Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Γεωργίου, Αγ. Αρ.: 535/2013, 8/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A114 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 535/2013 Μεταξύ: Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Ενάγουσας και XΧΧΧ ΧΧΧΧ Γεωργίου Εναγόμενου ----------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερ.: 08/09/2021. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Α. Ανθίμου για κ.κ. Ανδρέας Δημητριάδης & Σια ΔΕΠΕ. Για τον Εναγόμενο: κ. Λ. Βρυωνίδης για κ.κ. Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα, με την Έκθεση Απαίτησης της, αξιώνει εναντίον του εναγόμενου το ποσό των €146.894,97 πλέον τόκους προς 9,50% το χρόνο επί του εν λόγω ποσού από 04/05/2012 μέχρι εξόφλησης και/ή νόμιμο τόκο, με κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους πλέον Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την εκποίηση της Υποθήκης με αρ. XXXXX/10 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 11/02/2010, παραχώρησε δάνειο ύψους €150.000,00 προς τον εναγόμενο το οποίο θα εξασφαλιζόταν με την Υποθήκη αρ. XXXXX/10 Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου την οποία ο εναγόμενος συνήψε κατά τις 11/02/2010 υποθηκεύοντας το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, ΦΥΛ./ΣΧ. 35/58, Τεμ. XXXXX, χωριό Κάθηκας της Επαρχίας Πάφου, μερίδιο 1/2 για ποσό €150.000,00 πλέον τόκους. Λόγω της μη τήρησης των όρων της επίδικη συμφωνίας από τον εναγόμενο και συγκεκριμένα λόγω καθυστέρησης και/ή μη καταβολής των συμφωνηθέντων δόσεων, η ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 04/05/2012 προς τον εναγόμενο τερμάτισε την εν λόγω συμφωνία και κάλεσε τον εναγόμενο να εξοφλήσει το υπόλοιπο χωρίς να το έχει πράξει. Ο εναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του, η οποία αποτελείται από 18 σελίδες, αρνείται ουσιαστικά όλους τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς της εναγουσας και απορρίπτει τις αξιώσεις της. Περαιτέρω και συνοπτικά, ο εναγόμενος ισχυρίζεται: - Ότι η ενάγουσα δεν έχει νομότυπα αξιώσει από τον εναγόμενο τις απαιτήσεις της και/ή νομότυπα καταστήσει απαιτητό το χρέος και η αγωγή είναι πρόωρη. - Ακυρότητα των επίδικων συμφωνιών καθότι αυτές δεν έγιναν με την ελεύθερη βούληση του εναγόμενου και ότι αυτές είναι προϊόν αμέλειας και/ή απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή αθέμιτου επιρροής και/ή παράβασης εμπιστευτικής σχέσης και/ή επαγγελματικού καθήκοντος, που άσκησε η ενάγουσα σε βάρος του εναγόμενου. - Ότι οι όροι της επίδικης συμφωνίας δανείου αντιβαίνουν την νομοθεσία και/ή συνιστούν ποινική ρήτρα και/ή ενέχουν το στοιχείο της ποινικής ρήτρας και/ή δεν ήταν συμφωνημένοι και/ή παραβαίνουν τον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο Ν. 93
(1)/96. - Ότι μέσα στο αξιούμενο ποσό περιλαμβάνονται παράνομοι τόκοι και/ή χρεώσεις οι οποίοι αντιβαίνουν την νομοθεσία και/ή συνιστούν ποινική ρήτρα και/ή δεν ήταν συμφωνημένοι και/ή ήταν καταχρηστικοί. - Ότι η ενάγουσα δεν είχε εξουσία να συνομολογήσει τις επίδικες συμβάσεις και/ή ότι αυτές είναι παράνομες και άκυρες ή ακυρώσιμες. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται περαιτέρω ότι συνεπεία των συμβουλών της ενάγουσας προς τον εναγόμενο και την παράβαση της εμπιστευτικής σχέσης που υπήρχε μεταξύ τους και/ή της αμέλειας της, ο εναγόμενος υπέστηκε ζημιά ύψους €150,500 πλέον τόκους και έξοδα, ποσά τα οποία αξιώνει ανταπαιτητικά. Ο εναγόμενος επίσης αξιώνει Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε διατάξει το Δικαστήριο, Γενικές Αποζημιώσεις, τόκο και έξοδα. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, η ενάγουσα ουσιαστικά εμμένει στους ισχυρισμούς της και στην νομιμότητα και δεσμευτικότητα των επίδικων συμφωνιών και απορρίπτει τους ισχυρισμούς και αξιώσεις του εναγόμενου. Η ενάγουσα για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της εναντίον του εναγόμενου, κάλεσε μια
(1)μάρτυρα και συγκεκριμένα την κα ΧΧΧΧ Κούτη (Μ.Ε.1). Από πλευράς του εναγόμενου δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν επίσης 26 συνολικά τεκμήρια. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν χρειάζεται η επανάληψη αυτής αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο έχει διεξέλθει αυτής με πολλή προσοχή και ότι αυτή λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην ολότητα της καθώς επίσης και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Θα παραθέσω κατωτέρω συνοπτικά την μαρτυρία που προσκομίστηκε για να διαφανούν οι θέσεις των διαδίκων. Η Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως της εξέτασης (βλ. Έγγραφο Α). Σε αυτή αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της εταιρείας Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd από την 01/03/
- Είπε ότι η πιο πάνω εταιρεία έχει αναλάβει για λογαριασμό της ενάγουσας τη διαχείριση αριθμού δανείων και χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων που παρείχε η ενάγουσα, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου. Στα πλαίσια των καθηκόντων της έχει στην κατοχή της όλα τα σχετικά με την παρούσα αγωγή έγγραφα και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη από την ενάγουσα για να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στην υπόσταση της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γεροσκήπου & Ανατολικής Πάφου, η οποία κατά τη θέση της παραχώρησε την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση και στην μετεξέλιξη, συγχώνευση και μετονομασία της καθώς επίσης και στην υπόσταση της ενάγουσας και στις σχετικές άδειες λειτουργίας πιστωτικού και μη πιστωτικού ιδρύματος και κατάθεσε προς τούτο διάφορα πιστοποιητικά και τις Κ.Δ.Π. 171/13 -173/13 (βλ. τεκμήρια 1 - 13). Αναφερόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, η μάρτυρας είπε ότι η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου & Ανατολικής Πάφου παραχώρησε στον εναγόμενο δάνειο ύψους €150,000 κατόπιν αίτησης του τελευταίου με αρ. 0024 (βλ. τεκμήριο 14) και Συμφωνίας Δανείου ημερομηνίας 11/02/2010 (βλ. τεκμήριο 20) και προς τούτο άνοιξε το λογαριασμό με αριθμό XXXXX28, ο οποίος άλλαξε και ο νέος αριθμός λογαριασμού είναι XXXXX
- Ο εναγόμενος σε αντάλλαγμα για την εκ μέρους της Συνεργατικής αποδοχής και συμφωνίας να του παραχωρήσει δάνειο, παραχώρησε προς όφελος της Συνεργατικής την Υποθήκη με αριθμό Υ636/10 Κτηματολογίου Πάφου για το ποσό των €150,000 μαζί με τόκο προς 6,50% από τις 11/02/2010 μέχρι εξόφλησης πλέον τόκους και έξοδα. Η μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο την Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης καθώς επίσης και Έγγραφο Υποθήκης το οποίο την συνόδευε (βλ. τεκμήριο 21). Περαιτέρω, η μάρτυρας ανάφερε ότι ο εναγόμενος έλαβε το ποσό των €150,000 και λειτούργησε τον επίδικο λογαριασμό. Κατά παράβαση των συμφωνηθέντων όμως παρέλειψε να συμμορφωθεί με το χρονοδιάγραμμα εξόφλησης του καθυστερώντας αρκετές δόσεις. Κατά τις 04/05/2012 ο επίδικος λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €146.874,97 και η ενάγουσα με επιστολή της τερμάτισε την επίδικη συμφωνία και λογαριασμό και κάλεσε τον εναγόμενο όπως το εξοφλήσει χωρίς όμως να το έχει πράξει. Κατάθεσε στο Δικαστήριο την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 04/05/2012 ως τεκμήριο 23 και η μάρτυρας ανάφερε ότι η εν λόγω επιστολή αποστάληκε με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση του εναγόμενου που αναγράφεται στη Συμφωνία Δανείου και στα Έγγραφα Υποθήκης. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας για σκοπούς απόδειξης του υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού κατάθεσε στο Δικαστήριο σχετικές καταστάσεις λογαριασμού μαζί με Πιστοποιητικό Δυνάμει του Άρθρου 35 του Περί Απόδειξης Νόμο Κεφ. 9 (βλ. τεκμήριο 22). Ακολούθως, η μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (βλ. τεκμήρια 24 και 25) τις οποίες ετοίμασε, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συναλλαγές του τεκμηρίου 22 και από τα οποία αφαίρεσε το σύνολο των χρεώσεων τις οποίες κατόπιν νομικής συμβουλής η ενάγουσα δεν αξιώνει. Η μάρτυρας περαιτέρω προχώρησε και εξήγησε τον τρόπο ετοιμασίας των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού, το ύψος του επιτοκίου και τον τρόπο που χρεώνεται ο τόκος. Ειδικότερα ανάφερε ότι στο τεκμήριο 24 χρεώνεται το συνολικό επιτόκιο της Σύμβασης πλέον 2% επιτόκιο υπερημερίας αντί 3% που είχε δικαίωμα να αξιώνει η ενάγουσα βάση της σύμβασης ημερομηνίας 11/02/2010, δηλαδή σύνολο 8,50% ενώ στο τεκμήριο 25 δεν χρεώνεται τόκος υπερημερίας αλλά μόνο το ποσοστό του τόκου ύψους 6,50% το οποίο περιλαμβάνεται στη σύμβαση. Aντεξεταζόμενη η μάρτυρας είπε ότι είναι υπάλληλος της Altamira η οποία έχει πληρεξούσιο να διαχειρίζεται τα δάνεια των εναγόντων και τις δικαστικές υποθέσεις, το οποίο κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Η μάρτυρας είπε ότι δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή του επίδικου δανείου και ότι τα όσα ανάφερε προέρχονται από μελέτη του φακέλου τον οποίο η ενάγουσα διατηρεί και έχει στην κατοχή της. Eίπε επίσης ότι δεν γνωρίζει αν η επίδικη συμφωνία ήταν προδιατυπωμένη αλλά ενημερώθηκε από τους υπαλλήλους της Συνεργατικής ότι υπήρχε η δυνατότητα συζήτησης μεταξύ των μερών πριν να υπογράψουν και τους επεξηγούνταν οι όροι. Αυτή ήταν η πρακτική που ακολουθείτο, ανάφερε. Περαιτέρω, η μάρτυρας είπε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο έχει δοθεί γραπτώς συμβουλή στον εναγόμενο για να λάβει νομική συμβουλή πριν να υπογράψει την επίδικη συμφωνία. Όσον αφορά τον σκοπό του δανείου, είπε ότι ήταν επαγγελματικής φύσεως και επιχειρηματικό δάνειο, όπως αναγράφεται και στην Αίτηση Δανείου. Πέραν των πιο πάνω, αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση η παραλαβή της επιστολής τερματισμού από τον εναγόμενο. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα επίσης ότι ο όρος 3 της συμφωνίας που αναφέρεται στο βασικό επιτόκιο είναι αδιαφανής καθότι δεν καθορίζει ποιο είδος βασικού επιτοκίου θα έπρεπε να χρεώνεται. Επίσης, της υποβλήθηκε ότι το βασικό επιτόκιο που έπρεπε να επιβάλλεται ήταν αυτό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και όχι της Κεντρικής Συνεργατικής Τράπεζας, όπως είπε η μάρτυρας. Της υποβλήθηκε περαιτέρω ότι ο όρος 6 της συμφωνίας που αφορά στο δικαίωμα της Τράπεζας να αξιώσει πληρωμή του ποσού του δανείου, θα μπορούσε να προκαλέσει και προκάλεσε ζημιά στον εναγόμενο. Αναφορικά με το υπόλοιπο και τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού είπε ότι σε αυτές αφαιρούνται κάποια έξοδα και χρεώσεις και παραμένει μόνο η κεφαλαιοποίηση των τόκων και οι καταθέσεις. Εξήγησε τον τρόπο που ετοίμασε τις εν λόγω αναδομημένες καταστάσεις και είπε ότι αξιώνεται με την παρούσα και ο τόκος υπερημερίας ύψους 2%, ο οποίος επιβάλλεται από τον τερματισμό και μετά. Αρνήθηκε ότι ο τόκος αυτός και ο σχετικός όρος στη συμφωνία δεν αποτελούσε προκαθορισμό της ζημιάς της ενάγουσας αλλά εκφοβισμό του δανειολήπτη. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή την μοναδική μάρτυρα που κατάθεσε στην παρούσα υπόθεση κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία της, έχοντας υπόψη τις αρχές της νομολογίας (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1A A.A.Δ. 454, Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R.212,216, Agapiou v.Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257, 263, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 και Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Η Μ.Ε.1 κρίνω ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και να παρουσιάσει τα γεγονότα τα οποία ήταν σε γνώση της και όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της ένεκα της θέσης και ιδιότητας της. Σημειώνεται ότι η μάρτυρας αυτή είναι υπάλληλος της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, η οποία ανέλαβε τη διαχείριση, μεταξύ άλλων, του επίδικου δανείου και η ίδια είναι εξουσιοδοτημένη από την ενάγουσα στην παρούσα αγωγή να καταθέτει και να την εκπροσωπεί ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. επίσης τεκμήριο 26). Η ίδια περαιτέρω, όπως έχει προκύψει, έχει πρόσβαση στο ηλεκτρονικό αρχείο που διατηρεί η ενάγουσα καθώς επίσης και στο έντυπο αρχείο της. Στην βάση της πιο πάνω θέσης και ιδιότητας της μάρτυρος και της εξουσιοδότησης της από την ενάγουσα για να τους εκπροσωπεί στο Δικαστήριο, αποδέχομαι και τη θέση της ότι η μάρτυρας αυτή έχει στην κατοχή της όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και η ίδια έχει γνώση των γεγονότων στη βάση του αρχείου των εναγόντων και των εγγράφων που η ίδια μελέτησε, όπως ανάφερε αλλά και στην πληροφόρηση που έτυχε, ως θα αναφερθεί κατωτέρω. Εκείνο το οποίο, κρίνω, ότι χρήζει εξέτασης από τη μαρτυρία της, είναι η βαρύτητα που μπορεί να δοθεί σε κάποιες από τις θέσεις και γεγονότα που ανάφερε στο Δικαστήριο σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, για τα οποία η ίδια δεν είχε άμεση εμπλοκή. Είναι κοινό έδαφος ότι η κατ' ισχυρισμό επίδικη δανειοδότηση παραχωρήθηκε από την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου & Ανατολικής Πάφου, ως ήταν τότε. Κατ' αρχάς από τη μαρτυρία της μάρτυρος προκύπτει ότι η πιο πάνω Συνεργατική ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο εγγεγραμμένη ως Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία και περαιτέρω ότι ήταν αδειούχο πιστωτικό ίδρυμα. Η μάρτυρας αναφέρθηκε σε όλο το ιστορικό της πιο πάνω Συνεργατικής και στις μετέπειτα μετονομασίες και συγχωνεύσεις. Επίσης, η μάρτυρας ανάφερε ότι από τις 03/09/2018 η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ είναι αυτή που ανέλαβε την διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων και τις μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις, μεταξύ αυτών και την παρούσα. Κατέχει άδεια λειτουργίας εξαγοράς πιστώσεων και άδεια λειτουργίας μη πιστωτικού ιδρύματος (βλ. τεκμήριο 13). Όλα τα πιο πάνω, τα οποία υποστηρίζονται και από τα τεκμήρια 1 - 13, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την κατάληξη μου στο κατά πόσο η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ μπορεί να αξιώνει τις θεραπείες της παρούσας αγωγής και να παρουσιάζεται ως ενάγουσα, κατά την εξέταση της εισήγησης της υπεράσπισης. Αναφορικά με την εκτέλεση των επίδικων συμφωνιών, η μάρτυρας ανάφερε κατά τη μαρτυρία της ότι, τόσο το τεκμήριο 20 που είναι η συμφωνία για την παραχώρηση του επίδικου δανείου στον εναγόμενο όσο και η Υποθήκη XXXXX/10, υπογράφτηκαν από τον εναγόμενο, θέση που δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Ούτε υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία το αντίθετο. Είναι γεγονός ότι η μάρτυρας αυτή δεν ήταν παρούσα κατά την συνομολόγηση των εν λόγω επίδικων συμφωνιών, αλλά τούτο, εν όψει της πιο πάνω ιδιότητας και γνώσης της δεν την καθιστά υπό τις περιστάσεις αναρμόδιο πρόσωπο να αναφερθεί στο ζήτημα της εκτέλεσης των επίδικων συμφωνιών. Ο συνήγορος του εναγόμενου κατά την κατάθεση των εν λόγω συμφωνιών, επιφύλαξε το δικαίωμα του να αναφερθεί στην πορεία και κατά την αγόρευση του στο ζήτημα της βαρύτητας που θα πρέπει να τους δοθεί. Δεν αμφισβητήθηκαν όμως οι υπογραφές σε αυτές και ειδικότερα αυτή του εναγόμενου καθοιονδήποτε τρόπο, ούτε οι αναφορές της μάρτυρος περί τούτου. Στην 1. Μ.Α. GOODVALUE SUPPLIERS LTD κ.α. v. BARCLAYS BANK PLC
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1038 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν απαιτείται βέβαια όπως ο μάρτυρας ήταν παρών στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων. Κατάθεσε υπό την ιδιότητα του ως εργοδοτούμενου των εφεσιβλήτων κατά τον ουσιώδη χρόνο και ως το πρόσωπο που είχε στην κατοχή του τα συγκεκριμένα έγγραφα. Προς κατάθεση έγγραφης συμφωνίας δεν απαιτείται η παρουσία του μάρτυρα στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της. Η αποδοχή εγγράφου ως μαρτυρίας προϋποθέτει την κατάθεση του για απόδειξη του περιεχομένου του, ενώ στοιχείο με την κατάθεση του αποτελεί και η ορθή εκτέλεση του. Στην παρούσα υπόθεση, ούτε το ένα αμφισβητήθηκε, ούτε και το άλλο.» Κατά συνέπεια, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ αυτό το μέρος της μαρτυρίας της μάρτυρος και την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών από αμφότερα τα μέρη. Όσον αφορά την εγκυρότητα της συμφωνίας δανείου τεκμήριο 20 και των όρων αυτής, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τις αναφορές της μάρτυρος αυτής σε σχέση με την πρακτική που ακολουθείτο από την ΣΠΕ ΓΕΡΟΣΚΗΠΟΥ & ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΠΑΦΟΥ κατά την συνομολόγηση των συμφωνιών δανείου και ότι αυτές επεξηγούνταν στους δανειολήπτες και ότι υπήρχε η δυνατότητα συζήτησης μεταξύ των μερών. Είναι γεγονός ότι η μάρτυρας αυτή δεν ήταν παρούσα κατά την συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας για να έχει προσωπική γνώση για το τί έλαβε χώρα και διαμείφθηκε. Η γνώση της περί τούτου, προέρχεται από ενημέρωση που έτυχε από τους τότε υπαλλήλους της Συνεργατικής και ειδικότερα, όπως ανάφερε, από κάποια κα XXXXX Μιχαήλ Τσαδιώτη και περιορίζεται στην πρακτική που ακολουθείτο κατά την συνομολόγηση συμφωνιών δανείων. Πρόκειται δηλαδή για εξ' ακοής μαρτυρία την οποία υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ. Κατ' αρχάς όλα τα πιο πάνω που η μάρτυρας ανάφερε δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και ούτε υποβλήθηκε στην μάρτυρα οποιαδήποτε αντίθετη εκδοχή ή θέση. Περαιτέρω, η υπεράσπιση δεν παρουσίασε μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες υπογραφής της επίδικης συμφωνίας για να υποστηρίξει ότι αυτή δεν επεξηγήθηκε στον εναγόμενο, ότι αυτός παραπλανήθηκε για να υπογράψει και/ή ότι αυτό έγινε κατόπιν συμβουλών και παρότρυνσης από την Συνεργατική και τους υπαλλήλους της και/ή ότι δεν ακολουθήθηκε ή ακολουθείτο αυτή η πρακτική που η μάρτυρας ανάφερε. Κατά συνέπεια τα όσα η μάρτυρας ανάφερε περί της διαδικασίας που ακολουθείτο από την Συνεργατική κατά την σύναψη συμφωνιών δανείου και τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα, μπορούν να γίνουν αποδεχτά. Το ίδιο και η θέση της ότι το επίδικο δάνειο ήταν επαγγελματικής φύσεως. Ούτε η θέση της αυτή έτυχε αμφισβήτησης ή υποστηρίχθηκε κάτι διαφορετικό. Υποστηρίζεται επίσης και από την Αίτηση Δανείου (τεκμήριο 14) που επίσης υπογράφεται από τον εναγόμενο και στην οποία παράπεμψε η μάρτυρας όπου αναφέρεται ότι ο σκοπός του δανείου είναι επαγγελματικός (βλ. σελ. 3) και ότι ο εναγόμενος είναι επιχειρηματίας (βλ. σελ. 2). Θα εξετάσω κατά την κατάληξη μου τις θέσεις και εισηγήσεις της υπεράσπισης περί καταχρηστικότητας των όρων της επίδικης συμφωνίας, στη βάση των πιο πάνω πραγματικών γεγονότων. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη θέση της μάρτυρος περί της αποστολής της επιστολής τερματισμού ημερομηνίας 04/05/2012 (τεκμήριο 23) προς τον εναγόμενο με συνηθισμένο ταχυδρομείο και ότι αυτή δεν επιστράφηκε, καθότι αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη. Σημειώνεται ότι η εν λόγω επιστολή αποτελεί μέρος του αρχείου που διατηρεί η ενάγουσα στο οποίο η μάρτυρας έχει πρόσβαση και κατέχει. Δεν έχει τεθεί επίσης οποιαδήποτε θέση περί κατασκευασμένης επιστολής ή οτιδήποτε άλλο. Ούτε η μαρτυρία αυτή αντικρούστηκε ή υποστηρίχθηκε με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία εκ μέρους του εναγόμενου (βλ. Παπαχριστοδούλου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A301, Πολιτική Έφεση Αρ. 263/2010, Ημερ. 05/05/2015), πέραν από την υποβολή του συνηγόρου ότι αυτή δεν παραλήφθηκε από τον εναγόμενο. Σε σχέση με το αξιούμενο υπόλοιπο, η μάρτυρας κατάθεσε αναλυτικούς λογαριασμούς (βλ. τεκμήριο 22) και αναδομημένους τους οποίους ετοίμασε η ίδια (βλ. τεκμήριο 24 και 25). Η μάρτυρας εξήγησε και ανάφερε ότι το τεκμήριο 22 αποτελεί τραπεζικό βιβλίο και/ή μέρος του αρχείου επιχείρησης και κατάθεσε προς τούτο Πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του Κεφ.
- Τα όσα καταγράφονται σε αυτό, είπε, είναι αυτά που περιλαμβάνονται στο σύστημα των εναγόντων. Δεν έχει καταδειχθεί από την αντεξέταση της μάρτυρος ότι οι καταχωρήσεις που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 22 είναι λανθασμένες. Ούτε έχει υποδειχθεί στη μάρτυρα οποιαδήποτε συγκεκριμένη λανθασμένη καταχώριση, ούτε έχει υποστηριχθεί κάτι τέτοιο με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία εκ μέρους των εναγόμενων. Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η μάρτυρας περιόρισε την αξίωση της στο υπόλοιπο το οποίο καταδεικνύεται στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού που ετοίμασε η ίδια, τεκμήριο
- Η μάρτυρας εξήγησε λεπτομερώς τον τρόπο που ετοίμασε τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού (βλ. παραγράφους 37 - 42 της γραπτής της δήλωσης). Χρησιμοποίησε ουσιαστικά όλες τις συναλλαγές που φαίνονται στο τεκμήριο 22, αφαίρεσε όλες τις υπόλοιπες χρεώσεις που περιλαμβάνονται σε αυτό και χρησιμοποίησε το συμφωνηθέν επιτόκιο ύψους 6,50% μέχρι τον τερματισμό κεφαλαιοποιώντας τους τόκους δύο φορές. Από τον τερματισμό και μετά είπε ότι αξιώνει επιπλέον 2% ως τόκο υπερημερίας με βάση τους όρους της επίδικης συμφωνίας. Δεν έχει προκύψει κατά την αντεξέταση της μάρτυρος ότι οι υπολογισμοί της στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, στην βάση των πιο πάνω που ανάφερε, είναι λανθασμένοι. Η μάρτυρας εξήγησε ότι με τα δεδομένα που χρησιμοποίησε στο σύστημα, πάραξε την εν λόγω αναδομημένη κατάσταση. Δεν έχει καταδειχθεί ότι αυτοί οι υπολογισμοί είναι λάθος και ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη συγκεκριμένη μαρτυρία περί τούτου. Αποδέχομαι όλα όσα η μάρτυρας ανάφερε σε σχέση με το περιεχόμενο των εν λόγω καταστάσεων λογαριασμού. Θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την κατάληξη μου κατά πόσο αυτές είναι ικανοποιητικές στο να αποδείξουν το αξιούμενο υπόλοιπο και στα επί μέρους ζητήματα που εγείρει η υπεράσπιση σε σχέση με αυτές και την ιδιότητα της μάρτυρος. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της μάρτυρος και όλα τα τεκμήρια που κατάθεσε και την αποδέχομαι με τις πιο πάνω διευκρινήσεις. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης είναι αυτά τα οποία ανάφερε η μοναδική μάρτυρας της ενάγουσας και στα οποία θα βασιστεί το Δικαστήριο για την κατάληξη του, ως θα αναφερθεί και κατωτέρω. ΚΑΤΑΛΗΞΗ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Kατ' αρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση έχει παραχωρηθεί από την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου & Ανατολικής Πάφου, η οποία όπως έχει προκύψει από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, ήταν κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο δεόντως εγγεγραμμένη ως Συνεργατική και αδειούχο πιστωτικό ίδρυμα (βλ. τεκμήριο 1). Η εν λόγω Συνεργατική είχε εγείρει την παρούσα αγωγή με το όνομα αυτό. Ο εναγόμενος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν επιχειρηματίας και είχε αιτηθεί επαγγελματικό δάνειο ύψους €150,000 από την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου & Ανατολικής Πάφου (βλ. τεκμήριο 14). Στις περιπτώσεις κατ' ισχυρισμό τραπεζικού χρέους, τα βασικά γεγονότα τα οποία χρήζουν απόδειξης ώστε να επιτύχει η αξίωση, είναι: α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ., μαζί με τους όρους της, β) Η παράβαση όρου της σύμβασης, και γ) ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829). Προτού προχωρήσω όμως να αποφασίσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα πιο πάνω βασικά γεγονότα και να εξετάσω τις εισηγήσεις της υπεράσπισης επί της ουσίας της υπόθεσης, κρίνω ορθό να ξεκινήσω από την εξέταση του δικαιώματος της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ να αξιώνει τις θεραπείες της αγωγής. Ο συνήγορος του εναγόμενου στην αγόρευση του εισηγείται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του σε σχέση με την συγχώνευση, μετονομασία και μεταβίβαση δικαιωμάτων της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γεροσκήπου & Ανατολικής Πάφου καθότι αυτά δεν δικογραφούνται. Έπρεπε, εισηγείται η υπεράσπιση, να γίνει τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής δυνάμει των προνοιών της Δ.12, Θ.4 αλλά και στο σώμα της αγωγής ώστε να ήταν δυνατή η προσκόμιση της εν λόγω μαρτυρίας. Κατά συνέπεια αναφέρει, η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει ότι έχει νόμιμες αξιώσεις εναντίον του εναγόμενου. H θέση ότι στην περίπτωση εκχώρησης ή μεταβίβασης συμφέροντος ή υποχρέωσης σε αγωγή από υφιστάμενο διάδικο σε άλλο πρόσωπο, το πρόσωπο αυτό πρέπει να λάβει διάταγμα για συνέχιση της διαδικασίας και άδεια για τις αναγκαίες τροποποιήσεις είναι ορθή και αυτό επιτάσσει η Δ.12, Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα πιο πάνω όμως θα πρέπει να ειδωθούν υπό το φως συγκεκριμένων νομοθετικών προνοιών για το ζήτημα αυτό που περιλαμβάνονται στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο. Συγκεκριμένα, το ΜΕΡΟΣ Χ του εν λόγω Νόμου αναφέρεται στην αναδιοργάνωση των εταιρειών και το Άρθρο 49Γ
(2)δίδει δικαίωμα σε δύο ή περισσότερα ΣΠΙ να συγχωνευθούν σε ένα ΣΠΙ με απόφαση που λαμβάνεται από κάθε ΣΠΙ σε ειδική γενική συνέλευση. Σύμφωνα με το Άρθρο 49Δ, με βάση την απόφαση που λαμβάνεται για συγχώνευση, η εγγεγραμμένη εταιρεία προβαίνει σε έγγραφη συμφωνία στη μεταφορά σε άλλη εγγεγραμμένη εταιρεία η οποία έλαβε απόφαση για να αποδεχθεί την μεταφορά όλων ανεξαιρέτως των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της και ο Έφορος προβαίνει σε εγγραφή της γραπτής συμφωνίας για τη μεταφορά. Το δε Άρθρο 49ΣΤ προνοεί για τα αποτελέσματα μιας τέτοιας συμφωνίας και τον τρόπο συνέχισης των εκκρεμούσων διαδικασιών. Παραθέτω το εν λόγω Άρθρο αυτούσιο: «49ΣΤ.-
(1)Η εγγραφή της συμφωνίας μεταφοράς μαζί με την έναρξη της ισχύος της μεταφοράς, όπως προβλέπεται στις διατάξεις των εδαφίων
(2)και
(3)του άρθρου 49Δ, αποτελούν επαρκή απόδειξη της μεταφοράς όλων των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της μεταφέρουσας εταιρείας στην αποδεχόμενη εταιρεία, καθώς και ότι η αποδεχόμενη εταιρεία διαδέχεται τη μεταφέρουσα εξ ολοκλήρου σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της και ότι όλες οι πράξεις, τα συμβόλαια και τα άλλα έγγραφα της παραμείνουν σε ισχύ: Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, στις περιπτώσεις που εκκρεμεί οποιαδήποτε δικαστική ή διαιτητική διαδικασία ή διαδικασία ενώπιον επαρχιακού κτηματολογικού γραφείου, η αντικατάσταση της επωνυμίας της μεταφέρουσας εταιρείας με την επωνυμία της αποδεχόμενης εταιρείας, για σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώρηση από την αποδεχόμενη εταιρεία σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή τον Έφορο ή το επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο, αντίστοιχα.» Εκείνο το οποίο προκύπτει να έγινε στην παρούσα περίπτωση είναι ότι κατά τις 24/05/2013 η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου & Ανατολικής Πάφου μετατράπηκε σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και στις 24/06/2013 μετονομάσθηκε σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου & Ανατολικής Πάφου Λτδ και της παραχωρήθηκε η σχετική άδεια λειτουργίας (βλ. τεκμήριο 2, 3 και 4). Ακολούθως, στις 26/10/2013 η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου Λτδ, διαλύθηκε και συγχωνεύθηκε με το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ το οποίο στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Ελληνικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ (είχε άδεια λειτουργίας ως αναγνωρισμένο πιστωτικό ίδρυμα από την 01/01/2008 - τεκμήριο 7 και 8) και το οποίο ανάλαβε μεταξύ άλλων όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της πιο πάνω Συνεργατικής, συμφώνως των προνοιών της πιο πάνω νομοθεσίας (βλ. τεκμήρια 5 και 6). Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, στις 14/04/2014 καταχωρήθηκε «Ειδοποίηση Μετονομασίας» με επισυνημμένη την γνωστοποίηση του Εφόρου Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών σχετικά με την αναδιοργάνωση / συγχώνευση Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων και με αναφορά ότι τα μελλοντικά δικόγραφα και ο τίτλος θα αναφέρεται ως «Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ» Στη συνέχεια και στις 21/07/2017 το πιο πάνω Ταμιευτήριο συγχωνεύθηκε με την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, η οποία είχε άδεια λειτουργίας ως Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ίδρυμα από τις 03/11/2014 (βλ. τεκμήρια 9 και 10) και η οποία μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ στις 24/07/2017 και ακολούθως σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ με ημερομηνία ισχύος την 03ην/09/2018 (βλ. τεκμήριο 12). Η εν λόγω εταιρεία συνεχίζει να διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία και μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου δανείου. Επίσης, έχει προκύψει ότι η εν λόγω Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ έχει εξασφαλίσει Άδεια Λειτουργίας Μη Πιστωτικού Ιδρύματος για την άσκηση της δραστηριότητας της παροχής πιστώσεων. Περαιτέρω, της χορηγήθηκε άδεια για να λειτουργεί ως εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, δυνάμει του Άρθρου 5
(2)του Νόμου 169(Ι)/2015 (βλ. τεκμήριο 13). Στις 14/09/2018 καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου σχετική ειδοποίηση μετονομασίας σύμφωνα με την οποία οι ενάγοντες έχουν αλλάξει σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ με ισχύ από 03/09/2018 και επισυνάπτεται το σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής. Αναφέρεται επίσης ότι σε όλα τα μελλοντικά δικόγραφα, αιτήσεις κλπ η ενάγουσα τόσο στον τίτλο όσο και οπουδήποτε άλλου απαιτείται η αναγραφή του ονόματος της θα αναφέρεται ως «Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ». Προκύπτει από όλα τα πιο πάνω, ότι η σημερινή ενάγουσα έχει δικαίωμα να αξιώνει τις θεραπείες που ζητούνται με την παρούσα αγωγή, αφού τα δικαιώματα της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης κατέληξαν σε αυτήν κατ' εφαρμογή των σχετικών προνοιών του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, όπως τροποποιήθηκε και αναφέρθηκε ανωτέρω. Τούτο άλλωστε δεν προκύπτει από την εισήγηση της υπεράσπισης να αμφισβητείται. Ούτε αμφισβητείται ή υπάρχει εισήγηση περί μη καταχώρησης ή έγκυρης καταχώρησης στο φάκελο του Δικαστηρίου ειδοποίησης των σχετικών συγχωνεύσεων και μετονομασιών. Η εισήγηση εδράζεται στο γεγονός και μόνο ότι δεν έγινε τροποποίηση του τίτλου και της έκθεσης απαίτησης κατά τα διαλαμβανόμενα στη Δ.12, Θ.4. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω όμως, το Άρθρο 49ΣΤ
(1)του Νόμου περιλαμβάνει ειδική πρόνοια για τον τρόπο συνέχισης της εκκρεμούσας διαδικασίας «ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού» και οποίος είναι δια της καταχώρησης σχετικής ειδοποίησης στο Πρωτοκολλητείο, κάτι το οποίο όπως προκύπτει έχει λάβει χώρα. Στην Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ v. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825, την οποία ο συνήγορος του εναγόμενου επικαλείται, τα γεγονότα ήταν διαφορετικά αφού αφορούσαν εξαγορά τραπεζικών εργασιών δυνάμει του Περί Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμου του 1997 (Ν. 64(Ι)/1997), ο οποίος δεν περιλάμβανε ανάλογη πρόνοια με αυτή της επιφύλαξης του Άρθρου 49ΣΤ
(1)σε σχέση με τον τρόπο συνέχισης εκκρεμούσας διαδικασίας. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η ενάγουσα νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αγωγή και να αξιώνει τις αιτούμενες θεραπείες και δεν απαιτείτο να προχωρήσει με την τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής δυνάμει των προνοιών της Δ.12, Θ.4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και της έκθεσης απαίτησης για να μπορούσε να προσκομίσει και την πιο πάνω μαρτυρία. Θα προχωρήσω να εξετάσω επί της ουσίας την παρούσα υπόθεση για να κριθεί κατά πόσο η ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεση της, στον αναγκαίο βαθμό, δηλαδή στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Επίδικες Συμφωνίες: Με βάση την αξιόπιστη ενώπιον μου μαρτυρία, έχει αποδειχθεί η ορθή εκτέλεση της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 11/01/2010, τεκμήριο 20 μεταξύ εναγόντων και εναγόμενoυ καθώς επίσης και της Υποθήκης με αρ. Υ. XXXXX/10, τεκμήριο
- To ζήτημα αυτό και το γεγονός ότι ο εναγόμενος υπέγραψε την επίδικη συμφωνία δανείου και την επίδικη υποθήκη, δεν τυγχάνει άλλωστε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Η υπεράσπιση επίσης δεν έχει προωθήσει καθοιονδήποτε τρόπο στο Δικαστήριο τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της περί ακυρότητας της επίδικης συμφωνίας δανείου λόγω ψευδών παραστάσεων, απάτης και/ή δόλου και/ή αθέμιτου επιρροής και παράβασης εμπιστευτικής σχέσης σε βάρος του εναγόμενου. Δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία για αυτούς τους ισχυρισμούς, ούτε έχουν προκύψει οποιαδήποτε σχετικά γεγονότα περί τούτων. Εκείνο το οποίο η υπεράσπιση προωθεί με την αγόρευση της είναι την καταχρηστικότητα των όρων των επίδικων συμφωνιών και την ακυρότητα τους λόγω του ότι η ενάγουσα παρέλειψε να δώσει προηγουμένως τις νομικές προειδοποιήσεις και συμβουλές σε σχέση με την υπογραφή, το περιεχόμενο τους και τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης του εναγόμενου με τις πρόνοιες των συμβάσεων αυτών πριν την σύναψη τους, για να μπορεί ο εναγόμενος να αποφασίζει εάν επιθυμούσε να δεσμευτεί από τους όρους που είχε προδιατυπώσει η ενάγουσα, ως είχε καθήκον και υποχρέωση να πράξει σύμφωνα με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ καθώς και τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμου του
- Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι είναι νομολογημένο ότι όταν τίθενται τέτοια ζητήματα παρανομιών και καταχρηστικότητας, θα πρέπει να δίνονται και οι αναγκαίες λεπτομέρειες στο δικόγραφο οι οποίες να επεξηγούν για ποιο λόγο τίθεται ζήτημα παρανομίας και σύγκρουσης με συγκεκριμένη νομοθεσία και ποιοι είναι αυτοί οι όροι (βλ. βλ. Διαταγή 19, Θ. 4, 13, 15 και 16 σε σχέση με την ορθή δικογράφηση καθώς επίσης και Ayia Napa Nissi Development Ltd κ.ά. v. Παπαμιχαήλ
(1992)1 A.A.Δ. 549, Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.α v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2014)1Β Α.Α.Δ 1491), ΧΧΧΧ Γρηγορίου v. Tράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 75/13, Ημερ. 28/03/2019 και
- ΧΧΧ Έλληνας κ.α. v Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A503, Πολ. Έφεση Αρ. 87/2013, Ημερ. 03/12/2019). Εκείνο το οποίο παρατηρείται από την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του εναγόμενου είναι ότι πουθενά δεν αναφέρεται στις πιο πάνω νομοθεσίες και να συγκεκριμενοποιεί το καθήκον της ενάγουσας για παροχή νομικής συμβουλής και προειδοποίησης του εναγόμενου πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου. Ούτε στην αγόρευση του ο συνήγορος του εναγόμενου αναφέρεται σε συγκεκριμένες νομοθετικές διατάξεις. Κατά συνέπεια η θέση περί παράβασης των συγκεκριμένων νομοθεσιών δεν μπορεί να εξεταστεί για το ζήτημα αυτό. Υπάρχουν όμως στο δικόγραφο του εναγόμενου ισχυρισμοί περί μη λήψης ανεξάρτητης συμβουλής και κατά συνέπεια η επίδικη συμφωνία να είναι άκυρη και προϊόν αμέλειας και απάτης και δόλου. Υπάρχει επίσης ισχυρισμός ότι η ενάγουσα είχε καθήκον να πληροφορήσει τον εναγόμενο για το δικαίωμα που είχε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή σε σχέση με την επίδικη συμφωνία. Όπως έχει προκύψει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου στη βάση της αξιολόγησης της μοναδικού μάρτυρα που κατάθεσε στο Δικαστήριο, επρόκειτο για μια απλή συμφωνία δανείου και χρηματοδότηση του εναγόμενου για επαγγελματικούς σκοπούς. Δεν έχει προκύψει να υπήρχε οποιαδήποτε ιδιαίτερη σχέση μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενου, πέραν από αυτή του δανειστή και του δανειολήπτη, η οποία να επέβαλλε στον πρώτο να συμβουλεύσει το δεύτερο για να λάβει οποιαδήποτε νομική συμβουλή. Ούτε η ενάγουσα υπείχε υποχρέωση να δώσει οποιαδήποτε - νομική ή άλλη - συμβουλή στον εναγόμενο πριν την συνομολόγηση και υπογραφή της επίδικης συμφωνίας και ούτε και ζητήθηκε από τον εναγόμενο ή η ενάγουσα έδωσε, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, τέτοια συμβουλή (βλ.
- χχχ Κωμοδρόμου κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2020:A99, Πολ. Έφεση Αρ. 281/13, Ημερ. 11/03/2020). Πέραν των πιο πάνω, έχει προκύψει από την αξιολόγηση της μαρτυρίας ότι η Συνεργατική κατά τους επίδικους χρόνους, ως ζήτημα πρακτικής επεξηγούσε τους όρους των συμφωνιών που συνήπταν με τους δανειολήπτες και αυτοί - οι όροι - συζητούνταν και αποφασίζονταν. Δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς εναγόμενου που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς του δικογράφου του περί παραπλάνησης και αθέμιτης επιρροής και/ή ότι αυτός δεν υπέγραψε την επίδικη συμφωνία με την ελεύθερη του βούληση (βλ. Μαρία Συρίμη v. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1131, Γιώργος Κουλλαπής v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A751, Πολιτική Έφεση Αρ. 141/2010, Ημερ. 13/11/2015). Πέραν τούτου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στον όρο 19 της επίδικης συμφωνίας δανείου αναφέρεται ότι «Ο χρεώστης δηλώνει ότι είχε την ευκαιρία της ελεύθερης διαπραγμάτευσης των όρων της παρούσας συμφωνίας και εξέτασε λεπτομερώς τους όρους αυτής και υπόγραψε ελεύθερα και με πλήρη αντίληψη και με τη θέληση του την παρούσα συμφωνία». Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν τίθεται ζήτημα στην παρούσα περίπτωση ακυρότητας των επίδικων συμφωνιών για το λόγο που προωθήθηκε στο Δικαστήριο από την υπεράσπιση ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Όσον αφορά το ζήτημα της καταχρηστικότητας των όρων της επίδικης συμφωνίας, ο συνήγορος του εναγόμενου προωθεί με την αγόρευση του τη θέση ότι ο όρος 3 α) της επίδικης συμφωνίας δανείου που αφορά το βασικό επιτόκιο είναι αδιαφανής καθότι δεν γίνεται αναφορά στο είδος του βασικού επιτοκίου που χρεώνεται ο επίδικος λογαριασμός και των διακυμάνσεων του. Η σχετική πρόνοια για το βασικό επιτόκιο ήταν προ - τυπωμένη αναφέρει και δεν υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Κατά συνέπεια, αναφέρει η εισήγηση, πρόκειται για καταχρηστική ρήτρα λόγω του ότι δημιουργεί σε βάρος του εναγόμενου σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των δύο μερών της σύμβασης. Επίσης, αναφέρει ο συνήγορος του εναγόμενου, το εν λόγω βασικό επιτόκιο πρέπει να αποκλειστεί καθότι παραβιάζει τα άρθρα 8 και 40
(1)(γ) του περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Ν. 138(Ι)/2002ως τροποποιήθηκε με το Ν. 34(Ι)/2007 και το άρθρο 8 του περί Υιοθέτησης του Ευρώ Ν. 33(Ι)/
- Τούτη η τελευταία η εισήγηση όμως πρώτη φορά προβάλλεται κατά το στάδιο των αγορεύσεων και ουδεμία δικογράφηση υπάρχει για ένα τέτοιο ισχυρισμό, πόσο μάλλον συγκεκριμένη δικογράφηση ως απαιτείται από τη νομολογία. Κατά συνέπεια, η θέση και ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να εξεταστεί. Σε σχέση με την καταχρηστικότητα του όρου που αφορά το βασικό επιτόκιο της επίδικης συμφωνίας, ο συνήγορος επικαλείται τις πρόνοιες της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ και τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του
- Η εν λόγω Οδηγία μεταφέρθηκε στην Κυπριακή έννομη τάξη με τον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου, Ν. 93(Ι)/96(βλ.
- Μιχαηλίδης κ.α. v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πέγειας, ECLI:CY:AD:2018:A311, Πολ. Έφεση Αρ. 477/2012, Ημερ. 27/06/2018), ο οποίος καταργήθηκε και οι πρόνοιες του ενσωματώθηκαν στο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021, Ν. 112(Ι)/21 ο οποίος σύμφωνα με το Άρθρο 75, έχει αναδρομική ισχύ και εφαρμόζεται σε συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν και/ή τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του. Σύμφωνα, τόσο με το Άρθρο 3
(1)του καταργηθέντος Νόμου 93(Ι)/96, όσο και του Άρθρου 48
(1)του Νόμου 112(Ι)/21, το πεδίο εφαρμογής τους αφορά σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ εμπορευόμενου και καταναλωτή. Ο καταναλωτής σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου 112(Ι)/21 σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική του δραστηριότητα. Στην παρούσα περίπτωση με βάση την αξιόπιστη και αναντίλεκτη, να σημειωθεί, μαρτυρία, ο εναγόμενος είναι επιχειρηματίας και ο σκοπός του επίδικου δανείου ήταν επαγγελματικός. Κατά συνέπεια η επίδικη συμφωνία δανείου δεν εμπίπτει στο πλαίσιο προστασίας που παρέχει ο εν λόγω Νόμος. (βλ. 1. Αrredos Style Furnishings Ltd κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. Ε119/2014, Ημερ. 15/11/2019). Σε κάθε περίπτωση όμως δεν έχει καταδειχθεί η καταχρηστικότητα του όρου που αφορά το επιβαλλόμενο επιτόκιο ούτε οποιαδήποτε ασάφεια ή αδιαφάνεια σε σχέση με τον τρόπο καθορισμού και υπολογισμού του βασικού επιτοκίου και της διακύμανσης του. Πέραν του γεγονότος που προκύπτει από τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 ότι η πρακτική της Συνεργατικής ήταν να επεξηγεί κάθε όρο της συμφωνίας και οι όροι της να συζητούνταν με τον δανειολήπτη, προκύπτει και από την ίδια την συμφωνία, τεκμήριο 20 και όρο 19 αλλά και την αίτηση του εναγόμενου, τεκμήριο 14 ότι κατανοεί πλήρως το περιεχόμενο της συμφωνίας και ότι είχε την ευκαιρία της ελεύθερης διαπραγμάτευσης των όρων της και την υπέγραψε ελεύθερα και με πλήρη αντίληψη και με τη θέληση του. Κατά συνέπεια ο εναγόμενος δεν έχει καταρρίψει την ύπαρξη καλής πίστης από τους ενάγοντες, στοιχείο απαραίτητο για να κριθεί μια ρήτρα ως καταχρηστική (βλ. Frakapor Courier Ltd, πρώην Frakapor Courier Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 9/2011, Ημερ. 15/06/2011). Oύτε έχει προκύψει οι ενάγοντες να άσκησαν οποιαδήποτε πίεση ή άλλη αθέμιτη παρότρυνση στην περίληψη του συγκεκριμένου όρου που ο συνήγορος του εναγόμενου επικαλείται στην αγόρευση του ή οποιουδήποτε άλλου όρου (βλ. Μαρία Συρίμη v. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1131, Γιώργος Κουλλαπής v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A751, Πολιτική Έφεση Αρ. 141/2010, Ημερ. 13/11/2015) Ούτε έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε αοριστία, γενικότητα και ασάφεια του εν λόγω όρου που αφορά το βασικό επιτόκιο ή έχει προκύψει ο εναγόμενος να μην είχε αντιληφθεί ποιο θα ήταν αυτό. Το τεκμήριο 20 τιτλοφορείται «ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΔΑΝΕΙΟΥ» και κάτω από αυτό αναφέρεται (κυμαινόμενο επιτόκιο). Στον όρο 3 α) καθορίζεται το ύψος του επιτοκίου με το οποίο θα χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός δανείου το οποίο θα συνίστατο στο βασικό επιτόκιο και στο περιθώριο, τα οποία κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας ανέρχονταν σε 4,5% και 2% αντίστοιχα, ήτοι σύνολο 6,5%. Είναι γεγονός ότι στον όρο αυτό δεν καθορίζεται το είδος του βασικού επιτοκίου. Είναι ξεκάθαρο όμως από την ίδια τη συμφωνία δανείου και την αίτηση του εναγόμενου για να του παραχωρηθεί το επίδικο δάνειο, ότι το βασικό επιτόκιο θα ήταν αυτό της Συνεργατικής. Το δάνειο παραχωρήθηκε από την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου & Ανατολικής Πάφου, στον όρο 4 της επίδικης συμφωνίας παρέχεται δικαίωμα στην Συνεργατική να καθορίζει το βασικό επιτόκιο και τον τρόπο υπολογισμού του και στην αίτηση, τεκμήριο 14, σελ. 10 αναφέρεται ρητά ότι το βασικό επιτόκιο θα ήταν αυτό της Συνεργατικής. Η Μ.Ε.1 επίσης ανάφερε ότι αυτό ήταν το βασικό επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο όρος αυτός δεν φαίνεται να δημιουργεί σε βάρος του εναγόμενου σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη συμφωνία. Όσον αφορά το ζήτημα της διακύμανσης του βασικού επιτοκίου και ότι αυτή δεν καθορίζεται στη σύμβαση και ο εναγόμενος δεν μπορούσε να αξιολογήσει τις οικονομικές συνέπειες, τούτο είναι άνευ ουσίας αφού όπως προκύπτει και θα αναφερθεί κατωτέρω κατά την εξέταση του ζητήματος της απόδειξης του αξιούμενου υπολοίπου δεν έχει επιβληθεί τόκος και/ή βασικό επιτόκιο πέραν αυτού που αναγράφεται στη συμφωνία δανείου. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι δεν έχει καταδειχθεί η ακυρότητα των επίδικων συμφωνιών ή οποιουδήποτε όρου αυτών και καταλήγω ότι αυτές είναι καθόλα έγκυρες και δεσμευτικές στην ολότητα τους. Παράβαση όρου της επίδικης Σύμβασης Δανείου και δικαίωμα τερματισμού: Με βάση τον όρο 2 της Συμφωνίας Δανείου ημερ. 11/10/2010, η αποπληρωμή του επίδικου δανείου θα γινόταν με 240 μηνιαίες δόσεις ύψους €1,070 έκαστη. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα στις 11/03/2010 και οι υπόλοιπες την αντίστοιχη ημερομηνία κάθε επόμενου μήνα μέχρις ότου το δάνειο, περιλαμβανομένων των τόκων, εξόδων και άλλων επιβαρύνσεων, εξοφληθεί πλήρως. Με βάση τον όρο 6 η ενάγουσα είχε το δικαίωμα να απαιτήσει οποιαδήποτε στιγμή την αποπληρωμή του δανείου και να το καταστήσει απαιτητό. Προκύπτει επίσης από τον όρο 5 ότι ο εναγόμενος όφειλε να καταβάλλει τις μηνιαίες του δόσεις και ότι σε περίπτωση παράλειψης του, η οποιαδήποτε καθυστέρηση θα επέφερε χρέωση τόκου υπερημερίας. Στη βάση των πιο πάνω και των ευρημάτων του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλλει τις συμφωνηθείσες δόσεις ως είχε συμφωνηθεί. Άλλωστε το γεγονός της μη καταβολής των συμφωνηθέντων δόσεων και η παράβαση στην ουσία των συμφωνηθέντων δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Πέραν λοιπόν του δικαιώματος της ενάγουσας για απαίτηση εξόφλησης του επίδικου δανείου οποτεδήποτε, στην παρούσα υπήρξε παράβαση των όρων της συμφωνίας και η ενάγουσα είχε δικαίωμα να προχωρήσει με τον τερματισμό της και να καταστήσει απαιτητό το υπόλοιπο του λογαριασμού. Τερματισμός της Συμφωνίας Δανείου και απαίτηση πληρωμής από τον εναγόμενο: Έχει προκύψει και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου με βάση την αποδεκτή μαρτυρία ότι η ενάγουσα απέστειλε με συνηθισμένο ταχυδρομείο στον εναγόμενο στις 04/05/2012 επιστολή τερματισμού της επίδικης συμφωνίας (βλ. τεκμήριο 23). Η εν λόγω επιστολή τερματισμού, όπως αναγράφεται σε αυτή, αποστάληκε στην διεύθυνση «XXXXX αρ. 36, XXXXX Γεροσκήπου» που όπως προκύπτει είναι η διεύθυνση του εναγόμενου που αναφέρεται στην επίδικη συμφωνία. Η Μ.Ε.1 επίσης κατά την επανεξέταση της διευκρίνισε ότι είναι σε αυτή τη διεύθυνση που αποστάληκε η επιστολή. Κρίνω ότι η επιστολή τερματισμού αποστάληκε με τον ορθό τρόπο και στην ορθή διεύθυνση, συμφώνως του όρου 17 της επίδικης συμφωνίας δανείου. Ούτε έχει προκύψει ή υποστηριχθεί ότι η εν λόγω διεύθυνση που αποστάληκε η επιστολή είναι λανθασμένη και/ή όχι η διεύθυνση του εναγόμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ούτε έχει υποστηριχθεί κάτι τέτοιο καθοιονδήποτε τρόπο. Πέραν των πιο πάνω, έχει προκύψει ως εύρημα ότι η εν λόγω επιστολή που αποστάληκε στον εναγόμενο δεν επιστράφηκε πίσω στην ενάγουσα ούτε έχει προβληθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος περί μη παραλαβής αυτής από τον εναγόμενο. Το μόνο που υποβλήθηκε στη μάρτυρα κατά γενικό και αόριστο τρόπο ήταν ότι ο εναγόμενος δεν την παρέλαβε. Η αποστολή όμως της εν λόγω επιστολής στην ορθή διευθύνση και η μη επιστροφή της, καταδεικνύει ότι ο εναγόμενος την παρέλαβε (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 και Alpha Bank Cyprus Ltd, Εμπορευόμενοι ως Lombard Natwest Bank Ltd & Alpha Bank Ltd v.
- Arena Motor Show Ltd, δια του Προσωρινού Εκκαθαριστή τους και Επίσημου Παραλήπτη κ.α., ECLI:CY:AD:2015:A648, Πολιτική Έφεση Αρ. 84/2009, Ημερ. 02/10/2015). Έπεται ότι η ενάγουσα τερμάτισε νόμιμα και νομότυπα την επίδικη συμφωνία και κατέστησε απαιτητό το οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού από τον εναγόμενο. Οφειλόμενο Υπόλοιπο: O εναγόμενος με την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης του αρνείται το αξιούμενο υπόλοιπο. Κατά την αγόρευση του ο συνήγορος του εναγόμενου προβάλλει τη θέση ότι οι καταστάσεις λογαριασμού τεκμήριο 22 δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το Άρθρο 22 του Κεφ. 9, ούτε αυτές του Άρθρου 35 του Κεφ.
- Κατά συνέπεια, ισχυρίζεται, η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει το αξιούμενο υπόλοιπο. Έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οι αναλυτικές καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 22). Η Μ.Ε.1 ανάφερε ότι οι εν λόγω καταστάσεις, τεκμήριο 22 αποτελούν αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου της ενάγουσας και αναφέρθηκε στα γεγονότα που ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 22 του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.
- Στο εν λόγω Άρθρο και συγκεκριμένα στα εδάφια
(2)και
(3)τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται έτσι ώστε ένα αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίο να γίνεται αποδεκτό ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρίσεων και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σε αυτό. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι α) Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας, β) Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της, γ) Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας και δ) Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του πιο πάνω Άρθρου, το οποίο περιλαμβάνει τις προϋποθέσεις υπό στοιχεία α) - γ) ανωτέρω, μαρτυρία για αυτές δύναται να δοθεί από Διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας είτε προφορικά είτε με ένορκη δήλωση ενώ για την προϋπόθεση υπό στοιχείο δ) από πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Η Μ.Ε.1 στις παραγράφους 30 - 33 της γραπτής της δήλωσης αναφέρθηκε σε γεγονότα τα οποία ικανοποιούν όλες τις πιο πάνω προϋποθέσεις του Νόμου και τα οποία έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, η μάρτυρας ανάφερε ότι τηρείτο τραπεζικό βιβλίο για τον επίδικο λογαριασμό σε ηλεκτρονική μορφή όπου φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γεροσκήπου & Ανατολικής Πάφου όσο και των ιδρυμάτων που ανάφερε ότι τη διαδέχθηκαν και/ή με τα οποία συγχωνεύθηκε. Έχω αναφερθεί ανωτέρω στα εν λόγω ιδρύματα και όπως προκύπτει, αποτελούσαν όλα πιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένου της ενάγουσας, κατ' αναλογία και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 22
(6)του Κεφ. 9. Η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, η οποία στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, ενάγουσα στην παρούσα αγωγή, κατέχει, μεταξύ άλλων, άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ασχέτως αν σήμερα δεν ασκεί τραπεζικές εργασίες, σύμφωνα με την Μ.Ε.1 (βλ. τεκμήρια 10, 12 και 13). Κατά συνέπεια η εισήγηση ότι η ενάγουσα δεν είναι τράπεζα εν τη εννοία του Άρθρου 22
(6), δεν ευσταθεί. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας ανάφερε ότι το εν λόγω τραπεζικό βιβλίο είναι ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γεροσκήπου & Ανατολικής Πάφου και των Συνεργατικών που την διαδέχθηκαν, όλες οι καταχωρήσεις έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών αυτών και καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της ενάγουσας. Το γεγονός ότι η Μ.Ε.1 εργάζεται στην Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, δεν την καθιστά αναρμόδιο πρόσωπο να αναφερθεί στα γεγονότα που ικανοποιούν τις πρόνοιες των πιο πάνω εδαφίων του Άρθρου 22 του Κεφ. 9. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω εταιρεία Altamira, κατόπιν σχετικής συμφωνίας με την ενάγουσα ανέλαβε τη διαχείριση, μεταξύ άλλων, της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης για λογαριασμό της και την εκπροσώπηση της στο Δικαστήριο. Σημειώνεται επίσης ότι η ίδια η μάρτυρας έχει πληρεξουσιοδότηση από την ενάγουσα να εμφανίζεται εκ μέρους της ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, η ίδια ανάφερε ότι είναι λειτουργός στο αρμόδιο τμήμα που χειρίζεται τις ανακτήσεις χρεών σε δικαστικές υποθέσεις της ενάγουσας, έχει στην κατοχή της όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και πρόσβαση στα αρχεία της ενάγουσας, συμπεριλαμβανομένου και του τραπεζικού βιβλίου. Σημειώνεται περαιτέρω ότι το άτομο που μπορεί να δώσει μαρτυρία σε σχέση με τα πιο πάνω, δεν είναι απαραίτητο να είναι διευθυντής ή υπάλληλος της τράπεζας. Σύμφωνα με το Άρθρο 22
(3)μαρτυρία για τα πιο πάνω «δύναται» να δοθεί από τα πιο πάνω πρόσωπα, χωρίς όμως να αποκλείονται άλλα πρόσωπα. Περαιτέρω, έχει προκύψει ότι η μάρτυρας αυτή έχει συγκρίνει τις αρχικές καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Η ίδια επίσης ανάφερε ότι έλεγξε και εκτύπωσε και τα σχετικά παραστατικά. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι οι επίδικες καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήριο 22 αποτελούν αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου των εναγόντων και εγείρουν μαχητό τεκμήριο για την ορθότητα των όσων περιλαμβάνονται σε αυτό. Όπως έχει αναφερθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Ε.1 δεν έχει υποδειχθεί από την πλευρά της υπεράσπισης οποιαδήποτε καταχώριση η οποία ενδεχομένως να είναι λανθασμένη ή ότι υπάρχει οποιαδήποτε άλλη πίστωση η οποία παραλήφθηκε. Ούτε έχει υποστηριχθεί με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από τον εναγόμενο ότι η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού είναι λανθασμένη (βλ. Χρήστος Θεοδώρου v. Ηellenic Bank Limited
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2059). Στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. 1. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α. (ανωτέρω) λέχθηκε ότι «Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και Τ.11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ.9 όπως έχει τροποποιηθεί). Από τη στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά το περιεχόμενο τους συνιστούσε ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας. Έτσι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσιβλήτων για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να αντικρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία. Στην ουσία υπήρξε αντιστροφή του βάρους απόδειξης από το Δικαστήριο.» (βλ. επίσης Αντώνης Κόμπου v. Universal Bank Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ 19, Μπούλος Μαρσέλ και άλλοι v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 και Ιωαννίδης κ.α v. Eθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολ. Έφεση Αρ. 1/2010, ημερ. 08/07/2014). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι το τεκμήριο 22 είναι ορθό και εμπεριέχει τις πραγματικές δοσοληψίες και χρεοπιστώσεις. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ακόμη και να μην πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 22 του Κεφ.9, η κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 22, αποτελεί ένα τεκμήριο το οποίο τυγχάνει αξιολόγησης από το Δικαστήριο για να διαπιστωθεί η ορθότητα του. Οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν από τη μάρτυρα συνοδεύονται από Πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του Κεφ. 9, το οποίο υπογράφεται από τη μάρτυρα. Το Άρθρο 35
(3)του Κεφ. 9 αναφέρει ότι «Έγγραφο θεωρείται ότι αποτελεί µέρος του αρχείου επιχείρησης ή δηµόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, εφόσον προσάγεται στο ∆ικαστήριο πιστοποιητικό υπογραµµένο από αρµόδιο λειτουργό της σχετικής επιχείρησης ή δηµόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής µε το οποίο βεβαιούται το γεγονός αυτό.» Η Μ.Ε.1 βεβαιώνει στο εν λόγω πιστοποιητικό ότι είναι κάτοχος υπεύθυνης θέσης και αρμόδιος λειτουργός. Τα καθήκοντα, η αρμοδιότητα και η γνώση της μάρτυρας αυτής, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, δεν υποστηρίζουν τη θέση της υπεράσπισης ότι δεν είναι αρμόδια λειτουργός για να μπορεί να υπογράψει το εν λόγω πιστοποιητικό. Κατά συνέπεια, το τεκμήριο 22 αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης (βλ. Λευτέρη Δημήτρη v. 1. Εllinas Finance Public Company Limited κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 390/2011, Ημερ. 06/11/2017). Η αξία του εν λόγω τεκμηρίου αποτιμάται από το Δικαστήριο (βλ. Άρθρο 35
(2)του Κεφ. 9). Αποτελεί ένα αποδεικτικό στοιχείο το οποίο υπόκειται σε αξιολόγηση και στο οποίο αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την ακρίβεια ή άλλως της δήλωσης (βλ. Αντώνης Κόμπου v. Universal Bank Ltd,
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 194, Μπούλος Μαρσέλ και άλλοι v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 και Λευτέρη Δημήτρη v.
- Εllinas Finance Public Company Limited κ.α. (ανωτέρω). Δεν έχει υποδειχθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη καταχώρηση που ενδέχεται να είναι λάθος ή υποδείχθηκε άλλη καταχώρηση ή πίστωση που έπρεπε να γίνει και δεν έγινε. Ούτε και υποστηρίχθηκε οτιδήποτε συγκεκριμένο με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Η εν λόγω κατάσταση επίσης, παρουσιάζει την αρχική χρέωση του δανείου που εκταμιεύθηκε στις 11/02/
- Το γεγονός ότι το εν λόγω δάνειο εκταμιεύθηκε προς όφελος του εναγόμενου δεν έτυχε αμφισβήτησης. Αυτό άλλωστε αποδεικνύεται και από τα τεκμήρια 17, 18 και 19 τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Στη συνέχεια, περιλαμβάνονται στην κατάσταση λογαριασμού η χρέωση των τόκων και οι πιστώσεις. Δεν υποδείχθηκε ούτε υποστηρίχθηκε με οποιοδήποτε τρόπο ότι υπήρχαν άλλες πιστώσεις που παραλήφθηκαν ή οποιεσδήποτε άλλες λανθασμένες χρεώσεις. Σημειώνεται επίσης ότι η Μ.Ε.1 ανάφερε ότι εκτύπωσε και έλεγξε και τα σχετικά παραστατικά. Επίσης, η μάρτυρας ανάφερε ότι ο εν λόγω καταχωρίσεις γίνονταν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των τραπεζικών εργασιών της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γεροσκήπου & Ανατολικής Πάφου και των ιδρυμάτων που την διαδέχθηκαν και αυτό γινόταν κατά το τέλος κάθε ημέρας. Ούτε έχει προκύψει να ήταν δυνατό να γίνει οποιαδήποτε επέμβαση σε αυτές τις καταχωρίσεις και λογαριασμό. Κατά συνέπεια, ακόμη και στην περίπτωση που δεν εφαρμόζεται το Άρθρο 22 του Κεφ. 9, πάλι θα αποδεχόμουν ως ορθή την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού και ότι αυτή αντικατοπτρίζει την ορθή και αληθινή κίνηση του επίδικου λογαριασμού. Πέραν των πιο πάνω, η ενάγουσα έχει προκύψει να περιορίζει την απαίτηση της στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήριο 24 οι οποίες ετοιμάστηκαν από την Μ.Ε.
- Τέτοιες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες περιορίζουν την απαίτηση γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο και δεν διαφαίνεται οτιδήποτε το μεμπτό (βλ. Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238). Σε σχέση με την ορθότητα των εν λόγω καταστάσεων, η Μ.Ε.1 επεξήγησε πλήρως τον τρόπο ετοιμασίας τους (βλ. παραγράφους 37 - 42 της γραπτής της δήλωσης) καθώς και στην προφορική της μαρτυρία. Δεν έχει διαφανεί κατά την αντεξέταση της το ενδεχόμενο αυτή η κατάσταση λογαριασμού να είναι λανθασμένη. Η Μ.Ε.1 βασίστηκε στις χρεωπιστώσεις του τεκμηρίου 22 και αφαίρεσε τις υπόλοιπες χρεώσεις που αφορούν διάφορα έξοδα, τα οποία η ενάγουσα δεν διεκδικεί. Εξήγησε τον τόκο που χρεώνεται σε αυτήν την κατάσταση, ο οποίος ανέρχεται στο 6,50%, ως αναγράφεται στη συμφωνία μέχρι και τον τερματισμό. Από τον τερματισμό και μετά χρεώνεται και ένα ποσοστό τόκου υπερημερίας ύψους 2% και αξιώνει τόκο επί του υπολοίπου κατά τον τερματισμό συνολικού ύψους 8,50%. Η θέση της υπεράσπισης ότι ο όρος που αφορά το βασικό επιτόκιο είναι καταχρηστικός, έχει απορριφθεί ανωτέρω. Πέραν τούτου, η μάρτυρας είπε ότι από την αρχή της λειτουργίας του λογαριασμού μέχρι τον τερματισμό χρεωνόταν το συνολικό επιτόκιο που ίσχυε κατά την υπογραφή της συμφωνίας με τη θέση ότι αυτό παρέμεινε σταθερό. Δεν έχει υποδειχθεί ότι η χρέωση του εν λόγω επιτοκίου καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού είναι λανθασμένο ή ότι έπρεπε να χρεώνεται με χαμηλότερο ποσοστό λόγω διακυμάνσεων του βασικού ή του περιθωρίου. Ούτε αμφισβητήθηκε η κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο, κάτι άλλωστε που περιλαμβάνεται στα συμφωνηθέντα και δεν αντίκειται στο Νόμο (βλ. όρο 3 α) και 4 του τεκμηρίου 20 και Άρθρο 3(δ) του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 Ν. 160
(1)/1999 και Ελένη Γεωργίου Πιπονίδη (Σύζυγος Αντώνη Χατζηαντώνη) v.
- Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α., ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολ. Έφεση Αρ. 429/2011, Ημερ. 06/12/2017). Επιπρόσθετα, η ενάγουσα αξιώνει μετά τον τερματισμό και τόκο υπερημερίας ύψους 2%. Ο τόκος αυτός προκύπτει να είναι συμφωνημένος και καθορισμένος στην επίδικη συμφωνία δανείου τεκμήριο 20, ως προκύπτει από τον όρο 5 αυτής (προνοείται 3%) και οι ενάγοντες τον δικαιούνται (βλ. Ιωαννίδης κ.α v. Eθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω)). Σημειώνεται ότι ο συνήγορος του εναγόμενου δεν προωθεί οποιαδήποτε αντίθετη θέση σε σχέση με αυτόν τον τόκο κατά την αγόρευση του. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει το οφειλόμενο ποσό από τον εναγόμενο ως φαίνεται στο τεκμήριο
- Να αναφερθεί ότι όπως προκύπτει, μετά τον τερματισμό δεν υπάρχει οποιαδήποτε πληρωμή και το μόνο το οποίο συνεχίζεται να χρεώνεται είναι οι τόκοι. Κατά τις 19/11/2020 το υπόλοιπο ανέρχεται στα €304.790,
- Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, η κατάληξη είναι ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει την απαίτηση της εναντίον του εναγόμενου και δικαιούνται σε απόφαση. Η ανταπαίτηση του εναγόμενου δεν έχει αποδειχθεί και ούτε προωθηθεί από τον ίδιο με οποιαδήποτε μαρτυρία και γι αυτό θα πρέπει να απορριφθεί. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €304.790,89 πλέον τόκο προς 8,5% ετησίως από 19/11/20, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές το χρόνο, ήτοι κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα εναντίον του εναγόμενου με το οποίο διατάσσεται η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, ΦΥΛ/ΣΧ. 35/58, Τεμ. XXXXX, χωριό Κάθηκας της Επαρχίας Πάφου, μερίδιο 1/2, το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη αρ.Υ. XXXXX/10 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου και την διάθεση του προϊόντος της πωλήσεως προς ικανοποίηση ή έναντι των αξιώσεων της ενάγουσας. Η ανταπαίτηση του εναγόμενου απορρίπτεται. Τα έξοδα, τόσο της αγωγής όσο και της ανταπαίτησης, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα επιδικαστούν καθότι η αγωγή και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............ Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο