PITSIAKKOS HOLDINGS LTD ν. Ευθυμίου κ.α., Αρ. Aγωγής: 4061/2012, 10/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A122 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χ. Χριστοδούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 4061/2012 Μεταξύ: PITSIAKKOS HOLDINGS LTD από την Πάφο Εναγόντων και
- ΧΧΧΧ Χ. Ευθυμίου από την Πάφο
- ΧΧΧΧ CRISTOFOLI από την Πάφο
- ΧΧΧΧ CRISTOFOLI από την Πάφο
- ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ PERRIN από την Πάφο Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Αίτηση για Ασφάλεια Εξόδων ημερομηνίας 13/10/2021 εκ μέρους τoυ Εναγόμενου αρ. 2 - Αιτητή Ημερ.: 10/12/
- Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο αρ. 2 - Αιτητή : κ. Στέλιος Κ. Στυλιανού. Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κα Κουρσάρου για κ.κ. Γαβριηλίδης & Τιμοθέου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ H ενάγουσα με την παρούσα αγωγή αξιώνει εναντίον όλων των εναγόμενων τα ποσά τα οποία αποφασίστηκε να καταβάλει στους εναγόμενους αρ. 2 και 3 στην Αγωγή Αρ. XXXXX/07 Ε.Δ. Πάφου ύψους €89.701,58 πλέον τόκους από 18/09/2007 μέχρι εξόφλησης πλέον τα έξοδα της αγωγής εκείνης ύψους €9.134,37 πλέον τόκους. Αξιώνει επίσης το ποσό των €5,000 ως έξοδα καταχώρισης έφεσης στην πιο πάνω απόφαση πλέον γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Η αξίωση της ενάγουσας στηρίζεται στην αμέλεια και/ή επαγγελματική αμέλεια του εναγόμενου αρ. 1, ο οποίος ως δικηγόρος την εκπροσωπούσε στην αγωγή εκείνη αλλά και προγενέστερα κατά την σύνταξη ακυρωτικής συμφωνίας για αγορά από τους εναγόμενους αρ. 2 και 3 ενός διαμερίσματος από την ενάγουσα. Επικαλείται επίσης δόλο και/ή απάτη και/ή συμπαιγνία του εναγόμενου αρ. 1 με τους υπόλοιπους εναγόμενους αρ. 2, 3 και
- Ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος αρ. 1 ενεργούσε υπό διπλή ιδιότητα εκπροσωπώντας τόσο την ενάγουσα όσο και τους εναγόμενους αρ. 2, 3 και 4 χωρίς να το αποκαλύψει στην ενάγουσα με αποτέλεσμα να συντάξει την ακυρωτική συμφωνία ημερομηνίας 20/07/2006 στην οποία προνοείτο ότι η ενάγουσα θα αγόραζε πίσω από τους εναγόμενους αρ. 2 και 3 το διαμέρισμα που αρχικά τους είχε πωλήσει για το ποσό των £70,000, χωρίς η ενάγουσα να είχε τέτοια πρόθεση και αφού οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 είχαν ήδη προσυμφωνήσει να το πωλήσουν στην εναγόμενη αρ. 4 για το εν λόγω ποσό και είχαν ήδη εισπράξει από αυτήν ως προκαταβολή το ποσό των £17,
- Η αγωγή προωθείται μόνον εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και
- Η ακρόαση της αγωγής ξεκίνησε στις 29/09/2021 και συνεχίστηκε στις 05/10/2021 με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του διευθυντή της ενάγουσας ενώ είχε οριστεί για συνέχιση στις 19/10/
- Κατά τις 13/10/2021 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση από τον Εναγόμενο αρ. 2 - Αιτητή με την οποία ζητά από το Δικαστήριο διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η ενάγουσα όπως εντός 30 ημερών από της εκδόσεως του ζητούμενου διατάγματος ή σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο το Δικαστήριο θα θεωρήσει ορθό και δίκαιο, παραχωρήσει και/ή καταβάλει και/ή καταθέσει στο Δικαστήριο, ασφάλεια εξόδων και/ή εγγύηση για το ποσό των €20,000 και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογο, υπό τις περιστάσεις, με την κατάθεση του εν λόγω ποσού σε μετρητά στο Δικαστήριο (payment into Court) και/ή με την παραχώρηση ανέκκλητης τραπεζικής εγγύησης προς όφελος του Αιτητή/Εναγόμενου 2 και/ή με οποιοδήποτε άλλο εξασφαλισμένο και/ή ασφαλή τρόπο ήθελε καθορίσει για το σκοπό αυτό το Δικαστήριο. Περαιτέρω, αξιώνει διάταγμα του Δικαστηρίου όπως ανασταλεί η διαδικασία της παρούσας αγωγής για όσο χρονικό διάστημα ήθελε δοθεί στην ενάγουσα για να παραχωρήσουν την ασφάλεια εξόδων και όπως σε περίπτωση που η ενάγουσα δεν παράσχει την πιο πάνω ασφάλεια εξόδων εντός των χρονοδιαγραμμάτων που θα τεθούν, η αγωγή της να απορριφθεί. Η αίτηση βασίζεται στο Άρθρο 382 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60(όπως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα) και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 2, 29, 30, 31 και 43, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς Δ.48, Κ. 2,3, 1-9, Δ.60, Κ.1,2,3,4,5 και 6, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία του ιδίου του δικηγόρου του εναγόμενου αρ. 2 - Αιτητή στην οποία αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης και/ή στο ιστορικό που σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση καθώς επίσης επικαλείται συγκεκριμένα γεγονότα για να καταδείξει την αφερεγγυότητα της ενάγουσας και την αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Συγκεκριμένα, ο ενόρκως δηλών επικαλείται την Αγωγή Αρ. XXXXX/07 Ε.Δ. Πάφου, στην οποία, μετά από ακροαματική διαδικασία, εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εκεί εναγόντων και εδώ εναγόμενων αρ. 2 και 3 και εναντίον της εκεί εναγόμενης και εδώ ενάγουσας για το ποσό των €89.701,58 πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 18/09/2007 μέχρι 14/10/2008 και προς 5,5% ετησίως από 15/10/2008 μέχρι εξόφλησης, πλέον €9.134,37 έξοδα της αγωγής με τους σχετικούς τόκους που αναφέρει. Η ενάγουσα στην παρούσα αγωγή εφεσίβαλε την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση δυνάμει της έφεσης αρ. XXXXX/2012 και το εφετείο στις 11/09/2017 επιβεβαίωσε την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης και απέρριψε την έφεση. Η ενάγουσα στην παρούσα αγωγή, παρά την πάροδο εννέα ετών αφ' ότου διατάχθηκαν να πληρώσουν το πιο πάνω εξ αποφάσεως χρέος τους, μέχρι σήμερα δεν έχουν καταβάλει κανένα ποσό έναντι του πιο πάνω εξ' αποφάσεως χρέους τους το οποίο σήμερα υπερβαίνει τις €169.597,
- Αποτελεί θέση του ενόρκως δηλούντα, ότι η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και σύμφωνα με εξουσιοδότηση που αποστάληκε στην πλευρά τους, φαίνεται ότι βρίσκεται υπό διαχείριση και παραλήπτης / διαχειριστής είναι κάποιος XXXXX Αβραάμ. Η ακρόαση της παρούσας αγωγής ξεκίνησε την 29ην Σεπτεμβρίου 2021 και συνεχίστηκε στις 05/10/
- Κατά την αντεξέταση του διευθυντή της ενάγουσας από τους δικηγόρους των εναγόμενων αρ. 1 και 2, αναφέρθηκε από αυτόν ότι η ενάγουσα εταιρεία παρουσιάζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα και παρουσιάζει αδυναμία πληρωμής των χρεών της. Όπως συγκεκριμένα έχει αναφέρει ο εν λόγω διευθυντής, ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, η εταιρεία έχει ένα χρέος πέριξ των €3.000.000 και με προφανή και δεδομένη αδυναμία πληρωμής οποιονδήποτε ποσών, συμπεριλαμβανομένων και των δικηγορικών τους εξόδων. Πέραν των πιο πάνω, αποτελεί θέση του ενόρκως δηλούντα ότι, παρόλο που η εταιρεία, όπως ειπώθηκε από τον διευθυντή της, είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης περιουσίας, αυτή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο για την πληρωμή των δικηγορικών εξόδων, καθότι είναι υποθηκευμένη στην Τράπεζα, η οποία διόρισε και τον πιο πάνω Διαχειριστή / Παραλήπτη και επισυνάπτει ως τεκμήριο 1, αντίγραφο σχετικής έρευνας στο Κτηματολόγιο, όπου επιβεβαιώνεται, κατά τη θέση του, ότι ολόκληρη η περιουσία της εταιρείας είναι υποθηκευμένη. Τα έξοδα τα οποία έχουν δημιουργηθεί και αυτά που θα προκύψουν μελλοντικά για να εκδικαστεί και να ολοκληρωθεί η δικαστική διαδικασία, υπολογίζονται σε ένα ποσό της τάξης των €13,000 και επισυνάπτει ως τεκμήριο 2 προσχέδιο καταλόγου εξόδων. Τέλος, αναφέρει ότι δεν υπάρχει ικανοποιητικό ζήτημα προς εκδίκαση και ο εναγόμενος έχει πολύ καλή υπεράσπιση στην απαίτηση της ενάγουσας και δεν αναμένεται να αποδειχθεί οποιαδήποτε ευθύνη σε βάρος του εναγόμενου αρ.
- Η δε ανάγκη για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, αναφέρει, προέκυψε κατά την τελευταία ακροαματική διαδικασία και την αντεξέταση του διευθυντή της ενάγουσας ημερομηνίας 05/10/2021 και δεν υποβάλλεται καθυστερημένα. Η πιο πάνω αίτηση του εναγομένου αρ. 2 συνάντησε την ένσταση του ενάγοντα, η οποία καταχωρήθηκε γραπτώς στις 29/10/2021 και με την οποία προβάλλει 25 λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, ως εμφαίνονται στο σώμα αυτής. Yποστηρίζεται επίσης από ένορκη ομολογία του κ. XXXXX Νεοκλέους, διευθυντής της ενάγουσας, ο οποίος απορρίπτει τους ισχυρισμούς και γεγονότα όπως παρουσιάζονται με την ένορκη ομολογία του εναγομένου αρ. 2 - αιτητή, εκτός εκεί που ρητά συγκεκριμένοι ισχυρισμοί γίνονται παραδεχτοί. Αναφέρεται στο όλο ιστορικό από το οποίο προέκυψε η παρούσα αγωγή για να καταδείξει ότι η ενάγουσα έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής της, τόσο εναντίον του εναγόμενου αρ. 1 όσο και εναντίον του εναγόμενου αρ.
- Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι στις 14/06/2004 κατόπιν γραπτής συμφωνίας, οι καθ' ων η αίτηση πώλησαν στους εναγόμενους αρ. 2 και 3 το διαμέρισμα με αρ. 5 στην πολυκατοικία «XXXXX Court 3» στην Πάφο, με αντίτιμο 48,500 ΛΚ. (βλ. τεκμήριο 1). Στις 20/07/2006 υπογράφτηκε νέα συμφωνία, με την οποία ακυρωνόταν η ανωτέρω αναφερόμενη συμφωνία ημερομηνίας 14/06/2014, λόγω του ότι οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 ήθελαν να μεταπωλήσουν το ακίνητο σε κάποια κα XXXXX XXXXX Perrin με την οποία οι εναγόμενοι είχαν προσυμφωνήσει με προκαταρκτική συμφωνία ημερομηνίας 05/06/2006 να το πωλήσουν στην τιμή των 70.000 ΛΚ (βλ. τεκμήριο 2). Κατά τον ίδιο χρόνο, ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, ο εναγόμενος αρ. 1 τον κάλεσε στο γραφείο του ώστε να υπογράψει το ανωτέρω ακυρωτικό συμβόλαιο, χωρίς ωστόσο να του αποκαλύψει ότι διατελούσε παράλληλα ως νομικός σύμβουλος - δικηγόρος των εναγόμενων αρ. 2 και
- Επισυνάπτει αντίγραφα πληρεξουσίων εγγράφων των εναγόμενων αρ. 2 και 3 και της εναγόμενης αρ. 4 προς τον εναγόμενο αρ. 1 (βλ. τεκμήριο 3) τα οποία υποστηρίζουν την θέση του, ως ισχυρίζεται. Ενόψει των ανωτέρω, καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος 1 διατελούσε ως νομικός σύμβουλος των εναγόμενων, κάτι το οποίο εσκεμμένα και δολίως απέκρυψε από τον ίδιο και/ή από τους καθ' ων η αίτηση. Εξαιτίας των ενεργειών των εναγόμενων και/ή της συμπαιγνίας των, οι καθ' ων η αίτηση αναγκάστηκαν να προχωρήσουν με την παρούσα αγωγή για να αποζημιωθούν για τη ζημιά που οι εναγόμενοι τους προκάλεσαν. Όσον αφορά την αίτηση του εναγόμενου αρ. 2, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι αυτή είναι γενική και αόριστη, δεν αποκαλύπτει επαρκείς λόγους και/ή στοιχεία που να δεικνύουν ανικανότητα της ενάγουσας να πληρώσει τα έξοδα του αιτητή σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του, ως απαιτεί το Άρθρο
- Ούτε ο αιτητής αποκαλύπτει οποιαδήποτε στοιχεία που να υποστηρίζουν τις πιθανότητες επιτυχίας της υπεράσπισης του. Αντιθέτως, ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα έχει καλή υπόθεση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την Έκθεση Απαίτησης της όσο και τον όγκο των τεκμηρίων που έχουν στην κατοχή τους και αποκάλυψε με την μαρτυρία της. Πέραν των πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών επικαλείται την ιδιότητα του δικηγόρου του εναγόμενου αρ. 2 ο οποίος ορκίζεται προς υποστήριξη της αίτησης του, για να πει ότι αυτό είναι ασυμβίβαστο. Επίσης, επικαλείται την καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης, το γεγονός ότι έχουν δημιουργηθεί έξοδα μέχρι σήμερα και αφιερωθεί χρόνος για την παρούσα υπόθεση και τυχόν έγκριση της αίτησης, όλα αυτά θα χαθούν. Θα επιφέρει επίσης αθέμιτο περιορισμό στο δικαίωμα πρόσβασης των εναγόντων στο Δικαστήριο. Επιπρόσθετα, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι ο αιτητής στηρίζεται σε μια αναφορά του κατά το στάδιο της μαρτυρίας του, με σκοπό να παραποιήσει τα λεγόμενα του και επικαλείται ουσιαστικά προσωρινή έλλειψη ρευστότητας της ενάγουσας λόγω των ΜΕΜΟ που καταχωρήθηκαν επί της περιουσίας της από τους εναγόμενους αρ. 2 και 3, στα πλαίσια της απόφασης που εκδόθηκε στην Αγ. Αρ. XXXXX/2007, απόφαση η οποία εκδόθηκε εξαιτίας λανθασμένων χειρισμών του εναγόμενου αρ. 1, ως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης της ενάγουσας. Με το εν λόγω ΜΕΜΟ καθίσταται αδύνατη η οποιαδήποτε μεταβίβαση και/ή εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων της ενάγουσας για σκοπούς εξόφλησης των διαφόρων οφειλών της, όπως η ανωτέρω απόφαση που εκδόθηκε στην Αγ. Αρ. XXXXX/07 Ε.Δ. Πάφου. Σημειώνει ο ενόρκως δηλών ότι το ΜΕΜΟ είναι της τάξης των €100,000 ενώ ολόκληρη η ακίνητη περιουσία των καθ' ων η αίτηση ανέρχεται περί τα €15.357,
- Συνεπώς, η περιουσία των καθ' ων η αίτηση υπερκαλύπτει την απαίτηση των εναγόμενων και επισυνάπτει εκτίμηση των ακινήτων ως τεκμήριο
- Όσον αφορά τον διορισμό του εν λόγω διαχειριστή της περιουσίας της ενάγουσας, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι αυτός έγινε για την πληρωμή ποσού που οφειλόταν στην Τράπεζα και κατόπιν συναίνεσης των καθ' ων η αίτηση και ουδεμία σχέση έχει με την οικονομική κατάσταση των καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι ουδέποτε έπαυσαν τις οικονομικές τους δραστηριότητες. Η ενάγουσα αποτελεί μια αξιόχρεη εταιρεία και κατέχει μεγάλη ακίνητη περιουσία επ' ονόματι της. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων έχουν καταχωρήσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι εν λόγω αγορεύσεις έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και δεν χρειάζεται στα πλαίσια της παρούσας απόφασης να γίνει λεπτομερής αναφορά σε αυτές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το Άρθρο 382 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 133 αποτελεί ειδική πρόνοια, με την οποία ρυθμίζεται το ζήτημα της παροχής ασφάλειας εξόδων από εταιρείες σε αντιδιαστολή προς τη γενική ρύθμιση περί παροχής ασφάλειας εξόδων δια της Διαταγής 60 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Y. LIASIDES DEVELOPERS LTD, ΔΙΑ ΤΟΥ ΝΙΝΟΥ ΧΑΤΖΗΡΟΥΣΟΥ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ v.
- ΜΙΧΑΗΛ ΜΙΧΑΗΛ κ.α., ECLI:CY:AD:2017:A211, Πολ. Έφεση Αρ. 123/2012, Ημερ. 02/06/2017). Το εν λόγω Άρθρο έχει ως ακολούθως: «
- Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, κάθε δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται, αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπιση του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση.» Οι πρόνοιες του πιο πάνω Άρθρου εξετάστηκαν στην F.K. & S. (VAROSIA) PROPERTIES LIMITED v. SIMON GEORGE PENNEY κ.α.,
(2014)1Α Α.Α.Δ 39, όπου αναφέρθηκαν τα κάτωθι: «Η Αίτηση στηρίζεται επίσης στο Άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, με το οποίο παραχωρείται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο στις περιπτώσεις που υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι η ενάγουσα ή εφεσείουσα εταιρεία δεν θα είναι σε θέση να πληρώσει τα έξοδα που ήδη επιδικάστηκαν ή που θα επιδικαστούν να την διατάξει να παραχωρήσει ασφάλεια για τα έξοδα. Όμως το Δικαστήριο ενεργώντας στη βάση του Άρθρου 382, διατηρεί διακριτική ευχέρεια, αφού λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, να απορρίψει την αίτηση ακόμη και όταν αποδειχθεί η αδυναμία μιας εταιρείας να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου (βλ. σχετικά Sir Lindsay Parkinson and Co Ltd v. Triplan Ltd [1973] 2 All ER 273, στη σελ. 283, Annual Practice 1958, στη σελ. 395 και Halsbury' s Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 37, παρ. 304). Όμως όταν αποδειχθεί η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει, συνήθως το δικαστήριο εκδίδει το αιτούμενο διάταγμα για παροχή ασφάλειας για τα έξοδα, εκτός αν καταλήξει ότι υπάρχουν ειδικές περιστάσεις που συνηγορούν υπέρ της μη έκδοσης του. Στην Λεωνίδας Κίμωνος ως εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd v. Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ v. Xρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A47, Πολ. Έφεση 66/13, Ημερ. 30/01/2015 επίσης, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ως προς το ουσιαστικό μέρος της αίτησης, αν δηλαδή η εφεσείουσα εταιρεία είναι ικανή ή όχι να πληρώσει τα έξοδα της εφεσίβλητης σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης, όντως το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου προβλέπει πως η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων προϋποθέτει ότι ο αιτητής έχει αποσείσει το βάρος των ισχυρισμών του περί αφερεγγυότητας της εταιρείας με αξιόπιστη μαρτυρία. Στην υπό κρίση όμως περίπτωση η εφεσείουσα εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση και το γεγονός αυτό αποτελεί prima facie μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα, εκτός αν δοθεί προς το αντίθετο σχετική μαρτυρία (βλ. Genemp Trading Ltd (ανωτέρω) η οποία παραπέμπει στην Northhamptron Goal, Iron & Waggon Co. N. Midland Wagon Co.
(1878)7 Ch.D. 500).» Εκείνο το οποίο προκύπτει από τη νομολογία είναι ότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη του κατά πόσο η παροχή ασφάλειας εξόδων είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη όλες τις συνθήκες, καθώς επίσης και το πιθανό βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια (βλ. Genemp Trading Ltd v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1314 και Λεωνίδα Κίμωνος ως Εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd v. Xρ. Ιωάννου & Υιοι (Υποδήματα) Λτδ, (ανωτέρω). Προχωρώντας να εξετάσω την αίτηση επί της ουσίας της έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα, κρίνω ορθό να εξεταστεί πρώτα ο λόγος ένστασης αρ. 1, ότι δηλαδή η αίτηση είναι παράτυπη και/ή λανθασμένη και/ή αντικανονική. Δεν προκύπτει όμως οτιδήποτε το παράτυπο και/ή το αντίθετο με τους διαδικαστικούς κανονισμούς σε σχέση με την αίτηση. Ούτε οι συνήγοροι της ενάγουσας υποστηρίζουν τον λόγο αυτό της ένστασης με την αγόρευση τους και κατά συνέπεια, κρίνω ότι αυτός έχει παραμένει μετέωρος και/ή έχει εγκαταλειφθεί. Δεν παραγνωρίζω τις αναφορές του ενόρκως δηλούντα της ένστασης περί ασυμβίβαστου του δικηγόρου που προβαίνει στην ένορκη ομολογία που συνοδεύει την αίτηση. Δεν έχει προωθηθεί όμως ένας τέτοιος λόγος ένστασης ούτε αναπτυχθεί με την αγόρευση των συνηγόρων των Καθ' ων η αίτηση. Επιγραμματικά όμως να αναφέρω ότι το γεγονός και μόνο ότι ο δικηγόρος που εκπροσωπεί τον εναγόμενη αρ. 2 προβαίνει σε ένορκη δήλωση για να υποστηρίξει την αίτηση δεν αποκλείει ευθύς εξ' αρχής μια τέτοια ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με την νομολογία είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι των διαδίκων να ορκίζονται σε ένορκες δηλώσεις που συντάσσονται στο πλαίσιο της επίδικης δικαστικής διαδικασίας. Η αρχή αυτή όμως δεν καθιστά αυτόματα και χωρίς άλλο άκυρη μια τέτοια ένορκη ομολογία (βλ. Penderhill Holdings Limited και Άλλων v. Κλουκινά, Π.Ε. 319/11, ημερ. 13/01/2014 και Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva, Πολ. Έφεση 130/2009, ημερ. 29.1.2010). Τα δε ζητήματα του ασυμβίβαστου και το κατά πόσο ο εν λόγω δικηγόρος θα μπορεί και θα πρέπει να συνεχίσει να εκπροσωπεί την εναγόμενη αρ. 2 στην παρούσα διαδικασία, δεν είναι ζητήματα που θα πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο. Σε κάθε περίπτωση εκείνο το οποίο προέχει είναι η επάρκεια των γεγονότων τα οποία εκτίθενται στην ένορκη δήλωση, ζητήματα με τα οποία θα ασχοληθώ κατωτέρω. Βασικό ζητούμενο στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, είναι να κριθεί το φερέγγυο ή μη της ενάγουσας εταιρείας και κατά πόσο αυτή θα είναι σε θέση να καταβάλει τα έξοδα της παρούσας αγωγής σε περίπτωση που υποχρεωθεί να το πράξει. Έχει νομολογηθεί ότι προς απόδειξη του ζητήματος της αφερεγγυότητας μιας εταιρείας θα πρέπει να τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, συνήθως με ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ευλόγως ότι η εταιρεία θα είναι ανίκανη να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του επιτυχόντα εναγόμενου. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από το Halsbury's Laws of England, fourth edition, Vol. 37, para. 301, p. 229: «Ordinarily the application for security must be supported by credible testimony, usually by affidavit, which reasonably shows that the company will be unable to pay the costs of the successful defendant.» Στην υπό σημείωση 5 του πιο πάνω συγγράμματος αναφέρεται ο τρόπος απόδειξης της αφερεγγυότητας μιας εταιρείας και η μαρτυρία που θα πρέπει να προσάγεται. Συγκεκριμένα, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Thus the affidavit should exhibit the annual accounts filed by the company or state, if it be the fact, that no accounts or proper annual returns have been filed or that the company has ceased trading or that it has lost its substratum» (βλ. Νational Bank of Wales v. Collins
(1894)38 SolJo 186 και Diamond Steel Manufacturing Co v. Harrisson Bros
(1910)27 RPC 451). Ο Αιτητής έχει το βάρος απόδειξης της ανικανότητας της ενάγουσας να καταβάλει τα έξοδα του σε περίπτωση που υποχρεωθεί να το πράξει. Στην παρούσα περίπτωση, ο ενόρκως δηλών επικαλείται μια δήλωση και/ή αναφορά του διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, ότι η ενάγουσα αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα με ένα χρέος της τάξης των €3,000,
- Με την ένσταση ο εν λόγω διευθυντής αρνείται ουσιαστικά τη θέση ότι η ενάγουσα αντιμετωπίζει οικονομική δυσκολία και ισχυρίζεται ότι γίνεται προσπάθεια παραποίησης των λεγομένων του. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η ενάγουσα κατέχει ακίνητη περιουσία και ότι είναι φερέγγυα. Αντιμετωπίζει προσωρινή δυσκολία αλλά η ακίνητη περιουσία που κατέχει υπερκαλύπτει τις υποχρεώσεις της. Επισυνάπτεται στην Αίτηση αντίγραφο έρευνας στο Κτηματολόγιο, το οποίο κατά τη θέση του Αιτητή ολόκληρη η ακίνητη περιουσία της ενάγουσας είναι υποθηκευμένη. Από το τεκμήριο 1 όμως φαίνεται η ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της ενάγουσας και μόνο. Δεν αποκαλύπτονται οποιεσδήποτε επιβαρύνσεις υπάρχουν και προς όφελος ποιού και για ποια ποσά. Ούτε επισυνάπτονται οποιοιδήποτε οικονομικοί λογαριασμοί της ενάγουσας. Ουσιαστικά οι αναφορές της ένορκης δήλωσης της αίτησης είναι γενικοί και κατά βάση στηρίζονται στην αναφορά του διευθυντή της ενάγουσας κατά την ακρόαση περί οικονομικής δυσκολίας της ενάγουσας και ότι αυτή έχει χρέος της τάξης των €3,000,
- Λαμβάνω υπόψη μου την πιο πάνω αναφορά του διευθυντή της ενάγουσας, αφού αυτή δεν προκύπτει να αμφισβητείται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, πλην όμως το γεγονός αυτό από μόνο του δεν θα ήταν ικανό να καταδείξει την αφερεγγυότητα της ενάγουσας, δεδομένης της άρνησης του διευθυντή της στην ένσταση περί κάτι τέτοιου και των αναφορών του για ύπαρξη πολλαπλάσιας αξίας ακίνητης περιουσίας. Το σημαντικό όμως δεδομένο που υπάρχει ενώπιον μου και αποτελεί και κοινό έδαφος, είναι ότι όντως η ενάγουσα βρίσκεται υπό καθεστώς διαχείρισης με διαχειριστή της περιουσίας της τον κ. XXXXX Αβραάμ. Αυτό αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και είναι παραδεχτό με την ένσταση στην παράγραφο 28 της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει. Επίσης, προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου ότι στις 07/10/2019 καταχωρήθηκε σχετική Εξουσιοδότηση του πιο πάνω παραλήπτη / διαχειριστή όπως συνεχιστεί η παρούσα αγωγή από τους δικηγόρους της ενάγουσας. Κατά συνέπεια θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο το γεγονός αυτό και μόνο είναι αρκετό για να εγείρει εκ πρώτης όψεως ανικανότητα της ενάγουσας. Έχει νομολογηθεί ότι στην περίπτωση που μια εταιρεία είναι υπό εκκαθάριση, το γεγονός αυτό από μόνο του εγείρει εκ πρώτης όψεως αφερεγγυότητα και αδυναμία της να καταβάλει τα έξοδα της αγωγής (βλ. Λεωνίδας Κίμωνος ως εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd v. Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ v. Xρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ (ανωτέρω) και Northhamptron Goal, Iron & Waggon Co. N. Midland Wagon Co.
(1878)7 Ch.D. 500). Το ίδιο προκύπτει να ισχύει και στην περίπτωση που μια εταιρεία βρίσκεται υπό καθεστώς διαχείρισης δυνάμει ομολόγου επιβάρυνσης. Στο Halsbury's Laws of England, fourth edition, Vol. 37, para. 301, p. 229, στην υποσημείωση αρ. 2 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τhe position appears to be the same if a receiver is appointed, but not merely if a debenture charging all its assets is issued.» Οι συνήγοροι της ενάγουσας στην αγόρευση τους παραπέμπουν στην Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1377 όπου κρίθηκε ότι το γεγονός ότι η ενάγουσα εταιρεία είχε αναστείλει τις εργασίες της δεν ήταν αρκετό για να καταδείξει ανικανότητα της για καταβολή των εξόδων. Θα πρέπει όμως να αναφερθεί ότι εκεί είχε προκύψει η ύπαρξη κινητής περιουσίας της ενάγουσας και αριθμός χρεωστών και διαφάνηκε ότι αντιμετώπιζε προσωρινή δυσκολία. Εδώ η ενάγουσα παραδέχεται με την ένσταση της ότι βρίσκεται υπό καθεστώς διαχείρισης και αναφέρει ότι ο διορισμός του διαχειριστή έγινε από την Τράπεζα για την πληρωμή ποσών που οφείλονται σε αυτήν. Δεν παραγνωρίζω ότι αναφέρει ότι αυτό έγινε με την συναίνεση της ενάγουσας για σκοπούς εξόφλησης των χρεών της προς την Τράπεζα. Δεν διευκρινίζει όμως τον τρόπο που ο εν λόγω διαχειριστής διορίστηκε. Δεν μπορεί και δεν θα μπορούσε όμως να είχε διοριστεί χωρίς την ύπαρξη ομολόγου επιβάρυνσης. Άλλωστε στην εξουσιοδότηση που ο διαχειριστής / παραλήπτης έδωσε στους συνηγόρους της ενάγουσας για να μπορούν να προωθούν την παρούσα αγωγή, αναφέρει ότι αυτός είναι ο αντιπρόσωπος της ενάγουσας. Κατά συνέπεια και έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω που ανάφερα, το γεγονός αυτό δηλαδή το γεγονός ότι έχει διοριστεί διαχειριστής / παραλήπτης αποτελεί prima facie μαρτυρία περί αδυναμίας πληρωμής των εξόδων της αγωγής, εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο από την ενάγουσα. Θα πρέπει να συνυπολογιστεί επίσης και το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν έχει μέχρι σήμερα ικανοποιήσει τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της στα πλαίσια της Αγ. Αρ. XXXXX/2007, η οποία επικυρώθηκε με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα πλαίσια της Έφεσης Αρ. XXXXX/2012, ημερομηνίας 11/09/
- Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τις αναφορές του διευθυντή της ενάγουσας περί οικονομικών δυσκολιών της ενάγουσας και οφειλές περί τα €3,000,000 καθώς επίσης και τις αναφορές του στην ένσταση ότι, έστω, αυτό το διάστημα η ενάγουσα δεν έχει οικονομική ρευστότητα, εγείρεται εκ πρώτης όψεως αδυναμία της ενάγουσας να καταβάλει τα έξοδα του αιτητή στην παρούσα αγωγή στην περίπτωση που αυτή διαταχθεί να το πράξει. Στρεφόμενος στα γεγονότα που αποκαλύπτονται στην ένσταση και υποστηρίζουν τη θέση περί φερεγγυότητας της ενάγουσας, κρίνω ότι αυτά δεν είναι τέτοια που να καταδεικνύουν και να αποδεικνύουν την ικανότητα της ενάγουσας να καταβάλει τα έξοδα του εναγόμενου αρ. 1 στην παρούσα αγωγή. Το τεκμήριο 4 το οποίο επισυνάπτει, φαίνεται να αποτελεί μέρος μιας εκτίμησης ακίνητης περιουσίας που κατέχει η ενάγουσα και συγκεκριμένα κάποιων διαμερισμάτων. Δεν είναι ολοκληρωμένο και απουσιάζουν σελίδες. Αρχίζει από την σελίδα 28 μέχρι την 46 και αναφέρεται σε αγοραίες αξίες συγκεκριμένων διαμερισμάτων και ακινήτων. Δεν προκύπτει όμως πότε έγινε αυτή η εκτίμηση και για ποιο σκοπό. Εκείνο που φαίνεται από αυτήν είναι η αναφορά του εκτιμητή ότι η επιθεώρηση των εν λόγω ακινήτων και η επιτόπια εξέταση τους έγινε στις 03/09/
- Κατά συνέπεια, είναι προφανές ότι αυτή η εκτίμηση έγινε σε κάποιο πολύ προγενέστερο χρόνο από σήμερα. Πέραν των πιο πάνω, δεν γίνεται αναφορά και ούτε προκύπτει κατά πόσο τα διαμερίσματα αυτά είναι πουλημένα, υποθηκευμένα και για ποια ποσά. Ουδεμία αναφορά και κανένα στοιχείο δεν αποκαλύπτεται σε σχέση με τις οφειλές της ενάγουσας και ενδεχόμενες επιβαρύνσεις επί των εν λόγω ακινήτων. Είναι δεδομένο ότι υπάρχουν οφειλές προς την Τράπεζα, όπως ο ίδιος ο διευθυντής της ενάγουσας αναφέρει και για αυτό διορίστηκε παραλήπτης / διαχειριστής. Ουδεμία αναφορά γίνεται για το εν λόγω γεγονός και το ομόλογο επιβάρυνσης καθώς επίσης και για τα οφειλόμενα ποσά και χρέη της ενάγουσας. Περαιτέρω, ο διευθυντής της ενάγουσας ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα ασκεί εργασίες χωρίς όμως οποιαδήποτε επεξήγηση. Δεν έχουν παρουσιαστεί οι οικονομικές καταστάσεις της ενάγουσας, αν αυτές υπάρχουν, που να καταδεικνύουν ένα τέτοιο γεγονός. Ούτε επεξηγείται το είδος του ομολόγου με το οποίο διορίστηκε ο διαχειριστής και πώς είναι δυνατό να συνεχίσει η εταιρεία να ασκεί δραστηριότητα, ειδικότερα μέσω του διευθυντή της. Ο συνήγορος της ενάγουσας στην αγόρευση του επικαλείται το γεγονός ότι ο διευθυντής της ενάγουσας και ενόρκως δηλών στην ένσταση δεν αντεξετάστηκε για τους πιο πάνω ισχυρισμούς του και θα πρέπει να ληφθούν υπόψη. Δεν είναι όμως ζήτημα αντεξέτασης και αμφισβήτησης των εν λόγω ισχυρισμών αλλά ζήτημα επάρκειας τους και απόδειξης της φερεγγυότητας της ενάγουσας. Κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί με επαρκή και συγκεκριμένη μαρτυρία ότι η ενάγουσα είναι φερέγγυα και θα είναι σε θέση να καταβάλει τα έξοδα του εναγόμενου αρ. 2 στην παρούσα αγωγή σε περίπτωση που αυτή διαταχθεί να το πράξει. Αυτή βρίσκεται υπό διαχείριση, δεν έχει καταβάλει και πληρώσει την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της στην Αγ. Αρ. XXXXX/2007 και δεν έχουν παρουσιαστεί από αυτήν οι οφειλές της σε συνάρτηση με την ακίνητη περιουσία που κατέχει και κανένα άλλο στοιχείο που να καταδεικνύει ότι αυτή συνεχίζει να ασκεί εργασίες και που να καταδεικνύουν ότι είναι φερέγγυα. Αντιθέτως, ο ίδιος ο διευθυντής της αναφέρει ότι υπάρχει έλλειψη ρευστότητας στο παρόν στάδιο χωρίς όμως να επεξηγείται με ολοκληρωμένο και τεκμηριωμένο τρόπο η όλη οικονομική κατάσταση της ενάγουσας και κατά πόσο ενδέχεται να αποκτήσει οικονομική ρευστότητα ή εν γένει κατά πόσο είναι ή θα είναι φερέγγυα. Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης μου θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο υπάρχουν στην παρούσα περίπτωση οποιοιδήποτε ειδικοί λόγοι για τους οποίους η ενάγουσα δεν θα πρέπει να διαταχθεί να παράσχει ασφάλεια εξόδων. Το όλο ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης. Προβάλλεται η θέση με την ένσταση ότι η ενάγουσα έχει πολύ καλή υπόθεση εναντίον του εναγόμενου αρ. 2 ενώ η πλευρά του εναγόμενου αρ. 2 το αντίθετο και ισχυρίζεται ότι η αγωγή εναντίον του είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Έχω διεξέλθει με προσοχή των όσων σχετικών έχουν τεθεί ενώπιον μου από αμφότερες τις πλευρές. Η πλευρά της ενάγουσας επικαλείται τη διπλή ιδιότητα με την οποία ο εναγόμενος αρ. 1 ενεργούσε κατά τους ουσιώδεις χρόνους δηλαδή ότι αυτός ενεργούσε για λογαριασμό της ενάγουσας αλλά και των εναγόμενων αρ. 2, 3 και 4 κατά την σύναψη της ακυρωτικής συμφωνίας ημερομηνίας 20/07/2006 και επισυνάπτει σχετικά πληρεξούσια έγγραφα. Επίσης, αναφέρει ότι οι εναγόμενοι αρ. 2, 3 και 4 ενέργησαν σε συμπαιγνία με τον εναγόμενο αρ.
- Αναφέρεται περαιτέρω ότι οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 είχαν προσυμφωνήσει να πωλήσουν το διαμέρισμα το οποίο αγόρασαν από την ενάγουσα στην εναγόμενη αρ. 4 για το ποσό των £70,
- Δεν παρέχονται οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες και/ή στοιχεία στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφορικά με την εμπλοκή και συμπαιγνία των εναγόμενων αρ. 2, 3 και 4 και ειδικότερα του εναγόμενου αρ. 2 με τον εναγόμενο αρ. 1 και σε τί αυτό συνίστατο. Από την έκθεση απαίτησης προκύπτει ότι με την ακυρωτική συμφωνία η ενάγουσα συμφωνούσε να αγοράσει πίσω το εν λόγω διαμέρισμα για το ποσό των £70,000, κάτι που κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας δεν ευσταθούσε και τούτο έγινε λόγω της αμέλειας του εναγόμενου αρ. 1 και/ή της συμπαιγνίας του με τους εναγόμενους αρ. 2, 3 και
- Αποτέλεσμα τούτου ήταν να εγερθεί η Αγ. Αρ. 3031/07 εναντίον της ενάγουσας με αρνητικό αποτέλεσμα εναντίον της και να εκδοθεί απόφαση με την οποία να πρέπει να καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος της ακυρωτικής συμφωνίας καθώς επίσης και έξοδα. Είναι γεγονός ότι η εν λόγω αγωγή έχει ολοκληρωθεί τελεσίδικα και στην οποία κρίθηκε η εγκυρότητα της ακυρωτικής συμφωνίας. Ο,τι επικαλείται στην παρούσα υπόθεση η ενάγουσα είναι ότι οι εναγόμενοι αρ. 2, 3 και 4 ανέχτηκαν και/ή συνέβαλαν στην εξαπάτηση της ενάγουσας αφού γνώριζαν ότι ο εναγόμενος αρ. 1 ενεργούσε και για λογαριασμό της ενάγουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Από την άλλη η πλευρά του εναγόμενου αρ. 2, δεν παραθέτει οποιαδήποτε στοιχεία με την ένσταση του για τη δύναμη της υπεράσπισης του. Αναφέρεται όμως στην έκδοση απόφασης υπέρ του στην πιο πάνω αναφερόμενη αγωγή. Έλαβα υπόψη μου τα πιο πάνω, τα οποία αποδίδονται, ειδικότερα, στον εναγόμενο αρ. 2 εναντίον του οποίου προχωρεί η παρούσα διαδικασία και τα στοιχεία που έχουν αποκαλυφθεί στο στάδιο αυτό και πάντα για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί, είναι ότι ναι μεν έχει κριθεί η εγκυρότητα της ακυρωτικής συμφωνίας και έχει εκδοθεί απόφαση υπέρ του εναγόμενου αλλά φαίνεται στην παρούσα αγωγή να αποδίδεται αμέλεια και/ή παράβαση των καθηκόντων του εναγόμενου αρ. 2 και ότι είναι σε συμπαιγνία με τον εναγόμενο αρ. 1 που έγινε το ακυρωτικό με τον τρόπο που έγινε, τη στιγμή που είχαν ήδη πάρει προκαταβολή από την εναγόμενη αρ. 4, στην οποία είχαν προσυμφωνήσει να πωλήσουν το εν λόγω διαμέρισμα. Είναι γεγονός ότι δεν αποκαλύπτονται περαιτέρω λεπτομέρειες όλων των πιο πάνω σε σχέση με την εμπλοκή του εναγόμενου αρ.
- Ούτε όμως από την υπεράσπιση αποκαλύπτονται οι συνθήκες κάτω από τις οποίες οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 είχαν συμφωνήσει, με τον τρόπο που αποκαλύπτεται στο ακυρωτικό έγγραφο, τη στιγμή που τους αποδίδεται ότι είχαν ήδη λάβει προκαταβολή για το τίμημα πώλησης από την εναγόμενη αρ.
- Έλαβα υπόψη όλα τα πιο πάνω καθώς και τα υπόλοιπα που προκύπτουν στο στάδιο αυτό και πάντα για σκοπούς της διαδικασίας αυτής. Εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι ότι το Δικαστήριο δεν έχει ασφαλή βάση γεγονότων για να προβλέψει την δύναμη της υπόθεσης της κάθε πλευράς. Είναι δεδομένο ότι υπογράφηκε η ακυρωτική συμφωνία από την ενάγουσα, το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει να οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην Αγ. Αρ. 3031/07 και τα ποσά που επιδικάστηκαν σε εκείνη την αγωγή απαιτούνται με την παρούσα και από τον εναγόμενο αρ.
- Είναι δεδομένο επίσης ότι κρίθηκε η εγκυρότητα εκείνης της συμφωνίας. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να αποδειχθεί στην παρούσα είναι κατά πόσο ο εναγόμενος αρ. 1 ενεργούσε κατά τους ουσιώδεις χρόνους υπό διπλή ιδιότητα, κατά πόσο διέπραξε δόλο ή ήταν σε συμπαιγνία με τους εναγόμενους αρ. 2 και 3 κατά την σύναψη της ακυρωτική συμφωνίας και κατά πόσο επέδειξε επαγγελματική αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του δικηγόρου στην Αγ. Αρ. XXXXX/07 στην οποία εκπροσωπούσε την ενάγουσα. Όλα τα πιο πάνω ζητήματα απαιτούν την παράθεση μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστήριο και λεπτομερή αξιολόγηση αυτής. Δεν είναι επιθυμητό στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας το Δικαστήριο να προβαίνει σε συμπεράσματα για τη δύναμη της υπόθεσης κάθε πλευράς εκτός μόνο σε πολύ ξεκάθαρες περιπτώσεις, που δεν είναι η περίπτωση (βλ. Porzelack KG v. Porzelack (UK) Ltd
(1987)1 All E.R. 1074). Κατά συνέπεια, το ζήτημα της ύπαρξης καλής υπόθεσης ή υπεράσπισης δεν μπορεί να προβλεφθεί και ο παράγοντας αυτός παραμένει ουδέτερος για σκοπούς της παρούσας αίτησης και δεν μπορεί να υπέχει ουσιαστικής σημασίας για την έκβαση της. Mε το λόγο ένστασης αρ. 7 προβάλλεται το καθυστερημένο στην υποβολή της παρούσας αίτησης. Είναι γεγονός ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ακούστηκε ένας μάρτυρας από πλευράς της ενάγουσας. Παρόλα αυτά από τις πρόνοιες του Άρθρου 382 του Κεφ. 133 δεν καθορίζεται το χρονικό διάστημα το οποίο μια τέτοια αίτηση θα πρέπει να καταχωρείται. Στην LYDNEY AND WIGPOOL IRON ORE COMPANY v. BIRD
(1883)Ch. D. Vol. XXIII, 358 αποφασίστηκε ότι μια τέτοια αίτηση μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας με παραπομπή στους Θεσμούς του Δικαστηρίου εκείνου. Το όλο ζήτημα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η Διαταγή 60, Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι μια τέτοια αίτηση δύναται να υποβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο. Η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης λαμβάνεται όμως υπόψη σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες σχετικούς όπως η έλλειψη υπεράσπισης ή εκεί που ο εναγόμενος ενεργεί καταχρηστικά και κακόπιστα (βλ. Sir Lindsay Parkinson & Co Ltd v. Triplan Ltd [1973] 2 All ER 273). Στην παρούσα περίπτωση, εκείνο το οποίο αναφέρει ο αιτητής είναι ότι το ζήτημα της ασφάλειας εξόδων προέκυψε μετά από τη μαρτυρία του διευθυντή της ενάγουσας περί ανικανότητας πληρωμής των χρεών της ενάγουσας και δεν υφίσταται ζήτημα καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Από την αντίπερα όχθη η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έχουν παρέλθει 9 χρόνια από την καταχώριση της αγωγής. Τούτη όμως η θέση της καθ' ης η αίτηση δεν μπορεί να ευσταθεί, δεδομένου ότι δεν προκύπτει η ενάγουσα να ήταν υπό διαχείριση από το χρόνο καταχώρισης της παρούσας αγωγής. Το μόνο το οποίο προκύπτει είναι ότι ο αιτητής έλαβε γνώση του γεγονότος αυτού κατά τις 07/10/2019 με την σχετική εξουσιοδότηση που καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται και το γεγονός ότι ο ίδιος ο διευθυντής της ενάγουσας κατά την αντεξέταση του προέβηκε σε αναφορές, οι οποίες, θα μπορούσε να λεχθεί, έθεσαν σε εγρήγορση τον αιτητή, σε σχέση με την ικανότητα της ενάγουσας να καταβάλει τα έξοδα του σε περίπτωση που υποχρεωθεί να το πράξει. Κατά συνέπεια, δεν προκύπτει ότι ο αιτητής ολιγώρησε στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Ακόμη όμως και να λεχθεί ότι από τα τέλη του έτους 2019 όταν ο αιτητής έλαβε γνώση για το καθεστώτος της ενάγουσας, θα έπρεπε να είχε δράσει, η προκύπτουσα καθυστέρηση είναι αυτή των δύο σχεδόν χρόνων και όχι των εννέα χρόνων, που επικαλείται η ενάγουσα. Τούτη όμως η καθυστέρηση από μόνη της - ακόμη και έτσι να ήταν - δεν θα μπορούσε να αποβεί καταλυτική για την έκβαση της παρούσας αίτησης και στην απουσία οποιονδήποτε άλλων γεγονότων και λόγων. Έχω αναφερθεί ανωτέρω στη δύναμη της υπόθεσης των διαδίκων, στοιχείο το οποίο παραμένει αδιάφορο. Οι αναφορές στην ένσταση περί ευθύνης του εναγόμενου αρ. 2 στο να περιέλθει σε άσχημη οικονομική κατάσταση η ενάγουσα, δεν προκύπτει να τεκμηριώνονται ή να δικαιολογούνται με τα όσα αναφέρονται σε αυτή. Η καταχώριση ΜΕΜΟ επί της περιουσίας της ενάγουσας από τον αιτητή για είσπραξη των ποσών που επιδικάστηκαν υπερ του στην Αγ. Αρ. XXXXX/07 και ότι ένεκα του γεγονότος αυτού δεν ήταν εφικτή η ρευστοποίηση περιουσίας της ενάγουσας για εξόφληση των διαφόρων οφειλών της, δεν μπορεί να συνηγορεί στο γεγονός ότι για την κατάσταση που έχει περιέλθει η ενάγουσα ευθύνεται ο αιτήτης. Η ενέργεια του αυτή δεν είναι αποτέλεσμα οποιασδήποτε αδικοπραξίας αλλά στα πλαίσια και στην προσπάθεια του να εκτελέσει μια τελεσίδικη δικαστική απόφαση που έλαβε υπερ του. Ούτε επεξηγείται περαιτέρω για ποιο λόγο αυτό αποτέλεσε την αιτία πρόκλησης οικονομικών προβλημάτων της ενάγουσας πέραν της αναφοράς περί αδυναμίας μεταβίβασης και/ή εκποίησης περιουσιακών της στοιχείων. Πέραν των πιο πάνω, δεν αναφύεται από όλα τα γεγονότα και περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ότι η παρούσα αίτηση προωθείται εκδικητικά ή καταχρηστικά και κακόπιστα με σκοπό την εξασφάλιση αθέμιτου πλεονεκτήματος από πλευράς αιτητή. Δεν τεκμηριώνεται ένα τέτοιο συμπέρασμα στην βάση όλων των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον μου. Κατά συνέπεια, δεν προκύπτει από όλα τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον μου να συντρέχουν οποιοδήποτε λόγοι ή ειδικοί λόγοι που σε συνδυασμό, έστω, με την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης να δικαιολογούν την απόρριψη της. Πέραν των πιο πάνω, η ενάγουσα προβάλλει ως λόγο ένστασης την αποστέρηση του δικαιώματος πρόσβασης της στο Δικαστήριο σε περίπτωση που διαταχθεί να καταβάλει ασφάλεια εξόδων. Έχω στρέψει την προσοχή μου και σε αυτό τον παράγοντα, τον οποίο συνυπολογίζω. Θα πρέπει να αναφερθεί όμως ότι η όλη ένσταση της ενάγουσας επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι η ίδια δεν είναι αφερέγγυα και ότι θα είναι σε θέση να καταβάλει τα έξοδα της αγωγής στον αιτητή σε περίπτωση που διαταχθεί να το πράξει. Επίσης, επικαλέστηκε την ύπαρξη ακίνητης περιουσίας πέραν των €15,000,000. Είναι τουλάχιστον οξύμωρο ενώ προβάλλεται η θέση αυτή, η ίδια η ενάγουσα ταυτόχρονα να επικαλείται στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο σε περίπτωση που διαταχθεί να καταβάλει ασφάλεια εξόδων. Παραπέμπω στην 1. Studland Holdings Limited κ.α. v. 1. Σωφρονίου Ευσταθίου
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1809, όπου λέχθηκαν τα κάτωθι: «Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι οι εφεσείοντες δεν επικαλούνται αδυναμία καταβολής των εξόδων των εφεσιβλήτων/αιτητών σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης, οπότε, σε τέτοια περίπτωση θα ανέκυπτε θέμα δικαιώματος πρόσβασης του ατόμου προς τη δικαιοσύνη το οποίο καθηκόντως θα εξετάζαμε ως συναπτόμενο του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που έχει κυρωθεί με το Νόμο 39/62.» Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και με δεδομένο την απόδειξη της ανικανότητας της ενάγουσας να καταβάλει τα έξοδα της παρούσας αγωγής σε περίπτωση που υποχρεωθεί να το πράξει καθώς επίσης και το Συνταγματικό της δικαίωμα για πρόσβαση στη δικαιοσύνη και στην απουσία οποιονδήποτε άλλων λόγων ή ειδικών περιστάσεων, έχω καταλήξει ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Σε καμία περίπτωση η επίδικη ασφάλεια εξόδων θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απαγορευτικό εμπόδιο πρόσβασης της ενάγουσας στη δικαιοσύνη, υπό τις περιστάσεις και στη βάση των όσων η ενάγουσα ισχυρίστηκε (βλ. 1. Φάρμα Ρένος Χατζηιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. v. Ρένου Παντελή, Πολ. Έφεση Αρ. 229/2015, Ημερ. 13/02/2015). Δεν θα πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται και το γεγονός ότι υπάρχει εύλογη υποψία ο αιτητής να υποστεί ζημιά χάνοντας τα έξοδα του σε περίπτωση που η αγωγή απορριφθεί, κάτι που δεν συνάδει με τους σκοπούς και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, μεταξύ άλλων, η απόφαση αλλά και τα έξοδα της Αγωγής Αρ. 3031/2007 δεν έχουν ακόμη ικανοποιηθεί από την ενάγουσα, παρά το γεγονός ότι έχουν παρέλθει πέραν των 9 χρόνων από την έκδοση της (βλ. επίσης Aristos Philis Printers Limited v. Κεραμικά Ταναγραια Λιμιτεδ
(2013)1Α Α.Α.Δ 879). Εν όψει της πιο πάνω κρίσης μου θα πρέπει να εξεταστεί το ποσό της ασφάλειας το οποίο η ενάγουσα θα πρέπει να διαταχθεί να καταβάλει. Από πλευράς αιτητή επισυνάπτεται προσχέδιο καταλόγου εξόδων ενώ κάτι τέτοιο δεν γίνεται από την ενάγουσα, παρά μόνο προβάλλει τη θέση ότι το αξιούμενο ποσό ως ασφάλεια είναι υπερβολικό. Έχω διεξέλθει του προτεινόμενου από τον αιτητή καταλόγου εξόδων με τον οποίο υπολογίζει τα έξοδα που έχουν προκύψει μέχρι σήμερα στο ποσό των €12,
- Η θέση του επίσης στην ένορκη δήλωση είναι ότι μέχρι και την ολοκλήρωση της ακρόασης θα ανέλθουν στο ποσό των €13,
- Έχω διεξέλθει επίσης του φακέλου της παρούσας αγωγής. Εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι πλείστα των εξόδων της παρούσας αγωγής έχουν προκύψει μέχρι σήμερα και ο προτεινόμενος κατάλογος δεν απέχει κατά πολύ από το κόστος αυτών των εξόδων. Έχω διαπιστώσει τέσσερις εμφανίσεις στον εν λόγω κατάλογο, που είτε δεν υπάρχει διαταγή για έξοδα (30/09/2013) είτε ζητούνται δύο φορές τα έξοδα για τις εμφανίσεις αυτές (09/10/17 και 09/02/2018) είτε δεν υπάρχει εμφάνιση κατά την ημερομηνία που ζητείται (20/01/2019) καθώς επίσης δεν αιτιολογούνται και τα ποσά των αξιούμενων επιστολών, ή τουλάχιστον όλων. Προκύπτει ένα ποσό της τάξης των €1,500 περίπου που δεν δικαιολογείται. Αν ληφθεί υπόψη όμως και το γεγονός ότι αναμένεται να προκύψουν και περαιτέρω έξοδα κατά την συνέχιση εκδίκασης της υπόθεσης, κρίνω ότι το ποσό των €13,000 που αξιώνεται ως ασφάλεια εξόδων δεν είναι παράλογο και εκτός των πλαισίων. Καταληκτικά, κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί και εγκρίνεται. Κατά συνέπεια εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η ενάγουσα όπως εντός 30 ημερών από σήμερα καταθέσει στον Πρωτοκολλητή, υπό μορφή ασφάλειας εξόδων, τραπεζική εγγύηση ύψους €13,000, η οποία όμως μπορεί να παρέχεται όχι αναγκαστικά από την ίδια την εταιρεία αλλά από οποιοδήποτε πρόσωπο ήθελε δώσει την εγγύηση προς όφελος της εταιρείας και για σκοπούς της διαδικασίας. Μέχρι την κατάθεση της πιο πάνω εγγύησης, η διαδικασία της αγωγής αναστέλλεται. Σε περίπτωση που, εντός του πιο πάνω χρονικού διαστήματος, δεν υπάρξει από πλευράς ενάγουσας συμμόρφωση με τους πιο πάνω όρους παροχής ασφάλειας εξόδων, τότε η αγωγή θα θεωρείται εγκαταλειφθείσα και απορριφθείσα με έξοδα εις βάρος της, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αν όμως υπάρξει συμμόρφωση με τη διαταγή ως προς την ασφάλεια εξόδων, το Πρωτοκολλητείο να θέσει την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου για να προγραμματιστεί. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, εν όψει της απουσίας οποιουδήποτε άλλου λόγου θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και κατά συνέπεια επιδικάζονται υπερ του εναγόμενου αρ. 2 - αιτητή και εναντίον της ενάγουσας - καθ' ής η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............ Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο