← Κύπρος

MUPANEMUNDA κ.α. ν. ALPHA PANARETI PUBLIC LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1671/11, 6/7/2021

MUPANEMUNDA κ.α. ν. ALPHA PANARETI PUBLIC LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1671/11, 6/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A147 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1671/11 Μεταξύ:

  1. [ ] MUPANEMUNDA
  2. [ ] MUPANEMUNDA Εναγόντων και
  3. ALPHA PANARETI PUBLIC LTD
  4. [ ] ΙΩΑΝΝΟΥ
  5. [ ] ΙΩΝΝΟΥ Εναγομένων Αρ. Αγωγής: 1672/11 Μεταξύ:
  6. [ ] MUPANEMUNDA
  7. [ ] MUPANEMUNDA Εναγόντων και
  8. ALPHA PANARETI PUBLIC LTD
  9. [ ] ΙΩΑΝΝΟΥ
  10. [ ] ΙΩΝΝΟΥ Εναγομένων Ημερομηνίας: 06 Ιουλίου 2021 Για τους ενάγοντες: κα Α. Τίκκου Για τους εναγόμενους: κα Σ. Φλωράκη ΑΠΟΦΑΣΗ Η απόφαση που ακολουθεί αφορά δύο αγωγές οι οποίες συνενώθηκαν δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 11/09/
  11. Εν τούτοις, αντικείμενο της απόφασης δεν είναι η αξίωση των εναγόντων, εφόσον αυτή διεκόπη την 14/09/
  12. Ό, τι απέμεινε μετά τη διακοπή της απαίτησης είναι η ανταπαίτηση των εναγομένων. Ως εκ τούτου η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε σε αυτό το σκέλος της υπόθεσης. Απότοκο των ανωτέρω ήταν να παρουσιάσει πρώτη την υπόθεσή της η πλευρά των εναγομένων και ακολούθως οι ενάγοντες να υπερασπιστούν την ανταπαίτηση. Προς διευκρίνηση των όσων ακολουθών και με δεδομένο ότι δεν διαφοροποιείται η ιδιότητα των διαδίκων, σημειώνεται πως παρ' ότι η αξίωση απεσύρθη και αντικείμενο της διαδικασίας είναι η ανταπαίτηση, οι διάδικοι θα καλούνται με την αρχική ιδιότητά τους, δηλαδή ενάγοντες και εναγόμενοι, ασχέτως ότι αυτό που εξετάζεται είναι η ανταπαίτηση. Περαιτέρω, αντιληπτό είναι ότι τα ανωτέρω δεν αναιρούν και ούτε ακυρώνουν τις υφιστάμενες δικογραφημένες θέσεις των μερών. Εν προκειμένω οι τυχόν παραδοχές στην υπεράσπιση εν σχέσει με ισχυρισμούς που περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως των εναγόντων, εξακολουθούν να δεσμεύουν τη διαδικασία. Για την ώρα δεν εξυπηρετεί ανάλυση των δικογράφων, εφόσον διαπιστώνεται ότι εν τέλει αριθμός ζητημάτων κατέστη είτε αναμφισβήτητος είτε παραδεχτός. Αρκεί να λεχθεί ότι η ουσία της διαφοράς αφορά δύο διαμερίσματα, ένα για κάθε αγωγή, τα οποία η εναγομένη 1 πώλησε στους ενάγοντες προτού ακόμη τα ανεγείρει. Εν τούτοις η συμφωνία δεν καρποφόρησε, εφόσον για λόγους που πιο κάτω πραγματεύομαι ως επίδικους, οι ενάγοντες τερμάτισαν τη συμφωνία. Παρ' όλα ταύτα οι εναγόμενοι δεν αποδέχθηκαν τον τερματισμό, εξού και είναι η θέση τους ότι προχώρησαν και ολοκλήρωσαν τα συμφωνηθέντα και αυτός είναι και ο λόγος που απαιτούν το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος. Ας δούμε όμως τα αδιαμφισβήτητα και παραδεχτά γεγονότα. Η εναγομένη 1 (στη συνέχεια η εταιρεία) κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο είναι κυπριακή εταιρεία ανάπτυξης ακινήτων και εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των εξής ακινήτων ˙ χωράφι με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ 45/43, τεμάχιο [ ] και χωράφι με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ 45/51, τεμάχιο [ ], τα οποία βρίσκονται στο χωριό Τρεμιθούσα στην Πάφο. Σε σχέση με τα εν λόγω ακίνητα η εταιρεία διαφήμιζε και προωθούσε την πώληση προς το κοινό του οικιστικού έργου με την επωνυμία St. George Hills (βλ. παραγράφους 2 και 3 της έκθεσης απαιτήσεως που κατέστησαν παραδεχτές με την παράγραφο 6 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης). Περαιτέρω παραδεχτό είναι ότι οι ενάγοντες αγόρασαν από την εταιρεία δύο διαμερίσματα στο οικιστικό έργο St. George Hills. Συγκεκριμένα την 23/01/2007 οι διάδικοι, ενάγοντες και εταιρεία, συνομολόγησαν δυο συμφωνίες. Οι εν λόγω συμφωνίες είναι τα τεκμήρια 2 και
  13. Η μεν πρώτη αφορά το διαμέρισμα Α4 στη κτηριακό συγκρότημα Electra House, για το οποίο το τίμημα πωλήσεως συμφωνήθηκε στο ποσό των Λ.Κ.115.000 πλέον 15% Φ.Π.Α. Η δε άλλη συμφωνία αφορά το διαμέρισμα Α1 στη κτηριακό συγκρότημα Ariadne House, για το οποίο το τίμημα πωλήσεως συμφωνήθηκε στο ποσό των Λ.Κ.90.000 πλέον 15% Φ.Π.Α. Στη συνέχεια τα δύο διαμερίσματα θα καλούνται ως Electra και Ariadne, αντίστοιχα. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 4 σε κάθε μια από τις δύο εκθέσεις απαιτήσεως, τα οποία και κατέστησαν παραδεκτά με την παράγραφο 6 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Όπως θα φανεί και στη συνέχεια της απόφασης, τη διαδικασία απασχόλησε και το κατά πόσο εκδόθηκε πολεοδομική άδεια και άδεια οικοδομής, πότε εκδόθηκαν οι σχετικές άδειες και τέλος, αν ακολουθήθηκαν οι όροι τούτων. Περί τούτου την 16/10/2020 οι συνήγοροι των μερών δήλωσαν ως παραδεχτό γεγονός τα ακόλουθα: «Κύριε Πρόεδρε, θα γίνουν κάποια παραδεκτά γεγονότα. Γίνεται παραδεκτό γεγονός ότι έγινε αίτηση για άδεια οικοδομής για 254 διαμερίσματα, 29 κατοικίες, εκκλησία και εστιατόριο την 02/09/08, για το τεμάχιο 85 και αφορά τον φάκελο Β778/
  14. Εκδόθηκε άδεια οικοδομής στις 13/09/11, με αριθμό φακέλου Β778/
  15. Γίνεται παραδεκτό ότι έγινε τροποποιητική αίτηση για άδεια οικοδομής την 11/04/13, για έγκριση τροποποιημένων σχεδίων αναφορικά με το τεμάχιο 85 αριθμός φακέλου Β778/
  16. Γίνεται παραδεκτό ότι εκδόθηκε άδεια οικοδομής την 18/11/13, φάκελος Β778/
  17. Γίνεται παραδεκτό ότι για τον φάκελο Β778/08 εκδόθηκε πιστοποιητικό μη εξουσιοδοτημένων εργασιών την 07/10/
  18. Γίνεται παραδεκτό ότι έγινε αίτηση για άδεια οικοδομής για 20 μονάδες κατοικιών με 4 κολυμβητικές δεξαμενές την 08/07/09, για τα τεμάχια 223 και 85 με αριθμό φακέλου Β425/
  19. Γίνεται παραδεκτό ότι εκδόθηκε άδεια στις 26/07/13, με αριθμό Β425/
  20. Γίνεται παραδεκτό ότι έγινε αίτηση για πιστοποιητικό εγκρίσεως 21/05/14, αριθμός φακέλου Β425/
  21. Γίνεται παραδεκτό ότι για την πιο πάνω αίτηση δεν εκδόθηκε πιστοποιητικό εγκρίσεως. Γίνεται παραδεκτό ότι έγινε αίτηση για προσθήκη 4 διαμερισμάτων σε υφιστάμενες οικοδομές την 19/05/14, φάκελος Β425/
  22. Γίνεται παραδεκτό ότι εκδόθηκε άδεια οικοδομής την 07/02/17, φάκελος Β425/
  23. Γίνεται παραδεκτό ότι έγινε αίτηση για άδεια οικοδομής 28/09/11 για 54 μονάδες κατοικιών με 2 κολυμβητικές δεξαμενές αναφορικά με το τεμάχιο 223 και το τεμάχιο
  24. Δεν εκδόθηκε άδεια, εκκρεμεί, γίνεται παραδεκτό. Γίνεται παραδεκτό ότι έγινε αίτηση για διαίρεση γης, κατασκευής δρόμου για τα τεμάχια 85 και 223 εντός του 2011 και αναφορικά με την πιο πάνω αίτηση γίνεται παραδεκτό ότι εκδόθηκε άδεια διαίρεσης γης κατασκευής δρόμου την 07/04/19.» Πέραν των ανωτέρω η βοηθός επαρχιακού επόπτη (ΜΥ2) δεν αντεξετάστηκε από τη συνήγορο των εναγομένων. Ως γνωστό μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητείται θεωρείται αποδεχτή (βλ. Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc.

(2002)1 Α.Α.Δ 1527, 1541). Στην προκείμενη περίπτωση ουδείς λόγος υφίσταται γιατί το Δικαστήριο να μην υιοθετήσει πλήρως την αναμφισβήτητη και ειλικρινή κατά τα άλλα μαρτυρία της ΜΥ2. Ως εκ τούτου από την αναμφισβήτητη μαρτυρία της ΜΥ2 προκύπτουν τα ακόλουθα. Για να ανεγερθεί οικοδομικό έργο πρέπει να εξασφαλιστούν πολεοδομική άδεια και εν συνεχεία άδεια οικοδομής. Η ανέγερση οικιστικών μονάδων δεν επιτρέπεται χωρίς την έκδοση άδειας οικοδομής. Στην υπό κρίση περίπτωση οι αιτήσεις που οδήγησαν στην έκδοση των διαφόρων αδειών, υποβλήθηκαν από την εταιρεία (εναγομένη 1). Ακολούθησε ανάπτυξη στα εν λόγω τεμάχια, πάλιν από την εταιρεία. Ο λόγος δια τον οποίο δεν εκδόθηκε πιστοποιητικό εγκρίσεως στην αίτηση ημερομηνίας 21/05/2014 (αριθμός φακέλου Β425/09) και εξακολουθεί να εκκρεμεί, οφείλεται στο ότι παράλληλα υποβλήθηκε η αίτηση ημερομηνίας 19/05/2014, η οποία αφορούσε προσθήκες και ως εκ τούτου εξετάστηκε πρώτα η αίτηση αυτή. Η δε αίτηση για άδεια οικοδομής, ημερομηνίας 28/09/2011, δεν ευόδωσε καθ' ότι η επιτόπια εξέταση αποκάλυψε πως η διενεργηθείσα ανάπτυξη διέφερε από τα υποβληθέντα σχέδια, δηλαδή υπήρχαν παρατυπίες. Οι εν λόγω παρατυπίες εκκρεμούν μέχρι σήμερα και είναι αυτές που αναγράφονται στο τεκμήριο 68, δηλαδή επιστολή ημερομηνίας 09/07/2013, την οποία η Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου απέστειλε στην εταιρεία. Τέλος, μπορεί να εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, αλλά φέρει σημειώσεις μη εξουσιοδοτημένων εργασιών, δηλαδή ο τίτλος ιδιοκτησίας φέρει «memo». Πιο κάτω παρατίθεται το μεγαλύτερο μέρος της αλληλογραφίας που αντάλλαξαν τα μέρη, εφόσον με αυτό τον τρόπο εξυπηρετείται ο αναγνώστης ώστε να κατανοήσει το πραγματικό περιβάλλον της διαφοράς των διαδίκων. Σημειώνεται όμως ότι όπου το περιεχόμενο της εν λόγω επικοινωνίας δεν αμφισβητείται, αυτό αναφέρεται ρητά, ώστε να γνωρίζει ο αναγνώστης το αναμφισβήτητο γεγονός. Σε διαφορετική περίπτωση το μόνο αναμφισβήτητο γεγονός που προκύπτει είναι πως η αλληλογραφία ως τέτοια, δηλαδή ότι τα συγκεκριμένα ηλεκτρονικά μηνύματα και επιστολές, ανταλλάγησαν από του διαδίκους. Αυτό είναι το μόνο που συνιστά αναμφισβήτητο γεγονός, ενώ το περιεχόμενο των ισχυρισμών που εκεί προβάλλονται, αναμένεται να διερευνηθεί. Το λοιπόν, αποτελεί κοινό έδαφος ότι η πρώτη επικοινωνία των διαδίκων είναι αυτή που φαίνεται στο τεκμήριο 21. Το τεκμήριο 21 είναι ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 22/09/2006 το οποίο απέστειλε στους ενάγοντες υπάλληλος της εταιρείας, ονόματι [ ] και με το οποίο τους συνεχάρη για την επιλογή τους να αγοράσουν περιουσία στο St. George Hills και επιπλέον τους ενημέρωσε ότι η Real World International προμήθευσε την εταιρεία με τις σχετικές πληροφορίες και είναι τώρα έτοιμοι να προχωρήσουν στη συμφωνία πώλησης. Επιβεβαιώθηκε εκεί ότι η κράτηση που έγινε επ' ονόματι των εναγόντων από την εταιρεία Real World International, αφορά δύο διαμερίσματα. Οι διάδικοι ομονοούν ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε τρεις πληρωμές για καθ' ένα εκ των δύο διαμερισμάτων. Σημειώνεται όμως ότι κατά την αντεξέταση του ενάγοντα αφέθηκε να νοηθεί πως οι ενάγοντες κατέβαλαν και κάποιο επιπλέον ποσό, αυτό όμως δεν αποτελεί κοινό τόπο και ως εκ τούτου εξετάζεται πιο κάτω. Για την ώρα καταγράφεται η κοινή θέση των διαδίκων, δηλαδή ότι οι αποδείξεις που φαίνονται στο τεκμήριο 4 αντιστοιχούν στις πληρωμές στις οποίες προέβησαν οι ενάγοντες. Συνιστά κοινό τόπο ότι οι πληρωμές αυτές, σε σχέση με καθ' ένα εκ των δύο διαμερισμάτων, διενεργήθηκαν στις ημερομηνίες 10/11/2006, 05/02/2007 και 06/08/2007. Για μεν το Electra καταβλήθηκαν τα ποσά Λ.Κ.6.612,50, Λ.Κ.7.852 και Λ.Κ.7.232, στις αντίστοιχες ημερομηνίες, για δε το Ariadne καταβλήθηκαν τα ποσά Λ.Κ.5.175, Λ.Κ.6.215 και Λ.Κ.5.695, επίσης στις αντίστοιχες ημερομηνίες. Κοινό τόπο αποτελεί ότι τα εν λόγω ποσά αντιστοιχούν στα τρία πρώτα στάδια της συμφωνίας των διαδίκων, δηλαδή τα υπ' αριθμό 4.1, 4.2 και 4.3, των επίδικων συμφωνιών. Περιπλέον, δήλωση της συνηγόρου των εναγομένων καθ' ον χρόνο αντεξέταζε τον ενάγοντα 1 (δήλωση ημερομηνίας 30/09/2020), αποκαλύπτει ότι δεν αμφισβητείται το περιεχόμενο της παραγράφου 29 της δήλωσης του ενάγοντος 1 (το ελληνικό κείμενο είναι το τεκμήριο 40), πλην των τριών πρώτων υποπαραγράφων. Συνεπώς παραδεκτό είναι ότι το τεκμήριο 48 αντιστοιχεί στην ημερομηνία πληρωμής 05/02/2007 και συνιστά την ολοκλήρωση εμβάσματος (swift advice), ημερομηνίας 09/01/2007, για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.14.067. Κατά τον ίδιο τρόπο το τεκμήριο 49 συνιστά την επιβεβαίωση της καταβολής του ιδίου ποσού στον λογαριασμό του δικαιούχου, δηλαδή της εταιρείας. Γεγονός είναι ακόμη ότι το τεκμήριο 50 συνιστά την εντολή της χρεωστικής πληρωμής (payment debit advice) του ενάγοντα 1 από την Royal Bank of Scotland και εντολές (swifts) για τη μεταφορά του συνολικού ποσού των Λ.Κ.12.928 στην εταιρεία. Τέλος, το τεκμήριο 51 συνιστά το ηλεκτρονικό μήνυμα της εταιρείας προς τον ενάγοντα 1, ημερομηνίας 07/08/2007, με το οποίο επιβεβαιώθηκε η καταβολή του προμνησθέντος ποσού. Επόμενη επικοινωνία των διαδίκων είναι το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 16/11/2008, τεκμήριο 22. Το περιεχόμενο του εν λόγω μηνύματος, το οποίο αποτέλεσε σημείο αναφοράς στη μάρτυρα του ενάγοντος 1, συνιστά ενημέρωση του συηγόρου των εναγόντων σε σχέση με την πρόοδο του διαμερίσματος Ariadne. Συγκεκριμένα αναφέρεται εκεί ότι επιτεύχθηκε πρόοδος στο ακίνητο, ήτοι καθαρισμός, εκσκαφή και θεμελίωση, η οποία (πρόοδος) αντιστοιχεί στο 40% του κτίσματος και γι' αυτό καλεί τον συνήγορο να δώσει οδηγίες στην Alpha Bank (στο εξής η τράπεζα) να αποδεσμεύσει το ποσό των €60.000, ως ο όρος 2 της συμφωνίας των μερών. Αναφέρεται ακόμη ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν διενεργηθεί οιεσδήποτε πληρωμές από τον λογαριασμό και υπόσχεται ότι την προσεχή εβδομάδα θα σταλεί και φωτογραφικό υλικό της προόδου. Στο ίδιο τεκμήριο εντοπίζεται και η ηλεκτρονική απάντηση του συνηγόρου των εναγόντων, ημερομηνίας 18/11/2008, όπου αναφέρεται ότι ο όρος ο οποίος άπτεται των πληρωμών είναι ο υπ' αριθμό 4.4 της συμφωνίας και είναι στενά συνδεδεμένος με την πρόοδο των εργασιών. Ζητά πληροφορίες σε σχέση με το ποσό των €60.000 και κατά πόσο αυτό συναρτάται με τη συμφωνία και δη και με την ολοκλήρωση του σκελετού και της οροφής, που αντιστοιχεί σε Λ.Κ.17.000 για το Ariadne και Λ.Κ.16.500 για το Electra. Το κατά πόσο αυτό το μήνυμα απαντήθηκε, εξετάζεται πιο κάτω. Παρεμβάλλεται εδώ ότι συνιστά γεγονός πως την 16/11/2008, ημερομηνία που η εταιρεία απέστειλε στον συνήγορο των εναγόντων το τεκμήριο 22, οι τελευταίοι δεν είχαν ακόμη λογαριασμό δανείου στην τράπεζα. Καίτοι είχαν εγκριθεί τη χορήγηση δανείου και επιβεβαιωτικό τούτου είναι το τεκμήριο 35 του οποίου το περιεχόμενο δεν αμφισβητείται, δηλαδή ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 05/03/2007 το οποίο η τράπεζα έστειλε στον ενάγοντα 1, μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε συνομολογηθεί οιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και της τράπεζας. Αυτή όμως η σχέση των δύο εξηγείται πιο κάτω. Επανερχόμενος στην επικοινωνία των διαδίκων σημειώνεται πως οι εναγόμενοι δέχονται ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 22 δεν ανταποκρίνετο στα νομικά και πραγματικά δεδομένα της συμφωνίας των διαδίκων. Εν προκειμένω δέχονται ότι τη δεδομένη στιγμή δεν είχαν ολοκληρωθεί οι εκεί αναφερόμενες εργασίες και περαιτέρω, ότι η συμφωνία των διαδίκων, εδώ το τεκμήριο 3, δεν δικαιολογούσε την απαίτηση του εν λόγω ποσού. Συνεπώς τα δύο αυτά γεγονότα, δηλαδή η αποστολή του τεκμηρίου 22 με το εν λόγω περιεχόμενο και η παραδοχή των εναγομένων ότι δεν ευσταθούσαν τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 22, εκλαμβάνονται ως αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Το κατά πόσο το τεκμήριο 22 οφειλόταν σε λάθος, όπως ήταν η θέση των εναγομένων ή δόλια συμπεριφορά, όπως υποστήριξε ο ενάγων 1, εξετάζεται πιο κάτω. Γεγονός επίσης είναι ότι σχεδόν ένα έτος μετά την προηγηθείσα επικοινωνία των διαδίκων και συγκεκριμένα την 16/07/2009, οι εναγόμενοι απέστειλαν στους ενάγοντες και στον συνήγορό τους νέο ηλεκτρονικό μήνυμα, με το οποίο τους καλούσαν να εξουσιοδοτήσουν τον συνήγορο να ελευθερώσει από το δάνειο το ποσό των €30.000, συμφώνως του όρου 4.4.1 της συμφωνίας, αφού στο μεταξύ είχε κατασκευαστεί ο σκελετός του διαμερίσματος, περιλαμβανομένης και της οροφής. Το σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα της εταιρείας αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 7. Μέρος του ιδίου τεκμηρίου είναι και η αντίδραση του συνηγόρου των εναγόντων. Την ίδια ημέρα απευθύνθηκε στον αποστολέα του μηνύματος, κάποια κυρία [ ] Pankhurst και της δήλωσε ότι δεν έχει απόδειξη (proof) πως τα στάδια αυτά είχαν συμπληρωθεί, ώστε να ελευθερώσει οιονδήποτε ποσό χρημάτων και την κάλεσε να τον εφοδιάσει με σχετικό πιστοποιητικό πολιτικού μηχανικού και ψηφιακές φωτογραφίες των διαμερισμάτων, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά. Την 17/07/2009 η [ ] Pankhurst απάντησε στον συνήγορο και του ανέφερε ότι ζήτησε τις αποδείξεις (proof) ως η συμφωνία, εν τούτοις πρόσθεσε ότι θα το εκτιμούσε αν ο συνήγορος υπέγραφε τα σχετικά έγγραφα εκ μέρους των πελατών, εφόσον αυτή ήταν η απαίτηση της τράπεζας, σύμφωνα με ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε στην εταιρεία την 17/07/2009. Όλα τα ανωτέρω περιέχονται στο τεκμήριο 7, το οποίο φέρει ως θέμα το διαμέρισμα Electra. Εν τούτοις γεγονός είναι ότι στην πορεία του πράγματος διεφάνη πως επρόκειτο περί λάθους και η υποβληθείσα απαίτηση της εταιρείας ήταν για το διαμέρισμα Ariadne και όχι το Electra. Μάλιστα σημειώνεται από τώρα ότι η πρόοδος αυτού του Ariadne είναι εκείνη που τελικώς επέφερε τη ρήξη στη σχέση των διαδίκων. Ακολούθως την 14/08/2009 η εταιρεία, μέσω της [ ] Pankhurst, έστειλε στους ενάγοντες και τον συνήγορό τους ηλεκτρονικό μήνυμα με προσαρτημένο αντίγραφο πιστοποιητικό πολιτικού μηχανικού, το οποίο επιβεβαίωνε την πρόοδο των εργασιών και για τα δύο διαμερίσματα (εν τούτοις η απαίτηση αφορούσε μόνο το Ariadne, εφόσον η πρόοδος του Electra δεν ανταποκρινόταν στον όρο 4.4.1 του τεκμηρίου 2) και τους κάλεσε εκ νέου να ενεργοποιήσουν τον λογαριασμό και να ελευθερώσουν το αιτούμενο ποσό. Το ηλεκτρονικό μήνυμα με το συνημμένο πιστοποιητικό είναι το τεκμήριο 8. Στο συνημμένο πιστοποιητικό, που είναι ημερομηνίας 06/08/2009, αναφέρεται ότι σε σχέση με το Ariadne˙ «The Framework is complete and we are ready to commence with brick work», ενώ σε σχέση με το Electra αναφέρεται ότι˙ «The Foundations and retaining boundary walls are complete». Είναι κοινώς αποδεχτό ότι κατόπιν των ανωτέρω ακολούθησε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα του συνηγόρου των εναγόντων προς την εταιρεία, αυτή τη φορά ημερομηνίας 14/08/2009. Με τούτο το μήνυμα καλούσε την εταιρεία να επιβεβαιώσει ότι το ποσό που είναι πληρωτέο είναι εκείνο των Λ.Κ.17.000 και αφορά το διαμέρισμα Ariadne, συμφώνως του συμβολαίου ημερομηνίας 23/01/2007 και επίσης την καλούσε να αποστείλει ψηφιακές φωτογραφίες. Επίσης αναμφισβήτητη είναι και η αντίδραση της εταιρείας στο προηγηθέν μήνυμα του συνηγόρου των εναγόντων, η οποία ακολούθησε την 04/09/2009. Αντί αποστολής των φωτογραφιών που ζητήθηκαν, η εταιρεία πληροφόρησε τον συνήγορο των εναγόντων ότι προέβησαν σε κράτηση ξενοδοχείου για τους εν λόγω πελάτες, δηλαδή τους ενάγοντες, μεταξύ των ημερομηνιών 23 με 28 Οκτωβρίου και περαιτέρω, ότι ήλπιζαν πως μεταξύ εκείνων των ημερομηνιών θα διευθετείτο και επιτόπια επίσκεψη στο St. George Hills. Η κατακλείδα του μηνύματος της εταιρείας προς τον συνήγορο των εναγόντων ήταν πως ευχαρίστως αποδέχονται την καθυστέρηση της καταβολής του απαιτούμενου ποσού, μέχρις ότου οι πελάτες, δηλαδή οι ενάγοντες, ολοκληρώσουν την επίσκεψή τους στην Κύπρο. Η πιο πάνω αλληλογραφία της εταιρείας με τους ενάγοντες και/ή τον συνήγορό τους και εν τέλει η πρόσκληση της εταιρείας, προκύπτει από το τεκμήριο 9 ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνιστά γεγονός το οποίο όλες οι πλευρές αποδέχονται πως οι ενάγοντες όντως ήρθαν στην Κύπρο μεταξύ των ημερομηνιών 23 με 28 Οκτωβρίου του 2009. Περιπλέον, αποτελεί κοινό τόπο ότι κατ' εκείνο τον χρόνο η εταιρεία είναι εκείνη που φιλοξένησε τους ενάγοντες σε ξενοδοχείο και περιπλέον, τους οδήγησε στο St. George Hills όπου προέβησαν σε επιτόπια επίσκεψη και είδαν ιδίοις όμμασι τις εργασίες που λάμβαναν χώρα. Τι είναι αυτό το οποίο διαπίστωσαν οι ενάγοντες κατά την επιτόπια επίσκεψη στο St. George Hills, προκύπτει από την αξιολόγηση που ακολουθεί. Σε τούτο το στάδιο επισημαίνεται άλλο ένα αποδεχτό γεγονός. Αυτό έχει να κάνει με το ότι καθ' ον χρόνο οι ενάγοντες βρίσκονταν στην Κύπρο επισκέφθηκαν και την τράπεζα. Μάλιστα, ο οδηγός που τους πρόσφερε η εταιρεία είναι αυτός που τους μετέφερε στην τράπεζα. Τώρα, προτού παρατεθούν τα όσα διαδραματίστηκαν κατά την επίσκεψη των εναγόντων στην τράπεζα, τα οποία εν πολλοίς δεν αμφισβητούνται, έχει σημασία να υπομνησθεί πως πέραν αυτού που ενωρίτερα αναφέρθηκε, εν προκειμένω ότι η τράπεζα ενέκρινε το δάνειο των εναγόντων την 05/03/2007 (τεκμήριο 35), αναμφισβήτητο είναι και το ότι στη συνέχεια οι ενάγοντες διερεύνησαν με την τράπεζα τις τυχόν επιλογές τους μεταξύ των διάφορων σχεδίων που διέθετε. Ενδεικτικό είναι το τεκμήριο 67, το οποίο υπεδείχθη στον ενάγοντα 1 από τη συνήγορο των εναγομένων και απεδέχθη ότι συνιστά αλληλογραφία που αντάλλαξε με την τράπεζα δια αυτόν ακριβώς τον σκοπό. Το τεκμήριο 67 εμπεριέχει αλληλογραφία που αρχίζει την 02/04/2009 και καταλήγει στην 02/07/2009. Περαιτέρω, το τεκμήριο 52, ηλεκτρονικό μήνυμα της τράπεζας προς τον ενάγοντα 1, ημερομηνίας 17/07/2009, διατυμπανίζει την ετοιμότητα της τράπεζας να προχωρήσει στο άνοιγμα του δανείου και τον καλεί να εξουσιοδοτήσει τον συνήγορό του να υπογράψει τα διάφορα έγγραφα εκ μέρους του. Κορύφωση των ανωτέρω συνιστά το ηλεκτρονικό μήνυμα του συνηγόρου των εναγόντων προς τους τελευταίους, ημερομηνίας 25/08/2009, στο οποίο αναφέρεται ότι την ίδια ημέρα υπέγραψε εκ μέρους τους έγγραφα ανοίγματος του λογαριασμού και περαιτέρω, ότι του ζητήθηκε να υπογράψει το συνημμένο έγγραφο (ας σημειωθεί ότι στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα δεν αποκαλύπτεται το συνημμένο έγγραφο) και τους καλεί να το μελετήσουν και νοουμένου ότι συμφωνούν να το υπογράψει εκ μέρους τους. Για σκοπούς καλύτερης παρακολούθησης σημειώνεται πως η θέση του ενάγοντα 1 είναι πως κατόπιν τούτου εξουσιοδότησαν τον συνήγορο τους και υπέγραψε το τεκμήριο 36, δηλαδή συμφωνία που φέρει τον τίτλο «Foreign Currency Housing Loan Agreement Alpha Flexihome», η οποία όμως δεν φέρει ημερομηνία και είναι υπογραμμένη μόνο από τον συνήγορο των εναγόντων και όχι από την τράπεζα και μάρτυρες. Εν τούτοις το κατά πόσο έτσι έχουν τα πράγματα, αποτελεί αμφισβητούμενο ισχυρισμό και συνεπώς εξετάζεται πιο κάτω. Κοινό τόπο αποτελεί ότι με την επίσκεψη των εναγόντων στην τράπεζα οι εν λόγω υπέγραψαν αριθμό εγγράφων. Συγκεκριμένα υπέγραψαν το τεκμήριο 32, δηλαδή συμφωνία με ανάλογο τίτλο ως το τεκμήριο 36 ανωτέρω, μόνο που σε αυτή την περίπτωση το έγγραφο είναι υπογραμμένο και από την τράπεζα και φέρει ημερομηνία και αριθμό λογαριασμού. Περαιτέρω, κατά τον ίδιο χρόνο οι ενάγοντες υπέγραψαν τα τεκμήρια 5 και 6, δηλαδή συμφωνία εκχώρησης του αγοραπωλητηρίου εγγράφου των διαμερισμάτων Electra και Ariadne, αντίστοιχα. Η υπογραφή των εν λόγω εκχωρητηρίων αποτελεί παραδεχτό γεγονός που προκύπτει από το δικόγραφο των εναγόντων, εν προκειμένω την παράγραφο 6(
  1. ix)και (
  2. x)της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Προστίθεται περαιτέρω, ότι συνιστά γεγονός πως τα εν λόγω εκχωρητήρια έγγραφα υπεγράφησαν και από τον εναγόμενο 2 εκ μέρους της εταιρείας. Παρεμβάλλεται εν τούτοις ότι η μαρτυρία των εναγόντων θέλει την υπογραφή των ανωτέρω συμφωνιών, τεκμήρια 5, 6 και 32, να προέκυψε με απατηλό και δόλιο τέχνασμα, το οποίο έθεσαν σε εφαρμογή η τράπεζα σε συνεργασία με την εταιρεία. Ο συσχετισμός του εν λόγω ισχυρισμού με τα επίδικα θέματα και η τυχόν επενέργεια τούτου για την όλη υπόθεση, εξετάζεται πιο κάτω. Εν τέλει γεγονός είναι ότι οι ενάγοντες δεν κατέβαλαν το ποσό που ζητήθηκε με το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 16/07/2009, δηλαδή το τεκμήριο 7. Εν ολίγοις παρ' ότι επισκέφθηκαν την Κύπρο και εν συνέχεια το St. George Hills, το ποσό που απαίτησε η εταιρεία με το τεκμήριο 7 δεν καταβλήθηκε. Επόμενη αλληλογραφία των διαδίκων η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι το τεκμήριο 23. Σε αυτό εντοπίζονται τέσσερα ηλεκτρονικά μηνύματα. Το πρώτο είναι ημερομηνίας 04/08/2010 και με αυτό η εταιρεία, μέσω κάποιας [ ] Αναστασίου, δήλωσε στους ενάγοντες και τον συνήγορό τους ότι σε σχέση με το Ariadne αναμένουν τον ανεξάρτητο εκτιμητή της τράπεζας και ένεκα τούτου απαιτούν ως η συμφωνία (requesting as the contract), όρος 4.4.1, το ποσό των €8.842 (Λ.Κ.5.175). Ως εκ τούτου κάλεσαν τους ενάγοντες να εξουσιοδοτήσουν τον συνήγορό τους να ελευθερώσει το ποσό. Στο πιο πάνω μήνυμα απάντησε ο συνήγορος των εναγόντων την 06/08/2010. Απάντησή του ήταν ότι η συμφωνία των μερών για το Ariadne και ο όρος 4.4.1 διαλαμβάνει για καταβολή του ποσού των Λ.Κ.17.000 και ζήτησε να του διευκρινίσουν πιο στάδιο πληρωμής εκκρεμεί. Επίσης ζήτησε φωτογραφική απόδειξη και πληροφορίες για την εξέλιξη του Electra. Η απάντηση της εταιρείας δόθηκε την 10/08/2010 από την Alex Pankhurst. Δήλωσε στον συνήγορο ότι για το Ariadne ολοκληρώθηκε η δομή του ισογείου και γι' αυτό απαιτούν το ποσό των €29.064 (Λ.Κ.17.000), ως ο όρος 4.4.1 του συμβολαίου. Όσο για το Electra ανέφερε ότι επίσης έγινε πρόοδος στη δομή (structure) και πρόκειται να σταλούν φωτογραφίες και να ζητηθεί η πρώτη πληρωμή. Αναφέρεται εκεί ότι φωτογραφίες στάλθηκαν και για το Ariadne. Σημειώνεται εδώ ότι η απάντηση της [ ] Pankhurst, ημερομηνίας 10/08/2010, μαζί με δύο φωτογραφίες, είναι το τεκμήριο 10. Εν τούτοις οι ιδιαίτερες θέσεις των μαρτύρων στη δια ζώσης μαρτυρία τους αναφορικά με τις φωτογραφίες του τεκμηρίου 10, σχολιάζονται στη συνέχεια. Επανέρχομαι όμως στο τεκμήριο 23. Η απάντηση στο τελευταίο ηλεκτρονικό μήνυμα της [ ] Pankhurst, ημερομηνίας 10/08/2010, ήλθε από τον συνήγορο των εναγόντων την 16/08/2010. Ευχαριστεί για το μήνυμα και τις φωτογραφίες και δηλώνει ότι η απαίτηση της εταιρείας είναι πρόωρη (premature) και δεν οφείλεται οιονδήποτε ποσό για το Ariadne, εφόσον ο όρος 4.4.1 του συμβολαίου, ο οποίος προνοεί για καταβολή ποσού Λ.Κ.17.000 εφαρμόζεται «upon completion of the concrete structure of the property including ceiling». Προσθέτει δε ότι εκτός εάν έχει απτή απόδειξη (clear proof) ολοκλήρωσης τούτου του σταδίου, κανένα ποσό δεν θα ελευθερωθεί. Στο πιο πάνω μήνυμα απάντησε αυθημερόν η εταιρεία, μέσω της [ ] Pankhurst. Η εν λόγω απάντηση φαίνεται στο τεκμήριο 11, στο τελευταίο χρονικά μήνυμα. Αναφέρεται εκεί ότι η φωτογραφία 1050435 (δεν διευκρινίζεται ποια φωτογραφία ανταποκρίνεται στον εν λόγω αριθμό) δεικνύει τον τοίχο αντιστήριξης και την ολοκλήρωση του Ariadne ως ο όρος 4.4.1. Υποστηρίζεται ακόμη ότι άρχισαν οι εργασίες των κολονών του πρώτου ορόφου και ολοκληρώθηκαν τα θεμέλια και η οροφή. Η δε φωτογραφία 1050421, αναφέρεται, είναι από διαφορετική γωνία του Ariadne και δείχνει ακριβώς ότι και η φωτογραφία 1050435 και ότι συμπληρώθηκε ο σκελετός περιλαμβανομένης και της οροφής. Τέλος, προστίθεται ότι η εργασία πιστοποιήθηκε από εκτιμητή της τράπεζας και ως εκ τούτου αναμένουν την καταβολή του ποσού των €29.046 (Λ.Κ.17.000), ως ο όρος 4.4.1 της συμφωνίας. Ας σημειωθεί ότι οι φωτογραφίες του τεκμηρίου 24 είναι οι ίδιες με εκείνες που επισυνάπτονται στο τεκμήριο 10, με τη διαφορά ότι εκείνες του τεκμηρίου 24 είναι σε έγχρωμη μορφή. Ακολούθως την 08/10/2010 η τότε συνήγορος της εταιρείας απέστειλε στον ενάγοντα 1 δύο ηλεκτρονικά μηνύματα. Τούτα είναι τα τεκμήρια 12 και 13. Το μεν πρώτο αφορά το Electra και έχει ως αντικείμενο την απαίτηση του ποσού των Λ.Κ.16.530, το δε άλλο αφορά το Ariadne και αξιώνει το ποσό των Λ.Κ.17.000. Και στις δύο επιστολές αναφαίρεται ότι «...significant building progress has been made to your property and specifically all the concrete structure of the property including ceiling has been completed...». Με τις εν λόγω επιστολές καλούνταν οι ενάγοντες να καταβάλουν το απαιτούμενο ποσό δυνάμει των διαλαμβανομένων στον όρο 4.4.1 έκαστου συμβολαίου. Γεγονός είναι ότι οι ενάγοντες δεν έμειναν αδρανείς. Την 05/11/2010 έστειλαν, μέσω του συνηγόρου τους, δύο διπλοσυστημένες επιστολές σε κάθε ένα εκ των τριών εναγομένων, μια για κάθε διαμέρισμα. Οι εν λόγω επιστολές είναι τα τεκμήρια 25 και 57 και αντιστοιχούν στα διαμερίσματα Electra και Ariadne. Δεν έχει σημασία το ακριβές λεκτικό των δύο επιστολών. Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι πως μέσω αυτών των επιστολών οι ενάγοντες τερμάτισαν τη συμφωνία τους με τους εναγόμενους. Αυτή εν προκειμένω είναι η ουσία των τεκμηρίων 25 και 57, εφόσον η γνωστοποίηση της πρόσθεσης των εναγόντων να τερματίσουν τις συμφωνίες είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός και αυτή είναι που σηματοδότησε την αρχή του τέλους της σχέσης των διαδίκων. Εν τούτοις γεγονός είναι ότι την 25/11/2010 και η εταιρεία έστειλε δύο διπλοσυστημένες επιστολές μέσω της τότε συνηγόρου της. Οι επιστολές της εταιρείας, οι οποίες είναι τα τεκμήρια 14 και 15 και αντιστοιχούν στα διαμερίσματα Electra και Ariadne, στάλησαν στο συνήγορο των εναγόντων. Η ουσία των επιστολών, τεκμήρια 14 και 15, έγκειται στο ότι απέρριψαν τους ισχυρισμούς των εναγόντων στις επιστολές τεκμήρια 25 και 57, δεν αποδέχθηκαν τον τερματισμό και συνέχισαν να απαιτούν το οφειλόμενο υπόλοιπο και παράλληλα επιφύλαξαν τα δικαιώματά τους. Γεγονός είναι, άλλωστε προκύπτει και από τη μαρτυρία της τραπεζικής υπαλλήλου (ΜΕ3), την οποία κάλεσε η πλευρά της εταιρείας, ότι μετά τον τερματισμό οι ενάγοντες επικοινώνησαν με την τράπεζα και την ενημέρωσαν περί τούτου, ώστε να μην αποδεσμεύσει χρήματα από το δάνειο προς την εταιρεία. Χαρακτηριστικό είναι το τεκμήριο 33, δηλαδή ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 25/11/2010 και 26/11/2010. Στο μεν πρώτο ο ενάγων 1 πληροφορεί τον συνήγορό του ότι ενημέρωσε την τράπεζα για τον τερματισμό της συμφωνίας και επιπλέον ότι διερεύνησε την πιθανότητα μεταφοράς του ποσού του δανείου σε σχέση με άλλο ακίνητο στον Μαθιάτη. Το δε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 26/11/2010 είναι η απάντηση της τράπεζας, η οποία ενημερώνει τον ενάγοντα 1 ότι το δάνειο παραμένει ενεργό (active), το υπόλοιπο του είναι CHF499.963,10 και πως για να ακυρωθεί πρέπει να εξοφληθεί πλήρως. Επίσης τον πληροφορεί πως ο ενδιάμεσος (escrow) λογαριασμός έχει πιστωτικό υπόλοιπο €313.784,85. Οι ενάγοντες επικοινώνησαν εκ νέου με την τράπεζα, αυτή τη φορά την 30/05/2011, ώστε να την καλέσουν και πάλιν να μην ελευθερώσει οιονδήποτε ποσό προς την εταιρεία. Αυτό είναι το τεκμήριο 61. Περαιτέρω, την ίδια ημερομηνία, 30/05/2011, ο συνήγορος των εναγόντων αποτάθηκε στην τράπεζα με συστημένη επιστολή και την πληροφόρησε ότι οι ενάγοντες δεν εξουσιοδοτούν την καταβολή οιουδήποτε ποσού στην εταιρεία, εφόσον οι συμφωνίες αγοράς τερματίστηκαν την 05/11/2010. Η εν λόγω επιστολή είναι το τεκμήριο 37. Η απάντηση της τράπεζας, τεκμήριο 38, είναι ημερομηνίας 20/07/2011. Αναφέρεται εκεί ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να αποδεσμευτούν από τη συμφωνία, υπό την προϋπόθεση ότι θα εξοφλήσουν ολόκληρο το ποσό του δανείου τους. Επίσης, αναφέρεται πως η τράπεζα δεν προέβη σε εκταμίευση οιουδήποτε ποσού και ούτε θα πράξει τούτο χωρίς τις γραπτές οδηγίες των εναγόντων. Τέλος, δηλώνεται ότι επιφυλάσσονται τα τυχόν δικαιώματα της τράπεζας. Παρά τη δεδηλωμένη θέση των εναγόντων για τερματισμό της συμφωνίας, έχει ήδη υποδειχθεί ότι η εταιρεία απέρριψε τις αιτιάσεις τούτων και δήλωσε πως θεωρεί ότι οι δύο συμφωνίες βρίσκονται σε ισχύ (βλ. τεκμήρια 14 και 15). Πιστή σε τούτη τη θέση την 31/08/2012 απέστειλε στους ενάγοντες τα τεκμήρια 59 και 60. Πρόκειται για δύο ζεύγη επιστολών, ένα για κάθε ενάγοντα. Με αυτές κάλεσαν τους ενάγοντες να παραλάβουν τόσο το Ariadne όσο και το Electra και να καταβάλουν το εκεί αναφερόμενο ποσό. Ίδιο περιεχόμενο έχουν και τα τεκμήρια 16 μέχρι και 18 και ως εκ τούτου παρέλκει αναγκαιότητα περαιτέρω αναφοράς σε αυτά. Η ακροαματική διαδικασία αποκαλύπτει ότι κοινό τόπο συνιστά πως πέραν της υπό κρίσης υπόθεσης οι διάδικοι, μαζί και η τράπεζα, συμμετέχουν σε άλλη μια δικαστική διαδικασία, αυτή τη φορά ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η υπόθεση αυτή είναι η 3407/15 και καταχωρίστηκε από τους εδώ ενάγοντες σε βάρος της τράπεζας. Εν συνεχεία η τράπεζα υπέβαλε ανταπαίτηση τόσο εναντίον των εναγόντων όσο και της εδώ εταιρείας. Συνεπώς οι ενάγοντες και η εταιρεία στην παρούσα υπόθεση, βρέθηκαν να καταχωρούν υπεράσπιση στην ανταπαίτηση της τράπεζας. Όλες οι πλευρές συμφωνούν ότι τα δικόγραφα της υπόθεσης 3407/15 είναι τα τεκμήρια 26, 34 και 53. Ένα επιπλέον γεγονός που όλες οι πλευρές αποδέχονται και στο οποίο η πλευρά των εναγόντων επενδύει μεγάλο μέρος της υπεράσπισής της, είναι πως στην πορεία του πράγματος και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 2018, η εταιρεία μεταβίβασε το ακίνητο σε τρίτη εταιρεία συμφερόντων της τράπεζας, εν προκειμένω την AGI CYPRE PROPERTY 19 LTD. Σχετική είναι η δήλωση μεταβίβασης, δηλαδή το τεκμήριο 77. Η δε συμφωνία των εν λόγω συμβαλλομένων ήταν αυτή της ανταλλαγής χρέους με περιουσιακά στοιχεία, αγγλιστί debt to asset swap. Συνεπώς ιδιοκτήτης πλέον των ακινήτων εντός των οποίων κείτονται τα δύο επίδικα διαμερίσματα, είναι η προαναφερθείσα τρίτη εταιρεία. Εν τούτοις σημειώνεται ως γεγονός ότι τα ακίνητα μεταβιβάστηκαν στην AGI CYPRE PROPERTY 19 LTD βεβαρυμμένα με τα εμπράγματα βάρη, δηλαδή τα κατατεθειμένα πωλητήρια έγγραφα των διαμερισμάτων Ariadne και Electra. Προς τούτο σχετικό είναι το τεκμήριο 64. Σημειώνεται εν τούτοις ότι δηλώθηκε ως παραδεχτό γεγονός πως δεν εξασφαλίστηκε η συγκατάθεση κανενός αγοραστή για την εν λόγω μεταβίβαση (βλ. δήλωση της συνηγόρου των εναγομένων, ημερομηνίας 20/10/2020). Περιπλέον, από την αναμφισβήτητη μαρτυρία της ΜΥ2 προκύπτει ότι σήμερα γίνονται προσπάθειες από τον νέο ιδιοκτήτη για συμμόρφωση με τις παρατηρήσεις των διαφόρων τμημάτων και εξασφάλιση των σχετικών αδειών, ο οποίος έχει και την ευθύνη ολοκλήρωσης του έργου. Ο νέος ιδιοκτήτης είναι αυτός που έχει τη δυνατότητα να αιτηθεί τροποποιητική άδεια και εν συνέχεια τελική έγκριση του διαχωρισμού των οικοδομών. Τα δε ακίνητα για να τεθούν σε χρήση χρειάζεται να εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Οι περισσότερες των παρατυπιών που αναφέρονται στο τεκμήριο 27, εξακολουθούν να εκκρεμούν μέχρι και σήμερα. Τέλος, την 20/10/2020 οι δύο πλευρές προέβησαν σε εκ συμφώνου κατάθεση εγγράφων, για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Πρόκειται για τα τεκμήρια 75 μέχρι και 81. Όπως έχει ήδη αναφερθεί το τεκμήριο 77 είναι η δήλωση μεταβίβασης των επίδικων ακινήτων. Το τεκμήριο 75 είναι το επίσημο χωροταξικό σχέδιο και το τεκμήριο 76 το πληρεξούσιο που χορηγήθηκε στον εναγόμενο 2. Το τεκμήριο 78 είναι έγγραφα της υποθήκης Υ996/06 για το ποσό των Λ.Κ.5.200.000, η οποία εξαλείφθηκε ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση των ακινήτων από την εταιρεία στην AGI Cypre Property 19 Ltd. Το τεκμήριο 78 είναι έγγραφο της υποθήκης Υ4483/09 για το ποσό των CHF528.000, η οποία σχετίζεται με την εξασφάλιση του χρέους των εναγόντων προς την τράπεζα και μέχρι σήμερα βρίσκεται σε ισχύ. Τα τεκμήρια 80 και 81 είναι αποδείξεις του τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ημερομηνίας 02/02/2007 για την κατάθεση των δυο επίδικων πωλητηρίων εγγράφων, τεκμήρια 3 και 2 αντίστοιχα. Όλα τα πιο πάνω, παραδεχτά και/ή αναμφισβήτητα γεγονότα, καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου που δεσμεύουν την πάρα πέρα πορεία της διαδικασίας. Επίσης, εύρημα του Δικαστηρίου είναι ότι στις ημερομηνίες που πιο πάνω αναφέρονται, τα μέρη αντάλλαξαν την προαναφερθείσα αλληλογραφία με το εν λόγω περιεχόμενο. Προς απόδειξη της ανταπαίτησής της η εταιρεία κάλεσε στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Τούτοι είναι ο [ ] Ιωάννου (στη συνέχεια ΜΕ1 ή εναγόμενος 2), ο [ ] Νικολάου (στη συνέχεια ΜΕ2), και η [ ] Βασιλείου (στη συνέχεια ΜΕ3). Στον αντίποδα για τους ενάγοντες μαρτυρία έδωσαν ο ενάγων 1 (στη συνέχεια ο ενάγων) και κλήθηκαν άλλοι τέσσερις μάρτυρες. Τούτοι είναι˙ η [ ] Γεωργίου (ΜΥ2) της οποίας η μαρτυρία έχει ήδη ενσωματωθεί στις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου εφόσον δεν αντεξετάστηκε, ο [ ] Νίττης (στη συνέχεια ΜΥ3), η [ ] Λάμπρου (στη συνέχεια ΜΥ4) και ο [ ] Σοφιανός (στη συνέχεια ΜΥ5). Πιο κάτω ακολουθεί η σύνοψη της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων, στην έκταση βεβαίως που οι θέσεις τους εκφεύγουν των όσων έχουν ήδη διαπιστωθεί. Η γραπτή δήλωση του εναγόμενου 2 είναι το τεκμήριο 1, ενώ προσκόμισε στο Δικαστήριο και τα τεκμήρια 1 μέχρι και 20. Όπως ανέφερε, το οικοδομικό συγκρότημα St. George Hills είναι ένα από τα μεγαλύτερα οικοδομικά συγκροτήματα στην Κύπρο, αποτελούμενο από 287 μονάδες κατοικιών, μια εκκλησία, εστιατόριο και τέσσερις κολυμβητικές δεξαμενές. Η προετοιμασία των ακινήτων και των υποδομών του έργου αποτελούσε εξαιρετικά χρονοβόρα εργασία, με τεράστιο κόστος για την εταιρεία και έπρεπε να γίνει πριν την ανέγερση εκάστου κτηρίου. Πρόσθεσε πως με απόφαση της Πολεοδομικής Αρχής το έργο διαπερνάτο από δημόσιο δρόμο, ο οποίος όχι μόνο παραχωρήθηκε από την εταιρεία αλλά και κατασκευάστηκε με αποκλειστικά έξοδα τούτης. Επιπλέον το έργο έχει κοινόχρηστους χώρους που περιλαμβάνουν ιδιωτικό οδικό δίκτυο, κολυμβητικές δεξαμενές, εκκλησία, εστιατόριο, χώρους πρασίνου με παιδότοπους και χώρους κοινοτικών υπηρεσιών. Χρειάζετο συνεπώς να κατασκευαστούν όλες οι υποδομές ύδρευσης, αποχέτευσης, καλωδίωσης και φωτισμού, να σχεδιαστεί επιτόπου με τη συμβολή τοπογράφου το ιδιωτικό οδικό δίκτυο και η ακριβής τοποθεσία κάθε κτηρίου και αφού όλα αυτά ολοκληρώνονταν θα άρχιζε η ανέγερση των κτηρίων. Λόγω των ανωτέρω ήταν η θέση του εναγόμενου 2 πως το γεγονός ότι η ανέγερση των κτηρίων που αφορούν τα επίδικα διαμερίσματα άρχισε κατά το έτος 2009, ενώ τα πωλητήρια έγγραφα υπογράφτηκαν το 2007, δεν σημαίνει ότι η εταιρεία όλο αυτό το διάστημα δεν προέβη σε οποιαδήποτε εργασία. Αντιθέτως ήταν η θέση του ότι από την υπογραφή των δύο πωλητηρίων εγγράφων μέχρι και την έγκριση των δανείων των εναγόντων, η εταιρεία εφαρμόζοντας πλήρως τις συμβατικές της υποχρεώσεις άρχισε την ανέγερση όλου του οικοδομικού συγκροτήματος. Με αναφορά στο τεκμήριο 7 υποστήριξε ότι κατά τον Ιούλιο του 2009 οι οικοδομικές εργασίες αναφορικά με τα επίδικα κτήρια είχαν προχωρήσει, για μεν το Electra είχαν ολοκληρωθεί τα θεμέλια και οι τοίχοι αντιστήριξης αυτού, για δε το Ariadne είχε ολοκληρωθεί ο σκελετός και η πλάκα αυτού. Η αναφορά στον τίτλο του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 16/07/2009 σε Electra, επρόκειτο για καθαρά τυπογραφικό λάθος. Αναφερόμενος στην πρόσκληση της εταιρείας προς τους ενάγοντες για να επισκεφθούν την Κύπρο και το St. George Hills τον Οκτώβριο του 2009 (βλ. τεκμήριο 9) υποστήριξε πως οι ενάγοντες επισκέφθηκαν το οικοδομικό συγκρότημα και επιβεβαίωσαν την πρόοδο των εργασιών και περαιτέρω, δεν εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο. Εν τούτοις ουδέν ποσό κατέβαλαν στην εταιρεία και ως εκ τούτου η τελευταία ανέστειλε τις οικοδομικές εργασίες. Σε σχέση με την αλληλογραφία, τεκμήρια 10 και 11, ανέφερε πως αν και είχε επανειλημμένες συζητήσεις με τον συνήγορο τον εναγόντων, ο εν λόγω επέμεινε στους ισχυρισμούς του, δηλαδή πως δεν είχαν ολοκληρωθεί οι σκελετοί των διαμερισμάτων και ότι θα ήταν αδύνατο να ολοκληρωθούν μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου 2010. Ο ίδιος (εναγόμενος 2) του ανέφερε ότι όσο αρνούνται να καταβάλουν τα ποσά που αντιστοιχούν στις οικοδομικές εργασίες οι οποίες είχαν ολοκληρωθεί, τόσο θα καθυστερεί και η παράδοση του έργου, που ούτως ή άλλως η συμφωνία διαλαμβάνει ότι δικαιούνταν περίοδο χάριτος 6 μηνών. Ανέφερε ότι οι ενάγοντες και πάλι δεν συμμορφώθηκαν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και δεν κατέβαλαν στην εταιρεία τα ποσά που κατέστησαν πληρωτέα και γι' αυτό η τελευταία ανέστειλε κάθε οικοδομική εργασία στα δύο διαμερίσματα. Εν τούτοις επειδή τα δύο κτήρια, Electra και Ariadne, αποτελούνται και από άλλα διαμερίσματα εκτός αυτά των εναγόντων, τα οποία είχαν πωληθεί και συνεπώς η εταιρεία ήταν υποχρεωμένη να τα παραδώσει στους αγοραστές τους, οι οικοδομικές εργασίες προχώρησαν και για τα εν λόγω διαμερίσματα. Θέση του εναγόμενου 2 ήταν πως οι οικοδομικές εργασίες των τριών πρώτων σταδίων που αναφέρονται στη συμφωνία, ολοκληρώθηκαν τον Απρίλιο του 2011, ενώ η τελική ανέγερση των διαμερισμάτων ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 2012, ότε και οι δικηγόροι της εταιρείας κάλεσαν τους ενάγοντες να τα παραλάβουν. Τέλος ήταν η θέση του πως η πολεοδομική άδεια με αριθμό ΠΑΦ/00245/2007, η οποία αφορούσε την ανέγερση του St. George Hills, εκδόθηκε στις 12/02/2007. Η σχετική πολεοδομική άδεια προσκομίστηκε από τον εναγόμενο 2 και είναι τούτη το τεκμήριο 19. Τέλος, παρά το γεγονός ότι το 2008 η εταιρεία καταχώρησε στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου την αίτηση Β778/2008 για έκδοση άδειας οικοδομής δυνάμει της προαναφερόμενης πολεοδομικής άδειας, εν τούτοις αυτή εκδόθηκε μόλις την 13/09/2011. Η σχετική άδεια και πάλιν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο από τον εναγόμενο 2 και είναι το τεκμήριο 20. Ο ΜΕ2 ανέφερε ότι εργάζεται ως μηχανικός εργοταξίου στην εταιρεία από το 2007 μέχρι σήμερα. Είναι επιβλέπων μηχανικός εργοταξίου, απόφοιτος Ανωτέρου Τεχνολογικού Ινστιτούτου και κύριο καθήκον του είναι να μεριμνά για την πιστή εκτέλεση των αρχιτεκτονικών σχεδίων. Ήταν ένας από τους επιβλέποντες μηχανικούς εργοταξίου στο οικοδομικό συγκρότημα St. George Hills. Σε αυτό το πλαίσιο ετοίμαζε και υπέγραφε πιστοποιητικά ή βεβαιώσεις για την εκτέλεση συγκεκριμένων οικοδομικών εργασιών. Ανέφερε πως το πρώτο στάδιο ανέγερσης του έργου αφορούσε την προετοιμασία του εργοταξίου, δηλαδή μεταφορά και εγκατάσταση υπηρεσιών νερού και ρεύματος, λυόμενων γραφείων, τουαλετών και εστιατορίου για το προσωπικό του εργοταξίου. Παράλληλα έγινε καθαρισμός του εργοταξίου, του οποίου η έκταση ήταν πέραν των 100.000 τ.μ. και ακολούθως προέβησαν σε εμβαδομέτρηση και χωρομετρική εργασία σε σχέση με το οδικό δίκτυο, τα θεμέλια κάθε κτηρίου, καθώς και των κοινόχρηστων χώρων. Ακολούθησαν χωματουργικές εργασίες, η διάνοιξη της οδοποιίας και προπαρασκευαστικές εργασίες για την ανέγερση σταθμών των ΑΤΗΚ και ΑΗΚ. Όπως ανέφερε από την 01/11/2010 και για 9 περίπου μήνες τα πρωινά εργαζόταν σε άλλη εργοληπτική εταιρεία και μόνο τα απογεύματα και για λίγες ώρες εργαζόταν στην εναγομένη 1. Καθήκοντα του ήταν και πάλιν η επιθεώρηση της προόδου των εργασιών σε όλο το έργο και σε κάθε κτήριο ξεχωριστά. Προτού αποχωρήσει, δηλαδή τον Οκτώβριο του 2010, του ζητήθηκε από την τότε δικηγόρο της εταιρείας και φωτογράφισε τα κτήρια Electra και Ariadne. Συγκεκριμένα την 07/10/2010 έλαβε δύο φωτογραφίες τις οποίες παρουσίασε στο Δικαστήριο. Αυτές είναι το τεκμήριο 29. Τόσο για το Electra όσο και για το Ariadne εντόπισε πιστοποιητικά και/ή βεβαιώσεις εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών που εξέδωσε σε διάφορες ημερομηνίες. Για μεν το Electra είναι το τεκμήριο 30, για δε το Ariadne το τεκμήριο 31. Όπως ανέφερε, η ανέγερση και των δύο διαμερισμάτων ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο του 2011 και μέχρι το τέλος του ιδίου έτους είχε ολοκληρωθεί η ανέγερση όλου του έργου. Μετά την ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών εκκρεμούσε η τοποθέτηση υπόγειων καλωδίων της ΑΗΚ, η σύνδεση τους με κάθε κτήριο, η τοπιοτέχνηση των κοινόχρηστων χώρων και των χώρων πρασίνου, η τοποθέτηση οδικού φωτισμού και ο γενικός καθαρισμός κτηρίων και κοινόχρηστων χώρων. Ειδικά η σύνδεση των κτηρίων με τα υπόγεια καλώδια από την ΑΗΚ ήταν μια χρονοβόρα εργασία λόγω της μεγάλης έκτασης του έργου και του αριθμού των κτηρίων. Όλα τα ανωτέρω ολοκληρώθηκαν το καλοκαίρι του 2012 όταν το έργο ήταν πλέον έτοιμο για παράδοση. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της ΜΕ3, δηλαδή της τραπεζικής υπαλλήλου, έχει ήδη ενσωματωθεί στα ευρήματα του Δικαστηρίου. Εν προκειμένω η μάρτυρας αναγνώρισε τα τεκμήρια 5 και 6, δηλαδή τα εκχωρητήρια έγγραφα, ενώ κατέθεσε και το τεκμήριο 32, δηλαδή τη συμφωνία δανείου που υπέγραψαν οι ενάγοντες το 2009 που ήλθαν στην Κύπρο. Περιπλέον, παρουσίασε στο Δικαστήριο και το τεκμήριο 33, δηλαδή την ηλεκτρονική αλληλογραφία ημερομηνίας 25/11/2010 που είχε με τον ενάγοντα 1, ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Ήταν η θέση της ΜΕ3 ότι ουδέποτε ανέφερε στους ενάγοντες πως η τράπεζα συμφωνούσε με τον τερματισμό των πωλητηρίων εγγράφων. Ερωτηθείσα κατά πόσο η τράπεζα συμφωνεί με τον εν λόγω τερματισμό, η απάντηση της ΜΕ3 ήταν και πάλι αρνητική. Της ζητήθηκε να αιτιολογήσει την απάντησή της και ανέφερε ότι η συμφωνία εκχώρησης αποτελεί εξασφάλιση του δανείου το οποίο δεν έχει εξοφληθεί. Ο τερματισμός του πωλητηρίου εγγράφου, του οποίου τα δικαιώματα έχουν εκχωρηθεί, δυνατό να επηρεάζει και την εξασφάλιση του ιδίου του δανείου. Είναι γι' αυτό τον λόγο, ανέφερε, που δεν συμφωνούν και δεν δέχονται την ακύρωση των πωλητηρίων εγγράφων. Ο ενάγων υποστήριξε ότι το St. George Hills προωθείτο στο Ηνωμένο Βασίλειο από διάφορα πρακτορεία. Προς τούτο παρουσίασε στο Δικαστήριο τα τεκμήρια 41, 42, 43 και 44, δηλαδή διαφημιστικά έντυπα και τα τεκμήρια 65 και 66, επίσης διαφημιστικά έντυπα σε ψηφιακή μορφή. Υπέδειξε το διαφημιστικό έντυπο, τεκμήριο 43, στο οποίο καταγράφονται οι όροι της δανειοδότησης, δηλαδή ότι είναι σε Ελβετικά Φράγκα, το επιτόκιο είναι 3% και η δανειοδότηση καλύπτει το 80% του συνολικού κόστους. Οι ίδιοι, ανέφερε ο ενάγων, γνώρισαν την εταιρεία μέσω της Real World International που τους παρουσίασε το έργο. Η παρουσίαση συνίστατο στο περιεχόμενο των ψηφιακών δίσκων, τεκμήρια 65 και 66. Τέλη Αυγούστου αρχές Σεπτεμβρίου 2006, αποφάσισαν να επενδύσουν ως καταναλωτές αγοράζοντας δύο διαμερίσματα της εταιρείας. Τότε ήταν που συμπλήρωσαν φόρμα κράτησης, δηλαδή το τεκμήριο 45 και κατέβαλαν στην Real World International το ποσό των GBP20.000, δηλαδή το τεκμήριο 46. Στη συνέχεια την 27/10/2006 μέσω της Real World International κατέβαλαν και το ποσό των GBP12.188,70. Ήταν ισχυρισμός του ενάγοντα ότι από το τεκμήριο 21, δηλαδή το πρώτο ηλεκτρονικό μήνυμα που τους απέστειλε η εταιρεία, προκύπτει η δυνατή σχέση τούτης με την τράπεζα. Αυτό γιατί αναφέρεται εκεί πως η εταιρεία θα έκανε την αίτηση δανείου εκ μέρους τους. Σχολιάζει ακόμη ότι τους υποδείχθηκε να έλθουν σε επαφή με τον δικηγόρο της εταιρείας, ο οποίος χαρακτηρίζεται ανεξάρτητος, προκειμένου να συνάψει τα συμβόλαια που θα υπογράψουν και καταλήγει πως οι ίδιοι επέλεξαν να προσλάβουν δικό τους δικηγόρο. Αναφέρθηκε στα αγοραπωλητήρια έγγραφα (τεκμήριο 2 και 3) και τις διάφορες αποδείξεις πληρωμής. Σχολίασε τους όρους των εν λόγω συμφωνιών και υποστήριξε πως πριν την υπογραφή της συμφωνίας τους έγιναν παραστάσεις ότι η εξασφάλιση των πολεοδομικών και οικοδομικών αδειών ήταν θέμα μερικών μηνών. Σχολίασε το τεκμήριο 22, ηλεκτρονικό μήνυμα 16/11/2008 και χαρακτήρισε τα όσα ακολούθησαν ως φιάσκο. Απέρριψε τη θέση του εναγόμενου 2 ότι το τεκμήριο 22 στάλθηκε εκ λάθους και υποστήριξε ότι δεν τους αναφέρθηκε κάτι τέτοιο, αλλά αντιθέτως η εταιρεία συνέχισε να απαιτεί χρήματα χωρίς καμία απόδειξη ολοκλήρωσης των σταδίων της συμφωνίας. Συνάρτησε τούτο τον ισχυρισμό με το τεκμήριο 8, ηλεκτρονικό μήνυμα 14/08/2009 και δη το πιστοποιητικό αρχιτέκτονα που εκεί επισυνάπτεται, λέγοντας ότι και πάλιν δεν προσκομίστηκε φωτογραφική απόδειξη. Ήταν η θέση του ενάγοντα ότι ήταν μια προσπάθεια της εταιρείας να λάβει χρήματα τα οποία δεν ήταν πληρωτέα, εδραζόμενη σε ψευδή βάση και ισχυριζόμενη ότι τα στάδια έχουν ολοκληρωθεί. Εν τούτοις απέφυγε να στείλει αποδείξεις, όπως φωτογραφίες και πιστοποιητικά, παρ' ότι ο δικηγόρος τους απαιτούσε τούτα. Όταν επισκέφθηκαν την Κύπρο μετά από πρόσκληση της εταιρείας, προέβησαν σε επιτόπια επίσκεψη στο St. George Hills. Εκεί τους έδειξαν την περιοχή, στην οποία διενεργείτο μια μεγάλη ανάπτυξη και βαριά κατασκευή. Κάποιες βίλες είχαν κτιστεί, ενώ τα περισσότερα κτήρια ήταν στα αρχικά στάδια. Όταν ρώτησαν δεν τους έδειξαν συγκεκριμένα τα διαμερίσματά τους, αλλά τους διαβεβαίωσαν ότι αυτά θα τελείωναν σε ένα χρόνο από τότε και το πίστεψαν. Ήταν η θέση του ενάγοντα ότι μετά την επιτόπια επίσκεψη στο St. George Hills, οι αντιπρόσωποι της εταιρείας τους είπαν ότι έπρεπε να επισκεφθούν ένα υποκατάστημα της τράπεζας για να υπογράψουν τα έγγραφα που θα ενεργοποιούσαν το λογαριασμό δανείου. Οι ίδιοι δεν είχαν διευθετήσει τέτοια συνάντηση. Τους οδήγησαν εκεί, όπου και υπέγραψαν τα εκχωρητήρια έγγραφα (τεκμήρια 5 και 6) και τη συμφωνία δανείου σε ξένο συνάλλαγμα (τεκμήριο 32). Όπως έχει αναφερθεί, συνιστά κοινό έδαφος ότι οι ενάγοντες υπόγραψαν τα εν λόγω τεκμήρια, εν τούτοις ο ενάγων υποστήριξε πως εκεί στην τράπεζα δεν τους δόθηκαν λεπτομέρειες για την «έννοια» των εγγράφων. Τους αναφέρθηκε απλώς ότι θα επέτρεπαν στην τράπεζα να μεταφέρει ποσά από το δάνειο, ώστε να πληρώνεται η εταιρεία. Όλα έγιναν εντός 10 λεπτών. Την ύπαρξη του τεκμηρίου 32, ανέφερε ο ενάγων, την πληροφορήθηκαν μόλις κατά την ακροαματική διαδικασία. Έκφρασε την έκπληξη του για το εν λόγω τεκμήριο και υποστήριξε ότι ο δικηγόρος τους είχε υπογράψει σύμβαση δανείου την 25/08/2009, δηλαδή το τεκμήριο 36, απλώς η ημερομηνία αφέθηκε κενή και η τράπεζα τον ενημέρωσε ότι θα τη συμπλήρωνε. Παράλληλα παρουσίασε και το τεκμήριο 54, δηλαδή ηλεκτρονικό μήνυμα που τους απέστειλε ο δικηγόρος τους. Τέλος, ο ενάγων πρόσθεσε ότι η υπογραφή των πάρα πάνω εγγράφων (τεκμήρια 5, 6 και 32) αποτελεί αντικείμενο της αγωγής 3407/15. Εν τούτοις ήταν η θέση του πως η υπογραφή τούτων έγινε με δόλιο, απατηλό και παράνομο τρόπο. Υποστήριξε ότι η εταιρεία και η τράπεζα συνωμότησαν να τους εξαπατήσουν και να τους αφαιρέσουν τα νομικά τους δικαιώματα και διερωτήθηκε γιατί δεν έστειλαν αυτά τα έγγραφα στον δικηγόρο τους. Θέση του