την θέση ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 έχουν συμφωνήσει με τις ενέργειες που η ενάγουσα έχει προβεί αφού προηγήθηκε σχετική ενημέρωση προς αυτήν την κατεύθυνση, ήτοι να η ενάγουσα να προέβαινε στην σχετική αποζημίωση. Επαναλαμβάνει την θέση της ότι την αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια για την πρόκληση του ατυχήματος την φέρει ο εναγόμενος 2 και κατ΄ επέκταση υπάρχει η σχετική υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεων όπως την δικογραφεί η ενάγουσα. Ολοκληρώνοντας το δικόγραφο της η ενάγουσα επαναλαμβάνει την θέση της περί της παράβασης των όρων του συμβολαίου με το να οδηγήσει ο εναγόμενος 2 αυτό και συνεπεία της οδήγησης από αυτόν προκλήθηκε το ατύχημα για το οποίο ευθύνεται ο εναγόμενος

  1. Συνεπώς δεν έχει ευθύνη η ενάγουσα προς την εναγόμενη 1 να την αποζημιώσει για τις ζημιές που υπέστη το όχημα της και κωλύεται ο εναγόμενος 2 να ζητήσει με ανταπαίτηση οποιοδήποτε ποσό, αρνούμενη το βάσιμος της ανταπαίτησης που ηγέρθη εναντίον της. Στις 20/10/2017 η ανταπαίτηση του εναγομένου 2 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε με έξοδα εναντίον του. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στην βάση των γραπτών μαρτυρίων με την διαδικασία της ταχείας εκδίκασης. Η πρώτη ένορκη δήλωση προέρχεται από τον κ. Γεωργίου, ο οποίος είναι ο διευθυντής της εταιρείας που είναι η ιδιοκτήτρια του άλλου οχήματος που ενεπλάκη στο επίδικο ατύχημα και που σύμφωνα με την θέση της ενάγουσας αποζημίωσε. Η δεύτερη ένορκη δήλωση προέρχεται από τον κ Αραούζου, ο οποίος είναι ο αστυνομικός που κλήθηκε την ημέρα του ατυχήματος, ήτοι στις 5/3/2014 να μεταβεί στην επίδικη σκηνή και ετοίμασε ο ίδιος το σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος. Η τρίτη ένορκη δήλωση προέρχεται από τον κ. Μαχόνυ, ο οποίος δηλώνει ότι είναι μηχανικός και εκτιμητής αυτοκινήτων, γνωρίζει τα γεγονότα επειδή επιθεώρησε και εκτίμησε την ζημιά του αυτοκινήτου που η ενάγουσα αποζημίωσε και πιο συγκεκριμένα στις 17/3/2014 σύμφωνα με τις οδηγίες των εναγόντων και επισύναψε στην ένορκη του δήλωση την έκθεση εκτίμησης ημερομηνίας 29/4/2014 και το τιμολόγιο για τα έξοδα εκτίμησης. Η τέταρτη ένορκη δήλωση προέρχεται από την κα Ανδρέου, η οποία αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της ενάγουσας και ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης διότι είναι η υπεύθυνη χειρισμού της υπόθεσης και έχει εμπλακεί στην αποστολή επιστολών και στην πληρωμή από την ενάγουσα για το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Ακολούθως προβαίνει σε μια καταγραφή των θέσεων της ενάγουσας που ουσιαστικά είναι αυτούσια με αυτήν που καταγράφεται στην έκθεση απαίτησης της, επισυνάπτοντας σειρά τεκμηρίων. Συγκεκριμένα επισυνάπτει αντίγραφο τίτλου ιδιοκτησίας του οχήματος που η ενάγουσα αποζημίωσε, το ασφαλιστήριο έγγραφο και το πιστοποιητικό ασφάλισης που αφορά η παρούσα υπόθεση, το έντυπο απαίτησης της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα, αντίγραφο της αστυνομικής έκθεσης, αντίγραφα επιστολών ημερομηνίας 8/4/2014 και 23/10/2014 που αποστάληκαν στους εναγόμενους, απόδειξη είσπραξης και δήλωση απαλλαγής, έγγραφο φιλικής δήλωσης του τροχαίου δυστυχήματος και το φωτογραφικό υλικό, ως επίσης επισύναψε ειδοποίηση εκτίμησης ζημιών. Από πλευράς εναγομένης 1 η μαρτυρία προερχόταν αποκλειστικά από την ίδια. Στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι είναι η ιδιοκτήτρια του οχήματος που ενεπλάκη στο επίδικο ατύχημα με το άλλο όχημα που η ενάγουσα εταιρεία αποζημίωσε και που το όχημα της ήταν ασφαλισμένο με ασφαλιστήριο συμβόλαιο της ενάγουσας, επισυνάπτοντας σχετικά τεκμήρια. Στις 1/3/2014 μετέβηκε με το όχημα της στο αεροδρόμιο Πάφου όπου είχε διευθετήσει από πριν το όχημα της να παραλειφθεί από συγκεκριμένη εταιρεία με σκοπό την ασφαλή φύλαξη του κατά την διάρκεια του ταξιδιού της. Θεώρησε ως δεδομένο ότι εφόσον ο εναγόμενος 2 διατηρεί μια εγγεγραμμένη εταιρεία, ο ίδιος θα καλύπτεται τουλάχιστον από μια απλή ασφάλεια, αν όχι από επαγγελματική ασφάλεια για να μπορεί να οδηγεί τα οχήματα των πελατών του. Σε καμία περίπτωση δεν γνώριζε ότι ο εναγόμενος 2 δεν καλύπτεται από ασφάλεια και δεν συναίνεσε ποτέ να οδηγηθεί το όχημα του από ανασφάλιστο οδηγό. Κατά την επιστροφή του στην Κύπρο στις 5/3/2014 και κατά την άφιξη της στο αεροδρόμιο Πάφου ενημερώθηκε από τον εναγόμενο 2 ότι αυτός ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα οδηγώντας το όχημα του. Τότε η ίδια επικοινώνησε με την ασφάλεια της και ενημέρωσε σχετικά για το συμβάν και ζήτησε όπως της καλύψουν τις ζημιές της και όπως της παράσχουν όχημα για να μπορεί να κινείται μέχρι να επιδιορθωθεί το όχημα της. Τα αιτήματα της δεν βρήκαν καμία ανταπόκριση, αφού αναγκάστηκε να ενοικιάσει όχημα για να μπορέσει να επιστρέψει από το αεροδρόμιο της Πάφου στο σπίτι της. Ουδέποτε υπέβαλε έντυπο προς την ενάγουσα για κάλυψη των ζημιών του άλλου οχήματος, απορρίπτοντας ταυτόχρονα τον αντίστοιχο ισχυρισμό της κας Ανδρέου από πλευράς ενάγουσας, τονίζοντας ότι το έντυπο αυτό είχε υποβληθεί προς την κοινοπραξία ασφαλιστών, λόγω του ότι ο οδηγός του οχήματος κατά την ώρα του δυστυχήματος ήταν ανασφάλιστος, επισυνάπτοντας σχετικό τεκμήριο. Στις 8/4/2014 παρέλαβε επιστολή της ενάγουσας με την οποία ενημερωνόταν ότι παρέβηκε τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με το να επιτρέψει στν εναγόμενο 2 να οδηγήσει το όχημα της και ότι η ενάγουσα είναι υποχρεωμένη με βάση την συμφωνία της με το ταμείο ασφαλιστών μηχανοκίνητων οχημάτων να αποζημιώσει τον ιδιοκτήτη του άλλου οχήματος. Η εν λόγω επιστολή αναφέρεται σε συμφωνία της οποίας η ίδια δεν είναι μέρος και πουθενά στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο της, ούτε στο πιστοποιητικό ασφάλισης της δεν αναφέρονται τέτοιοι όροι, επισυνάπτοντας σχετικό τεκμήριο. Στις 23/10/2014 με έκπληξη της παρέλαβε επιστολή της ενάγουσας με την οποία της ζητούσε να καταβάλει το ποσό των € 1739 διότι είχε αποζημιώσει η ενάγουσα τις ζημιές του άλλου οχήματος, επισυνάπτοντας σχετικό τεκμήριο. Τονίζει η εναγόμενη 1 ότι σε καμία περίπτωση δεν γνώριζε ότι ο εναγόμενος 2 δεν είναι ασφαλισμένος και ουδέποτε συναίνεσε να οδηγηθεί το όχημα της από ανασφάλιστο οδηγό και θεωρεί τον εαυτό της το μοναδικό ανυπαίτιο μέρος στην παρούσα υπόθεση επειδή παραπλανήθηκε πό τον εναγόμενο 2, η ενάγουσα δεν κάλυψε καμία από τις ζημιές της και μέχρι την επιδιόρθωση του οχήματος της ταλαιπωρήθηκε. Από πλευράς εναγομένου 2 η μαρτυρία προέρχεται αποκλειστικά από την δική του ένορκη δήλωση. Σε αυτήν αναφέρει ότι την ημέρα του επίδικου ατυχήματος, ήτοι στις 5/3/2014, οδηγούσε το όχημα - ιδιοκτησίας της εναγόμενης 1, με την άδεια και την συγκατάθεση της και ενεπλάκηκε στο δυστύχημα με το άλλο όχημα το οποίο η ενάγουσα αποζημίωσε. Ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος ανέφερε ότι ενώ οδηγούσε το εν λόγω όχημα στον δρόμο με κατεύθυνση το αεροδρόμιο Πάφου, μπροστά του προπορευόταν το άλλο όχημα και η οδηγός αυτού προέβαινε σε επικίνδυνες κινήσεις ζικ - ζακ αρχικά από αριστερά και μετά προς δεξιά. Λόγω αυτής της επικίνδυνης οδήγησης έκρινε ότι έπρεπε να την προσπεράσει και αφού βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος δεν χρησιμοποιείτο από οχήματα στην αντίθετη κατεύθυνση και έλεγξε και πίσω του από τους καθρέπτες του οχήματος, χρησιμοποίησε τον δεξί δείκτη του οχήματος για να δείξει την πρόθεση του να προσπεράσει και ενώ έκανε εμφανή αυτήν του την πρόθεση, η οδηγός του προπορευόμενου οχήματος αγνόησε αυτό το γεγονός και κινήθηκε απότομα προς τα δεξιά και με το αυτοκίνητο της κτύπησε το αριστερό μπροστινό μέρος του οχήματος που οδηγούσε με το δεξί πισινό μέρος του οχήματος που οδηγούσε. Είναι η θέση του εναγόμενου 2 ότι η ενάγουσα ουδέποτε του απέστειλε οποιαδήποτε επιστολή και συγκεκριμένα ουδέποτε του απέστειλαν και ουδέποτε παρέλαβε τις επιστολές ημερ. 8/4/2014 και 23/10/
  2. Είναι ξεκάθαρο, ως η θέση του, ότι οι εν λόγω επιστολές ουδέποτε του στάληκαν διότι οι ενάγοντες δεν έχουν καταθέσει ως τεκμήριο τις αποδείξεις αποστολής των εν λόγω επιστολών στο όνομα και την διεύθυνση του, ενώ είχε ο ίδιος αρνηθεί επανειλημμένα την λήψη τους. Επίσης ουδέποτε η ενάγουσα τον ενημέρωσε με άλλο τρόπο για την πρόθεση της να διαπραγματευτεί η ίδια και να αποζημιώσει η ίδια τον ιδιοκτήτη του άλλου οχήματος. Η ενάγουσα ουδέποτε του έδωσε την ευκαιρία να ελέγξει με τον δικό του εμπειρογνώμονα διεξοδικά τις ζημιές που υπέστη το άλλο όχημα πριν επιδιορθωθεί και αμφισβητεί ότι το εν λόγω όχημα έχει υποστεί τις ζημιές που συμφώνησε η ενάγουσα ότι υπέστη. Επίσης αμφισβητεί ότι το κόστος επιδιόρθωσης των ζημιών ανήλθε πράγματι στις € 3.158 αφού οι ενάγοντες δεν έχουν προσκομίσει τιμολόγιο επιδιόρθωσης των ζημιών από μηχανολόγο αυτοκινήτων αλλά μια εκτίμηση αυτών, παρά το ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε δύο χρόνια μετά το ατύχημα, ήτοι αναμενόταν οι ζημιές να έχουν επιδιορθωθεί. Είναι η θέση του εναγομένου 2 ότι η ενάγουσα ενήργησε καθ΄ υπέρβαση των υποχρεώσεων της και παράτυπα και χωρίς να τον ενημερώσουν για οποιανδήποτε ενέργεια της και συγκεκριμένα χωρίς να τον ενημερώσουν και χωρίς να εξασφαλίσουν την δική του συγκατάθεση, συμφώνησαν και διευθέτησαν την απαίτηση του ιδιοκτήτη του άλλου οχήματος, καταβάλλοντας μάλιστα και ποσό αποζημίωσης, αποφασίζοντας κατά την δική τους κρίση την δήθεν δική του ευθύνη, ως η έκφραση του, στο δυστύχημα, την οποία αρνείται ρητά, καθώς επίσης και το ύψος των αποζημιώσεων το οποίο ρητά επίσης αμφισβητεί. Η ενάγουσα με τις παραπάνω ενέργειες και πράξεις τους τον απέκλεισαν από το δικαίωμα του να γνωρίζει εκ των προτέρων την πρόθεση της να αναγνωρίσει δική του ευθύνη για το δυστύχημα και να αμφισβητήσει την δήθεν ευθύνη του για αυτό, ως η έκφραση του. Είναι η θέση του ότι η ενάγουσα ενήργησε παράτυπα και χωρίς την συγκατάθεση του, αποφασίζοντας μάλιστα ότι φέρει ευθύνη 50% χωρίς να έχουν την συγκατάθεση του και χωρίς να έχει εκ των προτέρων λόγο στις μεταξύ τους συζητήσεις, διαπραγματεύσεις και στην συνέχεια στην μεταξύ τους συμφωνία. Περαιτέρω δηλώνει ότι ουδέποτε η ενάγουσα τον ενημέρωσε για τον χρόνο και με ποιον τρόπο αποζημίωσαν τον ιδιοκτήτη του άλλου οχήματος και εν πάση περιπτώσει δεν γνωρίζει εάν το έπραξε αυτό, γεγονός το οποίο αμφισβητεί. Ως οδηγός του οχήματος, οδηγούσε με την δέουσα προσοχή και φροντίδα, με πλήρη επιμέλεια και σεβόμενος τους νόμους και κανονισμούς, καθώς επίσης και τα λοιπά οχήματα τα οποία χρησιμοποιούσαν τον δρόμο και συνεπώς δεν φέρει ευθύνη για το ατύχημα Δηλώνει επίσης ότι ενώ έχει κατατεθεί ποινική ευθύνη εναντίον του από την αστυνομία για οδήγηση χωρίς άδεια, δεν έχει καταχωρηθεί ποινική υπόθεση εναντίον του για αμελή οδήγηση. Τέλος, αναφέρει ότι ο ίδιος προσωπικά ουδεμία συμβατική σχέση έχει με την ενάγουσα και ότι εάν κάποιο πρόσωπο είναι υπεύθυνο για ανάκτηση οποιουδήποτε ποσού τυχόν καταβλήθηκε από την ενάγουσα σε τρίτα άτομα, γεγονός το οποίο ο ίδιος αμφισβητεί, αυτή είναι η εναγόμενη 1 και όχι ο ίδιος, η οποία εναγόμενη 1 του επέτρεψε να οδηγήσει το όχημα της, ενώ γνώριζε ή έστω όφειλε να γνωρίζει τους όρους του ασφαλιστηρίου εγγράφου της με την ενάγουσα, το οποίο βρισκόταν σε ισχύ και τους όρους τους οποίους ο ίδιος δεν μπορούσε να γνωρίζει με οποιονδήποτε τρόπο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το Δικαστήριο σε αυτό το σημείο θα παραθέσει το νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο των ζητημάτων που ήγειραν όλες οι πλευρές και από το οποίο το Δικαστήριο θα αντλήσει διαφώτιση και καθοδήγηση για σκοπούς αξιολόγησης της τεθείσας ενώπιον του μαρτυρίας. Συγκεκριμένα, τα άρθρα 4, 14 και 15 του περί μηχανοκίνητων οχημάτων (ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτου) Ν. 96

(1)/2000 προνοούν τα ακόλουθα: ΄΄ 4.—
(1)Κάθε ασφαλιστήριο που εκδίδεται για τους σκοπούς του Νόµου αυτού και που παρέχει κάλυψη σε µηχανοκίνητο όχηµα που έχει ως τόπο συνήθους στάθµευσης του τη ∆ηµοκρατία, πρέπει να πληροί τις πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Το ασφαλιστήριο πρέπει να εκδίδεται από ασφαλιστή· (β) µε την επιφύλαξη των εδαφίων
(2)και
(3)το ασφαλιστήριο πρέπει βάσει ενιαίου ασφαλίστρου και ανεξάρτητα από το χρονικό διάστηµα παραµονής του οχήµατος σε άλλα κράτη µέλη κατά τη διάρκεια ισχύος της ασφαλιστικής κάλυψης — (i) να ασφαλίζει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα ή τις κατηγορίες προσώπων που καθορίζονται ρητά σε αυτό έναντι οποιασδήποτε ευθύνης αυτού ή αυτών που τυχόν να προκύψει σε σχέση µε θάνατο ή σωµατική βλάβη οποιουδήποτε προσώπου ή ζηµιά σε περιουσία, σε περίπτωση που τέτοια ευθύνη προκλήθηκε ή προέκυψε από τη χρήση του µηχανοκίνητου οχήµατος σε οδό στη ∆ηµοκρατία: Νοείται ότι, για τους σκοπούς της υποπαραγράφου αυτής, ο όρος «οποιοδήποτε πρόσωπο», που µπορεί να υποστεί θάνατο ή σωµατική βλάβη, περιλαµβάνει — (αα) πρόσωπα που µεταφέρονται δυνάµει σύµβασης εργοδότησης (in pursuance of a contract of employment)· (ββ) πρόσωπα που µεταφέρονται κατόπιν πληρωµής αγωγίου (fare paying)· (γγ) µέλη της οικογένειας (household) του ασφαλισµένου· (δδ) πρόσωπα που επιβαίνουν του µηχανοκίνητου οχήµατος κατά παράβαση οποιουδήποτε νόµου ή κανονισµού, µε εξαίρεση πρόσωπα που µεταφέρονται κάτω από συνθήκες που αναφέρονται στο εδάφιο
(3)του άρθρου 14 του Νόµου αυτού, και (εε) πεζούς, ποδηλάτες και άλλους µη µηχανοκίνητους χρήστες των δρόµων, και (ii) να ασφαλίζει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα ή τις κατηγορίες προσώπων που καθορίζονται ρητά σε αυτό σε σχέση µε οποιαδήποτε ευθύνη που µπορεί να προκύψει εναντίον αυτού ή αυτών από τη χρήση του µηχανοκίνητου οχήµατος στο έδαφος οποιουδήποτε κράτους, εκτός της ∆ηµοκρατίας, που έχει προσυπογράψει την Πολυµερή Συµφωνία Εγγύησης και που αναφέρεται σε γνωστοποίηση του Υπουργού που δηµοσιεύεται στην Επίσηµη Εφηµερίδα της ∆ηµοκρατίας, σύµφωνα µε τη νοµοθεσία που προβλέπει για την υποχρεωτική ασφάλιση έναντι αστικής ευθύνης που προκύπτει από τη χρήση µηχανοκίνητων οχηµάτων που ισχύει στο κράτος στο οποίο συµβαίνει το γεγονός που δηµιουργεί τέτοια ευθύνη: Νοείται ότι, σε τέτοια περίπτωση, αν η κάλυψη που απαιτείται µε βάση το Νόµο αυτό είναι για ποσό µεγαλύτερο από αυτό που απαιτείται από την αντίστοιχη νοµοθεσία της χώρας στην οποία επεσυνέβη το γεγονός που δηµιούργησε τέτοια ευθύνη, το ασφαλιστήριο πρέπει να ασφαλίζει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που αναφέρονται πιο πάνω για το µεγαλύτερο αυτό ποσό, παρόλο ότι το γεγονός επεσυνέβη εκτός της ∆ηµοκρατίας, και (iii) να ασφαλίζει αυτόν ή αυτούς έναντι οποιασδήποτε ευθύνης δυνάµει των διατάξεων του Νόµου αυτού που τυχόν να προκύψει σε σχέση µε την πληρωµή για νοσηλεία επείγουσας φύσης, η µορφή και το ύψος της οποίας καθορίζεται στο άρθρο 25 του Νόµου αυτού.
(2)Η κάλυψη που απαιτείται να παρέχεται από το ασφαλιστήριο σύµφωνα µε την υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου δεν απαιτείται να περιλαµβάνει - (α) Σωµατική βλάβη ή θάνατο, συµπεριλαµβανοµένων εξόδων και τόκων, συνολικού ποσού πέραν του ποσού σε λίρες που αντιστοιχεί µε τριάντα εκατοµµύρια ευρώ (€30.000.000) ανά περιστατικό, ανεξάρτητα από τον αριθµό των απαιτήσεων που εγείρονται από ή σε σχέση µε το περιστατικό αυτό. Το πιο πάνω ποσό αναπροσαρµόζεται αυτόµατα κάθε πέντε έτη µετά την έναρξη της ισχύος του νόµου αυτού. Το ποσό αυτό, αυξάνεται σύµφωνα µε το ποσοστό µεταβολής του Ευρωπαϊκού ∆είκτη Τιµών Καταναλωτή (Ε∆ΤΚ), όπως προβλέπεται στον Κανονισµό 2494/95/ΕΚ, πέντε έτη πριν την αναπροσαρµογή, στρογγυλοποιούµενο προς τα άνω σε πολλαπλάσιο των 10000 ευρώ, (β) ζηµιά του ίδιου του ασφαλισµένου οχήµατος, (γ) ζηµία σε περιουσία, συµπεριλαµβανοµένων εξόδων και τόκων, συνολικού ποσού πέραν του ποσού σε λίρες που αντιστοιχεί µε ένα εκατοµµύριο ευρώ (€1.000.000) ανά περιστατικό, ανεξάρτητα από τον αριθµό των απαιτήσεων που εγείρονται από ή σε σχέση µε το περιστατικό αυτό. Το πιο πάνω ποσό αναπροσαρµόζεται αυτόµατα κάθε πέντε έτη µετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόµου. Το ποσό αυτό, αυξάνεται σύµφωνα µε το ποσοστό µεταβολής του Ευρωπαϊκού ∆είκτη Τιµών Καταναλωτή (Ε∆ΤΚ), όπως προβλέπεται στον Κανονισµό 2494/95/ΕΚ, πέντε έτη πριν την αναπροσαρµογή, στρογγυλοποιούµενο προς τα άνω σε πολλαπλάσιο των 10000 ευρώ, (δ) ζηµιά σε οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο κατά τη φόρτωση, εκφόρτωση ή µεταφορά µέσα ή πάνω στο µηχανοκίνητο όχηµα, (ε) ζηµιά σε οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο που ανήκει, ή που βρίσκεται στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του— (i) ασφαλισµένου προσώπου, (ii) µέλους της οικογένειας (household) του ασφαλισµένου προσώπου, (ζ) ζηµιά σε οποιαδήποτε γέφυρα, γεφυροπλάστιγγα, ανισόπεδη διάβαση (αερογέφυρα) ή δρόµο, ή σε ο,τιδήποτε κάτω από αυτά, που προκλήθηκε από δονήσεις ή λόγω του βάρους του µηχανοκίνητου οχήµατος ή του µεταφερόµενου σε αυτό φορτίου.
(3)Το ασφαλιστήριο δεν απαιτείται να καλύπτει— (α) Οποιαδήποτε συµβατική ευθύνη, (β) ευθύνη σε σχέση µε θάνατο ή σωµατική βλάβη που προκύπτει ως αποτέλεσµα και κατά τη διάρκεια εργοδότησης προσώπου που εργοδοτείται από τον ασφαλισµένο: Νοείται ότι το ασφαλιστήριο απαιτείται να καλύπτει ευθύνη σε σχέση µε θάνατο ή σωµατική βλάβη, ή ζηµιά σε περιουσία, οποιουδήποτε προσώπου, το οποίο µεταφέρεται µέσα ή πάνω στο µηχανοκίνητο όχηµα, επιβιβάζεται πάνω σε τέτοιο όχηµα ή αποβιβάζεται από αυτό, και που προκύπτει ως αποτέλεσµα και κατά τη διάρκεια τέτοιας εργοδότησης και ως αποτέλεσµα της χρήσης του µηχανοκίνητου αυτού οχήµατος σε οδό. (γ) ευθύνη προσώπου που επιβαίνει του µηχανοκίνητου οχήµατος, (δ) ευθύνη προσώπου που απορρέει από εσκεµµένη και προσχεδιασµένη ενέργεια, πράξη ή παράλειψη που αποτελεί κακούργηµα µε βάση τον Ποινικό Κώδικα και που δεν µπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί τυχαίο γεγονός.
(4)Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη που περιλαµβάνεται σε οποιοδήποτε νόµο, πρόσωπο που εκδίδει ασφαλιστήριο σύµφωνα µε το άρθρο αυτό ευθύνεται να αποζηµιώσει τα πρόσωπα ή τις κατηγορίες προσώπων που ορίζονται στο ασφαλιστήριο σχετικά µε οποιαδήποτε ευθύνη την οποία το ασφαλιστήριο φέρεται να καλύπτει στην περίπτωση των προσώπων αυτών ή τις κατηγορίες το>ν προσώπων αυτών.
(5)Ασφαλιστήριο δε 6α έχει ισχύ για τους σκοπούς του Νόµου αυτού, εκτός αν και µέχρις ότου εκδοθεί και παραδοθεί πιστοποιητικό ασφάλισης σύµφωνα µε το άρθρο 5. 14.—
(1)Το άρθρο αυτό εφαρµόζεται στις περιπτώσεις που, µετά την έκδοση και παράδοση πιστοποιητικού ασφάλισης σύµφωνα µε τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 5, εξασφαλίζεται δικαστική απόφαση σε σχέση µε ευθύνη που απαιτείται να καλύπτεται από ασφαλιστήριο σύµφωνα µε το άρθρο 4 του Νόµου αυτού και η οποία είτε— (α) Αποτελεί ευθύνη που καλύπτεται από τους όρους του σχετικού ασφαλιστηρίου και η δικαστική απόφαση έχει εξασφαλισθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο αυτό, είτε (β) αποτελεί ευθύνη, εκτός από εξαιρούµενη ευθύνη, η οποία θα καλυπτόταν εάν το ασφαλιστήριο παρείχε κάλυψη σε οποιοδήποτε πρόσωπο και η δικαστική απόφαση έχει εξασφαλισθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου άλλου από αυτό που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο.
(2)Για την εξακρίβωση, για τους σκοπούς του εδαφίου
(1)πιο πάνω, κατά πόσο ευθύνη καλύπτεται ή θα καλυπτόταν από το ασφαλιστήριο, το µέρος του ασφαλιστηρίου που επιχειρεί να περιορίσει την κάλυψη των προσώπων που ασφαλίζονται µε βάση το ασφαλιστήριο µε αναφορά στην ύπαρξη άδειας οδήγησης που να εξουσιοδοτεί τον οδηγό του µηχανοκίνητου οχήµατος να το οδηγεί, θα θεωρείται ως ανίσχυρο: Νοείται ότι, ασφαλιστής που καθίσταται υπεύθυνος να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό µε βάση το εδάφιο αυτό, δικαιούται να ανακτήσει το ποσό αυτό από τον ασφαλισµένο.
(3)Ο όρος «εξαιρούµενη ευθύνη», που απαντάται στην παράγραφο (β) του εδαφίου
(1)πιο πάνω, σηµαίνει ευθύνη σε σχέση µε το θάνατο ή τη σωµατική βλάβη ή τη ζηµιά σε περιουσία οποιουδήποτε προσώπου το οποίο, κατά το χρόνο της χρήσης του µηχανοκίνητου οχήµατος από την οποία προέκυψε η ευθύνη, µεταφέρεται µε τη θέληση του µέσα ή πάνω στο µηχανοκίνητο όχηµα και το οποίο γνώριζε ή είχε λόγο να πιστεύει ότι το µηχανοκίνητο όχηµα είχε κλαπεί ή κατείχετο παράνοµα και νοουµένου ότι το πρόσωπο αυτό δεν ήταν πρόσωπο που— (α) ∆ε γνώριζε και δεν είχε λόγο να πιστεύει ότι το µηχανοκίνητο όχηµα είχε κλαπεί ή κατείχετο παράνοµα, παρά µόνο µετά την έναρξη του ταξιδιού, και (β) δε θα ήταν λογικό να αναµένεται η αποβίβαση του από το µηχανοκίνητο όχηµα: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού, αναφορά σε πρόσωπο που µεταφέρεται µέσα ή πάνω σε µηχανοκίνητο όχηµα περιλαµβάνει αναφορά σε πρόσωπο που εισέρχεται ή επιβιβάζεται σε τέτοιο όχηµα ή αποβιβάζεται από αυτό: Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που προβάλλεται ισχυρισµός ότι τα περιστατικά της υπόθεσης στοιχειοθετούν εξαιρούµενη ευθύνη, αυτός θα πρέπει να αποδειχθεί από τον ασφαλιστή.
(4)Ανεξάρτητα αν ο ασφαλιστής δυνατό να δικαιούται να αναιρέσει ή να ακυρώσει ή δυνατό να έχει ήδη αναιρέσει ή ακυρώσει το ασφαλιστήριο και τηρουµένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής οφείλει να πληρώσει προς το πρόσωπο ή τα πρόσωπα προς όφελος των οποίων εκδόθηκε η δικαστική απόφαση οποιοδήποτε ποσό καθίσταται πληρωτέο µε βάση την απόφαση αυτή σε σχέση µε ευθύνη για θάνατο ή για σωµατική βλάβη ή για ζηµιά σε περιουσία: Νοείται όµως ότι, το ποσό που ο ασφαλιστής οφείλει να πληρώσει δε θα υπερβαίνει το ποσό που προβλέπεται στο ασφαλιστήριο.
(5)Σε περίπτωση που ασφαλιστής καθίσταται υπόχρεος δυνάµει των διατάξεων του άρθρου αυτού να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό σε σχέση µε ευθύνη προσώπου που δεν καλύπτεται από το ασφαλιστήριο, δικαιούται να ανακτήσει το ποσό αυτό από— (α) Τέτοιο πρόσωπο, ή (β) από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που— (
  1. i)καλύπτεται από το ασφαλιστήριο, σύµφωνα µε τους όρους του οποίου η ευθύνη θα καλυπτόταν εάν το ασφαλιστήριο παρείχε κάλυψη σε οποιοδήποτε πρόσωπο, και που (
  2. ii)προκάλεσε ή επέτρεψε τη χρήση του µηχανοκίνητου οχήµατος που δηµιούργησε την ευθύνη. 15.—
(1)Κανένα ποσό δεν πληρώνεται από ασφαλιστή δυνάµει των διατάξεων του άρθρου 14— (α) Σχετικά µε οποιαδήποτε δικαστική απόφαση, εκτός εάν πριν ή εντός δεκατεσσάρων ηµερών από την έναρξη της διαδικασίας στην οποία εκδόθηκε τέτοια απόφαση, ο ασφαλιστής ειδοποιήθηκε γραπτώς για την έγερση της διαδικασίας, ή (β) σχετικά µε οποιαδήποτε δικαστική απόφαση που αφορά ζηµιά σε περιουσία, εκτός εάν µέσα σε έξι µήνες από την ηµεροµηνία κατά την οποία δηµιουργήθηκε το αγώγιµο δικαίωµα για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση, το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε τέτοια απόφαση— (
  1. i)είχε ειδοποιήσει γραπτώς τον ασφαλιστή για την πρόθεση του να υποβάλει απαίτηση, και (
  2. ii)είχε ειδοποιήσει γραπτώς τον ασφαλιστή ώστε να παρέχεται σε αυτόν εύλογος χρόνος για να επιθεωρήσει τη σχετική ζηµιά πριν από την επιδιόρθωση της ή την αντικατάσταση οποιωνδήποτε εξαρτηµάτων και/ή ανταλλακτικών που υπέστησαν ζηµιά: Νοείται ότι, η προθεσµία των έξι µηνών δεν αρχίζει να υπολογίζεται, σε περίπτωση που το πρόσωπο προς όφελος του οποίου έχει δηµιουργηθεί το αγώγιµο δικαίωµα δεν ήταν σε θέση, εξαιτίας σωµατικής, πνευµατικής ή ψυχικής βλάβης την οποία υπέστη εξαιτίας του συµβάντος που δηµιούργησε το δικαίωµα αυτό ή άλλης εύλογης αιτίας, να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή για την πρόθεση του να υποβάλει απαίτηση· ή (γ) σχετικά µε οποιαδήποτε δικαστική απόφαση, εφόσον η εκτέλεση της απόφασης αυτής έχει ανασταλεί ενώ εκκρεµεί έφεση· ή (δ) σε σχέση µε οποιαδήποτε ευθύνη, αν πριν την επέλευση του συµβάντος, που ήταν η αιτία του θανάτου ή της σωµατικής βλάβης ή της ζηµιάς σε περιουσία, που προκάλεσε την ευθύνη, το ασφαλιστήριο ακυρώθηκε µε αµοιβαία συγκατάθεση ή µε βάση οποιαδήποτε διάταξη που περιέχεται σε αυτό και είτε — (
  3. i)πριν την επέλευση του συµβάντος αυτού, το πιστοποιητικό ασφάλισης επεστράφηκε στον ασφαλιστή, ή το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το πιστοποιητικό ασφάλισης προέβηκε σε ένορκη δήλωση ότι αυτό χάθηκε ή καταστράφηκε και για το λόγο αυτό δεν µπορούσε να επιστραφεί· ή (
  4. ii)µετά την επέλευση του συµβάντος, αλλά πριν από την πάροδο δεκατεσσάρων ηµερών από την έναρξη ισχύος της ακύρωσης του ασφαλιστηρίου, το πιστοποιητικό ασφάλισης επεστράφηκε στον ασφαλιστή, ή το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το πιστοποιητικό ασφάλισης προέβηκε σε ένορκη δήλωση ότι αυτό χάθηκε ή καταστράφηκε και για το λόγο αυτό δεν µπορούσε να επιστραφεί· ή (iii) είτε πριν ή µετά την επέλευση του συµβάντος, αλλά εντός περιόδου δεκατεσσάρων ηµερών από την έναρξη ισχύος της ακύρωσης του ασφαλιστηρίου, ο ασφαλιστής άρχισε διαδικασία βάσει του Νόµου αυτού σχετικά µε την παράλειψη επιστροφής του πιστοποιητικού ασφάλισης.
