CAC CORAL LIMTED ως αντικατέστησε την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. CHAPPELL κ.α., Αρ. Αγωγής: 1057/2014, 31/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1057/2014 Μεταξύ: CAC CORAL LIMTED ως αντικατέστησε την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Εναγόντων και
- ΧΧΧΧΧΧ CHAPPELL (U.K. PASS No. ΧΧΧΧΧΧ) εκ ΧΧΧΧΧΧ ROAD, ΧΧΧΧΧΧ, ΧΧΧΧΧΧ, ΧΧΧΧΧΧ UNITED KINGDOM
- ΧΧΧΧΧΧ CHAPPELL (U.K. PASS No. ΧΧΧΧΧΧ) εκ ΧΧΧΧΧΧ ROAD, ΧΧΧΧΧΧ, ΧΧΧΧΧΧ, ΧΧΧΧΧΧ UNITED KINGDOM
- PAFILIA PROPERTY DEVELOPERS LTD (A.E.33959) εκ Νικοδήμου Μυλωνά 33, Marina Court 33, γρ. 26, 8047 Πάφος Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 28.09.21 για Τροποποίηση Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 31.12.21 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 3-Αιτήτρια: κα Λ. Χατζηξενοφώντος για κ.κ. A.G. Erotocritou LLC Για Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση: κα Μιχαήλ για κ.κ. Βελάρης & Βελάρης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με δια κλήσεως αίτηση ημερομηνίας 28.09.21 η Εναγόμενη 3 (στο εξής η 'Αιτήτρια') αιτείται τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης με την προσθήκη αναφορών ως υποπαράγραφοι των υφιστάμενων παραγράφων 4, 5, 6 και 8 του εν λόγω δικογράφου. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις περιλαμβάνονται σε επτά
(7)σελίδες και αναφορά στο περιεχόμενο τους θα γίνει στη συνέχεια κατά την εξέταση τους. Προηγουμένως υπήρξε τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης κατόπιν δικαστικού διατάγματος ημερ. 09.12.20, η οποία τελικά καταχωρίστηκε στις 25.02.21 και με την υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρείται την 01.03.21. Να σημειωθεί ότι η ακροαματική διαδικασία της πιο πάνω αγωγής δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Δ.4 Θ.1-12, Δ.9 Θ.4-7 & Θ.9-11, Δ.12 Θ.4 & 5, Δ.21 Θ.1-15, Δ.25 Θ.1-6, Δ.48 Θ.1-3 & 9, Δ.59, Δ.63 Θ.2 και Δ.64 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που στην Κύπρο κυρώθηκε με τον Ν.39/62, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Αιτήτρια δικαιολογούν την επιτυχία της, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του κυρίου ΧΧΧΧΧΧ Λουκά, εσωτερικού νομικού συμβούλου της Αιτήτριας. Αυτό που συνοπτικά καταγράφεται στην ένορκη δήλωση είναι ότι μετά από μελέτη της υπόθεσης οι αιτούμενες τροποποιήσεις κρίθηκαν αναγκαίες προκειμένου να προστατευθούν τα δικαιώματα της Αιτήτριας και να διασφαλιστεί η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Αφού εξήγησε τι επιδιώκεται με τις αιτούμενες τροποποιήσεις, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι αυτές γίνονται καλόπιστα για σκοπούς ορθής παρουσίασης της υπόθεσης της Αιτήτριας και δεν επιφέρουν αδικία ή ζημιά που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με έξοδα στους Ενάγοντες, δεδομένου ότι η εκδίκαση της αγωγής δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Είναι η θέση του ενόρκως δηλών ότι αν δεν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να πληγούν σε μεγάλο βαθμό τα συμφέροντα της Αιτήτριας επειδή θα επηρεαστεί η ορθή παρουσίαση της υπεράσπισης της. Οι Ενάγοντες (στο εξής οι 'Καθ' ων η αίτηση') καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 14.10.21 επί έξι
(6)λόγων που καταγράφονται στο σώμα της, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι πολυσύνθετοι. Είναι οι εξής:
(1)Η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή προσλαμβάνει μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και/ή κατάχρησης της διαδικασίας.