ενάγοντα ήταν πως οι φωτογραφίες του τεκμηρίου 10, δηλαδή του ηλεκτρονικού μηνύματος της εταιρείας ημερομηνίας 10/08/2010, δείχνουν την κατασκευή του εδάφους μόνο και συνεπώς δεν δικαιολογούν το ποσό που αξιώνεται. Επίσης υποστήριξε ότι ούτε και για τα τεκμήρια 16 έως 18 η εταιρεία παρουσίασε πιστοποιητικό ολοκλήρωσης. Κατέληξε ότι η συμπεριφορά των εναγομένων ήταν απογοητευτική και πως ένα μήνα μετά την ημερομηνία παράδοσης (Σεπτέμβριο του 2010), είχαν ολοκληρώσει μόνο τo ένα από τα έντεκα στάδια. Είναι ακριβώς γι' αυτό τον λόγο, ανέφερε, που την 05/11/2010 ο συνήγορος τους έστειλε, κατόπιν οδηγιών τους, τα τεκμήρια 25 και 57, δηλαδή τις επιστολές τερματισμού. Ήταν η θέση του ότι πριν τον τερματισμό επικοινώνησε με την τράπεζα και την ενημέρωσε για την πρόθεσή τους και δεν έφεραν ένσταση στον τερματισμό. Απλώς του ανέφεραν ότι θα πρέπει να εξοφλήσουν τα χρήματα που οφείλοντο, τα οποία μέχρι τότε δεν τα είχαν αγγίξει. Τέλος, ο ενάγων ανέφερε ότι την 27/09/2011 η εταιρεία τους απέστειλε το τεκμήριο 58, δηλαδή ηλεκτρονικό μήνυμα που ανέφερνε ότι το Ariadne είναι πολύ προχωρημένο και πρόκειται να ξεκινήσουν εργασίες πλακιδίων και ότι το Electra εβρίσκετο στη δεύτερη στρώση σοβατίσματος. Επομένως τα εκεί αναφερόμενα δεικνύουν ότι τα ακίνητα δεν ήταν καν κοντά στην ολοκλήρωση. Εν κατακλείδι, υποστήριξε ότι η μεταβίβαση των ακινήτων από την εταιρεία συνιστά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται να προωθεί την ανταπαίτησή της. Ο ΜΥ3 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι εργάζεται στο τμήμα Πολεοδομίας και συγκεκριμένα στον έλεγχο Πολεοδομικών Αιτήσεων. Παρουσίασε στο Δικαστήριο έντυπο που δεικνύει το ιστορικό των αιτήσεων που καταχωρίστηκαν σε σχέση με τα ακίνητα (βλ. τεκμήριο 69). Στο ίδιο έντυπο φαίνεται και η θέση του τμήματος Πολεοδομίας. Παράλληλα παρουσίασε και σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, δηλαδή το τεκμήριο 70. Θέση του ΜΥ3 ήταν πως στο υπό δημιουργία οικόπεδο 3, στο οποίο κείτονται τα επίδικα διαμερίσματα, αναγέρθηκαν 8 διαμερίσματα πέραν των 54 για τα οποία είχε εκδοθεί πολεοδομική άδεια. Στις 31/01/2013 είχε απορριφθεί η αίτηση για πολεοδομική άδεια για προσθήκη των εν λόγω διαμερισμάτων, εφόσον μέχρι τότε δεν είχε εξασφαλιστεί άδεια οικοδομής. Ο μάρτυρας προσκόμισε αεροφωτογραφία που δείχνει τα τρία υπό δημιουργία οικόπεδα, καθώς και σχετικό κτηματικό σχέδιο και αρχιτεκτονικό σχέδιο. Τούτα είναι τα τεκμήρια 71 έως 73 αντίστοιχα. Θέση του ΜΥ3 ήταν πως επειδή τα επίδικα τεμάχια βρίσκονται στο υπό δημιουργία οικόπεδο 3, επηρεάζονται από τις παρατυπίες. Εν κατακλείδι, ήταν η θέση του ΜΥ3 ότι ο νέος ιδιοκτήτης (AGI Cypre Property 19 Ltd) κατέβαλε το ποσό των €160.000 ως μια από τις προϋποθέσεις που έθεσε το Υπουργικό Συμβούλιο για αδειοδότηση της ανάπτυξης. Για να εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας επ' ονόματι του αγοραστή θα πρέπει να εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Η ΜΥ4 εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. Της υποδείχθηκαν τα τεκμήρια 62, 63 και 64 και τα αναγνώρισε ως πιστοποιητικά έρευνας από το Κτηματολόγιο. Ανέφερε ότι τα τεμάχια 85 και 223 έχουν σήμερα νέο αριθμό εγγραφής, δηλαδή 67/11 και 66/23 αντίστοιχα. Τα εν λόγω ακίνητα ήταν και παραμένουν χωράφια, δηλαδή δεν έχει γίνει οποιοσδήποτε διαχωρισμός. Τέλος, στο Κτηματολόγιο δεν έχει καταχωριστεί οιαδήποτε συμφωνία εκχώρησης σε σχέση με τα δύο ακίνητα, όπως ούτε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και της εταιρείας AGI Cypre Property 19 Ltd. Ο ΜΥ5 ήταν ο τελευταίος μάρτυρας για την υπεράσπιση των εναγόντων. Όπως ανέφερε είναι πτυχιούχος πολιτικός μηχανικός. Οι ενάγοντες του ζήτησαν να μεταβεί στο St. George Hills και να διεξάγει έρευνα σε σχέση με την πορεία των δύο ακινήτων. Ούτω και έπραξε την 20/01/2011. Εκεί στο έργο ένας εκ των επιβλεπόντων μηχανικών τον οδήγησε στα δύο ακίνητα, Electra και Ariadne, τα οποία είναι στο τεμάχιο 223, κάτι που επιβεβαίωσε και ο ίδιος από το χωροταξικό σχέδιο. Διαπίστωσε εκεί ότι τα δύο ακίνητα, τα οποία έχουν υψομετρική διαφορά, βρίσκονταν στο ίδιο στάδιο κατασκευής, δηλαδή στην ολοκλήρωση του στατικού φορέα από οπλισμένο σκυρόδεμα και προ της έναρξης των εργασιών κατασκευής της τοιχοποιίας. Ο ΜΥ5 υποστήριξε ακόμη ότι απαιτούμενος χρόνος αποπεράτωσης των δύο κτηρίων είναι εκείνος των 6 με 7 μηνών, νοουμένου ότι οι εργασίες θα επανεκκινούσαν αμέσως. Αυτή δε η εκτίμηση αφορά απλώς τα δύο κτήρια και όχι τη συνολική υποδομή, της οποίας η ολοκλήρωση συνιστά προϋπόθεση για την έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης. Η δε ολοκλήρωση τούτης περιλαμβάνει κατασκευή δρόμων και πεζοδρομίων, τοπιοτέχνηση χώρων πρασίνου και εγκατάσταση υπηρεσιών όπως ΑΗΚ, τηλεπικοινωνίες και υδατοπρομήθεια. Η αποσπασματική παράδοση των κτηρίων δεν επιτρέπεται χωρίς την έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης. Τέλος, ήταν η θέση του ΜΥ5 ότι η χλωρίωση (άλατα) που παρατηρήτο στο σκυρόδεμα των επίδικων κτηρίων, αποκαλύπτει ότι οι εργασίες σε αυτά είχαν σταματήσει για αρκετό χρονικό διάστημα. Ο ΜΥ5 υπέδειξε όλα τα ανωτέρω σε φωτογραφίες που ο ίδιος έλαβε και προσκόμισε στο Δικαστήριο, δηλαδή το τεκμήριο 84. Εξυπηρετεί σε τούτο το στάδιο να συνοψισθούν οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των μερών, ώστε να διαφανεί αυτό που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Περιττό να υποδειχθεί το αυτονόητο, δηλαδή ότι η διερεύνηση αρχίζει από την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των εναγομένων, εφόσον αντικείμενο της διαδικασίας είναι η ανταπαίτηση. Ας σημειωθεί ότι και στις δύο αγωγές τα δικόγραφα των μερών είναι σχεδόν πανομοιότυπα. Είναι η θέση των εναγομένων πως οι ενάγοντες αποκρύβουν και/ή επικαλούνται κάποιους εκ των όρων της συμφωνίας και γι' αυτό παραθέτουν μέρος τούτων. Επικεντρώνονται στην εκχώρηση των δικαιωμάτων της επίδικης συμφωνίας και υποστηρίζουν ότι ένεκα τούτου οι ενάγοντες έχουν απωλέσει και δεν διατήρησαν τα δικαιώματά τους και δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα και το μόνο πρόσωπο που δικαιούται να ασκεί οποιαδήποτε δικαιώματα είναι η τράπεζα. Υποστηρίζεται ότι παρά τις συνεχείς ειδοποιήσεις των εναγόντων οι εν λόγω ουδέν ποσό κατέβαλαν με τη σταδιακή ενημέρωση από τον υπεύθυνο πολιτικό μηχανικό του έργου και τον εμπειρογνώμονα που διόρισε η τράπεζα. Οι εναγόμενοι αρνούνται τυχόν καθυστερήσεις και διαζευκτικά προσθέτουν ότι για οποιεσδήποτε καθυστερήσεις οφείλονται αποκλειστικά οι ενάγοντες, οι οποίοι αρνούντο και/ή αμελούσαν να καταβάλουν τα ποσά που πιστοποιούνταν από τον υπεύθυνο πολιτικό μηχανικό του έργου και εκείνον που διόρισε η τράπεζα. Περαιτέρω, είναι η θέση των εναγομένων ότι είχαν δικαίωμα χάριτος 6 μηνών και/ή οι καθυστερήσεις οφείλοντο στους ενάγοντες και/ή στα γεγονότα που έλαβαν χώρα στο Μαρί τον Ιούλιο του 2011. Υποστήριζαν ότι το διαμέρισμα είναι έτοιμο για παράδοση και ότι έχουν εξασφαλίσει όλες τις απαραίτητες άδειες. Εν κατακλείδι, είναι η θέση των εναγομένων πως οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούντο να τερματίσουν τη συμφωνία, αφενός επειδή την πρόοδο των εργασιών επιβεβαίωσε ο πολιτικός μηχανικός που διόρισε η τράπεζα και αφετέρου επειδή τα τυχόν δικαιώματα που είχαν οι ενάγοντες τα εκχώρησαν ανεπιφύλαχτα και ανέκκλητα στην τράπεζα και συνεπώς αυτή είναι το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείτο να ασκήσει τα εν λόγω δικαιώματα. Βάσει όλων των ανωτέρω οι εναγόμενοι ανταπαιτούν: Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται και/ή διακηρύττεται ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν κανέναν δικαίωμα το οποίο να πηγάζει από την Συμφωνία ημερομηνίας 23/01/2007 λόγω του ότι έχουν εκχωρήσει όλα τα δικαιώματα τους στην Alpha Bank (Cyprus) Ltd. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται και/ή διακηρύττεται ότι ο κατ' ισχυρισμό τερματισμός της Συμφωνίας ημερομηνίας 23/01/2007 είναι άκυρος και/ή παράνομος και/ή παράτυπος και/ή στερούμενος οποιασδήποτε νομικής και/ή άλλως πως ισχύς. Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται και/ή διακηρύττεται ότι η Συμφωνία ημερομηνίας 23/01/2007 εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ και/ή ότι ουδέποτε ακυρώθηκε και/ή τερματίστηκε από τους Ενάγοντες. Επιπλέον αξιώνουν και χρηματικό ποσό, που στην αγωγή 1671/11 ανέρχεται σε €132.491,39 και στην αγωγή 1672/11 ανέρχεται σε €165.418,24, πλέον τόκο προς 9% από 30/09/2011 και 28/11/2011 αντίστοιχα. Στο δικό τους δικόγραφο (Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση) οι ενάγοντες αρνούνται ότι κωλύονται ένεκα της εκχώρησης, καθ' ότι αυτή είναι παράνομη και άκυρη. Επιστρέφουν δε τον ισχυρισμό κωλύματος στους εναγόμενους λόγω της μεταβίβασης και/ή αποξένωσης των ακινήτων. Όπως αναφέρουν, τούτη η ενέργεια συνιστά αποκήρυξη και/ή ματαίωση της συμφωνίας. Επιπλέον αρνούνται τον ισχυρισμό κωλύματος καθ' ότι δεν στηρίζεται σε παραδεχτά γεγονότα και δεν νομιμοποιούνται οι εναγόμενοι να προβάλλουν τη σύμβαση εκχώρησης που δεν τους αφορά και δεν αποτελούν συμβαλλόμενο μέρος. Και οι ενάγοντες πραγματεύονται τους όρους της συμφωνίας και υποστηρίζουν πως οι εναγόμενοι τους έχουν μεταφράσει λανθασμένα. Προσθέτουν ότι δεν πληρούντο οι προϋποθέσεις παράτασης της αποπεράτωσης, καμία καθυστέρηση στην πρόοδο των εργασιών οφείλεται στους ιδίους, την 17/07/2009 η τράπεζα ενέκρινε το δάνειο τους και τον Αύγουστο του 2009 υπέγραψαν τη σχετική συμφωνία δανείου και τέλος, ότι οι εναγόμενοι απέτυχαν να παραδώσουν το διαμέρισμα στους ενάγοντες μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2010 και να εξασφαλίσουν άδεια οικοδομής μέχρι τότε. Ισχυρισμοί εγείρονται και σε σχέση με το εκχωρητήριο, το οποίο οι ενάγοντες δέχονται ότι υπέγραψαν (βλ. παράγραφο 6(
  3. ix)στο δικόγραφο). Υποστηρίζουν όμως ότι δεν τους παρασχέθηκε δυνατότητα μελέτης του εγγράφου και δεν τους επεξηγήθηκε. Περαιτέρω, είναι η θέση των εναγόντων ότι μεταξύ των ετών 2006 με 2009 η εναγομένη 1 ψευδώς και/ή απατηλώς ζήτησε από τους ενάγοντες διάφορα ποσά, καθ' ότι δεν είχαν συμπληρωθεί τα στάδια ανέγερσης και αυτός είναι ο λόγος που οι ενάγοντες αρνήθηκαν να καταβάλουν τα εν λόγω πόσα. Η εναγομένη 1 απέτυχε να κάνει οιαδήποτε πρόοδο των εργασιών στα ακίνητα την περίοδο 2009 με 2011. Κατά τον επιτόπιο έλεγχο τον Ιανουάριο του 2011 προέκυψε ότι τα επίδικα ακίνητα δεν θα αποπερατώνονταν εντός της περιόδου χάριτος. Περαιτέρω, κατά παράβαση της συμφωνίας δεν είχε εξασφαλιστεί άδεια οικοδομής. Πρόσθετοι ισχυρισμοί αφορούν και πάλι την τράπεζα για την οποία γίνεται λόγος ότι σε καμία ενέργεια δεν προέβηκε εναντίον της εναγομένης 1, ώστε να διαφυλάξει τα δικαιώματα που πηγάζουν από τις συμφωνίες εκχώρησης και/ή να διαφυλάξει τα δικαιώματα των εναγόντων. Υποστηρίζεται ότι την 05/11/2010 οι ενάγοντες τερμάτισαν τη συμφωνία τους με την εναγομένη 1 και την 26/11/2010 ενημέρωσαν σχετικά την τράπεζα, η οποία δεν έφερε ένσταση και την 20/07/2011 τους πληροφόρησε ότι ουδέν ποσό θα εκταμίευε προς την εναγομένη 1. Εν τέλει οι ενάγοντες ισχυρίζονται πως οι συμφωνίες εκχώρησης περιήλθαν σε γνώση τους μέσω της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και προσθέτουν ότι εναντίον της τράπεζας ήγειραν αγωγή την 09/07/2015 προς το σκοπό ακύρωσης των εκχωρητηρίων. Τέλος, είναι η θέση των εναγόντων ότι εκπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και κατέβαλαν τα ποσά που ήταν πληρωτέα. Οι εναγόμενοι είναι εκείνοι που παρέβηκαν τα συμβατικά τους καθήκοντα, εφόσον η ανέγερση του ακινήτου δεν ήταν καθόλου ομαλή και η εναγομένη 1 απαιτούσε ποσά αδικαιολόγητα και/ή ψευδώς, καμία οικοδομική εργασία δεν γινόταν και τον Ιανουάριο του 2011 βρίσκονταν ακόμη στα αρχικά στάδια. Το σύνολο των καθυστερήσεων, δηλαδή σε σχέση με την ανέγερση του ακινήτου και την έκδοση των απαραίτητων αδειών, οφείλεται σε παραλείψεις και/ή παραβάσεις συμβατικών υποχρεώσεων των εναγομένων. Ο τερματισμός της συμφωνίας είναι νόμιμος και καμία συμβατική υποχρέωση δεν έχουν οι ενάγοντες έναντι των εναγομένων. Πριν οτιδήποτε άλλο είμαι της γνώμης πως ένα ζήτημα που ταλαιπώρησε τις δύο πλευρές και μάλιστα συνέτεινε στην περιπλοκή των εγγράφων προτάσεων, επιβάλλεται να εξεταστεί πρώτο, εφόσον η διαλεύκανση τούτου θα καθορίσει την παρά πέρα πορεία της διαδικασίας. Τούτο είναι βεβαίως η εκχώρηση του δικαιώματος που προκύπτει από κάθε μια από τις επίδικες συμβάσεις (τεκμήρια 2 και 3). Όπως έχει ήδη υποδειχθεί συνιστά αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι ενάγοντες εκχώρησαν στην τράπεζα το δικαίωμά τους που απορρέει από τις δύο επίδικες συμφωνίες. Άλλωστε τόσο η μαρτυρία του ενάγοντα και της ΜΕ3, όσο και οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση (βλ. παράγραφο 6(
  4. ix)και (x)) καθιστούν γεγονός τη σύναψη των εκχωρητηρίων εγγράφων (τεκμήρια 5 και 6). Βάσει αυτών των διαπιστωμένων γεγονότων αναφύεται το ερώτημα κατά πόσο η εκχώρηση επιδρά και δη επηρεάζει, την υπό κρίση συμβατική σχέση των εναγόντων με την εταιρεία. Η εκ προοιμίου απόφαση τούτου έχει ιδιαίτερη σημασία, εφόσον αν η θέση των εναγομένων ήθελε κριθεί ορθή, δηλαδή πως οι ενάγοντες δεν δικαιούντο να τερματίσουν τη συμφωνία λόγω της εκχώρησης, είναι αντιληπτό ότι καθιστά αχρείαστη την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Σπεύδω λοιπόν να εξετάσω αμφότερες τις θέσεις των διαδίκων. Όπως έχει υποδειχθεί οι θέσεις των μερών διαφέρουν. Η πλευρά των εναγομένων διατείνεται πως το σύνολο των δικαιωμάτων των δύο συμφωνιών, μεταξύ αυτών και το δικαίωμα τερματισμού, μόνο η τράπεζα, δηλαδή ο εκδοχέας, δύναται πλέον να το ασκήσει. Στον αντίποδα οι ενάγοντες διατείνονται πως κατά πάντα χρόνο ήταν αντιληπτό (in contemplation) στα μέρη, ότι αυτό το δικαίωμα θα παρέμενε στους ενάγοντες. Διαζευκτικά ισχυρίζονται πως οι εναγόμενοι δεν νομιμοποιούνται να επικαλούνται τη σύμβαση εκχώρησης που δεν τους αφορά και δεν αποτελούν συμβαλλόμενο μέρος. Ομολογώ ότι το θέμα που εγείρεται δεν είναι σύνηθες και ως εκ τούτου δεν ελέγχεται από πλούσια νομολογία. Παρατηρώ επίσης ότι τα μέρη δεν υποστήριξαν τη θέση τους με νομολογία και συγγράμματα. Περιορίστηκαν απλώς σε στεγνή έγερση του θέματος, άνευ νομικής υποστήριξης. Αυτό ως επισήμανση, δοθέντος ότι θα εξυπηρετούσε πρωτίστως τις πλευρές να υποστηρίξουν τις θέσεις τους, εφόσον και οι δύο αναγνωρίζουν τη σπουδαιότητα του θέματος υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και ακολούθως, θα βοηθούσε το Δικαστήριο να επιτελέσει το έργο του. Τώρα, αρχίζω με το νομολογιακά αναγνωρισμένο πως στη χώρα μας η εκχώρηση διέπεται από το δίκαιο της επιείκειας και όχι από κάποια ιδιαίτερη νομοθεσία και ως εκ τούτου τυγχάνει εφαρμογής δυνάμει του άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 (βλ. Despina Markidou v. Kyriacos Kiliaris a.o
(1983)1Α C.L.R 392, 403). Αυτό έχει τη σημασία του, ειδικά όταν αντλείται καθοδήγηση από αγγλικά συγγράμματα και νομολογία, δοθέντος ότι τα νομολογηθέντα που ως βάση έχουν τον Real Property Act του 1925, διαφέρουν από τις αρχές της επιείκειας και ως εκ τούτου δεν τυγχάνουν εφαρμογής στο ημεδαπό δίκαιο (βλ. Ανδρέας Λουκά ν. Eurolife Ltd
(2009)1Β Α.Α.Δ 1524, 1529). Κάτι άλλο που έχει σημασία και επ' αυτού φαίνεται ότι οι δύο πλευρές συμφωνούν, έστω σιωπηρά, είναι η δικανική υπόσταση που έχουν συμφωνίες ως οι επίδικες, δηλαδή τα τεκμήρια 2 και 3, στο δικανικό πλαίσιο των συμβάσεων και δη στην έκταση που αφορά την εκχώρηση. Φαίνεται να συνιστά κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων πως σύμβαση ως οι επίδικες, γεννά αντικείμενο αγωγής που απορρέει από σύμβαση, αγγλιστί chose in action και ως τέτοιο αποτελεί αντικείμενο εκχώρησης. Αντί περαιτέρω ανάλυσης επικαλούμαι τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Makridou, πιο πάνω, τα οποία εξηγούν καθετί σχετικό. Στις σελίδες 403 μέχρι 404 αναφέρεται ότι: «But he advanced no convincing arguments why the general principle of equitable assignment should find no application in the case of contracts for the sale of land. The rights acquired under a contract for the sale of land are personal and, as such, prima facie assignable. A contract for the sale of land does not create an estate in land, that is, rights in rem. A chose in action is a term of art that imported different meanings at different stages at the evolution of English law. Literally, it means "a thing recoverable by action"-Halsbury's Laws of England. Supra, para.
  1. Presently, it signifies an actionable right of a personal character, as contrasted to a right in rem, that is, a right attaching to the thing itself. A chose in action encompasses both corporeal and incorporeal rights of property not in possession. No specific form is required to effect an assignment. Form is never significant in equity. It looks to the intent. So long as an intent to assign is disclosed, equity will give effect to it... A contract for the sale of land creates, like any other contract, rights in personam. An estate in land my accrue from adherence to the provisions of Cap.
  2. Short of observance of the provisions of Cap. 232, a contract for the sale of land merely confers personal rights, that is, rights against he counter contracting party, in the event of breach. It does not given any rights over the land. As Goulding, J. observed in Property Discount Corpn. v. Lyon Group [1980] 1 All E. R. 334, a contract gives an interest in land only if it gives the power to require a grant to the land without further permission of the owner. In other words if it puts it beyond the reach of the owner to with hold consent to the conveyance.» Έχοντας αναφέρει όλα τα ανωτέρω στρέφομαι στην ουσία του πράγματος. Εν προκειμένω είμαι της γνώμης πως η πλευρά των εναγομένων δεν ερμηνεύει ορθά τις σχετικές δικανικές αρχές. Στην υπόθεση Λουκά, ανωτέρω, μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Χριστόπουλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 479, όπου λέχθηκαν και τα ακόλουθα στη σελ. 487: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αποφάσισε ότι ο εκδοχέας νομιμοποιείται να καταχωρίσει την αγωγή στο όνομα του και να διεκδικήσει αυτοδίκαια τα δικαιώματα από την εκχώρηση, χωρίς να χρειάζεται να συνενώσει τον εκχωρητή - [βλ. Chrysostomou v. Chalkousi & Sons
(1978)1 C.L.R. 10 και Markidou v. Kiliaris and Another
(1983)1 C.L.R. 392]. Στην υπόθεση Weddell v. J. A. Pearce & Major [1987] 3 All E.R. 624, αποφασίστηκε ότι ο εκδοχέας έχει locus standi ως ενάγοντας και η μη συνένωση του εκχωρητή δεν καθιστούσε την αγωγή άκυρη. Εν πάση περιπτώσει, παρόλο ότι η συνένωση του εκχωρητή είναι επιθυμητή, η μη συνένωση του δεν καθιστά τη διαδικασία άκυρη. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρουσία του είναι αναγκαία, μπορεί να συνενωθεί με βάση τη Διαταγή 9, Θεσμό 10.» Προκύπτει από τα πιο πάνω πως σε τέτοια περίπτωση δικαίωμα αγωγής έχει απευθείας ο εκδοχέας ως ενάγοντας, το ακριβές όμως ερώτημα που μας απασχολεί εδώ είναι κατά πόσο τέτοιο δικαίωμα έχει παράλληλα και από μόνος του ο εκχωρητής. Οι έρευνες μας, μας οδήγησαν στην υπόθεση Three Rivers D.C. v. Bank of England [1995] 4 All E.R. 312, όπου κρίθηκε το θέμα σε περίπτωση όπου ο εκχωρητής ήγειρε την αγωγή χωρίς συνένωση σε αυτή και χωρίς τη ρητή συγκατάθεση του εκδοχέα. Στην υπόθεση εκείνη αποφασίστηκαν τα πιο κάτω: «Where there was an agreement to assign a legal chose, in equity the assignee became the owner and controller of the legal chose and was entitled to sue for the recovery of the chose, although as a matter of practice he was normally required by the court to join the assignor either as plaintiff or, if he refused to give his consent, as defendant. However (Staughton L.J. dissenting), where the assignor whished to sue and it was known that there had been an assignment the court required the assignee to be joined and would not permit the assignor to maintain the action in the absence of the assignee. The assignor was entitled to sue as trustee for the assignee if the assignee so wished, but in that event he was required to reveal his representative capacity . . ." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όπου υπάρχει συμφωνία εκχώρησης νομικού δικαιώματος αγωγής, σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας ο εκδοχέας καθίσταται ο δικαιούχος και ελέγχων του δικαιώματος αγωγής και δικαιούται να ενάγει με βάση το δικαίωμα αυτό, παρόλο ότι, ως θέμα πρακτικής, κανονικά θα απαιτηθεί από το Δικαστήριο να συνενώσει τον εκχωρητή είτε ως ενάγοντα είτε, εάν αρνείται να δώσει την συγκατάθεσή του, ως εναγόμενο. Εντούτοις, όπου ο εκχωρητής επιθυμεί να καταχωρήσει αγωγή, όπου είναι γνωστό ότι υπήρξε εκχώρηση, το Δικαστήριο ζητά όπως ο εκδοχέας συνενωθεί και δεν επιτρέπει στον εκχωρητή να συντηρεί την αγωγή στην απουσία του εκδοχέα. Ο εκχωρητής δικαιούται να ενάγει ως εμπιστευματοδόχος του εκδοχέα εάν τούτο επιθυμεί ο εκδοχέας, αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποκαλύπτει την εκπροσωπευτική του ιδιότητα ...» Όλα τα πιο πάνω είναι καθοδηγητικά και στην υπό κρίση υπόθεση, αφού και εδώ το θέμα αφορούσε «νομικό αντικείμενο αγωγής» (legal chose in action). Ο εφεσείων-εκχωρητής ενήγαγε προσωπικά, χωρίς να έχει συνενώσει και τον εκδοχέα ως διάδικο, που, φυσιολογικά και νομικά είχε τον πρώτο λόγο στη διαδικασία λόγω της εκχώρησης. Πουθενά δε δεν φαίνεται να τον είχε εξουσιοδοτήσει ο εκδοχέας να τον εκπροσωπεί ως εμπιστευματοδόχος του. Mε βάση τις πιο πάνω αρχές, καταλήγουμε πως ο εφεσείων-ενάγων δεν είχε δικαίωμα αγωγής προσωπικά εναντίον των εφεσίβλητων-εναγομένων εκτός αν συνένωνε και τον εκδοχέα ή αν ενεργούσε κατ' εντολήν του και ως εκ τούτου η αγωγή του θα έπρεπε να είχε απορριφθεί γι'αυτό το λόγο.» Τα πιο πάνω απηχούν την περίπτωση που τη θέση του ενάγοντα παίρνει ο εκχωρητής, αγγλιστί assignor. Στην προκείμενη όμως περίπτωση δεν είναι η αξίωση του εκχωρητή το αντικείμενο της διαδικασίας, αλλά η ανταπαίτηση της εταιρείας που είναι ο αντισυμβαλλόμενος του εκχωρητή, εν προκειμένω των εναγόντων, στη σύμβαση που είναι κοινώς αποδεχτό ότι εκχωρήθηκε. Και επ' αυτού ακριβώς είναι που γεννάται το ερώτημα, επιτρέπεται και σε ποιο βαθμό, στον αντισυμβαλλόμενο, δηλαδή το τρίτο πρόσωπο, εδώ τους εναγόμενους, να επικαλεστούν τη σύμβαση εκχώρησης των εναγόντων με την τράπεζα, με σκοπό να αξιώσουν και όχι να υπερασπιστούν έναντι του εκδοχέα, ως είθισται να είναι η περίπτωση. Είμαι της γνώμης ότι η πλευρά των εναγομένων παραγνωρίζει πως η εκχώρηση συμβατικού δικαιώματος δεν δημιουργεί συμβατική σχέση (privy of contract) μεταξύ του εκδοχέα και του τρίτου μέρους (obligor) (βλ. The Law of Contract (Common Law Series) παράγραφος 6.258). Στην περίπτωση που προκύπτει τούτο, δηλαδή συμβατική σχέση μεταξύ εκδοχέα (assignee) και τρίτου μέρους (obligor), το αποτέλεσμα που προκύπτει δεν συνιστά εκχώρηση αλλά νέα σύμβαση (novation). Επί του προκειμένου σχετικά είναι τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα The Law of Contract (Common Law Series) στην παράγραφο 6.264 όπου αναφέρεται ότι: «Assignment and novation: A novation consists of an agreement between what would be all the parties to an assignment (the assignor, the assignee and the obligor) under which, for valuable consideration, the contract between the 'assignor' and 'obligor' is discharged and a new contract, again made for valuable consideration1 , is entered into between the 'obligor' and 'assignee'» Η ουσία όλων των ανωτέρω αποκαλύπτεται στην παράγραφο 6.278 του ιδίου συγγράμματος, η οποία αφορά equittable assignments, που όπως προαναφέρθηκε είναι αυτή η έκφανση της εκχώρησης που τυγχάνει εφαρμογής στο ημεδαπό δίκαιο. Υπερτονίζεται εκεί η θέση ότι το τρίτο μέρος (αναφέρεται ως debtor), θέση η οποία αντιστοιχεί σε αυτή των εναγομένων στην υπό κρίση υπόθεση, βρίσκεται σε επισφαλή θέση. Ο λόγος δια αυτό είναι επειδή: «.... it owes its duty in law to the assignor and in equity to the assignee and, on one view cannot obtain a discharge by paying or performing for the assignee unless authorized by the assignor to do so.» Προκύπτει λοιπόν ότι η συμβατική υποχρέωση του τρίτου μέρους, που εδώ αναφέρεται ως debtor, έναντι του εκχωρητή (assignor), δεν αναιρείται ούτε ακυρώνεται ένεκα της εκχώρησης. Στο ίδιο πλαίσιο υποδεικνύεται πως αν το τρίτο μέρος καταστεί κοινωνός διαφοράς μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα, είναι προς το συμφέρον του να αναζητήσει τη συναίνεση και των δύο. Εξηγείται περαιτέρω ότι ο κανόνας πρακτικής περί συνενώσεως του εκχωρητή ως διαδίκου, είτε ενάγοντα είτε εναγόμενου, στην αγωγή που ακολουθεί, είναι για να διασφαλιστεί ότι «the assignor is bound by the decision and has his chance to contest the assignment». Η δεσμευτικότητα του εκχωρητηρίου εγγράφου παραμένει επίδικο ζήτημα που αναμένεται να αποφασιστεί παρουσία και των τριών μερών, δηλαδή εκχωρητή, εκδοχέα και τρίτου μέρους. Τα μέχρι στιγμής αναφερόμενα δεικνύουν πως η εκχώρηση δεν είναι υπεραπλουστευμένη κατά τον τρόπο που οι εναγόμενοι διατείνονται. Αντιληπτό είναι πως η συμφωνία που εκχωρήθηκε δεν ακυρώνεται συνεπεία της εκχώρησης και ως εκ τούτου ο αντισυμβαλλόμενος του εκχωρητή δεν απαλλάσσεται των υποχρεώσεων του έναντι του τελευταίου επικαλούμενος την εκχώρηση. Ιδιαίτερα εκεί που ο εκχωρητής αμφισβητεί την εκχώρηση, η θέση του τρίτου μέρους (obligor / debtor) καθίσταται, όπως έχει αναφερθεί, ιδιαίτερα επισφαλής. Στο ίδιο σύγγραμμα και πάλιν στην παράγραφο 6.278, αναφέρεται το εξής καθοριστικό για την υπόθεση: «From this the view may be taken that an equitable assignment of a legal chose in action, where the assignment is absolute, gives the assignee a right to require the assignor to protect the assignee's interest, but it does not give the assignee direct rights against the obligor.» (Ο τονισμός δικός μου) Η θέση αυτή των συγγραφέων υποστηρίζεται από διάφορες αποφάσεις. Μια εξ αυτών είναι η Warner Bros Records Inc v. Rollgreen Ltd
(1976)Q.B 430,
  1. Ιδιαίτερα οι ομιλίες των Roskill LJ και Sir John Pennycuick, αποδίδουν το απαύγασμα της σχετικής νομολογίας. Ο Roskill LJ ανέφερε ότι: «My reason for that answer is that the only rights an equitable assignment can create in its equitable assignee are rights against his assignor who thenceforth becomes the trustee of the benefit, and the assignor could, of course, be compelled in equity to exercise those rights.» (Ο τονισμός δικός μου) Στη σελίδα 445 ο Sir John Pennycuick ανέφερε ότι: «Where there is a contract between A and B, and A makes an equitable but not a legal assignment of the benefit of the contract to C, this equitable assignment does not put into a contractual relation with B, and, consequently, C is not in a position to exercise directly against B any right conferred by the contract on A. The equitable assignment may be converted into a legal assignment by notice to B: see section 136 of the Lao of Property Act 1925; but, so long as the assignment remains equitable only, C has no more than a right in equity to require A to protect the interest which A has assigned and to do so by exercising the option himself. If A omits to exercise the option for any reason and the option runs out it is of no avail to C in subsequent proceedings against B, for it is then too late for the option to be exercised.» (Ο τονισμός δικός μου) Όλα τα πιο πάνω διατυμπανίζουν πως στο equitable assignment ο εκχωρών ποτέ δεν βγαίνει από την ευρύτερη εικόνα. Τα δικαιώματα παραμένουν στον ίδιο, ο οποίος οφείλει βεβαίως να τα διαχειριστεί προς όφελος του εκδοχέα. Εξίσου αποκαλυπτικά είναι όλα τα ανωτέρω και σε σχέση με τον τρίτο, δηλαδή τον αντισυμβαλλόμενο του εκχωρητή, εδώ την εναγομένη
  2. Δεν είναι σε αυτόν να προτάξει ως επιχείρημα που δικαιολογεί αξίωση ότι ο εκχωρητής δεν δικαιούταν να πράξει όπως έπραξε στη μεταξύ τους συμβατική σχέση, επί τω ότι η εκχώρηση στον εκδοχέα, εν προκειμένω την τράπεζα, του έχει αφαιρέσει κάθε δικαίωμα από το αντικείμενο αγωγής (chose in action). Η εναγομένη 1 δεν είναι μέρος (privy) στη συμβατική σχέση της εκχώρησης. Συνεπώς δεν την εξυπηρετεί επίκληση τούτης. Παραμένει όμως μέρος στις επίδικες συμβάσεις (τεκμήρια 2 και 3) και βεβαίως σε αυτό το πλαίσιο είναι υπόλογη έναντι των εναγόντων/εκχωρητών. Μάλιστα εάν εκ των υστέρων ήθελε εναχθεί από τον εκδοχέα και κρίνει ότι εθίχθησαν τα δικαιώματά της, προς υπεράσπισή της μπορεί πάντα να επικαλεστεί έναντι της τράπεζας, που είναι ο εκδοχέας, τη γνωστή αρχή ότι «the assignee takes subject to the equities», (βλ. παράγραφο 6.258 του πιο πάνω συγγράμματος). Παρέχεται η υπεράσπιση αυτή ακριβώς επειδή μέρος (privy) είναι μόνο στη σύμβαση με τον εκχωρητή και όποιες υπερασπίσεις ήθελε προκύψουν κατά την εκτέλεση τούτης δύναται να τις επικαλεστεί σε τυχόν αγωγή εναντίον της από την τράπεζα. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω στις εξής δύο διαπιστώσεις. Δεν νοείται οι αιτιάσεις των εναγόντων περί παρανόμου εκχωρήσεως, να αποφασιστούν στην απουσία του εκδοχέα, δηλαδή της τράπεζας, τη στιγμή μάλιστα που αυτά τα ζητήματα συνιστούν αντικείμενο της αγωγής 3407/15 στη Λευκωσία. Πολύ δε περισσότερο εφόσον η εταιρεία (εναγομένη 1) δεν νομιμοποιείται να αιτιάται την εκχώρηση, ώστε να υποστηρίξει ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούντο να ασκήσουν κάθε νόμιμο δικαίωμα που τους παρείχε η μεταξύ τους συμφωνία. Κατ' επέκταση αυτή η πτυχή των αιτιάσεων των εναγόντων δεν θα απασχολήσει περαιτέρω τη διαδικασία ως επίδικό ζήτημα. Κατά τα λοιπά, είναι αντιληπτό ότι τα ανωτέρω διανοίγουν το δρόμο για εξέταση των σχετικών πραγματικών και νομικών αιτιάσεων των εναγόντων που αφορούν τους λόγους τερματισμού. Τα δικόγραφα αποκαλύπτουν πως η αξίωση των εναγομένων ως βάση έχει τις δύο συμφωνίες, δηλαδή τα τεκμήρια 2 και
  3. Η πλήρης και συνεπής εκπλήρωση των συμφωνηθέντων είναι αυτό που δικαιολογεί, σύμφωνα με τους εναγόμενους, την απαίτηση που προβάλλουν. Στον αντίποδα η υπεράσπιση των εναγόντων, εδραζόμενη σε ισχυριζόμενη παράβαση των διατάξεων των δύο συμφωνιών, υποστηρίζει πως η παράβαση αυτή συνιστά γεγονός που δικαιολογούσε τον τερματισμό και όντως αυτό έπραξε, με αποτέλεσμα η σύμβαση να τερματιστεί και οι ίδιοι να απαλλαγούν. Είναι φανερό από τα μέχρι στιγμής αναφερόμενα ότι τα επίδικα ζητήματα είναι τοποθετημένα σε αντίθετους πόλους. Εν τούτοις ως εκ της φύσεως αυτών η διερεύνηση δεν μπορεί παρά να είναι ενιαία. Στον πυρήνα της διερεύνησης βρίσκεται αυτή τούτη η σύμβαση καθ' ενός εκ των δύο ακινήτων και ζητούμενο είναι το κατά πόσο εκτελέστηκε ή όχι. Συνεπώς κύριο και βασικό ερώτημα είναι το κατά πόσο οι εναγόμενοι έκτισαν τα δύο ακίνητα. Νοουμένου ότι τούτο απαντάται καταφατικά, τότε στο προσκήνιο υπεισέρχονται οι αιτιάσεις της υπεράσπισης, ώστε να αποφασιστεί αφενός το πραγματικό πλαίσιο των ισχυρισμών και αφετέρου κατά πόσο τα εκεί αναφερόμενα είναι ικανά να επιφέρουν στις δύο συμβάσεις τις νομικές συνέπειες που επικαλείται η υπεράσπιση. Τώρα, λίγα λόγια επιβάλλεται να ειπωθούν για τις αρχές αξιολόγησης. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ 339, επιβάλλεται η μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο ουσιαστικής αξιολόγησης, δηλαδή από απόψεως περιεχομένου και να μην υιοθετείται ή απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Κατά τον ίδιο τρόπο στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου Μ/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, υπεδείχθη ότι η αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά το περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, κατά πόσο λέγει την αλήθεια. Ζητούμενο παραμένει η εξεύρεση της αλήθειας όπως αυτή διαμορφώνεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Εργαλεία που εξυπηρετούν αυτό τούτο τον στόχο είναι τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της κρινόμενης μαρτυρίας, όπως πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence,16 η έκδοση, σελίδα 333). Περιπλέον, οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν αξιολογούνται απομονωμένα, αλλά αντιπαραβάλλονται και συσχετίζονται στην αντικειμενική τους υπόσταση με κάθε άλλη μαρτυρία, γραπτή ή προφορική, με σκοπό την επιβεβαίωση των αξιολογικών ευρημάτων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 185/12, 19/04/18). Τόσο ο εναγόμενος 2 (ΜΕ1) όσο και ο ΜΕ2, άφησαν αρνητικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Για ό, τι αφορά την ουσία της μαρτυρίας τους η σκέψη του Δικαστηρίου ξεδιπλώνεται στις γραμμές που ακολουθούν, όπου διενεργείται αντιπαραβολή και διερεύνηση κάθε σχετικού μέρους της μαρτυρίας. Αναφέρω όμως, έστω επιγραμματικά, ότι η μαρτυρία των δύο αυτών μαρτύρων, ΜΕ1 και ΜΕ2, είναι αντιφατική και αυτοαναιρούμενη. Απάδει του υπόλοιπου μαρτυρικού υλικού, ακόμη και εκείνου που προσκόμισαν οι ίδιοι και επιπλέον, αντικρούεται από αναμφισβήτητη μαρτυρία αλλά και τη λογική. Η μαρτυρία τούτων δεν υποστηρίζεται από λεπτομέρειες πραγματικών γεγονότων, αλλά ως υπόβαθρο έχει την αοριστία και την ασάφεια. Διαπίστωσή μου είναι ότι και οι δύο είπαν ψέματα στο Δικαστήριο. Ιδιαίτερα για τον ΜΕ1 αρνητικά εκπλήσσει το γεγονός ότι πέραν της μιας περιπτώσεως αντί απαντήσεως του πραγματικού ζητήματος που αφορούσε η ερώτηση, επικαλέστηκε τις συμφωνίες εκχώρησης των δύο ακινήτων και πως ένεκα τούτων οι ενάγοντες δεν δικαιολογούντο να τερματίσουν τις επίδικες συμφωνίες. Ορθή ή όχι η εν λόγω θέση, δεν απαντά το πραγματικό ζήτημα που σε κάθε περίπτωση τέθηκε. Αποκαλύπτει όμως πρόθεση υπεκφυγής απαντήσεως, χαρακτηριστικό που κυριάρχησε στη μαρτυρία του ΜΕ
  1. Κατά τον ίδιο τρόπο όταν σε διάφορες περιπτώσεις του ζητήθηκε να παρουσιάσει αποδείξεις του σταδίου που βρίσκοντο τα ακίνητα και πάλιν απαντούσε με ερώτηση, φερ' ειπείν γιατί οι ενάγοντες δεν προσλάβαν κάποιο ειδικό ώστε να ελέγξει τα ακίνητα ή γιατί δεν τα ήλεγξε ο δικηγόρος. Και πάλιν όμως απέφυγε να απαντήσει την ουσία του ερωτήματος. Τέλος, αν και συχνά πυκνά επικαλέστηκε εκτιμητές της τράπεζας που δήθεν ήλεγξαν τα ακίνητα και πιστοποίησαν την προόδο τους, εν τούτοις δεν προσκομίσε οιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί τη συγκεκριμένη θέση η οποία παρέμεινε αόριστη και ασαφής. Είναι χωρίς δισταγμό που τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 την απορρίπτω στην ολότητα της, εκτός εκεί όπου επιβεβαιώνεται από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Στον αντίποδα η μαρτυρία των ΜΥ2, ΜΥ3 και ΜΥ4 προέρχεται από λειτουργούς ανεξάρτητων υπηρεσιών, των οποίων η εμπλοκή στην όλη υπόθεση προέκυψε καθηκόντως και όχι για εξυπηρέτηση προσωπικού ή ιδίου οφέλους. Η δε μαρτυρία τούτων συνάδει με τα παραδεχτά γεγονότα και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και τέλος, κανένα στοιχείο δεν δικαιολογεί συμπέρασμα ότι δεν είπαν την αλήθεια. Αντιθέτως, μετέφεραν στο Δικαστήριο τη θέση της υπηρεσίας που εκπροσωπούν και μάλιστα αιτιολογώντας τις όποιες αποφάσεις ή συμπεράσματα. Τη μαρτυρία τούτων την αποδέχομαι στην ολότητά της. Αξιόπιστη κρίνεται και η μαρτυρία του ΜΥ
  2. Η αιτιολόγηση τούτης της κρίσης παρατίθεται πιο κάτω, εκεί όπου διερευνάται καθετί σχετικό. Επίσης θετική ήταν και η μαρτυρία της ΜΕ3, δηλαδή της τραπεζικής υπαλλήλου. Η μάρτυρας αμφισβητήθηκε κυρίως για τη θέση της ότι η τράπεζα δεν συμφώνησε στον τερματισμό των συμφωνιών τεκμήρια 2 και 3, καθ' ότι επηρεάζεται η εξασφάλιση του δανείου. Παρά την αμφισβήτηση που έτυχε η ΜΕ3, η θέση αυτή δεν είναι παράλογη και ούτε απάδει του περιεχομένου των εγγράφων που προσκομίστηκαν. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου (τεκμήρια 33 και 38), η τράπεζα μπορεί μεν να μην διαφώνησε με τον τερματισμό, δηλαδή να μην δήλωσε τούτο ρητά, σε κάθε όμως περίπτωση επαναλάμβανε το αυτονόητο, δηλαδή πως το δάνειο εκκρεμούσε και θα έπρεπε να πληρωθεί, γεγονός που αν λάμβανε χώραν αυτομάτως θα εξουδετέρωνε την εκχώρηση και την όποια σχέση μεταξύ της τράπεζας και των εναγόντων. Επίσης, το τεκμήριο 33 και συγκεκριμένα το ηλεκτρονικό μήνυμα του ενάγοντα 1 προς τον συνήγορό του, αφήνει να νοηθεί ότι εκείνοι, δηλαδή οι ενάγοντες, είναι που διατήρησαν το δάνειο εν ζωή, διερευνώντας την πιθανότητα να χρησιμοποιήσουν το ποσό αυτό σε άλλη επένδυση. Το ίδιο όμως μήνυμα φανερώνει ότι οι ενάγοντες ενημέρωσαν την τράπεζα πως οι ίδιοι τερμάτισαν τις επίδικες συμφωνίες. Ως εκ των ανωτέρω δέχομαι τη μαρτυρία της ΜΕ3, δηλαδή ότι η τράπεζα δεν συναίνεσε στον τερματισμό, υπό την έννοια ότι ούτε εξουσιοδότησε άλλα ούτε και εμπόδισε τούτον. Περιπλέον, όπως φαίνεται από το τεκμήριο 38, η τράπεζα ρητά δήλωσε πως δεν θα εκταμίευε οιονδήποτε ποσό, επιφύλαξε όμως τα δικά της δικαιώματα. Προσθέτω τέλος ότι η τράπεζα πληροφορήθηκε τον τερματισμό, τόσο από το τεκμήριο 33 όσο και από το τεκμήριο 37, επιστολή ημερομηνίας 30/05/
  3. Τα πιο πάνω καθίστανται διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Τέλος, ο ενάγων 1 (ΜΥ1) ήταν σταθερός, σαφής και ειλικρινής στη μαρτυρία του. Δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και ούτε επιχείρησε να αποκρύψει οτιδήποτε. Αντιθέτως, αποδέχτηκε όλη την αλληλογραφία που του υπεδείχθη και έδωσε λογικοφανείς και πειστικές εξηγήσεις. Η δε σημαντικότερη πτυχή της μαρτυρίας του, η οποία αφορά την επιτόπια επίσκεψη που διενέργησαν στο St. George Hills τον Οκτώβριο του 2009 και τη θέση πως παρ' ότι ζήτησαν να δουν τα ακίνητα δεν τους υπεδείχθησαν καθ' ότι δεν ήταν έτοιμα και ούτε τους ανέφεραν ότι εδώ θα είναι το Ariadne και εδώ το Electra, απλώς τους έδειξαν κάποιο και τους είπαν ότι το δικό τους θα είναι σαν και αυτό, πλαισιώθηκε από πλούσιες λεπτομέρειες και αποδόθηκε με γλαφυρότητα και σαφήνεια. Πλέον όμως σημαντικό είναι αυτό που πιο κάτω πραγματεύομαι, δηλαδή πως αυτή η πτυχή της μαρτυρίας του δεν έτυχε αμφισβήτησης από την πλευρά των εναγομένων. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Κατ' αρχάς όλες οι πλευρές συμφωνούν ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν στους εναγόμενους το συνολικό ποσό των Λ.Κ.38.781 και για τα δύο διαμερίσματα. Η όποια σύγχυση πήγε να προκληθεί κατά την αντεξέταση του ενάγοντα, δεν διαφοροποίησε τη δεδηλωμένη θέση τούτου, τόσο στη δήλωσή του (βλ. παράγραφο 29 τεκμηρίου 40), όσο και κατά την αντεξέταση, πως το συνολικό πόσο που κατέβαλε στην εναγομένη 1, είναι αυτό που αναφέρεται στις υποπαραγράφους της παραγράφου 29 της δήλωσης και ανέρχετο στο ποσό των Λ.Κ.38.
  4. Περιπλέον, τα τεκμήρια 45, 46 και 47 που προσκόμισε, καθώς και το ηλεκτρονικό μήνυμα της εταιρείας, ημερομηνίας 22/09/2006 (τεκμήριο 21), επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι αρχικώς η σχέση των διαδίκων προέκυψε μέσω της Real World International. Συνεπώς τα ανωτέρω καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Όπως έχει υποδειχθεί, μετά το τεκμήριο 21 ακολούθησε το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 16/11/2008 (τεκμήριο 22), για το περιεχόμενο του οποίου ο εναγόμενος 2 δέχθηκε ότι δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Η προσοχή εν προκειμένω επικεντρώνεται στην αοριστία και την επιπολαιότητα με την οποία ο εναγόμενος 2 αντιμετώπισε το εν λόγω μήνυμα. Αφενός επέρριψε την ευθύνη στον αποστολέα τούτου, δηλαδή την Alex, για την οποία ανέφερε ότι πλέον δεν εργάζεται στην εταιρεία. Εν τούτοις η αλληλογραφία που ακολουθεί, δηλαδή τα τεκμήρια που προσκομίστηκαν τόσο από την εταιρεία όσο και από τους ενάγοντες, αποκαλύπτουν ότι κατά τον επίδικο χρόνο αυτή ήταν ο κύριος συνομιλητής του δικηγόρου των εναγόντων. Από την άλλη, χωρίς οποιαδήποτε στοιχεία υποστήριξε ότι συνεννοήθηκε προφορικώς και γραπτώς με τον δικηγόρο ο ίδιος και του εξήγησε ότι επρόκειτο για λάθος. Τίποτα όμως δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, πράγμα που θα ανέμενε κανείς, ιδιαίτερα εφόσον υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι ψεύδεται. Άλλωστε όπως εύστοχα υπέδειξε ο ενάγων, θα ανέμενε κάνεις ότι μετά από τέτοιο λάθος η εταιρεία θα απολογείτο γραπτώς, ώστε να επανακτήσει την εμπιστοσύνη των εναγόντων. Ας σημειωθεί ότι ούτε στο άλλο λάθος της εταιρείας, αυτή τη φορά στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 04/08/2010 (αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 23 ‑ είναι το πρώτο χρονικά), δεν δόθηκε κάποια εξήγηση. Η εταιρεία απλώς απέστειλε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερομηνίας 10/08/2010 (βλ. τεκμήριο 23) και απαίτησε διαφορετικό ποσό. Όλα τα ανωτέρω και κυρίως ότι τίποτα δεν προσκόμισε η πλευρά των εναγομένων που να δικαιολογεί συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες ενημερώθηκαν για το λάθος, δεν δικαιολογεί τέτοια διαπίστωση. Επίσης αποκαλύπτουν τις πολλαπλές και λανθασμένες απαιτήσεις που υπέβαλε η εταιρεία, χωρίς στη συνέχεια να εξηγήσει τη θέση της. Ως εκ τούτου επί του προκειμένου δέχομαι τη θέση του ενάγοντα 1, δηλαδή ότι δεν έτυχαν οιασδήποτε εξήγησης για το περιεχόμενο του τεκμηρίου
  5. Εν τούτοις τα ανωτέρω είναι το ελάσσον και όχι το μείζον. Εν προκειμένω ζητούμενο είναι το κατά πόσο η εταιρεία έκτισε το στάδιο 4.4.1 που αναφέρεται στα τεκμήρια 2 και 3 και ως εκ τούτου δικαιούτο να πληρωθεί το εκεί προβλεπόμενο ποσό. Είναι σε σχέση με αυτό ακριβώς το θέμα που κρίνω ότι οι ΜΕ1 και ΜΕ2 είπαν ψέματα στο Δικαστήριο και η μαρτυρία τους απάδει της λογικής. Και εξηγώ˙ η αρχή έγινε με το τεκμήριο 7, δηλαδή το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 16/07/2009, με το οποίο η εταιρεία, μέσω της Alex ζήτησε από τους ενάγοντες και τον δικηγόρο τους το ποσό των €30.000 σε σχέση με το Ariadne. Επαναλαμβάνω ότι η διαδικασία αποκαλύπτει και αυτό είναι που αποδέχομαι, ότι η απαίτηση αφορούσε το Ariadne, πράγμα που διεφάνη στο επόμενο μήνυμα (τεκμήριο 8) και δη στο επισυνημμένο πιστοποιητικό αρχιτέκτονος και όχι το Electra που λανθασμένα αναγράφετο. Όπως έχει αναφερθεί ο συνήγορος των εναγόντων απαίτησε αποδείξεις, ήτοι πιστοποιητικό αρχιτέκτονος και ψηφιακές φωτογραφίες και η [ ] του απάντησε ότι ζητήθηκαν (τεκμήρια 7). Ακολούθησε το τεκμήριο 8 με συνοδεία πιστοποιητικού, το οποίο ανέφερε ότι «framework is complete and we are ready to commence with brick work» Και πάλιν ζητήθηκαν φωτογραφίες από τον συνήγορο των εναγόντων (βλ. ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 24/08/2009, μέρος του τεκμηρίου 9), για να λάβει όμως την απάντηση ότι η εταιρεία προέβη σε κράτηση για τους ενάγοντες, ώστε να έλθουν στην Κύπρο μεταξύ 23 Οκτωβρίου και 28 Οκτωβρίου και κατ' εκείνο τον χρόνο να προβούν σε επιτόπια επίσκεψη στο St. George Hills. Επιπλέον, αναφέρετο ότι με χαρά θα αποδέχονταν (η εταιρεία), καθυστέρηση στην καταβολή του ποσού, μέχρις ότου οι ενάγοντες θα ολοκλήρωναν την επίσκεψη τους στο St. George Hills (τεκμήριο 9). Η διάψευση των ανωτέρω προκύπτει από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ενάγοντα. Ο ενάγων 1 ήταν κάθετος ότι όταν μετέβησαν στο εργοτάξιο, ζήτησαν να δουν τα ακίνητα αλλά δεν ήταν έτοιμα. Τους υποδείχθηκε κάποιο ακίνητο και τους λέχθηκε ότι το δικό τους θα είναι παρόμοιο με αυτό. Ζήτησαν να δουν τα δικά τους, αλλά τους αναφέρθηκε ότι δεν ήταν έτοιμα και ότι θα τελείωναν σύμφωνα με τα πρότυπα που τους έδειξαν. Όλα τα ανωτέρω ο ενάγων τα ανέφερε τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση. Η μαρτυρία του δεν ήταν απλώς σταθερή και απαλλαγμένη αντιφάσεων. Ήταν καθ' όλα παραστατική και λεπτομερής, επιτυγχάνοντας να αναβιώσει τις εικόνες για τις οποίες μαρτυρούσε. Ανέφερε ότι η επίσκεψη κράτησε μισή ώρα και ότι με τα παιδιά του ανέβηκε στον επάνω όροφο και εκεί είδε ένα μεγάλο πλοίο στη θάλασσα. Υπήρχε κόσμος στο εργοτάξιο ο οποίος εργαζόταν και όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «.. ήταν πολλοί άνθρωποι τριγύρω, πολλά φορτηγά και μας είπαν ότι το δικό σας θα κτιστεί με τα ίδια πρότυπα, ήμασταν ήδη στον Οκτώβριο και ένιωσα ότι αφού υπήρχε τόση πολλή δραστηριότητα εδώ ευελπιστούσα ότι θα ολοκληρωθεί έγκαιρα, όμως ποτέ δεν μας έδειξαν ότι αυτό είναι το Electra ή αυτό είναι το Ariadne.». Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν τη γνησιότητα του χαρακτήρα της μαρτυρίας του ενάγοντος. Δεν επιχείρησε να μειώσει τις εργασίες που ελάμβαναν χώρα, αλλά αντιθέτως τις περιέγραψε λεπτομερώς και ακριβοδίκαια. Συνάμα τα πιο πάνω, γεγονότα λεπτομερή και πειστικά, αντιπαραβάλλονται με τη μαρτυρία του εναγόμενου 2, ο οποίος δεν μετέβηκε στο μέρος μαζί με τους ενάγοντες, αλλά επιμένει, χωρίς πρωτογενή γνώση και χωρίς αναφορά σε λεπτομέρειες, ότι τα ακίνητα ήταν έτοιμα και ότι υπεδείχθησαν στους ενάγοντες, εφόσον αυτός ήταν ο λόγος που επισκέφθηκαν το εργοτάξιο. Παρ' ότι τα πιο πάνω φανερώνουν ότι ο στεγνός λεπτομερειών ισχυρισμός του εναγόμενου 2 είναι ανίκανος να καταρρίψει την ευλογοφανή και πειστική μαρτυρία του ενάγοντα 1 και αυτή είναι και η κατάληξή μου, η ουσία του πράγματος έγκειται στο ότι ο τελευταίος δεν αμφισβητήθηκε σε σχέση με τα όσα ανέφερε και συγκεκριμένα πως δεν τους υποδείχθηκαν τα δύο ακίνητα και ότι τους λέχθηκε πως δεν ήταν έτοιμα. Επί του προκειμένου καθ' όλα σχετική είναι η υπόθεση Frederickou, πιο πάνω, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.» Εκ των ανωτέρω καθίσταται ήλιου φαεινότερον πως η μαρτυρία του ενάγοντα 1, η οποία σε σχέση με αυτό το ζήτημα δεν έτυχε αμφισβήτησης, εκλαμβάνεται ορθή και αληθής. Ιδιαίτερα στην προκείμενη περίπτωση που η μαρτυρία του ενάγοντα 1 είναι απαλλαγμένη αντιφάσεων και πλαισιώνεται από λεπτομέρειες που αναδεικνύουν τη βασιμότητα των εκεί αναφερομένων. Παρ' ότι τα πιο πάνω καθορίζουν την έκβαση της εξέτασης σε σχέση με το πιστοποιητικό του τεκμηρίου 8, δοθέντος ότι διαπίστωσή μου είναι πως τα ακίνητα δεν είχαν κτιστεί μέχρι τον Οκτώβριο του 2009, εξού και δεν υποδείχθηκαν στους ενάγοντες και συνεπώς το περιεχόμενο του εν λόγω πιστοποιητικού είναι ψευδές, η διερεύνηση δεν σταμάτα εδώ. Ήταν η θέση του εναγόμενου 2 πως αν οι ενάγοντες δεν είδαν τα ακίνητα, γιατί πήγαν στην τράπεζα και ολοκλήρωσαν τη διαδικασία δανείου. Καίτοι δεν εξετάζονται οι αιτιάσεις των εναγόντων για δόλο και απάτη της τράπεζας, είναι γεγονός ότι ο ενάγων 1 δέχθηκε πως στην τράπεζα πήγαν για να ενεργοποιήσουν το δάνειο, συνεπώς συνάγεται ότι πρόθεσή τους ήταν να προχωρήσουν ένα βήμα πιο κάτω, συμπέρασμα που φαίνεται να υποστηρίζει το επιχείρημα του εναγόμενου
  6. Φαινομενικά όμως και όχι επί της ουσίας. Αυτό γιατί ο ενάγων ανέφερε ότι μετά από όσα είδε στο εργοτάξιο, δηλαδή ότι διεξάγοντο εργασίες, πίστεψε αυτό που του ανέφεραν, εν προκειμένω ότι τα ακίνητα θα ήταν έτοιμα ένα έτος μετά, δηλαδή τον Σεπτέμβριο του 2010, που στη συμφωνία τους προβλέπετο ως χρόνος παράδοσης. Συνεπώς σε εκείνο το στάδιο δεν του πέρασε από το μυαλό ο τερματισμός της συμφωνίας. Πέραν αυτού, το επιχείρημα του εναγόμενου 2 αντιστρέφεται ως εξής˙ τα τεκμήρια 7, 8 και 9, τα οποία προηγούνται της επίσκεψης των εναγόντων στην Κύπρο, απαιτούσαν την καταβολή του ποσού των €30.
  7. Μάλιστα η κατακλείδα του τεκμηρίου 9 ήταν πως με χαρά η εταιρεία αποδεχόταν την καθυστέρηση στην πληρωμή, μέχρις ότου οι ενάγοντες θα ολοκλήρωναν την επίσκεψή τους στην Κύπρο. Εγείρεται λοιπόν το ερώτημα˙ αν τα πράγματα ήταν αλλιώς, δηλαδή μετά την επίσκεψη των εναγόντων στην Κύπρο επιβεβαιώνετο ότι το στάδιο 4.4.1 της συμφωνίας τεκμήριο 3 (αφορά το Ariadne) ήταν ολοκληρωμένο, γιατί η εταιρεία δεν απαίτησε αμέσως το ποσό και πολύ περισσότερο, γιατί δεν καταβλήθηκε τούτο κατά τη συνάντηση όλων των διαδίκων στην τράπεζα. Εν ολίγοις γιατί η εταιρεία δεν επανήλθε στην απαίτηση του τεκμηρίου 9 και γιατί δεν έστειλε έστω μια υπενθύμιση στους ενάγοντες ή στον δικηγόρο τους. Έκπληξη προκαλεί το απαρασάλευτο γεγονός και αυτή είναι και η διαπίστωσή μου, ότι η επόμενη αλληλογραφία των διαδίκων διενεργήθηκε τον Αύγουστο του 2010, δηλαδή σχεδόν ένα έτος μετά (βλ. τεκμήριο 23 και 10). Στο τεκμήριο 23 συμπεριλαμβάνονται τέσσερα ηλεκτρονικά μηνύματα. Το πρώτο είναι ημερομηνίας 04/08/2010 και υπογράφεται από κάποια [ ] Αναστασίου και απαιτεί το ποσό των €8.842 σε σχέση με το Ariadne και προσθέτει ότι αναμένονται οι εκτιμητές της τράπεζας ως η συμφωνία των μερών, όρος 4.4.
  8. Σε σχέση με αυτό παρατηρώ δύο πράγματα˙ ανερυθρίαστα και πάλιν ο εναγόμενος 2 ανέφερε ότι το εν λόγω έγγραφο συντάχθηκε από μια νεαρή trainee και σε αυτό είναι που οφείλεται το λάθος, παραδεχόμενος εν τούτοις πως δεν αποδίδει την πραγματική εικόνα. Ομολογώ ότι άσχημη είναι η εντύπωση που προκαλεί η ευκολία με την οποία σε κάθε περίπτωση ο εναγόμενος 2 μεταθέτει σοβαρότατες ευθύνες της εταιρείας σε υπαλλήλους τούτης, καθώς και ο μειωτικός τρόπος με τον οποίο ομιλεί για αυτά τα πρόσωπα (μια μικρή υπάλληλος που δεν είχε εξουσία˙ η [ ] δεν δουλεύει πλέον˙ για τον λόγο ότι το έγραψε μια Αγγλίδα που δεν είναι μηχανικός, που δεν είναι εφάμιλλη με την τεχνογνωσία). Το ζήτημα δεν είναι ποιος συντάσσει το έγγραφο, αλλά ότι τελικώς αυτό το έγγραφο αντιπροσωπεύει τη θέση της εταιρείας και η μαρτυρία αποκαλύπτει πως η εταιρεία ποτέ δεν επιχείρησε να διορθώσει τα όποια λάθη των υπαλλήλων της. Και στην περίπτωση του τεκμηρίου 23 κυρίαρχο δεν είναι τόσο το μειωμένο ποσό που εκεί αναφέρεται, όσο το ότι η απαίτηση συναρτάται με εκτίμηση δύο εκτιμητών της τράπεζας. Μάλιστα αυτό δεν αναφέρθηκε απλώς από την [ ] Αναστασίου στις 04/08/2010, αλλά επαναλήφθηκε και από την [ ] την 16/08/2010 (βλ. τεκμήριο 11). Και αυτό με οδηγεί στο άλλο στοιχείο που απασχολεί. Ο εναγόμενος 2 αντεξεταζόμενος σε διάφορες περιπτώσεις επικαλέστηκε την εκτίμηση της τράπεζας και ανέφερε μάλιστα ότι συνάντησε δύο εκτιμητές. Εν τέλει όταν ερωτήθηκε ειδικά γι' αυτό, διεφάνη ότι η προηγούμενη βεβαιότητά του για ετοιμασία πιστοποιητικών εδράζεται στην πάγια πρακτική της τράπεζας και όχι σε μνήμη γεγονότος. Όταν δε του ζητήθηκε να παρουσιάσει τέτοιο πιστοποιητικό, απάντησε πως ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να απαιτήσει και ούτε θα του εδίδοντο, διότι ενεργούσε για τους ενάγοντες. Εν τούτοις σε προηγούμενη ερώτηση, όταν του ζητήθηκε να αναφέρει κατά πόσο ενημερώνονταν οι ενάγοντες για την πρόοδο των εργασιών απάντησε ότι: «..όμως πρέπει να σας ενημερώσω ότι το έγγραφο αυτό είχε γίνει εκχώρηση στην τράπεζα και ένα από τα θέματα που η τράπεζα μου είχε αναφέρει, κατά την εκχώρηση με κάλεσαν, μου λέει έχει εκχωρήσει τα δικαιώματά τους που απορρέουν από το έγγραφο και από εδώ και μπρος η πρόοδος θα γίνεται από ανεξάρτητους δικούς μας εμπειρογνώμονες, εκτιμητές, αρχιτέκτονες κτλ. Ό,τι σας ενημερώναμε ήταν για την καλή σχέση και την αμφίδρομη σχέση που θέλαμε να έχουμε με τον πελάτη μας, δηλαδή να είχα και καθημερινή αναλυτική συνομιλία μαζί σας ή έγγραφα από μηχανικούς της εταιρείας μας σε εσάς η τράπεζα δεν ήταν υπόλογη να ελευθερώσει οποιοδήποτε ποσό αν θεωρούσε ότι δεν ήταν στην απόλυτη ικανοποίησή της για την απελευθέρωση των λεφτών, δηλαδή η πρόοδος έγινε όπως έπρεπε να γίνει.» Είναι εμφανής η διαφοροποίηση στη μαρτυρία του εναγόμενου
  9. Πότε εκμηδενίζει το ρόλο των εναγόντων λόγω της εκχώρησης και παρουσιάζει την εταιρεία να είναι υπόλογη στην τράπεζα και πότε τηρεί αποστάσεις και θέλει τους ενάγοντες να είναι εκείνοι που δικαιούντο τα στοιχεία και η εταιρεία να είναι ξένος στη μεταξύ τους σχέση. Με δεδομένο όμως ότι το έργο ήταν αυτοχρηματοδοτούμενο, όπως ορθά ανέφερε ο εναγόμενος 2 στη μαρτυρία του και προκύπτει από το ίδιο το έγγραφο (τεκμήρια 2 και 3) και εδώ προέκυψε αυτή η διαφωνία των διαδίκων σε σχέση με την πρόοδο των εργασιών, τι πιο απλό να παρουσιαζόταν στο Δικαστήριο το ισχυριζόμενο πιστοποιητικό της τράπεζας, ώστε να αποδειχθεί η επιβεβαίωση της εκτέλεσης της εργασίας από κάποιο τρίτο πρόσωπο, εφόσον αυτό είναι το επίδικο ζήτημα και η εταιρεία ουκ ολίγες φορές επικαλέστηκε τούτα τα πιστοποιητικά, ωσάν να γνώριζε την έκδοσή τους. Αυτό βεβαίως νοουμένου ότι υπάρχει τέτοιο πιστοποιητικό, που εδώ η λογική απαντά το ερώτημα αρνητικά. Το έχουμε ως δεδομένο ότι οι ενάγοντες δεν προέβησαν σε εκταμίευση οιουδήποτε ποσού από το δάνειο που εγκρίθηκαν. Επίσης εντός ενός έτους από τη συνομολόγηση των εγγράφων του δανείου (τεκμήριο 32) πληροφόρησαν την τράπεζα για τον τερματισμό των συμφωνιών και η τελευταία τους απάντησε ότι δεν θα εκταμιεύσει κάποιο ποσό δίχως την άδειά τους (βλ. τεκμήριο 38). Προς τι τότε η τράπεζα να επιθεωρούσε τις εργασίες και να εξέδιδε πιστοποιητικά προόδου των ακινήτων, όταν ήταν σε γνώση της όλα τα ανωτέρω. Εν πάση όμως περιπτώσει τέτοιο πιστοποιητικό δεν προσκομίστηκε και ο σχετικός ισχυρισμός του εναγόμενου 2 δεν ήταν παρά άλλη μια ασαφής, αόριστη και σε κάθε περίπτωση ατεκμηρίωτη τοποθέτηση και ως τέτοια απορρίπτεται. Επανέρχομαι όμως στο τεκμήριο
  10. Η απαίτηση του μηνύματος της Άντρης Αναστασίου απαντήθηκε από τον συνήγορο των εναγόντων, ο οποίος παρέπεμψε εκ νέου στον όρο 4.4.1 της συμφωνίας, λέγοντας ότι προβλέπεται εκεί καταβολή Λ.Κ.17.000 και όχι το ποσό που απαιτήθηκε. Επίσης, ζήτησε αποδείξεις για την ολοκλήρωση του σταδίου και ενημέρωση για το Electra. Τότε ήταν που επανήλθε η εταιρεία, αυτή τη φορά μέσω της Alex και χωρίς περαιτέρω εξήγηση για το προηγηθέν σφάλμα, απαίτησε το ποσό των €29.046 για το Ariadne, επί τω ότι συμπληρώθηκε η κατασκευή του ισογείου. Το σύνολο των ανωτέρω αποκαλύπτει την αλλοπρόσαλλη προσέγγιση της εναγομένης 1 εταιρείας. Το 2009 ζήτησε το ίδιο ποσό για τον ίδιο ακριβώς λόγο (τεκμήρια 7, 8 και 9) και αυτό αφότου είχε προηγηθεί η απαίτηση ενός καθ' όλα άσχετου ποσού (τεκμήριο 22, ζητήθηκε το ποσό των €60.000). Εν τέλει η επιτόπια επίσκεψη των εναγόντων τον Οκτώβριο του 2009 φανέρωσε πως τα ακίνητα δεν είχαν κτιστεί, παρά τα αναφερόμενα στο τεκμήριο
  11. Η εταιρεία ουδέποτε επανήλθε να απαιτήσει το ποσό του τεκμηρίου 8, ασχέτως ότι η περίοδος χάριτος που η ίδια έταξε ήταν μέχρι την επίσκεψη των εναγόντων. Μετά πάροδο ενός έτους ακολούθησε η αλληλογραφία του τεκμηρίου 23, όχι ως συνέχεια του τεκμηρίου 8 αλλά με λάθος και πάλιν ποσό, για να καταλήξει στο αναφερόμενο στον όρο 4.4.1 της συμφωνίας τεκμήριο 3 (Ariadne), παραγνωρίζοντας όσα προηγήθηκαν, δηλαδή αλληλογραφία και επιτόπια εξέταση. Αυτή ακριβώς η συμπεριφορά της εταιρείας, επιβεβαιώνει τη μαρτυρία του ενάγοντα 1, δηλαδή ότι το Ariadne δεν ήταν έτοιμο το 2009 κατά την επιτόπια επίσκεψη, εξού και το εν λόγω ποσό δεν απαιτήθηκε μετά την επίσκεψη αλλά μετά πάροδο ενός έτους, δηλαδή με τα τεκμήρια 10 και
  12. Συνεπώς, λανθασμένα η εταιρεία απαίτησε το εν λόγω ποσό το 2009 και το πιστοποιητικό που συνόδευε το τεκμήριο 8 ψευδώς δήλωνε πως είχε τότε ολοκληρωθεί το στάδιο 4.4.
  13. Τα ανωτέρω καθίστανται ευρήματα στη διαδικασία. Βεβαίως τα πιο πάνω δεν απαντούν ό, τι σχετικό του τελευταίου μέρους του τεκμηρίου 23, το όποιο ανταποκρίνεται στο τεκμήριο
  14. Η ερώτηση που χρήζει απάντησης είναι κατά πόσο οι φωτογραφίες του τεκμηρίου 10 αφορούν το Ariadne και περαιτέρω, απεικονίζουν αυτό που αναφέρεται στο επεξηγηματικό μήνυμα της εταιρείας, δηλαδή το τεκμήριο
  15. Η απάντηση του ερωτήματος συναρτάται και με τη μαρτυρία του ΜΥ5, δηλαδή του πολιτικού μηχανικού που επιστράτευσε η πλευρά των εναγόντων. Ως εκ τούτου δύο λόγια οφείλονται για τη μαρτυρία του ΜΥ5, ο οποίος κλήθηκε ως πραγματογνώμονας. Χρειάζεται όμως να σημειωθεί ότι το γεγονός πως κάποιος μάρτυρας καλείται ως πραγματογνώμονας, δεν διαφοροποιούνται οι κανόνες αξιολόγησης (βλ. Genzyme Corporation v. Kayat Trating Limited, Πολ. Εφ. 199/14, ημερομηνίας 25/05/2018, ECLI:CY:AD:2018:A250). Αν και ατονεί η σημασία της συμπεριφοράς τέτοιου μάρτυρα στο εδώλιο, κυρίαρχο μέλημα είναι η εκτίμηση της γνώμης του και η εγκυρότητα τούτης (βλ. Star Fiberglass Ltd ν. Elnedo Trading Ltd
(1992)1Β Α.Α.Δ 875, 880). Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ 746, 750 η αποδεχτότητα τέτοιας μαρτυρίας κατά παράκληση των κανόνων απόδειξης, επιτρέπεται νοουμένου ότι ο μάρτυρας εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα αναγκαία πραγματικά και επιστημονικά δεδομένα, τα οποία θα καταστήσουν ευχερή τον έλεγχο της γνώμης και την ακρίβεια των συμπερασμάτων του από το Δικαστήριο. Στην προκείμενη περίπτωση η μαρτυρία του ΜΥ5 αφορά πρωτίστως τα πραγματικά παρά τα επιστημονικά δεδομένα. Αυτό γιατί η πλευρά της εταιρείας φαίνεται να υιοθετεί τη θέση του ΜΥ5 ότι η χλωρίωση που έφερε το μπετόν υποδηλώνει ότι είχε κατασκευαστεί τουλάχιστον τρεις μήνες προηγουμένως. Άλλωστε είναι θέση και της υπεράσπισης πως σε σχέση με το Ariadne ο σκελετός και η οροφή κτίστηκαν πολύ πριν την 20/01/
  1. Εν πάση περιπτώσει ο ΜΥ5 προσκόμισε και φωτογραφικό υλικό, δηλαδή το τεκμήριο 84 και υπέδειξε τις χλωριώσεις οι οποίες δικαιολογούν, όπως εξήγησε, συμπέρασμα πως οι εργασίες παρέμειναν στάσιμες για τρεις τουλάχιστον μήνες. Η μαρτυρία του ΜΥ5 ήταν καθηλωτική και άφησε εξαιρετικές εντυπώσεις. Όχι μόνο αιτιολόγησε τις επιστημονικές του θέσεις, που εν πολλοίς δεν αμφισβητήθηκαν, ήταν σταθερός και επεξηγηματικός και σε σχέση με τους πραγματικούς ισχυρισμούς που πρόβαλε. Σημειώνεται ότι ο ΜΥ5 δεν αμφισβητήθηκε ότι επισκέφθηκε το εργοτάξιο την 20/01/
  2. Αντιθέτως η συνήγορος των εναγομένων δήλωσε πως δεν έχει λόγο να αμφισβητεί ότι επισκέφθηκε το εργοτάξιο. Περιπλέον, η υποβολή της συνηγόρου ότι οι φωτογραφίες του τεκμηρίου 84 τραβήχτηκαν σε διαφορετικές ημερομηνίες, φανερώνει, έστω εμμέσως, πως δεν αμφισβητείται ούτε και η άλλη θέση του ΜΥ5, δηλαδή ότι επισκέφθηκε το εργοτάξιο πέραν της μίας φοράς. Εν κατακλείδι, ο ΜΥ5 ήταν πραγματικά ανεξάρτητος, ως κάθε πραγματογνώμονας οφείλει να είναι. Και εξηγώ˙ στην επιστολή του συνηγόρου των εναγόντων στην απαίτηση της εταιρείας για καταβολή του ποσού των €29.046 (τεκμήριο 10), υποστηριζόταν πως είναι πρόωρη, καθ' ότι δεν έχει κατασκευαστεί η οροφή (τεκμήριο 23). Εν τούτοις σε σχέση με αυτό η μαρτυρία του ΜΥ5 δεν εξυπηρετεί τους ενάγοντες. Δοθέντος ότι οι παρατηρήσεις του τοποθετούνται χρονικά την 20/01/2011 και περιπλέον, δηλώνει ότι αποδέχεται ως χρόνο κτισίματος του Ariadne οποιοδήποτε χρόνο πέραν των τριών μηνών, σημαίνει ότι σε σχέση με το Ariadne η μαρτυρία του υποστηρίζει, έστω εμμέσως, την ορθότητα του ηλεκτρονικού μηνύματος της εταιρείας, ημερομηνίας 10/08/2010 (τεκμήριο 10). Μάλιστα αυτό του τέθηκε και κατά την αντεξέταση και χωρίς ίχνος δισταγμού συμφώνησε πως οποιοσδήποτε χρόνος πέραν των τριών μηνών, είναι αποδεκτός ως χρόνος κτισίματος του Ariadne. Πέραν των ανωτέρω δεν παραγνωρίζεται ότι στην επιστολή τερματισμού των εναγόντων, για ό, τι εδώ απασχολεί το τεκμήριο 57 που σχετίζεται με το Ariadne, αναγνωρίζεται η συμπλήρωση του στατικού φορέα, συμπεριλαμβανομένου και της οροφής. Εν προκειμένω αναφέρεται εκεί ότι «Given the fact that it has taken you 3 years to complete the first stage of the construction of the building (the concrete structure including ceiling)». Συνεπώς αυτή η αναφορά, προερχόμενη από τον εκπρόσωπο των εναγόντων, επιβεβαιώνει το περιεχόμενο του τεκμηρίου 10 σε σχέση με το Ariadne, ακυρώνοντας έτσι την προηγούμενη θέση του συνηγόρου πως η απαίτηση είναι πρόωρη (premature) λόγω μη κτισίματος της οροφής. Σε σχέση με αυτό λοιπόν, το όποιο ήταν και η θέση της εταιρείας μέσω των τεκμηρίων 10 και 11, καταλήγω ότι τα ακίνητα που εξέτασε ο ΜΥ5 την 20/01/2011, δηλαδή το Electra και το Ariadne, βρίσκονταν στο ίδιο στάδιο και είχαν ολοκληρωθεί τουλάχιστον τρεις μήνες πριν την επίσκεψή του στο εργοτάξιο. Περιπλέον καταλήγω ότι ο στατικός φορέας από οπλισμένο σκυρόδεμα, εν προκειμένω ο σκελετός και η οροφή, σε σχέση με το Ariadne, κτίστηκαν τον Αύγουστο του 2010, εξού και όταν ο ΜΥ5 επισκέφθηκε το εργοτάξιο την 20/01/2011 διαπίστωσε ότι η ανάπτυξη του έργου ήταν σε στασιμότητα. Επιπλέον, δέχομαι ότι οι φωτογραφίες του τεκμηρίου 10 αποδίδουν αυτό ακριβώς το στάδιο της κατασκευής του εν λόγω ακινήτου. Συνεπώς τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 10, δηλαδή το ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε η εταιρεία την 10/08/2010 στο συνήγορο των εναγόντων, απέδιδαν την αληθή εικόνα σε σχέση με το Ariadne. Παρεμβάλλω όμως εδώ και το εξής σχετικό. Ο ΜΥ5 ευθαρσώς δήλωσε ότι κατά τις επισκέψεις του στο εργοτάξιο και τα δύο ακίνητα, δηλαδή τόσο το Ariadne όσο και το Electra, βρίσκονταν σε στασιμότητα. Αυτή τη θέση του ΜΥ5, τη δέχομαι ως αξιόπιστη και συνεπώς καθίσταται εύρημα του Δικαστηρίου. Εν τούτοις δεν μπορώ να μην υποδείξω άλλο ένα προβληματικό στοιχείο στη μαρτυρία της εταιρείας. Το τεκμήριο 10 είναι η απαίτηση για καταβολή του ποσού που αφορά το στάδιο 4.4.1 (στατικός φορέας και οροφή) σε σχέση με το Ariadne. Σε ό, τι αφορά το Electra η πληροφόρηση που έδωσε η εταιρεία και αυτό μετά από απαίτηση του δικηγόρου (βλ. τεκμήριο 23, μήνυμα ημερομηνίας 06/08/2010), ήταν πως «In regards to your clients property at Electra A4, we have made progress to the stage of the structure also, for which I will send photos and we will be requesting the first payment». Λογικό είναι να υποθέσει κανείς ότι όταν ο δικηγόρος ζήτησε να πληροφορηθεί για το Electra, το άτομο που του απάντησε, εδώ η [ ] Pankhurst, ζήτησε και έλαβε πληροφορίες. Επίσης λογικό είναι ότι αν κατά τον ίδιο χρόνο το Electra βρίσκετο στο ίδιο στάδιο με το Ariadne, τότε απαίτηση θα υποβάλλετο από την εταιρεία και για τα δύο ακίνητα και όχι μόνο για το Ariadne. Και όλα αυτά τον Αύγουστο του 2010 που ανταλλάγησαν αυτά τα μηνύματα. Και εδώ είναι που εγείρεται το ερώτημα˙ τότε γιατί δεν απαιτήθηκε και το Electra για το ίδιο στάδιο, αφού τα πιστοποιητικά που προσκόμισε η εταιρεία (βλ. τεκμήριο 30), θέλουν τούτο το στάδιο να είχε ολοκληρωθεί την 08/07/
  3. Η πιο πάνω απάντηση της Alex Pankhurst, επικαλούμενη πρόοδο και όχι ολοκλήρωση του εν λόγω σταδίου, πλέον το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η απαίτηση υποβλήθηκε μόνο για το Ariadne, σε συνδυασμό με όλα όσα πιο κάτω αναλύονται και φανερώνουν την παραφωνία των εν λόγω πιστοποιητικών με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό, δικαιολογούν συμπέρασμα ότι κατ' εκείνο τον χρόνο (16/08/2010‑ τεκμήριο 11) το Electra δεν βρίσκετο στο ίδιο στάδιο με το Ariadne. Από την άλλη, βάσει της αξιόπιστης μαρτυρίας του ΜΥ5, το Electra κτίστηκε τουλάχιστον τρεις μήνες πριν την επίσκεψή του στο εργοτάξιο (20/01/2011). Συνεπώς σε ό, τι αφορά το Electra, διαπίστωσή μου είναι ότι ο στατικός φορέας τούτου, συμπεριλαμβανομένου της οροφής, κτίστηκε μεταξύ Αυγούστου και Οκτωβρίου
  4. Εις επίμετρον, βάσει των ανωτέρω προκύπτει πως το σχετικό πιστοποιητικό δεν ανταποκρίνετο στην αλήθεια (τεκμήριο 30). Περαιτέρω, η μαρτυρία αποκαλύπτει πως σε σχέση με το Electra η πρώτη φορά που η εταιρεία απαίτησε καταβολή του ποσού που αφορά το στάδιο 4.4.1 της συμφωνίας, ήταν με την επιστολή της συνηγόρου της εταιρείας, δηλαδή το τεκμήριο
  5. Η δε επιστολή αυτή, η οποία φέρει ημερομηνία 08/10/2012, δεν ανταποκρίνεται στους όρους της συμφωνίας τεκμήριο 2 και συγκεκριμένα στην επιφύλαξη της παραγράφου 4, που σε σχέση με τα απαιτούμενα ποσά καθιστά επιτακτική την αποστολή πιστοποιητικού, είτε από τον πολιτικό μηχανικό είτε από τον αρχιτέκτονα του έργου. Ανάλογα ισχύουν και για την επιστολή τεκμήριο 13, η οποία αφορά το Ariadne. Συνεπώς διαπίστωσή μου είναι ότι η εταιρεία ουδέποτε απέστειλε πιστοποιητικά στους ενάγοντες σε σχέση με το στάδιο 4.4.1 (το πιστοποιητικό του τεκμηρίου 8 που αποστάληκε κρίθηκε ήδη ως μη ανταποκρινόμενο στην αλήθεια). Δράττομαι της ευκαιρίας να προσθέσω εδώ ότι η εταιρεία δεν προσκόμισε οιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία που να αποκαλύπτει ότι οι ενάγοντες ή ο δικηγόρος τους, τύγχαναν ενημέρωσης για τη συμπλήρωση οιουδήποτε άλλου σταδίου που αναφέρεται στον όρο 4 των επίδικων συμφωνιών. Άλλωστε όπως ανέφερε ο εναγόμενος 2 αντεξεταζόμενος˙ «το γραφείο σας θεώρησε σωστό ή τουλάχιστον οι πελάτες θεώρησαν σωστό να αποστείλει επιστολή ακύρωσης, οπότε δεν θεωρήσαμε σωστό να δίδουμε οποιεσδήποτε άλλες ενημερώσεις, αφού γύρω στις αρχές Ιανουαρίου νομίζω του 2011 είχε κινηθεί η αγωγή...» Και πιο κάτω˙ «δεν θεωρήσαμε ότι... μετά τον Οκτώβριο του 2010, όπου η δική σας πλευρά είχε τερματίσει με την αμφισβήτηση της δική μας φυσικά το έγγραφο ότι θα μπορούσε να ενημερωθείτε αναλυτικά...». Εκ των ανωτέρω είναι αντιληπτό ότι η εναγομένη εταιρεία δέχεται πως μετά την επιστολή τερματισμού των εναγόντων, τεκμήρια 25 και 57, δεν απέστειλαν οιοδήποτε πιστοποιητικό στους ενάγοντες. Αυτή εν προκειμένω είναι και η διαπίστωσή μου. Δεν παραγνωρίζεται πως ο ΜΥ5 αμφισβητήθηκε σε σχέση με τον χρόνο που έλαβε το σύνολο των φωτογραφιών του τεκμηρίου 84, καθώς και για τον ισχυρισμό ότι η τοιχοποιία του Ariadne δεν είχε κτιστεί την 20/01/
  6. Σημειώνεται πως επ' αυτού σχετική είναι και η μαρτυρία του ΜΥ2 και δη τα πιστοποιητικά που εξέδωσε, δηλαδή τα τεκμήρια 30 και
  7. Περιπλέον, υποδεικνύεται πως ο ΜΥ5 δεν περιορίστηκε απλώς στην ημερομηνία 20/01/
  8. Όπως ανέφερε επισκέφθηκε το εργοτάξιο και τον Μάιο του ίδιου έτους, συγκεκριμένα την 11/05/2011 και το Ariadne εξακολουθούσε να είναι στάσιμο. Πρόσθεσε δε ότι σε αυτή τη δεύτερη επίσκεψη διαπίστωσε ότι στο Electra είχαν προστεθεί όροφοι. Αυτή η τελευταία θέση του ΜΥ5 αναδεικνύει και την ειλικρίνειά του. Επί του προκειμένου αναμφισβήτητη παρέμεινε η μαρτυρία του ΜΥ3 και συνεπώς το έχουμε ως δεδομένο, ότι η πολεοδομική άδεια που εκδόθηκε σε σχέση με το υπό δημιουργία οικόπεδο 3, δηλαδή το οικόπεδο στο οποίο κείτονται τα διαμερίσματα Electra και Ariadne, δεν εφαρμόστηκε διότι επιτόπου διαπιστώθηκε πως κτίστηκαν 8 επιπλέον διαμερίσματα. Βάσει πάντα της αναμφισβήτητης και αξιόπιστης μαρτυρίας του ΜΥ3, αυτά κτίστηκαν επί των κτηρίων Electra και Zanthe. Κατά τα άλλα στο χώρο η ανάπτυξη είναι περιορισμένη μέχρι δύο ορόφους. Συνάγεται λοιπόν το συμπέρασμα ότι μόνο αν ο ΜΥ5 μετέβαινε στο εργοτάξιο δύο φορές, θα μπορούσε να γνωρίζει ότι στο Electra κτίστηκαν επιπλέον όροφοι, εφόσον η φωτογραφία του τεκμηρίου 84, φωτογραφία 1, το απεικονίζει χωρίς αυτούς του επιπλέον ορόφους. Ως εκ τούτου δέχομαι πως ο ΜΥ5 μετέβη στο εργοτάξιο πέραν της μιας περιπτώσεως. Δεν αμφισβητήθηκε ευθέως ο ΜΥ5 ότι δεν μετέβη στο εργοτάξιο την 11/05/2011, απλώς του υπεβλήθη ότι οι τοιχοποιία του Ariadne κατασκευάστηκε την 20/01/2011, υποβολή η οποία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αν επισκέπτετο το χώρο σε μεταγενέστερη ημερομηνία θα διαπίστωνε αυτό που του υπεβλήθη. Είναι σε αυτόν ακριβώς τον ισχυρισμό που παρεμβάλλει η μαρτυρία του ΜΕ2 και τα πιστοποιητικά που εξέδωσε, τεκμήρια 30 και
  9. Έχω αναφέρει ήδη ότι η μαρτυρία του ΜΕ2 δεν κρίνεται αληθής. Στερείται λεπτομερειών και σημείο αναφοράς τούτης ήταν απλώς τα τεκμήρια 30 και 31, τα οποία εξέδωσε ο ίδιος. Δεν είναι όμως μόνο η εντύπωση που απεκόμισα καθ' ον χρόνο κατέθετε εκείνη που καθορίζει το αποτέλεσμα. Το τεκμήριο 58 συνιστά επιστολή που η εταιρεία έστειλε την 27/09/2011 στους ιδιοκτήτες διαμερισμάτων. Στο μήνυμα αυτό αναφέρεται ο χρόνος που η εταιρεία υπολογίζει να παραδώσει όλα τα ακίνητα, τόσο της πρώτης φάσης (περίπου 290 ακίνητα), όσο και της δεύτερης φάσης, στην οποία εμπίπτουν και τα επίδικα ακίνητα. Συγκεκριμένα σε σχέση με τα δύο επίδικα αναφέρεται ότι: · Maia, Isadora, Ariadne and Selena are also well advanced, with the electrical and plumbing work finished and tiling about to begin. · Electra House is just having its second coat of plaster completed. Αν λοιπόν στις 27/09/2011, ημερομηνία που φέρει το τεκμήριο 58, στο Ariadne επρόκειτο να τοποθετηθούν κεραμικά, σύμφωνα πάντα με την επιστολή της εταιρείας, πως τότε την 26/05/2011 εκδόθηκε πιστοποιητικό που δήλωνε ότι τοποθετήθηκαν τέτοια (βλ. τεκμήριο 31). Περιπλέον, αν για το Electra επρόκειτο να αρχίσουν εργασίες επιχρίσματος, πώς τότε την 06/04/2011 ο ΜΕ2 πιστοποίησε τη διεξαγωγή τούτης της εργασίας (βλ. τεκμήριο 30). Ποιο εκ των δύο ισχύει; Το τεκμήριο 58 που είναι επίσημη ενημέρωση της εταιρείας προς τους αγοραστές των διαμερισμάτων, ή τα τεκμήρια 30 και 31 για τα οποία ο ΜΕ2 αδυνατούσε να δώσει οποιαδήποτε στοιχεία που να επιβεβαιώνουν την ορθότητα των εκεί αναφερόμενων. Τα πιο πάνω δεν είναι τα μόνα στοιχεία που αποκαλύπτουν πως ο ΜΕ2 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και πως σκοπός του ήταν να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της εταιρείας που τον εργοδοτεί. Πέραν των ανωτέρω υποδεικνύεται η αντίφαση μεταξύ τούτου και του εναγόμενου
  10. Ο μεν πρώτος υποστήριξε πως τα διαμερίσματα ολοκληρώθηκαν τον Νοέμβριο του 2011 (βλ. τεκμήριο 28, παράγραφο 14), ο δε εναγόμενος 2 υποστήριξε ότι οι εργασίες για τα επίδικα διαμερίσματα συμπληρώθηκαν τον Απρίλιο του 2011 (βλ. τεκμήριο 1, παράγραφο 29). Εν τέλει πότε συμπληρώθηκαν, Απρίλιο ή Νοέμβριο του
  11. Εν τούτοις ακόμη και για αυτό έκπληξη προκαλεί ότι και οι δύο μάρτυρες υποστήριξαν πως το 2011 ολοκληρώθηκε το κτίσιμο και οι εργασίες που είχε η εταιρεία. Παρ' όλα αυτά και οι δυο ανέφεραν ότι η διακλάδωση και σύνδεση των καλωδίων της ΑΗΚ, ο οδικός φωτισμός, η τοπιοτέχνηση των χώρων και ο γενικός καθαρισμός των κτηρίων, ολοκληρώθηκε το
  12. Παρ' όλα αυτά επιμένουν ότι η εργασία της εταιρείας ολοκληρώθηκε το
  13. Ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να κατανοήσω τον διαχωρισμό. Η εναγομένη 1 και οι μάρτυρες της, ΜΕ1 και ΜΕ2, παρουσιάζουν τα πιο πάνω ωσάν με την ολοκλήρωση του κτισίματος η ευθύνη να μετατίθεται σε κάποιον τρίτο και να φεύγει πλέον από την εταιρεία, αδιαφορώντας για την υποχρέωσή της να παραδώσει τα διαμερίσματα. Η παρανόηση επιτείνεται αν αναλογιστεί κανείς ότι στο δικόγραφο των εναγομένων, το οποίο καταχωρίστηκε την 28/11/2011, το διαμέρισμα Electra παρουσιάζεται έτοιμο για παράδοση (βλ. παράγραφο 22). Ανάλογη είναι και η θέση στην υπεράσπιση που αφορά το Ariadne και καταχωρίστηκε την ίδια ημερομηνία και η οποία αν και έτυχε τροποποίησης δεν διαφοροποίησε αυτό το ζήτημα. Εν τούτοις τα ανωτέρω δεν είναι παρά νομικισμός των εναγομένων. Δεν νοείται παράδοση των διαμερισμάτων δίχως σύνδεση με την ΑΗΚ και ολοκλήρωση πάσης φύσεως εργασίας που θα τα καταστήσουν λειτουργικά. Αν αυτό δεν είναι αυτονόητο και χρειάζεται ιδιαίτερη αιτιολόγηση, αρκεί να παραπέμψω στον όρο 6 της συμφωνίας (τεκμήρια 2 και 3), ο οποίος συναρτάται με τον όρο 4.4.8 και το ποσό που θα καταβληθεί μόλις το διαμέρισμα καταστεί παραδοτέο (στο αγγλικό κείμενο χρησιμοποιείται ο όρος deliverable state) και εξηγείται ότι αυτή η κατάσταση συμπεριλαμβάνει όλη την εργασία κτισίματος (building work) και πλέον τη σύνδεση του διαμερίσματος με την Υδατοπρομήθεια (water board) και την Αρχή Ηλεκτρισμού (Cyprus Electricity Authority). Είναι λοιπόν φανερό ότι ο εναγόμενος 2, διευθυντής της εταιρείας που υπέγραψε τις σχετικές συμφωνίες και ο ΜΕ2, σύμφωνα με τα ισχυριζόμενα εκ των επιβλεπόντων την εξέλιξη του έργου, δεν δικαιολογούνται να μην γνωρίζουν τις σχετικές διατάξεις της σύμβασης και να ισχυρίζονται πως η παράδοση διακρίνεται μεταξύ κτισίματος και των υπολοίπων υπηρεσιών. Εκ των ανωτέρω είναι αντιληπτό ότι ο ισχυρισμός των ΜΕ1 και ΜΕ2 πως τα διαμερίσματα ήταν έτοιμα το 2011, συνιστά ψεύδος προς εξυπηρέτηση αλλότριου σκοπού, εν προκειμένω την επικάλυψη των οποίων ευθυνών δυνατό να έχουν οι εναγόμενοι. Πέραν των ανωτέρω και προς ολοκλήρωση της διερεύνησης των ισχυρισμών του ΜΥ5, δυσκολεύομαι να δω τη λογική των εναγομένων πως ο εν λόγω μάρτυρας ψεύσθηκε σε σχέση με τον χρόνο που λήφθηκαν οι φωτογραφίες του τεκμηρίου
  14. Του υπεδείχθη το κτήριο στο κάτω δεξιό μέρος της φωτογραφίας 1 και του υπεβλήθη ότι αυτό είναι το Ariadne, θέση την οποία ο μάρτυρας απέρριψε. Αυτό όμως δεν αποκαλύπτει ψεύδος ή λάθος από μέρους του ΜΥ
  15. Ο συλλογισμός της πλευράς των εναγομένων είναι πως από το σημείο της φωτογραφίας 1 του τεκμηρίου 84 φαίνεται το Ariadne. Αυτό όμως δεν προκύπτει ως γεγονός. Αντιθέτως το επίσημο αρχιτεκτονικό σχέδιο, δηλαδή το τεκμήριο 73, δείχνει πως κάτω και μπροστά από το Electra δεν βρίσκεται το Ariadne, αλλά το Maia και Isadora. Το Ariadne βρίσκεται ανατολικότερα. Η υπόδειξη από τη συνήγορο του κτηρίου με την τοιχοποιία, που φαίνεται κάτω από το Electra στη φωτογραφία 1 του τεκμηρίου 84, δεν αποκαλύπτει κάτι. Άλλωστε και η φωτογραφία υπ' αριθμό 4 του τεκμηρίου 84, η οποία αποτελεί κοινό τόπο ότι λήφθηκε από το Ariadne (και οι φωτογραφίες 2, 3 και 5 απεικονίζουν το Ariadne) στο βάθος απεικονίζει κτήριο με τοιχοποιία. Δηλαδή το κτήριο που γειτνιάζει με το Ariadne, προφανώς είναι το Isadora, φαίνεται να έχει τοιχοποιία. Αυτό λοιπόν δεν φανερώνει σφάλμα εκ μέρους του ΜΥ
  16. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δέχομαι πως ο ΜΥ5 μετέβη στο εργοτάξιο σε τρεις περιπτώσεις, όπως ο ίδιος ανέφερε. Η πρώτη ήταν 20/01/2011 και η δεύτερη 11/05/
  17. Κατά την πρώτη επίσκεψη του ΜΥ5 στο εργοτάξιο τα δύο ακίνητα βρίσκοντο στο ίδιο στάδιο κατασκευής, δηλαδή στην ολοκλήρωση του στατικού φορέα από οπλισμένο σκυρόδεμα και προ της έναρξης των εργασιών κατασκευής της τοιχοποιίας. Σε αυτές τις δυο ημερομηνίες δεν είχε κτιστεί η τοιχοποιία, είτε στο Electra είτε στο Ariadne. Και στις δυο ημερομηνίες το Ariadne ήταν ως φαίνεται στη φωτογραφία 2 του τεκμηρίου 84, ενώ μέχρι την 11/05/2011 και για το Electra είχε ολοκληρωθεί ο στατικός φορέας από οπλισμένο σκυρόδεμα στο σύνολο, δηλαδή είχαν προστεθεί άλλοι δυο όροφοι πέραν εκείνων που φαίνονται στη φωτογραφία 1 του τεκμηρίου
  18. Εν τέλει δέχομαι και την άλλη θέση του ΜΥ5, δηλαδή ότι η ολοκλήρωση των δύο κτηρίων από το στάδιο που βρίσκοντο, χρειάζετο περί τους 6 με 7 μήνες για το κτίσιμο και περαιτέρω χρόνο για τη συνολική υποδομή, δηλαδή το συγκρότημα, ως εξηγήθηκε από τον ΜΥ
  19. Η αντίθετη θέση του ΜΕ2, δεν είναι παρά μια ατεκμηρίωτη υπερβολή χωρίς λογικό και επιστημονικό υπόβαθρο. Αντιθέτως ο ΜΥ5 αιτιολόγησε τον χρόνο που ανέφερε, τον οποίο και αποδέχομαι. Άλλο ένα στοιχείο το οποίο αποκαλύπτει πως η μαρτυρία του εναγομένου 2 σκοπούσε σε εξυπηρέτηση προσωπικού συμφέροντος και όχι στην αποκάλυψη της αλήθειας, έχει να κάνει με το τελευταίο ζήτημα που εξετάζεται, δηλαδή την έκδοση των απαιτούμενων αδειών. Σύμφωνα με τον εναγόμενο 2 το τεκμήριο 19 είναι η σχετική πολεοδομική άδεια, το τεκμήριο 20 η άδεια οικοδομής και το τεκμήριο 27 το πιστοποιητικό τελικής έγκρισης των ακινήτων. Επ' αυτών σχετική είναι η αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΥ3, δηλαδή του λειτουργού του τμήματος Πολεοδομίας, σε συνδιασμό με την αναμφισβήτητη μαρτυρία της ΜΥ2 και τα παραδεχτά γεγονότα. Από τη μαρτυρία του ΜΥ3 και δη την έκθεση τεκμήριο 69, στην οποία καταγράφεται το σύνολο των σχετικών αιτήσεων και η τύχη που είχαν, προκύπτει πως το τεκμήριο 19 δεν έχει να κάνει με το ακίνητο στο οποίο βρίσκονται τα δυο διαμερίσματα. Και εξηγώ˙ σε σχέση

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.