(2)Κανένα ποσό δε θα είναι πληρωτέο από ασφαλιστή βάσει των διατάξεων του άρθρου αυτού, αν, σε αγωγή που άρχισε πριν ή εντός τριών µηνών µετά την έναρξη της διαδικασίας στην οποία εκδόθηκε η απόφαση, ο ασφαλιστής εξασφαλίσει δήλωση του ∆ικαστηρίου ότι, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη που περιλαµβάνεται στο ασφαλιστήριο, δικαιούται να το ακυρώσει λόγω του ότι το ασφαλιστήριο εξασφαλίσθηκε από τη µη αποκάλυψη ουσιώδους γεγονότος, ή από παρουσίαση γεγονότος το οποίο ήταν ψευδές σε ουσιώδη του λεπτοµέρεια, ή αν ακύρωσε το ασφαλιστήριο λόγο) του ότι εδικαιούτο να το πράξει ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη που περιέχεται σε αυτό: Νοείται ότι, ασφαλιστής ο οποίος εξασφάλισε τέτοια δήλωση σε αγωγή, δε θα δικαιούται µε τη δήλωση αυτή να τύχει του οφέλους των διατάξεων του εδαφίου αυτού σχετικά µε οποιαδήποτε απόφαση που εξασφαλίσθηκε σε διαδικασία που άρχισε πριν από την έναρξη της αγωγής αυτής, εκτός αν πριν ή εντός δεκατεσσάρων ηµερών µετά την έναρξη της αγωγής αυτής έδωσε ειδοποίηση στο πρόσωπο που είναι ενάγων στην αγωγή βάσει του ασφαλιστηρίου, η οποία ειδοποίηση καθορίζει τη µη αποκάλυψη ή την ψευδή παράσταση πάνω στην οποία σκοπεύει να στηριχθεί και ότι προτίθεται να ζητήσει δήλωση και οποιοδήποτε πρόσωπο στο οποίο δίνεται ειδοποίηση τέτοιας αγωγής, αν επιθυµεί, µπορεί να γίνει διάδικος σε αυτή.
(3)Για τους σκοπούς του άρθρου 14 και του παρόντος άρθρου, οι πιο κάτω όροι ερµηνεύονται ως ακολούθως: (α) «ευθύνη που καλύπτεται από τους όρους του ασφαλιστηρίου» σηµαίνει ευθύνη η οποία καλύπτεται από το ασφαλιστήριο ή η οποία θα καλυπτόταν µε τον τρόπο αυτό παρά το γεγονός ότι ο ασφαλιστής δικαιούται να αναιρέσει ή να ακυρώσει ή αναίρεσε ή ακύρωσε το ασφαλιστήριο, (β) «ουσιώδες» σηµαίνει τέτοιας φύσης ώστε να επηρεάζει την απόφαση συνετού ασφαλιστή στο να αποφασίζει κατά πόσο θα αποδεχθεί τον κίνδυνο και, αν θα τον αποδεχθεί, µε ποιο ασφάλιστρο και µε ποιους όρους. ΄΄ Το άρθρο 70 του περί συμβάσεων νόμου Κεφ. 149 προνοεί τα ακόλουθα και που αφορά την νομοθετική κάλυψη της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού που η ενάγουσα επίσης επικαλείται ως βάση του αγώγιμου δικαιώματος της: ΄΄Αν κάποιος πράξει κάτι νόµιµα για λογαριασµό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζηµιώσει τον πρώτο σε σχέση µε την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγµα που παραδόθηκε. ΄΄ Υπάρχει πλούσια νομολογία επί του θέματος και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην Θεοχαρίδης Νάκης κ.α. - ν - Ιωάννη Ιωάννου κ.α. 2021 1 ΑΑΔ σελ. 1311, όπου και το πιο κάτω αποσπασμα: ΄΄ Η αρχή του άδικου ή αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία συνδέεται με την αρχή της αποκατάστασης (των δικαιωμάτων των συμβαλλομένων) (restitution), είναι καλά γνωστή στο κοινό δίκαιο και ιδιαίτερα στο δίκαιο της επιείκειας. Συνηθίζεται να λέγεται ότι δεν υπάρχει γενικός κανόνας που δημιουργεί (αυτόματο) αγώγιμο δικαίωμα σ' έναν ενάγοντα, να ανακτήσει κάτι που έδωσε στον εναγόμενο και το οποίο κατέστησε τον εναγόμενο αδίκως πλουσιότερο (Δέστε: Goff and Jones, The Law of Restitution, 7η έκδοση, σελίδες 12 και επόμενες). Για να ισχύει η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να ικανοποιηθούν τρεις προϋποθέσεις: (α) Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει εμπλουτιστεί από την απόκτηση ενός οφέλους. (β) Το όφελος θα πρέπει να αποκτήθηκε, εις βάρος του ενάγοντα και (γ) Θα πρέπει να είναι άδικο να επιτραπεί στον εναγόμενο να κρατήσει το όφελος. (Δέστε: Kleinwort Benson Ltd v. Lincoln City Council [1998] 4 All E.R. 513, στη σελ. 561). ΄΄ Τέθηκε από πλευράς εναγομένου 2 ζήτημα αμφισβήτησης αποστολής από την ενάγουσα και παραλαβής από τον ίδιο των επιστολών που επικαλείται η ενάγουσα ότι απέστειλε στον εναγόμενο 2 και που επισύναψε στην έγγραφη της μαρτυρία. Στην απόφαση Έλληνας κ.α. - ν - Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A503, Πολιτική Έφεση αρ. 87/2013 ημερ. 3/12/2019 επαναλήφθηκε ότι είναι γνωστή η νομολογία ότι επιστολή η οποία απεστάλη ταχυδρομικώς και δεν έχει επιστραφεί αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, (Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18 και Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895). Η ενάγουσα επικαλέστηκε την απόφαση ΛΑΪΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ - ν - ΒΛΑΧΟΥ κ.α. ECLI:CY:AD:2019:A446, Πολιτική Έφεση 194/2013 ημερ. 25/10/2019, στην οποία αποφασίστηκαν τα πιο κάτω: ΄΄ Είναι γεγονός ότι υπήρξε παράλειψη από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου να επιληφθεί της εξέτασης του θέματος που ηγέρθη με τις εγγράφους προτάσεις ως προς την δυνατότητα εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση των προνοιών του άρθρου 14 του Νόμου 96(Ι)/
  1. Η εξέταση του ήταν πρωταρχικής σημασίας εφόσον συνδέετο άμεσα με το αγώγιμο δικαίωμα της εφεσείουσας στη βάση της Έκθεσης Απαίτησης. Οι πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου 96(Ι)/2000 είναι σαφείς και δεν επιδέχονται διαφορετικής ερμηνείας απ' εκείνη που μεταδίδει το ίδιο το κείμενο στο συνετό και λογικό άνθρωπο ότι δηλαδή εφαρμόζεται στην περίπτωση έκδοσης δικαστικής απόφασης και όχι εξώδικης διευθέτησης με την Ασφαλιστική Εταιρεία της πληρωτέας αποζημίωσης. Η προϋπόθεση αυτή επιβεβαιώνεται και από το άρθρο 15 του πιο πάνω Νόμου το οποίο πραγματεύεται περί των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται για καταβολή αποζημίωσης από την Ασφαλιστική Εταιρεία, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου
  2. Συνακόλουθα η εφεσείουσα δεν είχε καμιά υποχρέωση στη βάση του συγκεκριμένου Νόμου, εφόσον η αποζημίωση δόθηκε ως αποτέλεσμα εξώδικης διευθέτησης να πληρώσει αποζημιώσεις για τη ζημιά του άλλου αυτοκινήτου τις οποίες στη συνέχεια δικαιούτο να αξιώσει από τον εφεσίβλητο. Συνεπώς ενόψει μη εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση των προνοιών του άρθρου 14 του πιο πάνω Νόμου οι λόγοι έφεσης 1 και 2 σ' όσον αφορά την εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση των προνοιών του Νόμου 96(Ι)/2000 παραμένουν χωρίς έρεισμα.΄΄ Στην εν λόγω υπόθεση έγινε αναφορά ότι σε εκείνην την υπόθεση υπήρχαν στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο οι πιο κάτω όροι: ΄΄ «
  3. Διαδικασία Απαιτήσεων Ο Ασφαλισμένος ή οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί (Indemnified) δεν θα προβαίνει σε παραδοχή, προσφορά, υπόσχεση ή πληρωμή χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση της Εταιρείας. Η Εταιρεία δικαιούται, αν το επιθυμεί, να αναλάβει και να διεξάγει εκ μέρους του Ασφαλισμένου ή οποιουδήποτε προσώπου που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) την υπεράσπιση ή το διακανονισμό οποιασδήποτε απαίτησης ή να υποβάλει εκ μέρους του Ασφαλισμένου ή οποιουδήποτε προσώπου που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) για δικό της όφελος οποιαδήποτε απαίτηση για κάλυψη ή αποζημιώσεις (indemnity or damages) ή άλλως πως. Η Εταιρεία θα έχει το δικαίωμα να ενεργεί όπως κρίνει ορθό κατά τη διεξαγωγή οποιασδήποτε νομικής διαδικασίας και για το διακανονισμό οποιασδήποτε απαίτησης, ο δε Ασφαλισμένος και οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) θα παρέχει όλες τις πληροφορίες και βοήθεια που η Εταιρεία δυνατό να χρειαστεί να ορίσει. Σε περίπτωση που η Εταιρεία προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή προς το σκοπό διακανονισμού οποιασδήποτε απαίτησης και τέτοια πληρωμή περιλαμβάνει ποσό που δεν καλύπτεται από το Ασφαλιστήριο, ο Ασφαλισμένος ή οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) θα καταβάλλει στην Εταιρεία το μη καλυπτόμενο από το Ασφαλιστήριο ποσό.» «Προσοχή: Επισύρεται ιδιαίτερα η προσοχή του Προτείνοντος ότι:
  4. Σε περίπτωση μεταβίβασης ή συμφωνίας για μεταβίβαση του οχήματος, η ασφάλιση σας παύει να ισχύει.
  5. Απαγορεύεται η μεταφορά παρανόμων επιβατών και ότι αν μεταφέρονται τέτοιοι επιβάτες θα είσαστε προσωπικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε απαίτηση που θα εγερθεί σε σχέση με το θάνατο ή σωματικές βλάβες τους.
  6. Σε περίπτωση που το όχημα οδηγείται από μη εξουσιοδοτημένο οδηγό ή υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή φαρμάκων ή ναρκωτικών, είσαστε προσωπικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε απαίτηση που θα εγερθεί.»΄΄ Ακολουθεί επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: ΄΄ Ο εφεσίβλητος 1 σαφώς και ρητώς χαρακτηριζόταν ως «ασφαλισμένος». Η εξαίρεση αφορούσε στην περίπτωση όπου το όχημα δεν οδηγείτο από εξουσιοδοτημένο οδηγό ή βρισκόταν στην κατοχή μη εξουσιοδοτημένου οδηγού. Επιπλέον το γεγονός και μόνο ότι το όχημα βρέθηκε στην κατοχή του Μακρίδη, ενός μη εξουσιοδοτημένου οδηγού, σημαίνει ότι ο ασφαλισμένος υπέχει προσωπική ευθύνη για τις ζημιές που προκλήθηκαν. Ο εφεσίβλητος 1 εκ του γεγονότος ότι το όχημα βρέθηκε σε τρίτο άτομο, όχι τυχαίο μάλιστα αλλά στον υιό της αδελφής του, παραβίασε τους όρους του συμβολαίου. Η εφεσείουσα, κατά την ορθή ερμηνευτική άσκηση των όρων του συμβολαίου, δεν απαλλάσσεται της ευθύνης της ως παρέχουσας ασφαλιστική κάλυψη για τις ζημιές τρίτου. Σημαίνει ότι τις ζημιές δεν θα τις υποστεί η ίδια, αλλά ο ασφαλισμένος. Η εφεσείουσα έχοντας προβεί πρώτα σε διακανονισμό της απαίτησης και στη συνέχεια σε πληρωμή του συμφωνηθέντος ποσού μπορούσε να απαιτήσει την πληρωμή του από τον εφεσίβλητο στη βάση του όρου στην Πρόταση Ασφάλισης περί προσωπικής του ευθύνης και δεν ήταν θέμα εφαρμογής του όρου
  7. Το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν ανταποκρίθηκε καθόλου δεν σημαίνει ότι η εφεσείουσα ενήργησε αυθαίρετα ή σε αντίθεση με τους όρους του συμβολαίου.Δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Μακρίδης δεν ήταν εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Η αμφισβήτηση του εφεσίβλητου αφορούσε στο ότι ο ίδιος δεν παρέβη κανένα όρο του ασφαλιστηρίου εφόσον δεν ήταν εν γνώσει του η οδήγηση από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και ούτε συγκατατέθηκε στην οδήγηση του, παραπέμποντας στην υπόθεση Sahim v. Havard
(2016)EWCA Civ 1202, ημερ. 30/11/
  1. Κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι η πιο πάνω υπόθεση δεν εφαρμόζεται στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης εφόσον στο ασφαλιστήριο υπήρχε πρόνοια ότι η Ασφαλιστική Εταιρεία παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στην περίπτωση μόνο που το αυτοκίνητο οδηγείτο με τη συγκατάθεση του ασφαλισμένου.Οι πιο πάνω πρόνοιες της Πρότασης Ασφάλισης είναι σαφείς ότι ο ασφαλισμένος θα είναι προσωπικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε απαίτηση ήθελε εγερθεί στην περίπτωση που το αυτοκίνητο του οδηγηθεί από μη εξουσιοδοτημένο οδηγό είτε με ή χωρίς τη συγκατάθεση του. Αυτό συνάδει και με τη γενικότερη πολιτική που επιβάλλουν οι ασφαλιστικές εταιρείες να καλύπτουν τις ζημιές ανυποψίαστων τρίτων που εμπλέκονται σε δυστύχημα με ασφαλισμένο άτομο και να μην αποφεύγονται οι ευθύνες που αναλαμβάνονται. Αυτό ακριβώς έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση όπου υποβλήθηκε απαίτηση από τον άλλο εμπλεκόμενο οδηγό στο δυστύχημα για την οποία ενημερώθηκε ο εφεσίβλητος με τις δύο επιστολές της εφεσείουσας στις οποίες δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση από πλευράς εφεσίβλητου, αν και του είχαν επιδοθεί, εξού και η εφεσείουσα προχώρησε με τον διακανονισμό της απαίτησης. Ο τρόπος που πρέπει να ερμηνεύονται οι όροι των ασφαλιστηρίων συμβολαίων υπήρξε αντικείμενο εξέτασης στην πρόσφατη υπόθεση χχχ χχχ Λιπερή, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Ελευθερίου Γεώργιου Πουντζιουρή τέως εξ Αραδίππου v. Ecclesiastical Insurance Office PLC κ.ά. ECLI:CY:AD:2019:A329, Πολ. Έφ 42/2013, ημερ. 19/7/
  2. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: «Είναι νομολογημένο ότι τα ασφαλιστικά συμβόλαια ερμηνεύονται όπως κάθε άλλο έγγραφο σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας σε σχέση βέβαια με συμβάσεις εμπορικού ή καταναλωτικού τύπου. Ο σκοπός είναι να αποδοθεί στο κείμενο και στις λέξεις που χρησιμοποιούνται η πρόθεση των μερών ώστε να ανευρεθεί εκείνη η σημασία που το κείμενο θα μετέδιδε στο συνετό και λογικό άνθρωπο που κατέχει όλες τις πληροφορίες που θα ήταν λογικά διαθέσιμες στα μέρη στην κατάσταση που αυτά ήταν όταν συνομολογούσαν τη σύμβαση, (Investors Compensation Scheme Ltd v. West Bromwich Building Soc.
(1998)1 W.L.R. 896). Η έφεση επιτυγχάνει.΄΄ H ενάγουσα επίσης επικαλέστηκε την αρχή της υποκατάστασης (subrogation) ως βάση για το αγώγιμο δικαίωμα της. Το δικαίωμα του ασφαλιστή να υποκατασταθεί στα δικαιώματα του ασφαλισμένου (subrogation) πηγάζει από την πληρωμή του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο και ανάγεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας (βλ. Edwards & Co. v. Motor Union Insurance Co [1922] L.J., K.B. Vol. 91, p.921, Simpson v. Thomson [1873] Aspmall's Maritime Law Cases, Vol. 3, σελ. 567, Randal v. Cockran [1748] I Ves. sen, 97). Ως τέτοιο, δεν εξαρτάται από οποιαδήποτε ειδική εκχώρηση δικαιωμάτων από τον ασφαλισμένο προς τον ασφαλιστή (βλ. Castellain v. Preston [1883] ΤΙ Q.B.D. 380), έστω και αν συγχρόνως γίνεται τέτοια εκχώρηση. Στην αγωγή ναυτοδικείου Chellaram and Sons (London) Ltd and another v. Overtania Shipping Company Ltd
(1982)1 C.L.R. 699, ο Σαββίδης Δ., αφού αναφέρθηκε στην αγγλική νομολογία και συγγράμματα που αφορούν την αρχή της υποκατάστασης, κατέληξε ως εξής: «So, irrespective of the express term in the letter subrogation of whereby the plaintiffs were bound to institute the present proceedings in their own names, once the claim has been paid by the insurers, it is well settled as a matter of equity notwithstanding the fact that the rights to recover against third persons passed from the assured to the insurer, that actions at law should be brought in the name of the plaintiffs and not the insurer, and in case of refusal by the plaintiffs to use their names in the proceedings, they can be compelled to give the use of their names by proceedings in equity, subject to a proper indemnity to them as to costs.» Το δικαίωμα που αποκτά ο ασφαλιστής αποζημιώνοντας τον ασφαλισμένο, εξομοιώνεται προς το δικαίωμα του ασφαλισμένου έναντι τρίτων, όμως το νομικό δικαίωμα σε αποζημίωση παραμένει στον ασφαλισμένο και ο ασφαλισμένος παραμένει εκείνος που μπορεί να εγείρει την αγωγή στο όνομα του (βλ. London Assurance Co. v. Sainsbury [1783] 3 Doug. K.B. 245, 253, King v. Victoria Insurance Co Ltd [1896] A.C. 250, 256), έστω και αν μπορεί να υποχρεωθεί από τον ασφαλιστή να εγείρει την αγωγή. Σχετικώς στο σύγγραμμα McGillivray on Insurance Law, 13η έκδοση, στην παρ. 24-043 που τιτλοφορείται «Insurer has no right to sue in own name» αναφέρεται ότι «The cause of action for damages remains in the insured, and the insurer subrogated to the insured's rights requires the insured to bring the action.[2] It remains the insured's action.[3]». Και στο σύγγραμμα Colinvaux's Law of Insurance, στην παρ. 12-018 αναφέρεται ότι «It has long been settled that a subrogation action must be brought in the name of the assured and that the insurer is not permitted to bring the action in its own name.[4]» Το δόγμα της υποκατάστασης έχει δύο πτυχές (βλ. Castellain v Preston
(1883)11 Q.B.D. 380). Η πρώτη, αφορά το ότι, ο ασφαλισμένος δεν μπορεί να πραγματοποιήσει κέρδος από την απώλεια του και ότι, οποιοδήποτε τέτοιο κέρδος αποκομίσει, -υπό κάποιες προϋποθέσεις ή εξαιρέσεις-, είναι υπόλογος για αυτό στον ασφαλιστή του•, και η δεύτερη, αφορά το δικαίωμα του ασφαλιστή, που έχει αποζημιώσει τον ασφαλιζόμενο του, να μπει στην θέση του και εις το όνομα του (βλ. King v Victoria Insurance Co Ltd [1986] A.C. 250, Edwards v Motor Union Insurance Co [1922] 2 K.B. 249, Lister v Romford Ice and Cold Storage Ltd [1957] A.C. 555, K. Chellaram and Sons (London) Ltd a. a. v Overtania Shipping Company Ltd
(1982)1 C.L.R. 699, Caledonia North Sea Ltd v London Bridge Engineering Ltd [2000] Lloyd's Rep. I.R. 249, Nicolas Droushiotis (Import-Export) Ltd v L'Union Des Assurances De Paris (I.A.R.D.) Fire Accident and General Insurance Co Ltd
(1983)1 C.L.R. 19, Banque Financiere de la Cite v Parc (Battersea) Ltd
(1999)
(1)A.C. 221, P.T.Asuransi Tokio Marine Indonesia ν Seascope Navigation Ltd κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1142 και Gold Seal Shipping Company Ltd ν Standard Fruit Company (Bermuda) Ltd κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ.1552) ([1]), να επιδιώξει το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα αυτός έχει (και εξακολουθεί να διατηρεί) (βλ. Simpson v Thompson
(1877)3 App. Cas. 279 και Buckland v Palmer [1984] 1 W.L.R. 1109) που μπορεί να μειώσει την ασφαλισμένη ζημιά του. Με την επισήμανση εδώ, ότι, αγωγή που εγείρεται έχοντας τον προαναφερόμενο σκοπό, επειδή αφορά νομικό δικαίωμα του ασφαλισμένου, είναι του ασφαλισμένου, και ότι, ο εναγόμενος σε αυτήν, σε περίπτωση που κριθεί υπεύθυνος από το Δικαστήριο για αποζημίωση του, απαλλάσσεται από της ευθύνης του, μόνο εάν πληρώσει το ποσό της αποζημίωσης στον ασφαλισμένο. Στην οποία όμως αποζημίωση, πρέπει επίσης να σημειωθεί, καταληκτικό δικαίωμα [και δικαίωμα επίσχεσης («lien»)], έχει ο ασφαλιστής (βλ. K. Chellaram and Sons (London) Ltd a. a. v Overtania Shipping Company Ltd
(1982)1 C.L.R. 699). Καθώς επίσης και ότι, ο ασφαλιστής, υποκατασταθείς στην θέση του ασφαλιζόμενου του προς διεκδίκηση αγώγιμου δικαιώματος του τελευταίου, δεν αποκτά οποιοδήποτε δικαίωμα για θεραπεία, πέραν αυτού που έχει ο ασφαλιζόμενος του (βλ. Peta Company Ltd v Beaulieu Shipping Co Ltd
(1986)1 C.L.R. 354 και P.T.Asuransi Tokio Marine Indonesia ν Seascope Navigation Ltd κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1142). Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα των J. Birds και N. J. Hird, Bird's Modern Insurance Law, 5η έκδοση, στην σελίδα 296: «The insurer's right to bring proceedings in the name of the insured is long established, being referred to as a commonplace as long ago as Mason v Sainsbury. It is important to remember, however, that the action remains the insured's and that the defendant, if he is adjudged liable, gets a good discharge only if he pays the insured. If the insured should refuse to allow his name to be used, the insurer can, as an alternative to compelling it, bring proceedings against the wrongdoer and join the insured as second defendant.». Κατά κανόνα, το δικαίωμα του ασφαλισμένου στο οποίο υποκαθίσταται ο ασφαλιστής, αφορά αγώγιμο δικαίωμα εναντίον κάποιου τρίτου προσώπου, που ευθύνεται να τον αποζημιώσει λόγω διάπραξης σε βάρος του κάποιου αστικού αδικήματος ή αδικοπραξίας, ή ένεκα παράβασης σύμβασης τους, ή βάσει κάποιου άλλου νόμιμου δικαιώματος του ασφαλισμένου ή ευθύνης αποζημίωσης του ασφαλισμένου από το τρίτο αυτό πρόσωπο, η ευθύνη του οποίου θα πρέπει να αφορά σε περίπτωση για την οποία ο ασφαλισμένος έχει αποζημιωθεί από τον ασφαλιστή του. Ως προς την δεύτερη πτυχή του δόγματος της υποκατάστασης, ο ασφαλισμένος πρέπει να έχει πλήρως αποζημιωθεί από τον ασφαλιστή, προτού ο τελευταίος αποκτήσει δικαίωμα υποκατάστασης, και αυτό αφορά όλες τις απαιτήσεις που ο ασφαλισμένος του έχει υποβάλει που αφορούν ένα συγκεκριμένο περιστατικό και καλύπτονται από την σύμβαση ασφάλισης (βλ. Page v Scottish Insurance Corporation
(1929)98 L.J.K.B. 308, Napier v Hunter [1993] 2 W.L.R. 42 και Nicolas Droushiotis (Import-Export) Ltd v L'Union Des Assurances De Paris (I.A.R.D.) Fire Accident and General Insurance Co Ltd
(1983)1 C.L.R. 19). Εντούτοις, αυτή, είναι μία γενική αρχή, που, στην πράξη, το ζήτημα που διέπει, καλύπτεται συνήθως από σχετική συμφωνία των μερών, που αποτυπώνεται γραπτώς στην ασφαλιστική σύμβαση δια σχετικής ρήτρας και η οποία ρητά καθορίζει πότε ο ασφαλιστής αποκτά δικαίωμα υποκατάστασης του ασφαλιζόμενου του (βλ. Lucas v Exports Credit Guarantee Department [1974] 1 W.L.R. 909). Πρέπει να σημειωθεί ότι, τέτοιοι όροι, που δίδουν δηλαδή το δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταχωρήσει αγωγή εξ ονόματος του ασφαλιζόμενου του, πριν από, ή μετά αφότου, τον αποζημιώσει, ή και που του δίδουν το δικαίωμα να ελέγχει την δικαστική διαδικασία ή να αναλάβει το έλεγχο της, ακόμη και όταν αυτή ηγέρθη από τον ασφαλισμένο, επειδή αρχικά ο ασφαλιστής ήταν αδιάφορος για αυτή, συναντώνται πολύ συχνά σε ασφαλιστικές συμβάσεις. Έπεται από την προαναφερόμενη αρχή, ότι, μέχρις ότου ο ασφαλισμένος έχει πλήρως αποζημιωθεί από τον ασφαλιστή σε ότι αφορά όλες τις απαιτήσεις που του έχει υποβάλει και αφορούν ένα συγκεκριμένο περιστατικό που καλύπτει η ασφαλιστική σύμβαση, ο ασφαλισμένος, στην απουσία οποιασδήποτε περί του αντιθέτου πρόνοιας στην ασφαλιστική σύμβαση, έχει το δικαίωμα να ενάγει τον σε βάρος του αδικογραγήσαντα και να ελέγχει την δικαστική διαδικασία. Εντούτοις, στις περιπτώσεις όπου κάτι τέτοιο γίνεται υπό περιστάσεις όπου ο ασφαλιστής διατηρεί όφελος από το αποτέλεσμα της δικαστικής διαδικασίας, ο ασφαλιζόμενος έχει υποχρέωση να ενεργεί καλόπιστα σε ότι αφορά το όφελος και του ασφαλιστή και η απαίτησης του πρέπει να υποβάλλεται λαμβανομένου υπόψη και αυτού -δηλαδή, να υποβάλλεται σε ότι αφορά ολόκληρη την ζημιά του, ακόμη και στην περίπτωση που έχει μερικώς αποζημιωθεί για αυτή από τον ασφαλιστή του, που μπορεί και να αρνείται να τον υποκαταστήσει για σκοπούς δικαστικής διαδικασίας- (βλ. Commercial Union Assurance Co v Lister
(1874)L.R. 9 Ch και Hayler v Chapman [1989] 1 Lloyd's Rep. 490). Σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα υποκατάστασης στην βάση των προαναφερόμενων αρχών, ο ασφαλιστής έχει και το δικαίωμα ελέγχου της δικαστικής διαδικασίας, νοουμένου ότι συμφωνήσει όπως αποζημιώσει τον ασφαλισμένο με τα [τυχόν] έξοδα της(βλ. K. Chellaram and Sons (London) Ltd a. a. v Overtania Shipping Company Ltd
(1982)1 C.L.R. 699 και Π. Τ. Ασουρανσι Τοκιο Μαριν Ιντονησια ν ΣΗΣΚΟΠ Ναβικεϊσιον Λτδ κ. α. (Αρ. 1)
(1999)1 Α.Α.Δ. 1378). Δικαίωμα όμως, που παράλληλα γεννά και υποχρέωση του ασφαλιστή, να ενεργεί καλόπιστα και με γνώμονα τα συμφέροντα και του ασφαλιζόμενου του, ειδικότερα στις περιπτώσεις όπου, δια της δικαστικής διαδικασίας, διεκδικείται από τον ασφαλιζόμενο και θεραπεία για απώλεια του που δεν καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση. Ένας εναγόμενος, δεν μπορεί να επικαλεστεί προς υπεράσπιση του, ότι, στην πραγματικότητα, ο ενάγοντας είναι ο ασφαλιστής και ότι, ο ενάγοντας στην εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία, είναι απλά ονομαστικά διάδικος σε αυτήν, επειδή έχει ήδη πλήρως αποζημιωθεί από τον ασφαλιστή του για την απώλεια που αυτός (ο εναγόμενος δηλαδή) του προκάλεσε (βλ. Brown v Albany Construction Co [1995] N.P.C. 100). Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα έσοδα του ασφαλισμένου από τον ασφαλιστή, στη βάση της μεταξύ τους σύμβασης ασφάλισης, αγνοούνται από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της αποζημίωσης του (βλ. Hant v Severs [1994] A.C. 350). Αρχή, που πρέπει να σημειωθεί, αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα που αποκλείει την διπλή ανάκτηση / αποζημίωση (βλ. Edwin Kelly v Σωτήρη Νικολάου
(1992)1 Α.Α.Δ. 463, Bristol and West Building Society v May May & Merrimans [1998] 1 W.L.R. 336 και Arab Bank Plc v John D. Wood Commercial Ltd [2000] Lloyd's Rep. I.R. 471). Με το ίδιο σκεπτικό, ο εναγόμενος, δεν μπορεί να ισχυριστεί προς υπεράσπιση του, ότι, ο ασφαλιστής, ικανοποίησε την απαίτηση του ασφαλιζόμενου του για αποζημίωση, όταν δεν ήταν υποχρεωμένος να το πράξει -όπως είναι π. χ. η περίπτωση όπου ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα κάτω από την ασφαλιστική σύμβαση να μην αποζημιώσει τον ασφαλιζόμενο του, βλ. King v Victoria Insurance Co. [1896] A.C. 250 και National Oilwell (UK) Ltd v Davy Offshore Ltd [1993] Lloyd's Rep. 582-. Οι προαναφερόμενες αρχές, συνοψίζονται στο σύγγραμμα των Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, 1ος τόμος, στην σελίδα 750 με παραπομπή σε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ινδίας στην υπόθεση Economic Transport Irganisation v Charam Spinning Mills (P) Ltd
(2010)4 SCC 114, όπου αυτές έτυχαν εξέτασης- Παρατίθεται αυτούσια την σχετική περικοπή: «(
  1. i)Equitable right of subrogation arises when the insurer settles the claim of the assured, for the entire loss. When there is an equitable subrogation in favour of the insurer, the insurer is allowed to stand in the shoes of the assured and enforce the rights of the assured against the wrong-doer. (
  2. ii)Subrogation does not terminate nor put an end to the right of the assured to sue the wrong-doer and recover the damages for the loss. Subrogation only entitles the insurer to receive back the amount paid to the assured, in terms of the principles of subrogation. (iii) Where the assured executes a Letter of Subrogation, reducing the terms of subrogation, the rights of the insurer vis-a-vis the assured will be governed by the terms of the Letter of Subrogation. (
  3. iv)Α subrogation enables the insurer to exercise the rights of the assured against third parties in the name of the assured. Consequently, any plaint, complaint or petition for recovery of compensation can be filed in the name of the assured, or by the assured represented by the insurer as subrogee-cum-attorney, or by the assured and the insurer as co-plaintiffs or co-complainants. (
  4. v)Where the assured [has] executed a subrogation-cum-assignment in favour of the insurer (as contrasted from a subrogation), the assured is left with no right or interest. Consequently, the assured will Νο longer be entitled to sue the wrongdoer on its own account and for its own benefit. But as the instrument is a subrogation-cum-assignment, and not a mere assignment, the insurer has the choice of suing in its own name, or in the name of the assured, if the instrument so provides. The insured becomes entitled to the entire amount recovered from the wrong-doer, that is, not only the amount that the insured had paid to the assured, but also any amount received in excess of what was paid by it to the assured, if the instrument so provides.». ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η παρούσα αγωγή εκδικάστηκε με βάση την νέα διαδικασία της ταχείας εκδίκασης και συνεπώς το Δικαστήριο καλείται να αξιολογήσει την έγγραφη μαρτυρία όλων των πλευρών όπως αυτές είναι καταγραμμένες μαζί με τα τεκμήρια που έχουν επισυνάψει. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει δια ζώσης στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης τα άτομα που έδωσαν την γραπτή τους μαρτυρία, διότι καμία πλευρά δεν έτυχε αντεξέτασης. Αυτό όμως δεν αλλάζει τις γνωστές και πάγιες νομολογιακές αρχές που διέπουν όπως π.χ. το βάρος απόδειξης σε αστικές υποθέσεις, ότι τα επίδικα θέματα αποκρυσταλλώνονται μέσα από τα δικόγραφα, την αυστηρή απόδειξη ζημιών, τους κανόνες που διέπουν την αποδεικτική βαρύτητα εξ΄ ακοής μαρτυρίας και αναμφίβολα δεν παραγνωρίζονται τα παραδεκτά γεγονότα όπως προκύπτουν μέσα από τα δικόγραφα και την μαρτυρία που προσκομίζεται. Νοείται βεβαίως ότι θέσεις που προβάλλονται μέσα από τις αγορεύσεις και που δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία αγνοούνται διότι δεν είναι επιτρεπτή η προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας στο στάδιο των αγορεύσεων. Ασφαλώς το Δικαστήριο αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση από το νομολογιακό πλαίσιο των νομικών ζητημάτων που ήγειραν όλες οι πλευρές, υπό το πρίσμα πάντοτε και του ανάλογου νομοθετικού πλαισίου. Μέσα από τις μαρτυρίες που προσκομίστηκαν από όλες τις πλευρές, προκύπτουν τα εξής παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα και τα οποία αποτελούν αντίστοιχα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου: Στις 1/3/2014 η εναγόμενη 1 θα αναχωρούσε για το εξωτερικό από το αεροδρόμιο Πάφου και θα επέστρεφε στις 5/3/2014, όπως και έγινε. Στις 1/3/2014 η εναγόμενη 1 παρέδωσε στον εναγόμενο 2 το ιδιόκτητο όχημα της για σκοπούς φύλαξης του. Στις 5/3/2014 ο εναγόμενος 2 οδήγησε το ιδιόκτητο όχημα της εναγόμενης 1 και ενώ το οδηγούσε ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα στον δρόμο προς το αεροδρόμιο Πάφου με άλλο προπορευόμενο όχημα που οδηγούσε άλλο άτομο και το οποίο ήταν ιδιοκτησίας συγκεκριμένης εταιρείας. Το ιδιόκτητο όχημα της εναγόμενης 1 ήταν ασφαλισμένο με ασφαλιστήριο συμβόλαιο που έχει συνάψει με την ενάγουσα και ήταν η μόνη εξουσιοδοτημένη οδηγός που καλυπτόταν από το εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Ο εναγόμενος 2 όταν οδηγούσε το ιδιόκτητο όχημα δεν καλυπτόταν από ασφάλεια ( ο εναγόμενος 2 στην μαρτυρία του αναφέρει ότι οδηγούσε χωρίς άδεια αλλά αυτό αποτελεί προφανώς τυπογραφικό λάθος διότι όλες οι πλευρές αποδέχονται ότι ο εναγόμενος 2 οδηγούσε χωρίς ασφαλιστική κάλυψη και δεν τέθηκε καν ζήτημα από οποιανδήποτε πλευρά για οδήγηση εκ μέρους του εναγόμενου 2 χωρίς αυτός να είναι κάτοχος άδειας οδήγησης). Αμφισβητούμενα και κατ΄ επέκταση επίδικα ζητήματα όπως προκύπτουν μέσα από τις μαρτυρίες που προσκομίστηκαν από όλες τις πλευρές είναι τα πιο κάτω: Το κατά πόσο η εναγόμενη 1 έδωσε την συγκατάθεση της στον εναγόμενο 2 να οδηγήσει το ιδιόκτητο όχημα της. Η ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Το κατά πόσο η ενάγουσα απέστειλε στον εναγόμενο 2 τις επιστολές που επικαλείται ότι απέστειλε σε αυτόν ( η εναγόμενη 1 παραδέχεται την λήψη των εν λόγω επιστολών). Το κατά πόσο πληρούνται οι νομοθετικές και νομολογιακές αρχές και προϋποθέσεις του αγώγιμου δικαιώματος που η ενάγουσα επικαλείται και ειδικότερα της νομιμοποίησης της να εγείρει την αγωγή δια υποκαταστάσεως (by subrogation), στην βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, της αμέλειας στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος και στην βάση της αθέτησης συμβατικού όρου εκ μέρους της εναγόμενης 1 να οδηγηθεί το όχημα της από άλλο άτομο πέραν της ιδίας. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει με πάρα πολλή προσοχή την τεθείσα ενώπιον του μαρτυρία, ήτοι τόσο τις ένορκες μαρτυρίες, ως επίσης και τα επισυναπτόμενα τεκμήρια, ως επίσης και τις αγορεύσεις όλων των μερών και προβαίνει στις πιο κάτω διαπιστώσεις. Η πλευρά του εναγόμενου 2 αμφισβητεί όχι μόνο το ύψος των ζημιών, αλλά ακόμα και το κατά πόσο έχει πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό για αυτές τις ζημιές από την ενάγουσα, θέτοντας ζήτημα μη επάρκειας της εκτίμησης και απουσίας μαρτυρίας και πιο συγκεκριμένα τιμολόγιο από επιδιόρθωσης αποζημιώσεων από μηχανολόγο αυτοκινήτων. Επί αυτού του αμφισβητούμενου ζητήματος το Δικαστήριο κρίνει ότι η ενάγουσα απέσεισε το βάρος απόδειξης, διότι προσκόμισε σχετική απόδειξη καταβολής αποζημίωσης στην ιδιοκτήτρια του άλλου οχήματος και δεν υπάρχει άλλη αντίθετη αξιόπιστη μαρτυρία που να αποδεικνύει το αντίθετο ή που να αντικρούει την απόδειξη που προσκόμισε η ενάγουσα και η μόνο η άρνηση από πλευράς εναγομένου 2 χωρίς οποιοδήποτε άλλο πρόσθετο αξιόπιστο στοιχείο δεν αρκεί στο να υπερφαλαγγίσει την εν λόγω απόδειξη που προσκόμισε η ενάγουσα και συνεπώς αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα αποζημίωσε την ιδιοκτήτρια του άλλου οχήματος για το ποσό των € 1570. Ως προς την επιστολή ημερομηνίας 6/3/2014 η οποία επισυνάφθηκε στην ένορκη μαρτυρία της κας Ανδρέου, πράγματι είναι ορθή η τοποθέτηση της εναγόμενης 1 ότι αυτή απευθύνεται στην κοινοπραξία που σχετίζεται με ανασφάλιστους οδηγούς και δεν απευθυνόταν στην ενάγουσα και αυτό είναι ευδιάκριτο στον τίτλο του εγγράφου, πέραν του ότι ο αριθμός που αναγράφεται κάτω από την λέξη ΄΄κοινοπραξία΄΄ δεν ταυτίζεται με τους αριθμούς επικοινωνίας της ενάγουσας που αναγράφονται σε αυτό. Η πλευρά του εναγόμενου 2 αμφισβητεί ότι παρέλαβε τις επιστολές που η ενάγουσα αναφέρει ότι απέστειλε τόσο στην εναγόμενη 1, όσο και στην εναγόμενη 2. Κατ΄ αρχήν, ως προς την εναγόμενη 1 είναι παραδεκτό από την εναγόμενη 1 ότι παρέλαβε τις εν λόγω επιστολές και συνεπώς αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα απέστειλε τις εν λόγω επιστολές στην εναγόμενη 2. Αναφορικά με το κατά πόσο οι εν λόγω επιστολές πράγματι αποστάληκαν από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο 2 και κατά πόσο αυτός τις παρέλαβε, το Δικαστήριο κρίνει, με βάση και το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο που έχει εκτεθεί, ότι από την στιγμή που υπάρχει μαρτυρία από την ενάγουσα ότι αυτές οι επιστολές έχουν σταλεί και στον εναγόμενο 2 και ότι αυτές δεν έχουν επιστραφεί και από την στιγμή που αποστάληκαν στην διεύθυνση του εναγόμενου 2 αφού δεν έχει αμφισβητηθεί η ορθότητα της διεύθυνσης του όπως αυτή αναγράφεται στις εν λόγω επιστολές, ότι αυτές οι επιστολές αποστάληκαν στην ορθή διεύθυνση του εναγόμενου 2 και ότι αυτές παραλήφθηκαν αφού δεν επιστράφηκαν και αυτό αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Ως προς το κατά πόσο η εναγόμενη 1 έδωσε την συγκατάθεση της στον εναγόμενο 2 να οδηγήσει το όχημα της, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις. Συγκεκριμένα η ενάγουσα, μέσω της κας Ανδρέου, τοποθετείται ότι αυτό οδηγείτο από τον εναγόμενο 2 με την συγκατάθεση της εναγόμενης 1. Η κα Ανδρέου όμως δεν έχει θετική γνώση περί αυτού και ούτε θα μπορούσε να έχει με βάση το περιεχόμενο της μαρτυρίας της και την φύση και την έκταση των καθηκόντων της και γενικά στην εμπλοκή της στην παρούσα υπόθεση. Άμεση γνώση έχουν μόνο τα άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα, ήτοι οι εναγόμενοι 1 και 2. Επί αυτού του θέματος αμφότεροι οι εναγόμενοι εκφέρουν εκ διαμέτρου αντίθετες τοποθετήσεις και πιο συγκεκριμένα η εναγόμενη 1 αρνείται ότι έδωσε την συγκατάθεση της στον εναγόμενο 2 και ο εναγόμενος 2 αντιστρέφει αναλόγως τα βέλη του. Σημειοτέο ότι οι δύο εναγόμενοι δεν προώθησαν την διαδικασία ανταλλαγής δικογράφων μεταξύ συνεναγομένων δυνάμει της Δ.10 Θ.12. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η πιο πειστική αναφορά είναι αυτή της εναγόμενης 1, διότι το έγγραφο που παρουσίασε ως τεκμήριο στην ένορκη της μαρτυρία δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά για μεταφορά από και προς το αεροδρόμιο Πάφου από τον εναγόμενο 2 παρά μόνο παραπέμπει το εν λόγω τεκμήριο σε υπηρεσίες στάθμευσης. Ναι μεν το επίδικο ατύχημα έλαβε χώρα την ημέρα στον δρόμο του αεροδρομίου Πάφου την ημέρα της άφιξης της εναγόμενης 1, αλλά δεν υπάρχει μαρτυρία άμεση ή έστω έμμεση ότι η οδήγηση του οχήματος γινόταν από τον εναγόμενο 2 για να παραδώσει το όχημα στην εναγόμενη 1, όσο και αν ως σενάριο είναι το πιο λογικό και αναμενόμενο, αλλά δεν δύναται να εξαχθεί με ασφάλεια ένα τέτοιο εύρημα και συμπέρασμα στην βάση εικασιών ή λογικού ή πολύ πιθανού σεναρίου χωρίς αυτό να καλύπτεται με μαρτυρία πειστική. Συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει και αυτό αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι την επίδικη ημέρα του ατυχήματος ο εναγόμενος 2 οδηγούσε το όχημα της εναγόμενης 1 χωρίς την συγκατάθεση της. Ως προς το ζήτημα της αμέλειας για το επίδικο ατύχημα, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις. Η κα Ανδρέου η οποία έδωσε μαρτυρία επί αυτού του θέματος δεν ήταν γνώστης των συνθηκών που οδήγησαν στο επίδικο ατύχημα για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, ήτοι λόγω της φύσης και της έκτασης της γνώσης της και της εμπλοκής της και συνεπώς η μαρτυρία της επί αυτού του θέματος δεν είναι άμεση. Η πλευρά της ενάγουσας δεν προσκόμισε την μαρτυρία της οδηγού του άλλου οχήματος που ήταν η άμεσα εμπλεκόμενη στο επίδικο ατύχημα και που θα μπορούσε ενδεχομένως να επιβεβαιώσει και κυρίως να αποδείξει την θέση της ενάγουσας ότι ευθύνη για το επίδικο ατύχημα φέρει ο εναγόμενος 2. Το σχεδιάγραμμα της σκηνής του ατυχήματος δεν προσφέρει οτιδήποτε το διαφωτιστικό προς αυτήν την κατεύθυνση. Ούτε η εναγόμενη 1 θα μπορούσε να δώσει μαρτυρία επί αυτού του θέματος διότι δεν ήταν εμπλεκόμενη οδηγός στο επίδικο ατύχημα. Συνεπώς παραμένει αναντίλεκτη η μαρτυρία του εναγόμενου 2 επί αυτού του θέματος που ήταν και ο άμεσα εμπλεκόμενος στο εν λόγω ατύχημα και συνεπώς η θέση του ότι το επίδικο ατύχημα έλαβε χώρα όταν ο εναγόμενος 2 επιχειρούσε να προσπεράσει την οδηγό του άλλου οχήματος που προπορευόταν επειδή η άλλη οδηγός οδηγούσε επικίνδυνα. Στην προσπάθεια του ο εναγόμενος 2 να την προσπεράσει, λόγω ακριβώς της πιο πάνω επικίνδυνης οδήγησης, η άλλη οδηγός έκανε έναν απότομο ελιγμό προς τα δεξιά με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση των δύο οχημάτων και αυτό αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου και συνεπώς το επίδικο ατύχημα προκλήθηκε από την αμέλεια της άλλη οδηγού επειδή όφειλε να αντιληφθεί την παρουσία του εναγόμενου 2 και κυρίως να μην προβεί στον ελιγμό που έκανε για να μην κτυπήσει στο όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 2. Αναφορικά με την αρχή της υποκατάστασης (subrogation), το Δικαστήριο προβαίνει στις πιο κάτω διαπιστώσεις, έχοντας υπ΄ όψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που έχουν εκτεθεί και ιδιαίτερα με την υπόθεση Βλάχου (ανωτέρω) που επικαλέστηκε η ενάγουσα και έχοντας υπ΄ όψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως προκύπτουν μέσα από την πιο πάνω αξιολόγηση και τα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου και τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα και που με βάση τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κρίνεται ότι η εν λόγω αρχή δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση για τους πιο κάτω λόγους. Η εν λόγω αρχή δεν τυγχάνει εφαρμογής διότι η ενάγουσα στην παρούσα υπόθεση ως η ασφαλιστική εταιρεία δεν έχει πληρώσει τον ασφαλισμένο και στην προκειμένη περίπτωση την εναγόμενη 1 αλλά ένα τρίτο άτομο, ήτοι την οδηγό του άλλου οχήματος και συνεπώς δεν υπεισήλθε η ενάγουσα ως ασφαλιστική εταιρεία στα δικαιώματα της εναγόμενης 1, αλλά αντιθέτως την ενάγει μαζί με τον εναγόμενο 2. Δεν διαφεύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου ότι μέσα από την έκθεση απαίτησης της η ενάγουσα επικαλείται ουσιαστικά παράβαση συμβατικού όρου εκ μέρους της εναγόμενης 1 με το να οδηγηθεί το όχημα της από άλλα άτομο, ήτοι τον εναγόμενο 2, λόγω ακριβώς του συμβατικού όρου που προνοούσε ότι μόνο η εναγόμενη 1 καλυπτόταν από το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Όμως αυτή η βάση της αγωγής δεν δύναται να έχει επιτυχή κατάληξη, ήτοι η παράβαση συμφωνίας, διότι με βάση και την αξιολόγηση που έγινε πιο κάτω προκύπτει ως εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 2 οδήγησε μεν το όχημα της εναγόμενης 1, αλλά χωρίς την συγκατάθεση της και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα παράβασης συμβατικού όρου από πλευράς εναγομένης 1. Πέραν αυτού, η ενάγουσα στην παρούσα υπόθεση ως ασφαλιστική εταιρεία, δεν εξασκεί τα δικαιώματα του ασφαλισμένου και στην προκειμένη περίπτωση της εναγόμενης 1 εναντίον του εναγόμενου 2, αλλά ενάγει και τους δύο. Το άρθρο 14
(1)(β) του Ν. 96
(1)/2000, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 του ιδίου Νόμου, ρητά κάνει αναφορά και ουσιαστικά προϋποθέτει την ύπαρξη Δικαστικής απόφασης για να τύχει εφαρμογής το εν λόγω άρθρο και συνεπώς από την στιγμή που στην παρούσα υπόθεση δεν έχει προηγηθεί η έκδοση Δικαστικής απόφασης, η ενάγουσα δεν δύναται να επικαλεστεί τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις και αυτό επιβεβαιώθηκε άλλωστε και στην υπόθεση Βλάχου (ανωτέρω). Ούτε η πρώτη πτυχή της αρχής της υποκατάστασης (subrogation) ως αυτή έχει εκτεθεί ανωτέρω δύναται να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση διότι η εναγόμενη 1 στην παρούσα υπόθεση ως ασφαλισμένη δεν απέκτησε οποιοδήποτε όφελος που να την καθιστά υπόλογη στην ενάγουσα ως ασφαλιστική εταιρεία και δεν απαιτεί άλλωστε η ενάγουσα κάτι τέτοιο μέσα από την έκθεση απαίτηση της. Στην υπόθεση Βλάχου (ανωτέρω) αποτελούσε παραδεκτό γεγονός ότι την ευθύνη για το επίδικο ατύχημα την είχε ο μη εξουσιοδοτών οδηγός ενώ στην παρούσα υπόθεση με βάση και την αξιολόγηση που έχει προηγηθεί ο μη εξουσιοδοτών οδηγός, ήτοι ο εναγόμενος 2 δεν είχε την ευθύνη για το επίδικο ατύχημα. Στην υπόθεση Βλάχου (ανωτέρω) υπήρχε ρητός όρος που έδινε δικαίωμα στην ασφαλιστική εταιρεία να ενεργήσει με βάση τον όρο 4 του συμβολαίου εκείνης της υπόθεσης όπως έχει εκτεθεί ανωτέρω και με βάση τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης, ενώ στην παρούσα υπόθεση το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν περιλαμβάνει τέτοιες εξειδικευμένες πρόνοιες. Στην υπόθεση Βλάχου (ανωτέρω) βρέθηκε το όχημα να οδηγείτο από παιδί ατόμου που καλυπτόταν από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και κρίθηκε ότι λόγω και αυτής της ιδιότητας υπήρχε η ευθύνη του ατόμου που καλυπτόταν από την εν λόγω ασφάλεια ενώ στην παρούσα υπόθεση το όχημα της εναγόμενης 1 οδηγείτο από τον εναγόμενο 2 ο οποίος της ήταν άγνωστος, με εξαίρεση βεβαίως τις υπηρεσίες στάθμευσης και φύλαξης του οχήματος της, ως πιο πάνω αναφέρθηκε και αξιολογήθηκε. Συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι η αρχή της υποκατάστασης (subrogation) δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, ούτε και η υπόθεση Βλάχου (ανωτέρω) λόγω των πιο πάνω αναφερόμενων διαφορών ως προς τα γεγονότα μεταξύ της παρούσας υπόθεσης και της υπόθεσης Βλάχου (ανωτέρω). Ως προς την αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού που η ενάγουσα επικαλέστηκε, το Δικαστήριο, έχοντας υπ΄ όψη το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογικό πλαίσιο που διέπει την εν λόγω αρχή, κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται η εν λόγω αρχή. Συγκεκριμένα, με βάση τα ευρήματα και συμπεράσματα που έχουν εκτεθεί ανωτέρω με την πιο πάνω αξιολόγηση και τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, προκύπτει ότι δεν έχει αποδειχθεί η απόκτηση οποιουδήποτε οφέλους εις βάρος της ενάγουσας, από την στιγμή μάλιστα που όπως αποδείχθηκε η εναγόμενη 1 δεν έδωσε την συγκατάθεση της στον εναγόμενο 2 να οδηγήσει το όχημα της, ως επίσης και από το γεγονός ότι για το επίδικο ατύχημα δεν είχε ευθύνη ο εναγόμενος 2 αλλά η άλλη οδηγός. Το ότι η ενάγουσα κατέβαλε αποζημίωση στην ιδιοκτήτρια του άλλου αυτοκινήτου κρίνεται από το Δικαστήριο ότι δεν οδηγεί αυτομάτως και αυτοδικαίως, με βάση πάντα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, σε υποχρέωση καταβολής του ισάξιου ποσού από τους εναγόμενους στην ενάγουσα με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι με βάση την αξιολόγηση που προηγήθηκε, δεν έχει αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος 2 οδηγούσε με την συγκατάθεση της εναγόμενης 1, δεν έχει αποδειχθεί η αμέλεια εκ μέρους του εναγόμενου 2, ούτε πληρούνται οι προϋποθέσεις των νομικών αρχών επί των οποίων η ενάγουσα βάσισε την απαίτηση της. Συνεπώς, η βάση τις απαίτησης της ενάγουσας στην βάση των νομικών αρχών που επικαλέστηκε και των γεγονότων που προέβαλε, σε συνδυασμό με τα ευρήματα και τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου και τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι δεν έχουν στοιχειοθετηθεί και συνεπώς η ενάγουσα απέτυχε στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων να αποδείξει την απαίτηση της και κατ΄ επέκταση η αγωγή απορρίπτεται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της ενάγουσας και υπέρ των εναγομένων, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).............. ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.