MORRISON κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2516/13, 24/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A136 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 2516/13 Μεταξύ:
- [ ] [ ] MORRISON
- [ ] [ ] MORRISON Ενάγοντες -και-
- ALPHA BANK CYPRUS LTD
- ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED
- [ ] Κανναβία Κορακίδου Εναγόμενοι 24 Φεβρουαρίου 2021 Για τους ενάγοντες: κος Κυπρίζογλου Για τον εναγόμενο 1: κα Χρ. Μαυρικίου Για τον εναγόμενο 2: κα Α. Μιχαήλ για κα Φλωράκη Για την εναγόμενη 3: κος Επ. Κορακίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η επίδικη διαδικασία έχει ως αντικείμενο την αίτηση των εναγόντων 1 και 2 (στη συνέχεια οι ενάγοντες) η οποία επιζητεί την τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως. Ποιο ακριβώς είναι το αίτημα και συγκεκριμένα πώς τούτο επενεργεί στο σώμα της έκθεσης απαιτήσεως ως έχει σήμερα, εξετάζεται πιο κάτω. Για την ώρα σημειώνεται ότι απέναντι στην αίτηση στέκονται δύο από τους τρεις εναγόμενους. Τούτοι είναι˙ ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος συνιστά τραπεζικό ίδρυμα (στη συνέχεια η τράπεζα) και η τρίτη εναγομένη που είναι η δικηγόρος (στη συνεχή η δικηγόρος). Οι δύο αυτοί εναγόμενοι ενίστανται στο επίδικο αίτημα, ενώ η εναγομένη 2 δεν έφερε ένσταση. Η εναγομένη 2 είναι εταιρεία η οποία κατά τα πάντα ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με την αγοραπωλησία και ανάπτυξη γης και την κατασκευή και πώληση κατοικιών. Χάριν ευκολίας από τούδε και στο εξής η εναγόμενη 2 θα καλείται ο «εργολάβος». Βασική προϋπόθεση δια την έγκριση αιτήματος για τροποποίηση είναι η σχετικότητα ή καλύτερα η αναγκαιότητα τούτης, προκύπτουσα από συνδυασμένη ανάγνωση του δικογράφου με την αίτηση τροποποίησης (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1, Α.Α.Δ. 704, 707). Ως εκ τούτου καθίσταται αντιληπτό ότι η διερεύνηση της αίτησης θέλει το Δικαστήριο να ανατρέχει στο δικόγραφο που επιζητείται να τροποποιηθεί, εφόσον μόνο κατ' αυτό τον τρόπο δύναται να διαπιστωθεί η αναγκαιότητα ή μη του αιτήματος. Συνεπώς η προσοχή στρέφεται στην έκθεση απαιτήσεως. Ας λεχθεί εν παρόδω ότι στην προκείμενη περίπτωση το εγχείρημα, εν προκειμένω της κατανόησης και της απόδοσης των όσων αναγράφονται σε τούτην την έκθεση απαιτήσεως, είναι έργο δύσκολο αν όχι ακατόρθωτο. Αυτό γιατί το δικόγραφο αναπτύσσεται σε 36 σελίδες, εκ των οποίων οι τελευταίες 16 σελίδες καταγράφουν τις αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των εναγομένων. Δεν αποφαίνομαι για τη βασιμότητα ή αναγκαιότητα των όσων εκεί αναφέρονται, ώστε να μην προδικάσω καθ' οιονδήποτε τρόπο τα επίδικα θέματα. Το σίγουρο όμως είναι ότι η εν λόγω έκθεση πόρρω απέχει από ευσύνοπτο και ουσιαστικό δικόγραφο, όπως πολλάκις το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι πρέπει να είναι τα δικόγραφα (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ 1238, 1260). Τώρα, η έκθεση απαιτήσεως θέλει τους ενάγοντες να είναι υπήκοοι και κάτοικοι Ηνωμένου Βασιλείου και να μην έχουν οιανδήποτε γνώση ή εμπειρία για την αγορά ακινήτου ή τη δανειοδότηση τούτης. Θέλει δε τους εναγόμενους στο σύνολο να ήταν γνωστές τούτης της κατάστασης, καθώς ότι οι ενάγοντες εξαρτώνταν αποκλειστικά από την ιδιότητα ή ειδικότητα του καθ' ενός εξ αυτών. Υποστηρίζεται ότι η τράπεζα παρουσιάστηκε στους ενάγοντες ως ειδική στην παροχή στεγαστικών δανείων σε Ελβετικά φράγκα. Στην έκθεση απαιτήσεως αναφέρεται περαιτέρω και η ιδιότητα των εναγομένων 2 και 3, εν προκειμένω ότι είναι εργολάβος και δικηγόρος αντίστοιχα. Η βασική θέση των εναγόντων είναι πως περί το 2007‑2008 οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 γνωρίζονταν και συνεργάζονταν μεταξύ τους και ενεργούσαν σαν ομάδα για κοινό και ίδιον όφελος. Αυτό μάλιστα το απέκρυψαν από τους ενάγοντες όταν τους ενεθάρρυναν, όπως και άλλους πελάτες του εξωτερικού, να αγοράσουν ακίνητη ιδιοκτησία στην Κύπρο. Οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των εναγόντων θέλουν τους εναγόμενους να λειτουργούν έκαστος υπό την ιδιότητά του, δηλαδή η τράπεζα να συμβουλεύει σε σχέση με την επένδυση, ο δικηγόρος να ετοιμάζει τα διάφορα έγγραφα και να καθίσταται πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των αγοραστών, ο εργολάβος να πωλεί το ακίνητο και τελικώς η τράπεζα να χρηματοδοτεί την αγορά σε Ελβετικά φράγκα. Ο εργολάβος, αναφέρουν οι ενάγοντες, ανήγειρε το συγκρότημα διαμερισμάτων με την ονομασία Arcadia Gardens, δια το οποίο οι ενάγοντες πείστηκαν, στηριζόμενοι στις παραστάσεις, δηλώσεις, παροτρύνσεις και συμβουλές των εναγομένων 1, 2 και 3, να αγοράσουν το διαμέρισμα με αριθμό C5 στο [ ] House. Το τίμημα πωλήσεως συμφωνήθηκε στα €223.399,63 περιλαμβανομένου Φ.Π.Α, εκ του οποίου η χρηματοδότηση της τράπεζας ανέρχετο στο 80%, ενώ 20%, δηλαδή πόσο €33.510,80, κατέβαλαν οι ενάγοντες σε διάφορες ημερομηνίες. Περιπλέον οι ενάγοντες κατέβαλαν και €1.708,60 στη δικηγόρο. Το υπόλοιπο του τιμήματος θα πληρωνόταν με δανειοδότηση από την τράπεζα. Είναι η θέση των εναγόντων ότι ήταν απλοί καταναλωτές και οι εναγόμενοι γνώριζαν αυτό το γεγονός. Ακολούθως και χωρίς την έγκριση ή εξουσιοδότηση των εναγόντων, την 18/07/2007 οι εναγόμενοι προχώρησαν και ολοκλήρωσαν το φερόμενο πωλητήριο έγγραφο και κατά ή περί το 2007 με 2008 ολοκλήρωσαν και τη συμφωνία δανείου με την τράπεζα και τέλος, εκχώρησαν το αγοραπωλητήριο έγγραφο στην τράπεζα. Όλα αυτά έγιναν δυνάμει φερόμενου πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 23/06/
- Σύμφωνα με τους ενάγοντες όλα τα ανωτέρω δεν υπογράφηκαν ή εκτελέστηκαν νομότυπα, αλλά χωρίς την εξουσιοδότησή τους. Κατ' αυτό όμως τον τρόπο οι εναγόμενοι δημιούργησαν σε βάρος τους οικονομικές υποχρεώσεις και αυτές είναι που σκοπούν να ακυρώσουν με την αγωγή. Εν τέλει την 10/09/2013 οι ενάγοντες τερμάτισαν και ακύρωσαν όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα. Περιπλέον οι ενάγοντες προσάπτουν στους εναγόμενους δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις και προς τούτο παραθέτουν σχετικές λεπτομέρειες που έχουν να κάνουν, με κατάχρηση ή εκμετάλλευση θέσης, αθέμιτες εμπορικές συναλλαγές, έλλειψη ενημέρωσης, σύγκρουση συμφερόντων και παράβαση καθήκοντος εμπιστοσύνης. Επίσης στην τράπεζα προσάπτεται κατηγορία για αμέλεια καθήκοντος ως οικονομικοί σύμβουλοι και/ή εμπιστευματοδόχοι. Ανάλογη κατηγορία με διαφορετικές όμως λεπτομέρειες, προσάπτεται και στη δικηγόρο. Βάσει όλων των ανωτέρω οι ενάγοντες αξιώνουν ειδικές αποζημιώσεις ύψους €33.510,80, δηλαδή το ποσό που αφορούσε τη δική τους συνεισφορά και κατεβλήθη από τους ιδίους. Ακόμη από τη δικηγόρο αξιώνεται το ποσό των €1.708,60, δηλαδή το ποσό των δικηγορικών εξόδων που της κατέβαλαν οι ενάγοντες, ενώ από την τράπεζα αξιώνεται απόδοση λογαριασμών για ποσά που κατέβαλε εκ μέρους τους και επιστροφή και καταβολή τούτων στους ενάγοντες. Τέλος, οι ενάγοντες αξιώνουν πληθώρα διαταγμάτων που ως επί το πλείστον σκοπούν σε ακύρωση των δικογραφημένων συμφωνιών. Παρά τις 36 σελίδες που καταλαμβάνει η έκθεση απαιτήσεως, οι νυν συνήγοροι των εναγόντων έκριναν ότι δεν καλύπτονται από αυτό, εξού και η προώθηση της επίδικης αίτησης. Με τούτη την αίτηση ζητείται να προστεθεί στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαιτήσεως ότι˙ στηριζόμενοι [οι ενάγοντες] στις παραστάσεις, δηλώσεις, παροτρύνσεις και συμβουλές των εναγομένων, πείστηκαν να επενδύσουν και να χρηματοδοτήσουν την αγορά περιουσίας που ανέρχεται σε πέραν των €400.000, γεγονός που τους επέφερε δανειακές υποχρεώσεις, ενώ θα έπρεπε να γνωρίζουν [οι εναγόμενοι] ότι η εν λόγω επένδυση ήταν άκρως ζημιογόνα. Επίσης, ζητείται να αντικατασταθεί η παράγραφος 33Α της έκθεσης απαιτήσεως, ώστε να περιγραφεί άλλως πως η αμφισβήτηση του πληρεξουσίου ημερομηνίας 23/06/2007 που ο ενάγων 1 φέρεται ότι έδωσε στον εναγόμενο
- Πλέον όμως σημαντικό κρίνεται το αίτημα των εναγόντων για τροποποίηση των υφιστάμενων παραγράφων 33 Δ και Ε της έκθεσης απαιτήσεως. Το αίτημα σε σχέση με την παράγραφο 33Δ επιζητεί να τροποποιήσει τον ενικό και να τον μετατρέψει σε πληθυντικό, εν προκειμένω «τις συνολικές πιστωτικές διευκολύνσεις», ώστε να καλύψει και άλλη πιστωτική διευκόλυνση και εδώ είναι που υπεισέρχεται η επενέργεια της νέας παραγράφου 33Ε σε σχέση με την αιτούμενη τροποποίηση. Ενώ με την υφιστάμενη παράγραφο 33Ε ζητείται η ακύρωση της φερόμενης συμφωνίας δανείου που αναφέρεται στην παράγραφο 33Δ, δηλαδή αυτής που οδήγησε στο δανεισμό των €223.399,63, σήμερα πλέον τούτη η πτυχή της υπόθεσης διαφοροποιείται, εφόσον ζητείται να προστεθεί και η συμφωνία δανείου που αποτελεί αντικείμενο της νέας παραγράφου 8 και αφορά το ποσό των €400.
- Είναι ξεκάθαρο ότι πλέον αντικείμενο διαπραγμάτευσης, το οποίο αξιώνεται να ακυρωθεί, δεν είναι μια αλλά δύο συμφωνίες δανείου. Μπορεί λοιπόν να λεχθεί ότι αυτή η νέα συμφωνία δανείου που επέφερε στους ενάγοντες οικονομική υποχρέωση ύψους €400.000, είναι αυτή που πυροδότησε το αίτημα τροποποίησης, εφόσον το υφιστάμενο δικόγραφο δεν κάνει μνεία σε τέτοια συμφωνία ή ποσό. Κρίνω πως σε τούτο ακριβώς το στάδιο προέχει να εξεταστούν οι αρχές που διέπουν το αίτημα. Δεν χρειάζεται βεβαίως να ειπωθούν πολλά, με δεδομένο ότι η νομολογία έχει καλύψει πλήρως το ζήτημα και το γράμμα και το πνεύμα της Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών είναι απέριττο και σαφές. Η τροποποίηση των δικογράφων επιτρέπεται σε οποιοδήποτε στάδιο, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τη δικαιολογούν (βλ. Kyriakos Andreou Arsiotis Developments & Construction Limited κ.α. ν. Highway Gardens City Ltd, Πολ. Έφ. 106/12, ημερ. 18/04/2018). Παράγων ο οποίος καθορίζει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η εξυπηρέτηση του συμφέροντος της δικαιοσύνης. Περιπλέον, με δεδομένο ότι οι παράγοντες που εξυπηρετούν το συμφέρον της δικαιοσύνης ποικίλλουν και διαφέρουν ανά περίπτωση, δεν κρίνεται πρόσφορο να αναζητηθούν και να σχολιαστούν in abstracto οι διάφοροι παράγοντες (βλ. D.J. Karapatakis & Sons Ltd v. Δήμου Στροβόλου, Πολ. Έφ. 135/11, ημερ. 13/06/2013 και Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι κ.α
(2012)1Α Α.Α.Δ 817). Στο τέλος της ημέρας σημασία έχει κατά πόσο το υπό κρίση αίτημα βρίσκεται σε αρμονία με τις αρχές της νομολογίας και εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Περιπλέον κρίνω πως η απόφαση δεν εξυπηρετείται από παράθεση των πολυάριθμων λόγων ένστασης που προτάσσουν οι εναγόμενοι 1 και 3, τράπεζα και δικηγόρος αντίστοιχα, όπως ούτε με επανάληψη των όσων αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αίτηση και ενστάσεις αντίστοιχα. Άλλωστε παράθεση των όσων απασχολούν επιτυγχάνεται με τη διερεύνηση που ακολουθεί. Εκείνο όμως που έχει σημασία να ειπωθεί είναι πως οι ομνύοντες τις δύο ενστάσεις δεν αμφισβητήθηκαν, εν προκειμένω δεν ζητήθηκε είτε απάντηση όσων τούτοι ανέφεραν, είτε αντεξέτασή τους. Περιπλέον η μαρτυρία και των δύο, κυρίως όμως του ομνύοντος την ένσταση της τράπεζας, δεν είναι απλώς λογικοφανής, είναι και πλήρως αιτιολογημένη. Τα τεκμήρια που συνοδεύουν την ένσταση συναρτώνται με συγκεκριμένους ισχυρισμούς και επισκόπηση τούτων αποκαλύπτει ότι δικαιολογούν τις θέσεις της υπεράσπισης. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Έχουμε και λέμε˙ ο φάκελος της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου αποκαλύπτει ότι η αγωγή καταχωρίστηκε την 12/09/2013, ενώ αυτή τούτη η έκθεση απαιτήσεως που καταχωρίστηκε την 01/03/2016, φανερώνει ότι η αξίωση αφορά ενέργειες που ανάγονται στα έτη 2007 και
- Στον αντίποδα η πλευρά των εναγόντων καταχώρησε την υπεράσπιση της, η μεν τράπεζα την 20/09/2018, ο εργολάβος την 07/01/2019 και η δικηγόρος την 12/12/
- Ακολούθως ο τότε συνήγορος των εναγόντων υπέβαλε τη νενομισμένη κλήση για οδηγίες, ως είχε τότε και η υπόθεση ορίστηκε την 19/03/
- Την 26/02/2020 ανέλαβε την εκπροσώπηση των εναγόντων ο νυν συνήγορος τούτων και τελικώς η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση την 2/11/
- Σε αυτή την τελευταία ημερομηνία η υπόθεση αναβλήθηκε για λόγους που δεν αφορούν την υπό κρίση αίτηση. Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι οι δηλώσεις της εκπροσώπου των εναγόντων στο Δικαστήριο την 2/11/2020, δηλαδή ότι η παρούσα υπόθεση συνδέεται με την υπόθεση 1381/
- Μάλιστα την αμέσως επόμενη δικάσιμο, 10/11/2020, η συνήγορος των εναγόντων δήλωσε στο Δικαστήριο πως η υπόθεση εκείνη [1381/12] είχε διευθετηθεί, εν τούτοις προϋπόθεση των εναγόντων σε σχέση με την επίδικη είναι η προώθηση και εκδίκαση τούτης. Ως εκ τούτου η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση την 17/12/2020 για να αναβληθεί όμως εφόσον παρενεβλήθη η αίτηση ημερομηνίας 04/12/2020 για τροποποίηση της αγωγής, όπως άλλωστε είχε προαναγγείλει η συνήγορος των εναγόντων, δηλαδή ότι ήτο πρόθεση τούτων η υποβολή αιτήματος για τροποποίηση. Τελικώς η αίτηση ημερομηνίας 04/12/2020 απεσύρθει την 18/12/2020, ημερομηνία που είχε οριστεί για ακρόαση και ακολούθησε η καταχώρηση της επίδικης αίτησης. Όλα τα ανωτέρω προκύπτουν από το φάκελο της διαδικασίας ο οποίος ως γνωστό αποτελεί πηγή αλίευσης γεγονότων και ως εκ τούτου καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου (βλ. Εύζωνος ν. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. 284/11, ημερ. 15/09/2016, ECLI:CY:AD:2016:A430 και Lord Jeans Ltd v. Orbit Kazoulis Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ 808, 814). Εκείνο που ευθέως συνάγεται από τα πιο πάνω, είναι η μακρά καθυστέρηση με την οποία υποβάλλεται η επίδικη αίτηση. Η προώθηση τέτοιας αίτησης 7 και πλέον έτη μετά την καταχώρηση της αγωγής και σχεδόν 5 έτη μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαιτήσεως, δεν μπορεί παρά να αναδείξει τούτην την καθυστέρηση και να εγείρει ερωτήματα σε σχέση με το εύλογο και δικαιολογημένο του αιτήματος. Δεν παραγνωρίζεται βεβαίως ότι η καθυστέρηση από μόνη της δεν είναι λόγος απόρριψης του αιτήματος (βλ. Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.α
(2012)1 Α.Α.Δ 817). Άλλωστε τα διαλαμβανόμενα στην Δ.25 ως είχε πριν την τροποποίηση του 2014, ρητά προβλέπουν ότι η τροποποίηση επιτρέπεται «at any stage of the proceeding». Επί του προκειμένου σημειώνεται πως η νομολογία αποκαλύπτει ότι είθισται η καθυστέρηση να συναρτάται με τη γνησιότητα προθέσεων του αιτητή (βλ. Federal Bank of Lebanon (S.A.L) v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ 44, 53). Αυτό όμως εξετάζεται στη συνέχεια. Σε ό, τι αφορά αυτή καθ' εαυτή την καθυστέρηση η νομολογία επεξηγεί περαιτέρω ότι όσο φιλελεύθερη και αν είναι πλέον η προσέγγιση σε τέτοιου είδους αιτήματα, η έγκριση τούτων παραμένει υποκείμενη στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και γνώμονας για την έγκριση τέτοιου αιτήματος είναι το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1195)1 Α.Α.Δ 560, 562). Περιπλέον στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L) ν. Σιακόλα
(2002)1Α Α.Α.Δ 223, 228, αναφέρεται ότι όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται παροχή κάποιας εξήγησης, ιδιαίτερα εφόσον σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή. Στην προκείμενη περίπτωση ομολογουμένως η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση φείδεται οιονδήποτε εξηγήσεων. Αναφέρεται εκεί απλώς ότι «κατά την προετοιμασία της ακρόασης περιήλθε στην αντίληψη των δικηγόρων που την χειρίζονται» δηλαδή αυτό είναι το γεγονός που ανέδειξε την ανάγκη για τροποποίηση. Ποιος ο λόγος που συνήγοροι δεν γνώριζαν την υπόθεση των πελατών τους κατά τον χρόνο σύνταξης των δικογράφων, ή στην περίπτωση του νυν συνηγόρου, κατά τον χρόνο καταχώρησης της αλλαγής δικηγόρου, δεν εξηγήθηκε στο Δικαστήριο. Εν ολίγοις άγνωστο παρέμεινε το κατά πόσο οφείλεται σε αδράνεια είτε των εναγόντων είτε των εκπροσώπων τους και ποσώς επιχειρήθηκε να εξηγηθεί και δη να δικαιολογηθεί τούτη η καθυστέρηση. Παρεμβάλλω, έστω εν παρωδώ, ότι εκ της επιχειρηματολογήσεως του συνηγόρου των εναγόντων μου δίδεται η εντύπωση ότι θέση τους είναι πως οποτεδήποτε και να αιτηθούν τροποποίησης και κάτω από οιεσδήποτε συνθήκες, το αίτημα πλεονεκτεί στην περίπτωση που μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Με όλο το σεβασμό αλλά με αυτή τη θέση δεν μπορώ να συμφωνήσω. Έχει παρατεθεί ήδη η νομολογία που διέπει το ζήτημα. Αναμένεται να δοθεί εξήγηση που να δικαιολογεί τούτην την καθυστέρηση, κάτι που στη δεδομένη περίπτωση δεν έχει γίνει. Πέραν όμως τούτου, η πλευρά της υπεράσπισης, τόσο της τράπεζας όσο και της δικηγόρου, ισχυρίστηκαν και επί του προκειμένου δεν αμφισβητήθηκαν, ότι το αίτημα συναρτάται με άλλη υπόθεση εν προκειμένω την 1394/12 και πως οι ενάγοντες συγκεκαλυμμένα επιχειρούν, αφενός να αναβιώσουν την παρούσα υπόθεση που όπως προκύπτει από τα λεχθέντα τους έχει διευθετηθεί στην αγωγή 1381/12 και αφετέρου να προσθέσουν καινοφανείς αξιώσεις που έχουν να κάνουν με την αγωγή 1394/
- Οι αιτιάσεις της υπεράσπισης δεν είναι αναιτιολόγητες ή ανυπόστατες. Τα τεκμήρια που προσκομίστηκαν από την πλευρά της τράπεζας, δεικνύουν ακριβώς το συσχετισμό της παρούσας με την υπόθεση 1381/12 (βλ. τεκμήριο Γ). Άλλωστε αυτή ήταν και η θέση της συνηγόρου των εναγόντων στο Δικαστήριο την 02/11/2020, δηλαδή ότι η παρούσα υπόθεση και η αναφερόμενη συνδέονται. Πέραν αυτού επισκόπηση των τεκμηρίων Α, Β και Ε που προσκόμισε η τράπεζα στο Δικαστήριο, αναδεικνύει τη διασύνδεση της υπόθεσης 1394/12 με τους ισχυρισμούς που οι ενάγοντες επιθυμούν σήμερα να προσθέσουν στο δικόγραφο τους. Η σημασία όλων των ανωτέρω έγκειται στη διαπίστωση που ευθέως προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία, δηλαδή ότι οι ενάγοντες επιχειρούν συγκεκαλυμμένα να παρεμβάλλουν μέσα στο δικόγραφο της επίδικης αγωγής ισχυρισμούς άλλης υπόθεσης, δηλαδή της 1394/12, αυξάνοντας κατ' αυτό τον τρόπο την αξίωση της αγωγής και διαφοροποιώντας το αντικείμενο τούτης, τη στιγμή μάλιστα που μεγάλο μέρος της επίδικης αγωγής φαίνεται να αποτελεί τετελεσμένο γεγονός, εν όψει της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 1381/12 (τεκμήριο Δ). Υπό τις περιστάσεις κρίνω πως η αίτηση σαφώς και συνιστά νέα βάση αγωγής. Ούτως ή άλλως τα αναφερόμενα στην αίτηση σε ποσό €400.000 και η μετατροπή του ενικού σε πληθυντικό «συνολικές πιστωτικές διευκολύνσεις», φανερώνει ακριβώς αυτό, δηλαδή πως επιχειρείται εισαγωγή νέας βάση αγωγής. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τα λεγόμενα, εν προκειμένω αναμφισβήτητα, της πλευράς των εναγομένων. Η παραπάνω διαπίστωση αναδεικνύει ότι αν το αίτημα ήθελε εγκριθεί πρόσθετος χρόνος, ήτοι καθυστέρηση, θα προκύψει και θα προκαλέσει περαιτέρω ταλαιπωρία στην υπόθεση που η εκδίκαση της έχει ήδη καθυστερήσει. Πέραν όμως των ανωτέρω, εκείνο που ιδιαιτέρως φανερώνει τις προθέσεις των εναγόντων και άπτεται αυτής τούτης της γνησιότητας του αιτήματος, είναι η στάση τούτων και δη η συγκεκαλυμμένη προσπάθεια εισαγωγής τούτων των ζητημάτων στο δικόγραφο, χωρίς προηγούμενη αποκάλυψη και με αδιαφορία πως όσα επιθυμούν να προσθέσουν συνιστούν νέα βάση αγωγής, σε μια υπόθεση της οποίας μεγάλο μέρος της αξίωσης φαίνεται να έχει διευθετηθεί στην αγωγή 1381/
- Δεν παραγνωρίζεται ότι η κακοπιστία είναι ισχυρισμός που βαρύνει την πλευρά που τον επικαλείται (βλ. Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1Α Α.Α.Δ 745, 751). Εν τούτοις είμαι της γνώμης ότι όλα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν και δη η νέα βάση αγωγής, η αναιτιολόγητη καθυστέρηση, η συγκεκαλυμμένη παράθεση και παρουσίαση των γεγονότων του αιτήματος και ιδιαίτερα η διασύνδεση τούτων των αξιώσεων με εκείνων είτε της αγωγής 1394/12 είτε της αγωγής 1381/12, αναδεικνύουν τούτη την κακοπιστία. Αυτή είναι και η διαπίστωση μου, δηλαδή ότι η αίτηση δεν έχει γνήσιες και αγαθές προθέσεις, αλλά είναι εμποτισμένη από κακοπιστία και συνεπώς τυχόν έγκριση τούτης δεν θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους μαζί και καθ' ένα ξεχωριστά καταλήγω ότι η επίδικη αίτηση είναι καθ' όλα αβάσιμη, αναιτιολόγητη, καθυστερημένη και κακόπιστη και συνεπώς απορρίπτεται. Έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται εις βάρος των εναγόντων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα και προς όφελος των εναγομένων 1 και 3. Σε σχέση με τον εναγόμενο 2 δεν επιδικάζονται έξοδα εφόσον δεν έφερε ένσταση στο επίδικο αίτημα. ( Υπ.)......................................... Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο