← Κύπρος

ΗΛΕΚΤΩΡ Α.Ε. - BILFINGER BAUGESELLSCHAFT M.B.H. J/V κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 1603/16, 5

ΗΛΕΚΤΩΡ Α.Ε. - BILFINGER BAUGESELLSCHAFT M.B.H. J/V κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 1603/16, 595/19, 27/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A127 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1603/16 Μεταξύ: ΗΛΕΚΤΩΡ Α.Ε. - BILFINGER BAUGESELLSCHAFT M.B.H. J/V Ενάγουσας και 1. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας 2.Συμβουλίου Εκμετάλλευσης του Χώρου και Διαχείρισης ή Αξιοποίησης Οικιακών Αποβλήτων Πάφου Εναγόμενων ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΗΣ Δ.25 Θ1

(2)ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΣΤΙΣ 19.4.19 Αρ. Αγωγής: 595/19 Μεταξύ: ΤΟΜΗ Α.Τ.Ε. - BILFINGER BAUGESELLSCHAFT M.B.H. J/V Ενάγουσας και
  1. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας 2.Συμβουλίου Εκμετάλλευσης του Χώρου και Διαχείρισης ή Αξιοποίησης Οικιακών Αποβλήτων Πάφου Εναγόμενων Ημερομηνία: 27.12.21 Εμφανίσεις: Για τις Ενάγουσες στην παρούσα αγωγή και στην αγωγή με αριθμό 595/19/Αιτήτριες: κ. Κ. Κυριακόπουλος Για τον Εναγόμενο 1 /Καθ' ου η αίτηση 1: κα Ι. Τσιντίδου Για τον Εναγόμενο 2/Καθ' ου η αίτηση 2: κα Α. Ευαγόρου για κκ Elias Neocleous & Co LLC --------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση η οποία υποβλήθηκε στις 3.7.20 από τις Ενάγουσες στην παρούσα αγωγή καθώς και στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αριθμό 595/19, από τώρα και στο εξής «οι Αιτήτριες», ζητείται η συνένωση και συνεκδίκαση των εν λόγω αγωγών. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.14, θθ.2-5 και Δ.48, θθ.1-3 και 9(ε) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Δεν συνοδεύεται από ένορκο δήλωση. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την Διάταξη 48, θεσμό 9(e) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας δεν είναι απαραίτητο όπως αίτηση για συνένωση αγωγών συνοδεύεται από ένορκο δήλωση όταν όλα τα γεγονότα στα οποία η αίτηση στηρίζεται φαίνονται από τον φάκελο της δικογραφίας. Οι λόγοι για τους οποίους υποβάλλεται η υπό κρίση αίτηση εκτίθενται στο σώμα της και παρατίθενται αυτολεξεί (διατηρούνται τα σημεία της στίξης): όπως προκύπτει από τις εκθέσεις απαίτησης και τις εκθέσεις υπεράσπισης στις δυο προαναφερόμενες αγωγές, οι βάσεις αγωγής των Εναγουσών εναντίον των Εναγόμενων αλλά και οι υπερασπίσεις των Εναγόμενων, αφορούν και περιλαμβάνουν κοινά και/ή παρόμοια νομικά σημεία και πραγματικά θέματα και ισχυρισμούς για τα γεγονότα, καθώς και ισχυρισμούς ότι υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στα επίδικα γεγονότα στις δυο αγωγές οι Εναγόμενοι στις δυο αγωγές είναι οι ίδιοι, οι μάρτυρες και στις δυο αγωγές προφανώς θα είναι οι ίδιοι και θα είναι εύκολο, πρόσφορο και επιθυμητό να καταθέσουν τη μαρτυρία τους και στις δυο αγωγές σε μια ακροαματική διαδικασία. Περαιτέρω και οι δικηγόροι όλων των διαδίκων στις δυο αγωγές είναι οι ίδιοι κατά συνέπεια είναι αναγκαίο, πρόσφορο, επιθυμητό και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, να συνεκδικασθούν οι δυο προαναφερόμενες αγωγές, έτσι ώστε σε μια και μόνη διαδικασία να ακουστούν οι ίδιοι μάρτυρες και να αποφασιστούν τα κοινά και/ή παρόμοια νομικά σημεία και πραγματικά θέματα και ισχυρισμοί για τα γεγονότα. Περαιτέρω από τη συνεκδίκαση των δυο αγωγών θα προκύψει εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου και εξόδων. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγόμενων 1 και 2/Καθ' ων η αίτηση. Με Ειδοποίηση ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους τους οι Καθ' ων η αίτηση ενίστανται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η Ειδοποίηση ένστασης από μέρους του Εναγόμενου 1/Καθ' ου η αίτηση 1, από τώρα και στο εξής «ο Καθ' ου η αίτηση 1», υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του ΧΧΧΧ Ερωτοκρίτου, δικηγόρου στο Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και δεόντως εξουσιοδοτημένου να προβεί στην ένορκο δήλωση. Η Ειδοποίηση ένστασης από μέρους του Εναγόμενου 2/Καθ' ου η αίτηση 2, από τώρα και στο εξής «ο Καθ' ου η αίτηση 2», υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του ΧΧΧΧ Δημοσθένους, υπαλλήλου του Καθ' ου η αίτηση 2 και δεόντως εξουσιοδοτημένου από τον Καθ' ου η αίτηση 2 να προβεί στην ένορκο δήλωση εκ μέρους και για λογαριασμό του τελευταίου. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση του Καθ' ου η αίτηση 2 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Κατά την εξέταση αιτήματος για συνένωση αγωγών το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια λαμβάνει υπόψη ως ουσιώδες κριτήριο την ύπαρξη κοινών πραγματικών ή νομικών ζητημάτων όπως αυτά διαπιστώνονται αποκλειστικά από την Έκθεση Απαίτησης των αγωγών και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των Υπερασπίσεων. Με γνώμονα την πιο πάνω καθιερωμένη αρχή οι αγωγές 1603/16 και 595/19 δεν σχετίζονται μεταξύ τους σε «θέματα ουσίας ή νομικών και πραγματικών ζητημάτων». Η υπό κρίση αίτηση δεν εξειδικεύει ούτε και συγκεκριμενοποιεί τα «κοινά και/ή παρόμοια νομικά σημεία και πραγματικά θέματα» τα οποία η πλευρά των Αιτητών επικαλείται ως βάση για το αίτημά της. Δεν εκθέτει την βάση του αιτήματος παρά μόνο «προσαρμόζει» το λεκτικό της Διαταγής 14, θεσμός 2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας με τρόπο αόριστο και γενικό χωρίς να δικαιολογεί πώς προκύπτουν κοινά ζητήματα στις δύο αγωγές. Τα επίδικα γεγονότα όπως αυτά αναδύονται μέσα από τις Εκθέσεις Απαίτησης των αγωγών διαφέρουν σε ουσιώδη βαθμό και περιεχόμενο. Προβάλλονται ισχυρισμοί με τις εξής ουσιώδεις ανομοιότητες: · διαφορετικές αρχικές συμφωνίες · διαφορετικές ημερομηνίες υπογραφών · συμπληρωματικές συμφωνίες μόνο στην αγωγή με αριθμό 595/19 · διαφορετικά τιμολόγια · διαφορετικά ποσά · διαφορετικές ισχυριζόμενες εκτελεσθείσες εργασίες και υπηρεσίες · διαφορετική χρονική περίοδος των ισχυριζόμενων παραβάσεων · ξεχωριστή ενάγουσα σε κάθε διαδικασία. Επιπρόσθετα από τα πιο πάνω στοιχεία τα οποία είναι ευδιάκριτα από τις Εκθέσεις Απαίτησης στις δυο αγωγές ο ΧΧΧΧ Δημοσθένους ισχυρίζεται ότι η λειτουργία του Σταθμού Βιολογικής Επεξεργασίας Υγρών Αποβλήτων και Βοθρολυμάτων που αφορά στην αγωγή με αριθμό 1603/16 είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής από την λειτουργία του Χώρου Υγειονομικής Ταφής Στερών Οικιακών Απορριμμάτων ΧΥΤΑ και του Διαμετακομιστικού Σταθμού Στερεών Οικιακών Απορριμμάτων Σ.Μ.Α που αφορά στην αγωγή με αριθμό 595/
  2. Εντοπίζονται οι ακόλουθες αποκλίσεις στους δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο αγωγών. Στην αγωγή με αριθμό 1603/16 γίνεται αναφορά σε αρχική συμφωνία ημερομηνίας 22.9.05, ενώ στην αγωγή με αριθμό 595/19 σε αρχική συμφωνία ημερομηνίας 23.10.03, σε συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 21.10.10 και σε συμπληρωματική συμφωνία ημερομηνίας 9.9.
  3. Στην αγωγή με αριθμό 1603/16 γίνεται αναφορά σε τιμολόγια για την περίοδο από 15.7.15 μέχρι 18.9.16, ενώ στην αγωγή με αριθμό 595/19 γίνεται αναφορά σε τιμολόγια για την περίοδο από 31.12.15 μέχρι 18.9.
  4. Στην αγωγή με αριθμό 1603/16 γίνεται αναφορά σε τιμολόγια με αριθμούς 05-2015, 07-2015, 08-2015, 01Α-2016, 01Β-2016, 02-2016, 03-2016, 04-2016 και 05-2016, ενώ στην αγωγή με αριθμό 595/19 σε τιμολόγια με αριθμούς 20-2015, 01Α-2016, 01Β-2016, 05-2016, 07-2016, 13-2016 και 15-
  5. Η απαίτηση στη βάση τιμολογίων από μόνη της δεν μπορεί να αποτελέσει ουσιώδες κοινό νομικό ή πραγματικό ζήτημα. Η απόκλιση στα πραγματικά και νομικά σημεία των δυο αγωγών είναι τέτοιου μεγέθους και έκτασης που ήταν εξ' αρχής εμφανώς αδύνατη η αρχική συμπερίληψη των απαιτήσεων των Εναγουσών σε μια αγωγή. Η δε εκδίκαση των αγωγών αυτών ξεχωριστά δεν δημιουργεί ζήτημα πολλαπλότητας με οποιαδήποτε νομική ή πραγματική έννοια και σημασία. Περαιτέρω, η εκδίκαση της κάθε αγωγής ξεχωριστά δεν επηρεάζει την έκβαση καμίας από τις δύο αγωγές εφόσον πρόκειται για άσχετες μεταξύ τους υποθέσεις. Από το περιεχόμενο των Εκθέσεων Απαίτησης των δύο αγωγών και υπό το φως όλων όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν προκύπτει ότι τα πραγματικά γεγονότα σε καθεμιά από τις δύο αγωγές είναι διαφορετικά, προσέτι δε αυτά θα πρέπει να αποδειχθούν με την «εκάστοτε ανάλογη μαρτυρία και έγγραφα». Η εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου, ο περιορισμός των δικηγορικών εξόδων και η διευκόλυνση της δικαστικής διαδικασίας αποτελούν παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου. Τα πιο πάνω, ωστόσο, δεν προωθούν την υπό κρίση αίτηση. Οι συμφωνίες περιέχουν τεχνικούς όρους, προδιαγραφές, λεπτομέρειες και είναι πολύπλοκα έγγραφα. Η ανάλυση και εξήγηση των συμφωνιών, του πνεύματος που τις διέπει, των επίδικων γεγονότων σε κάθε υπόθεση και των αξιώσεων που απαιτούνται αποτελούν ένδειξη του όγκου της μαρτυρίας που πιθανότατα θα προκύψει κατά την ακρόαση της καθεμιάς υπόθεσης. Συνένωση και συνεκδίκαση των δυο αγωγών θα δημιουργήσει ανυπέρβλητες πρακτικές δυσκολίες και θα προκαλέσει δικονομικά εμπόδια. Με την συνένωση τα εγειρόμενα ζητήματα θα περιπλεχθούν παρά να διευκολυνθούν και θα προκληθεί σύγχυση, ταλαιπωρία και καθυστέρηση στην διαδικασία. Η υπό κρίση αίτηση, επίσης, αποσκοπεί στον εκτροχιασμό της πορείας των υποθέσεων. Η αγωγή με αριθμό 595/19 είναι νέα αγωγή σε σχέση με την αγωγή με αριθμό 1121/16 η οποία απορρίφθηκε συνεπεία των προνοιών της Δ.30, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η αναμενόμενη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής με αριθμό 595/19 δεν δύναται να διορθωθεί ή μετριασθεί με την συνένωση και συνεκδίκαση της με την αγωγή με αριθμό 1603/16 η οποία είναι παλαιότερη χρονολογικά. Η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική και αποσκοπεί στην αλίευση της μαρτυρίας των Καθ' ων η αίτηση, την παρέλκυση της δικαστικής διαδικασίας και τον αποπροσανατολισμό της δικαστικής κρίσης από την ουσία και την αναγκαία λεπτομερή εξέταση των επίδικων ζητημάτων, την πρόκληση δικονομικών εμποδίων και την μεγέθυνση της ζημίας του Καθ' ου η αίτηση
  6. Δεν θα εξυπηρετηθεί το συμφέρον των διαδίκων ή της δικαιοσύνης με την συνένωση. Τουναντίον συνένωση και συνεκδίκαση των αγωγών θα προκαλέσει ζημιά στον Καθ' ου η αίτηση 2 αφού θα περιπλέξει τον χειρισμό των υποθέσεων, τα επίδικα ζητήματα και την εκδίκαση των αγωγών. Υπό το φως των πιο πάνω συντρέχουν λόγοι ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκηθεί υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης με έξοδα εναντίον των Αιτητών. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση του Καθ' ου η αίτηση 1 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Η υπό κρίση αίτηση δεν στηρίζεται σε δικονομικές ή άλλες διατάξεις και/ή στερείται νομικού ερείσματος και βάσης και/ή νομικά είναι αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή καταχωρήθηκε κατά παράβαση των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει αδικία στον Καθ' ου η αίτηση 1 και θα απολήξει σε παράβαση των συνταγματικών και άλλων δικαιωμάτων του αφού ο Καθ' ου η αίτηση 1 σε περίπτωση συνένωσης θα στερηθεί του δικαιώματος να υπερασπιστεί τα δικαιώματα του αναφορικά με έκαστη αγωγή ξεχωριστά, να τύχει δίκαιης δίκης και να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την αληθινή εικόνα της μεταξύ των διαδίκων σχέσης και των πραγματικών γεγονότων που σχετίζονται με κάθε αγωγή. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα παραβιάσει κατάφωρα το άρθρο 30 του Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα διαδίκου για δίκαιη δίκη και θα προκαλέσει τεράστια αδικία στον Καθ' ου η αίτηση 1 αφού θα του επιβάλει να χειριστεί και τις δυο αγωγές με τον ίδιο τρόπο αποστερώντας του, έτσι, την δυνατότητα και το δικαίωμα να προβεί σε διαφορετικά δικονομικά διαβήματα σε καθεμιά αγωγή. Επίσης του αποστερεί το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του σε καθεμιά αγωγή και να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την ορθή και αληθινή εικόνα της σχέσης μεταξύ των διαδίκων και των πραγματικών γεγονότων στην κάθε αγωγή ξεχωριστά. Πέραν των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση στερείται πραγματικού υπόβαθρου και επαρκούς αιτιολόγησης αφού σε αυτήν προβάλλονται γενικοί και αόριστοι λόγοι δίχως ίχνος υποστηρικτικού στοιχείου και ένορκης δήλωσης που να την συνοδεύει. Όσοι δε ισχυρισμοί προβάλλονται είναι παραπλανητικοί αφού δεν υποστηρίζονται από τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν τις δυο αγωγές. Οι διάδικοι δεν είναι οι ίδιοι στις δυο αγωγές. Ούτε και οι μάρτυρες θα είναι οι ίδιοι. Επίσης τα επίδικα θέματα δεν είναι ταυτόσημα ή κοινά ή παρόμοια. Σε σχέση με τον Καθ' ου η αίτηση 1 η βάση αγωγής είναι διαφορετική σε καθεμιά από τις δυο αγωγές σε βαθμό που να μην επιτρέπεται η συνένωση και συνεκδίκασή τους. Στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.14, θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας αφού «δεν προκύπτουν ταυτόσημα πραγματικά και νομικά επίδικα θέματα», ούτε και είναι ίδιοι οι διάδικοι. Οι δυο αγωγές αφορούν σε διαφορετικά νομικά πρόσωπα και διαφορετικές συμφωνίες που έγιναν με διαφορετικά συμβαλλόμενα μέρη σε διαφορετικό χρόνο και για άλλο σκοπό. Επίσης το ύψος του κατ' ισχυρισμό οφειλόμενου ποσού για κάθε Αιτήτρια είναι διαφορετικό. Διαφορετικός είναι και ο χρόνος σύναψης των συμφωνιών και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε συμφωνίας. Οπότε και η μαρτυρία που θα προσκομισθεί για κάθε αγωγή θα είναι διαφορετική. Στην προκειμένη περίπτωση η έκδοση διατάγματος συνένωσης δεν θα εξυπηρετήσει τους σκοπούς για τους οποίους εκδίδεται ένα διάταγμα συνένωσης. Τουναντίον αν εκδοθεί θα περιπλακούν τα πράγματα. Τα επίδικα θέματα των δυο αγωγών είναι ήδη περίπλοκα. Τυχόν συνεκδίκασή τους θα προκαλέσει περαιτέρω περιπλοκή και καθυστέρηση στην αποπεράτωσή τους. Επίσης θα προκαλέσει σύγχυση και/ή καθυστέρηση και/ή κωλυσιεργία και/ή περιπλοκή στην αποπεράτωση των αγωγών σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζονται οι Αιτήτριες περί δήθεν εξοικονόμησης δικαστικού χρόνου και εξόδων. Η υπό κρίση αίτηση είναι παντελώς ανυπόστατη και/ή αβάσιμη και/ή καταχρηστική αφού μέσω αυτής οι Αιτήτριες ουσιαστικά επιχειρούν να υπερπηδήσουν προβλήματα απόδειξης ουσιαστικών για την υπόθεση τους γεγονότων με τρόπο ανεπίτρεπτο καθότι τα θέματα που κατ' ισχυρισμό δικό τους αφορούν τον Καθ' ου η αίτηση 1 δεν είναι επίδικα και στις δυο αγωγές. Οι Εκθέσεις Απαίτησης των δυο αγωγών είναι διαφορετικού περιεχομένου όπως και οι Υπερασπίσεις που προβάλλονται σε κάθε αγωγή και τα θέματα που εγείρονται στην μια αγωγή δεν ταυτίζονται με τα θέματα που εγείρονται στην άλλη. Οι αγωγές εδράζονται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά. Η συνένωση και συνεκδίκαση των αγωγών είναι υπό τις περιστάσεις ανεπιθύμητη. Στην αγωγή με αριθμό 1603/2016 η βάση αγωγής εδράζεται σε μη τιμηθέντα τιμολόγια που κατ' ισχυρισμό της Ενάγουσας στην εν λόγω αγωγή εκδόθηκαν από την ίδια για παροχή υπηρεσιών για την χρονική περίοδο από 15.7.15 μέχρι και 18.9.16 τα οποία οφείλονται δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 22.9.05 και/ή δυνάμει προφορικής ανανέωσης και/ή συμφωνίας των μερών. Ο Καθ' ου η αίτηση 1 προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δεν ίσχυε τον δεδομένο χρόνο τέτοια συμφωνία μεταξύ τους. Στην αγωγή με αριθμό 595/19 η οποία καταχωρήθηκε μετά την απόρριψη της αγωγής με αριθμό 1121/16 στις 14.5.19 συνεπεία των προνοιών της Δ.30, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας η Ενάγουσα στην εν λόγω αγωγή αξιώνει δυνάμει εκδοθέντων τιμολογίων ποσό δυνάμει άλλης συμφωνίας ημερομηνίας 23.10.03 και/ή συμφωνίας εκχώρησης ημερομηνίας 21.10.16 και/ή συμπληρωματικής συμφωνίας ημερομηνίας 9.9.15 και/ή προφορικής συμφωνίας εντός του Ιανουαρίου του
  7. Τα γεγονότα που συνθέτουν τις προβαλλόμενες αιτίες αγωγής δεν είναι σε όλα τα σημεία ταυτόσημα με αποτέλεσμα αν επιτραπεί να ακουσθούν μαζί οι δυο αγωγές ο Καθ' ου η αίτηση 1 θα στερηθεί του δικαιώματος να αντεξετάσει επί βασικών πραγματικών και νομικών σημείων. Η υπό κρίση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας καθότι καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση για την οποία καμία δικαιολογία δεν δόθηκε. Ειδικότερα η μια εκ των δύο αγωγών είναι παλαιά. Το σύνολο των ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότων και το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης επιβάλλουν όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση
  8. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στην βάση της υπό κρίση αίτησης και της ένστασης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν υποστηρίζοντας την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει συνένωση αγωγών πηγάζει από την Δ.14, θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «When two or more actions are pending in the same Court, whether by the same or different plaintiffs against the same or different defendants, and the claims of such actions involve a common question of law or fact of such importance in proportion to the rest of the matters involved in such actions, as to render it desirable that the actions should be consolidated, the Court or a judge may order that they be consolidated». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όταν δύο ή περισσότερες αγωγές εκκρεμούν στο ίδιο Δικαστήριο είτε από τον ίδιο ή από διαφορετικούς ενάγοντες εναντίον του ιδίου ή διαφορετικών εναγόμενων και οι απαιτήσεις στις αγωγές αυτές περιέχουν κοινό νομικό ή πραγματικό ζήτημα τέτοιας σημασίας κατ' αναλογία προς τα υπόλοιπα ζητήματα που περιλαμβάνονται στις αγωγές αυτές, έτσι που να καθίσταται επιθυμητό όπως οι αγωγές συνενωθούν, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται να διατάξει τη συνένωσή τους». Στην υπόθεση Κυριάκος Μενελάου ως διαχειριστής της περιουσίας του Γεώργιου Σπαρσή Χ΄΄ Σπύρου αποβιώσαντος κ.α. ν. Κώστα Ξενοφώντος κ.α.
(1989)1 ΑΑΔ 371 λέχθηκε ότι ο χρόνος κατά τον οποίο υποβάλλεται αίτηση για συνένωση αγωγών είναι στοιχείο που συνεκτιµάται µαζί µε τα άλλα για την έκδοση ή µη διαταγής για συνένωση. H Αγγλική Νομολογία δέχεται πως ο κατάλληλος χρόνος για την υποβολή αίτησης για συνένωση αγωγών είναι το στάδιο της αίτησης για οδηγίες που συνήθως υποβάλλεται μετά την συμπλήρωση των εγγράφων προτάσεων. Στην σελίδα 374 της πιο πάνω απόφασης λέχθηκαν, επίσης, τα ακόλουθα: «Βασικός σκοπός της πιο πάνω πρόνοιας είναι ασφαλώς η αποφυγή της πολλαπλότητας στη δικαστική διαδικασία και έτσι να εξοικονομείται χρόνος και έξοδα. Οι νομικές αρχές που ισχύουν στην εφαρμογή της έτυχαν ευρείας συζήτησης στην υπόθεση Χ" Αθανασίου ν. Παρπερίδη κ. α.
(1975)1 Α.Α.Δ. 401, στην οποία παραπέμπουμε απλώς γιατί τα νομικά ζητήματα καλύπτονται σε αυτή εκτενώς έτσι που η επανάληψή του θα ήταν άσκοπη. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Παρπερίδη, και γενικά στη νομολογία, η άσκηση της δικαστικής ευχέρειας στην εφαρμογή της Διάταξης 14, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα στην κάθε υπόθεση στα οποία ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα πρέπει να αναφέρεται για να αιτιολογείται η τελική του κρίση». Στην υπόθεση Medcon Construction Limited v. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 546 λέχθηκαν στην σελίδα 548 τα ακόλουθα: «Γενικά εκδίδεται διάταγμα συνένωσης όπου προκύπτει όφελος από τη συνεκδίκαση (Μακρίδης ν. Μιχαηλίδου, Π.Ε. 7901, ημερ. 30.5.90). Το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία επί του προκειμένου, η άσκηση της οποίας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και ασκείται κατά τρόπο που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των διαδίκων, περιορίζοντας τα έξοδα και επιταχύνοντας την απονομή της δικαιοσύνης, όπως ορθά τόνισε ο πρωτόδικος Δικαστής (Georghios Hadjiathanassiou v. Loizos Parperides and Others
(1975)1 C.L.R. 401, και Healey and Others v. A. Waddington & Sons Ltd and Others [1954] 1 All E.R. 861). Στην υπόθεση Hadjiathanassiou v. Parperides and Others
(1975)1 C.L.R. 401 γίνεται μια ανάλυση του θέματος με αναφορά στη νομολογία και εξηγούνται οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες επεμβαίνει το Εφετείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που περιλαμβάνουν και παράλειψη του να δώσει την πρέπουσα βαρύτητα στους παράγοντες που διέπουν το ζήτημα». Στην υπόθεση Samata Enterprises Ltd v. Γεώργιου Σταύρου
(1998)1 ΑΑΔ 1876 το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση των εναγόμενων/εφεσειόντων για συνένωση δύο αγωγών λόγω του ότι κατά την κρίση του δεν ικανοποιείτο το ουσιώδες κριτήριο που θέτει η Δ.14, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ήτοι η ύπαρξη κοινού πραγματικού ή νομικού ζητήματος, όπως αυτά διαπιστώνονται αποκλειστικά από την Έκθεση Απαίτησης των αγωγών και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των Υπερασπίσεων. Κατ' έφεση αποφασίσθηκε ότι η ερμηνεία που έδωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο στην επίμαχη διάταξη, η οποία ρητά αναφέρεται στις απαιτήσεις των αγωγών, ήταν ορθή. Στο στάδιο αυτό κρίνω σκόπιμο να εκφράσω την διαφωνία μου με την θέση που διατυπώθηκε από πλευράς του Καθ' ου η αίτηση 2 ότι η υπό κρίση αίτηση πάσχει επειδή δεν εξειδικεύει τα κοινά νομικά και πραγματικά ζητήματα στα οποία στηρίζεται ή επειδή δεν συνοδεύεται από ένορκο δήλωση. Όπως λέχθηκε νωρίτερα η αίτηση για συνένωση δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από ένορκο δήλωση αφού η ύπαρξη κοινού πραγματικού ή νομικού ζητήματος πρέπει να διαπιστώνεται από την Έκθεση Απαίτησης των αγωγών. Κατά συνέπεια δεν είναι και απαραίτητο όπως στο σώμα της αίτησης για συνένωση εξειδικεύονται τα κοινά πραγματικά ή νομικά ζητήματα στα οποία η αίτηση στηρίζεται αν αυτά αποκαλύπτονται από την Έκθεση Απαίτησης των αγωγών. Στην υπόθεση Lukoil Cyprus Ltd v. Ανδρέα Μυλωνά κ.α.
(2011)1 ΑΑΔ 1962 λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες : «Οι εφεσείοντες, όπως είπαµε, υποστηρίζουν ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έπρεπε να απορρίψει την αίτηση συνένωσης αφού δεν είχε συµπληρωθεί η δικογραφία. Υπενθυµίζουν ότι επίδικα θέµατα είναι εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τα δικόγραφα των αντιδίκων και ότι ο επακριβής προσδιορισµός των θεµάτων αυτών διασφαλίζει το δικαίωµα διάδικου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισµούς του αντιδίκου του (Παπαγεωργίου v. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.∆. 24 αλλά και Courtis a.o. v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180 και Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134). Οι πιο πάνω αρχές είναι βέβαια ορθές και αναµφισβήτητες αλλά δεν καταργούν το δικαίωµα του δικαστηρίου να συνενώσει δύο ή περισσότερες αγωγές αν πληρούνται οι προϋποθέσεις της ∆.14, θ.2, των Θεσµών Πολιτικής ∆ικονοµίας. Το ουσιώδες κριτήριο για τη συνένωση που θέτει η ∆.14, θ.2 των Θεσµών Πολιτικής ∆ικονοµίας είναι η ύπαρξη κοινών πραγµατικών ή νοµικών ζητηµάτων όπως αυτά διατυπώνονται αποκλειστικά από την έκθεση απαίτησης των αγωγών και ανεξαρτήτως του περιεχοµένου των υπερασπίσεων (Samata Enterprises Ltd v. Σταύρου
(1998)1 Α.Α.∆. 1876). Συγκεκριµένα η ∆.14, θ.2 προνοεί ότι όταν δύο ή περισσότερες αγωγές εκκρεµούν στο ίδιο δικαστήριο, είτε από τους ίδιους, είτε διαφορετικούς ενάγοντες εναντίον των ίδιων ή διαφορετικών εναγοµένων και οι απαιτήσεις των αγωγών αυτών συνεπάγονται κοινό νοµικό ή πραγµατικό ζήτηµα τέτοιας σηµασίας, ώστε να καθίσταται επιθυµητή η συνένωση των αγωγών, το δικαστήριο µπορεί να διατάξει τη συνένωση». Στην υπόθεση Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Λτδ ν. Apak Agro Industries κ.α.
(1999)1 ΑΑΔ 1721 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα στις σελίδες 1726-1727: «Διάταγμα συνένωσης αγωγών εκδίδεται στις περιπτώσεις όπου αναμένεται ότι θα προκύψει όφελος από τη συνεκδίκαση. Η έκδοση διατάγματος συνένωσης αγωγών προς εκδίκαση ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το Δικαστήριο ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια εξετάζει κατά πόσο η συνεκδίκαση των αγωγών θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των διαδίκων και την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Η αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών, ο περιορισμός των εξόδων καθώς και η οικονομία του δικαστικού χρόνου είναι παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου επί του θέματος. Βλ. Hadjiathanassiou v. Parperides and Others
(1975)1 C.L.R. 401 και Healey and Others ν. A. Waddington and Sons Ltd and Others [1954] 1 All E.R. 861». Στην υπόθεση C & S ΒΕΤΟΝ LTD και Άλλοι ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 74/11, ημερομηνίας 20.3.14 το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση συνένωσης κρίνοντας ότι κάποιες από τις αγωγές αφορούσαν τρεχούμενους λογαριασμούς και δανειοδότηση των εναγόμενων ενώ άλλες αφορούσαν συμβάσεις ενοικιαγοράς. Σημειώνεται ότι δεν ήταν όλοι οι εναγόμενοι σε όλες τις αγωγές οι ίδιοι. Υπήρχαν διαφορετικά πρόσωπα ως εναγόμενοι αναλόγως της καθεμιάς από αυτές, ενώ μόνο στη μια αγωγή υπήρχαν και οι πέντε εναγόμενοι. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε, ακόμη, ότι από την μελέτη των εγγράφων ήταν ολοφάνερο ότι για να αποδειχθεί η απαίτηση σε κάθε αγωγή θα έπρεπε να παρουσιαστούν διαφορετικά έγγραφα αλλά και άλλη μαρτυρία καθώς και ότι οι εναγόμενοι για να αποδείξουν την ανταπαίτηση τους που είχαν καταχωρήσει σε όλες τις αγωγές θα έπρεπε να στηριχθούν σε διαφορετικά γεγονότα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε να αναλύσει περαιτέρω καθεμιά από τις αγωγές για να καταλήξει ότι ήταν ξεκάθαρο ότι δεν υπήρχε ομοιότητα νομικών και πραγματικών γεγονότων μεταξύ των υποθέσεων ούτως ώστε να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια προς όφελος των εναγόμενων/αιτητών παραπέμποντας στην υπόθεση Μακρίδης ν. Μιχαηλίδη (Αρ.1)
(1990)1 ΑΑΔ 416 όπου κρίθηκε ότι διάταγμα συνένωσης αγωγών εκδίδεται μόνο εκεί όπου προκύπτει όφελος από την συνεκδίκαση των αγωγών σε δικαστικά έξοδα και γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Όντως μια σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου συνοψίζει όλα όσα και το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε. Η έκδοση διατάγματος συνένωσης αγωγών προς εκδίκαση ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το Δικαστήριο ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια εξετάζει κατά πόσο η συνεκδίκαση των αγωγών θα εξυπηρετήσει το συμφέρον των διαδίκων και την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Η αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών, ο περιορισμός των εξόδων καθώς και η οικονομία του δικαστικού χρόνου είναι παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου επί του θέματος. Έχουμε ακούσει και λάβαμε υπόψη τις εισηγήσεις του συνηγόρου των εφεσειόντων ο οποίος επικαλέστηκε ότι η περίπτωση είναι τέτοια ούτως ώστε το Δικαστήριο αντιθέτως θα έπρεπε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των αιτητών. Δεν θα συμφωνήσουμε με την πιο πάνω εισήγηση. Κατά την κρίση μας ορθά το Δικαστήριο κατέληξε στο εύρημα του ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια σε βάρος της αίτησης. Πρόκειται κατά την κρίση μας για κλασσική περίπτωση μη συνένωσης των υποθέσεων για τους λόγους που το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε. Διαφορετικά έγγραφα, άλλα ενοικιαγοράς και άλλα δανειοδότησης, άλλη μαρτυρία και τέλος διαφορετικοί διάδικοι, εναγόμενοι στην παρούσα περίπτωση. Το γεγονός δε ότι καταχωρίστηκαν σε όλες τις αγωγές πανομοιότυπες εκθέσεις υπεράσπισης με πανομοιότυπες ανταξιώσεις αυτό δεν είναι επιχείρημα το οποίο συνηγορεί προς την κατεύθυνση της έγκρισης της αίτησης συνένωσης, αλλά αντιθέτως θα λέγαμε ότι μπορεί και να χαρακτηρισθεί εκ πρώτης όψεως και ως κατάχρηση της διαδικασίας». Θα προχωρήσω να παραθέσω λεπτομερώς τους ουσιώδεις δικογραφημένους ισχυρισμούς των Αιτητριών στις δυο αγωγές. Αυτό θα βοηθήσει στο να γίνει αντιληπτό αν οι απαιτήσεις περιλαμβάνουν ή όχι κοινά ζητήματα, πραγματικά ή νομικά. Στην αγωγή με αριθμό 1603/16 δικογραφούνται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα στην Έκθεση Απαίτησης. Ο Εναγόμενος 1 ενάγεται υπό την ιδιότητά του ως ο κατά το Σύνταγμα εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Εναγόμενος 2 ήταν σε κάθε ουσιώδη χρόνο και εξακολουθεί να είναι ο αρμόδιος φορέας για την διαχείριση και την εκμετάλλευση χώρων διάθεσης ή αξιοποίησης αποβλήτων για την επαρχία Πάφου. Η Ενάγουσα είναι κοινοπραξία εταιρειών δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο ως ομόρρυθμος συνεταιρισμός. Στις 22.9.05 υπεγράφη συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Κυπριακής Δημοκρατίας με την οποία η τελευταία ανέθεσε στην πρώτη και η πρώτη ανέλαβε την μελέτη, κατασκευή, λειτουργία και συντήρηση σταθμού βιολογικής επεξεργασίας υγρών αποβλήτων και βοθρολυμάτων, από τώρα και στο εξής «ο σταθμός», στον Χώρο Υγειονομικής Ταφής στερεών οικιακών Απορριμάτων (ΧΥΤΑ) στην Μαραθούντα της επαρχίας Πάφου. Συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, το ποσό που θα κατέβαλλε στην Ενάγουσα η Κυπριακή Δημοκρατία για την μελέτη και κατασκευή του έργου, για την λειτουργία και συντήρηση του σταθμού, για την λειτουργία και συντήρηση του συστήματος αντίστροφης όσμωσης καθώς και για οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο θα καθίστατο πληρωτέο για την αποτελεσματική λειτουργία και συντήρηση του έργου σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας. Η συμφωνία εκτελέσθηκε κανονικά και έληξε στις 14.7.15, ημερομηνία κατά την οποία έληγε και η συμφωνία για την λειτουργία και συντήρηση του Χώρου Υγειονομικής Ταφής στερεών οικιακών Απορριμάτων (ΧΥΤΑ). Ο σταθμός και το σύστημα αντίστροφης όσμωσης του έργου βρίσκονται στον ίδιο χώρο με τον Χώρο Υγειονομικής Ταφής στερεών οικιακών Απορριμάτων (ΧΥΤΑ Πάφου) και η λειτουργία του σταθμού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και απόλυτα αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία του ΧΥΤΑ αφού επεξεργάζεται, μεταξύ άλλων, τα στραγγίσματα που απορρέουν από την επεξεργασία των απορριμμάτων του ΧΥΤΑ. Εκτός από τα στραγγίσματα του ΧΥΤΑ παραδίδονταν στον σταθμό για επεξεργασία από την Ενάγουσα με τις οδηγίες και την γνώση του Εναγόμενου 2 και της Κυπριακής Δημοκρατίας και βοθρολύματα από ιδιώτες βοθροκαθαριστές. Για την επεξεργασία των λυμάτων αυτών πλήρωναν και/ή είχαν και/ή ανέλαβαν την υποχρέωση να πληρώνουν την Ενάγουσα ο Εναγόμενος 2 και η Κυπριακή Δημοκρατία. Μετά την λήξη της συμφωνίας και παράλληλα με την επέκταση και συνέχιση της λειτουργίας του ΧΥΤΑ από άλλη κοινοπραξία η διοχέτευση των στραγγισμάτων του ΧΥΤΑ στον σταθμό συνεχίσθηκε αναγκαστικά και για το χρονικό διάστημα από 15.7.15 μέχρι και 18.9.16 και ο Εναγόμενος 2 συνέχιζε μέχρι και την 18.9.16 με την γνώση και συγκατάθεση της Κυπριακής Δημοκρατίας να ζητά εργασίες και υπηρεσίες λειτουργίας του έργου από την Ενάγουσα όπως και πριν χωρίς να διαφοροποιηθούν οι όροι της συμφωνίας. Ταυτόχρονα ο Εναγόμενος 2 συνέχιζε να διοχετεύει στον σταθμό βοθρολύματα από ιδιώτες βοθροκαθαριστές για επεξεργασία όπως και πριν. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπό τις περιστάσεις δημιουργήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 2 και/ή μεταξύ όλων των διαδίκων συμφωνία εξυπακουόμενη από την συμπεριφορά των διαδίκων (inferred from the conduct of the parties) για συνέχιση και/ή επέκταση της αρχικής συμφωνίας για την χρονική περίοδο από 15.7.15 μέχρι και 18.9.16 ή νέα συμφωνία για την λειτουργία και συντήρηση του Σταθμού από την Ενάγουσα με τους ίδιους όρους όπως η αρχική συμφωνία. Κατά την πιο πάνω περίοδο οι Εναγόμενοι ουδέποτε ζήτησαν από την Ενάγουσα να σταματήσει να παρέχει τις υπηρεσίες της για την λειτουργία του έργου ή να μην επεξεργάζεται τα στραγγίσματα που απορρέουν από την επεξεργασία των απορριμμάτων του ΧΥΤΑ ή να μην παραλαμβάνει βοθρολύματα από ιδιώτες βοθροκαθαριστές για την επεξεργασία των οποίων πλήρωναν και/ή είχαν και/ή ανέλαβαν την υποχρέωση να πληρώνουν την Ενάγουσα οι Εναγόμενοι όπως και κατά την διάρκεια της αρχικής συμφωνίας μέχρι και τις 18.9.
  1. Στις 19.9.16 η Ενάγουσα μετά από απαίτηση του Εναγόμενου 2 παρέδωσε στον τελευταίο οριστικά τις εγκαταστάσεις του έργου ταυτόχρονα με την παράδοση των εγκαταστάσεων του ΧΥΤΑ. Ο Εναγόμενος 2 και/ή οι Εναγόμενοι υποχρεούνται να αποζημιώσουν την Ενάγουσα για το υπόλοιπο της μη πληρωθείσας αξίας των εργασιών και υπηρεσιών που η Ενάγουσα παρείχε στον Εναγόμενο 2 και/ή στους Εναγόμενους μετά από παράκληση και/ή κατ' εντολή του Εναγόμενου 2 και/ή των Εναγόμενων και το οποίο ανέρχεται στο ποσό των Ευρώ 379.972,60 σεντ πλέον τόκους προς 11% ετησίως υπό μορφή αποζημιώσεων για καθυστερημένη πληρωμή και/ή λόγω υπερημερίας επί του πιο πάνω ποσού από 1.1.16 μέχρι εξόφλησης. Διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω ισχυρισμών της η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι και δη ο Εναγόμενος 2 προέβησαν σε παραστάσεις προς την Ενάγουσα διά λόγων, πράξεων και ως εκ της συμπεριφοράς τους ότι για τις συνεχιζόμενες εργασίες και υπηρεσίες που παρείχε σε αυτούς η Ενάγουσα για την περίοδο από 15.7.15 μέχρι 18.9.16 και των δυο ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων οι Εναγόμενοι θα κατέβαλλαν στην Ενάγουσα το αναλογούν αντίτιμο όπως και πριν. Βασιζόμενη δε στις πιο πάνω αναφερόμενες παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις του Εναγόμενου 2 και/ή των Εναγόμενων η Ενάγουσα πείσθηκε να παρέχει τις υπηρεσίες που εν τέλει παρείχε και παρέδωσε στον Εναγόμενο 2 και/ή στους Εναγόμενους. Οι προαναφερόμενες παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις του Εναγόμενου 2 και/ή των Εναγόμενων αποδείχθηκαν ψευδείς με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να υποστεί ζημιές και απώλειες. Η Ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγια για τις επίδικες εργασίες και υπηρεσίες που παρείχε στον Εναγόμενο 2 και/ή στην Κυπριακή Δημοκρατία για την περίοδο από 15.7.15 μέχρι 18.9.16 και των δυο ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων με αριθμούς 05-2015, 07-2015, 08-2015, 01Α-2016, 01Β-2016, 02-2016, 03-2016, 04-2016 και 05-2016 για το συνολικό ποσό των Ευρώ 379.972,60 σεντ περιλαμβανομένου του ΦΠΑ. Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να πληρώσουν στην Ενάγουσα το πιο πάνω ποσό ή οποιοδήποτε μέρος του. Με την αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει, μεταξύ άλλων, το ποσό των Ευρώ 379.972,60 σεντ ως ειδικές αποζημιώσεις πλέον τόκους προς 11% ετησίως επ' αυτού από 1.1.16 μέχρι εξόφλησης. Στην αγωγή με αριθμό 595/19 δικογραφούνται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα στην Έκθεση Απαίτησης. Ο Εναγόμενος 1 ενάγεται υπό την ιδιότητά του ως ο κατά το Σύνταγμα εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Εναγόμενος 2 ήταν σε κάθε ουσιώδη χρόνο και εξακολουθεί να είναι ο αρμόδιος φορέας για την διαχείριση και την εκμετάλλευση χώρων διάθεσης ή αξιοποίησης αποβλήτων για την επαρχία Πάφου. Η Ενάγουσα είναι κοινοπραξία εταιρειών δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο ως ομόρρυθμος συνεταιρισμός. Στις 23.10.03 υπεγράφη συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, από τώρα και στο εξής «η αρχική συμφωνία», με την οποία η τελευταία ανέθεσε στην πρώτη και η πρώτη ανέλαβε τον σχεδιασμό, μελέτη, κατασκευή, λειτουργία και συντήρηση του Χώρου Υγειονομικής Ταφής Στερεών οικιακών απορριμμάτων (ΧΥΤΑ) και του Διαμετακομιστικού Σταθμού στερεών οικιακών απορριμμάτων (ΣΜΑ) στην επαρχία Πάφου. Στις 21.10.10 και μετά την αποπεράτωση και την οριστική παραλαβή των κατασκευαστικών εργασιών του έργου υπεγράφη συμφωνία εκχώρησης, από τώρα και στο εξής «η συμφωνία εκχώρησης», μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγόμενων με την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία με την συναίνεση της Ενάγουσας εκχώρησε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την αρχική συμφωνία αναφορικά με την λειτουργία και συντήρηση του έργου στον Εναγόμενο 2 ο οποίος και αποδέχθηκε την εκχώρηση και ανάληψη της ευθύνης για την διαχείριση, λειτουργία και συντήρηση του έργου εξ' ολοκλήρου καθώς και την εφαρμογή όλων των όρων της συμφωνίας. Ήταν, μεταξύ άλλων, όρος της συμφωνίας εκχώρησης ότι η Κυπριακή Δημοκρατία εγγυόταν πλήρως την αποπληρωμή όλων των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 2 προς την Ενάγουσα, υφιστάμενων και μελλοντικών. Με συμφωνία που συνάφθηκε τον Φεβρουάριο του 2014 μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 2 με σκοπό να ρυθμίσει την χρέωση των ποσοτήτων των στερεών αποβλήτων πέραν των ποσοτήτων που προνοούσε η αρχική συμφωνία ως βασικές ποσότητες συμφωνήθηκε ότι για ποσότητες στερεών αποβλήτων πέραν των 37.800 τόνων η Ενάγουσα θα χρέωνε τον Εναγόμενο 2 το ποσό των Λ.Κ.6,25 (Ευρώ 10,678) τον τόνο με ισχύ από 1.1.
  2. Η αρχική συμφωνία εκτελέστηκε κανονικά και έληξε στις 14.7.
  3. Επειδή ο Εναγόμενος 2 επιθυμούσε την καταρχήν 6μηνη επέκταση της αρχικής συμφωνίας στις 9.9.15 και ενώ συνεχιζόταν απρόσκοπτα και κανονικά η παροχή εργασιών και υπηρεσιών από την Ενάγουσα προς τους Εναγόμενους σύμφωνα με τους όρους των προαναφερόμενων συμφωνιών υπεγράφη μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 2 με την γνώση και συγκατάθεση του Εναγόμενου 1 συμπληρωματική συμφωνία της αρχικής συμφωνίας και των προαναφερόμενων συμφωνιών, από τώρα και στο εξής «η συμπληρωματική συμφωνία», με την οποία η αρχική συμφωνία επεκτάθηκε για 6 μήνες, ήτοι από 15.7.15 μέχρι και τις 14.1.16 με μονομερές και αποκλειστικό δικαίωμα του Εναγόμενου 2 για επιπλέον επέκταση της για ακόμα 6 μήνες. Μετά την λήξη της 6μηνης επέκτασης της αρχικής συμφωνίας ο Εναγόμενος 2 συνέχιζε με την γνώση και συγκατάθεση της Κυπριακής Δημοκρατίας να προωθεί και/ή να παραδίδει ποσότητες αστικών απορριμμάτων στο εργοστάσιο του έργου και να ζητά εργασίες και υπηρεσίες λειτουργίας του έργου από την Ενάγουσα όπως και προηγουμένως χωρίς να διαφοροποιηθούν οι όροι της συμπληρωματικής συμφωνίας μέχρι και τις 18.9.
  4. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπό τις περιστάσεις δημιουργήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 2 και/ή μεταξύ όλων των διαδίκων συμφωνία εξυπακουόμενη από την συμπεριφορά των διαδίκων (inferred from the conduct of the parties) για συνέχιση και/ή επέκταση της συμπληρωματικής συμφωνίας για την χρονική περίοδο από 15.1.16 μέχρι και τις 18.9.16 ή νέα συμφωνία με τους ίδιους όρους ως η συμπληρωματική συμφωνία. Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος 2 με την γνώση και συγκατάθεση του Εναγόμενου 1 συνέχιζε να εκδίδει και να παραδίδει στους Δήμους και Κοινότητες της επαρχίας Πάφου δελτία παράδοσης απορριμμάτων και τα απορρίμματα παραδίδονταν κανονικά στην εγκατάσταση του έργου όπως και προηγουμένως. Επίσης εκδίδονταν κανονικά οι καταστάσεις ζύγισης και όλα τα σχετικά έγγραφα όπως και προηγουμένως καθώς και τα σχετικά τιμολόγια από την Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο 2 χωρίς οποιαδήποτε ένσταση ή διαμαρτυρία από τον Εναγόμενο 2 ή την Κυπριακή Δημοκρατία και χωρίς ποτέ ο Εναγόμενος 2 ή η Κυπριακή Δημοκρατία να ζητήσουν από την Ενάγουσα να μην παραλαμβάνει και να διεκπεραιώνει τα απορρίμματα και/ή να μην παρέχει σε αυτούς τις εργασίες και υπηρεσίες του έργου. Η Ενάγουσα μετά από απαίτηση του Εναγόμενου 2 παρέδωσε στον Εναγόμενο 2 οριστικά τις εγκαταστάσεις του έργου στις 19.9.
  5. Ο Εναγόμενος 2 και/ή η Κυπριακή Δημοκρατία υποχρεούνται να αποζημιώσουν την Ενάγουσα για το υπόλοιπο της μη πληρωθείσας αξίας των προαναφερόμενων εργασιών και υπηρεσιών που η Ενάγουσα παρείχε στον Εναγόμενο 2 και/ή στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά από παράκληση και/ή κατ' εντολή των τελευταίων και το οποίο ανέρχεται στο ποσό των Ευρώ 1.284.811,27 σεντ πλέον τόκοι προς 11% ετησίως υπό μορφή αποζημιώσεων για καθυστερημένη πληρωμή και/ή λόγω υπερημερίας επί του πιο πάνω ποσού από 1.1.16 μέχρι εξόφλησης. Διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω ισχυρισμών της η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Κυπριακή Δημοκρατία και δη ο Εναγόμενος 2 και προέβησαν σε παραστάσεις προς την Ενάγουσα διά λόγων, πράξεων και ως εκ της συμπεριφοράς τους προς την κατεύθυνση ότι για τις συνεχιζόμενες εργασίες και υπηρεσίες που η Ενάγουσα παρείχε σε αυτούς για την περίοδο από 15.1.16 μέχρι τις 18.9.16 και των δυο ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων οι Εναγόμενοι θα κατέβαλλαν στην Ενάγουσα το αναλογούν αντίτιμο όπως και πριν. Βασιζόμενη δε στις πιο πάνω αναφερόμενες παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις του Εναγόμενου 2 και/ή της Κυπριακής Δημοκρατίας η Ενάγουσα πείσθηκε να παρέχει τις υπηρεσίες που εν τέλει παρείχε και παρέδωσε στον Εναγόμενο 2 και/ή στην Κυπριακή Δημοκρατία. Οι προαναφερόμενες παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις του Εναγόμενου 2 και/ή της Κυπριακής Δημοκρατίας προς την Ενάγουσα αποδείχθηκαν ψευδείς με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να υποστεί ζημιές και απώλειες. Η Ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγια για τις επίδικες εργασίες και υπηρεσίες που παρείχε στον Εναγόμενο 2 και/ή την Κυπριακή Δημοκρατία και τις οποίες παρέδωσε για την χρονική περίοδο από τον Νοέμβριο του 2015 μέχρι και τις 18.9.16 με αριθμούς 20-2015, 01Α-2016, 01Β-2016, 05-2016, 07-2016, 13-2016 και 15-2016 για το συνολικό ποσό των Ευρώ 1.284.811,27 σεντ περιλαμβανομένου του ΦΠΑ. Ο Εναγόμενος 2 και/ή η Κυπριακή Δημοκρατία παρέλειψαν να πληρώσουν στην Ενάγουσα το πιο πάνω ποσό ή οποιοδήποτε μέρος του. Με την αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει, μεταξύ άλλων, το ποσό των Ευρώ 1.284.811,27 σεντ πλέον τόκους προς 11% ετησίως επ' αυτού από 1.1.16 μέχρι εξόφλησης. Από την λεπτομερή ανάλυση των δικογραφημένων θέσεων των Αιτητριών που προηγήθηκε προκύπτουν τα ακόλουθα: οι αξιώσεις αφορούν σε υπηρεσίες που παρείχαν οι Αιτήτριες στα ίδια πρόσωπα δυνάμει συμφωνιών. Η βάση, όμως, των δυο αγωγών δεν προκύπτει από τις ίδιες υπηρεσίες, ούτε και από τις ίδιες συμφωνίες. Στην αγωγή με αριθμό 1603/16 η Ενάγουσα αξιώνει για την αξία υπηρεσιών επεξεργασίας των στραγγισμάτων που απορρέουν από την επεξεργασία των απορριμμάτων του ΧΥΤΑ καθώς και για την αξία υπηρεσιών επεξεργασίας βοθρολυμάτων που παραδίδονταν από ιδιώτες βοθροκαθαριστές στον σταθμό βιολογικής επεξεργασίας υγρών αποβλήτων και βοθρολυμάτων. Στην αγωγή με αριθμό 595/19 η Ενάγουσα, η οποία, ας σημειωθεί, είναι διαφορετικό νομικό πρόσωπο, αξιώνει για την αξία υπηρεσιών που παρείχε σε άλλο έργο, διάφορο από το έργο που αφορά η αγωγή με αριθμό 1603/
  6. Επίσης οι υπηρεσίες που παρείχε και για την αξία των οποίων έχει απαίτηση είναι διαφορετικές από αυτές που παρείχε και για τις οποίες έχει απαίτηση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής - με αριθμό 1603/16 - η Ενάγουσα στην εν λόγω αγωγή οι αξιώσεις στις δυο αγωγές προκύπτουν από εξυπακουόμενες συμφωνίες οι οποίες, όμως, προκύπτουν από διαφορετικά γεγονότα η καθεμιά. Στην μεν αγωγή με αριθμό 1603/16 η ισχυριζόμενη εξυπακουόμενη συμφωνία προκύπτει από την συνέχιση της διοχέτευσης των στραγγισμάτων που απορρέουν από την επεξεργασία των απορριμμάτων του ΧΥΤΑ και της επεξεργασίας τους από την Ενάγουσα καθώς και την συνέχιση της επεξεργασίας των βοθρολυμάτων τα οποία συνεχίζονταν να παραδίδονται στον σταθμό από ιδιώτες βοθροκαθαριστές με την γνώση, την συγκατάθεση και τις οδηγίες του Εναγόμενου 2 και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην δε αγωγή με αριθμό 595/19 από την συνέχιση της παράδοσης ποσοτήτων αστικών απορριμμάτων στο εργοστάσιο του έργου και την συνέχιση των δραστηριοτήτων της Ενάγουσας σε σχέση με αυτά με την γνώση, την συγκατάθεση και τις οδηγίες του Εναγόμενου 2 και της Κυπριακής Δημοκρατίας οι υπηρεσίες για τις οποίες η Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή έχει απαίτηση αφορούν στην περίοδο από 15.7.15 μέχρι 18.9.16, ενώ οι υπηρεσίες για τις οποίες η Ενάγουσα στην αγωγή με αριθμό 595/19 έχει απαίτηση αφορούν στην περίοδο από 15.1.16 μέχρι 18.9.16 στην αγωγή με αριθμό 595/19 υπάρχουν εκτός από την αρχική συμφωνία η οποία, βεβαίως, είναι διαφορετική από την αρχική συμφωνία στην παρούσα αγωγή και συμφωνία εκχώρησης και συμπληρωματική συμφωνία, κάτι που δεν υπάρχει στην παρούσα αγωγή τα τιμολόγια που αναφέρονται στην παρούσα αγωγή αφορούν χρεώσεις για την παροχή υπηρεσιών άλλων από αυτές που αφορούν τα τιμολόγια που εκδόθηκαν στην αγωγή με αριθμό 595/
  7. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι δεν υπάρχουν κοινά πραγματικά γεγονότα μεταξύ των δυο αγωγών τα οποία να δικαιολογούν την συνένωσή τους. Οι Αιτήτριες είναι διάφορες, οι δε συμφωνίες στις οποίες αυτές βασίζουν τις αξιώσεις τους, επίσης, διάφορες και δεν συνδέονται μεταξύ τους. Είναι ανεξάρτητες η μια από την άλλη, συνάφθηκαν σε διαφορετικούς χρόνους και οι σκοποί για τους οποίους συνάφθηκαν είναι διαφορετικοί. Επίσης οι απαιτήσεις στις δυο αγωγές αφορούν σε διαφορετικές υπηρεσίες, οι οποίες παραχωρήθηκαν από διαφορετικά πρόσωπα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Τέλος τα εκδοθέντα σε κάθε περίπτωση τιμολόγια, αφενός, αφορούν σε διαφορετικές υπηρεσίες, αφετέρου, κατ' επέκταση, δεν μπορεί να είναι ή δεν μπορεί όλα να είναι τα ίδια. Συνεπώς για να αποδειχθεί η απαίτηση σε κάθε αγωγή θα πρέπει να παρουσιασθούν διαφορετικά έγγραφα και, γενικά, διαφορετική μαρτυρία. Ως εκ τούτου διαφωνώ με τις θέσεις που διατυπώνονται στο σώμα της υπό κρίση αίτησης. Το ότι οι Εναγόμενοι στις δυο αγωγές ή οι δικηγόροι των διαδίκων στις δυο αγωγές είναι οι ίδιοι, αυτό, από μόνο του δεν μπορεί να επενεργήσει ως καθοριστικό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το καθοριστικό στην προκειμένη περίπτωση για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι δεν υπάρχουν κοινά πραγματικά γεγονότα που να δικαιολογούν την συνένωση, πράγμα που, επίσης, σημαίνει ότι ουδέν όφελος θα προκύψει από τυχόν συνένωση των αγωγών. Το δε κοινό νομικό σημείο που έχω εντοπίσει και που είναι η κατ' ισχυρισμό από πλευράς Εναγουσών δημιουργία εξυπακουόμενων συμφωνιών σίγουρα δεν είναι τέτοιας σημασίας κατ' αναλογία προς τα υπόλοιπα ζητήματα που εγείρονται στις δυο αγωγές ώστε να καθίσταται επιθυμητό όπως οι δυο αγωγές συνενωθούν. Οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 1, 2, 4, 6 της ένστασης του Καθ' ου η αίτηση 2 ευσταθούν. Ευσταθεί, επίσης, ο 9ος λόγος ένστασης της ένστασης του Καθ' ου η αίτηση
  8. Η επιτυχία των λόγων αυτών ένστασης διασφαλίζει με ασφάλεια την αποτυχία της υπό κρίση αίτησης. Η εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης της ένστασης των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 παρέλκει. Υπό το φως των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί παρά να έχει απορριπτική κατάληξη. Αναφορικά με τα έξοδα, αυτά, ως εκ του αποτελέσματος θα πρέπει να βαρύνουν τις Αιτήτριες. Σημειώνεται ότι για την Ενάγουσα στην αγωγή με αριθμό 595/19 συντρέχει επιπρόσθετος λόγος για καταδίκη της στα έξοδα. Η εν λόγω Ενάγουσα δεν νομιμοποιούνταν να υποβάλει την υπό κρίση αίτηση. Η αίτηση συνένωσης υποβάλλεται από διάδικο της αγωγής η οποία θα είναι η δεσπόζουσα και ο οποίος επιθυμεί την συνένωση. Και όχι από οποιονδήποτε άλλο διάδικο άλλης αγωγής την οποία η αίτηση αφορά. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων 1 και 2 στην παρούσα αγωγή/Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή και της Ενάγουσας στην αγωγή με αριθμό 595/19/Αιτητών αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα της παρούσης αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσης αγωγής. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.