(2)Η παρούσα αίτηση υποβάλλεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο και υπό συνθήκες που επιφέρουν περαιτέρω και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση εις βάρος των Καθ' ων η αίτηση αφού πλήττει τα συμφέροντα τους καθώς και την ορθή και ταχεία απονομή της δικαιοσύνης.
(3)Οι σκοπούμενες τροποποιήσεις είναι δικονομικά ανεπίτρεπτες ενόψει των δικονομικών κανόνων σύνταξης της υπεράσπισης επειδή η Αιτήτρια δεν εισάγει ισχυρισμούς συναρτώμενους με πραγματικά γεγονότα αλλά εξαντλείται σε γενικότητες.
(4)Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε επαρκή και/ή ικανοποιητικό λόγο που να δικαιολογεί την αναγκαιότητα έγκρισης τροποποίησης υπεράσπισης και/ή δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε πειστικό και/ή ικανοποιητικό λόγο που να δικαιολογεί την υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση του εν λόγω δικονομικού διαβήματος και/ή περαιτέρω δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που επιτάσσει η σχετική νομολογία.
(5)Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης αποτελεί παρελκυστική τακτική της Αιτήτριας με απώτερο σκοπό να καθυστερήσει και/ή εκτροχιάσει και/ή δυσχεράνει και/ή επιβραδύνει την όλη διαδικασία και/ή κατ' επέκταση να παρεμποδίσει την εκδίκαση της αγωγής αυτής.
(6)Η Αιτήτρια κωλύεται να προβάλλει ισχυρισμούς και γεγονότα που ήταν ή θα έπρεπε να της ήταν ήδη γνωστά και/ή περαιτέρω ισχυρισμούς που αφορούν σε προστασία καταναλωτών καθότι η Αιτήτρια είναι νομικό πρόσωπο. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της Καθ' ης η αίτησης στηρίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη Δ.21, Δ.25, Δ.39, Δ.48 Θ.1-9, Δ.59 και Δ.64 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας ΧΧΧΧΧΧ Βασιλείου, λειτουργού στη Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λίμιτεδ, στην οποίαν περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη των Καθ' ων η αίτηση τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Περίληψη του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης περιλαμβάνει αναφορά ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται αλλαγή της βάσης της υπεράσπισης με την πρόσθεση εντελώς νέων ισχυρισμών. Περαιτέρω σημειώνεται ότι επιχειρείται η εισαγωγή ισχυρισμών που δεν εμπίπτουν στο πεδίο γνώσης της Αιτήτριας αλλά αφορούν τους Εναγομένους 1 και 2, τα οποία έχουν συμφωνηθεί με τους Καθ' ων η αίτηση, χωρίς έτσι να αποτελούν επίδικα ζητήματα. Σύμφωνα ακόμη με την ενόρκως δηλούσα, γίνεται προσπάθεια εισαγωγής εκ των υστέρων κατασκευασμένων θέσεων που δεν στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα αλλά σε ατεκμηρίωτους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Επιπλέον δηλώνεται ότι μέσα από την αίτηση δεν αποκαλύπτεται οποιοσδήποτε ουσιαστικός λόγος που να δικαιολογεί την υποβολή της στο στάδιο αυτό και όχι ενωρίτερα. Καταλήγοντας η ενόρκως δηλούσα σημειώνει ότι τυχόν έγκριση των αιτουμένων τροποποιήσεων θα προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων των Καθ' ων η αίτηση που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, καθώς επίσης θα επιφέρει περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής αλλά και επιπλέον έξοδα στην υπόθεση, χωρίς να δημιουργείται ουσιαστική υπεράσπιση. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία και δικονομικές διατάξεις, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου διέπεται δικονομικά από τη Διάταξη 25 Κανονισμό 1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εν λόγω διάταξη έτυχε εκ βάθρου τροποποίησης με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, ο οποίος όμως ουδεμία σχέση έχει με υποθέσεις που καταχωρήθηκαν πριν από την 01.01.15. Εφόσον η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 15.05.14 το καθεστώς που διέπει την εξέταση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης είναι αυτό που ίσχυε πριν από τη θέσπιση του προαναφερομένου τροποποιητικού διαδικαστικού κανονισμού. Σύμφωνα με τον πιο πάνω κανονισμό, ο οποίος ας σημειωθεί ότι έτυχε εκτενής ανάλυσης και βαθιάς ερμηνείας μέσα από σωρεία κυπριακών αποφάσεων: "The court or a judge may, at any stage of the proceedings allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) και ειδικότερα στη σελίδα 622 αναφέρονται, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής: "An amendment ought to be allowed if thereby the real substantial question can be raised between the parties and multiplicity of legal proceedings avoided." Στο δε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3 στην παράγραφο 73 της σελίδας 35 αναγράφονται τ' ακόλουθα υπό τον τίτλο 'Time for making amendment': "An amendment may be allowed at any stage of the proceedings, even after trial." (Wyatt v Rosherville Gardens Co.
(1886)2 T.L.R.282, Loufti v C. Czarnikow Ltd [1953] 2 Lloyd's Rep.213, C.A) Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και χωρίς να διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Αυτό εξάλλου συνάγεται από ερμηνεία των προνοιών του Κανονισμού 1 της Διάταξης 25 και μέσα από υποδείξεις της νομολογίας (Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 και Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817). Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει διάφορες νομικές αρχές και παραμέτρους, στο πλαίσιο των οποίων είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου: 1. Η τροποποίηση δικογράφου επιτρέπεται σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας περιλαμβανομένου και του σταδίου αμέσως πριν ή ακόμη και μετά της έναρξης της ακροαματικής συνεδρίασης δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που κριθούν αναγκαίοι από το Δικαστήριο (αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3, παράγραφος 73, σελίδας 35, Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33 και Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 ημερ. 04.03.13). 2. Η τροποποίηση δικογράφου πρέπει κατά κανόνα να εγκρίνεται για να δίδεται η δυνατότητα σε κάθε διάδικο να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών του με την άλλη πλευρά μέσω καλύτερης, πληρέστερης ή ακριβέστερης διατύπωσης των εκατέρωθεν θέσεων τους έτσι ώστε τα επίδικα θέματα και η ουσία αυτών να προσδιορίζονται, να παρουσιάζονται και να επιλύονται διεξοδικά δια της ίδιας νομικής διαδικασίας στην πραγματική και νομική διάσταση τους αποφεύγοντας την πολλαπλότητα δικαστικών διαμαχών (Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 622, Geto v M/V Vladimir Waslyayer (αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς v Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608).
- Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α. (πιο πάνω), Khan και άλλη v. Δημοκρατίας του Πακιστάν, Πολιτική Έφεση Αρ. 295/2010, ημερομηνίας 11.07.11).
- Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και γενικά συνυπολογίζει όλα τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης (Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. v. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 16 και Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Lenentis & Company (Nigeria) Ltd και άλλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). 5. Κυρίαρχος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης, το οποίο αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.α.
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237). Ανάμεσα στις παραμέτρους που συνυπολογίζονται είναι η πρόκληση ζημιάς στον αντίδικο που δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων καθώς και η ύπαρξη κακοπιστίας (Kallice Holding Co Ltd v MTR Metals (Overseas) Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου 40/93 ημερ. 14.02.1996, Fereos Christopoulos v The Attorney-General of the Republic
(1988)1 Α.Α.Δ. 79, Νικολάου v. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005, Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 624, Mogridge v. Clapp
(1892)3 Ch.D. 382 και Περικτιόνη Χρίστου v Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704). Εκεί όπου υπάρχει βάσιμη πεποίθηση ότι η αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη, εγείρεται δυσχέρεια στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Το βάρος απόδειξης ότι το αίτημα τροποποίησης δικογράφου χαρακτηρίζεται από κακοπιστία φέρει ο διάδικος που το ισχυρίζεται. 6. Ένας άλλος από τους πολλούς παράγοντες που προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι η τυχόν καθυστέρηση που προκύπτει από την υποβολή αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Η καθυστέρηση αποκτά την έννοια όχι αφ' εαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης, εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, χωρίς όμως ο παράγοντας αυτός, αν και σχετικός, να είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α. (πιο πάνω), C & A Pelekanos Associates Ltd v Ανδρέα Πελεκάνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, Saba & Co (T.M.P.) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ κ.α. v Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 237, Ταξί Κυριάκος Λτδ v Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1Α Α.Α.Δ. 223 και Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138). Στην περίπτωση όπου υπάρχει παράλειψη ή αργοπορία στην υποβολή σχετικού αιτήματος τροποποίησης δικογράφου θα πρέπει να παρέχεται ικανοποιητική εξήγηση αλλά όπως τονίστηκε στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005 στην περίπτωση όπου δεν προκαλείται ζημιά που δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων, η μη πλήρως αιτιολογημένη καθυστέρηση δεν θα πρέπει να στερεί από τον διάδικο του δικαιώματος του να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ίδιο σκεπτικό εφαρμόστηκε στην μεταγενέστερη απόφαση Preece κ.α. v. Ρωσσίδου (πιο πάνω) όπου υποδείχτηκε ότι η μερική αδυναμία από τη μη δικαιολόγηση με απόλυτη πειστικότητα της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος, δεν οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων που αποτελούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισώνονται κατ' ανάγκη με κακοπιστία (Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α. (πιο πάνω)). Μέσα από τη νομολογία έχει ακόμη τονιστεί ότι όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Όπως λέχθηκε η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14). 7. Η σύγχρονη τάση της νομολογίας είναι το Δικαστήριο να επιτρέπει τροποποιήσεις δικογράφων στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης εφόσον δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα ή ο αιτητής βέβαια δεν ενεργεί κακόπιστα (Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ v. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825 και Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 825). 8. Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, (πιο πάνω), Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.
- Προσθήκη νέας βάσης αγωγής δεν καταδικάζει την αίτηση τροποποίησης σε αποτυχία αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, (πιο πάνω). Όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation (πιο πάνω) η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης τροποποίησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.
- Παρόλο που κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά, εντούτοις παράγοντες όπως 'το συμφέρον της δικαιοσύνης', 'η πρόκληση βλάβης ή ζημιάς στην άλλη πλευρά που δεν αποζημιώνεται με χρήμα', 'ο προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων', 'η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων' και 'η αποφυγή πολλαπλότητας διαδικασιών' είναι μείζονος σημασίας κατά την συνεκτίμηση των δεδομένων μιας υπόθεσης και ασφαλώς υπερισχύουν, πάντοτε συγκριτικά, του παράγοντα 'καθυστέρηση' που απλώς συνεκτιμάται ανάλογα με άλλους σχετικούς παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου όπως με την αναγκαιότητα ή το βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης ή την ανυπαρξία κακοπιστίας (Νικολάου v. Μιλτιάδους και άλλης (πιο πάνω)). Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Στρέφω την προσοχή μου στην καταχωρημένη δικογραφία της υπόθεσης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι τα δικόγραφα της υπόθεσης αυτής αποτελούνται από την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης που περιέχεται στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και την έκθεση υπεράσπισης της Αιτήτριας. Η υπόθεση που σήμερα εκκρεμεί για εκδίκαση είναι μόνο μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ' ων η αίτηση. Εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 έχει ήδη εκδοθεί δικαστική απόφαση που αφορά την οικονομική θεραπεία που αξιώθηκε, ενώ σχετικά με την αξίωση για έκδοση διατάγματος εκποίησης υποθήκης του επίμαχου ακινήτου οι Καθ' ων η αίτηση επιφύλαξαν το δικαίωμα τους να επανέλθουν και να το διεκδικήσουν εκ νέου. Θεωρώ αναγκαίο να σκιαγραφήσω το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων που υπάρχουν στο δικαστηριακό φάκελο της αγωγής προκειμένου να εξεταστεί η όποια τυχόν ύπαρξη αναγκαιότητας, χρησιμότητας και σχετικότητας των αιτουμένων τροποποιήσεων με τα δικόγραφα και ιδιαίτερα με την έκθεση υπεράσπισης της Αιτήτριας για την οποίαν επιδιώκεται τροποποίηση της. Ενδείκνυται σύγκριση των αιτουμένων τροποποιήσεων με το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης ώστε να διαφανεί ο βαθμός διαμόρφωσης του εν λόγω δικογράφου. Έχω ευθύς ανατρέξει στα δικόγραφα της παρούσας υπόθεσης. Συγκεκριμένα στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης τους οι Καθ' ων η αίτηση σημειώνουν ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 αγόρασαν από την Αιτήτρια δυνάμει γραπτής συμφωνίας διαμέρισμα που αποτελεί μέρος μεγάλου συγκροτήματος κατοικιών, έργο που τελούσε υπό κατασκευή και αναπτυσσόταν εντός τεσσάρων ακινήτων στην Πέγεια, τοποθέτηση με την οποίαν συμφωνεί η Αιτήτρια. Κύριος ισχυρισμός των Καθ' ων η αίτηση είναι ότι για την αγορά του διαμερίσματος παρείχαν στους Εναγομένους 1 και 2 οικιστικό δάνειο σε ελβετικά φράγκα, το οποίο θα αποπληρωνόταν με συμφωνημένες μηνιαίες δόσεις και θα επιβαρυνόταν με σύνολο επιτοκίου 6 μηνών Libor πλέον 1,75% ετησίως. Σύμφωνα με τους Καθ' ων η αίτηση, για την παραχώρηση της πιο πάνω πιστωτικής διευκόλυνσης, δόθηκαν οι εξής εξασφαλίσεις: (α) έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης με το οποίο σε απλές γραμμές η Αιτήτρια εγγυήθηκε αλληλέγγυα και ξεχωριστά την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 προς τους Καθ' ων η αίτηση μέχρι συγκεκριμένου ποσού αναλαμβάνοντας να εξοφλήσει σε πρώτη ζήτηση τυχόν οφειλή που θα δημιουργείτο, (β) σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου υπ' αρ. ΥΧΧΧΧ/06 με την οποίαν υποθηκεύτηκε όλη η ακίνητη περιουσία εντός της οποίας ανεγειρόταν το έργο υπέρ των Καθ' ων η αίτηση για ποσό €854.300,72 με τόκο 6,25% ετησίως από 21.08.06 ή το εκάστοτε επιτρεπόμενο ανώτατο ποσοστό επιτοκίου πάνω στο εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο μέχρι εξόφλησης, (γ) εκχώρηση υπέρ των Καθ' ων η αίτηση των δικαιωμάτων των Εναγομένων 1 και 2 που απορρέουν από το σχετικό πωλητήριο έγγραφο, (δ) τοποθέτηση πρώτης υποθήκης επί του διαμερίσματος που οι Εναγόμενοι 1 και 2 αγόρασαν από την Αιτήτρια προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό του δανείου μετά που ο τίτλος ιδιοκτησίας του θα είχε μεταβιβαστεί και εγγραφεί στο όνομα των Εναγομένων 1 και
- Σε σχέση με τα πιο πάνω, η Αιτήτρια δέχεται την ύπαρξη υποθήκης ακίνητης περιουσίας προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση, την πρόνοια τοποθέτησης προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση υποθήκης στο διαμέρισμα που αγοράστηκε μόλις υπήρχε διαθέσιμος τίτλος ιδιοκτησίας εις το όνομα των Εναγομένων 1 και 2, την ύπαρξη εγγύησης από μέρους της προς τους Καθ' ων η αίτηση αναφορικά με υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 και 2 απέναντι τους καθώς επίσης την εκχώρηση υπέρ των Καθ' ων η αίτηση των δικαιωμάτων των Εναγομένων 1 και 2 που πηγάζουν από το συμφωνητικό έγγραφο αγοράς του διαμερίσματος. Η Αιτήτρια αναγνωρίζει την ύπαρξη των πιο πάνω στη βάση εγγράφων. Ωστόσο επιφυλάχτηκε να αναφερθεί στο περιεχόμενο, νόημα και ισχύς αυτών των εγγράφων που η ίδια τους αποδίδει, διαφωνώντας μ' αυτά που οι Καθ' ων η αίτηση επικαλούνται. Σε ότι αφορά το ποσό που απαιτείται εναντίον της, η Αιτήτρια το αμφισβητεί και γενικά αρνείται ότι οφείλει οτιδήποτε στους Καθ' ων η αίτηση επειδή, όπως ισχυρίζεται, το αξιούμενο ποσό συγκροτείται από παράνομες χρεώσεις, από αντισυμβατικές χρεώσεις και από παράνομο ανατοκισμό. Ειδικότερα η Αιτήτρια επικαλείται ότι ο τόκος υπερημερίας συνιστά ποινική ρήτρα και ως εκ τούτου οι Καθ' ων η αίτηση δεν νομιμοποιούνται να τον διεκδικούν. Η δε αύξηση του επιτοκίου, ο υπολογισμός του και η εφαρμογή κεφαλαιοποίησης τόκων υπερέβησαν αυτό που είχε καθοριστεί από την Κεντρική Τράπεζα και/ή προνοούσε η σχετική νομοθεσία, καταστρατηγώντας έτσι, ως είναι η θέση της Αιτήτριας και καταγράφεται στην έκθεση υπεράσπισης, τις διατάξεις συγκεκριμένων νομοθεσιών που κατονομάζει στο εν λόγω δικόγραφο. Ανάλογη απορριπτική προσέγγιση η Αιτήτρια έχει και για την επιδιωκόμενη θεραπεία που αφορά την έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης υπ' αρ. ΥΧΧΧΧ/
- Ακολούθως έχω αναγνώσει με προσοχή τις αιτούμενες τροποποιήσεις έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης και γενικότερα το σύνολο της καταχωρημένης δικογραφίας. Αυτό που παρατηρώ είναι ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις κινούνται ουσιαστικά σε δύο άξονες. Στον πρώτο άξονα παρουσιάζεται η θέση της Αιτήτριας η οποία περιγράφει το νομικό πλαίσιο που σύμφωνα με την ίδια διέπει τη δέσμευση της απέναντι στους Καθ' ων η αίτηση σε σχέση με τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 και 2 προς τους Καθ' ων η αίτηση αναφορικά με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που έλαβαν για την αγορά του ακινήτου τους. Η προβολή της εν λόγω θέσης προκύπτει άμεσα από την ανάγκη διασαφήνισης και αποκρυστάλλωσης του νοήματος υφιστάμενων ισχυρισμών της Αιτήτριας, οι οποίοι δικογραφούνται στην έκθεση υπεράσπισης κατά τρόπο γενικό και αόριστο. Είναι στα πλαίσια των πιο πάνω που η Αιτήτρια επιθυμεί να περιγράψει την όποια επαγγελματική σχέση της υπήρχε με τους Εναγομένους 1 και 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η σχέση αυτή που επιδιώκει να αποδώσει με σχετική αιτούμενη αναφορά ταυτίζεται με αντίστοιχη δικογραφημένη θέση των Καθ' ων η αίτηση, με την οποίαν συμφωνεί η Αιτήτρια, πράγμα που αναφέρει στο δικόγραφο της υπεράσπισης της. Παράλληλα η προσπάθεια επεξήγησης του νομικού πλαισίου δέσμευσης της Αιτήτριας απέναντι στους Καθ' ων η αίτηση σχετικά με τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 και 2 αποσκοπεί στο να ξεκαθαρίσει την ασαφή έννοια και σημασία των υφιστάμενων παραγράφων 3, 4 και 8 της έκθεσης υπεράσπισης. Είναι πάνω σ' αυτή τη βάση, δηλαδή της υποστήριξης των συνθηκών κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε το νομικό πλαίσιο δέσμευσης της που η ίδια ισχυρίζεται ότι υπήρχε και όπως αυτή το ερμηνεύει, που αποσκοπεί η αιτούμενη αναφορά σε έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας στο επίμαχο ακίνητο, η παραπομπή στην επιστολή ημερ. 22.03.07 των Καθ' ων η αίτηση και η αναφορά σε παράλειψη ενημέρωσης από τους Καθ' ων η αίτηση ότι υπήρχαν καθυστερήσεις στην πληρωμή μηνιαίων δόσεων από τους Εναγομένους 1 και 2 στα πλαίσια της σύμβασης δανείου τους. Στον δεύτερο άξονα επιχειρείται η προσθήκη νέων βάσεων υπεράσπισης που καταλήγουν σε κοινή νομική θέση. Συγκεκριμένα επιδιώκεται η δικογράφηση επικαλούμενης αμελούς συμπεριφοράς, ισχυριζόμενων παράνομων χρεώσεων, απάτης, έλλειψης αντιπαροχής και ύπαρξης στοιχείου εικονικότητας που η Αιτήτρια χρεώνει στους Καθ' ων η αίτηση προκειμένου να τεθεί υπό αμφισβήτηση η εγκυρότητα και νομιμότητα της σύμβασης δανείου των Εναγομένων 1 και 2 με άμεσο επηρεασμό των υπολοίπων συμφωνητικών εγγράφων και δεσμευτικών δηλώσεων που αφορούν την Αιτήτρια. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται και άπτονται της νομικής σχέσης των Εναγομένων 1 και 2 με τους Καθ' ων η αίτηση επηρεάζουν τα δικαιώματα και συμφέροντα της Αιτήτριας αφού σχετίζονται με το νομικό πλαίσιο που διέπει τη σχέση της Αιτήτριας με τους Καθ' ων η αίτηση, το οποίο δημιουργήθηκε προκειμένου να εξασφαλίσει και/ή καλύψει νομικά την πιο πάνω νομική σχέση των Εναγομένων 1 και 2 με τους Καθ' ων η αίτηση. Έχω συνεκτιμήσει τις εν λόγω νέες βάσεις υπεράσπισης υπό το φάσμα όλων των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης. Η κρινόμενη περίπτωση δεν είναι από αυτές όπου η εισαγωγή των νέων ισχυρισμών προκαλεί καταλυτικές συνέπειες στους Καθ' ων η αίτηση. Κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον μου που να δημιουργεί τέτοιο ενδεχόμενο. Ούτε στην αγόρευση της η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση παρουσίασε πειστικό λόγο που να συνηγορεί σ' ένα τέτοιο επιχείρημα. Αντίθετα θα έλεγα ότι ο πυρήνας του δικογράφου της υπεράσπισης δεν έχει μεταβληθεί παρά την πρόθεση για εισαγωγή νέων βάσεων υπεράσπισης. Η κεντρική ουσία της υπεράσπισης, όπως αυτή δικογραφείται στις παραγράφους 9 και 10 της έκθεσης υπεράσπισης, παραμένει αναλλοίωτη. Η εισαγωγή νέων ισχυρισμών εμπλουτίζουν το δικόγραφο της υπεράσπισης επεξηγώντας μέσω της προσθήκης λεπτομερειών υφιστάμενους ισχυρισμούς, τους οποίους και συνδέουν με τους νέους έτσι ώστε να δίδεται μια ολοκληρωμένη εικόνα της εκδοχής της Αιτήτριας, η ουσία της οποίας είναι ήδη δικογραφημένη. Υπό το πνεύμα της αμφισβήτησης της νομιμότητας και εγκυρότητας των συμφωνιών και δεσμευτικών δηλώσεων επιχειρείται η παράθεση λεπτομερειών για κατ' ισχυρισμό αμελή συμπεριφορά από μέρους των Καθ' ων η αίτηση απέναντι στους Εναγομένους 1 και 2 αλλά και προς στην Αιτήτρια καθώς επίσης για ισχυριζόμενη ύπαρξη απάτης, έλλειψης αντιπαροχής και ύπαρξης εικονικότητας. Στο ίδιο πλαίσιο επιχειρείται η ρητή αναφορά σε ασαφείς και αόριστους όρους, σε καταχρηστικούς όρους, σε ποινικές ρήτρες, σε πρόνοιες που καταστρατηγούν νομοθεσίες και στον τρόπο που σύμφωνα με την Αιτήτρια πρέπει να ερμηνευτεί το καθεστώς σύμβασης δανείου, τα οποία βασικά αποτελούν προέκταση δικογραφημένων θέσεων που περιέχονται στις παραγράφους 5, 6 και 7 της έκθεσης υπεράσπισης. Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμο να επαναλάβω ότι η ακρόαση της υπόθεσης αυτής δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Είναι γεγονός ότι τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που η Αιτήτρια επιθυμεί να προσθέσει ήταν εις γνώση της από προηγουμένως ή εν πάση περιπτώσει θα μπορούσαν να της ήταν γνωστά σε προγενέστερο στάδιο. Παρατηρείται όντως ολιγωρία που ομολογουμένως δεν δικαιολογείται πλήρως με απόλυτη πειστικότητα, αν ληφθεί υπόψη ότι γεγονότα που η Αιτήτρια επικαλείται φαίνεται να συνέβηκαν το έτος 2015 και προγενέστερα ενώ η πρόθεση της για τις νομικές θέσεις που επίσης επιθυμεί να δικογραφήσει εκδηλώθηκε, με την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης, την ίδια ημέρα που καταχωρίστηκε γραπτή ειδοποίηση διορισμού νέου δικηγόρου, ήτοι στις 28.09.
- Ωστόσο θα πρέπει να λεχθεί ότι η καθυστέρηση δεν εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης. Η ύπαρξη αδικαιολόγητης αργοπορίας δεν αποτελεί εμπόδιο στην έγκριση αίτησης τροποποίησης εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στην άλλη πλευρά που δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων και νοουμένου ότι ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Στην προκειμένη περίπτωση οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν θέσει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο που να θεμελιώνει, ως όφειλαν, τον ισχυρισμό τους περί κακοπιστίας. Ούτε όμως έχω εντοπίσει οτιδήποτε που να συνηγορεί υπέρ της εκδοχής ότι η υπό κρίση αίτηση διαπνέεται από στοιχείο κακοπιστίας. Η ολιγωρία από μόνη της δεν σημαίνει κατ' ανάγκη κακοπιστία, όπως λανθασμένα ισχυρίζονται οι Καθ' ων η αίτηση. Την ίδια στιγμή τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης προσφέρει τη δυνατότητα στην Αιτήτρια να παρουσιάσει μέσα από την ίδια ακροαματική διαδικασία, που όπως λέχθηκε δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, την εκδοχή της συμπληρωμένη και στην ολοκληρωμένη της μορφή στη βάση διασαφηνισμένων και αποκρυσταλλωμένων θέσεων και ισχυρισμών, συνοδευόμενα από λεπτομέρειες, προσπάθεια η οποία δεν διαπνέεται από κακοπιστία. Μ' αυτόν τον τρόπο προσδιορίζεται το σύνολο των επιδίκων θεμάτων, τα οποία θα δικαστούν μέσα από την ίδια δικαστική διαδικασία στην πραγματική και νομική διάσταση τους, χωρίς αυτή η διαδικασία να εκτροχιάζεται σε βαθμό τέτοιο που να παραβιάζονται οι πρόνοιες του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Παράλληλα η όποια ζημιά προκαλείται στους Καθ' ων η αίτηση θεραπεύεται με την έκδοση σχετικής διαταγής για επιδίκαση εξόδων υπέρ τους. Κατόπιν συνεκτίμησης όλων των παραγόντων που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα δεδομένα της υπόθεσης, κρίνω ότι το συμφέρον της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης εξυπηρετείται με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας μου υπέρ της έγκρισης της υπό κρίση αίτησης. Όλοι οι λόγοι ένστασης έχουν εξεταστεί και κρίνονται ανεδαφικοί και αβάσιμοι. Ως εκ τούτου, η ένσταση απορρίπτεται στην ολότητα της και η παρούσα αίτηση επιτυγχάνει. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης ως τα σημεία Α(i), (ii) και (iii) της αίτησης. Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος και τυχόν Απάντηση στην τροποποιηθείσα Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωριστεί εντός 7 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεση Υπεράσπισης. Ένεκα του στοιχείου του επείγοντος που υπάρχει, το παρόν διάταγμα να συνταχθεί εντός 3 εργασίμων ημερών από σήμερα. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) καθώς επίσης τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. Σε αντίθεση με την εισήγηση του συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση, δεν βλέπω λόγο που να δικαιολογεί καταβολή των εξόδων αμέσως, επιπλέον δε μάλιστα όταν στην αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης που είχε εγκριθεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας (08.09.20) οι Καθ' ων η αίτηση κλήθηκαν να πληρώσουν τα σχετικά έξοδα στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας. Η αγωγή ορίζεται για ακρόαση στις 03.03.22 και ώρα 11:00 π.μ. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο