Παλέξας ν. Γαβριηλίδης, Αρ. Αγ. : 794/2020, 27/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Xρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ. : 794/2020 Μεταξύ: ΧΧΧΧ Παλέξας, από τη ΧΧΧΧ Αφρική και τώρα στο ΧΧΧΧ Βασίλειο Ενάγοντας και ΧΧΧΧ (ΧΧΧΧ) Γαβριηλίδης, από τη Λευκωσία Εναγομένου Ημερομηνία: 27/10/
- Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κα Ευανθία Φ. Χαραλάμπους για κ.κ. Νίκος Μ. Ηλία ΔΕΠΕ. Για τον Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση: κα. Ζίγκα για κ.κ. ARISTI KORAKIDOU - MAKRIDOU LLC. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ O εναγόμενος εξασφάλισε στις 22/09/2020 διάταγμα του Δικαστηρίου για να καταχωρήσει εμφάνιση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή υπό διαμαρτυρία (conditional appearance) και περαιτέρω, διάταγμα του Δικαστηρίου όπως καταχωρήσει Αίτηση για αναστολή της διαδικασίας και/ή παραμερισμό και/ή ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος εντός 60 ημερών από της έκδοσης του. Ο εναγόμενος προχώρησε και καταχώρησε την ως άνω αναφερόμενη εμφάνιση του στις 22/09/2020 και στις 20/11/2020 την υπό κρίση αίτηση με την οποία αιτείται ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται και/ή απορρίπτεται ως ενοχλητική και/ή παράτυπη και/ή άκυρη συνεπεία ουσιωδώς παρατυπίας στο κλητήριο ένταλμα και/ή συνεπεία μη συμμόρφωσης με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και/ή κατάχρησης της διαδικασίας (abuse of process) και/ή συνεπεία προώθησης παράλληλων διαδικασιών προς επιδίωξη αλλότριων σκοπών και/ή συνεπεία έγερσης των ίδιων και/ή όμοιων θεμάτων με διαφορετικά ένδικα μέσα και/ή με οιονεί δικαστικές διαδικασίες και/ή συνεπεία παράβασης ρήτρας διαιτησίας σε γραπτή συμφωνία (συνυποσχετικό) και/ή συνεπεία παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος και/ή συνεπεία κωλύματος λόγω εκδόσεως διαιτητικής απόφασης. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η περαιτέρω διαδικασία στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή.» Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Έλενας Φ. Χαραλάμπους, η οποία είναι δικηγόρος και συνεργάτης των δικηγόρων του εναγομένου και δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον τελευταίο. Σε αυτή η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την αίτηση, τα οποία προκύπτουν από τα σχετικά τεκμήρια που επισυνάπτει και από το φάκελο της διαδικασίας. Ουσιαστικά προβάλλει έξι λόγους οι οποίοι υποστηρίζουν την αίτηση και συγκεκριμένα: α) Υπάρχει παρατυπία στο κλητήριο ένταλμα καθότι δεν αναγράφεται η διεύθυνση διαμονής του ενάγοντα κατά παράβαση της Δ.6, Θ.
- , όπως αναφέρει, β) Υπάρχει διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 21/03/2018 η οποία επέλυσε όλες τις διαφορές των διαδίκων, γ) Οποιοδήποτε άλλο ζήτημα προέκυπτε όφειλε ο ενάγοντας να το είχε προβάλει στην εν λόγω διαιτητική διαδικασία, σύμφωνα με το σχετικό συνυποσχετικό που υπέγραψαν τα μέρη, δ) Οποιαδήποτε απαίτηση που αφορά ισχυρισμό για παράβαση συμφωνίας, αμέλειας, επαγγελματικής αμέλειας, παράβαση καθήκοντος και εξαπάτηση (παράγραφοι 23, 25, 43 και 77 της Ε/Α) έχει παραγραφεί, ε) Υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας καθότι ο ενάγοντας προωθεί την Γενική Αίτηση Αρ. 340/2018 με την οποία επιδιώκει τον παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης και με την παρούσα επιδιώκει αποζημιώσεις για θέματα που εξετάστηκαν και αποφασίστηκαν στην εν λόγω διαιτητική απόφαση, και στ) το δικόγραφο περιλαμβάνει μαρτυρία (βλ. παραγράφους 29 και 30 της Έκθεσης Απαίτησης, σελ. 7 - 30) κατά τρόπο απαράδεκτο και αντίθετο με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Ο ενάγοντας - καθ' ου η αίτηση με την ένσταση του εγείρει 13 λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως αυτοί φαίνονται στο σώμα της. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία της κας Ιωάννας Ζίγκα, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του ενάγοντα και στην οποία ουσιαστικά επεξηγεί τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες αμφότερες οι πλευρές κατάθεσαν στο Δικαστήριο. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή και έχω μελετήσει τις εν λόγω αγορεύσεις, τις οποίες λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου. Δεν χρειάζεται να γίνει αναφορά στο περιεχόμενο τους για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Αναφορά σε θέσεις των μερών, θα γίνει κατωτέρω κατά την εξέταση της ουσίας της Αίτησης, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, ο εναγόμενος - αιτητής εξασφάλισε άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και στην συνέχεια αίτηση για αναστολή και/ή παραμερισμό και/ή ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος, δυνάμει των προνοιών της Διαταγής 16, Θεσμός
- Ο εναγόμενος - αιτητής με την παρούσα αίτηση επιζητεί τις πιο πάνω θεραπείες στη βάση του ότι η παρούσα αγωγή είναι ενοχλητική και παράτυπη και/ή καταχρηστική. Ο πυρήνας των αξιώσεων του εδράζεται στο γεγονός ότι οι αιτούμενες με την αγωγή του ενάγοντα θεραπείες δεν μπορούν να αποδοθούν καθότι αποτελούν δεδικασμένο στην ουσία και/ή ότι η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση των διαδικασιών. Η θέση του αυτή εδράζεται και περιστρέφεται γύρω από το γεγονός ότι οι επικαλούμενες διαφορές στην παρούσα αγωγή παραπέμφθηκαν σε διαιτησία με βάση συνυποσχετικό και εκδόθηκε δεσμευτική και τελεσίδικη απόφαση του διαιτητή, εναντίον της οποία ο εναγόμενος - αιτητής άσκησε έφεση στο Δικαστήριο με την Γενική Αίτηση Αρ. 340/2018, η οποία εκκρεμεί. Eίναι ξεκάθαρο από τα πιο πάνω ότι ο αιτητής επιδιώκει τον πλήρη παραμερισμό και/ή απόρριψη και/ή αναστολή της παρούσας αγωγής. Το δικονομικό πλαίσιο το οποίο παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο για να παράσχει τέτοιες θεραπείες σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας είναι η Δ.27, Θ. 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και όχι η Δ.19, Θ.
- Η Δ.19, Θ. 26 προνοεί για την διαγραφή δικογράφου ως μη αναγκαίου ή σκανδαλώδους ή που τείνει να προκαταβάλει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Η εν λόγω διάταξη έχει ως ακολούθως: «Τhe Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action». Η πιο πάνω πρόνοια, δεν σχετίζεται κατά την κρίση μου με τις αιτούμενες θεραπείες, οι οποίες αφορούν τον παραμερισμό και/ή απόρριψη και/ή αναστολή της παρούσας αγωγής, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Ούτε η θέση που εκφράζεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περί παράθεσης μαρτυρίας στις συγκεκριμένες παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης και ότι αυτές θα πρέπει να διαγραφούν σχετίζονται με τις αιτούμενες θεραπείες. Δεν θα μπορούσε να αποδοθεί τέτοια θεραπεία στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, με την οποία ουσιαστικά ζητείται ο παραμερισμός και/ή η απόρριψη και/ή αναστολή της αγωγής (βλ. Νίκος Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1988)1 Α.Α.Δ. 1338). Σχετική λοιπόν με τα ζητήματα τα οποία εξετάζονται και αιτείται ο εναγόμενος - αιτητής είναι η Δ.27, Θ.3 η οποία προνοεί για τη διαγραφή δικογράφου για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα. Προνοεί ως ακολούθως: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Στο Halsbury's Laws of Engalnd, 4th edition, vol.37, para.430 αναφέρονται γενικά οι εξουσίες του Δικαστηρίου να διατάσσει τον παραμερισμό δικογράφων ή να απορρίπτει αγωγές. Στην παράγραφο 431 του πιο πάνω συγγράμματος αναφέρεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τις πιο πάνω εξουσίες του για συγκεκριμένους λόγους. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι: "These powers may be exercised on the ground:
(1)that the pleading or indorsement discloses no reasonable cause of action or defence, as the case may be;
(2)that it is scandalous, frivolous or vexation;
(3)that it may prejudice, embarrass or delay the fair trial of the action; or
(4)that it is otherwise an abuse of the process of the court. Σύμφωνα με την νομολογία η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη και άλλων
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1852) και Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Eθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1316). Aναφορικά με τον τρόπο άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση τέτοιου είδους αιτήματος, στην Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246 λέχθηκε ότι αίτηση για διαγραφή αίτησης για εκκαθάριση σαν μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, επιπόλαια και ενοχλητική (frivolous and vexation) και σαν αποτελούσα κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process) δυνάμει των προνοιών της Δ.27, Θ.3, κρίνεται αποκλειστικά με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου της, ανεξάρτητα από την μαρτυρία η οποία την υποστηρίζει. Επίσης, στο Halsbury's Laws of England, 4th edition, vol. 37, para 436 αναφέρεται ότι «..if the application is based only on the ground that the pleading or indorsement does not disclose a reasonable cause of action no evidence is admissible» (βλ. επίσης 1. Νoskov xxx κ.α. v. xxx Gavrilenko, Πολ. Έφεση Αρ. Ε101/2017, Ημερ. 14/10/2021 και ARTESA TRADING CO LIMITED κ.α. v. CREDIT BANK OF MOSCOW, Πολ. Έφεση Αρ. 147/2012, Ημερ. 3/4/2018). Η εξουσία διαγραφής δικογράφου ή απόρριψης μιας αγωγής για τους πιο πάνω λόγους ασκείται με φειδώ και διατάσσεται μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις. Στην Re Pelmako Development Ltd (ανωτέρω) λέχθηκαν τα κάτωθι: «Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο εφ' όσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφεύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.» Ξεκάθαρες περιπτώσεις διαγραφής αγωγής, μπορούν να αποτελέσουν απαιτήσεις όπου το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να διατάξει την αιτούμενη θεραπεία ή όπου αποτελούν δεδικασμένο. Στο Annual Practice
(1958), σελ. 575 αναφέρονται τα κάτωθι: «So if in an action of contract it appears clearly that there is no contract between the plaintiffs and the defendant ....; or no contract valid in law...; or if the matter be already res judicata ...; or if the action be brought solely to obtain relief which the court has no power to grant ...; or if relief be asked on a ground which is no ground for such relief .., the Statement of Claim will be struck out, and the action dismissed.» Πέραν των πιο πάνω διαδικαστικών κανονισμών που αναφέρθηκαν, υπάρχει και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να διαγράφει δικόγραφα ή να απορρίπτει αγωγές όταν αυτές αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας. Μια διαδικασία είναι καταχρηστική όταν χρησιμοποιείται για αλλότριους σκοπούς και μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές (βλ. Halsbury's Laws of England, 4th edition, vol. 37 para. 434 και Tζεννάρο Περέλλα v. Διευθυντή των Φυλακών, Πολ. Έφεση Αρ. 9173, 16/03/1995). Εκείνο το οποίο παρατηρείται στην παρούσα αίτηση είναι ότι ενώ οι αιτούμενες θεραπείες θα μπορούσαν να αποδοθούν στη βάση της πιο πάνω Διαταγής 27, Θεσμός 3, η εν λόγω διάταξη δεν βρίσκεται στη νομική βάση της αίτησης, ως θα έπρεπε (βλ. Δ.48, Θ.2 και Σταύρος Χριστοφόρου v. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοϊζος Ιορδάνους Λιμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 743). Η πλευρά του εναγόμενου με τους λόγους ένστασης της δεν εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα παρατυπίας της αίτησης, ούτε υπάρχει συγκεκριμένος λόγος ένστασης. Ο μόνος λόγος ένστασης που υπάρχει είναι ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και όλοι οι υπόλοιποι αφορούν στην ουσία του αιτήματος. Στην αγόρευση της η συνήγορος του εναγόμενου όμως εγείρει ζήτημα παρατυπίας της παρούσας αίτησης λόγω απουσίας από τη νομική βάση της πιο πάνω διάταξης. Είναι γνωστές οι αρχές της νομολογίας αναφορικά με τον τρόπο αντιμετώπισης παρέκκλισης από τους Θεσμούς. Οποιαδήποτε παρέκκλιση από αυτούς συνιστά παρατυπία, σύμφωνα με τη Διαταγή 64 η οποία όμως υπό κατάλληλες περιπτώσεις μπορεί να θεραπευθεί από το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια (βλ. ΕΤΑΙRIA DASAKI ENTERTAINMENT CO LTD v. ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΧΡΥΣΕΛΕΟΥΣΗΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ,
(2009)1Α Α.Α.Δ. 356). Υπάρχει πλούσια νομολογία επί του ζητήματος αυτού και τον τρόπο που θα πρέπει να αντιμετωπίζονται τέτοιου είδους παρατυπίες. Η Διάταξη 64 όμως, δεν καταργεί τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, απλώς παρέχει ένα ένδικο μέσο για να θεραπεύονται τυχόν παρεκκλίσεις από τους Θεσμούς. Όπως έχει λεχθεί και στην Aννα Πετρίχου v. Xατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81 «Η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει τις παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον είναι θεραπεύσιμες.» Στην απουσία όμως οποιασδήποτε αίτησης από πλευράς αιτητή να θεραπεύσει μια παρατυπία, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει από μόνο του να το πράττει καθότι οι Θεσμοί θα πρέπει να τηρούνται. Στην Aνδρέας Γεωργιάδης & Υιός Λτδ v. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. 177/2011 έχει λεχθεί ότι ο λόγος στην Aννα Πετρίχου v. Xατζηιωσήφ (ανωτέρω) δεν υποστηρίζει άκαμπτο κανόνα και δεν περιορίζει τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να θεραπεύσει μια παράτυπη διαδικασία. Παραθέτω το κάτωθι απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Όπως το ζήτημα αναλύεται στη Φαλέκκος v. Χριστοφίδης
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 2534, με παραπομπή στην Αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 WLR 513: «Στην πιο πάνω υπόθεση το Εφετείο έκρινε ότι «το πρωτόδικο δικαστήριο έπρεπε να θεραπεύσει την παρατυπία με το να εκδώσει διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία» (βλ. σελ. 381 της απόφασης). Τα όσα αναφέρθηκαν μετέπειτα στις υποθέσεις M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή, ανωτέρω και Αρέστη v. Ερμογένους, ανωτέρω, ότι η Δ.64 δεν «παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις», ουδόλως επηρεάζουν το δικαστικό λόγο της Wunderlich κ.α. v. Παναγιώτου. Τα όσα αναφέρθηκαν στις πιο πάνω υποθέσεις που επικαλέστηκε ο συνήγορος του Εφεσείοντος, έγιναν με αναφορά στην Πέτριχου v. X΄΄Ιωσήφ, ανωτέρω. Όμως εκείνο που τονίστηκε στην Πέτριχου, ήταν ότι η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, τους οποίους δεν έχει σκοπό να καταργήσει. Τονίστηκε ότι η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες. Όμως το Δικαστήριο με κανένα τρόπο δεν περιόρισε τη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, όταν με κάποιο τρόπο εγείρεται ενώπιον του θέμα μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς, να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.64, θ.1
(3)και είτε να παραμερίσει το μη θεραπεύσιμο εναρκτήριο μέσο, είτε να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, όπως κρίνει δίκαιο και πρέπον αναφορικά με τη διαδικασία.» Ο τρόπος που ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε τέτοιες περιπτώσεις και οι παράμετροι που λαμβάνονται υπόψη έχουν αναλυθεί στην Wunderlich κ.α v. Ευθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366. Έχει λεχθεί ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η συμπεριφορά του εναγόμενου στην παρατυπία και κατά πόσο έχει παραιτηθεί του δικαιώματος του επί της παρατυπίας. Επίσης, κατά πόσο θα υπάρξει οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός στον εναγόμενο από αυτή την παρατυπία, που αποτελεί ένα από τους κυριότερους λόγους που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Προεξάρχον δηλαδή κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της άρσης της παρατυπίας είναι να μην οδηγεί σε πασιφανή αδικία την άλλη πλευρά (βλ. Φαλέκκος v. Χριστοφίδης
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 2534, Ans Secretaries Ltd v. Orianda Management FZ LLC κ.α.
(2014)2(Β) Α.Α.Δ. 1348 και C.M.A. HOLDINGS LTD v. MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., ECLI:CY:AD:2018:A559, Πολ. Έφεση Αρ. 265/2014, Ημερ. 21/12/
- Στην παρούσα περίπτωση, όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω ο ενάγοντας δεν προβάλλει το ζήτημα της παρατυπίας με την ένσταση του, παρά μόνο με την αγόρευση της συνηγόρου. Ούτε προέβηκε σε οποιοδήποτε διάβημα παραμερισμού της παρούσας αίτησης λόγω παρατυπίας. Από την άλλη, ο αιτητής, ως είχε καθήκον, δεν προέβηκε σε οποιοδήποτε διάβημα για να θεραπεύσει την εν λόγω παρατυπία. Πέραν των πιο πάνω όμως και που είναι το πιο σημαντικό, δεν προκύπτει ότι ο ενάγοντας επηρεάστηκε καθοιονδήποτε τρόπο από την μη συμπερίληψη της σχετικής διάταξης επί της νομικής βάσης εφόσον προχώρησε με την καταχώρηση ένστασης, λαμβάνοντας μέρος στη διαδικασία και εκθέτοντας τα γεγονότα και τους λόγους που το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ικανοποιήσει τις αιτούμενες θεραπείες. Η αίτηση των αιτητών επίσης ήταν σαφής ως προς τις επιδιωκόμενες θεραπείες όσο και το πραγματικό τους βάθρο (βλ.
- Κoza Michael David κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A415, Πολ. Έφεση Αρ. 208/2012, Ημερ. 24/11/2017). Διευκρινίζεται επίσης ότι η αίτηση βασίζεται και στη Δ.
- Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα δεδομένα της παρούσας αίτησης, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις θα μπορούσα να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια και να θεραπεύσω την εν λόγω παρατυπία έτσι ώστε να θεωρείτο ότι συμπεριλαμβάνεται στην αίτηση και η εν λόγω Διάταξη και εκδίδεται ανάλογη διαταγή έτσι ώστε να θεωρείται ότι στη νομική βάση της αίτησης περιλαμβάνεται και η Δ.27, Θ.
- Στρεφόμενος τώρα στην ουσία της αίτησης και στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, εκείνο το οποίο παρατηρείται και αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων είναι ότι ο ενάγοντας ως ιδιοκτήτης συγκεκριμένου ακινήτου του οποίου επιθυμούσε την ανάπτυξη του δια της ανέγερσης κατοικίας, συμφώνησε με τον εναγόμενο, ο οποίος είναι αρχιτέκτονας όπως εκπονήσει αρχιτεκτονική και στατική μελέτη και αναλάβει την επίβλεψη της κατασκευής της εν λόγω κατοικίας του ενάγοντα. Υπογράφηκε μεταξύ των μερών, σύμφωνα με τον εναγόμενο, «ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΕΝΤΟΛΕΑ ΣΕ ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΟΥΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΥΣ ΓΙΑ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ» (βλ. τεκμήριο 6 επί της αίτησης), στο οποίο περιεχόταν ρήτρα διαιτησίας, στην περίπτωση που ανέκυπτε οποιαδήποτε διαφορά ή αμφισβήτηση σε σχέση με την αμοιβή του εναγόμενου. Όπως περαιτέρω προκύπτει, προέκυψε διαφορά μεταξύ των μερών, η οποία παραπέμφθηκε σε διαιτησία και στις 21/03/2018 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση (βλ. τεκμήριο 2). Ο ενάγοντας δεν αποδέχτηκε την εν λόγω απόφαση του διαιτητή και στις 21/12/18 καταχώρησε στο Δικαστήριο την Γενική Αίτηση Αρ. 340/2018 με την οποία ζητά την ακύρωση της (βλ. τεκμήριο 9 επί της αίτησης). Αποτελεί θέση του εναγόμενου ότι όλες οι διαφορές των διαδίκων εξετάστηκαν και αποφασίστηκαν στην διαιτητική διαδικασία, στην οποία έλαβε μέρος ο εναγόμενος και ακόμα ότι, αν υπάρχουν άλλες αξιώσεις με την παρούσα αγωγή, θα έπρεπε και θα μπορούσε ο ενάγοντας να τις εγείρει στην εν λόγω διαιτητική διαδικασία. Εκείνο το οποίο επιδιώκει ο εναγόμενος, ισχυρίζεται η πλευρά του εναγόμενου, είναι να επαναφέρει τα ίδια ζητήματα με την παρούσα αγωγή. Από την άλλη, η πλευρά του ενάγοντα ισχυρίζεται ότι όλα τα πιο πάνω που αναφέρει ο ενάγοντας, δεν ευσταθούν καθότι η απόφαση της διαιτησίας δεν ήταν δεσμευτική και εκδόθηκε παράτυπα, επεξηγώντας τη θέση αυτή. Εκκρεμεί αναφέρει η Γεν. Αίτηση Αρ. 340/2018 η οποία έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας, γι αυτό και προέκυψε η ανάγκη καταχώρησης της παρούσας αγωγής. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί και να αποφασιστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας είναι η εμβέλεια της διαιτητικής διαδικασίας στην οποία είχαν συμφωνήσει οι διάδικοι και η οποία έλαβε χώρα. Τούτο θα πρέπει να εξεταστεί με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία και δη τη συμφωνία των μερών και την συγκεκριμένη ρήτρα διαιτησίας που περιείχε. Επίσης, θα πρέπει να εξεταστούν τα ζητήματα τα οποία παραπέμφθηκαν στη διαιτησία και αυτά που εγέρθηκαν και εξετάστηκαν από τον διαιτητή, ως προκύπτει από τη διαιτητική διαδικασία και απόφαση, η οποία επισυνάπτεται στην αίτηση. Αν τα ζητήματα τα οποία εγείρονται με την παρούσα αγωγή, αποφασίστηκαν στην διαιτητική διαδικασία ή θα μπορούσαν ευλόγως να αποφασιστούν, τότε δύναται να τίθεται ζήτημα δεδικασμένου και κατάχρησης διαδικασίας. Ο σκοπός της διαιτητικής διαδικασίας είναι να παραπέμπονται και να αποφασίζονται δικαστικά και δεσμευτικά οι διαφορές των μερών. Στο Halsbury's Laws of England, Fourth Edition Reissue, Vol. 2, para. 601 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Αrbitration is the process by which a dispute or difference between two or more parties as to their mutual legal rights and liabilities is referred to and determined judicially and with binding effect by the application of law by one or more persons (the arbitral tribunal) instead of by court of law. The decision of the arbitral tribunal is usually called an award. The reference to arbitration may arise from the agreement of the parties (private arbitration) or from statute:» Στην παράγραφο 607 του ιδίου πιο πάνω συγγράμματος γίνεται αναφορά στο δεσμευτικό της διαιτητικής απόφασης και στις συνέπειες αυτής. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ιt is of the nature of arbitration that the decision of the arbitral tribunal shall be legally binding and enforceable as between the parties. In accordance with this principle, the award of the tribunal is legally enforceable and gives rise to defences of res judicata in subsequent proceedings.» Πιο κάτω στο ίδιο πιο πάνω αναφερόμενο σύγγραμμα, στην παράγραφο 684, επεξηγείται το αποτέλεσμα της διαιτητικής απόφασης (award). Αναφέρεται ειδικότερα: «...Αs a general rule, the effect of an award as between the parties to an arbitration agreement is to preclude either party from bringing fresh proceedings in respect of the cause of action which has been determined by the award or in respect of an issue which was necessarily determined by the award. Furthermore, once the award has been made, a party will not be allowed to raise in fresh proceedings an issue which should with reasonable diligence have been raised in the original proceedings. The award gives rise to an estoppel analogous to that created by the judgment in an action in personam.» Στην υποσημείωση 10, αναφέρονται τα εξής: «The court may either exercise its inherent jurisdiction to strike out such claim as an abuse of process or restrain the claimant from referring the matter to arbitration. But where a cause of action falls outside the terms of an arbitration agreement, a party may not be precluded from raising it in subsequent proceedings:» Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση του εναγόμενου και τα τεκμήρια 6, 7 και 8 καθώς επίσης και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, προκύπτει ότι ο εναγόμενος παρέπεμψε τη διαφορά που είχε προκύψει σε σχέση με την αμοιβή του σε διαιτησία μέσω του ΕΤΕΚ, βασιζόμενος στον όρο (Δ) της ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΕΝΤΟΛΕΑ ΣΕ ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΟΥΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΥΣ ΓΙΑ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, το οποίο υπογράφηκε με τον ενάγοντα. Ο εν λόγο όρος έχει ως ακολούθως: «(Δ) Διαιτησία
(3)Σε περίπτωση που θα αναφυεί οποιαδήποτε διαφορά ή αμφισβήτηση μεταξύ μου και του Μηχανικού, σε οποιοδήποτε στάδιο, σε σχέση με την αμοιβή του Μηχανικού, συμφωνώ όπως η διαφορά ή αμφισβήτηση παραπέμπεται για επίλυση σε διαδικασία Διαιτησίας ενώπιον Επιτροπής (μονομελούς ή τριμελούς) που θα οριστεί από τη Διοικούσα Επιτροπή του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου. Η διαδικασία Διαιτησίας θα διεξάγεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 και η απόφαση του Διαιτητή ή των Διαιτητών θα είναι τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη.» Ο εναγόμενος με επιστολή των τότε δικηγόρων του προς το ΕΤΕΚ (βλ. τεκμήριο 7 επί της ένορκης δήλωσης της αίτησης), διαφώνησε με την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, καθότι ισχυρίστηκε ότι το τεκμήριο 6 είναι άκυρο διότι υπογράφηκε από αυτόν με εξαναγκασμό και ότι δεν του εξηγήθηκε από τον εναγόμενο καθώς επίσης ότι υπογράφηκε κάτω από ψευδείς παραστάσεις. Συνεχίζοντας οι δικηγόρου του, ανάφεραν ότι ο ενάγοντας θα ήταν διατεθειμένος να παραπεμφθεί το θέμα σε διαιτησία νοουμένου ότι η απόφαση του διαιτητή δεν θα ήταν δεσμευτική και ότι θα παραπεμφθεί οικειοθελώς και όχι δυνάμει του όρου Δ του τεκμηρίου
- Ακολούθησε επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 26/09/2011, ο οποίος να σημειωθεί ήταν διαφορετικός από τον προηγούμενο, προς το δικηγόρο του εναγόμενου (βλ. τεκμήριο 8) με την οποία αρνήθηκε ότι υπάρχει οποιαδήποτε οφειλή προς τον εναγόμενο και ότι ο τελευταίος ενήργησε πλημμελώς με αποτέλεσμα ο ενάγοντας να υποστεί έξοδα και ζημιές, για τα οποία επιφυλάσσει τα δικαιώματα του. Τελικά, η διαφορά του εναγόμενου παραπέμφθηκε σε διαιτησία από το ΕΤΕΚ με το διορισμό του κ. XXXXX Ζωγράφου ως διαιτητή στις 28/11/2011 (βλ. τεκμήριο 2) στην οποία ο ενάγοντας έλαβε μέρος εκπροσωπούμενος από δικηγόρο. Καταχωρήθηκαν επίσης δικόγραφα. Ο ενάγοντας καταχώρησε Έκθεση Απαίτησης με την οποία αξίωνε το υπόλοιπο της αμοιβής του (βλ. τεκμήριο 3) και ο εναγόμενος Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης (βλ. τεκμήριο 4). Σε αυτήν ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι οι προσφερθείσες υπηρεσίες του εναγόμενου σε πολλές περιπτώσεις ήταν πλημμελείς και εξαιτίας τούτου, εκτός του ότι το έργο καθυστέρησε να συμπληρωθεί, ο ενάγοντας υποχρεώθηκε σε πρόσθετα έξοδα και ζημιά τα οποία θα αξιώσει ανταπαιτητικώς. Ισχυρίστηκε επίσης ότι προέβηκε σε υπερπληρωμή του εναγόμενου και αμφισβήτησε την βάση υπολογισμού της αμοιβής του εναγόμενου και το κόστος συμπλήρωσης της κατοικίας του. Περαιτέρω, λόγω της αμέλειας του εναγόμενου και της εκπόνησης λανθασμένων σχεδίων με βάση το εμβαδό του τεμαχίου του, αναγκάστηκε να αγοράσει συντελεστή. Στην ανταπαίτηση του, ο ενάγοντας αξίωσε το ποσό των €7365 ως ποσό το οποίο υπερπλήρωσε τον εναγόμενο, το ποσό των €11960 που αφορά το κόστος αγοράς του συντελεστή και το ποσό των €58,000 ως αποζημιώσεις λόγω καθυστέρησης του έργου εξ' υπαιτιότητας του εναγόμενου. Ο διαιτητής με απόφαση του ημερομηνίας 21/03/2018, η οποία παραλήφθηκε από τον ενάγοντα στις 04/12/2018, όπως ο ίδιος αναφέρει (βλ. τεκμήριο 2) δικαίωσε τον εναγόμενο επιδικάζοντας του το ποσό των €44.340,
- Όσον αφορά την ανταπαίτηση του ενάγοντα αυτή απορρίφθηκε. Συγκεκριμένα, ήταν η κατάληξη του διαιτητή ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε υπερπληρωμή και ότι η απαίτηση του ενάγοντα για το κόστος αγοράς του συντελεστή δεν ευσταθεί. Σε σχέση με την απαίτηση του για αποζημιώσεις λόγω της καθυστέρησης του έργου εξ' υπαιτιότητα του εναγόμενου, αποφάσισε ότι διαφαίνεται ότι κατά την κατασκευή του έργου υπήρξαν αλλαγές που μαζί με την διαδικασία αγοράς και μεταφοράς συντελεστού και καθυστερήσεις που προήλθαν από τους προμηθευτές υλικών που ενεργούσαν εκ μέρους του Εργοδότη, προκλήθηκε καθυστέρηση στο όλο Έργο με αποτέλεσμα να επιμηκυνθεί ο χρόνος επίβλεψης του έργου από τον εναγόμενο. Είναι σαφές από τεκμήριο 6 ότι η συμφωνία για παραπομπή σε διαιτησία αφορούσε διαφορά σε σχέση με την αμοιβή του εναγόμενου και όχι επί οιασδήποτε διαφοράς ανέκυπτε από τη συμφωνία των διαδίκων. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ή συμφωνία για παραπομπή στη διαιτησία όλων των διαφορών των μερών που ενδέχετο να προκύψουν. Είναι προφανές όμως ότι με τη δικογραφία των μερών και στη συνέχεια με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και την απόφαση του διαιτητή, αποφασίστηκαν και τα ζητήματα τα οποία ο ενάγοντας ήγειρε με την ανταπαίτηση του. Εκείνο το οποίο ενδιαφέρει στην παρούσα, όπως θα διαφανεί κατωτέρω από τις αξιούμενες θεραπείες της Έκθεσης Απαίτηση στην αγωγή, είναι ότι στα πλαίσια της διαιτησίας αποφασίστηκαν και κρίθηκαν και το ζήτημα της αξίωσης του ενάγοντα για αγορά συντελεστή και η απαίτηση του για αποζημιώσεις σε σχέση με την καθυστέρηση του έργου, λόγω πλημμελής εκτέλεσης των καθηκόντων του εναγόμενου. Απορρίφθηκε επίσης η θέση του για υπερπληρωμή του εναγόμενου. Το γεγονός ότι τα πιο πάνω ζητήματα κατέστησαν επίδικα στη διαιτησία, προκύπτει και από τους λόγους έφεσης εναντίον της διαιτητικής απόφασης και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει εκείνη την αίτηση, με την οποία ο ενάγοντας αναφέρει ότι ο διαιτητής χειρίστηκε κακώς την υπόθεση απορρίπτοντας την ανταπαίτηση του για το κόστος που επιβαρύνθηκε για την αγορά συντελεστή καθότι δεν αιτιολογεί την απόφαση του και ότι ο διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά απορρίπτοντας την ανταπαίτηση του για αποζημιώσεις λόγω καθυστέρησης της αποπεράτωσης του έργου για τους λόγους που αναφέρει. Δεν είναι επί του παρόντος και για το Δικαστήριο τούτο να κρίνει την ορθότητα της πιο πάνω κατάληξης του διαιτητή ή οποιαδήποτε άλλα ζητήματα σε σχέση με την εξουσία που του ανατέθηκε στα πλαίσια της διαιτησίας που διεξάχθηκε και/ή αν κακώς αποφάσισε τις πιο πάνω απαιτήσεις του ενάγοντα ή αν κακώς τις απέρριψε. Η ουσία είναι ότι τα ζητήματα ήταν επίδικα στη διαιτησία και αποφασίστηκαν από τον διαιτητή. Εξετάζοντας το δικόγραφο του ενάγοντα και συγκεκριμένα την Έκθεση Απαίτησης η οποία αποτελεί από 43 σελίδες, ο ενάγοντας επαναφέρει τα πιο πάνω ζητήματα τα οποία αποφασίστηκαν στην διαιτησία και αξιώνει το ποσό των €161.719 ως αποζημιώσεις για την καθυστέρηση στην παράδοση της κατοικίας και το ποσό των €18.800 ως ενοίκια που πλήρωσε για επαγγελματική στέγη κατά την περίοδο καθυστέρησης παράδοσης της κατοικίας. Αναφέρεται επίσης στην Έκθεση Απαίτησης στο ζήτημα της αμοιβής του εναγόμενου και ισχυρίζεται ότι προέβηκε σε υπερπληρωμή επεξηγώντας τη θέση του και επαναφέροντας το ως επίδικο ζήτημα. Κρίνω ότι εμποδίζεται να το πράττει και σύμφωνα με τα πιο πάνω αναφερόμενα, αποτελεί και κατάχρηση της διαδικασίας στο στάδιο αυτό. Υπάρχει η απόφαση του διαιτητή η οποία δεν ακυρώθηκε ή τροποποιήθηκε καθοιονδήποτε τρόπο και είναι δεσμευτική στο παρόν στάδιο για τα μέρη. Η πλευρά του ενάγοντα εισηγείται ότι η εν λόγω απόφαση είναι παράτυπη και αντικανονική και δεν είναι δεσμευτική. Τούτα όμως και τα όσα ισχυρίζεται για την διαιτητική απόφαση, είναι ζητήματα τα οποία θα κριθούν στην Γεν. Αίτ. Αρ. 340/2018, την οποία ο ενάγοντας καταχώρησε στο Δικαστήριο και η οποία ακόμη εκκρεμεί. Σύμφωνα με το Άρθρο 20 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, το Δικαστήριο έχει εξουσία να ακυρώσει την εν λόγω διαιτητική απόφαση εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του εν λόγω Νόμου. Η απόφαση σε εκείνη την αίτηση θα ξεκαθαρίσει κατά την κρίση μου και το δικαίωμα ή μη του ενάγοντα να προωθεί με την παρούσα αγωγή τις πιο πάνω θεραπείες. Στο στάδιο αυτό όμως οι εν λόγω θεραπείες δεν μπορεί να προωθούνται. Όσον αφορά τις υπόλοιπες αξιούμενες θεραπείες της αγωγής, κρίνω ότι δεν ευσταθεί η θέση της πλευράς του εναγόμενου ότι και αυτές θα μπορούσαν να εγερθούν ενώπιον του διαιτητή και να αποφασιστούν. Η θέση αυτή εδράζεται στη ρήτρα διαιτησίας που υπήρχε μεταξύ των μερών. Η εν λόγω ρήτρα όμως, η οποία έχει αναφερθεί αυτούσια ανωτέρω, και με όλα τα στοιχεία τα οποία έχω ενώπιον μου, δεν προκύπτει να έδινε εξουσία στον διαιτητή να αποφασίσει τις εν λόγω θεραπείες και/ή ζητήματα. Οι θεραπείες αυτές που αξιώνονται με την παρούσα αγωγή αφορούν αποζημιώσεις για να επανέλθει η κατοικία σε λειτουργική κατάσταση λόγω των ισχυριζόμενων κακοτεχνιών, αποζημιώσεις για έξοδα που ο ενάγοντας κατέβαλε σε εμπειρογνώμονες για τις μελέτες που έγιναν κτλ, αποζημιώσεις για υπερχρεώσεις χωρίς την συγκατάθεση του εναγόμενου για την τοποθέτηση των ψευδοτάβανων, αποζημιώσεις για τις εργασίες που δεν εκτελέστηκαν και δεν αφαιρέθηκαν από το τελικό διατακτικό, αποζημιώσεις για απώλεια εισοδήματος από την ενοικίαση της κατοικίας που δεν τελεσφόρησε λόγω της κατάστασης της κατοικίας και γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Όλες οι πιο πάνω θεραπείες εδράζονται στην παράβαση σύμβασης και στην αμέλεια και /ή στην παράβαση των επαγγελματικών καθηκόντων του εναγόμενου. Οι διαφορές αυτές δεν προκύπτει να καλύπτονταν από την ρήτρα διαιτησίας, με τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και κατά συνέπεια δεν θα μπορούσαν, στη βάση της ρήτρας αυτής και μόνο, να τεθούν ενώπιον του διαιτητή για να αποφασιστούν. Κατά συνέπεια η ύπαρξη της διαιτητικής απόφασης, στην οποία ουδέποτε τέθηκαν τα πιο πάνω ζητήματα και ουδέποτε τα μέρη προκύπτει να συμφώνησαν να αναθέσουν εξουσία στον διαιτητή να τα εξετάσει, δεν αποτελεί εμπόδιο στον ενάγοντα να τα εγείρει με την παρούσα αγωγή. Δεν τίθεται ούτε ζήτημα δεδικασμένου ούτε ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας γι αυτά τα ζητήματα και αξιώσεις. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και το γεγονός ότι κάποιες εκ των αξιούμενων θεραπειών δεν μπορούν στο στάδιο αυτό να προχωρήσουν, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, κρίνω ότι θα ήταν πρόσφορο και προς όφελος και των δύο πλευρών η παρούσα αγωγή να ανασταλεί μέχρι να εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου στην Γεν. Αίτ. Αρ. 340/2018 η οποία θα βοηθήσει στο να ξεκαθαρίσει η περαιτέρω προώθηση τους ή όχι. Επίσης, κρίνω ότι δεν ενδείκνυται να κατακερματίζεται η αγωγή με την προώθηση κάποιον των θεραπειών και κάποιων όχι τη στιγμή που εκκρεμεί η αίτηση για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης. Τούτο όμως, στην περίπτωση που κριθεί ότι δεν ευσταθούν οι υπόλοιπες αναφορές του εναγόμενου και λόγοι για απόρριψη της παρούσας αγωγής, τους οποίους θα εξετάσω κατωτέρω. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι αξιώσεις του ενάγοντα έχουν παραγραφεί. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι η αξίωση του ενάγοντα βασίζεται σε κατ' ισχυρισμό παράβαση συμφωνίας, αμέλεια, επαγγελματική αμέλεια, παράβαση καθήκοντος και εξαπάτηση. Οι διαφορές μεταξύ ενάγοντος και εναγόμενου προέκυψαν τον Σεπτέμβριο του 2009 και η διαιτητική διαδικασία ξεκίνησε περί το Νοέμβριο του
- Από το Σεπτέμβριο του 2009 έχουν παρέλθει 11 χρόνια. Η συνήγορος του εναγόμενου στην αγόρευση της παραπέμπει στις πρόνοιες του Περί Παραγραφής Νόμου Ν.66(Ι)/2012και αναφέρει ότι εφόσον τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα έλαβα χώρα πριν την 01/07/2012, εφαρμόζεται το Άρθρο 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 για να καταλήξει ότι τα τρία χρόνια συμπληρώθηκαν την 1/1/2019 ενώ η αγωγή καταχωρήθηκε στις 24/07/2020, ήτοι μετά από 1 χρόνο και 7 μήνες. Από την αντίπερα όχθη, η πλευρά του ενάγοντα ισχυρίζεται ότι η βάση αγωγής του αφορά παράβαση σύμβασης και στην έκθεση απαίτησης του γίνεται αναφορά σε ενέργειες και παραλείψεις του εναγόμενου. Παραπέμποντας στις πρόνοιες του Νόμου 66(Ι)/2012 αποτελεί θέση της συνηγόρου του ενάγοντα ότι η ανάγκη καταχώρησης της παρούσας αγωγής έχει προκύψει στις 04/12/2008 που αυτός παρέλαβε την απόφαση του διαιτητή. Αναφέρει επίσης ότι η βάση αγωγής του δεν συμπληρώθηκε όταν προέκυψαν οι διαφορές των διαδίκων, ούτε όταν ξεκίνησε η διαιτητική διαδικασία. Είμαι της άποψης ότι το αίτημα του εναγόμενου στην πιο πάνω βάση είναι πρόωρο αλλά και αντιφατικό συνάμα. Και εξηγώ: Σύμφωνα με το Άρθρο 20 του Περί Παραγραφής Νόμου, Ν. 66
(1)/2012, το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπάγγελτα υπόψη την παραγραφή του δικαιώματος έγερσης αγωγής. Το δε Άρθρο 21 του ιδίου Νόμου αναφέρει τα εξής: «Στα πλαίσια διαδικασίας αγωγής την παραγραφή μπορεί να προτείνει με δικογράφηση οποιοσδήποτε διάδικος έχει έννομο συμφέρον.» Για να υπάρχει δικογράφηση θα πρέπει να υπάρχει δικόγραφο. Τα δικόγραφα σε μια διαδικασία αγωγής καθορίζονται από τη Διαταγή 19, Θ. 2 και αυτά αποτελούνται από την έκθεση απαίτησης, την υπεράσπιση ή ανταπαίτηση και την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Στην βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι ο εναγόμενος με την έκθεση υπεράσπισης του ή και ανταπαίτησης του ενδεχομένως, θα μπορεί να εγείρει το ζήτημα της παραγραφής και αυτό να αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατά το κατάλληλο στάδιο. Παραπέμπω στην 1. Ρεας Ανδρονίκου κ.α. v. Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Εξαρτώμενους τους, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολ. Έφεση Αρ. 168/2010, Ημερ. 24/02/2016, όπου αποφασίστηκε, κατά πλειοψηφία, ο χρόνος στον οποίο εξετάζονται αμιγώς νομικά ζητήματα από το Δικαστήριο δυνάμει της Δ.27 και ότι αυτός είναι κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα και ότι κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (τώρα κλήση για οδηγίες). Δεδομένων των πιο πάνω και της νομοθετικής ρύθμισης σε σχέση με τον τρόπο που πρέπει να εγείρεται το ζήτημα της παραγραφής, κρίνω ότι είναι πρόωρο αυτό να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και πριν την καταχώρηση εμφάνισης και σχετικού δικογράφου από τον εναγόμενο. Πέραν τούτου, θα πρέπει να λεχθεί ότι η εμβέλεια της Δ.27, Θ. 3 κατά το στάδιο αυτό, συνίσταται στο ότι δεν στοιχειοθετείται εκ προοϊμίου αγώγιμο δικαίωμα και αυτό συνιστά νομικό ζήτημα το οποίο διαπιστώνεται από τη δικογραφία και συγκεκριμένα στην παρούσα από την έκθεση απαίτησης και το κλητήριο ένταλμα (Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Terzian κ.α.
(2014)1 (Α) Α.Α.Δ. 558). Ο εναγόμενος δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο όμως, δηλαδή ότι η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα. Αντιθέτως, ο ίδιος επικαλείται την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα, το οποίο όμως έχει εξεταστεί και/ή θα μπορούσε να είχε εξεταστεί στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας ως ανωτέρω αναφέρθηκε. Η θέση του τούτη όμως, φαίνεται να παρουσιάζει αδυναμία και επί της ουσίας, την οποία όπως έχω αναφέρει και ανωτέρω δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να εξετάσω. Επιγραμματικά να αναφέρω ότι σύμφωνα με το Άρθρο 17(δ) του Νόμου 66(Ι)/2012 στην περίπτωση διαιτητικής διαδικασίας ο χρόνος παραγραφής διακόπτεται. Επίσης, στην περίπτωση που το Δικαστήριο διατάσσει όπως το διαιτητικό πόρισμα ακυρωθεί, δύναται να διατάξει όπως η περίοδος μεταξύ της έναρξης της διαιτησίας και της ημερομηνίας του διατάγματος του δικαστηρίου, εξαιρεθεί από τον υπολογισμό του χρόνου παραγραφής. Κατά συνέπεια αν η θέση του ότι όλα τα ζητήματα αποφασίστηκαν ή θα μπορούσαν να αποφασιστούν στην διαιτησία και ενόψει του ότι εκκρεμεί η αίτηση για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα δεδικασμένου στο παρόν στάδιο. Τέλος, ο εναγόμενος ζητά τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος καθότι σε αυτό δεν αναγράφεται η πλήρης διεύθυνση του ενάγοντα, κατά παράβαση της Διαταγής 2, Θεσμός 3. Στην παρούσα περίπτωση αναφέρει η εισήγηση, το μόνο που περιλαμβάνεται είναι η διεύθυνση ηλεκτρονικής επικοινωνίας του ενάγοντα, κάτι που δεν προβλέπεται στην πιο πάνω Διαταγή και Θεσμό. Έχω λάβει υπόψη μου την πιο πάνω εισήγηση και παρατηρώ ότι όντως ο ενάγοντας στο κλητήριο ένταλμα στο σημείο αναφοράς της διεύθυνσης του, αναφέρει μια ηλεκτρονική διεύθυνση (e-mail). Συμφωνώ με τη θέση του εναγόμενου ότι εκείνο το οποίο ο θεσμός απαιτεί είναι την πλήρη διεύθυνση του ενάγοντα (address ιn full) και ότι η αναφορά σε ηλεκτρονική διεύθυνση δεν μπορεί να καλύπτεται από τις πρόνοιες του εν λόγω θεσμού, παρά τις περί αντιθέτου θέσεις που εκφράζονται στην αγόρευση της συνηγόρου για τον ενάγοντα περί αναχρονιστικών θεσμών και ότι η ύπαρξη του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου καθιστά ευκολότερη και αποτελεσματικότερη την ταυτοποίηση και επικοινωνία με τον ενάγοντα. Ο Θεσμός αυτός βρίσκεται σε ισχύ και θα πρέπει να τηρείται. Κατά συνέπεια κρίνω ότι υφίσταται παρατυπία στο κλητήριο ένταλμα. Έχω αναφερθεί ανωτέρω στην Δ.64 και στον τρόπο που μπορεί το Δικαστήριο να θεραπεύσει μια τέτοια παρατυπία ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια. Παραπέμπω επίσης στην Χρυστάλλα Παναγιώτου (Σφικτού) v. Ορφέα Παναγιώτου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1100 όπου υπήρχε αίτηση για διαγραφή της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης διότι δεν υπογραφόταν από τον δικηγόρο του καθ' ού η αίτηση αλλά από άλλο δικηγόρο εκ μέρους του. Αναφέρθηκε ότι οι πρόνοιες της Δ.64 παρέχουν στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να καταπιάνεται με την ουσία του θέματος που εξετάζει αφού προηγουμένως προβεί σε διορθωτικές διαδικασίες μιας τυπικής παρατυπίας που παρουσιάζεται στα δικόγραφα της υπόθεσης κατά τον καλύτερο δυνατό πρακτικό τρόπο. (Ιδε N.P. Lanitis Ltd. v. Panayides
(1986)1 C.L.R. 490 και Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945). Αποφασίστηκε ότι ορθά το Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια και θεράπευσε την παρατυπία και λέχθηκε ότι η εφεσείουσα «δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία ότι το μέγεθος της παρατυπίας (υπογραφή από ένα δικηγόρο αντί άλλο) την επηρεάζει δυσμενώς, σε βαθμό που η εφαρμογή της Διαταγής 64 για τη θεραπεία του λάθους να αποβεί επιβλαβής στα συμφέροντα της. Αντίθετα η θεραπεία της παρατηρούμενης παρατυπίας θα οδηγούσε στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, αποφεύγοντας την πρόκληση αδικίας σε ένα διάδικο λόγω αλύγιστης προσήλωσης του αντιδίκου του στους διαδικαστικούς θεσμούς.» Στην παρούσα περίπτωση έλαβα υπόψη μου τη φύση και το μέγεθος της παρατυπίας που παρατηρείται. Όπως έχει λεχθεί στην C. Ataliotis Niche Advertising Ltd v. Αντώνης Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2016:A175, Πολ. Έφεση Αρ. 365/2014, Ημερ. 28/03/2016 με παραπομπή στην Santa Importers - Distributors v. Aνδρέα Μαρουλλή
(2003)1 Α.Α.Δ. 1446 «Ο προσδιορισμός του ενάγοντος όπως και του εναγόμενου, καθώς και η πλήρης διεύθυνση τους προβλέπονται από τη Δ.2, θ.3 των Θεσμών ως συστατικά στοιχεία της οντότητας και της ταυτότητας τους». Κατά συνέπεια η υποχρέωση της αποκάλυψης, μεταξύ άλλων, της διεύθυνσης του ενάγοντα, σκοπό έχουν την ταυτοποίηση του και απόδειξη της ύπαρξης του. Στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα μη ύπαρξης του ενάγοντα ή οποιαδήποτε αμφισβήτηση της ταυτότητας του. Αντιθέτως είναι κοινό έδαφος ότι ήταν το πρόσωπο το οποίο ανάθεσε στον εναγόμενο την εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων και της επίβλεψης των εργασιών για την ανέγερση της κατοικίας του και προς τούτο υπέγραψαν και την σχετική εξουσιοδότηση. Κατά συνέπεια δεν προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός του εναγόμενου από την μη αναφορά της πλήρους διεύθυνσης και μόνο του ενάγοντα στο κλητήριο ένταλμα και την αναφορά της ηλεκτρονικής του διεύθυνσης. Δεδομένου τούτου, κρίνω ότι μπορώ και θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια για να θεραπεύσω την εν λόγω παρατυπία. Δεν κρίνω ότι η εν λόγω παρατυπία είναι ικανή να οδηγήσει στην απόρριψη του κλητηρίου εντάλματος, υπό τις περιστάσεις, κάτι το οποίο θα οδηγούσε σε πασιφανή αδικία για τον ενάγοντα. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, τίθεται το ζήτημα με ποιο τρόπο θα πρέπει να θεραπευθεί η εν λόγω παρατυπία. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου ότι ο ενάγοντας αντιμετωπίζει οποιαδήποτε δυσκολία στο να αναφέρει τη διεύθυνση του στο κλητήριο ένταλμα ή ότι δεν έχει μια τέτοια διεύθυνση. Κατά συνέπεια και με σκοπό να υπάρχει συμμόρφωση με τον πιο πάνω θεσμό, κρίνω ορθό όπως δώσω οδηγίες ο ενάγοντας να καταχωρήσει στο φάκελο της αγωγής και/ή να αναγράψει στο κλητήριο ένταλμα τη διεύθυνση του με σκοπό να θεραπευθεί η εν λόγω παρατυπία. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει στο βαθμό και έκταση που αναφέρθηκε ανωτέρω. Κατά συνέπεια εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο η παρούσα αγωγή αναστέλλεται μέχρι την έκδοση απόφασης στην Γεν. Αίτηση Αρ. 340/2018 και σε περίπτωση έφεσης μέχρι την έκδοση απόφασης στην εν λόγω έφεση. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ο ενάγοντας διατάσσεται όπως άρει την παρατυπία του κλητηρίου εντάλματος στο σημείο που θα πρέπει να αναγράφεται η διεύθυνση του δια της απαλείψεως της ηλεκτρονικής του διεύθυνσης και την προσθήκη της πλήρους διεύθυνσης του ή την καταχώρηση αυτής στο φάκελο του Δικαστηρίου εντός 30 ημερών από σήμερα. Όσον αφορά τα έξοδα, κρίνω ότι αυτά θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Δεν παραγνωρίζω τα ζητήματα τα οποία εγέρθηκαν από τον αιτητή για απόρριψη της παρούσας αγωγής τα οποία δεν είχαν επιτυχή κατάληξη. Λαμβάνεται υπόψη όμως ότι με την αίτηση ζητείτο και η αναστολή της παρούσας αγωγής, θεραπεία που αποδόθηκε στο τέλος της ημέρας στην έκταση και για τους λόγους που αναφέρθηκε ανωτέρω. Κατά συνέπεια κρίνω όπως τα έξοδα επιδικαστούν υπέρ του εναγόμενου - αιτητή και εναντίον του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)........... Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο