← Κύπρος

GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. SAVELE CONSTRUCTION & QUALITY SPECIALISTS LTD κ.α., Αγ. Αρ.: 2385/2013, 30/8/2021

GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. SAVELE CONSTRUCTION & QUALITY SPECIALISTS LTD κ.α., Αγ. Αρ.: 2385/2013, 30/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A113 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 2385/2013 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και

  1. SAVELE CONSTRUCTION & QUALITY SPECIALISTS LTD
  2. ΧΧΧΧ (ΧΧΧΧ) ΧΧΧΧ ΣΑΒΒΑ
  3. ΧΧΧΧ ΣΑΒΒΑ
  4. Κ. ONISIFOROU CONSTRUCTION AND DEVELOPING LIMITED. Εναγόμενων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Ειδοποίησης Ημερ. 18/11/2019 Μεταξύ: GORDIAN HOLDINGS LIMITED Εναγόντων και
  5. SAVELE CONSTRUCTION & QUALITY SPECIALISTS LTD
  6. ΧΧΧΧ (ΧΧΧΧ) ΧΧΧΧ ΣΑΒΒΑ
  7. ΧΧΧΧ ΣΑΒΒΑ
  8. Κ. ONISIFOROU CONSTRUCTION AND DEVELOPING LIMITED. Εναγόμενων ---------------------------------------------- Ημερ.: 30/08/
  9. Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κα. Κ. Ανδρέου για κ.κ. ΕLIAS NEOCLEOUS & CO LLC. Για τους εναγόμενους αρ. 1 - 3: κ. Α. Δημητρίου για κ.κ. Ανδρέας Μαθηκολώνης & Σια ΔΕΠΕ. Για την εναγόμενη αρ. 4: κ. Α. Πολυδώρου . Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες, με την Έκθεση Απαίτησης τους, αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 4 το ποσό των €252.329,53 πλέον τόκους προς 7,099% ετησίως επί του ποσού των €251.585,36 από 15/07/2013 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους πλέον τα έξοδα. Επίσης αξιώνουν εναντίον της εναγόμενης αρ. 4 Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την εκποίηση της Υποθήκης υπ' αρ. XXXXX/08 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου. Επιπλέον, οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 4 Αναγνωριστικές Αποφάσεις και/ή Δηλώσεις και Διατάγματα του Δικαστηρίου δυνάμει συμφωνίας εκχωρήσεως ημερομηνίας 24/11/2008 με την οποία εκχωρήθηκαν όλα τα δικαιώματα των εναγόμενων αρ. 1 τα οποία απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 22/10/2008, το οποίο αφορούσε την αγορά τριών διαμερισμάτων, όπως περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, από τους εναγόμενους αρ. 4 (πωλητών αρ. 1) και της XXXXX Χριστοδουλίδου και XXXXX Κωνσταντίνου (πωλητών αρ.2). Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 24/11/2008, παραχώρησαν δάνειο ύψους €335.000 προς την εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία με την εγγύηση των εναγόμενων αρ. 2, 3 και
  10. Ισχυρίζονται επίσης ότι η εναγόμενη αρ. 4, προς περαιτέρω ασφάλεια και εγγύηση σύναψαν τη Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης XXXXX/
  11. Πέραν των πιο πάνω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη αρ. 1 τους εκχώρησε τα δικαιώματα της που απορρέουν από το ως άνω αναφερόμενο πωλητήριο έγγραφο δυνάμει της πιο πάνω αναφερόμενης συμφωνίας εκχώρησης. Λόγω της μη τήρησης των όρων της επίδικη συμφωνίας δανείου από την εναγόμενη αρ.1 και συγκεκριμένα λόγω καθυστερήσεων στην αποπληρωμή των συμφωνημένων δόσεων, οι ενάγοντες με επιστολές τους ημερομηνίας 18/12/2012 προς τους εναγόμενους τερμάτισαν την εν λόγω συμφωνία και κάλεσαν όλους τους εναγόμενους να εξοφλήσουν το υπόλοιπο χωρίς να το έχουν πράξει. Οι εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 με την Έκθεση Υπεράσπισης τους αρνούνται γενικά όλους τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς των εναγόντων. Οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η εναγόμενη αρ. 1 υπέγραψε μια αίτηση για την παραχώρηση σε αυτήν δανείου αλλά αρνούνται ότι ο εν λόγω λογαριασμός καταδείκνυε το ισχυριζόμενο υπόλοιπο πλέον τόκους και ισχυρίζονται ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι κατά πολύ μικρότερο του ζητουμένου. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες επέβαλαν και/ή χρέωσαν χωρίς την συγκατάθεση των εναγόμενων ποσά τα οποία διεκδικούν και/ή χρέωσαν αυθαίρετα και παράνομα τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά προβαίνοντας μάλιστα σε υπερχρεώσεις τόκων και/ή παράνομα υπολόγισαν τόκο επί τόκο. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 ισχυρίζονται ακυρότητα των επίδικων συμφωνιών και συγκεκριμένα ότι οι ενάγοντες τους εξώθησαν και/ή παρότρυναν και/ή εξανάγκασαν τους εναγόμενους αρ. 2 και 3 να υπογράψουν ως εγγυητές με σκοπό που αντιβαίνει την δημόσια πολιτική, ήτοι με σκοπό να παρέχουν τραπεζική διευκόλυνση στην εναγόμενη αρ. 1 και να την δανείσουν με όρους και με τόκο που να υπερβαίνει το υπό του Νόμου ανώτατο επιτρεπόμενο όριο επιτοκίου. Πέραν των πιο πάνω, οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες τους άφησαν να υπογράψουν την επίδικη εγγύηση που κάτω από όλες τις συνθήκες ήταν καταφανώς σε βάρος των συμφερόντων τους και παρέλειψαν να τους συμβουλεύσουν για να εξασφαλίσουν νομική συμβουλή για την προστασία των δικαιωμάτων τους. Επίσης, ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες ήταν σύμβουλοι επενδύσεων και/ή τελούσαν σε εμπιστευτική θέση έναντι των εναγόμενων 2 και 3 και τους παρουσίασαν ότι δεν διέτρεχαν κανένα κίνδυνο από την υπογραφή της επίδικης εγγύησης και ότι δεν θα καθίσταντο υπεύθυνοι σε καμία περίπτωση να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό εφόσον οι ενάγοντες θα υποκαθίσταντο στα δικαιώματα των εναγόμενων αρ. 1 σε σχέση με το σχετικό πωλητήριο έγγραφο. Επιπρόσθετα, οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες παραχώρησαν το επίδικο δάνειο κατά παράβαση των εγκυκλίων και/ή οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας σε ότι αφορά τις χρηματοδοτήσεις για την αγορά ακίνητης περιουσίας και ότι οι ενάγοντες παράβηκαν το καθήκον που είχαν έναντι των εναγόμενων για να εξασκήσουν εύλογη επιμέλεια και/ή να τους συμβουλεύσουν για τους κινδύνους που διέτρεχαν με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγύησης. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να ενεργήσουν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003, απαριθμώντας τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις τις οποίες παράβηκαν. Σε σχέση με τη συμφωνία εκχώρησης, η εναγόμενη αρ. 1 ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες κωλύονται να προβάλουν τις αξιώσεις τους καθότι δεν κατέχουν τα επίδικα διαμερίσματα και/ή δεν τερμάτισαν τα πωλητήρια έγγραφα. Οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 ανταπαιτούν δηλώσεις και/ή διατάγματα του Δικαστηρίου με τα οποία να αναγνωρίζεται η ακυρότητα της συμφωνίας εγγύησης και δήλωση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται σε οποιαδήποτε θεραπεία από τις επίδικες και/ή παράνομες συμφωνίες. Σε σχέση με την εναγόμενη αρ. 4, εκδόθηκε εναντίον της, στις 23/06/2021 εκ συμφώνου απόφαση για το ποσό των €320.190,93 πλέον τόκο προς 4.599% από 01/07/2020 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω, εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου για την εκποίηση της Υποθήκης με αρ. XXXXX/08 Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου και δηλώθηκε από το συνήγορο της εναγόμενης αρ. 4 ότι αποδέχεται να εκδοθούν εναντίον της Αναγνωριστικές και/ή Δηλωτικές αποφάσεις σε σχέση με το εκχωρητήριο έγγραφο ημερομηνίας 24/11/2008, μετά το πέρας της υπόθεσης εναντίον της εναγόμενης αρ. 1 και ανάλογα με την κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με αυτό. Ως εκ τούτου, η υπόθεση προχώρησε - συνέχισε και ολοκληρώθηκε μόνο σε σχέση με τους εναγόμενους αρ. 1 -
  12. Οι ενάγοντες για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 3, κάλεσαν ένα

(1)μάρτυρα και συγκεκριμένα τον κ. ΧΧΧΧ Χωραϊτη (Μ.Ε.1). Από πλευράς εναγόμενων δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν επίσης 26 συνολικά τεκμήρια. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν χρειάζεται η επανάληψη αυτής αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο έχει διεξέλθει αυτής με πολλή προσοχή και ότι, τόσο αυτή λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην ολότητα της όσο και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Θα παραθέσω κατωτέρω συνοπτικά την μαρτυρία που προσκομίστηκε για να διαφανούν οι θέσεις των διαδίκων που προωθήθηκαν στο Δικαστήριο. O Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης (βλ. Έγγραφο Α). Σε αυτή αναφέρει ότι οι σημερινοί ενάγοντες Gordian Holdings Limited, αποτελούν εταιρεία εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων (βλ. τεκμήριο 5), οι οποίοι αγόρασαν το επίδικο δάνειο και τις εξασφαλίσεις αυτού από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ βάσει των προνοιών του Άρθρου 18 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 Ν. 169(Ι)/
  1. Εν όψει της πιο πάνω αγοραπωλησίας, οι ενάγοντες και η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ προχώρησαν με το Σχέδιο Διακανονισμού το οποίο εγκρίθηκε και/ή επικυρώθηκε από το Ε.Δ. Λευκωσίας με την έκδοση, στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης Αρ. XXXXX/2009, Διατάγματος ημερομηνίας 23/05/2009 (βλ. τεκμήριο 1). Ακολουθήθηκε, ανάφερε περαιτέρω, η νενομισμένη διαδικασία και η ενάγουσα υποκατέστησε την Τράπεζα στην παρούσα αγωγή. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας είπε ότι ο ίδιος είναι υπάλληλος λειτουργός στις υπηρεσίες των εναγόντων ενώ προηγουμένως ήταν λειτουργός υπάλληλος στις υπηρεσίες της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης λόγω της θέσης του, τόσο στους ενάγοντες όσο και στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και από την μελέτη του συνόλου του αρχείου που τηρείται και το οποίο έχει στην κατοχή του. Είναι επίσης εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να παρέχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ο μάρτυρας ανάφερε ότι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ («η Τράπεζα») στις 24/11/2008, κατόπιν συμφωνίας με την εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία, συμφώνησε να χορηγήσει στην τελευταία δάνειο τακτής προθεσμίας ύψους €335,000 (βλ. τεκμήριο 6). Επίσης, ο μάρτυρας ανάφερε ότι οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 σε αντάλλαγμα της χορήγησης του ρηθέντος δανείου, δυνάμει εγγράφου εγγύησης ημερομηνίας 24/11/2008 (βλ. τεκμήριο 9) εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις των εναγόμενων αρ. 1 προς τους ενάγοντες μέχρι του ποσού των €402,000 πλέον τόκους, τραπεζικά δικαιώματα και έξοδα. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι η εναγόμενη αρ. 4 εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της εναγόμενης αρ. 1 δυνάμει εγγράφου εγγύησης, επίσης ημερομηνίας 24/11/2008 μέχρι του ποσού των €402,000 πλέον τόκους, τραπεζικά δικαιώματα και έξοδα (βλ. τεκμήριο 12). Προς περαιτέρω εξασφάλιση της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης, η εναγόμενη αρ. 4 σύναψε την Υποθήκη Υ6433/08 Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου (βλ. τεκμήριο 14). Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας ανάφερε ότι το ρηθέν δάνειο εξασφαλιζόταν με την συμφωνία εκχώρησης των δικαιωμάτων των εναγόμενων αρ. 1 ημερομηνίας 24/11/2008 (βλ. τεκμήριο 16) που απορρέουν από το Πωλητήριο Συμβόλαιο ημερομηνίας 22/10/2008 (βλ. τεκμήριο 17). Ο μάρτυρας αναφέρθηκε λεπτομερώς στους ουσιώδεις όρους της πιο πάνω επίδικης συμφωνίας δανείου και είπε ότι η Τράπεζα βασιζόμενη στις πιο πάνω συμφωνίες, εγγυήσεις, εξασφαλίσεις και δηλώσεις και παραστάσεις των εναγόμενων, χορήγησαν το επίδικο δάνειο στην εναγόμενη αρ.
  2. Λόγω παράβασης των όρων της συμφωνίας δανείου όμως και συγκεκριμένα λόγω μη πληρωμής των οφειλόμενων δόσεων, οι ενάγοντες απέστειλαν προς όλους τους εναγόμενους επιστολή ημερομηνίας 25/10/2012 (βλ. τεκμήριο 21) με την οποία τους καλούσαν όπως εντός 21 ημερών διευθετήσουν τις καθυστερημένες δόσεις χωρίς να το έχουν πράξει. Αποτέλεσμα τούτου, ήταν οι ενάγοντες να προχωρήσουν με τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας με την αποστολή προς τους εναγόμενους της επιστολής ημερομηνίας 18/12/2012 (βλ. τεκμήριο 22) και να καταστήσουν απαιτητό κάθε οφειλόμενο υπόλοιπο. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας για σκοπούς απόδειξης του υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού δανείου, κατάθεσε στο Δικαστήριο αναλυτικές καταστάσεις μαζί με Πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 (βλ. τεκμήριο 23). Ο μάρτυρας επίσης ανάφερε ότι βασιζόμενος στις πιο πάνω καταστάσεις λογαριασμού, ετοίμασε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 24) από την ημερομηνία της πρώτης ανάληψης στις 23/12/2008 μέχρι και τις 30/06/2020 και έχει αφαιρέσει οποιεσδήποτε χρεώσεις και έξοδα τα οποία οι ενάγοντες δεν αξιώνουν. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι στις εν λόγω αναδομημένες καταστάσεις περιορίζεται η αξίωση τόκου κατά τον τερματισμό σε συνολικό ποσοστό 4,599% αντί 7,099% που αξιώνεται με την αγωγή και η αξίωση του τόκου υπερημερίας περιορίζεται στο 2%. Ο μάρτυρας επίσης επεξήγησε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού και αναφέρθηκε στο ύψος των επιτοκίων που χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός με αναφορά στην ισοτιμία του 6 μηνών Euribor κατά την ημερομηνία της αλλαγής του καταθέτοντας στο Δικαστήριο σχετικές καταστάσεις τις οποίες εκτύπωσε από την ιστοσελίδα του European Money Market Institute (βλ. τεκμήριο 26). Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας είπε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών στις συζητήσεις, στις καταρτίσεις και υπογραφές των εγγράφων. Σε σχέση με την μεταβολή του Euribor, είπε ότι η Τράπεζα λάμβανε την ισοτιμία που αυτό έφερε δύο εργάσιμες μέρες πριν την μεταβολή του και αυτό προνοείτο στην συμφωνία των μερών. Όσον αφορά την αφετηρία έναρξης της αλλαγής του Euribor, ο μάρτυρας είπε ότι αυτή αρχίζει από τις 28/05/2009, ως φαίνεται και στις καταστάσεις λογαριασμού που κατάθεσε. Συμφώνησε ότι η συμφωνία έγινε στις 24/11/2008 και το δάνειο εκταμιεύθηκε στις 23/12/
  3. Είπε όμως ότι ο λογαριασμός δανείου ανοίχθηκε στις 28/11/2008 και το σύστημα παίρνει ως αφετηρία της αλλαγής του Euribor εκείνη την ημερομηνία. Περαιτέρω, ο μάρτυρας διαφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε από το συνήγορο των εναγόμενων ότι το επίδικο δάνειο ουδέποτε εκταμιεύθηκε και ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασε περιλαμβάνουν αντισυμβατικές χρεώσεις και μεταβολές επιτοκίου. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας είπε ότι η μεταφορά του τραπεζικού βιβλίου της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ προς την σημερινή ενάγουσα έγινε ηλεκτρονικά από τις τεχνικές υπηρεσίες, ο ίδιος δεν έλαβε μέρος σε αυτή τη διαδικασία και δεν είναι σε θέση να επεξηγήσει επ' ακριβώς τον τεχνικό τρόπο που έγινε η εν λόγω μεταφορά. Είπε όμως ότι ο ίδιος έχει ελέγξει τις καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες εκτύπωσε από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή, τις έχει αντιπαραβάλει με τα δεδομένα που είχε μπροστά του και είδε ότι τα αποτελέσματα αυτά ήταν ορθά. Σε σχέση με την καθυστέρηση στην καταβολή των δόσεων από την εναγόμενη αρ. 1, ο μάρτυρας είπε ότι αυτή καθυστερούσε αρχικά 4 - 5 μέρες από την προβλεπόμενη ημέρα καταβολής των δόσεων και κατ' αυτόν τον τρόπο αυξάνονταν τα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα και το ύψος των τόκων, αλλά αυτό δεν είναι ιδιαίτερο πρόβλημα είπε. Πρόβλημα δημιουργείται όταν ο πελάτης σταματήσει εντελώς να καταβάλλει τις δόσεις του. Σε σχέση με την εναγόμενη αρ. 3, είπε ότι αυτή έλαβε προειδοποιητική επιστολή στις 25/10/
  4. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή τον μοναδικό μάρτυρα που κατάθεσε στην παρούσα υπόθεση κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία του, έχοντας υπόψη τις αρχές της νομολογίας (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1A A.A.Δ. 454, Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R.212,216, Agapiou v.Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257, 263, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 και Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). O Μ.Ε.1 κρίνω ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και να παρουσιάσει τα γεγονότα τα οποία ήταν σε γνώση τoυ και όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του ένεκα της θέσης και ιδιότητας του, αρχικά στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και στη συνέχεια στους ενάγοντες. Δεν έχω διαπιστώσει οτιδήποτε το μεμπτό στη μαρτυρία του και η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί σε κανένα σημείο κατά την αντεξέταση του. Η μαρτυρία του επίσης υποστηρίζεται από τα έγγραφα που κατάθεσε στο Δικαστήριο, η υπογραφή των οποίων δεν έτυχε αμφισβήτησης σε κανένα στάδιο κατά την αντεξέταση του. Το μόνο το οποίο ρωτήθηκε ο μάρτυρας ήταν κατά πόσο ήταν παρόντας κατά την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών, με τον μάρτυρα να απαντά αρνητικά. Πέραν τούτου, όλες οι επίδικες συμφωνίες κατατέθηκαν χωρίς ένσταση και σε κανένα στάδιο κατά την αντεξέταση του μάρτυρα υποβλήθηκε η θέση ότι αυτές δεν υπογράφηκαν από τους εναγόμενους. Σημειώνεται περαιτέρω ότι ο μάρτυρας αυτός είχε στην κατοχή του το σχετικό αρχείο το οποίο αφορά στην παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω, προκύπτει από το τεκμήριο 6, ότι αυτό φέρει την σφραγίδα της εναγόμενης αρ. 1, η οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκε. Ούτε τα πρακτικά συνεδρίασης της εναγόμενης αρ. 1, τεκμήριο 7 έτυχαν αμφισβήτησης με τα οποία εξουσιοδοτείτο ο εναγόμενος αρ. 2, διευθυντής της εναγόμενης αρ. 1, να υπογράψει κάθε αναγκαίο έγγραφο για να παραχωρηθεί το επίδικο δάνειο στην εναγόμενη αρ. 1. Ούτε υπάρχει οποιοσδήποτε δικογραφημένος ισχυρισμός για πλαστογραφία και ούτε προωθήθηκε τέτοιο ζήτημα ή οποιοδήποτε άλλο σε σχέση με την ορθή εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας δανείου αλλά και του εγγράφου εγγύησης των εναγόμενων αρ. 2 και 3. Η αναφορά και μόνο του μάρτυρα ότι δεν ήταν παρών στις διαπραγματεύσεις και στην κατάρτιση των επίδικων συμφωνιών, δεν τον καθιστά αναρμόδιο, υπό τις περιστάσεις, στην κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου των επίδικων συμφωνιών και για απόδειξη της εκτέλεσης τους. Στην 1. Μ.Α. GOODVALUE SUPPLIERS LTD κ.α. v. BARCLAYS BANK PLC
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1038 επίσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν απαιτείται βέβαια όπως ο μάρτυρας ήταν παρών στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων. Κατάθεσε υπό την ιδιότητα του ως εργοδοτούμενου των εφεσιβλήτων κατά τον ουσιώδη χρόνο και ως το πρόσωπο που είχε στην κατοχή του τα συγκεκριμένα έγγραφα. Προς κατάθεση έγγραφης συμφωνίας δεν απαιτείται η παρουσία του μάρτυρα στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της. Η αποδοχή εγγράφου ως μαρτυρίας προϋποθέτει την κατάθεση του για απόδειξη του περιεχομένου του, ενώ στοιχείο με την κατάθεση του αποτελεί και η ορθή εκτέλεση του. Στην παρούσα υπόθεση, ούτε το ένα αμφισβητήθηκε, ούτε και το άλλο.» Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού επί του συγκεκριμένου ζητήματος, των εγγράφων που κατάθεσε και κατ' επέκταση τη θέση περί υπογραφής και ορθής εκτέλεσης τους. Αποδέχομαι επίσης την συνομολόγηση της συμφωνίας εκχώρησης τεκμήριο 16, αφού ούτε αυτή έτυχε αμφισβήτησης. Ομοίως αποδέχομαι τη θέση του μάρτυρα ότι η εναγόμενη αρ. 1 σταμάτησε να καταβάλλει τις μηνιαίες συμφωνηθείσες δόσεις και ότι η Τράπεζα απέστειλε τις επιστολές ημερομηνίας 25/10/2012 και ακολούθως τις επιστολές ημερομηνίας 18/12/2012 με τις οποίες τερμάτισε την επίδικη συμφωνία και κατέστησε απαιτητό το υπόλοιπο του λογαριασμού από όλους τους εναγόμενους. Δεν έτυχαν αμφισβήτησης όλα τα πιο πάνω, προκύπτει να αποτελούν κοινό έδαφος και κρίνω ότι μπορώ να τα αποδεχθώ. Εκείνο το οποίο έτυχε αμφισβήτησης ήταν ο χρόνος που άρχισε να γίνεται η αλλαγή του 6 μηνών Εuribor και ο χρόνος που η Τράπεζα έπαιρνε την αξία του. Αποδέχομαι τις θέσεις του μάρτυρα επί των πιο πάνω ζητημάτων, ως ανωτέρω κατά την καταγραφή της μαρτυρίας του αναφέρθηκε και θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την κατάληξη μου σε σχέση με την ορθότητα των όσων ακολουθήθηκαν αναφερόμενος και στους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείου. Τέλος και σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμού, δεν υποδείχθηκε οποιαδήποτε ενδεχόμενη λανθασμένη καταχώριση προς το μάρτυρα. Εκείνο που προκύπτει είναι ότι αμφισβητήθηκε η ορθότητα του υπολοίπου κατά γενικό τρόπο. Αποδέχομαι όμως όλες τις θέσεις που ο μάρτυρας αυτός ανάφερε στο Δικαστήριο αναφορικά με τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού καθώς και τον τρόπο μεταφοράς τους στους σημερινούς ενάγοντες από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Σε σχέση με την βαρύτητα που θα προσδώσω στις εν λόγω καταστάσεις και κατά πόσο με αυτές αποδεικνύεται η αξίωση της ενάγουσας, θα αναφερθώ κατωτέρω στην κατάληξη μου. Σημειώνεται επίσης ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν πλήρως επεξηγηματικός του τρόπου που ετοίμασε τις αναδομημένες καταστάσεις τεκμήριο 24 καθώς και του περιεχομένου τους και του τόκου που χρεώνεται ο εν λόγω λογαριασμός. Άλλωστε τα όσα ανάφερε περί τούτων δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Ούτε η ισοτιμία του Euribor έτυχε αμφισβήτησης όπως αυτή αποκαλύπτεται στις σχετικές καταστάσεις, τεκμήριο 26 και ότι αυτές λήφθηκαν από αξιόπιστη ιστοσελίδα που παρουσιάζει αυτές τις ισοτιμίες, από τον ίδιο τον μάρτυρα. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και όλα τα έγγραφα που κατάθεσε στο Δικαστήριο και την αποδέχομαι στην ολότητα της με τις πιο πάνω επισημάνσεις. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και προκύπτει να αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων, τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης είναι ως η μαρτυρία που προσκομίστηκε από τον μοναδικό μάρτυρα των εναγόντων, προφορική και έγγραφη. Δεν χρειάζεται η επανάληψη και λεπτομερής καταγραφή τους. Θα αναφερθώ σε αυτά κατωτέρω κατά την κατάληξη μου και όπου χρειάζεται για την επίλυση των επίδικων ζητημάτων που εγείρονται και προωθήθηκαν από την υπεράσπιση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Kατ' αρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση έχει παραχωρηθεί από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (από τώρα και στο εξής θα αναφέρεται ως «η Τράπεζα»), η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο διεξήγαγε και διεξάγει τραπεζικές εργασίας με σχετική άδεια, κάτι το οποίο προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου και δεν τυγχάνει αμφισβήτησης από τους εναγόμενους. Η εναγόμενη αρ. 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την εκτέλεση κατασκευαστικών έργων ειδικής φύσης. Ο εναγόμενος αρ. 2, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι διευθυντής της εναγόμενης αρ. 1 και η εναγόμενη αρ. 3, η γραμματέας. Στις περιπτώσεις κατ' ισχυρισμό τραπεζικού χρέους, τα βασικά γεγονότα τα οποία χρήζουν απόδειξης ώστε να επιτύχει η αξίωση, είναι: α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ., μαζί με τους όρους της, β) Η παράβαση όρου της σύμβασης, και γ) ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829). Προτού προχωρήσω όμως να αποφασίσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα πιο πάνω βασικά γεγονότα και να εξετάσω τις εισηγήσεις της υπεράσπισης επί της ουσίας της υπόθεσης, κρίνω ορθό να ξεκινήσω από την εξέταση της υπόστασης της ενάγουσας στην παρούσα υπόθεση και το δικαίωμα της να αξιώνει τις θεραπείες της αγωγής. Ο συνήγορος των εναγόμενων κατά την αγόρευση του αναφέρει ότι η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει ότι δικαιούται να προωθεί την παρούσα διαδικασία και ότι όντως απέκτησε δικαιώματα επί των επίδικων συμβάσεων. Όφειλε επίσης η ενάγουσα, συνεχίζει, να είχε προβεί σε τροποποίηση της αγωγής δυνάμει των προνοιών της Δ.12, Θ.4 και η καταχώρηση στο φάκελο σχετικής ειδοποίησης δεν είναι αρκετή για να αποκτήσει δικαιώματα επί της απαίτησης στην αγωγή. Έχει προκύψει ότι η ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη εταιρεία με άδεια λειτουργίας ως εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 5 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015, Ν. 169(Ι)/15 (βλ. τεκμήριο 5). Με βάση την ενώπιον μου αναντίλεκτη μαρτυρία, προκύπτει ότι η ενάγουσα εξαγόρασε την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση από την Τράπεζα. Στο Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και της Gordian Holdings Limited, ενάγουσας, το οποίο επικυρώθηκε με το διάταγμα του Δικαστηρίου στην Αίτηση Αρ. XXXXX/2019 Ε.Δ. Λευκωσίας ημερομηνίας 23/05/2019 (βλ. τεκμήριο 1) περιλαμβάνονται και οι επίδικες συμφωνίες. Επομένως και σύμφωνα με το Άρθρο 18
(3)(α) και (β) του Νόμου 169(Ι)/2015, η ενάγουσα υποκατέστησε την Τράπεζα ως προς όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της δυνάμει των επίδικων συμφωνιών και εξασφαλίσεων. Σημειώνεται ότι η επικύρωση του εν λόγω Σχεδίου Διακανονισμού προϋποθέτει ότι νόμιμα η ενάγουσα απέκτησε τα εν λόγω δικαιώματα και αφού ακολουθήθηκε η νενομισμένη διαδικασία με βάση το Νόμο (βλ. Άρθρο 18
(1)(α) και (β)). Πέραν τούτου όμως ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν κατατεθεί οι σχετικές επιστολές που έπρεπε να αποσταλούν με βάση το Νόμο πριν από την πώληση και εξαγορά του επίδικου δανείου και των εξασφαλίσεων (βλ. τεκμήριο 3) καθώς επίσης και σχετική επιστολή ενημέρωσης μετά την εν λόγω πώληση και εξαγορά από την ενάγουσα συμφώνως του Άρθρου 19 του Νόμου (βλ. τεκμήριο 4). Αμφισβητείται από τους εναγόμενους η διαδικασία αντικατάστασης της Τράπεζας από την ενάγουσα που έγινε στο Δικαστήριο. Στο φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχει η ειδοποίηση ημερομηνίας 18/11/2019 με την οποία ειδοποιείται ο Πρωτοκολλητής του Δικαστηρίου για την μεταβίβαση και υποκατάσταση της Τράπεζας από την ενάγουσα, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 18
(4)του Νόμου καθώς επίσης και δυνάμει των προνοιών του Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε από το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/05/2019. Το Άρθρο 18
(4)του Νόμου, έχει ως ακολούθως: «
(4)Οποιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιασδήποτε αγωγής, διαιτησίας, διαδικασίας εκποίησης ακινήτων ή άλλης διαδικασίας, και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση που κατά το χρόνο μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που μεταβιβάζονται δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία κατά το χρόνο της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων: Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή επαρχιακού κτηματολογίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσης διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος:» Είναι ξεκάθαρο από το λεκτικό του πιο πάνω Άρθρου, ότι ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε Νόμου, ο τρόπος με τον οποίο θα γινόταν η εν λόγω υποκατάσταση είναι με την απλή καταχώρηση της ειδοποίησης χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διαδικασία ή τροποποίηση. Ως είναι γνωστό επίσης ο Νόμος έχει αυξημένη ισχύ έναντι διαδικαστικών κανονισμών και επί του προκειμένου των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Παρά τις αναφορές του συνηγόρου στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών, εντούτοις δεν εγείρει ζήτημα συνταγματικότητας του Νόμου. Επιπρόσθετα, η εισήγηση αυτή παραγνωρίζει το διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο επικυρώθηκε το Σχέδιο Διακανονισμού. Αυτό διάτασσε, μεταξύ άλλων, όπως η μεταβίβαση, υποκατάσταση και συνέχιση οποιαδήποτε διαδικασίας να γίνεται με την σχετική γραπτή ειδοποίηση χωρίς περαιτέρω έγκριση του Δικαστηρίου. Το εν λόγω διάταγμα είναι δεσμευτικό για το Δικαστήριο και δεν έχει εξουσία αναθεώρησης ή διαφοροποίησης του στα πλαίσια της παρούσας αγωγής (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των Λοϊζίδη κ.α. v. Περατικού, Πολ. ECLI:CY:AD:2019:D149, Αίτηση Αρ. 32/19, ημερ. 17/04/2019). Το γεγονός επίσης ότι η σχετική ειδοποίηση στο Δικαστήριο υπογράφεται από τους συνηγόρους των εναγόντων, κρίνω ότι δεν συνιστά παρέκκλιση από το Νόμο και το σχετικό διάταγμα, αναφορικά με τον τρόπο που έπρεπε να γίνει η υποκατάσταση και/ή αντικατάσταση των εναγόντων. Οι συνήγοροι που υπογράφουν την εν λόγω ειδοποίηση είναι οι ίδιοι οι συνήγοροι που εκπροσωπούσαν την Τράπεζα - εκχωρητή- μέχρι το σημείο εκείνο και οι ίδιοι που συνέχισαν να εκπροσωπούν τους σημερινούς ενάγοντες. Δεν μπορεί να γίνεται λόγος ότι η ειδοποίηση δεν έχει καταχωρηθεί από τον εκχωρητή διότι, κατ' ουσία, αυτή υπογράφεται από τους δικηγόρους του και όχι από τον ίδιο, όπως ισχυρίζεται η υπεράσπιση. Ο Νόμος και το σχετικό διάταγμα δεν επιβάλλει τέτοια υποχρέωση. Επομένως, καταλήγω ότι η ενάγουσα νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα διαδικασία και νόμιμα και νομότυπα υποκατέστησε την Τράπεζα στην παρούσα αγωγή με την καταχώρηση της σχετικής ειδοποίησης. Θα προχωρήσω κατωτέρω να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα πιο πάνω βασικά γεγονότα, έχοντας όμως κατά νου τα όσα έχουν προβληθεί από την υπεράσπιση κατά τη δίκη και τα όσα οι εναγόμενοι προωθούν με την αγόρευση του συνηγόρου τους. Με αυτή ουσιαστικά οι εναγόμενοι επικεντρώνονται στην ακυρότητα της συμφωνίας εγγύησης της εναγόμενης αρ. 3 λόγω μη τήρησης των προνοιών του Ν. 197
(1)/2003 ή και λόγω εφαρμογής των άρθρων 91 και 97 του Περί Συμβάσεων Νόμου και της μη απόδειξης του αξιούμενου υπολοίπου καθότι οι καταστάσεις λογαριασμού δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 22 του Κεφ.
  1. Επίσης, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι καταστάσεις λογαριασμού δεν αντικατοπτρίζουν το ορθό υπόλοιπο λόγω επιβολής λανθασμένων τιμών (roll overs) του συμφωνηθέντος επιτοκίου. Επίδικη Συμφωνία Δανείου: Με βάση την αξιόπιστη ενώπιον μου μαρτυρία, έχει αποδεχθεί η ορθή εκτέλεση της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 24/11/20108, μεταξύ της Τράπεζας και της εναγόμενης αρ. 1 (βλ. τεκμήριο 6), ως ανωτέρω κατά την αξιολόγηση του Μ.Ε.1 αναφέρθηκε. Με βάση τους όρους λοιπόν του τεκμηρίου 6, μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε η παραχώρηση δανείου στην εναγόμενη αρ. 1 ύψους €335.000,00 το οποίο, εκτός αν η Τράπεζα ζητούσε την άμεση εξόφληση του, θα αποπληρωνόταν με 120 μηνιαίες δόσεις εκ €3.813,59 η καθεμιά. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα στις 17/12/2008 και οι υπόλοιπες την 17ην ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι τελικής εξόφλησης την 17/11/
  2. Το δάνειο θα χρεωνόταν με τόκο προς ποσοστό επιτοκίου 6 μηνών Euribor προσαυξημένο κατά 2,250%. Κατά τη σύναψη της συμφωνίας το συνολικό επιτόκιο ανερχόταν σε 6,649%, δηλαδή Euribor: 4,399% ετησίως, Προσαύξηση: 2,250% ετησίως. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται κάθε έξι μήνες, την 30ην Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Δεν προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου οποιοδήποτε ζήτημα το οποίο να συνιστά ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας ή συναλλαγής καθώς και των όρων αυτής. Ούτε προωθήθηκε τέτοια θέση κατά τη δίκη ή με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από την εναγόμενη αρ.
  3. Επίδικη Εγγύηση: Έχει περαιτέρω προκύψει ότι την πιο πάνω πιστωτική διευκόλυνση, εγγυήθηκαν προσωπικά, οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 με την υπογραφή εγγυητήριου εγγράφου ημερομηνίας 24/11/2008 (βλ. τεκμήριο 9). Ουδέποτε έτυχε αμφισβήτησης η υπογραφή της εν λόγω εγγύησης κατά τη δίκη και η ορθή εκτέλεση της, ως αναφέρθηκε ανωτέρω κατά την αξιολόγηση του Μ.Ε.
  4. Στο τεκμήριο 9 συμφωνείται ρητά ότι η ευθύνη των εγγυητών θα ήταν για το συνολικό ποσό των €402,000 πλέον τόκους, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα μέχρι τελείας εξόφλησης. Προκύπτει επίσης ότι η εν λόγω εγγύηση υπογράφηκε την ίδια μέρα με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου με την εναγόμενη αρ.1 και την οποία θα κάλυπτε. Οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 εκείνο το οποίο στην ουσία προβάλλουν με την Έκθεση Υπεράσπισης τους είναι την ακυρότητα της επίδικης εγγύησης για τους λόγους που παραθέτουν και μάλιστα ανταπαιτούν την ακύρωση της. Δεν έχει προκύψει όμως οποιοδήποτε εύρημα του Δικαστηρίου ή τέτοια γεγονότα τα οποία να υποστηρίζουν τα όσα οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 επικαλούνται στην Έκθεση Υπεράσπισης τους, παράγραφο 9 περί ακυρότητας της συμφωνίας εγγύησης. Οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν, ούτε υποστήριξαν τους εν λόγω ισχυρισμούς τους με οποιαδήποτε μαρτυρία ή αντεξέτασαν τον Μ.Ε.
  5. Πέραν των πιο πάνω, με την αγόρευση του συνηγόρου των εναγόμενων αρ. 1 - 3, προωθείται το ζήτημα ακυρότητας της επίδικης εγγύησης της εναγόμενης αρ. 3 λόγω της παράβασης των υποχρεώσεων της Τράπεζας σύμφωνα με το Άρθρο 5 του Νόμου 197
(1)/2003 και του Άρθρου 91 του Περί Συμβάσεων Νόμου. Σημειώνεται ότι ο Νόμος 197
(1)/2003 δεν καλύπτει την περίπτωση του εναγόμενου αρ. 2. Αυτός κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο διοικητικός σύμβουλος της εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας και πρωτοφειλέτριας (βλ. επιφύλαξη του Άρθρου 3
(1)του Νόμου) και ούτε προωθείται από την υπεράσπιση ένα τέτοιο ζήτημα ακυρότητας της εγγύησης του. Όσον αφορά την εναγόμενη αρ. 3 και σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, προκύπτει ότι παραδόθηκαν από την Τράπεζα σε αυτήν οι επιστολές τεκμήρια 10 και 11 ημερομηνίας 13/11/2008 και οι οποίες υπογράφονται στις 24/11/
  1. Οι επιστολές τεκμήριο 10 τιτλοφορούνται «Ο Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος». Η αναφορά επίσης του Μ.Ε.1 ότι αυτές αφορούν δηλώσεις των εναγόμενων αρ. 2 και 3, δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Ούτε η αναφορά του Μ.Ε.1 ότι το τεκμήριο 11 περιλαμβάνει δήλωση της εναγόμενης αρ.
  2. Επομένως, η αναφορά του συνηγόρου στην αγόρευση του ότι αυτά δεν υπογράφονται από την εναγόμενη αρ. 3 και ούτε αυτή έλαβε γνώση δεν ευσταθεί. Ούτε υποστηρίχθηκε κάτι τέτοιο με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία εκ μέρους της εναγόμενης αρ.
  3. Έχω υπόψη μου τις πρόνοιες του Άρθρου 5 του Νόμου 197
(1)/2003 και το τί πρέπει η επιστολή που θα παραδίδεται σε ένα εγγυητή που καλύπτουν οι πρόνοιες του συγκεκριμένου Νόμου να περιλαμβάνει και κρίνω ότι το περιεχόμενο των τεκμηρίων 10 και 11 καλύπτει τις πρόνοιες του Νόμου και είναι αρκούντος ικανοποιητικό. Συγκεκριμένα, με το τεκμήριο 10 δηλώνεται ότι παραδίδεται στην εναγόμενη αρ. 3 και η εναγόμενη αρ. 3 δηλώνει ότι έλαβε, για σκοπούς της συγκεκριμένης νομοθεσίας, Αντίγραφο της απόφασης για την σύναψη της συμφωνίας πιστωτικής διευκόλυνσης με την εναγόμενη αρ. 1 και Δήλωση των περιουσιακών της στοιχείων. Με το τεκμήριο 11, η εναγόμενη αρ. 3 δηλώνει ότι δίδει την επίδικη εγγύηση ελεύθερα και χωρίς οποιαδήποτε πίεση ή επίδραση από μέρους οποιουδήποτε και ότι αντιλαμβάνεται τις συνέπειες οι οποίες μπορεί να προκύψουν από την εγγύηση την οποία δίδει. Σημειώνεται επίσης, ότι η εναγόμενη αρ. 3 η οποία ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο η γραμματέας της εναγόμενης αρ. 1, έλαβε μέρος στη συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου της στην οποία ενημερώθηκε για την έγκρισης της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης, το ύψος και τις εξασφαλίσεις της, και ενέκρινε την υπογραφή της από τον εναγόμενο αρ. 2 (βλ. τεκμήριο 7). Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά ακόμη και στην περίπτωση που κρινόταν ότι δε υπήρχε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του εν λόγω Άρθρου του Νόμου 197
(1)/2003, αυτό δεν θα συνεπαγόταν και ακύρωση της εγγύησης της εναγόμενης αρ. 1 χωρίς άλλο. Το Άρθρο 5 αλλά και οι υπόλοιπες πρόνοιες της εν λόγω Νομοθεσίας δεν προνοούν ότι μη τήρηση των προνοιών του θα συνιστά αυτόματα και ακύρωση της εγγύησης. Δηλαδή, πουθενά στο Νόμο αναφέρεται ότι η παράλειψη τήρησης της εν λόγω υποχρέωσης από τον πιστωτή, θα καθιστά την εγγύηση ως άκυρη εξ' υπαρχής (void ab initio). Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος των εναγόμενων αρ. 2 και 3, ισχυρίζεται στην αγόρευση του ότι η εγγύηση τους κατέστη άκυρη καθότι προέκυψαν δύο τροποποιήσεις της. Επικεντρώνει την εισήγηση του στην πώληση της πιστωτικής διευκόλυνσης και σε σχέση μόνο με την εναγόμενη αρ. 3, η οποία κατά τη θέση του δεν έδωσε την συγκατάθεση της, παραπέμποντας στις πρόνοιες του Άρθρου 91 και 97 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και σε νομολογία. Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση και οι εξασφαλίσεις αυτής, πωλήθηκαν και/ή εξαγοράστηκαν από τους ενάγοντες στην παρούσα αγωγή κατά το έτος
  1. Η εν λόγω πώληση και/ή εξαγορά έγινε δυνάμει Νόμου και συγκεκριμένα δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 18 του Νόμου 169(Ι)/2015 η οποία επικυρώθηκε από το Δικαστήριο. Αποστάληκαν επίσης από την Τράπεζα - εκχωρητή όλες οι προβλεπόμενες επιστολές προς όλους τους εναγόμενους (βλ. τεκμήριο 3) ενημερώνοντας τους για την πρόθεση τους αυτή, χωρίς καμία ανταπόκριση. Οι εναγόμενοι ενημερώθηκαν επίσης και μετέπειτα της εξαγοράς για το γεγονός αυτό (βλ. τεκμήριο 4). Όλα τα πιο πάνω επίσης έγιναν πολύ μετά τον τερματισμό των επίδικων συμφωνιών. H πώληση όμως της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης από μόνη της και/ή η εκχώρηση των δικαιωμάτων αυτής από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ προς τους ενάγοντες, δεν συνεπάγεται και αλλαγή των όρων της, όπως ο συνήγορος αναφέρει. Ουδεμία αλλαγή των όρων της πιστωτικής διευκόλυνσης έχει προκύψει να έγινε και ούτε υποδείχθηκε τέτοια αλλαγή από το συνήγορο των εναγόμενων. Επαναλαμβάνεται ότι η επίδικη συμφωνία δανείου τερματίστηκε, όπως έχει προκύψει και θα διαφανεί κατωτέρω, κατά τις 18/12/2012, η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η πιστωτική διευκόλυνση πωλήθηκε και/ή εξαγοράστηκε από τους ενάγοντες στις 23/05/2019 και στις 18/11/19 υποκατέστησαν την Τράπεζα και συνεχίζουν να προωθούν αυτοί την παρούσα αγωγή. Όπως έχει αναφερθεί στην
  2. Lextalionis Investments Ltd κ.α. v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1833, η εκχώρηση / μεταβίβαση δικαιωμάτων αναγνωρίζεται από το δίκαιο μας, έτσι ώστε αυτή αποτελεί όρο ή περιορισμό στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, κατά τρόπο που δεν το αντιστρατεύεται. Σε εκείνη την υπόθεση εγέρθηκε ζήτημα συνταγματικότητας του Νόμου 64(Ι)/97 σε σχέση με την εξαγορά εγχώριων εργασιών επιχείρησης μιας Τράπεζας από άλλη Τράπεζα και ότι αυτός παραβαίνει τις διατάξεις του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος. Αφού λέχθηκαν τα πιο πάνω, το Εφετείο ανάφερε και τα κάτωθι: «Εφόσον, λοιπόν, οι εφεσείοντες ελεύθερα είχαν συνάψει τις συμφωνίες δανείου με την Barclays και εφόσον τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους από αυτές δε διαφοροποιήθηκαν λόγω της εκχώρησης στους εφεσίβλητους των τραπεζικών εργασιών της Barclays, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παραβίαση του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος.» Σημειώνεται ότι στην παρούσα οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν εγείρουν ζήτημα συνταγματικότητας του Νόμου 169(Ι)/2015 καθοιονδήποτε τρόπο. Πέραν τούτου, ο όρος 12 της επίδικης συμφωνίας δανείου τεκμήριο 6 και ο όρος 20 της επίδικης εγγύησης τεκμήριο 9, έδιδε δικαίωμα στην Τράπεζα να εκχωρήσει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εν λόγω συμφωνιών χωρίς την συγκατάθεση του πελάτη. Eπιπρόσθετα, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο συνήγορος των εναγόμενων, πέραν της επίκλησης της νομοθεσίας και της νομολογίας περί αλλαγών και τροποποίησης μιας συμφωνίας και τις συνέπειες που μπορεί κάτι τέτοιο να επιφέρει, δεν έχει υποδείξει οποιαδήποτε τέτοια αλλαγή ή τροποποίηση, η οποία θα μπορούσε, υπό τις περιστάσεις να οδηγήσει στην ακύρωση της επίδικης συμφωνίας εγγύησης. Ούτε η πλευρά της υπεράσπισης πρόσφερε οποιαδήποτε μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση. Κατά συνέπεια οι οποιοιδήποτε δικογραφικοί ισχυρισμοί παρέμειναν μετέωροι και αστήριχτοι (βλ. Μάριος Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 167/2010, Ημερ. 21/10/2015). Κατά συνέπεια των πιο πάνω, κρίνω ότι η επίδικη εγγύηση είναι καθόλα έγκυρη και δεσμευτική για τους εναγόμενους αρ. 2 και
  1. Συμφωνία Εκχώρησης: Ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία ότι το επίδικο δάνειο θα εξασφαλιζόταν από την εκχώρηση των δικαιωμάτων της εναγόμενης αρ. 1 επί του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 22/10/
  2. Κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την εν λόγω συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 24/11/2008 η οποία υπογράφτηκε από την Τράπεζα, την εναγόμενη αρ. 1 και τους πωλητές, εναγόμενο αρ. 4 (βλ. τεκμήριο 16) καθώς επίσης και το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 22/10/2008 (βλ. τεκμήριο 17). Η μαρτυρία του αυτή δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης, ούτε προωθήθηκε οποιαδήποτε θέση στο Δικαστήριο σε σχέση με τη συμφωνία εκχώρησης. Σημειώνεται επίσης ότι ο εναγόμενος αρ. 4 με δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου αποδέχεται το εν λόγω έγγραφο και συμφωνεί στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Προκύπτει από το τεκμήριο 16 και την ενώπιον μου αναντίλεκτη μαρτυρία ότι η εκχώρηση των δικαιωμάτων του πωλητηρίου εγγράφου, τεκμήριο 17 προς την Τράπεζα δόθηκε ως επιπρόσθετη εξασφάλιση για την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση. Τερματισμός επίδικης συμφωνίας δανείου και απαίτηση εξόφλησης του υπολοίπου: Δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση ο νόμιμος και νομότυπος τερματισμός της επίδικης συμφωνίας δανείου και ότι τα αξιούμενα ποσά έχουν καταστεί απαιτητά, τόσο από την εναγόμενη αρ. 1 όσο και από τους εγγυητές, εναγόμενους αρ. 2 και
  3. Σε κάθε περίπτωση έχει προκύψει ότι η εναγόμενη αρ. 1 παρέλειπε να καταβάλλει τις συμφωνημένες δόσεις αποπληρωμής του δανείου και οι ενάγοντες, αφού προηγήθηκε προειδοποιητική επιστολή προς όλους τους εναγόμενους στις 25/12/2012 (βλ. τεκμήριο 21) χωρίς να υπάρξει συμμόρφωση, στις 18/12/2012 η επίδικη συμφωνία τερματίστηκε και αξιώθηκε η καταβολή του υπολοίπου του λογαριασμού δανείου, με σχετική επιστολή των εναγόντων (βλ. τεκμήριο 22). Τούτο προκύπτει να έγινε σύμφωνα με τους όρους της επίδικης συμφωνίας (βλ. όρο 4 του τεκμηρίου 6 σε σχέση με το δικαίωμα της Τράπεζας να καταστήσει απαιτητό το χρέος καθώς και τον όρο 7 σε σχέση με το τί συνιστά παράβαση της συμφωνίας). Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει ότι οι επιστολές τερματισμού ταχυδρομήθηκαν στις διευθύνσεις όλων των εναγόμενων οι οποίες αναγράφονται στη συμφωνία δανείου και εγγύησης και οι οποίες δεν επιστράφηκαν πίσω (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 και Alpha Bank Cyprus Ltd, Εμπορευόμενοι ως Lombard Natwest Bank Ltd & Alpha Bank Ltd v.
  1. Arena Motor Show Ltd, δια του Προσωρινού Εκκαθαριστή τους και Επίσημου Παραλήπτη κ.α., ECLI:CY:AD:2015:A648, Πολιτική Έφεση Αρ. 84/2009, Ημερ. 02/10/2015). Σε κάθε περίπτωση δεν αμφισβητείται, τόσο η αποστολή όσο και η παραλαβή των εν λόγω επιστολών. Οφειλόμενο υπόλοιπο: Οι εναγόμενοι αμφισβητούν με την έκθεση υπεράσπισης τους το αξιούμενο υπόλοιπο και ισχυρίζονται ότι αυτό είναι κατά πολύ μικρότερο και ότι περιέχει παράνομους τόκους και χρεώσεις. Ο συνήγορος των εναγόμενων στην αγόρευση του αμφισβητεί ότι έχει αποδειχθεί οποιοδήποτε υπόλοιπο και ισχυρίζεται ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που ο μάρτυρας των εναγόντων κατάθεσε στο Δικαστήριο δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 22 του Κεφ.
  2. Επίσης, ισχυρίζεται ότι αυτές δεν αντικατοπτρίζουν το ορθό υπόλοιπο καθότι οι τόκοι που επιβάλλονταν δεν ήταν συμφώνως της επίδικης συμφωνίας. Εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι ο Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο αναλυτικές καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού, το τεκμήριο 23, οι οποίες ξεκινούν από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού μέχρι 30/06/
  3. Οι εν λόγω καταστάσεις εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και αποτελούν ως ανάφερε μέρος του αρχείου των εναγόντων από τις 30/05/2019, ημερομηνία κατά την οποία μεταφέρθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Μέχρι την ημερομηνία εκείνη οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού διατηρούνταν από την πιο πάνω Τράπεζα και αποτελούσαν αντίγραφο του τραπεζικού της βιβλίου το οποίο τηρείτο σε ηλεκτρονική μορφή. Είναι γεγονός ότι ο Μ.Ε.1 πριν τις 30/05/2019 ήταν λειτουργός της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και ο ίδιος ανάφερε ότι είχε γνώση των γεγονότων και υπό αυτή του την ιδιότητα και ότι το τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας μεταφέρθηκε αυτούσιο στην σημερινή ενάγουσα. Παρόλα αυτά δεν έχει προκύψει από τη μαρτυρία του να χειριζόταν τον επίδικο λογαριασμό κατά τους χρόνους που ήταν εργοδοτούμενος της Τράπεζας Κύπρου ή να είχε γνώση των δοσοληψιών. Η μεταφορά επίσης των εν λόγω καταστάσεων είπε ότι έγινε ηλεκτρονικά από τους τεχνικούς και ο ίδιος δεν ήταν παρόντας σε αυτή τη διαδικασία. Είναι επίσης γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός εκτύπωσε τις επίδικες καταστάσεις λογαριασμού από το αρχείο το οποίο διατηρούν οι ενάγοντες και τις κατάθεσε στο Δικαστήριο δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 35 του Κεφ.
  4. Δηλαδή, ως μέρος του αρχείου τους. Δεδομένων τούτων το τεκμήριο 23 θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο αποτελεί μέρος του αρχείου της επιχείρησης της ενάγουσας και ανάλογα να αξιολογηθεί η ορθότητα του περιεχομένου του. Το τεκμήριο 23 λοιπόν συνοδεύεται από «ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ» δυνάμει του άρθρου 35 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.
  5. Το εν λόγω πιστοποιητικό είναι υπογεγραμμένο από τον Μ.Ε.1 ο οποίος εργάζεται στην ενάγουσα, ως κάτοχος υπεύθυνης θέσης και ως αρμόδιος λειτουργός καθώς και ως ένας εκ των αρμόδιων λειτουργών για την τήρηση και λειτουργία του αρχείου της. Το πιστοποιητικό επίσης βεβαιώνει ότι οι συνημμένες καταστάσεις λογαριασμού αφορούν το επίδικο δάνειο της εναγόμενης αρ. 1 οι οποίες μέχρι τις 30/05/2009 τηρούνταν από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και ήταν μέρος του ηλεκτρονικού της αρχείου το οποίο μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα και αποτελούν μέρος του αρχείου της το οποίο τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή. Οι εν λόγω καταστάσεις επίσης έχουν συγκριθεί από τον Μ.Ε.1 και είναι σύμφωνες με τα στοιχεία που αναγράφονται και φαίνονται στο ηλεκτρονικό αρχείο. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 35
(3)του Κεφ. 9 και οι εν λόγω καταστάσεις, τεκμήριο 23 αποτελούν μέρος αρχείου επιχείρησης (βλ. Λευτέρη Δημήτρη v. 1. Εllinas Finance Public Company Limited κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 390/2011, Ημερ. 06/11/2017). Η αξία του εν λόγω τεκμηρίου αποτιμάται από το Δικαστήριο (βλ. Άρθρο 35
(2)του Κεφ. 9). Αποτελεί ένα αποδεικτικό στοιχείο το οποίο υπόκειται σε αξιολόγηση και στο οποίο αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την ακρίβεια ή άλλως της δήλωσης (βλ. Αντώνης Κόμπου v. Universal Bank Ltd,
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 194, Μπούλος Μαρσέλ και άλλοι v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 και Λευτέρη Δημήτρη v. 1. Εllinas Finance Public Company Limited κ.α. (ανωτέρω). Πέραν από τη γενική υποβολή ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού είναι λανθασμένες, δεν έχει υποδειχθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη καταχώρηση που ενδέχεται να είναι λάθος ή υποδείχθηκε άλλη καταχώρηση ή πίστωση που έπρεπε να γίνει και δεν έγινε. Ούτε και υποστηρίχθηκε οτιδήποτε συγκεκριμένο με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Η εν λόγω κατάσταση επίσης, παρουσιάζει, μετά την αρχική χρέωση μέρους του δανείου που εκταμιεύθηκε στις 23/12/2008 και στη συνέχεια κατά άλλες ημερομηνίες το υπόλοιπο μέρος του, τους τόκους που χρεώνονταν και τις πιστώσεις. Δεν υποδείχθηκε ούτε υποστηρίχθηκε με οποιοδήποτε τρόπο ότι υπήρχαν άλλες πιστώσεις που παραλήφθηκαν. Ούτε ότι κακώς έγιναν οι εν λόγω πιστώσεις διότι δεν εκταμιεύθηκε το δάνειο. Η υποβολή και μόνο ότι δεν έγινε εκταμίευση του δανείου δεν μπορεί να καταδείξει κάτι τέτοιο υπό τις περιστάσεις. Δεν υποστηρίχθηκε κάτι τέτοιο με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία και ούτε συνάδει με τις μετέπειτα πληρωμές, που επίσης δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι όλες οι καταχωρήσεις στο λογαριασμό, πριν την μεταβίβαση του στην ενάγουσα, γίνονταν από την Τράπεζα στα πλαίσια των εργασιών της και όλες αυτές οι συναλλαγές διατηρούνταν και διατηρούνται στο αρχείο της. Δεν έχει προκύψει να υπάρχει το ενδεχόμενο οποιασδήποτε επέμβασης σε αυτό το αρχείο που διατηρούσε η Τράπεζα ούτε έχει διαπιστωθεί αυτό το αρχείο που διατηρούν οι ενάγοντες σήμερα να είναι διαφορετικό και να περιλαμβάνει λάθη. Ούτε υποστηρίχθηκε κάτι τέτοιο με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Ούτε διαπιστώνεται ότι το αρχείο αυτό το οποίο μεταφέρθηκε στην ενάγουσα εμπεριέχει λάθη και δεν αντικατοπτρίζει αυτό που διατηρούσε η Τράπεζα. Δεν διαπιστώνεται το ενδεχόμενο ύπαρξης λάθους στις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού υπό τις περιστάσεις και κρίνω ότι αυτές αντικατοπτρίζουν την ορθή και πραγματική κίνηση του επίδικου λογαριασμού. Οι ενάγοντες έχουν καταθέσει και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, το τεκμήριο 24, με το οποίο περιορίζουν την αξίωση τους. Ο Μ.Ε.1 ο οποίος τις κατάθεσε ανάφερε ότι είναι ο ίδιος που τις ετοίμασε και εξήγησε πλήρως τον τρόπο που το έπραξε αφού έλαβε υπόψη του τις πιο πάνω αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού αλλά και κάθε τι που περιλαμβάνεται σε αυτές. Ουσιαστικά έχει αφαιρέσει οποιεσδήποτε χρεώσεις και έξοδα, τα οποία η ενάγουσα δεν διεκδικεί. Επίσης, δεν χρεώνεται σε αυτές τόκος υπερημερίας μέχρι τον τερματισμό και ο συνολικός τόκος που αξιώνει ανέρχεται, κατά την ημερομηνία τερματισμού στο 4,599%. Τέτοιες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες περιορίζουν την απαίτηση γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο και δεν διαφαίνεται οτιδήποτε το μεμπτό (βλ. Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238). Εκείνο το οποίο έτυχε αμφισβήτησης από τη μαρτυρία του μάρτυρα και τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού, είναι το ύψος του επιτοκίου που χρεωνόταν και η ημερομηνία αλλαγής του 6 μηνών Euribor (roll over date). Aνατρέχοντας στην επίδικη συμφωνία τεκμήριο 6, η οποία φέρει ημερομηνία 13/11/2008 και υπογράφτηκε στις 24/11/2008 και στον όρο 5 των Ειδικών Όρων αυτής κάτω από τον τίτλο «ΤΟΚΟΣ» αναφέρονται τα εξής: «Το δάνειο θα χρεώνεται με τόκο προς ποσοστό επιτοκίου 6 μηνών Euribor προσαυξημένο κατά 2,250%. Κατά την υπογραφή της παρούσας το επιτόκιο ανέρχεται σε: Εuribor: 4,399% ετησίως, Προσαύξηση: 2,250% ετησίως, Σύνολο: 6,649% ετησίως.» Στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ημερ. 24/11/2008, το οποίο είναι επισυνημμένο στην επίδικη συμφωνία και είναι υπογραμμένο από τα μέρη κάτω από τον τίτλο «ΑΛΛΟΙ ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ:» αναφέρονται τα ακόλουθα: «Euribor σημαίνει το ποσοστό επιτοκίου σε ισχύ από καιρού εις καιρό προς το οποίο καταθέσεις σε EURO για περίοδο επιτοκίου προσφέρονται στην Ευρωπαϊκή Διατραπεζική Αγορά και δημοσιεύεται στη σελίδα Reuters EURIBOR01 (ή σε οποιαδήποτε άλλη σελίδα τη διαδεχθεί), κατά την 11.00πμ (ώρα Βρυξελλών) από τις κυριότερες Τράπεζες δύο εργάσιμες ημέρες πριν την έναρξη της περιόδου επιτοκίου.» Ο Μ.Ε.1 εξήγησε κατά τη μαρτυρία του τις διακυμάνσεις του Euribor και κατάθεσε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 26, το οποίο αποτελεί δέσμη καταστάσεων αναφορικά με τα 6 μηνών Euribor που ίσχυαν. Οι εν λόγω καταστάσεις περιλαμβάνουν τις διακυμάνσεις και τιμές του εν λόγω επιτοκίου από τις 11/11/2008 μέχρι και τις 30/11/2012 και λήφθηκαν από τον ίδιο τον Μ.Ε.1 από την ιστοσελίδα του European Money Market Institute. Δεν έτυχε αμφισβήτησης η ορθότητα των διακυμάνσεων του εν λόγω επιτοκίου ούτε ότι αυτά λήφθηκαν από λάθος ή μη αξιόπιστη και συμφωνημένη ιστοσελίδα. Σημειώνεται ότι στη συμφωνία αναφέρεται ότι πέραν της σελίδας του Reuters EURIBOR01, oι τιμές αυτές μπορεί να ληφθούν και από οποιαδήποτε άλλη σελίδα τη διαδεχθεί. Οι τιμές του επίδικου επιτοκίου που λαμβάνονταν υπόψη σε κάθε αλλαγή, όπως ο Μ.Ε.1 ανάφερε ήταν οι τιμές 2 εργάσιμων ημερών, πριν την ημερομηνία αλλαγής. Τούτη η θέση του είναι σύμφωνη με τη συμφωνία των μερών, ως προκύπτει από τα πιο πάνω αναφερόμενα. Δεν έχει υποδειχθεί ότι το ύψος του επιτοκίου που επιβαλλόταν κατά τις ημερομηνίες που γινόταν η σχετική αλλαγή του είναι λανθασμένο. Αυτό προκύπτει επίσης από το τεκμήριο 24, το οποίο περιλαμβάνει την τιμή του 6 μηνών Euribor σε δύο εργάσιμες μέρες πριν την αλλαγή του συμφώνως του τεκμηρίου 26 πλέον το περιθώριο ύψους 2,25%, ως ο όρος της συμφωνίας. Εκείνο στο οποίο επικεντρώθηκε η υπεράσπιση και το οποίο προώθησε στο Δικαστήριο κατά την αντεξέταση του μάρτυρα με σκοπό να καταδείξει το λανθασμένο ύψος επιτοκίου που επιβαλλόταν είναι στο χρόνο που έγινε η πρώτη αλλαγή του. Η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι ο χρόνος των 6 μηνών έπρεπε να αρχίζει να υπολογίζεται από την υπογραφή της συμφωνίας, δηλαδή από τις 24/11/2008 και κατά συνέπεια η πρώτη αλλαγή έπρεπε να λάβει χώρα στις 24/05/2009 και όχι στις 28/05/2009, όπως προκύπτει να έγινε. Κατά συνέπεια, συνεχίζει η εισήγηση, ο χρόνος των επόμενων αλλαγών είναι λάθος και κατ' επέκταση το ύψος του επιτοκίου που επιβαλλόταν. Έλαβα υπόψη μου τη πιο πάνω θέση της υπεράσπισης. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και το τεκμήριο 23, η συμφωνία έγινε στις 24/11/2008, ο επίδικος λογαριασμός ανοίχθηκε στις 28/11/2008 και η πρώτη εκταμίευση έγινε στις 23/12/
  1. Ο σκοπός του δανείου αφορούσε την αγορά επαγγελματικής στέγης και οι αποδεσμεύσεις από το δάνειο θα επιτρέπονταν εφόσον οι πελάτες θα καταθέταν το πρόσθετο ποσό των €13,000 σύμφωνα με το Παράρτημα Συμφωνίας. H συμφωνία επίσης θα ήταν δεσμευτική για την Τράπεζα νοουμένου ότι θα τηρούνταν οι όροι και προϋποθέσεις και θα υπογράφονταν οι εξασφαλίσεις. Δεν έχει τεθεί μαρτυρία ότι η υπογραφή της η εν λόγω συμφωνία δεν θα δέσμευε τα μέρη για οποιοδήποτε λόγο ή η ενεργοποίηση της και των όρων της θα λάμβανε χώρα μεταγενέστερα. Ούτε έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία αναφορικά με την πρακτική που εφαρμόζεται για την έναρξη του χρόνου αλλαγής της τιμής του Euribor. Επομένως, αν θεωρηθεί ότι η συμφωνία και όλοι οι όροι της ενεργοποιήθηκαν με την υπογραφή της, όπως είναι και η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης, το ζητούμενο που παραμένει είναι αν στην ουσία οι καταστάσεις λογαριασμού και η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 24 δεν αντικατοπτρίζει το ορθό υπόλοιπο. Η εισήγηση εδράζεται στην ουσία στο ότι η διαφορά των 4 ημερών ενωρίτερα που έπρεπε να γίνει η αλλαγή του Euribor από την ημερομηνία που άλλαξε, δηλαδή στις 24/05/2009 αντί στις 28/05/2009 έχει επίδραση στη ορθότητα του υπολοίπου. Όπως προκύπτει, αν το Euribor έπρεπε να αλλάξει στις 24/05/2009 τότε η τιμή που θα έπρεπε να ληφθεί ήταν αυτή της 22ης/05/2009 ενώ όταν άλλαξε στις 28/05/2009 η τιμή που λήφθηκε ήταν αυτή της 26ης/05/
  2. Ανατρέχοντας στο τεκμήριο 26, εκείνο το οποίο παρατηρείται είναι ότι η διαφορά στην τιμή του Euribor μεταξύ των δύο πιο πάνω ημερομηνιών είναι ανεπαίσθητη. Συγκεκριμένα, στις 22/05/2009 ανερχόταν σε 1.457 ενώ στις 26/05/2009 σε 1.467, δηλαδή υπάρχει μια διαφορά της τάξης του 0.01%. Τούτη η διαφορά δεν μπορεί να επηρεάσει την ορθότητα του υπολοίπου. Ούτε οι εναγόμενοι προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία για να καταδείξουν το λανθασμένο του και ποιο κατά την άποψη τους έπρεπε να ήταν το ορθό υπόλοιπο. Κατά συνέπεια κρίνω ότι δεν τίθεται ζήτημα μη επαρκούς απόδειξης του υπολοίπου όπως αυτό φαίνεται στο τεκμήριο 24 και/ή ότι πρόκειται για λανθασμένο υπόλοιπο. Περαιτέρω, κρίνω ότι οι ενάγοντες δικαιούνται και την κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο, ήτοι κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστους έτους. Αυτό είναι εντός των συμφωνηθέντων (βλ. όρο 5 των Ειδικών Όρων του τεκμηρίου 6) και δεν αντίκειται στο Νόμο (βλ. Άρθρο 3(δ) του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 Ν. 160
(1)/1999 και Ελένη Γεωργίου Πιπονίδη (Σύζυγος Αντώνη Χατζηαντώνη) v. 1. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α., ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολ. Έφεση Αρ. 429/2011, Ημερ. 06/12/2017). Πέραν των πιο πάνω, δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε ζήτημα από την υπεράσπιση αναφορικά με τον τόκο υπερημερίας και ούτε προωθείται ένα τέτοιο ζήτημα με την αγόρευση του συνηγόρου των εναγόμενων. Αρκεί να αναφερθεί ότι κατά τον τερματισμό της συμφωνίας, προστίθεται ένα ποσοστό τόκου υπερημερίας περιοριζόμενο στο 2%, στο επιτόκιο που ίσχυε κατ' εκείνο το χρόνο, κάτι το οποίο είναι εντός των συμφωνηθέντων (βλ. (βλ. Ιωαννίδης κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1491). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού, το οποίο κατά το χρόνο τερματισμού της επίδικης συμφωνίας, δηλαδή στις 18/12/2012, με βάση την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 24 ανερχόταν στις €227,042.68 πλέον τόκο προς 4,599%. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, η κατάληξη είναι ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 3 και δικαιούνται σε απόφαση. Όσον αφορά την ανταπαίτηση, αυτή, εν όψει της κρίσης του Δικαστηρίου για την εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου και της επίδικης εγγύησης, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε επιτυχία. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €227,042.68 πλέον τόκο προς 4,599% ετησίως από 18/12/12, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές το χρόνο, ήτοι κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Noείται ότι η πιο πάνω απόφαση εκδίδεται αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένως με την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της εναγόμενης αρ.
  1. Επιπρόσθετα, εκδίδονται εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 4 Αναγνωστικές και/ή Δηλωτικές αποφάσεις ως η παράγραφος 10.3 Α - Η συμπεριλαμβανομένων της Έκθεσης Απαίτησης, με μόνη διαφοροποίηση την προσθήκη στο τέλος της υποπαραγράφου 10.3 Ε της φράσης «..εντός 45 ημερών από της επίδοσης του παρόντος διατάγματος.» Η ανταπαίτηση των εναγόμενων αρ. 1, 2 και 3 απορρίπτεται. Τα έξοδα, τόσο της αγωγής όσο και της ανταπαίτησης, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένως ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα επιδικαστούν καθότι η αγωγή και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Καμία διαταγή για έξοδα σε σχέση με την εναγόμενη αρ.
  2. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............ Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.