← Κύπρος

Φειδία ν. N. N. CYPRUS LAND LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1252/13, 16/3/2021

Φειδία ν. N. N. CYPRUS LAND LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1252/13, 16/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A137 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 1252/13 Μεταξύ: [ ] Ευσταθίου Φειδία Ενάγουσας -και- N. N. CYPRUS LAND LIMITED Εναγομένης 16 Μαρτίου 2021 Για την ενάγουσα: κος Α. Αθανασίου για γραφείο Ανδρέα Χρ. Δημητριάδη Για την εναγομένη: κος Χ. Σιαηλής για την κα Αργεντούλλα Ιωάννου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση αίτηση σκοπεί σε έκδοση διατάγματος για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Στη δεδομένη περίπτωση αιτήτρια είναι η ενάγουσα και οι λεπτομέρειες που ζητούνται έχουν να κάνουν με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση (στη συνέχεια η υπεράσπιση). Ποιο ακριβώς είναι το αιτητικό και κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του διατάγματος εξετάζεται στη συνέχεια. Για την ώρα εκείνο που προέχει και ως εκ της φύσεως του επιβάλλεται να αποφασιστεί πρώτο, είναι η θέση της υπεράσπισης πως η αίτηση δεν εδράζεται στην ορθή δικονομική διάταξη και ένεκα τούτου είναι υποκείμενη σε απόρριψη. Είναι αντιληπτό ότι αν τούτος ο ισχυρισμός ήθελε εδραιωθεί, η αίτηση θα οδηγηθεί σε απόρριψη και αυτό θα σημάνει και το τέλμα της διερεύνησης. Τώρα, γεγονός είναι ότι η αίτηση της ενάγουσας εδράζεται στις Δ.19 κ.9 και Δ.48 κκ. 1-4 και 9(
  2. i)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Περαιτέρω, δεδομένο πιστεύω μπορεί να θεωρηθεί πως ο κανονισμός που διέπει ό,τι σχετικό του αιτήματος για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, είναι ο κ.6 της Δ.19 (βλ. Θεμιστοκλέους v. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ

(2000)1Α Α.Α.Δ. 157, 161). Άλλωστε αυτό το αναγνώρισε και ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας, εξού και στο πλαίσιο της ακρόασης του αιτήματος αιτήθηκε άδεια να τροποποιήσει τη νομική βάση της αίτησης. Προς τούτο επικαλέστηκε τη νέα Δ.25 και συγκεκριμένα τον κ.6 που διαλαμβάνει για διόρθωση γραφικών λαθών. Εν τούτοις, όπως έχει υποδειχθεί και κατά την ακροαματική διαδικασία, η νέα Δ.25 αφορά αγωγές που καταχωρίστηκαν μετά την 01/01/2015, ενώ η παρούσα καταχωρίστηκε την 15/05/
  1. Συνεπώς δεν νοείται επίκληση τούτης για διόρθωση της μνημονευθείσας πλημμέλειας. Τι σημαίνει όμως τούτο για την αίτηση; Είμαι της γνώμης ότι η απάντηση προκύπτει από την σχετικά πρόσφατη υπόθεση Koza Michael David κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Πολ. Έφ. 208/12, ημερομηνίας 24/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:A
  2. Σε εκείνη την περίπτωση θεωρήθηκε δεδομένο πως η αίτηση εδραζόταν σε λάθος δικονομική διάταξη. Το δε πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση ακριβώς δια αυτόν τον λόγο. Στην έφεση το Ανώτατο Δικαστήριο επικαλέστηκε την υπόθεση Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ 366 και αφότου τόνισε πως σε κάθε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως να εξετάσει και να θεραπεύσει την παρατυπία βάσει της Δ.64 κατέληξε πως: «Οι παραπάνω παρατηρήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων ως προς τη συμμετοχή των εφεσιβλήτων στην πρωτόδικη διαδικασία χωρίς να εγείρουν θέμα παρατυπίας είναι ορθή. Μπορεί δε να λεχθεί, χωρίς δυσκολία, ότι η συμμετοχή αυτή με την καταχώριση ένστασης στη διαδικασία της αίτησης των εφεσειόντων, χωρίς οι εφεσίβλητοι να εγείρουν θέμα παρατυπίας, ισοδυναμεί με παραίτηση από το δικαίωμα που αυτή τους παρείχε. Εξάλλου, οι εφεσίβλητοι, δεν φαίνεται να έχουν υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό λόγω της παρατυπίας. Η αίτηση των εφεσειόντων ήταν σαφής τόσο ως προς τις επιδιωκόμενες θεραπείες όσο και το πραγματικό τους βάθρο. Συμμετέχοντας δε στη διαδικασία, οι εφεσίβλητοι υποστήριξαν τις αντίθετες στην αίτηση θέσεις τους. Ούτε επρόκειτο για μείζονα παρατυπία. Δεν μπορεί, επίσης, να παραγνωριστεί ότι το θέμα της παρατυπίας εγέρθηκε για πρώτη φορά και εξετάστηκε από το Δικαστήριο στο στάδιο της απόφασης του, και όχι σε αρχικό στάδιο, με συνέπεια την ταλαιπωρία των διαδίκων και την αύξηση των εξόδων (βλ Wunderlich (ανωτέρω)). Υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρούμε ότι απορρίπτοντας την αίτηση των εφεσειοντων λόγω παρατυπίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε εσφαλμένα τη διακριτική του ευχέρεια προκαλώντας αδικία στους εφεσείοντες. Έχοντας διαπιστώσει το ίδιο την ύπαρξη της παρατυπίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να προχωρήσει έγκαιρα στη θεραπεία της εκδίδοντας διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία». Είμαι της γνώμης πως στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής όλα όσα υποδείχθηκαν στην υπόθεση Koza, πιο πάνω. Η επίδικη αίτηση εξαρχής και επαρκώς διατυμπάνισε το ζητούμενο της και ως εκ τούτου η εναγομένη δεν έτυχε παραπλάνησης. Περαιτέρω, αν και η εναγομένη αμφισβήτησε τη δικονομική βάση της αίτησης, εν τούτοις προχώρησε και στην ουσία του πράγματος, γεγονός που δεικνύει τη μη παραπλάνησή της, καθώς ότι η περί ης ο λόγος παρατυπία δεν της στέρησε το δικαίωμα τοποθέτησης. Τέλος, ο κ.9 της Δ.19 που επικαλείται η αίτηση δεν είναι παντελώς άσχετος με αίτημα ως το επίδικο, αν και όμως σαφώς δεν είναι ο κατάλληλος, στοιχείο που προσθέτει στο ότι δεν παραπλανήθηκε η πλευρά της υπεράσπισης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί και στην προκείμενη περίπτωση αρμόζει, να ασκήσει την εξουσία του ώστε να άρει την παρατυπία της αίτησης. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα άρσης της παρατυπίας της αίτησης. Το δεύτερο σε σειρά προτεραιότητας ζήτημα που αρμόζει να απαντηθεί, ανακύπτει και πάλιν από τις αιτιάσεις της υπεράσπισης. Η τελευταία διατείνεται ότι δεν προηγήθηκε της καταχώρησης της αίτησης η νενομισμένη επιστολή και πως είναι τούτος ικανός λόγος ώστε η αίτηση να οδηγηθεί σε απόρριψη. Κατ' αρχάς υποδεικνύεται πως η αίτηση, η οποία δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση εφόσον αυτό διαλαμβάνεται στην Δ.48 κ.9(i), υποστηρίζει πως ζητήθηκαν τέτοιες λεπτομέρειες με επιστολή ημερομηνίας 04/02/
  1. Εν τούτοις το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του Δικαστηρίου δεν επιβεβαιώνει τη σχετική θέση. Και λέγω το περιεχόμενο του φακέλου, δοθέντος ότι αφενός αποτελεί πηγή διαπίστωσης πραγματικών γεγονότων (βλ. Δ.48 κ.1 και Εύζωνος ν. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. 284/11 ημερομηνίας 15/09/2016, ECLI:CY:AD:2016:A430) και αφετέρου σε αίτημα ως το υπό κρίση τόσο η προηγηθείσα επιστολή όσο και οι τυχόν λεπτομέρειες που παρέχονται βάσει αυτής, υπέχουν θέση δικογράφου και επιβάλλεται να καταχωρούνται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Προς επίρρωση τούτου παραπέμπω στο Annual Practice του 1958, vol. 1 σελίδα 460, κάτω από τον τίτλο «Form of Particulars», όπου αναφέρεται ότι˙ «The Particulars so delivered are a part of the pleadings and should be delivered as a formal document in the same way as a pleading, and not in the form of a letter». Εφόσον στην προκείμενη περίπτωση τέτοια επιστολή δεν καταχωρίστηκε στον φάκελο πριν τη αίτηση, έπεται ότι δεν έχει προηγηθεί κατά πως ορίζεται στον κ.7 της Δ.
  2. Με δεδομένο πλέον ότι ο φάκελος του Δικαστηρίου δεν θέλει να έχει προηγηθεί της αίτησης η νενομισμένη επιστολή, το ερώτημα που αναφύεται είναι κατά πόσο αυτή η παράλειψη είναι μοιραία για την αίτηση. Είμαι της γνώμης πως η απάντηση είναι αρνητική. Η τελευταία πρόταση του κ.7 της Δ.19, η οποία αναφέρει ότι˙ «In dealing with the costs of any application for an order for particulars, the provision of this rule shall be taken into consideration by the court or Judge», αποκαλύπτει του λόγου το ασφαλές. Ανταποκρινόμενος ο εν λόγω κανονισμός (κ.7, Δ.19) στα όσα αναφέρονται στο Annual Practice του 1958, σελίδα 460, κάτω από τον τίτλο «Costs», φανερώνει ότι ο σκοπός της επιστολής, η οποία αποτιμάται κατά τον υπολογισμό εξόδων, έχει να κάνει με τον περιορισμό τούτων, αλλά πρωτίστως με τον μη πολλαπλασιασμό των διαδικασιών. Αν και χρειάζεται να προηγηθεί, εξού και συνυπολογίζεται στα έξοδα, εν τούτοις δεν συνιστά απαραίτητο συστατικό στοιχείο για την έκδοση του διατάγματος. Ως εκ τούτου το γεγονός ότι η ενάγουσα παρέλειψε να αποστείλει πρώτα τη νενομισμένη επιστολή, δεν σημαίνει ότι μοιραία η αίτηση οδηγείται σε απόρριψη για αυτόν τον λόγο, παρά μόνο ότι αν η αίτηση ήθελε επιτύχει το Δικαστήριο οφείλει να λάβει αυτό το γεγονός υπόψη του σε σχέση με τα έξοδα. Συνεπώς ούτε αυτός ο λόγος είναι ικανός να ανακόψει την πορεία της αίτησης. Ας δούμε τώρα την ουσία του πράγματος. Η αξίωση της ενάγουσας έχει να κάνει με μια συμφωνία πώλησης ενός ακινήτου. Παρεμβάλλεται ότι επικουρικά επικαλείται και δεύτερη συμφωνία πώλησης, ώστε να καταδείξει τη σχέση των μερών και όπως η ίδια ισχυρίζεται, τις προθέσεις της εναγομένης εταιρείας. Το συμφωνηθέν τίμημα πωλήσεως τούτου του ακινήτου ανερχόταν σε £65.000 και συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντός 60 ημερών από την υπογραφή της συμφωνίας, δηλαδή από την 14/07/
  3. Η εναγομένη κατέβαλε δύο ποσά. Το πρώτο ύψους £5.000 και το άλλο ύψους £10.
  4. Εν τούτοις παρέλειψε να εξοφλήσει το υπόλοιπο του τιμήματος και ως εκ τούτου την 08/02/2008 η ενάγουσα της απέστειλε επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 04/02/
  5. Είναι η θέση της ενάγουσας πως μετά την 08/02/2008 άλλος αγοραστής προτίθετο να αγοράσει το ακίνητο για το ποσό των £95.
  6. Ενημέρωσε σχετικά την εναγομένη ώστε να αποσύρει το πωλητήριο έγγραφο που είχε καταθέσει στο Κτηματολόγιο, η τελευταία όμως απαίτησε ποσό £150.
  7. Σήμερα το ακίνητο αξίζει, σύμφωνα με την ενάγουσα, €55.
  8. Ως εκ των ανωτέρω η ενάγουσα αξιώνει αριθμό διαταγμάτων που ως αποτέλεσμα έχουν την ακύρωση του πωλητήριου εγγράφου και την απόσυρση του από το Κτηματολόγιο και περαιτέρω, αποζημιώσεις ύψους €81.688, δηλαδή τη διαφορά της σημερινής αξίας του ακινήτου από το ποσό των £95.000 που ήταν η τιμή πώλησης στον τρίτο προτιθέμενο αγοραστή, η οποία δεν εκπληρώθηκε λόγω της άρνησης της εναγομένης να αποσύρει το πωλητήριο έγγραφο. Περιπλέον η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι συγκεκριμένος όρος που τέθηκε στο ένα εκ των δύο πωλητήριων εγγράφων αποτελεί προϊόν δόλου καθ' ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε και αξιώνει ακύρωση τούτου. Στον αντίποδα η εναγομένη δέχεται τη συνομολόγηση της συμφωνίας που αφορά το επίδικο ακίνητο και απαντά σε σχέση με τον όρο της συμφωνίας ότι ήταν γνωστός στην ενάγουσα. Περαιτέρω δέχεται ότι κατέβαλε το ποσό των £15.000 που αναφέρεται στην έκθεση απαιτήσεως, αρνείται όμως ότι είναι τούτο το μοναδικό ποσό που κατέβαλε. Υποστηρίζει ότι το ποσό των £10.000 καταβλήθηκε την 05/11/2007 στην ενάγουσα και/ή σε αντιπρόσωπό της και με αυτό θέλει τα μέρη να συμφώνησαν παράταση της περιόδου των 60 ημερών, που στη συμφωνία προβλεπόταν ως χρόνος εξόφλησης. Είναι η θέση της ότι συμφωνήθηκε πως η εξόφληση θα διενεργείτο όχι αργότερα του Ιανουαρίου 2008 και σίγουρα όχι πριν την εξασφάλιση από την ενάγουσα των απαλλακτικών για σκοπούς μεταβίβασης. Η παράγραφος 10 άπτεται του αιτήματος και συνεπώς παρατίθεται αυτούσια˙ «Είναι ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι την 08/02/2008 κατέβαλε στην Ενάγουσα και/ή σε αντιπρόσωπο αυτής και/'η στον σύζυγο της ο οποίος την εκπροσωπούσε το ποσό των €20.000, με την δέσμευση της Ενάγουσας και/ή του αντιπροσώπου αυτής (κατά την παραλαβή του ποσού των €20.000) ότι θα παράσχει στην Εναγόμενη ακόμη δύο μήνες από την 08/02/2008 μέχρι να αποπληρώσει πλήρως το τίμημα πώλησης του επίδικου ακινήτου, εξόφληση η οποία πάντως δεν θα γινόταν πριν την εξασφάλιση από την Ενάγουσα των απαλλακτικών από το Γραφείο Φόρου Εισοδήματος για τους σκοπούς της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου.» Παραδέχεται η εναγομένη ότι έλαβε την επιστολή τερματισμού της ενάγουσας την 08/02/2008, θέλει όμως να παραλαμβάνει τούτη αφότου κατέβαλε το επιπλέον ποσό των €20.000 και ισχυρίζεται ότι βάσει αυτού είχε συμφωνηθεί παράταση του χρόνου εξόφλησης. Η παράγραφος 14 επίσης αποτελεί αντικείμενο της αίτησης και συνεπώς παρατίθεται αυτούσια˙ «Η Εναγόμενη σημειώνει ότι η Ενάγουσα ουδέποτε εξασφάλισε δημόσιο δρόμο για την προσπέλαση από και/ή προς το επίδικο ακίνητο και/ή ουδέποτε έκανε τις απαραίτητες διαδικασίες για να εξασφαλίσει στο επίδικο ακίνητο δρόμο και/ή δημόσιο δρόμο, ως ήταν ρητός όρος της επίδικης συμφωνίας. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας των διαδίκων και/ή πρόσθετος όρος και/η δέσμευση της Ενάγουσας ότι η Ενάγουσα θα δημόσιο δρόμο για την προσπέλαση από και/ή προς το επίδικο ακίνητο εντός εύλογου χρόνου από την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας και/ή σίγουρα πριν την μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στον όνομα της Εναγομένης, κάτι το οποίο η Ενάγουσα δεν έπραξε και/ή όρο τον οποίο η Ενάγουσα αθέτησε και/ή η Ενάγουσα καθυστέρησε αδικαιολόγητα να υλοποιήσει με αποτέλεσμα να προκληθούν ζημιές στους Εναγομένους και/ή απώλειες κέρδους και/ή βλάβες στους Εναγομένους και/ή οι Εναγόμενοι υπέστησαν ζημιές ύψους €250.000 από την απώλεια κέρδους και/ή πελατείας και/ή από την απώλεια κέρδους που θα είχαν οι Εναγόμενοι από την μεταπώληση του επίδικου ακινήτου, ποσό το οποίο η Εναγόμενη αξιώνει ανταπαιτητικώς από την Ενάγουσα» Είναι η θέση της εναγομένης ότι ήταν υποχρέωση της ενάγουσας να εξασφαλίσει απαλλακτικά και να τα παραδώσει στην ενάγουσα. Η δε προθεσμία εξόφλησης δεν ήταν μόνο οι 60 ημέρες, άλλα και ο χρόνος εξασφάλισης των απαλλακτικών. Η ενάγουσα μέχρι σήμερα δεν εξασφάλισε τούτα και συνεπώς η προθεσμία εξόφλησης δεν έχει παρέλθει ακόμη. Περαιτέρω, η ενάγουσα είναι εκείνη που παραβιάζει τη συμφωνία, αφού δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή της να εξασφαλίσει απαλλακτικά. Είναι η θέση της εναγομένης ότι το υπόλοιπο δεν κατέστη πληρωτέο πριν τη 15/05/
  9. Στην παράγραφο 21, που επίσης αποτελεί αντικείμενο της αίτησης αναφέρεται ότι: «Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι (εάν ήθελε φανεί ότι νομίμως τερματίστηκε η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία) η Ενάγουσα οφείλει να επιστρέψει προς την Εναγόμενη το ποσό των €45.630, το οποίο η Εναγόμενη κατέβαλε προς την Ενάγουσα έναντι του τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου και/ή η Ενάγουσα πλούτισε αδικαιολόγητα εις βάρος της Εναγόμενης.» Τέλος, είναι η θέση της εναγομένης ότι κατά τον τερματισμό της συμφωνίας από την ενάγουσα, ήταν σε θέση να εξοφλήσει το ποσό αγοράς και είχε κλείσει συμφωνία με τρίτο πρόσωπο ώστε να μεταπωληθεί και μεταβιβαστεί το ακίνητο επ' ονόματι του για το ποσό των €250.000, το οποίο απώλεσε λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της ενάγουσας. Εν όψει όλων των ανωτέρω ανταπαιτεί δήλωση πως ο τερματισμός της συμφωνίας είναι παράνομος, αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, ποσό €45.630 ως το ποσό που κατέβαλε στην ενάγουσα και ποσό €250.000 ως ζημιά που υπέστη από το γεγονός ότι δεν κατόρθωσε να μεταπωλήσει το ακίνητο. Στην υπεράσπιση στην ανταπαίτηση η ενάγουσα αμφισβητεί όλους τους ισχυρισμούς της εναγομένης και πιο συγκεκριμένα ότι της κατέβαλε ποσό πέραν των £15.000, καθώς ότι θα μεταπωλούσε το ακίνητο έναντι ποσού €250.
  10. Τώρα, οι αρχές επί των οποίων εδράζεται το αίτημα είναι γνωστές και ως εκ τούτου δεν χρειάζεται ιδιαίτερη εμβάθυνση. Σημειώνεται μόνο ότι αποτελεί βασικό κανόνα του δικαιϊκού μας συστήματος ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες και ουσιώδεις λεπτομέρειες των θεμάτων που επικαλούνται (βλ. Δ.19 κ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας) ώστε ουδεμία πλευρά να καταλαμβάνεται εξαπίνης, αλλά αντιθέτως να πληροφορείται την υπόθεση που έχει να αντιμετωπίσει (βλ. Ballen & Leake Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδες 112‑113). Περιπλέον, η συμμόρφωση των δικογράφων με τις δικονομικές επιταγές εξυπηρετεί και το Δικαστήριο στην επιτέλεση του έργου του, εν προκειμένω τον έλεγχο της δικαστικής διαδικασίας ώστε να μην αφεθεί να οδηγηθεί σε ατραπούς ξένες των επίδικων θεμάτων (βλ. Χριστοδούλου v. Χρ. Μαρνέρος & Σια Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 718, 721). Βεβαίως όπου κάποιος διάδικος παραλείπει να συμμορφωθεί με τις σχετικές δικονομικές επιταγές, το Δικαστήριο κέκτηται εξουσία, είτε κατόπιν αιτήματος είτε ιδία βουλήσει, να διατάξει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Είναι βασικό εν τούτοις να υποδειχθεί πως οι λεπτομέρειες δεν συναρτώνται με κάθε ισχυρισμό παρά μόνο με ουσιώδη γεγονότα. Όσο για το ποιο γεγονός μπορεί να κριθεί ουσιώδες εξηγήθηκε στην υπόθεση Kapatais v. The London Lancashire Insurance Co Ltd, 4 C.L.R. 66, με αναφορά στο Annual Practice του 1959. Ουσιώδες είναι το γεγονός που είναι αναγκαίο για τη σύσταση του αγώγιμου δικαιώματος. Εν τέλει λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν και για διευκρίνιση των επίδικων θεμάτων όπως αυτά στοιχειοθετούνται από τα ουσιώδη γεγονότα (βλ. Σάββα v. Κυπριακών Αερογραμμών
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1146, 1152). Στην προκείμενη περίπτωση σε σχέση με την παράγραφο 10 της υπεράσπισης ζητούνται λεπτομέρειες αναφορικά με τον τρόπο που καταβλήθηκε το ποσό των €20.000, δηλαδή μετρητά ή επιταγή. Αν δε είναι με επιταγή, ζητούνται στοιχεία τούτης, δηλαδή σειριακός αριθμός και όνομα της τράπεζας στην οποία εκδόθηκε. Τέλος, ζητείται να αναφερθεί ποιος προέβη στην καταβολή του ποσού και σε ποιον το κατέβαλε. Αρχίζω από την τελευταία πτυχή του αιτήματος και σημειώνω πως η υπόθεση που επικαλέστηκε η υπεράσπιση, εν προκειμένω η Θεμιστοκλέους v. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1Α Α.Α.Δ. 157, εξηγεί κάτω από ποιες περιπτώσεις η αποκάλυψη ονόματος είναι επιτρεπτή και η παρούσα δεν εμπίπτει σε αυτές. Περιπλέον εξίσου σημαντικό είναι και τα λεχθέντα στο Annual Practice του 1958, σελίδα 461 κάτω από τον τίτλο «Disclosing Names of Witnesses etc», όπου αναφέρεται ότι˙ «If the only object of the summons be to obtain the names of witnesses or some other clue to the evidence of the other party, it will be dismissed». Αυτό είναι που ισχύει και στην υπό κρίση περίπτωση. Το όνομα του προσώπου που δόθηκε το εν λόγω ποσό, σύμφωνα με τα ισχυριζόμενα, συνιστά μαρτυρία και δεν αποκαλύπτεται αποχρών λόγος που να δικαιολογεί διάταγμα αποκάλυψης της ταυτότητας οιουδήποτε εκ των δύο προσώπων (πληρωτή και αποδεχτή) που αναφέρονται στην αίτηση. Όσο δε για τα στοιχεία της τυχόν επιταγής, στην υπόθεση Cyprus Airways Ltd v. Savva
(1992)1Α Α.Α.Δ. 1,8 υποδείχθηκε πως˙ «The numbers, however, of the cheques and the signatories thereof are not material facts in the sence of O.19, R4». Συνεπώς, ούτε αυτή η πτυχή της απαίτησης της ενάγουσας μπορεί να ικανοποιηθεί. Παρ' όλα ταύτα, ουσιώδες στοιχείο το οποίο δεν συνιστά μαρτυρία, είναι ο τρόπος με τον οποίο καταβλήθηκε, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της υπεράσπισης, το ποσό των €20.
  1. Προς επίρρωση τούτου είναι αρκετό να υποδειχθεί πως ο κ.13 της Δ.19 υποχρεώνει τους διαδίκους σε παράθεση γεγονότων. Μεταξύ των περιπτώσεων που έκει αναφέρεται, είναι και η καταβολή χρημάτων (payment). Ως εκ τούτου κρίνω πως αυτή η πτυχή του αιτήματος δικαιολογείται. Συνεπώς εκδίδεται σχετικό διάταγμα για περαιτέρω λεπτομέρειες και συγκεκριμένα να αναφέρει η εναγομένη με ποιον τρόπο κατέβαλε το ποσό των €20.000, δηλαδή σε μετρητά ή άλλως πως και ποιος είναι αυτός ο άλλος τρόπος. Παραδεχτή κρίνω πως είναι η αξίωση της ενάγουσας και σε σχέση με την παράγραφο 14 της υπεράσπισης. Δεν παραγνωρίζω ότι το περιεχόμενο της εν λόγω παραγράφου συναρτάται με εκείνο της παραγράφου 22iv, όπου αναφέρεται πως˙ «Η Εναγόμενη, κατά τον παράνομο τερματισμό της επίδικης συμφωνίας το 2008 (βλ. και ανωτέρω) ήταν σε θέση να εξοφλήσει ολόκληρο το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς του επίδικου ακινήτου, ενώ είχε κλείσει συμφωνία με τρίτο πρόσωπο για την μεταπώληση του επίδικου ακινήτου και/ή μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα του για το ποσό των €250.000, ποσό το οποίο η Εναγόμενη απώλεσε λόγω της εντελώς παράλογης και/ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς της Ενάγουσας και το οποίο διεκδικεί ανταπαιτητικώς (βλ. και ανωτέρω παράγραφο 14)» Εν τούτοις και η παράγραφος 22iv φείδεται λεπτομερειών. Δεν αναφέρεται εκεί ποιας ημερομηνίας είναι αυτή η συμφωνία και ποια ήταν η μορφή τούτης (προφορική ή γραπτή). Σε αυτά τα ερωτήματα προστίθενται και εκείνα που τέθηκαν από την υπεράσπιση, η ουσία των οποίων σκοπεί στο να προσδιοριστεί με σαφήνεια η ζημιά που η εναγομένη ισχυρίζεται ότι υπέστη. Ενόψει των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα ως η αίτηση σε σχέση με τα ερωτήματα που αφορούν την παράγραφο
  2. Με δεδομένη δε την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει παροχή λεπτομερειών ιδία βουλήσει, προστίθεται εδώ αυτό που πιο πάνω αναδείχθηκε ως αναγκαίο σε σχέση με τον χρόνο και τον τύπο της συμφωνίας και σημειώνεται πως το δικόγραφο της υπεράσπισης δεν παρέχει τέτοιες λεπτομέρεις. Ως εκ τούτου, πέραν της παραγράφου 14, καλείται η εναγομένη να παραχωρήσει λεπτομέρειες σε σχέση με την παράγραφο 22iv ως εξής: Ποια η μορφή της συμφωνίας που εκεί αναφέρεται (προφορική ή γραπτή) και ποια η ημερομηνία τούτης και ποιοι οι βασικοί όροι της συμφωνίας (βλ. Πανίκος Α. Λεωνίδου v. Σπυριδάκη Πολ. Εφ. 64/09, 19/07/2012 για την υποχρέωση δικογράφησης τέτοιων λεπτομερειών). Τέλος, σε σχέση με την παράγραφο 21 της υπεράσπισης είναι γεγονός ότι το περιεχόμενο τούτης δεν είναι σαφές. Μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι το ποσό που εκεί αναφέρεται είναι εκείνο που προκύπτει από τα ποσά που στις προηγούμενες παραγράφους υποστηρίζεται ότι η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα. Εν τούτοις δεν αναφέρεται αυτό, δηλαδή £5.000, £10.000 και €20.000 με καθαρότητα και σαφήνεια στην υπεράσπιση και εφόσον πρόκειται για ποσό που αξιώνεται ως ειδική ζημιά, δικαιολογημένα η ενάγουσα απαιτεί να πληροφορηθεί σε σχέση με όσα αναφέρονται στην αίτηση. Παρ' όλα αυτά κρίνω ορθό να προσθέσω στο διάταγμα που πρόκειται να εκδοθεί ακόμη ένα ερώτημα, το οποίο δυνατό να επιλύσει αυτό το ζήτημα. Εν προκειμένω διατάσσεται η εναγομένη να δηλώσει κατά πόσο το αναφερόμενο ποσό στην παράγραφο 21 της υπεράσπισης προκύπτει από τα ποσά που αναφέρονται στις παραγράφους 8 (£15.000) και 10 (€20.000) της υπεράσπισης. Αν δε η απάντηση είναι αρνητική, τότε και μόνο τότε να απαντήσει στα ερωτήματα υπ' αριθμό 1 και 2 που τέθηκαν από την ενάγουσα σε σχέση με την παράγραφο
  3. Τα λοιπά ερωτήματα σε σχέση με την παράγραφο 21 κρίνω ότι συνιστούν αποκάλυψη μαρτυρίας και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Οφείλω να σημειώσω εδώ ότι κατά τη διερεύνηση του αιτήματος με απασχόλησε και η καθυστέρηση στην υποβολή τούτου. Αυτή η καθυστέρηση είναι γεγονός. Βεβαίως η νομολογία και το Annual Practice αποκαλύπτουν πως ο χρόνος τέτοιου αιτήματος είναι σημαντικός όταν αυτό υποβάλλεται πριν την καταχώρηση της υπεράσπισης, εφόσον είθισται να ακολουθεί τούτην. Στην προκείμενη περίπτωση η προηγηθείσα διερεύνηση καθιστά σαφές ότι οι εν λόγω λεπτομέρειες είναι αναγκαίες για αποσαφήνιση και συγκεκριμενοποίηση των επιδίκων θεμάτων. Είμαι της γνώμης πως κάτω από αυτές τις ιδιαίτερες περιστάσεις η έκδοση του διατάγματος υπερτερεί της παρατηρηθείσας καθυστέρησης. Το σύνολο των ανωτέρω λεπτομερειών διατάζεται η ενάγουσα να το παρέχει μέχρι και την 26/03/
  4. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας κρίνω ορθό η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της. Αυτό γιατί η πλευρά της ενάγουσας, η οποία δικαιώθηκε με την αίτηση και ως εκ τούτου δικαιωματικά θα ανέμενε να επιδικαστούν υπέρ της, συνέβαλε στην πρόκληση των εξόδων εφόσον δεν απέστειλε τη νενομισμένη επιστολή, ενέργεια η οποία δυνατό να οδηγούσε σε αποφυγή αυτής της ενδιάμεσης διαδικασίας (βλ. Κυπριανού v. Πιλλακούρη
(2000)1 Α.Α.Δ. 1873). Η υπόθεση ορίζεται για προγραμματισμό την 02/04/2021 στις 09:30. ( Υπ.)......................................... Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.