← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. UNICROWN LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 4093/2012, 29/10/2021

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. UNICROWN LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 4093/2012, 29/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4093/2012 Μεταξύ: EMPORIKI BANK - CYPRUS LTD Ενάγουσα και

  1. UNICROWN LIMITED
  2. xxx xxx HACKNEY
  3. xxx xxx PERL
  4. C.I.E.L. DEVELOPERS LIMITED Εναγόμενοι Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 19/11/2015 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγουσα και
  5. UNICROWN LIMITED
  6. xxx xxx HACKNEY
  7. xxx xxx PERL
  8. C.I.E.L. DEVELOPERS LIMITED Εναγόμενοι 29 Οκτωβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Μ. Μαστορούδης για Ντίνος Μαστορούδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 4: κ. Κ.Καλαβάς. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή στην υπόθεση και δικόγραφα Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 31.12.2012 από την τότε ενάγουσα Emporiki Bank-Cyprus Ltd. Βάση της αγωγής είναι το δάνειο τακτής προθεσμίας ημερ.4.10.2007 που η τράπεζα παραχώρησε στην εναγόμενη 1 υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 για το ποσό των CHF2.519.168,40 ελβετικά φράγκα. Προς εξασφάλιση και εγγύηση του ρηθέντος δανείου, η εναγόμενη 4 - δυνάμει της υποθήκης Υ5xx7/07 ημερ.9.10.2007 - υποθήκευσε προς όφελος της τράπεζας τα κτήματα που περιγράφονται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης. Επειδή ο επίδικος λογαριασμός δανείου της εναγόμενης 1 παρουσίαζε συνεχώς καθυστερήσεις, η τράπεζα της απέστειλε την επιστολή ημερ.16.12.2011, καλώντας την να τηρήσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Αντίστοιχες ενημερωτικές επιστολές, ίδιας ημερομηνίας, απεστάλησαν και στους λοιπούς εναγομένους. Δεν υπήρξε συμμόρφωση με αποτέλεσμα η τράπεζα να τερματίσει τη συμφωνία δανείου με την επιστολή της ημερομηνίας 4.1.2012 με ταυτόχρονη και πάλι ενημέρωση των εναγομένων 2, 3 και
  9. Καμία ανταπόκριση δεν υπήρξε και πάλι με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή με την οποία διεκδικείται απ' όλους τους εναγόμενους το ποσό των CHF4.055.660,30 ελβετικά φράγκα πλέον τόκους 12.8392% από 23.11.2012 με κεφαλοποίηση των τόκων δυο φορές τον χρόνο. Επιπλέον από την εναγόμενη 4 διεκδικείται η εκποίηση της υποθήκης ως επίσης και άλλα συναφή προς τον σκοπό αυτό, διατάγματα. Εναντίον της εναγόμενης 1 εκδόθηκε απόφαση στις 24.9.2013 λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης, ενώ σε σχέση με τους εναγομένους 2 και 3 εξέπνευσε το κλητήριο ένταλμα χωρίς να τους επιδοθεί. Ως εκ τούτου η αντιδικία συνεχίζεται μόνο με την εναγόμενη
  10. Η εναγόμενη 4 καταχώρησε Υπεράσπιση στις 15.12.
  11. Σ' αυτή εγείρει αρχικά διάφορες προδικαστικές ενστάσεις. Δεν ζητήθηκε όμως η προδίκαση αυτών των ενστάσεων, ούτε και προωθήθηκαν όλες κατά την ακροματική διαδικασία. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα ασχοληθεί μόνο με τα ζητήματα που προωθήθηκαν και άπτονται της ουσίας της διαφοράς. Τούτο θα γίνει βέβαια στο κατάλληλο στάδιο. Πέραν των ενστάσεων αυτών, η εναγόμενη 4 αρνείται ότι εγγυήθηκε την οφειλή της εναγόμενης 1, διασαφηνίζοντας επ' αυτού ότι ουδέποτε εξουσιόδοτησε οποιοδήποτε πρόσωπο να το πράξει. Ομοίως, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε εγκύρως και συμφώνως των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 απόφαση για την υποθήκευση οποιωνδήποτε ακινήτων και/ή για την παροχή οποιασδήποτε εγγυήσης. Ουδέποτε συνεδρίασε το Διοικητικό Συμβούλιο για να αποφασίσει την παροχή εξουσιοδότησης σε κάποιο πρόσωπο για τον σκοπό αυτό και ουδέποτε υπέγραψε οποιαδήπουε συναφή προς τούτο έγγραφα. Απ' εκεί και πέρα χαρακτηρίζει τον υπό διεκδίκηση τόκο υπερβολικό που δεν έχει σχέση με δάνειο σε ελβετικά φράγκα. Αρνείται ότι υπήρξε νόμιμος τερματισμός της συμφωνίας δανείου όπως αρνείται την αποστολή και παραλαβή οποιασδήποτε επιστολής. Ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα κωλύεται (is estopped) στο να εγείρει αξίωση εναντίον της αφού αρνήθηκε να συνεργαστεί και/ή συγκατατεθεί στην έκδοση ξεχωριστών τίτλων για τις έξι κατοικίες, για την αγορά και ανέγερση των οποίων παραχωρήθηκε το δάνειο. Τελικώς αμφισβητεί τις θεραπείες που διεκδικεί η ενάγουσα, ισχυριζόμενη ότι υπάρχουν παράνομες χρεώσεις επιτοκίων και/ή ανατοκισμοί και/ή χρησιμοποιείται λανθασμένη και/ή αυθαίρετη ισοτιμία για μετατροπή του υπολοίπου σε ελβετικά φράγκα σε ευρώ. Χαρακτηρίζει ουσιώδεις ρήτρες της συμφωνίας ως καταχρηστικές ως επίσης και την εν γένει διεκδίκηση της ενάγουσας σε ελβετικά φράγκα ως παράνομη. Η ακροαματική διαδικασία Με αυτές τις δικογραφημένες θέσεις η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Από πλευράς ενάγουσας κατέθεσαν τρεις μάρτυρες, οι xxx Χριστοφόρου (ΜΕ1), xxx Κωνσταντίνου (ΜΕ2) και xxx Χατζημιλτής (ΜΕ3). Εκ μέρους της εναγόμενης 4 κατάθεσε ο εκ των διευθυντών της xxx Ελευθεριάδης (ΜΥ1). Σε ό,τι αφορά γραπτή μαρτυρία, κατατέθηκαν τα εξής έγγραφα ως τεκμήρια: Τεκμήριο 1 - Φωτοαντίγραφο του διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αίτηση 1xx/
  12. Τεκμήριο 2 - Αντίγραφο επιστολής ημερ. 04.10.
  13. Τεκμήριο 3 - Σύμβαση δανείου ημερ. 04.10.
  14. Τεκμήριο 4 - Σύμβαση και έγγραφο υποθήκης Y5xx7/07 ημερ. 09.10.
  15. Τεκμήριο 5 - Απόσπασμα πρακτικού συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης 4, ημερ. 05.02.
  16. Τεκμήριο 6 - Δέσμη αποτελούμενη από έξι πωλητήρια έγγραφα. Τεκμήριο 7 - Δέσμη αποτελούμενη από έξι εκχωρητήρια έγγραφα ημερ. 04.10.
  17. Τεκμήριο 8 - Φωτοαντίγραφο συστημένης επιστολής ημερ. 16.12.
  18. Τεκμήριο 9 - Φωτοαντίγραφα συστημένων επιστολών ημερ. 16.11.2011 προς τους εναγόμενους 2 και
  19. Τεκμήριο 10 - Φωτοαντίγραφο συστημένης επιστολής προς την εναγόμενη 4 ημερ. 16.12.
  20. Τεκμήριο 11 - Αντίγραφο συστημένης επιστολής προς την εναγόμενη 1 ημερ. 04.01.
  21. Τεκμήριο 12 - Φωτοαντίγραφα συστημένων επιστολών προς τους εναγόμενους 2 και 3 ημερ. 04.01.
  22. Τεκμήριο 13 - Φωτοαντίγραφο συστημένης επιστολής προς την εναγόμενη 4 ημερ. 04.01.
  23. Τεκμήριο 14 - Αναλυτική κατάσταση λογαριασμού μαζί με υπογεγραμμένο πιστοποιητικό. Τεκμήριο 15 - Αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Τεκμήριο 16 - Πιστοποιητικό Εφόρου Εταιρειών, ημερ. 18.10.2006 του εγγεγραμμένου γραφείου της εναγόμενης 1 εταιρείας. Τεκμήριο 17 - Εκτύπωση από το ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με το εγγεγραμμένο γραφείο της εναγόμενης 4 ημερ. 26.03.
  24. Τεκμήριο 18 - Πληρεξούσιο έγγραφο αρ. 8xx/06 και άλλα συναφή έγγραφα. Τεκμήριο 19 - Κατάσταση λογαριασμού μαζί με σχετικό πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35.3 του Κεφ.
  25. Τεκμήριο 20 - Ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ημερ. 04.11.
  26. Τεκμήριο 21 - Αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που καλύπτει την περίοδο 09.10.2007 μέχρι 29.04.
  27. Τεκμήριο 22 - Εκτύπωση από ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών Γραμματέα και Διευθυντών εναγόμενης
  28. Ο ΜΕ1, υπάλληλος της ενάγουσας, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης γραπτή δήλωση (έγγραφο Α), στην οποία αναφέρεται με κάθε λεπτομέρεια στο χρονικό της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης, καταθέτοντας συνάμα τα τεκμήρια 1-
  29. Σημειώνεται ότι με τη μαρτυρία του περιόρισε την αξίωση της ενάγουσας σε CHF3.446.587,03 πλέον τόκους 10.0683% από 4.1.2012 με κεφαλοποίηση δυο φορές τον χρόνο. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι ήταν υπάλληλος της Εμπορικής Τράπεζας από το 2007 μέχρι το 2015 που συγχωνεύτηκε με την ενάγουσα (σχετικό είναι το τεκμήριο 1). Την επίδικη σύμβαση και έγγραφο υποθήκης την υπέγραψε εκ μέρους της εναγόμενης 4 - βάσει του πληρεξουσίου 7xx/04 - η πληρεξούσιος αντιπρόσωπος, xxx Φιλίππου. Μολονότι, όταν του ζητήθηκε να παρουσιάσει το εν λόγω πληρεξούσιο, ανέφερε ότι δεν το έχει στην κατοχή του, επέμενε ότι η xxx Φιλίππου ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένη από την εναγόμενη 4 να υπογράψει τα έγγραφα της υποθήκης, εξ ου και τα εν λόγω έγγραφα φέρουν τη σφραγίδα της εταιρείας. Δέχτηκε ότι στο τεκμήριο 5 δεν υπάρχει πρόνοια που να διορίζει την κα Φιλίππου ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο, αλλά υπέδειξε ότι το εν λόγω τεκμήριο έγινε τον 2/2007 ενώ η υποθήκη υπεγράφη τον 10/
  30. Στη συνέχεια ανέφερε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 14) απεστάλησαν και παρελήφθησαν από τον πελάτη με μόνη διαφορά ότι το λογότυπο στις καταστάσεις ήταν της Εμπορικής και όχι της Alpha Bank. Σε σχέση με το δάνειο ανάφερε ότι χορηγήθηκε σε ελβετικά φράγκα και έγινε μεταφορά σε λογαριασμό του πελάτη σε ευρώ. Η υποθήκη πάντως είναι σε κυπριακές λίρες. Η αξίωση όμως εναντίον της εναγόμενης 4 είναι σε ελβετικά φράγκα διότι η υποθήκη εγγυάτο την εναγόμενη 1 για το υπόλοιπο του δανείου. Επί τούτου δέχτηκε ότι έχει διαφοροποιηθεί η ισοτιμία ελβετικού φράγκου σε ευρώ από το 2007 που έγινε το δάνειο μέχρι σήμερα, χωρίς ωστόσο να ήταν σε θέση να προσδιορίσει τη διαφορά αυτή. Σε άλλες ερωτήσεις ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο (το 2007) διευθυντές της εναγόμενης 4 ήταν οι xxx Ιωαννίδης και xxx Ελευθεριάδης. Σε σχέση με τον τόκο ανέφερε ότι από τη λήξη του δανείου που ήταν διάρκειας τριών χρόνων, δηλαδή από 9.10.2010 το υπόλοιπο χρεωνόταν με τόκο υπερημερίας 7%. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι τις 25.11.2015, οπότε και μειώθηκε σε 1.75%. Αυτό φαίνεται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 15). Επανεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι στο τεκμήριο 4 γίνεται παραπομπή στη σύμβαση ημερ.4.10.2007 (τεκμήριο 3) και ότι επί της επιστολής της τράπεζας προς την εναγόμενη 1 ημερ.4.10.2007 (τεκμήριο 2), υπάρχει υπογραφή εκ μέρους και η σφραγίδα της εναγόμενης
  31. Η ΜΕ2, υπεύθυνη του Κλάδου Δηλώσεων και Υποθηκών του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου, αναγνώρισε το τεκμήριο 4 λέγοντας ότι είναι η υποθήκη Υ5xx7/07 στην οποία, σήμερα, ενυπόθηκος οφειλέτης είναι η εναγόμενη 4 και ενυπόθηκος δανειστής η ενάγουσα για ποσό €1.808.373,
  32. Την υποθήκη, εκ μέρους της εναγόμενης 4, την υπέγραψε η κα xxx Φιλίππου δυνάμει του γενικού πληρεξουσίου 720/04 το οποίο δήλωσε, είχε στην κατοχή της. Όταν της ζητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της ενάγουσας, κ. Μαστορούδη, να καταθέσει πιστό αντίγραφο του εν λόγω πληρεξουσίου - αφού το πρωτότυπο το ήθελε για τον κτηματολογικό φάκελο όπως ανέφερε - ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης 4, κ. Καλαβάς, υπέβαλε ένσταση. Η ένσταση εδραζόταν, μεταξύ άλλων, στο ότι το εν λόγω πληρεξούσιο ήταν άσχετο αφού αποτελούσε πρακτικό συνεδρίας τρίτης εταιρείας, ήτοι της I.C.E Developments Ltd. Ο κ.Μαστορούδης τότε ζήτησε και του δόθηκε διάλειμμα για να εξετάσει το θέμα που είχε ανακύψει. Μετά το διάλειμμα απέσυρε το αίτημα για κατάθεση του εν λόγω πληρεξουσίου και υπέβαλε την εξής ερώτηση: E. Κα Κωνσταντίνου, μας αναφέρατε προ ολίγου σε σχετική ερώτηση μου ότι η υποθήκη υπογράφηκε από την κα xxx Φιλίππου του πληρεξουσίου εγγράφου 7xx/04 από την xxx Φιλίππου. Εξακολουθείτε να υποστηρίζετε αυτή την απάντηση που έχετε δώσει ως προς τον αριθμό του πληρεξουσίου; Για να λάβει την εξής απάντηση: Α. Βασικά διαπίστωσα ότι η συνάδελφος που έκανε αποδεκτή τη συγκεκριμένη υποθήκη, εκ παραδρομής αναφέρθηκε στο συγκεκριμένο πληρεξούσιο, το οποίο ανήκει για άλλη εταιρεία των δύο διευθυντών. Για τη συγκεκριμένη υποθήκη το πληρεξούσιο που χρησιμοποιήθηκε ήταν 8xx/06 και για διαπίστωση αυτού να αναφέρω υπάρχουν και άλλες υποθήκες της εταιρείας, οι οποίες είναι διαδοχικές με τη συγκεκριμένη υποθήκη οι οποίες έχουν καταχωρηθεί με το συγκεκριμένο πρακτικό, δηλαδή το 8xx/06 που αφορά την εταιρεία C.I.E.L.Developments Ltd. Στη συνέχεια - παρά την εκ νέου ένσταση που υποβλήθηκε - της επιτράπηκε η κατάθεση του πληρεξούσιο 8xx/16 (τεκμήριο 18). Η πρώτη σελίδα του εν λόγω τεκμηρίου, εξήγησε η μάρτυρας, είναι η ανάκληση του πληρεξουσίου η οποία έγινε από την πληρεξούσιο αντιπρόσωπο στις 15.11.
  33. Δυνάμει του εν λόγω πληρεξουσίου, η πληρεξούσιος αντιπρόσωπος υπέγραψε και άλλες υποθήκες για τα ίδια ακίνητα, διαδοχικές της Υ5xx7/
  34. Δυνάμει αυτού του πληρεξουσίου υπεγράφη και η Υ5xx7/07, απλά η συνάδελφος της, εκ παραδρομής, σημείωσε στο έντυπο Ν271 ως αριθμό πληρεξουσίου 7xx/04 που αφορά άλλη εταιρεία. Η Υ5xx7/07 εξακολουθεί να υφίσταται. Αντεξεταζόμενη σε σχέση με το πρακτικό της εναγόμενης 4 με το οποίο φέρεται να διορίζεται η κα xxx Φιλίππου πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της εναγόμενης 4 (τεκμήριο 18) ανέφερε ότι στην επικεφαλίδα αναγράφεται «πρακτικό της εταιρείας I.C.E.DEVELOPERS LTD». Στην πρώτη πρόταση όμως του πρακτικού αναγράφεται ότι πρόκειται για συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της C.I.E.L DEVELOPERS LTD (εναγόμενη 4) με τον σωστό αριθμό εγγραφής 1xxx
  35. Το πρακτικό το υπογράφουν οι δύο διευθυντές της εναγόμενης 4 εταιρείας, xxx Ελευθεριάδης και xxx Ιωαννίδης (αν και υπάρχει εκ του περισσού και προφανώς εκ παραδρομής και η υπογραφή του κ. xxx Χαραλάμπους). Ο κ. Χαραλάμπους ήταν διοικητικός σύμβουλος μαζί με τους πρώτους δύο στην I.C.E. Περαιτέρω το έγγραφο φέρει τη σφραγίδα της εναγόμενης 4 και θεωρήθηκε συνεπώς ικανοποιητικό για σκοπούς του Κτηματολογίου και η υποθήκη σωστά συστάθηκε. Σε σχέση με το έντυπο Ν271 (μέρος του τεκμηρίου 4) ανέφερε ότι είναι το μόνο που χρειάζεται για σύσταση της υποθήκης. Το «έγγραφο υποθήκης» που το συνοδεύει είναι έγγραφο της τράπεζας. Δεν απαιτείται από το Κτηματολόγιο. Αν προσκομιστεί όμως το καταχωρούν μαζί με την υποθήκη. Σε σχέση με το πληρεξούσιο 8xx/06 ανέφερε ότι ήταν ήδη καταχωρημένο στο σύστημα του Κτηματολογίου από προγενέστερες πράξεις και ήξεραν έτσι ότι δυνάμει αυτού η πληρεξούσιος αντιπρόσωπος είχε την εξουσιοδότηση να αντιπροσωπεύει την εναγόμενη 4 για σκοπούς σύστασης υποθήκης. Επανέλαβε επ' αυτού ότι εκ παραδρομής αναφέρεται στο έντυπο Ν271 ως αριθμός πληρεξουσίου 7xx/
  36. Ο τελευταίος μάρτυρας της ενάγουσας - ΜΕ3, πρώην υπάλληλος της Εμπορικής και νυν της ενάγουσας, υιοθέτησε και αυτός ως μέρος της κυρίως του εξέτασης γραπτή δήλωση (έγγραφο Β). Στη δήλωση ο μάρτυρας περιγράφει τη δική του σχέση και ανάμειξη με την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση και υποθήκη. Συνάμα κατάθεσε τα τεκμήρια 19-
  37. Με βάση τη δική του μαρτυρία, πέραν της έκδοσης διαφόρων διαταγμάτων, η ενάγουσα αξιώνει από την εναγόμενη 4 ποσό CHF4.510.840,93 πλέον τόκους ίσους προς το εκάστοτε 6 month Libor + 3% περιθώριο +1.75% τόκους υπερημερίας από 29.4.2021 με κεφαλοποίηση δυο φορές τον χρόνο. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι το τεκμήριο 5 ημερ. 5.2.2007 (πρακτικό συνεδρίας του Δ.Σ. της εναγόμενης 4) συγκαταλεγόταν στα έγγραφα του παραχωρηθέντος δανείου. Βάσει του τεκμηρίου αυτού οι διευθυντές της εναγόμενης 4 εξουσιοδοτούνταν να παραστούν στο Κτηματολόγιο. Ωστόσο μετά από συνεννόηση με την εταιρεία η υποθήκη υπεγράφη από την πληρεξούσιο αντιπρόσωπο κα xxx Φιλίππου δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου που ήταν ήδη κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο. Ο μάρτυρας δεν θυμόταν αν παρουσιάστηκε ο ίδιος στο Κτηματολόγιο κατά την υπογραφή της υποθήκης ούτε αν είδε (τότε) το πληρεξούσιο 8xx/
  38. Διαφώνησε πάντως με υποβολή του ευπαιδεύτου συνηγόρου, κ. Καλαβά ότι η υποθήκη υπεγράφη από αναρμόδιο πρόσωπο και στη βάση άσχετου πληρεξουσίου. Σε σχέση με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, διευκρίνισε ότι το τεκμήριο 15 καλύπτει την περίοδό από την εκταμίευση του δανείου μέχρι την ημερομηνία τερματισμού ενώ το τεκμήριο 21 που κατάθεσε ο ίδιος καλύπτει την περίοδο από την εκταμίευση του δανείου μέχρι τον 4/
  39. Σε σχέση με την εκταμίευση, διευκρίνισε ότι το ποσό του παραχωρηθέντος δανείου πιστώθηκε σε άλλο λογαριασμό του πελάτη, σε τοπικό νόμισμα, που ήταν οι λίρες Κύπρου και απ' εκεί γίνονταν οι σταδιακές πληρωμές προς τον εργολάβο ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών. Παρόλα ταύτα η διεκδίκηση της ενάγουσας επανέλαβε, είναι σε ελβετικά φράγκα διότι αυτό ήταν το νόμισμα του παραχωρηθέντος δανείου κατόπιν μάλιστα επιλογής της εναγόμενης
  40. Σε σχέση με το τεκμήριο 21 ανάφερε ότι ο τόκος υπερημερίας ξεκινά από τον τερματισμό και μετά. Αρχικά ο λογαριασμός χρεώθηκε με τόκο υπερημερίας γύρω στο 5% (νομίζει) αλλά στην αναδομημένη κατάσταση (τεκμήριο 21) ο τόκος αυτός μειώθηκε σε 2% μέχρι το 2013 και έπειτα σε 1.75%. Στο τεκμήριο αυτό αφαιρέθηκαν και όλες οι άλλες χρεώσεις της τράπεζας εκτός από τα αρχικά έξοδα για υλοποίηση του δανείου (CHF19.856,51). Τα έξοδα αυτά πληρώθηκαν από τον δανειζόμενο την ίδια ημέρα που έγινε η εκταμίευση, εξ ου και υπάρχει ανάλογη πίστωση του ποσού στον λογαριασμό. Τέλος επέμενε - παρά την υποβολή του αντιθέτου - πως όταν υπήρξαν καθυστερήσεις και κατόπιν που το δάνειο κατέστη ληξιπρόθεσμο, απεστάλησαν επιστολές και προς την εναγόμενη
  41. Από πλευράς εναγόμενης 4 κατάθεσε ο εκ των διευθυντών της (ΜΥ1), υιοθετώντας γραπτή δήλωση (έγγραφο Γ). Στην εν λόγω δήλωση εξηγεί πως η εναγόμενη 4 και η I.C.E. DEVELOPERS LTD υπέγραψαν έγγραφα για πώληση στην εναγόμενη 1 (που συστάθηκε από τους εναγόμενους 2 και 3) έξι κατοικιών που ανεγέρθηκαν επί γης που άνηκε στην εναγόμενη
  42. Καθ' ότι οι εναγόμενοι 1-3 δεν είχαν όλα τα χρήματα για την αγορά των κατοικιών, αποτάθηκαν στην Εμπορική Τράπεζα και πέτυχαν την παραχώρηση δανείου ύψους ΛΚ882.
  43. Η τράπεζα κατά την όλη διαδικασία ετοίμασε για υπογραφή το τεκμήριο 5 ημερ. 5.2.2007, βάσει του οποίου η εναγόμενη 4 θα υποθήκευε τρία ακίνητα της προς όφελος της τράπεζας. Για υλοποίηση τούτου εξουσιοδοτείτο ο ίδιος και ο έτερος διευθυντής χχχ Ιωαννίδης (τεκμήριο 22) να παρουσιαστούν στο Κτηματολόγιο και να υπογράψουν κάθε αναγκαίο έγγραφο. Ουδέποτε όμως παρουσιάστηκαν ενώπιον του Κτηματολογίου για τον σκοπό αυτό και ουδέποτε υπέγραψαν οποιοδήποτε έγγραφο υποθηκεύοντας τα εν λόγω ακίνητα. Ομοίως ουδέποτε λήφθηκε απόφαση από το Δ.Σ της εταιρείας για ανατροπή αυτής της απόφασης και ουδέποτε αποφασίστηκε όπως η συγκεκριμένη δικαιοπραξία γίνει εξ ονόματος της εναγόμενης 4 από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο και δη από την κα χχχ Φιλίππου. Το δε τεκμήριο 18 τιτλοφορείται «πρακτικό εταιρείας I.C.E DEVELOPERS LTD" και υπογράφεται από τους 3 διευθύνοντες συμβούλους αυτής της εταιρείας. Τέλος, ουδέποτε υπήρξε ενημέρωση του Δ.Σ της εναγόμενης 4 για τους όρους του δανείου, ουδέποτε πληροφορήθηκαν ότι αυτό παραχωρήθηκε σε ελβετικά φράγκα και ουδέποτε έλαβαν οποιανδήποτε επιστολή ότι υπήρχαν καθυστερήσεις και αργότερα ότι τερματίστηκε το δάνειο. Αντεξεταζόμενος παραδέχτηκε ότι η επεξηγηματική /ενημερωτική επιστολή (τεκμήριο 2) φέρει τη σφραγίδα της εναγόμενης 4 εταιρείας και τις υπογραφές του ιδίου και χχχ Ιωαννίδη αλλά επέμενε ότι δεν είχαν «πλήρη ενημέρωση» για τους όρους του δανείου. Ομοίως παραδέχτηκε ότι το τεκμήριο 18 φέρει τη σφραγίδα της εναγόμενης 4 εταιρείας και τις υπογραφές του ιδίου και χχχ Ιωαννίδη αλλά συνέχισε να αρνείται ότι η χχχ Φιλίππου εξουσιοδοτήθηκε να εμφανιστεί στο Κτηματολόγιο και να υπογράψει εκ μέρους της εναγόμενης 4 την υποθήκη. Επί του προκειμένου του υποβλήθηκε ότι το τεκμήριο 5 δεν αναίρεσε το τεκμήριο 18 το οποίο ήταν κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο και σε πλήρη ισχύ, υποβολή με την οποία διαφώνησε ο μάρτυρας. Σε ερώτηση γιατί η εναγόμενη 4 δεν έλαβε κάποιο μέτρο για ακύρωση της υποθήκης και για διασφάλιση των συμφερόντων της αφού θεωρεί ότι συστάθηκε παράτυπα, απάντησε «μα εφόσον γνωρίζω ότι υπάρχει υπόθεση στο δικαστήριο, τρέχει αυτή η υπόθεση, μιλώ με τον δικηγόρο μου, σε συνεργασία με τον δικηγόρο μου είμαστε εδώ που είμαστε σήμερα." Σε σχέση με την άρνηση του οφειλόμενου ποσού, ανέφερε ότι δεν προέβη σε κάποια μελέτη με οικονομικό σύμβουλο αλλά εν πάση περιπτώσει του φαίνεται υπερβολική η αξίωση και την αμφισβητεί. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του ΜΥ1, δόθηκε χρόνος στους συνηγόρους να ετοιμάσουν τις αγορεύσεις τους. Αμφότεροι ετοίμασαν, υιοθέτησαν και κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες αναπτύσσουν τις θέσεις και τα επιχειρήματα τους σε σχέση με τη δοθείσα μαρτυρία και τα θέματα που θεωρούν σημαντικά για την υπόθεση τους. Το Δικαστήριο έχει διεξέλθει με κάθε προσοχή τις αγορεύσεις των συνηγόρων και θα αναφερθεί σε επιμέρους επιχειρήματα εκεί και όπου χρειάζεται για επίλυση των επιδίκων θεμάτων. Προέχει όμως η αξιολόγηση της μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ξεκινώ από τους δύο υπαλλήλους της ενάγουσας, ΜΕ1 και ΜΕ
  44. Οι μάρτυρες αυτοί - αν και η γνώση τους επί πολλών θεμάτων προερχόταν αποκλειστικά από τους τραπεζικούς φακέλους και τα διάφορα έγγραφα της υπόθεσης - μου προξένησαν θετική εντύπωση. Έδειξαν να έχουν καλή γνώση της υπόθεσης και κατέθεσαν τα πλείστα σημαντικά έγγραφα, ήτοι τα τεκμήρια 1-17 και τεκμήρια 19-21 αντίστοιχα, χωρίς να περιπέσουν σε αντιφάσεις και χωρίς να παρουσιαστεί οποιαδήποτε αντικρουστική μαρτυρία που να ανατρέπει ή να αντιβαίνει ουσιαστικά στα λεγόμενα τους. Δεν διαλανθάνει της προσοχής μου ότι ο ΜΕ1 ανέφερε ότι τη σύμβαση και τα άλλα έγγραφα της υποθήκης (τεκμήριο 4) τα υπέγραψε η κα χχχ Φιλίππου δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου 720/04, ενώ ο ΜΕ3 - καταθέτοντας μετά τη λειτουργό του Κτηματολογίου - ανέφερε ότι η κα χχχ Φιλίππου είναι δυνάμει του πληρεξουσίου 812/06 που τα υπέγραψε. Αναμφίβολα αυτό το σκέλος της μαρτυρίας των ΜΕ1 και 3 δεν ήταν πρωτογενές. Η μεν αναφορά του ΜΕ1 στηριζόταν στα όσα αναγράφονται στην πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 4 ενώ η δε αναφορά του ΜΕ3 στα όσα υποστήριξε στη συνέχεια η λειτουργός του Κτηματολογίου (ΜΕ2). Όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια, θεωρώ ότι η ορθή αναφορά είναι του ΜΕ
  45. Τούτο βεβαία δεν επηρεάζει καθόλου την αξιοπιστία του ΜΕ3, αφού η ανακολουθία εντασσόμενη στο σύνολο της μαρτυρίας του αποτελεί ένα μικρό, παρεμφερές μόνο μέρος αυτής και συνεπώς επιτρέπεται ο διαχωρισμός, αφήνοντας αλώβητο το υπόλοιπο της αξιόπιστης, κατά τα άλλα, μαρτυρίας του. Από τη μαρτυρία του ΜΕ3 σημειώνω ότι έδωσε επαρκείς λεπτομέρειες και εξηγήσεις σε σχέση με τη διαμόρφωση των υπολοίπων των καταστάσεων λογαριασμού (τεκμήρια 19 και 21) και η μαρτυρία του αυτή παρέμεινε χωρίς μαρτυρική αντίκρουση. Εν όψει των πιο πάνω η μαρτυρία των ΜΕ1 και 3 κρίνεται αξιόπιστη και ως τέτοια γίνεται δεκτή, με εξαίρεση τη θέση του ΜΕ3 ότι η σύμβαση και τα άλλα έγγραφα της υποθήκης (τεκμήριο 4) υπεγράφησαν δυνάμει του πληρεξουσίου 8χ2/
  46. H ME2 παρά τη φαινομενική ουδετερότητα της ως λειτουργός του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου, δεν μου προξένησε καλή εντύπωση. Συναισθανόμενη προφανώς το σφάλμα να συσταθεί η επίδικη υποθήκη Υ5χχ7/07 στη βάση ενός πληρεξουσίου εγγράφου τρίτης εταιρείας (του 7χ0/14), ελίχθηκε διαρκούσης της μαρτυρίας της και επιχείρησε να ανασκευάσει την προδιαγεγραμμένη πορεία της κατάθεσης της. Συγκεκριμένα προσήλθε στο Δικαστήριο στις 17.5.2021 για να καταθέσει για υποθήκη που συστάθηκε στις 9.10.2007 έχοντας μαζί της το πρωτότυπο πληρεξούσιο έγγραφο 7χ0/04 μαζί με τρία πιστά αντίγραφα. Αυτό είναι και το μοναδικό πληρεξούσιο έγγραφο που αναγράφεται στην πρώτη σελίδα του εντύπου Ν271 που τιτλοφορείται «Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου» - τεκμήριο
  47. Το έντυπο αυτό - ως η ίδια η μάρτυρας ανέφερε - είναι το μόνο που χρειάζεται από πλευράς Κτηματολογίου για σύσταση και εγγραφή μιας υποθήκης. Αποτελεί κατ' ουσία τη σύμβαση μεταξύ ενυπόθηκου δανειστή, οφειλέτη και Κτηματολογίου, το οποίο, έναντι του αναλογούντος τέλους, μεριμνά για την εγγραφή της υποθήκης ως εμπράγματο βάρος επί του ακινήτου στο κτηματολογικό μητρώο. Η μάρτυρας δήλωσε μάλιστα ότι επιθυμούσε να κρατήσει το πρωτότυπο πληρεξούσιο 7χ0/04 για τον κτηματολογικό φάκελο και να καταθέσει στο Δικαστήριο πιστό αντίγραφο. Αυτά, επαναλαμβάνω, 14 ολόκληρα χρόνια μετά τη σύσταση της υποθήκης. Στη συνέχεια και αφού υποβλήθηκε ένσταση στην προσπάθεια κατάθεσης του προαναφερθέντος πληρεξουσίου, ζητήθηκε ολιγόλεπτο διάλειμμα από πλευράς ενάγουσας. Μετά το διάλειμμα άλλαξε άρδην η στάση της αλλά και η πορεία πλεύσης της μαρτυρίας της. Θυμήθηκε ότι η υποθήκη τελικά δεν συστάθηκε δυνάμει του πληρεξουσίου 7χ0/04 αλλά δυνάμει του πληρεξουσίου 8χ6/06 το οποίο ειρήσθω εν παρόδω δεν φαίνεται πουθενά και σε κανένα έγγραφο του Κτηματολογίου ή δανείου που να κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Απέδωσε μάλιστα την καταγραφή του αριθμού 7χ0/04 στο έντυπο Ν271 σε λάθος της υπαλλήλου που χειρίστηκε τότε το θέμα εγγραφής της υποθήκης. Η αναγραφή όμως δεν ήταν κάποια εσφαλμένη αρίθμηση αλλά αναφορά σε άλλο υπαρκτό πληρεξούσιο, το οποίο μάλιστα επιχειρήθηκε να κατατεθεί, και αν δεν υποβαλλόταν ένσταση, πιθανόν να κατατίθετο κιόλας ως αποδεικτικό τεκμήριο σύστασης της υποθήκης. Συνεπώς είναι προφανές ότι η υποθήκη συστάθηκε δυνάμει του πληρεξουσίου 7χ0/04 και η παράπλευρη αναφορά στο έντυπο «Φιλίππου χχχ ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της εταιρείας C.I.E.L DEVELOPERS LTD» δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί μετέωρη ως μη συνάδουσα με το αναγραφέν πληρεξούσιο. Η μάρτυρας υποστήριξε ότι το 8χ6/06 ήταν ήδη καταχωρημένο στο Κτηματολόγιο και βάσει αυτού είχαν συσταθεί και άλλες υποθήκες επί των ιδίων ακινήτων. Ενδεχομένως έτσι να ήταν τα πράγματα. Τις υποθήκες αυτές όμως ουδέποτε τις παρουσίασε στο Δικαστήριο για να ελεγχόταν η ορθότητα της αναφοράς της. Εν πάση περιπτώσει, η σύσταση άλλων προγενέστερων υποθηκών δυνάμει ενός πληρεξουσίου εγγράφου δεν νομιμοποιεί σιωπηρά, συνειρμικά ή άλλως πως τη σύσταση μεταγενέστερης υποθήκης βάσει του ιδίου πληρεξουσίου, αν τούτο δεν συνάδει με τα αναγραφόμενα στα επίσημα έγγραφα του Κτηματολογίου. Επί τούτου έχει δίκαιο ο κ. Καλαβάς, όπου στην αγόρευση του εισηγείται ότι εκείνο που κατ' ουσία επιχειρήθηκε ήταν η ανεπίτρεπτη εισαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας (extrinsic evidence). Τούτο βέβαια φάνηκε στην πορεία της μαρτυρίας της ΜΕ2 και δεν μπορούσε να προβλεφθεί εκ των προτέρων. Το ότι το έντυπο Ν271 αποτελεί σύμβαση είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο που προκύπτει τόσο ρητά όσο και από το περιεχόμενο του εν λόγω εντύπου. Η σύμβαση αυτή περιέχει όρους και αναφορές. Το να ζητείται να αγνοηθεί μια ρητή αναφορά στη σύμβαση, ήτοι ο αριθμός του πληρεξουσίου 7χ0/04 - το οποίο όπως προανέφερα ήταν και υπαρκτό και στα πρόθυρα να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο - και να αλλοιωθεί η σύμβαση δια προφορικής μαρτυρίας με την αντικατάσταση από άλλο πληρεξούσιο που φέρει διαφορετικό αριθμό (8χ6/06) αποτελεί ανεπίτρεπτη προσπάθεια εισαγωγής εξωγενούς μαρτυρίας (βλ. Κωνσταντινίδης v. Κατζιή

(1993)1 Α.Α.Δ 492). Κλείνοντας υπενθυμίζω ότι και ο ΜΕ1 ανέφερε ότι την υποθήκη την υπέγραψε η κα χχχ Φιλίππου δυνάμει του πληρεξουσίου 7χ0/04, χωρίς ποτέ να αναιρέσει την αναφορά του αυτή. Συνεπώς στον βαθμό που η μαρτυρία της ΜΕ2 είναι ασυμβίβαστη με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία της υπόθεσης ή κοινώς αποδεκτά γεγονότα, απορρίπτεται. Στον αντίποδα ούτε ο ΜΥ1 μου προξένησε καλή εντύπωση. Ήταν έκδηλη η προσπάθεια του να αποφύγει ευθύνη και γενικά να αρνηθεί οτιδήποτε θεωρούσε επιβαρυντικό, προσπάθεια όμως που τον οδήγησε σε επιλεκτική και ενίοτε αντιφατική αναφορά στα γεγονότα. Σε αρκετές δομημένες ερωτήσεις και υποβολές που απαιτούσαν αντίλογο και επεξήγηση αποκρίθηκε με το μονολεκτικό «διαφωνώ» ενώ αβασάνιστη και επαναλαμβανόμενη ήταν η καταφυγή του στη διέξοδο του «δεν ξέρω» και «δεν θυμάμαι». Παραδέχτηκε ότι η εναγόμενη 4 συμφώνησε να υποθηκεύσει τα 3 ακίνητα της ως εξασφάλιση του δανείου που είχε παραχωρήσει η τράπεζα στους εναγόμενους 1-3 για την αγορά των έξι κατοικιών που η ίδια και η I.C.E τους είχε πωλήσει, αλλά αρνήθηκε ότι τα υποθήκευσε στην πράξη. Δεν διερωτήθηκε όμως και δεν εξήγησε βέβαια πώς δέχτηκε η τράπεζα να προχωρήσει στην παραχώρηση του δανείου και να λάβει η εναγόμενη 4 τα προϊόν της πώλησης. Ομοίως αρνήθηκε την πληρεξουσιοδότηση της κας χχχ Φιλίππου αλλά δεν έδωσε καμία απολύτως εξήγηση γιατί δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για αποκήρυξη ή αμφισβήτηση της όλα αυτά τα χρόνια παρά μόνο όταν η τράπεζα στράφηκε εναντίον της εναγόμενης 4 με την παρούσα αγωγή. Αρνήθηκε ότι η εναγόμενη 4 έλαβε γνώση για τους όρους του δανείου αλλά δεν μπόρεσε να δώσει καμία εξήγηση για το πώς το τεκμήριο 2 φέρει τη σφραγίδα της εναγόμενης 4 και τις υπογραφές των διοικητικών της συμβούλων. Το τεκμήριο 2 είναι επιστολή ημερ. 4.10.2007 όπου παρατίθενται όλες οι λεπτομέρειες του παραχωρηθέντος δανείου, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης υποθήκης που θα παραχωρείτο (βλ. πρώτο σημείο στη σελ.2 κάτω από τον τίτλο «SECURITIES»). Περαιτέρω αρνήθηκε ότι έλαβε γνώση των επιστολών για τις καθυστερήσεις στην πληρωμή και για τον τερματισμό του δανείου (τεκμήριο 10 και 13) ενώ υπάρχει αδιάσειστη μαρτυρία ότι αυτές απεστάλησαν στη διεύθυνση που η ίδια είχε δηλώσει και που αποτελεί το εγγεγραμμένο της γραφείο (τεκμήριο 17). Οι επιστολές αυτές απεστάλησαν με συστημένο μάλιστα ταχυδρομείο, ουδέποτε επεστράφησαν και συνεπώς τεκμαίρεται ότι παραλήφθηκαν (βλ. Πιττάκα v. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1895, ALPHA BANK CYPRUS LTD v. ARENA MOTOR SHOW LTD κ.α. ECLI:CY:AD:2015:A648, Πολ. Έφεση 84/2009, ημερ.2.10.2015 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Deme Dairy Ltd κ.α. ECLI:CY:AD:2019:A523, Πολ. Έφεση 246/2013 ημερ.11.12.2019). Τέλος αρνήθηκε το οφειλόμενο ποσό, ισχυριζόμενος ότι υπάρχει ανατοκισμός και παράνομες χρεώσεις, αλλά παραδέχτηκε πως δεν προέβη σε καμία οικονομική μελέτη επ' αυτού. Απλά θεωρεί τον τόκο και τα διάφορα χρεωθέντα ποσά «υπερβολικά». Εν όψει των πιο πάνω ειδικών διαπιστώσεων αλλά και γενικά της κακής εικόνας που εξέπεμπε η ζωντανή παρουσία του μάρτυρα στο Δικαστήριο (αμηχανία, δυστοκία σε απαντήσεις, υπεκφυγές και μηδενιστική προσέγγιση), η μαρτυρία του απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Νομική Πτυχή Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι βρισκόμαστε ενώπιον περίπτωσης όπου η σύμβαση υποθήκης (τεκμήριο 4) υπεγράφη από αντιπρόσωπο χωρίς επίσημη, ρητή εξουσιοδότηση από τον αντιπροσωπευόμενο αφού το πληρεξούσιο έγγραφο 7χ0/04 που λήφθηκε υπόψη ανήκει σε τρίτη εταιρεία, ήτοι την I.C.E DEVELOPERS LTD. Αυτό όμως από μόνο του δεν αποκλείει εκ προοιμίου και οριστικά την αντιπροσωπεία. Μια αντιπροσωπεία δυνατόν να δημιουργηθεί με διάφορους τρόπους είτε προχρονολογημένα είτε ακόμα και μεταχρονολογημένα. Στην προκειμένη περίπτωση η σύμβαση υποθήκης δεν ήταν μια αυθύπαρκτη, ανεξάρτητη και αυτοτελής σύμβαση. Για σκοπούς εναγόμενης 4 αλλά και της χρηματοδότησης γενικότερα, συνδεόταν άρρηκτα και ευθέως με τη δανειακή σύμβαση (τεκμήριο 3). Κατ' επέκταση είναι σημαντικό να διαγωνισθούν οι προθέσεις, πράξεις και συμπεριφορά της εναγόμενης 4 πριν, κατά και μετά τη συνομολόγηση αμφότερων των συμβάσεων για να κριθεί το ενδεχόμενο αντιπροσωπείας και κατ' επέκταση δεσμευτικότητας της συσταθείσας υποθήκης. Πέραν της ρητής εξουσιοδότησης (γραπτής ή προφορικής) είναι δυνατή η δημιουργία αντιπροσωπείας μέσω της εκ των υστέρων έγκρισης (ratification) των πράξεων κάποιου προσώπου από κάποιο άλλο πρόσωπο, όταν οι υπό κρίση πράξεις αρχικά έλαβαν χώρα χωρίς τη γνώση, έγκριση ή πληρεξουσιότητα του δεύτερου προσώπου. Επί του προκειμένου το άρθρο 156 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 προνοεί ως ακολούθως: «Όταν κάποιο πρόσωπο τελεί πράξεις για λογαριασμό άλλου προσώπου χωρίς τη γνώση ή πληρεξουσιότητά του, το πρόσωπο αυτό δύναται είτε να εγκρίνει είτε να αποκηρύξει την πράξη αυτή· πράξη που εγκρίθηκε επιφέρει τις ίδιες συνέπειες, ωσάν να ετελείτο δυνάμει πληρεξουσιότητας». Το αξίωμα της μεταγενέστερης έγκρισης ή επικύρωσης όπως παρατηρείται στο σύγγραμμα του Πόλυ Πολυβίου "Το Δίκαιο των Συμβάσεων" (Τόμος Β) σελ.841, διατυπώνεται γλαφυρά στην παλαιά απόφαση Wilson v. Truman
(1843)6 Man & G 236 από τον δικαστή Tindal ο οποίος αναφέρει τα ακόλουθα: «That an act done for another, by a person not assuming to act for himself, but for such other person, though without any precedent authority whatever, becomes the act of the principal if subsequently ratified by him, is the known and well established principle of law. In that case the principal is bound by the act, whether it be for his detriment or his advantage". Στο σύγγραμμα Bowstead & Reynolds on Agency (19th edition) σελ. 65 υπό τον υπότιτλο «Ratification» "Where an act is done purportedly in the name or on behalf of another by a person who has no actual authority to do that act, the person in whose name or on whose behalf the act is done may, if the third party had believed the act to be authorized, by ratifying the act, make it as valid and effectual, subject to the provisions of Article 14 to 20, as if it had been originally done by his authority, whether the person doing the act was an agent exceeding his authority or was a person having no authority to act for him at all." Εδώ ο ίδιος ο ΜΥ1 παραδέχτηκε ότι για σκοπούς παραχώρησης του δανείου προς τους αγοραστές - εναγόμενους 1, 2 και 3, θα υποθήκευαν τα τρίτα ακίνητα της εναγόμενης 4 για ποσό £1.058.400. Ως προς τούτο μάλιστα επικαλέστηκε το τεκμήριο 5 για να πείσει ότι αυτός και ο έτερος διοικητικός σύμβουλος θα έπρεπε να εμφανιστούν στο Κτηματολόγιο και να υπογράψουν τη σύμβαση και τα διάφορα άλλα έγγραφα. Παρενθετικά σημειώνω ότι το τεκμήριο 5 είναι απόφαση του Δ.Σ της εναγόμενης 4 εταιρείας και δεν αποτελεί αφ' εαυτού πληρεξούσιο έγγραφο ούτε και δημιουργεί κάποια ειδική σχέση αντιπροσωπείας μεταξύ της εναγόμενης 4 και των διοικητικών της συμβούλων, πέραν εκείνης που ήδη προϋπήρχε και καθορίζεται από τον ίδιο τον Νόμο. Εξ ορισμού και ως εκ της ιδιότητας τους, οι διοικητικοί σύμβουλοι μιας εταιρείας την εκπροσωπούν, την αντιπροσωπεύουν και τη δεσμεύουν στις δοσοληψίες της με τρίτους (βλ. άρθρο 33Α του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113). Η πρόθεση σύστασης της υποθήκης προκύπτει ρητά από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 5 όπου αναφέρονται, μεταξύ άλλων και τα εξής: «Μετά από ανταλλαγή απόψεων, εκρίθη ότι η παροχή της ζητηθείσας υποθήκης του ακινήτου και εγγύησης σε όφελος της Τράπεζας για διευκόλυνση προς τον Δανειζόμενο, προωθεί και εξυπηρετεί τα συμφέροντα της και τους σκοπούς της Εταιρείας.» Πέραν της υποθήκης, η εναγόμενη 4 είχε πλήρη γνώση και επίγνωση των όρων του παραχωρηθέντος δανείου, στοιχείο που προκύπτει αδιαμφισβήτητα όχι μόνο από το προαναφερθέν τεκμήριο 5 αλλά και από την επιστολή (τεκμήριο 2), η οποία υπενθυμίζω, περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία της χρηματοδότησης, μεταξύ των οποίων και της επίδικης υποθήκης. Το τεκμήριο 2 προς επιβεβαίωση της πληροφόρησης φέρει τις υπογραφές των διοικητικών συμβούλων και τη σφραγίδα της εναγόμενης 4 εταιρείας. Παράλληλα, την ίδια ημέρα που συστάθηκε η υποθήκη (9.10.2007) φαίνεται από την κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 19 - πρώτη καταχώρηση) να έγινε η μεταφορά του ποσού σε άλλο λογαριασμό σε τοπικό νόμισμα και απ' εκεί να έγιναν οι διάφορες πληρωμές προς τον developer/εργολάβο (εναγόμενη 4) και/ή I.C.E. Συνεπώς είναι πρόδηλο ότι η εναγόμενη 4 με την εκ των προτέρων πρόθεση σύστασης υποθήκης προς όφελος της τράπεζας, την πλήρη γνώση και επίγνωση των όρων της χρηματοδότησης (που τελούσε προφανέστατα υπό την αίρεση παραχώρησης της υποθήκης) και την εκ των υστέρων λήψη χρημάτων δυνάμει της δανειοδότησης επικύρωσε (ratified) την αντιπροσωπεία της κας χχχ Φιλίππου για την υπογραφή της σύμβασης υποθήκης (τεκμήριο 4) και των άλλων σχετικών εγγράφων, ασχέτως του γεγονότος ότι από παραδρομή χρησιμοποιήθηκε και αναγράφηκε επί της σύμβασης το πληρεξούσιο έγγραφα 7χ0/04 του ετέρου πωλητή I.C.E. DEVELOPERS LTD. Επισημαίνω ότι η επικύρωση (ratification) για να είναι αποτελεσματική και να παράγει δέσμευση δεν χρειάζεται να είναι ρητή αλλά μπορεί να είναι σιωπηρή ή ακόμα να συναχθεί από τις πράξεις και τη διαγωγή του εν δυνάμει αντιπροσωπευόμενου. Ένας μάλιστα τρόπος που έχει αναγνωριστεί ως προς τούτο είναι η λήψη χρημάτων ως απόρροια της πράξης του αντιπροσώπου. Στο σύγγραμμα Bowstead & Reynolds on Agency (ανωτέρω) αναφέρονται σχετικά στις σελ.84-85 τα ακόλουθα: "..Just as a grant of authority may be express or implied, so may ratification. Thus suing on a transaction, or basing a defence on it, will (subject to any rules as to ratifications which come too late) often amount to an implied ratification of it. So also receipt or retention of money with knowledge of the circumstances of a contract under which it is paid will normally constitute ratification of that contract, as will use or disposal of goods received under it, unless the supposed principal did not assent to the transaction and had no alternative but to receive them and use them as they were e.g. where they were already his own." (Η υπογράμμιση είναι δική μου) Έχοντας λοιπόν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η υποθήκη δεσμεύει την εναγόμενη 4 και η ενάγουσα δικαιούται έτσι στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος εκποίησης προς αποπληρωμή του αναφερθέντος περιορισμένου ποσού αλλά και των λοιπών συνεκτικών διαταγμάτων, προχωρώ να εξετάσω κατά ποσό η υποθήκη συνιστά συνάμα και εγγύηση του χρέους, ώστε η ενάγουσα να δικαιούται και στην έκδοση χρηματικής απόφασης εναντίον της. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό φάνηκε να υπάρχει διχογνωμία μεταξύ των δυο πλευρών. Είναι σύνηθες μια σύμβαση και έγγραφο υποθήκης, είτε η υποθήκη παραχωρείται από τον δανειζόμενο/οφειλέτη είτε από τρίτο πρόσωπο να περιλαμβάνει σύμφωνο αποπληρωμής (repayment covenant). Σε μια τέτοια περίπτωση η σύμβαση υποθήκης επενεργεί όντως και ως εγγύηση αποπληρωμής για το περιορισμένο βέβαια πόσο κάλυψης. Επί του προκειμένου αναφέρονται στην Επιφανείου v. Οδυσσέως
(2001)1 Α.Α.Δ. 2001 τα ακόλουθα: Το ότι αναλαμβάνει με βάση την υποθήκη να πληρώσει τις £10.500 δεν την καθιστούν πρωτοφειλέτρια γιατί, όπως φαίνεται, δεν έλαβε ποτέ αυτό το ποσό. Είναι καθαρό ότι αναλαμβάνει να το πληρώσει ως εγγυήτρια για την υποχρέωση πληρωμής του από τον εφεσίβλητο και εν περιπτώσει που δεν το πληρώσει η εφεσειούσα, τότε ο ενυπόθηκος δανειστής θα δικαιούται στην εκποίηση της υποθήκης Στο Halsbury's Laws of England, Fifth Edition (Volume 77), par.182 αναφέρονται τα εξής: "
  1. Covenant for repayment. The first operative part of a mortgage is usually the covenant by the mortgagor to pay the principal and interest on a day named. If there is no covenant and no accompanying bond, there is still an implied promise to pay in the case of a mortgage created by the borrower. In the case of other third party securities whether or not a covenant to pay is implied depends on the construction of the agreement. As every loan transaction implies a right to be repaid, if a person lending money is never to have his principal back, there must be something very definite and clear showing that such was the condition of the contract. The amount repayable may exceed the sum advanced, for example where a sum for interest is added to the principal as a premium, or a commission is payable, or the mortgage provides for a reasonable increase in the amount of the principal to take account of inflation." Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει σύμφωνο αποπληρωμής αφού η παράγραφος 4 του εγγράφου υποθήκης ημερ.9.10.2007 (τεκμήριο 4) προβλέπει τα εξής: "
  2. Η Τράπεζα δικαιούται από τις 09/10/2007 ότε και υποχρεούμαι προσωπικώς να πληρώσω το ποσόν των Λ.Κ. 1.058.400 (Ένα Εκατομμύριο Πενήντα Οκτώ Χιλιάδες Τετρακόσιες μόνον) πλέον τόκους, προμηθείας, και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα ως εν τη παραγράφω 12 αναγράφεται, να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα, είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε δια διαδικαστικών μέτρων άνευ οιασδήποτε προς εμέ ειδοποιήσεως, η δε Τράπεζα δύναται να χρησιμοποιή το προϊόν της τοιαύτης πωλήσεως προς εξόφλησιν εν μέρει ή εν όλω των υποχρεώσεων τα οποίας εξασφαλίζει η παρούσα υποθήκη...» Ομοίως στην πρώτη παράγραφο της Σύμβασης Υποθήκης/Έντυπο Ν271 (τεκμήριο 4) αναφέρονται τα ακόλουθα: «Εγώ η C.I.E.L. DEVELOPERS LTD . συνάπτω σύμβαση με την EMPORIKI BANK - CYPRUS LIMITED να τους καταβάλω σε πρώτη ζήτηση το ισόποσο των Λ.Κ. 1.058.400 μαζί με σύνθετο τόκο πάνω στο ποσό των Λ.Κ. 1.058.400 προς *** τα εκατόν (κυμαινόμενο) από τις 9.10.2007 και σε περίπτωση που ληφθούν νόμιμα μέτρα για ανάκτηση του πιο πάνω ποσού και τόκου, τα σχετικά έξοδα.» Σε σχέση με το ποσό των ΛΚ.1.058.400 η ΜΚ2 διευκρίνισε ότι η υποθήκη σήμερα καλύπτει €1.808.373,77, αναφορά αναντίλεκτη που συνάδει και με την ισοτιμία κυπριακής λίρας και ευρώ κατά τον επίσημο χρόνο μετατροπής. Η επιλογή χρήσης της κυπριακής λίρας (του τότε επίσημου νομίσματος του κράτους δηλαδή) για προσδιορισμό του μέγιστου προς αποπληρωμή ποσού δεν επιτρέπει σήμερα τη μετατροπή του συμβατικού νομίσματος και της έκδοσης απόφασης εναντίον της εναγόμενης 4 σε ελβετικά φράγκα. Παρά τη συνάρτηση δανείου και υποθήκης, η συμβατική υποχρέωση του ενυπόθηκη οφειλέτη (εναγόμενης 4) να αποπληρώσει προκύπτει αποκλειστικά από τη σύμβαση και το έγγραφο υποθήκης (τεκμήριο 4), όπου το σχετικό σύμφωνο (covenant) διατυπώνεται ρητά σε κυπριακές λίρες και όχι από τη δανειακή σύμβαση (τεκμήριο 3) που είναι σε ελβετικά φράγκα. Συνεπώς η όποια απαίτηση εναντίον της εναγόμενης 4 για την καταβολή χρηματικού ποσού θα έπρεπε να ήταν σε κυπριακές λίρες (το ισόποσο κατ' ακρίβεια σε ευρώ) και όχι σε ελβετικά φράγκα. Σημειώνω παρενθετικά, εφόσον το θέμα αναδείχθηκε κατά τη διάρκεια της δίκης ότι το Δικαστήριο μπορεί - σε κατάλληλες περιπτώσεις βέβαια - να εκδώσει απόφαση σε ξένο νόμισμα (βλ. Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της εταιρείας Always Travel Ηolidays Ltd κ.α.
(1996)1B Α.Α.Δ.1261 και Moshe v. Rimon
(2001)1 Α.Α.Δ. 203). Η υποβολή της αξίωσης εναντίον της εναγόμενης σε ελβετικά φράγκα αντί σε ευρώ δεν αποτελεί όμως εμπόδιο στην απόδοση μιας τέτοιας θεραπείας, αφού το θέμα καλύπτεται επαρκώς από τα δικόγραφα και συγκεκριμένα από την παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης. Μάλιστα δεν χρειάζεται να γίνει καν τροποποίηση (βλ. Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R.542 και Αριστοδήμου v. Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319). Πέραν της δικογράφισης, υπάρχει και μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για την οφειλή της εναγόμενης 4 σε κυπριακές λίρες (ή σε ευρώ). Πρόκειται βεβαίως για την ίδια τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης (τεκμήριο 4) αλλά και τις επιστολές που της απεστάλησαν (τεκμήρια 10 και 13). Δεν μπορεί βέβαια να γίνει συνάρτηση της οφειλής με το σημερινό υπόλοιπο του δανείου αφού όλες οι καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήρια 14, 15, 19 και 20) είναι διατυπωμένες σε ελβετικά φράγκα. Η απόφαση συνεπώς θα περιοριστεί ακριβώς στο αντίστοιχο σε ευρώ του ποσού που καλύπτεται βάσει της υποθήκης πλέον τόκους. Σε ό,τι αφορά τον τόκο, το έγγραφο υποθήκης μετά το τέλος της παραγράφου 14 παραπέμπει στη δανειακή σύμβαση (τεκμήριο 3), βάσει της οποίας προβλέπεται τόκος που ισούται στο εκάστοτε εξαμηνιαίο LIBOR συν 3% περιθώριο. Επιπλέον τόκος υπερημερίας - δεδομένου του χρόνου τερματισμού (το 2012) - δεν δικαιολογείται νομοθετικά ούτε και έχει αποδειχθεί η νομιμότητα επιβολής του (βλ. άρθρα 2, 2Α και 3 εδάφιο 1(β) του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμοι του 1999-2015), Jeancharm Ltd v. Barnet Football Club Ltd [2003] EWCA Civ 58, Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ v. G & C Exhaust Systems Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 500, Ανόρθωση v. Απόλλων
(2002)1 Α.Α.Δ. 518 και Lordsvale Finance Plc v. Bank of Zambia [1996] 3 All E.R. 156). Το ίδιο ισχύει και για τα όποια άλλα τραπεζικά δικαιώματα, έξοδα και χρεώσεις. Συμπεράσματα Μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τη διασαφήνιση των νομικών ζητημάτων που αναλύονται ανωτέρω, τα συμπεράσματα μου σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Στις 4.10.2007 η ενάγουσα που τότε διεξήγαγε εργασίες και ως Emporiki Bank-Cyprus Ltd (βλ. τεκμήριο 1) παραχώρησε στην εναγόμενη 1 υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 δάνειο τακτής προθεσμίας (τεκμήριο 3) για το ποσό των CHF2.519.168,40 ελβετικά φράγκα - που τότε αντιστοιχούσε στο ποσό των ΛΚ882.
  1. Σκοπός του δανείου ήταν η χρηματοδότηση της αγοράς 6 κατοικιών που η εναγόμενη 4 και η αδελφή της εταιρεία I.C.E. DEVELOPERS LTD συμφώνησαν να πωλήσουν στην εναγόμενη 1 - η οποία συστάθηκε από τους εναγομένους 2 και 3 (βλ. πωλητήριο έγγραφο/τεκμήριο 6). Δυνάμει απόφασης του Δ.Σ. της εναγόμενης 4 ημερ. 15.2.2007 (τεκμήριο 5), η τελευταία, για σκοπούς εξασφάλισης και εγγύησης της δανειοδότησης, συμφώνησε όπως υποθηκεύσει τρία ακίνητα της προς όφελος της τράπεζας. Πράγματι, προς εξασφάλιση και εγγύηση του ρηθέντος δανείου, η εναγόμενη 4 - δυνάμει της υποθήκης Υ5χχ7/07 ημερ.9.10.2007 υποθήκευσε προς όφελος της τράπεζας τα τρία αναφερθέντα ακίνητα. Η σύμβαση της προναφερθείσας υποθήκης (έντυπο Ν271) και το έγγραφο υποθήκης που μαζί συναποτελούν το τεκμήριο 4, υπογράφονται εκ μέρους της εναγόμενης 4 από την Ελένη Φιλίππου η οποία φέρεται πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της. Αμφότερα τα έγγραφα φέρουν τη σφραγίδα της εναγόμενης 4, αλλά εκ παραδρομής χρησιμοποιήθηκε και αναγράφεται στη σύμβαση υποθήκης το πληρεξούσιο έγγραφο (7χ0/04). Βάσει του πληρεξουσίου αυτού διορίζεται μεν η κα χχχ Φιλίππου ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος, όχι όμως της εναγόμενης 4 αλλά του ετέρου πωλητή των κατοικιών, ήτοι της εταιρείας I.C.E DEVELOPERS LTD. Παρόλα ταύτα, υπό τις συνθήκες και για τους λόγους που εξηγούνται στη νομική πτυχή αυτής της απόφασης, η εναγόμενη 4 επικύρωσε (ratified) την αντιπροσωπεία της κας Φιλίππου και δεσμεύεται από την συσταθείσα υποθήκη. Παράλληλα η υποθήκη συνιστά εγγύηση για τους λόγους και μέχρι του ποσού που επίσης εξηγούνται στην πιο πάνω νομική πτυχή. Επισημαίνω ότι η δανειακή σύμβαση, λόγω καθυστερήσεων, τερματίστηκε με την επιστολή ημερ.4.1.2012 (τεκμήριο 11) και υποβλήθηκε απαίτηση για πληρωμή του οφειλόμενου ποσού χωρίς να υπάρξει ποτέ συμμόρφωση. Αντίγραφο της επιστολής αυτής, με έμφαση στο διασφαλισμένο δυνάμει της υποθήκης ποσό σε ευρώ, απεστάλη και στην εναγόμενη 4 (τεκμήριο 13). Η ενάγουσα ετοίμασε αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήρια 14 και 19) και αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 15 και 21). Από το τεκμήριο αυτό που καλύπτει την περίοδο μέχρι 29.4.2021 αφαιρέθηκαν διάφορα τραπεζικά έξοδα και χρεώσεις καθώς και κάποιοι τόκοι. Το τελικό υπόλοιπο βάσει του τεκμηρίου είναι CHF4.510.840,93 πλέον τόκοι από 29.4.
  2. Κατάληξη Στη βάση λοιπόν όλων των πιο πάνω εκδίδεται: (α) Απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης 4 αλληλέγγυα και ξεχωριστά με την εναγόμενη 1 για το ποσό €1.808.373,77 πλέον τόκο που ισούται στο εκάστοτε εξαμηνιαίο LIBOR συν 3% περιθώριο από 9.10.2007 μέχρι εξοφλήσεως. Νοείται ότι το όποιο εισπραχθέν ποσό δυνάμει της παρούσας απόφασης, δεν δύναται να υπερβεί την οφειλή της εναγόμενης 1 δυνάμει της εναντίον της απόφασης ημερ.24.9.
  3. (β) Διάταγμα πώλησης των ενυπόθηκων κτημάτων των περιγραφόμενων στην παράγραφο 4 της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαιτήσεως, δυνάμει της Υποθήκης Υ5χχ7/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου, προς ικανοποίηση ποσού μέχρι €1.808.373,77 πλέον τόκο που ισούται στο εκάστοτε εξαμηνιαίο LIBOR συν 3% περιθώριο από 9.10.2007 μέχρι εξοφλήσεως. (γ) Διάταγμα εναντίον της εναγόμενης 4 όπως παρέχει οποιανδήποτε συγκατάθεση και/ή έγγραφο και/ή υπογραφή τυχόν ζητηθεί από την ενάγουσα για σκοπούς πώλησης και μεταβίβασης των ενυπόθηκων ακινήτων, είτε μέσω προσφορών είτε με ιδιωτική πώληση. (δ) Αναγνωριστική Απόφαση του δικαιώματος που απορρέει από τον όρο 6 του εγγράφου υποθήκης. Συνακόλουθα εξουσιοδοτείται η ενάγουσα να συνάπτει νέα ή να ανανεώνει υφιστάμενη ασφάλεια πυρός και σεισμού προς κάλυψη των ενυπόθηκων ακινήτων, αυξάνοντας την εξ αποφάσεως οφειλή με τα σχετικά ασφάλιστρα ή χρεώνοντας τα του ενυπόθηκου οφειλέτη. (ε) Αναγνωριστική Απόφαση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τους όρους 8 και 10 του εγγράφου υποθήκης. Συνακόλουθα εξουσιοδοτείται η ενάγουσα να διεκδικεί έναντι της εναγόμενης 4 ως ενυπόθηκου οφειλέτη ή οποιουδήποτε τρίτου, οποιαδήποτε ποσά τα οποία θα καταστούν πληρωτέα σε σχέση με τα ενυπόθηκα ακίνητα από πωλητήρια και/ή ενοικιαστήρια και/ή οποιαδήποτε άλλα έγγραφα. (στ) Αναγνωριστική Απόφαση του δικαιώματος της ενάγουσας κατοχής των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει των όρων του εγγράφου υποθήκης. (ζ) Διάταγμα εξουσιοδότησης της ενάγουσας να αναλάβει την κατοχή των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει των όρων του εγγράφου υποθήκης. Τέλος, τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης
  4. (Υπ) .................................... Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.