← Κύπρος

HELLENING BANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. GLORYLAND PROPERTIES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3691/12, 19/3/2021

HELLENING BANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. GLORYLAND PROPERTIES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3691/12, 19/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A138 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3691/12 Μεταξύ: HELLENING BANK PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγόντων και

  1. GLORYLAND PROPERTIES LTD
  2. [ ] ΑΡΕΣΤΗ
  3. [ ] ΑΡΕΣΤΗ Εναγομένων --------------------- 19 Μαρτίου 2021 Για τους ενάγοντες: κα Α. Κορακίδου Για τους εναγόμενους 1, 2 και 3: κος Θ. Αγγελίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Οι έγγραφες προτάσεις των διαδίκων αποκαλύπτουν ότι συνιστά παραδεχτό γεγονός πως η ενάγουσα είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και διεξάγει τραπεζικές εργασίες. Ως εκ τούτου από τούδε και στο εξής η ενάγουσα θα καλείται ως τράπεζα. Με τούτο πλέον ως δεδομένο προχωρώ να παραθέσω τις δικογραφημένες θέσεις αμφότερων των διαδίκων. Είναι η θέση της τράπεζας ότι την 31/03/2008 κατόπιν παρακλήσεως της εναγομένης 1 παραχώρησε σε αυτή δάνειο ύψους €250.000, το οποίο κατέθεσε στο λογαριασμό [ ] που ανοίχθηκε δια τούτο το σκοπό. Το εν λόγω ποσό συμφωνήθηκε να αποπληρωθεί σε μια δόση, δηλαδή την 30/09/
  4. Οι τόκοι θα κεφαλαιοποιούντο κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου. Συμφωνήθηκε ότι το επιτόκιο θα ήταν κυμαινόμενο και θα ισούτο με το Euribor 3 μηνών, προσαυξημένο σε κάθε περίπτωση κατά 2,15% περιθώριο. Κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας το συνολικό επιτόκιο ανερχόταν σε 6,8040%, ήτοι Euribor 3 μηνών 4,6540%, πλέον περιθώριο 2,15%. Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής της δόσης το καθυστερημένο ποσό θα έφερε επιπλέον χρέωση τόκου υπερημερίας από τη μέρα καθυστέρησης του ποσού μέχρι την εξόφλησή του. Ως τόκος υπερημερίας συμφωνήθηκε να είναι το εκάστοτε σύνολο επιτοκίου, όπως ισχύει κατά τη χρονική στιγμή της υπερημερίας, προσαυξημένο κατά 4,75%. Μεταξύ των όρων της συμφωνίας των διαδίκων ήταν και το δικαίωμα της τράπεζας να μεταβάλλει καθημερινώς και/ή οποτεδήποτε τις προμήθειες, το περιθώριο, τα τραπεζικά δικαιώματα και τον τόκο υπερημερίας και/ή γενικά να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη αλλαγή. Η αλλαγή αυτή θα γνωστοποιείτο με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή κατά τον τρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο 15 της συμφωνίας. Την 31/03/2008 οι εναγόμενοι 2 και 3 δυνάμει συμβάσεως εγγυήσεως εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 προς την τράπεζα, που απορρέουν από τη συμφωνία δανείου 31/03/2008, μέχρι ποσού €250.000 πλέον τόκους και έξοδα. Ακόμη την 09/04/2008 τρίτο πρόσωπο, ονόματι [ ] Κυριάκου, συνήψε σύμβαση υποθήκης με την οποία ανέλαβε να πληρώσει στην τράπεζα σε πρώτη ζήτηση το ποσό των €250.000 με σύνθετο τόκο 2,15% πέραν από το Euribor 3 μηνών, ως εξασφάλιση της επίδικης συμφωνίας δανείου. Προς τούτο ενεγράφη στο Κτηματολόγιο Πάφου η υποθήκη με αριθμό Υ1996/08, δυνάμει της οποίας η Φανούλα Κυριάκου υποθήκευσε στην τράπεζα το όλον μερίδιο από το χωράφι με αριθμό εγγραφής 0/[ ], τεμάχιο [ ], Φ/σχ. 26/14 στην Αγία Μαρίνα Χρυσοχούς στην Επαρχία Πάφου. Την 13/01/2010 οι διάδικοι συμφώνησαν σε τροποποίηση της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 30/03/2008 και συγκεκριμένα τροποποιήθηκε η παράγραφος 4 της συμφωνίας, ώστε η ημερομηνία αποπληρωμής να αντικατασταθεί από 30/09/2009 σε 30/03/
  5. Κατά την περίοδο χάριτος οι τόκοι θα πληρώνοντο την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Το σύνολο των εναγομένων και η Φανούλα Κυριάκου τον Ιανουάριο του 2010 συμφώνησαν στην τροποποίηση της συμφωνίας και υπέγραψαν επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 28/12/
  6. Την 22/11/2011 η τράπεζα με επιστολή της ζήτησε από τους εναγόμενους την πληρωμή του καθυστερημένου ποσού. Την 27/06/2012 τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού και/ή του δανείου και αύξησε το επιτόκιο σε 13% σταθερό. Γι' αυτές τις ενέργειες της η τράπεζα ενημέρωσε σχετικά όλους τους εναγόμενους και την [ ] Κυριάκου μέσω επιστολών που απέστειλε την 27/06/
  7. Την 09/07/2012 η τράπεζα απέστειλε και δεύτερη επιστολή στους εναγόμενους και την Φανούλα Κυριάκου, αυτή τη φορά για να τους καλέσει να πληρώσουν το χρέος τους και ενημερώνοντας τους για τον τρόπο και χρόνο υπολογισμού του τόκου. Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν εξού και η αξίωση της τράπεζας για ποσό €340.799,59, δηλαδή ως είχε την 31/10/2012, πλέον τόκο 13% επί ποσού €326.294,36 από 01/11/2012 μέχρι εξοφλήσεως, κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Στον αντίποδα η υπεράσπιση των εναγομένων είναι κοινή. Αν και ξεδιπλώνεται σε 15 παραγράφους, παρατηρώ ότι μόνο οι παράγραφοι 2, 3, 4 και 11 έχουν κάτι να προσφέρουν, εφόσον το περιεχόμενο των λοιπών παραγράφων δεν συνιστά τίποτα άλλο παρά άρνηση των όσων αναφέρονται στην έκθεση απαιτήσεως. Για λόγους που θα αποκαλυφθούν αμέσως μετά κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο των επίμαχων παραγράφων. Αναφέρεται εκεί ότι: 2) Η Εναγόμενη 1 αρνείται τις παραγράφους 2 και 3 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες μολονότι επρόκειτο περί δανείου ή και τραπεζικών διευκολύνσεων, δεν περιέλαβαν σαφείς ή και καθαρούς ή και δίκαιους ή και επαρκείς ή και νόμιμους ή και κατανοητούς όρους για το εν λόγω δάνειο ή και για τη λειτουργία των αναφερόμενων διευκολύνσεων ή και για τη λειτουργία των αναφερόμενων στις παραγράφους 2 και 3 της Εκθέσεως Απαιτήσεως λογαριασμών. 3) Περεταίρω ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε επαρκή ή και την απαιτούμενη γνώση ή και ενημέρωση για τους όρους της Συμφωνίας του αναφερόμενου δανείου ή και των αναφερόμενων διευκολύνσεων ή και δεν τους αποδέχτηκε ή και ότι οι εν λόγω όροι είναι παράνομοι ή και παράτυποι ή και άκυροι και καταπιεστικοί ή και τόσο παράλογοι ή και υπερβολικοί ή και ετεροβαρείς σε βαθμό που αποτελούν παράνομη ή και υπερβολική ή και ανεπίτρεπτη εκμετάλλευση ή και συμπεριφορά ή και ισοδυναμούν με κατάχρηση ή και υπέρβαση δικαιώματος ή και αντίθετοι με τα συναλλακτικά ήθη ή και έθιμα ή και την Τραπεζιτική τακτική ή και τους θεσμούς και συνεπώς είναι άκυροι ή και μη δεσμευτικοί τόσο για την Εναγόμενη 1 όσο και για τους Εναγόμενους 2 και
  8. Ωσαύτως η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω όροι δεν ερμηνεύονται ή και δεν εφαρμόζονται ορθά ή και δίκαια ή και σύμφωνα με το γράμμα ή και πνεύμα της συμφωνίας από τους Ενάγοντες. 4) Περαιτέρω ή και επιπρόσθετα ή και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω η Ενάγουσα 1 ισχυρίζεται ότι η δραματική ή και άνευ προηγουμένου αλλαγή ή και διαφοροποίηση ή και χειροτέρευση των οικονομικών δεδομένων ή και συνθηκών ή και της οικονομικής κατάστασης στην Κύπρο αλλά και διεθνώς καθιστούν τους όρους της συμφωνίας ή και την συμπεριφορά ή και ενέργειες των Εναγόντων καταπιεστικές ή και υπερβολικές ή και συνιστούν κατάχρηση ή και υπέρβαση δικαιώματος ή και είναι αντίθετες προς κάθε έννοια δικαιοσύνης ή και επιείκειας ή και είναι παράνομες ή και αντίθετες με τις υπό τις περιστάσεις αρχές ερμηνείας συμφωνιών δανείου και επιφυλάσσει την υπεράσπιση της όταν θα ακούσει την νομική ερμηνεία που οι Ενάγοντες επικαλούνται. 11) Οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 17 της Εκθέσεως Απαιτήσεως καθώς αυτοί περιέχουν λανθασμένες ή και παράνομες ή και παράτυπες ή και καταπιεστικές ή και καθ' υπέρβαση ή και κατάχρηση δικαιώματος αναπροσαρμογές ή και κεφαλαιοποιήσεις. Ποια όμως είναι η σημασία όλων των ανωτέρω; Ευθέως λοιπόν απαντώ πως τα όσα αναφέρονται στο δικόγραφο των εναγομένων δεν αποκαλύπτουν υπεράσπιση. Δεν προάγουν οιαδήποτε ουσιαστική θέση, εν προκειμένω πραγματικούς ισχυρισμούς που να αντιπαρατάσσονται των ισχυρισμών που αναφέρονται στην έκθεση απαιτήσεως και κατ' επέκταση δεν απαντούν τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της τράπεζας. Και για να εξηγήσω τι εννοώ προσθέτω ότι τα εκεί αναφερόμενα δεν είναι τίποτα άλλο από γενικόλογες και αόριστες δικανικές αιτιάσεις, οι οποίες όμως δεν συναρτώνται με πραγματικούς ισχυρισμούς και ως εκ τούτου απολήγουν να είναι ασαφείς και πολύ περισσότερο κενές περιεχομένου. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Τζιακούρα ν. Οικονομίδη

(1997)1 Β Α.Α.Δ 669,672˙ «Έχουμε τη γνώμη πως όταν προβάλλεται από διάδικο στο δικογράφημα ισχυρισμός κάποιου νομικού αποτελέσματος, που εξαρτάται από την επενέργεια ορισμένων γεγονότων, αυτά πρέπει να αναγράφονται στο δικογράφημα.... Η αρχή της νομολογίας, ότι νομικά σημεία δεν αναφέρονται στα δικογραφήματα, εφαρμόζεται όταν γίνονται νομικές εισηγήσεις. Όπου όμως το ισχυριζόμενο νομικό αποτέλεσμα δημιουργήθηκε εκ της επενέργειας ορισμένων γεγονότων, αυτά πρέπει να αναφέρονται στα δικογραφήματα.» Στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι αυτό που έκαναν οι εναγόμενοι. Ακριβώς το αντίθετο έπραξαν, δηλαδή αρκέστηκαν στις νομικές αρχές, χωρίς όμως να τις εδράσουν επί συγκεκριμένων πραγματικών ισχυρισμών. Όπως δηλαδή και στην υπόθεση Evelthon Developments Ltd κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1Γ Α.Α.Δ 2486, 2496 στην οποία το Δικαστήριο ανέφερε ότι: «Οι ισχυρισμοί που πρόβαλαν οι εφεσείοντες στην έκθεση υπεράσπισης τους για αυθαίρετες, παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις τόκων, εξόδων, δικαιωμάτων κλπ είναι γενικοί και αόριστοι και χωρίς, στοιχειώδη έστω, εξειδίκευση.» Ένεκα των πιο πάνω δεν επιτρέπεται στο διάδικο να προτάξει τις συγκεκριμένες ή οιεσδήποτε θέσεις, εφόσον ουδέποτε δικογραφήθηκαν κατά τον δέοντα τρόπο. Πέραν των όσων έχουν ήδη αναφερθεί, υποστηρικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Έλληνας κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 87/2013, ημερομηνίας 03/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A503 όπου υποδείχθηκε ότι: «Παραμένει η επίπτωση του Νόμου αρ. 160(Ι)/99, όπως τροποποιήθηκε το 2015μ επί της συγκεκριμένης συμφωνίας των διαδίκων που τερματίσθηκε το 2006. Έγινε αναφορά σε αριθμό πρωτόδικων αποφάσεων επί του θέματος καθώς και στην ACC Bank Plc v. Friends First Managed Pensions Funds Ltd
(2012)1 EHC 435, η οποία υιοθέτησε την Lordsvale Finance Plc v. Bak of Zambia
(1996)QB 752, ως προς το ότι το ποσοστό αύξηση τόκου πρέπει να αποτελεί γνήσια προσπάθεια καθορισμού της ζημιάς. Όμως για τους λόγους που ακολουθούν δεν είναι αναγκαίο να γίνει αναφορά σε οποιαδήποτε από αυτές τις αποφάσεις. Ως πρώτη παρατήρηση, θα πρέπει να λεχθεί ότι η υπεράσπιση ουδόλως καλύπτει το ζήτημα με την αναγκαία επάρκεια που απαιτείται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα τη Δ.19 θ.13, που επιβάλλει στον εναγόμενο ο αντίδικος εξ απροόπτου, μεταξύ των οποίων, και ότι η αγωγή ή η συναλλαγή είναι άκυρη ή ακυρώσιμη κατά Νόμο. Και να καταγράψει βεβαίως εκείνα τα γεγονότα που δείχνουν παρανομία οποιασδήποτε φύσης. Η απλή καταγραφή, και μάλιστα άνευ βλάβης του προηγούμενου ισχυρισμού περί μη παραλαβής των επιστολών ότι η τράπεζα παράνομα και/ή αντισυμβατικά τροποποίησε το επιτόκιο σε 11,5% ετησίως δεν αρκεί να καλύψει το ζήτημα και ρητά έπρεπε να μνημονευθεί ο Νόμος ώστε να είχε υπόβαθρο και η εισήγηση περί ποινικής ρήτρας. Ορθά στο ζήτημα απαντά στο περίγραμμα της η εφεσίβλητη τράπεζα ότι τέτοια θέση δεν ηγέρθηκε με την υπεράσπιση και επομένως δεν θα μπορούσε να εξεταστεί, σύμφωνα και με την καθιερωμένη νομολογία ότι η υπεράσπιση είναι δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγομένου και το δικαστήριο δεν πρέπει να εξετάζει ζητήματα που είναι εκτός δικογραφίας. (Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826 και Σταύρου ν. Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Ζήτημα που αφορά εισήγηση περί ποινικής ρήτρας πρέπει να εγείρεται ρητά στην υπεράσπιση, (Λίλλης ν. Ξενής
(2009)1 Α.Α.Δ 217).» Περιπλέον, στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ 476, 489, υποδείχθηκε ότι: «Σημειώνουμε ότι ο ισχυρισμός για την ύπαρξη ανατοκισμού είχε προβληθεί αόριστα στην Έκθεση Υπεράσπισης από τους εφεσίβλητους, οι οποίοι είχαν και το σχετικό βάρος να τον αποδείξουν μετά την κατάθεση της μάρτυρος της εφεσείουσας τράπεζας ότι δεν υπήρξε ανατοκισμός. Αντίθετα οι εφεσίβλητοι στην Έκθεση Υπεράσπισης τους αρνήθηκαν την απαίτηση της εφεσείουσας τράπεζας, χωρίς να παραθέσουν συγκεκριμένη μαρτυρία ή οποία θα υποστήριζε τους ισχυρισμούς.» Κατ' ανάλογο τρόπο στην υπόθεση Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ 1491, 1502, αναφέρθηκε ότι: «Μπορεί η γενική άρνηση ορισμένες φορές να θέτει υποχρέωση στον ενάγοντα να αποδείξει τη συγκεκριμένη πτυχή της υπόθεσης του, αλλά δεν βοηθά πολύ τον εναγόμενο ο οποίος έχει υποχρέωση να είναι και αυτός σαφής ως προς τα συγκεκριμένα θέματα που αμφισβητεί. Ιδιαίτερα στην παρούσα περίπτωση που οι Εφεσείοντες με την έφεσή τους εγείρουν θέμα παράνομου τερματισμού, θεωρούμε ότι είχαν υποχρέωση να εγείρουν τη συγκεκριμένη ειδική υπεράσπιση ρητά στην Έκθεση Υπεράσπισης τους, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στους Εφεσίβλητους να απαντήσουν με τον δέοντα τρόπο.» Καθ' όλα σχετική είναι και η υπόθεση Παπαπέτρου ν. Λαϊκή Φάκτρος Λτδ. Πολ. Εφ. 180/10, ημερομηνίας 20/02/2015, ECLI:CY:AD:2015:A121, παρ' ότι εκεί το ζήτημα αφορούσε τον εγγυητή και παρανομία της σύμβασης. Σημασία εν τούτοις έχει αυτό που αναφέρθηκε σε σχέση με τη δικογράφηση, δηλαδή πως: «Ούτε βέβαια μπορούσαν οι γενικές αναφορές περί παρανομίας ή περί μη ύπαρξης της εγγύησης να θεωρηθούν ότι περιλάμβαναν τις εξειδικευμένες θέσεις που ο εφεσείων επικαλείται.» Όλα τα ανωτέρω δεν είναι καινοφανείς δικαιϊκές αρχές. Αντιθέτως πρόκειται για αρχές βαθιά ριζωμένες στο νομικό στερέωμα της χώρας μας, που σκοπό έχουν την αποκάλυψη της υπόθεσης αμφότερων των μερών, ώστε να διαφανεί αυτό που εντέλει καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει. Στην προκείμενη περίπτωση η υπεράσπιση δεν συμμορφώθηκε με τούτη την υποχρέωσή της. Ποια είναι τούτη η ρήτρα της σύμβασης που είναι ετεροβαρής, παράνομη ή καταχρηστική, δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο. Τι σημαίνει όμως τούτο, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να θεωρήσει πως το σύνολο των διατάξεων της σύμβασης τίθεται υπό αμφισβήτηση και κατ' επέκταση να προβεί σε γενική, αόριστη και εφ' όλης της ύλης εξέταση των ρητρών της σύμβασης, ή μήπως να επιλέξει το ίδιο κάποια ρήτρα, παρ' ότι ουδέποτε υποδείχθηκε από τον άμεσα ενδιαφερόμενο και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν σχολιάστηκε από την πλευρά της τράπεζας; Σαφώς και η απάντηση είναι αρνητική. Άλλωστε δεδομένη είναι η αρχή ότι ακόμη και αν η σύμβαση περιλαμβάνει κάποια ρήτρα η οποία κρίνεται παράνομη, ετεροβαρής ή έχουσα καταχρηστικό χαρακτήρα, θα διασωθεί αν μπορεί να σταθεί ανεξάρτητα από τη ρήτρα που είναι υποκείμενη σε ακύρωση (βλ. Βογιαζιανός ν. Τράπεζα Κύπρου
(2011)1Α Α.Α.Δ 253, 265). Γι' αυτούς ακριβώς τους λόγους επιτακτική είναι η υποχρέωση του διαδίκου να προτάξει με σαφήνεια τις θέσεις του, κάτι που δεν έκανε εδώ η υπεράσπιση. Ούτε και δικογραφήθηκε οτιδήποτε σε σχέση με τον διαιρέτη του έτους για σκοπούς επιτοκίου σε 360 αντί 365 ημέρες, ή για τις τυχόν επιπτώσεις στους εγγυητές από την τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας. Όλα τα πιο πάνω εμφανίστηκαν ως κεραυνός εν αίθρια στη γραπτή αγόρευση των εναγομένων. Εν τούτοις όπως υπεδείχθη με τη νομολογία που πιο πάνω αναφέρθηκε, δεν είναι αυτή η ορθόδοξη αντιμετώπιση του πράγματος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι το δικόγραφο της υπεράσπισης δεν αποκαλύπτει ουσιαστική υπεράσπιση και ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται στην πλευρά των εναγομένων να προωθήσει οιαδήποτε θέση, όσο βαρύγδουπη και σημαντική και αν ακούγεται, εφόσον παγιωμένη είναι η δικαιϊκή αρχή ότι τα δικόγραφα είναι εκείνα που προσδιορίζουν τα επίδικα θέματα (Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1990)1 Α.Α.Δ 24). Και στη δεδομένη περίπτωση πέραν μιας στεγνής άρνησης το δικόγραφο των εναγομένων δεν αποκαλύπτει υπεράσπιση και δεν προάγει κάποιο θετικό ισχυρισμό. Τι σημαίνει όμως αυτό για την πορεία της υπόθεσης. Μήπως ότι η τράπεζα δικαιούται το δίχως άλλο σε έκδοση απόφασης; Η απάντηση είναι βεβαίως αρνητική και επιβεβαίωση τούτου είναι τα αναφερόμενα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ν. Βασίλη Χαραλάμπους κ.α.
(2010)1 Β Α.Α.Δ 829,
  1. Λέχθηκε εκεί ότι: «Σε περιπτώσεις όπως η υπό εξέταση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τρία: α. η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ., μαζί με τους όρους της. β. η παράβαση όρου της σύμβασης γ. ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Εν όψει των ανωτέρω και ασχέτως ότι η υπεράσπιση δεν δικαιολογείται να επικαλείται πλείστα όσα ήγειρε με την αγόρευσή της, υποχρέωση παραμένει της ενάγουσας, εδώ της τράπεζας, να αποδείξει καθετί που τη βαραίνει και μόνο αν ήθελε αποδείξει τούτα θα δικαιούται σε έκδοση απόφασης. Είναι υπό το φως αυτών των δεδομένων που προχωρώ σε διερεύνηση της όλης υπόθεσης. Μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου προσκόμισε μόνο η πλευρά της τράπεζας. Η υπεράσπιση κανένα μάρτυρα δεν κάλεσε. Οι μάρτυρες που κλήθηκαν από την τράπεζα είναι δύο. Πρόκειται για την Μαρία Ανθίμου (ΜΕ1) και την Άντρια Ροτσίδου (ΜΕ2). Η ΜΕ1 αναφέρθηκε στη συμφωνία δανείου της τράπεζας με την εναγομένη 1, ότι συνομολογήθηκε την 31/03/2008 και ότι αφορούσε ποσό €250.000 με κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με Euribor 3 μηνών προσαυξημένο κατά 2,15% περιθώριο και ότι το ποσό ήτο πληρωτέο την 30/09/2009 σε μια δόση. Η μάρτυρας προσκόμισε τη σχετική συμφωνία και είναι τούτη το τεκμήριο
  2. Περιπλέον ανέφερε ότι την 31/03/2008 τη συμφωνία εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι 2 και
  3. Η συμφωνία εγγυήσεως είναι το τεκμήριο
  4. Πέραν των εναγομένων 2 και 3 και τρίτο πρόσωπο, ονόματι [ ] Κυριάκου, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 την 09/04/
  5. Σε αυτή την περίπτωση η εγγύηση συνίστατο σε εμπράγματο βάρος, δηλαδή την υποθήκη Υ1996/
  6. Η υποθήκη είναι το τεκμήριο
  7. Σύμφωνα με τη ΜΕ1 η συμφωνία των διαδίκων τροποποιήθηκε την 13/01/2010 και συμφωνήθηκε παράταση του χρόνου εξόφλησης της οφειλής μέχρι την 30/09/
  8. Η τροποποιητική συμφωνία είναι το τεκμήριο
  9. Για τούτη την τροποποιητική συμφωνία έλαβαν γνώση και οι εγγυητές. Σχετικά παρουσιάστηκε το τεκμήριο
  10. Επίσης ανέφερε ότι με την τροποποιητική συμφωνία το επιτόκιο του δανείου συμφωνήθηκε να ανέρχεται σε Euribor 3 μηνών πλέον περιθώριο 5,40%. Την 22/11/2011 η τράπεζα έστειλε επιστολές στους εναγόμενους και ζήτησε την πληρωμή του καθυστερημένου ποσού. Ακολούθως την 27/06/2012 η τράπεζα τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού και του δανείου και έστειλε επιστολή σε όλους τους εναγόμενους και στη [ ] Κυριάκου που τους ενημέρωνε σχετικά. Η εν λόγω επιστολή είναι το τεκμήριο
  11. Εν τέλει την 09/07/2012 απέστειλε νέα επιστολή προς όλους τους εμπλεκόμενους και απαίτησε την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. Τούτη η επιστολή είναι το τεκμήριο
  12. Την 06/12/2018 διεξήχθη δημόσιος πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου χωρίς όμως αποτέλεσμα και ακολούθως την 11/06/2019 η τράπεζα άσκησε το δικαίωμα που της παρέχει ο νόμος και αγόρασε το ακίνητο για ποσό €260.
  13. Ως εκ τούτου μετά την πληρωμή των αναλογούντων φόρων πίστωσε τον επίδικο λογαριασμό με το ποσό των €223.
  14. Το τεκμήριο 7 είναι τα έγγραφα της διαδικασίας εκποίησης. Ως εκ της θέσεως της η ΜΕ1 ετοίμασε το προβλεπόμενο πιστοποιητικό το οποίο προσκόμισε στο Δικαστήριο μαζί με τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού. Τούτο είναι το τεκμήριο
  15. Σύμφωνα με τη ΜΕ1 οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού συγκρίθηκαν από την ίδια και ανταποκρίνονται στις αρχικές καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Περαιτέρω, η μάρτυρας ετοίμασε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού και είναι τούτο το τεκμήριο
  16. Τέλος, προσκόμισε στο Δικαστήριο και καταστάσεις των επιτοκίων Euribor όπως δημοσιεύτηκαν από το European Money Market Institute στην πλατφόρμα χρηματοοικονομικών δεδομένων της Bloomberg. Τούτο είναι το τεκμήριο
  17. Η ΜΕ2 ανέφερε ότι εργαζόταν στην Υπηρεσία Υποστήριξης Χορηγήσεων και έτυχε εκπαίδευσης στις αναδομημένες καταστάσεις. Στο Δικαστήριο της υποδείχθηκαν τα τεκμήρια 2, 3, 4, 5 και 8 τα οποία και αναγνώρισε. Ερωτηθείσα κατά πόσο στάλησαν οι επιστολές, τεκμήριο 8, απάντησε ότι στάληκαν στην τελευταία διεύθυνση πρωτοφειλέτη και εγγυητή που ήταν καταχωρημένη στο σύστημα της τράπεζας. Προσκόμισε το βιβλίο από το τμήμα αλληλογραφίας της τράπεζας, ημερομηνίας 28/06, όπου αναφέρεται ότι στάληκαν και δεν επέστρεψε ενημέρωση ότι δεν παραλήφθηκαν. Αντίγραφο της σελίδας του βιβλίου είναι το τεκμήριο
  18. Ακολούθως η ΜΕ2 εξήγησε τι είναι το Euribor και πως υπολογίζεται. Ανέφερε ότι στην προκείμενη περίπτωση που η συμφωνία δανείου είναι ημερομηνίας 31/03/2008, ο λογαριασμός τιμολογείτο κάθε τρίτο μήνα, δηλαδή 3ο, 6ο, 9ο και 12ο. Το Euribor που λαμβάνεται υπόψη είναι αυτό που στο τεκμήριο 12 φαίνεται δύο μέρες πριν την τελευταία ημερομηνία. Το συνολικό επιτόκιο της συμφωνίας συνίσταται από αυτό το Euribor, το συμφωνηθέν περιθώριο και εν τέλει τον τόκο υπερημερίας που ανέρχετο στο 2%. Όπως ανέφερε έλεγξε τις εγγραφές στα τεκμήρια 10 και 11 και ταυτίζονται τόσο μεταξύ τους όσο και με το τραπεζικό βιβλίο του τηρείται. Περιπλέον ήλεγξε την τιμολόγηση βάσει των εγγράφων που υπέγραψε ο πελάτης και βάσει του Euribor που φαίνεται στο τεκμήριο
  19. Προέχει όμως η αξιολόγηση της μαρτυρίας. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ 339, επιβάλλεται η μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο ουσιαστικής αξιολόγησης, δηλαδή από απόψεως περιεχομένου και να μην υιοθετείται ή απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Κατά τον ίδιο τρόπο στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου Μ/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, υπεδείχθη ότι η αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά το περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, κατά πόσο λέγει την αλήθεια. Ζητούμενο είναι πάντα η εξεύρεση της αλήθειας όπως αυτή προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Εργαλεία που εξυπηρετούν αυτό τούτο τον στόχο είναι τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της κρινόμενης μαρτυρίας, όπως πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 16η έκδοση, σελίδα 333). Περιπλέον, οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν αξιολογούνται απομονωμένα, αλλά αντιπαραβάλλονται και συσχετίζονται στην αντικειμενική τους υπόσταση με κάθε άλλη μαρτυρία, γραπτή ή προφορική, με σκοπό την επιβεβαίωση των αξιολογικών ευρημάτων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 185/12, 19/04/18). Η σύνοψη της μαρτυρίας που προηγήθηκε αποκαλύπτει ότι οι ΜΕ1 και ΜΕ2 δεν γνωρίζουν τα γεγονότα που περιβάλλουν τη συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών. Είναι ηλίου φαεινότερον ότι η εμπλοκή και των δύο μαρτύρων έπεται της συνομολόγησης των συμφωνιών, που ας σημειωθεί ότι δεν αμφισβητήθηκαν και ως εκ τούτου θεωρείται (η συνομολόγηση) γεγονός. Αναμφισβήτητο είναι ότι η μαρτυρία τούτων οφείλεται σε αυτήν την έγερση της αγωγής και όχι στη συνομολόγηση της συμφωνίας. Παρ' όλα ταύτα, τόσο η ΜΕ1 όσο και η ΜΕ2 δεν έκρυψαν την άγνοια τους για τα γεγονότα που έχουν να κάνουν με τη σύναψη των συμφωνιών και ούτε επιχείρησαν να παρουσιαστούν ως γνώστες τούτων των γεγονότων. Ακριβώς το αντίθετο ισχύει. Και οι δύο χωρίς περιστροφές παραδέχτηκαν ότι δεν είχαν εμπλοκή στη συνομολόγηση των συμφωνιών και ως εκ τούτου δεν γνωρίζουν τα γεγονότα που τις περιβάλλουν. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο περιόρισαν τη μαρτυρία τους στα γεγονότα που περιήλθαν σε γνώση τους από τα έγγραφα της υπόθεσης και από δική τους εμπλοκή. Σε αυτή την έκφανση της διαδικασίας τη δική τους σημασία έχουν τα λεχθέντα στον Cross on Evidence, 4η έκδοση, σελίδα 226, όπου υποδείχθηκε ότι: «The object of cross-examinations is two-fold, first, to elicit information concerning the facts in issue or relevant to the issue that is favourable to the party on whose behalf the cross-examination is conducted, and secondly to cast doubt upon the accuracy of the evidence-in-chief given against such party» Εξίσου σημαντικά είναι και τα νομολογηθέντα στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου
(2014)1 Γ Α.Α.Δ. 2287, 2294, δηλαδή ότι: «Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία το, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Wynne v. Mavronicola ως διαχειριστή της περιουσίας του Μαυρονικόλα
(2009)1 (Β) Α.Α.Δ. 1138). Συνήθως τέτοια θέματα εγείρονται σε υποθέσεις όπου δεν εμφανίζεται ο αντίδικος, όπως ήταν και τα γεγονότα στην υπόθεση Barry Wynne (πιο πάνω), Στην προκείμενη όμως περίπτωση, ο εφεσίβλητος έλαβε μέρος στη διαδικασία. Αρχικά με δικηγόρο και στην πορεία μετά την απόσυρση του δικηγόρου του, αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της Τράπεζας, αυτοπροσώπως, χωρίς όμως να δώσει μαρτυρία ή να κλητεύσει άλλο μάρτυρα. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να παραμείνει μόνο μία εκδοχή ενώπιο του Δικαστηρίου.» Στην προκείμενη περίπτωση εξέταση της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2 δεν αποκαλύπτει εγγενείς αδυναμίες. Η δε αντεξέταση που έτυχαν όχι μόνο δεν κατόρθωσε να πλήξει τη θετικότατη εικόνα που άφησαν, αντιθέτως ανέδειξε την ειλικρίνειά τους, εφόσον με παρρησία απεκάλυψαν όσα δεν γνώριζαν, ενώ εις επίμετρον ουδεμία διάθεση φανέρωσαν είτε δια να παραποιήσουν τις δικές τους ενέργειες, είτε δια να παρουσιαστούν ως γνώστες γεγονότων που δεν είχαν εμπλοκή. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύεται ότι η ΜΕ1 αμφισβητήθηκε έντονα σε σχέση με τον υπολογισμό του επιτοκίου και πιο συγκεκριμένα του Euribor, κάτι που όντως φάνηκε να μην γνωρίζει επαρκώς. Ουδέποτε όμως ισχυρίστηκε ότι είναι ειδική σε αυτό, αντιθέτως εξαρχής ανέφερε ότι δεν γνωρίζει. Ήδη από την κυρίως εξέτασή της αποκάλυψε ότι κατά την ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού (τεκμήριο 11), τα στοιχεία εισάγονται στο σύστημα ARS (account reconstruction system), tο οποίο αυτόματα αναπαράγει τα βασικά επιτόκια από το ηλεκτρονικό βιβλίο για την περίοδο που εισάγεται στο σύστημα. Είναι κατ' αυτό τον τρόπο που και στην προκείμενη περίπτωση ετοιμάστηκε η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 11). Όπως εξήγησε, αυτός είναι και ο λόγος που δεν χρειάζετο να γνωρίζει τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου. Θεώρηση της μαρτυρίας της υπό αυτή τη σκοπιά, που ας σημειωθεί ότι συμπίπτει με εκείνη της επίσης αξιόπιστης μάρτυρος ΜΕ2 και είναι απαλλαγμένη αντιφάσεων, καθιστά την υποβολή της υπεράσπισης ότι ψεύδεται για τον ισχυρισμό της πώς ήλεγξε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού καθ' ότι δεν γνωρίζει τη μεθοδολογία υπολογισμού του Euribor, χωρίς πραγματικό έρεισμα και ανίκανη να πλήξει την κατά τα άλλα σταθερή μαρτυρία της ΜΕ
  1. Όπως διεφάνη από την αντεξέταση, η όλη διαδικασία είναι εν πολλοίς αυτοματοποιημένη και δεν επιβάλλεται η λειτουργός να γνωρίζει την ακριβή μεθοδολογία. Κατά τα άλλα η ΜΕ1 ανέφερε και καμία μαρτυρία δεν δικαιολογεί να μην γίνει πιστευτή, ότι σύγκρινε το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμών με της αρχικές καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Ούτε και υπεδείχθη οτιδήποτε από την υπεράσπιση πέραν των όσων κατωτέρω συζητούνται, που έστω να θέτει σε αμφιβολία τις καταχωρίσεις που δεικνύονται στις καταστάσεις λογαριασμών. Περαιτέρω, αν και γεγονός είναι ότι η μάρτυρας αδυνατούσε να υπολογίσει το επιτόκιο της 31/10/2020, εν τούτοις ήταν σταθερή ότι το επιτόκιο της συμφωνίας συνίσταται σε Euribor τριών μηνών, πλέον το συμφωνηθέν περιθώριο και όπου χρειάζεται και το επιτόκιο υπερημερίας. Όλα όσα προαναφέρθηκαν είναι ένα μικρό δείγμα από τη μαρτυρία της, το οποίο αποκαλύπτει ότι η μάρτυρας δεν ψεύσθηκε και η μαρτυρία της δεν ήτο επιτηδευμένη. Πλέον επεξηγηματική για τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου, ήταν η μαρτυρία της ΜΕ
  2. Όπως εξήγησε έτυχε σχετικής εκπαίδευσης και εργάστηκε για πέραν των δύο ετών στην Υπηρεσία Υποστήριξης Χορηγήσεων, όπου μεταξύ των καθηκόντων της ήταν και οι αναδομημένες καταστάσεις. Εξήγησε με λεπτομέρεια τι εστί Euribor και ανέφερε ότι καθημερινά δημοσιεύεται στην πλατφόρμα Bloomberg. Όπως η ΜΕ1 έτσι και η ΜΕ2 εξήγησε ότι η τράπεζα διαθέτει σύστημα στο οποίο εισάγονται όλα τα στοιχεία, δηλαδή οι χρεοπιστώσεις του τραπεζικού βιβλίου χωρίς τόκο και έξοδα και η τιμολόγηση της αναδομημένης κατάστασης διενεργείται βάσει των εγγράφων που υπέγραψε ο πελάτης. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι σε αυτή την περίπτωση επειδή η σύμβαση υπογράφηκε 31/03/2008 και το επιτόκιο υπολογίζεται ανά τριμηνία, λαμβάνεται η τιμή Euribor (τεκμήριο 12) δύο ημέρες πριν το τέλος του τρίτου μήνα. Οι δύο ημέρες οφείλονται στο ότι οι τιμές Euribor ανακτούν αξία (value date) δύο ημέρες μετά τη δημοσίευσή τους. Με πάσα λεπτομέρεια και σταθερότητα εξήγησε τον τρόπο υπολογισμού του Euribor για κάθε ημερομηνία που της ζητήθηκε. Όλα όσα ανέφερε σε σχέση με το τεκμήριο 12, που ας σημειωθεί ότι δεν αμφισβητήθηκαν σε σχέση με την ΜΕ2, είναι σαφή και ξεκάθαρα και επιβεβαιώνουν τη μαρτυρία τόσο της ίδιας όσο και της ΜΕ
  3. Όπως η ΜΕ1 έτσι και η ΜΕ2 ρητά ανέφερε ότι δεν γνωρίζει λεπτομέρειες που αφορούν τη συνομολόγηση των συμφωνιών. Και οι δύο μάρτυρες αμφισβητήθηκαν σε σχέση με την ταχυδρόμηση των επιστολών τεκμήρια 8 και
  4. Εν τούτοις ποτέ δεν ισχυρίστηκαν ότι οι εν λόγω επιστολές όντως παρελήφθησαν από τους εναγόμενους. Απλώς και οι δύο εξήγησαν τη διαδικασία ταχυδρόμησης των επιστολών από την τράπεζα και συμπερασματικά κατέληξαν ότι εφόσον οι επιστολές δεν επιστράφηκαν στην τράπεζα, τότε σημαίνει ότι παρελήφθησαν. Σε αυτό είναι που σκοπούσε και η προσκόμιση του τεκμηρίου 13, δηλαδή του αντιγράφου του βιβλίου από το τμήμα αλληλογραφίας της τράπεζας, στο οποίο αναγράφεται ότι οι συγκεκριμένες επιστολές ταχυδρομήθηκαν. Συνεπώς ούτε σε αυτή την περίπτωση διακρίνω βάση στις μετέωρες και εν τέλει ανυποστήριχτες υποβολές της υπεράσπισης, που εν πάση περιπτώσει δεν κατόρθωσαν ποσώς να πλήξουν την ειλικρίνεια της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2 σε σχέση με την ταχυδρόμηση των επιστολών τεκμήρια 8 και
  5. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 κρίνεται γνήσια και ειλικρινής και υιοθετείται πλήρως από το Δικαστήριο. Διευκρινίζεται βεβαίως, ενδεχομένως εκ του περισσού, ότι αντιληπτό είναι πως στην έκταση που η μαρτυρία των δύο συνίσταται σε γνώμη ή προσωπική αντίληψη σε σχέση με ερμηνεία, είτε των διατάξεων των δύο συμβάσεων είτε των νομοθεσιών που τις διέπουν, λόγου χάριν για το επιτόκιο υπερημερίας, τη σημασία των συμβατικών διατάξεων και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από αυτές, η μαρτυρία τούτων δεν είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο. Ένας μάρτυρας γεγονότων καίτοι αξιόπιστος δεν δεσμεύει επ' αυτού το Δικαστήριο, το οποίο έχει καθ' ολοκληρία την υποχρέωση για συναγωγή συμπερασμάτων και δη δικανικών, δηλαδή αυτών που προκύπτουν από υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων στο νόμο. Συνεπώς ό, τι σχετικό της υπερημερίας και του συνολικού επιτοκίου απομένει να διερευνηθεί. Πρώτα όμως οι διαπιστώσεις που προκύπτουν από την αξιόπιστη μαρτυρία. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τη συνομολόγηση των δύο συμφωνιών. Εν πάση περιπτώσει, από την αξιόπιστη μαρτυρία προκύπτει ότι την 31/03/2008 η τράπεζα και η εναγομένη 1 συνομολόγησαν τη συμφωνία τεκμήριο
  6. Με τούτη τη συμφωνία η τράπεζα συμφώνησε να δανείσει την εναγoμένη 1 με το ποσό των €250.000, το οποίο η τελευταία θα εξοφλούσε με μια δόση, δηλαδή την 30/09/
  7. Τόσο από τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, όσο και από αυτό το έγγραφο της συμφωνίας των διάδικων (τεκμήριο 2), προκύπτει ότι συμφωνήθηκε πως το επιτόκιο θα ήτο κυμαινόμενο και θα συνίστατο σε Euribor τριών μηνών, πλέον περιθώριο, το οποίο στο τεκμήριο 2 καθορίστηκε σε 2,15%. Το δε επιτόκιο υπερημερίας συμφωνήθηκε στο 4,75%. Αναμφισβήτητο είναι ότι τη συμφωνία της τράπεζας με την εναγομένη 1 εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι 2 και
  8. Το έγγραφο εγγυήσεως είναι το τεκμήριο
  9. Όπως ρητά αναφέρεται στο τεκμήριο 3 (παράγραφος 12) και αυτή είναι και η διαπίστωσή μου, οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν ολόκληρο το ποσό, δηλαδή €250.000, πλέον τόκους, προμήθειες, επιβαρύνσεις και άλλα τραπεζικά δικαιώματα και δικηγορικά έξοδα. Άλλωστε και η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τούτη την εγγύηση. Περιπλέον, τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο 3 του τεκμηρίου 3 ομοιάζουν με αυτά που απασχόλησαν στην υπόθεση Γεώργιος Εργατίδης κ.α. ν. Bank of Cyprus Public Company Ltd, Πολ. Εφ. 111/12, ημερομηνίας 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:A450, όπου κρίθηκε ότι η εγγύηση ήτο συνεχής. Σχετική είναι και η παράγραφος 6 του τεκμηρίου 3, όπου η εγγύηση χαρακτηρίζεται ως συνεχής. Εν προκειμένω αυτή είναι και η διαπίστωσή μου, δηλαδή ότι βάσει του τεκμηρίου 3 η εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 είναι συνεχής για ποσό €250.000, πλέον τόκους και έξοδα. Περαιτέρω η συμφωνία δανείου εξασφαλίστηκε με την υποθήκη Υ1996/
  10. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ιδιοκτήτρια του ακινήτου που επιβαρύνθηκε ήταν η Φανούλα Κυριάκου. Το τεκμήριο 6 είναι αντίγραφο αυτής τούτης της υποθήκης. Συνιστά περαιτέρω διαπίστωσή μου ότι την 13/01/2010 η τράπεζα και η εναγομένη 1 συμφώνησαν να τροποποιήσουν τη συμφωνία δανείου. Το σχετικό έγγραφο τροποποίησης είναι το τεκμήριο
  11. Επί της ουσίας η τροποποίηση της συμφωνίας (τεκμήριο 4) επέφερε παράταση του χρόνου αποπληρωμής του ποσού των €250.000, μέχρι την 30/09/2010 και πάλιν σε μια δόση. Πέραν όμως του τεκμηρίου 4 αναμφισβήτητο παρέμεινε ότι οι διάδικοι υπέγραψαν και το τεκμήριο 5, δηλαδή επιστολή στην οποία αναγράφονται όροι και λεπτομέρειες. Από το εν λόγω έγγραφο (τεκμήριο 5), διαπιστώνεται ότι πέραν της παράτασης στον χρόνο αποπληρωμής, συμφωνήθηκε ότι το επιτόκιο θα παρέμενε κυμαινόμενο, δηλαδή Euribor τριών μηνών πλέον περιθώριο, μόνο που σε αυτή την περίπτωση το περιθώριο αυξήθηκε στο 5,40%. Επιπλέον, ο τόκος υπερημερίας αυξήθηκε στο 5%. Συνεπώς πέραν της παράτασης στο χρόνο αποπληρωμής του δανείου, με την τροποποιητική συμφωνία οι διάδικοι συμφώνησαν σε αύξηση του περιθωρίου και του επιτοκίου υπερημερίας. Οι εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν το τεκμήριο 5 την 18/01/2010 και 13/01/2010, αντίστοιχα, ενώ η εναγομένη 1 υπέγραψε τούτο την 13/01/
  12. Αν και έχει σημειωθεί η ανεπάρκεια της δικογράφησης της υπεράσπισης, εν τούτοις σε σχέση με την υπογραφή του τεκμηρίου 5 από τους εναγομένους 2 και 3, υποδεικνύεται ότι η εξέταση της θέσης της υπεράσπισης στην αγόρευση (βλ. σελίδα 8 της αγόρευσης) πως οι εν λόγω υπέγραψαν το έγγραφο ένα έτος μετά την υπογραφή του τεκμηρίου 4 από την εναγομένη 1, φανερώνει ότι είναι λαθεμένη, εφόσον δεν εδράζεται σε υπαρκτό πραγματικό υπόβαθρο. Όπως αποκαλύπτεται από το ίδιο το πρόσωπο του εγγράφου, τεκμήριο 5, και αυτή είναι και η διαπίστωσή μου, ο εναγόμενος 3 υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο αυθημερόν με την υπογραφή του τεκμηρίου 4 από την εναγομένη 1, δηλαδή την 13/01/2010 και ο εναγόμενος 2 την 18/01/2010, δηλαδή μόλις πέντε μέρες μετά την υπογραφή της τροποποιητικής συμφωνίας (τεκμήριο 4). Με δεδομένο ότι σε αυτόν τον εσφαλμένο ισχυρισμό είναι που στηρίχτηκε και η εισήγηση για παραβίαση των δικαιωμάτων των εγγυητών, επόμενο είναι πως η σχετική θέση, που ούτως ή άλλως δεν δικογραφήθηκε, καταρρίπτεται. Οι εγγυητές ήταν γνώστες της τροποποιητικής συμφωνίας, εξού και υπόγραψαν τούτη μαζί με την εναγομένη
  13. Υπό το φως αυτής της διαπίστωσης και χωρίς την προσκόμιση οιασδήποτε μαρτυρίας από τους εγγυητές, δεν αντιλαμβάνομαι τίνι τρόπω επηρεάστηκαν και ούτε δικαιολογείται τέτοια διαπίστωση. Ως εκ τούτου η σχετική θέση της υπεράσπισης απορρίπτεται. Όπως και η αρχική συμφωνία έτσι και η τροποποιητική προέβλεπε ότι η υποθήκη που χορήγησε η [ ] Κυριάκου συνέχιζε να εξασφαλίζει την αποπληρωμή του δανείου. Διαπιστώνεται εν τούτοις πως σε σχέση με τούτην την υποθήκη αποτελεί κοινό τόπο ότι την 06/12/2018 η τράπεζα προέβη σε πλειστηριασμό του ακινήτου. Όταν δε δεν πωλήθηκε, κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 44ΙΑ του Ν9/1965, με αποτέλεσμα την 18/11/2019 να αγοράσει η ίδια το ενυπόθηκο ακίνητο έναντι του ποσού των €260.
  14. Ακολούθως μετά από καταβολή των αναλογούντων φόρων, πίστωσε το λογαριασμό της εναγομένης 1 με το καθαρό υπόλοιπο. Ο λογαριασμός της εναγομένης 1 πιστώθηκε με το ποσό των €223.
  15. Τώρα για την απόδειξη του υπολοίπου του λογαριασμού, που σύμφωνα με την τράπεζα εξακολουθεί να είναι χρεωστικό, στο Δικαστήριο προσκομίστηκαν τα τεκμήρια 10, 11 και
  16. Το τεκμήριο 10 είναι το προβλεπόμενο από το νόμο πιστοποιητικό και συνοδεύεται από καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού (βλ. άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9). Βάσει της αξιόπιστης μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2 δέχομαι ότι το τεκμήριο 11 αποτελεί αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, ενώ το τεκμήριο 12 αναγράφει τα διάφορα επιτόκια, εν προκειμένω το Euribor, όπως αυτά δημοσιεύτηκαν κατά τον τρόπο που εξηγήθηκε από την ΜΕ
  17. Παρ' ότι ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στη ΜΕ1 ότι η ετοιμασία αναδομημένων λογαριασμών οφείλεται στο ότι ο αρχικός λογαριασμός της τράπεζας περιείχε παράνομες χρεώσεις, υποδεικνύεται ότι ως θέμα αρχής η αναδόμηση τραπεζικών λογαριασμών δεν δημιουργεί πρόβλημα και βεβαίως η αναδόμηση και μόνο δεν αποκαλύπτει κάτι το μεμπτό (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ 1238). Η αγόρευση της υπεράσπισης αφήνει να νοηθεί ότι ο βασικός λόγος για τον οποίο αμφισβητείται το υπόλοιπο του λογαριασμού, είναι επειδή δεν έχει αποδειχθεί κατά πώς η νομολογία προβλέπει. Προς τούτο επικαλείται, μεταξύ άλλων, την υπόθεση Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Γιαννούλα Κυριάκου κ.α, Πολ. Έφ. 171/11, ημερομηνίας 29/06/2016, ECLI:CY:AD:2016:A
  1. Ευθέως απαντώ ότι η υπόθεση Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία, πιο πάνω, δεν έχει να κάνει με τα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης. Στην προκείμενη περίπτωση τα άρθρα 22 και 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 έρχονται αρωγός στην απόδειξη του υπολοίπου από το τραπεζικό ίδρυμα, ενώ η υπόθεση που επικαλείται η υπεράσπιση δεν έχει να κάνει με πιστωτικό ίδρυμα και συνεπώς δεν εξετάστηκαν εκεί τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 22 του Κεφ.
  2. Αν τα ανωτέρω χρειάζονται ειδική αιτιολόγηση, αρκεί να παραπέμψω σε αυτό που ειπώθηκε στην υπόθεση Δημήτρη ν. Ellinas Finance Public Company Limited κ.α. Πολ. Εφ. 390/11, ημερομηνίας 06/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:A389, που αποδεικνύει του λόγου το ασφαλές. Αναφέρθηκε εκεί ότι: «Προστίθεται βεβαίως ότι το άρθρο 22 δεν είχε εφαρμογή διότι αυτό ισχύει για τραπεζικά βιβλία και η εταιρεία δεν είναι τράπεζα, ούτε διεξάγει τραπεζικές εργασίες, (δέστε Μιχάλης Χατζηγαβριηλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited
(2013)1 Α.Α.Δ. 668.» Στη δεδομένη περίπτωση η κατάσταση λογαριασμού της τράπεζας διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 22 του Κεφ.
  1. Επ' αυτού δεν χρειάζεται να ειπωθεί οτιδήποτε πέραν των όσων αναφέρθηκαν στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Limited ν. Ζαλούμη κ.α, Πολ. Έφ. 149/13, ημερομηνίας 14/04/2020, ECLI:CY:AD:2020:A123, η οποία ανέδειξε την επενέργεια τούτου του άρθρου
  2. Αναφέρθηκε εκεί ότι: «Σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, μαρτυρία για τα πιο πάνω γίνεται δεκτή ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη καταχώρησης των «θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σε αυτό». Δηλαδή, το αντίγραφο του τραπεζικού λογαριασμού και μαρτυρία προς τούτο δίδεται από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας, είτε προφορικά, είτε με ένορκη δήλωση. Η παρουσίαση, επομένως, και μάλιστα χωρίς οποιαδήποτε ένσταση, πέραν από τον αριθμό των ίδιων των λογαριασμών και των ημερομηνιών των δοσοληψίων, του λογαριασμού δανείου, τεκμήρια 16(α) και 16(β), (που έγινε όμως δεκτό από το Δικαστήριο ότι υπήρξε αλλαγή αριθμού), δημιούργησε εκ πρώτης όψεως απόδειξη της ορθότητας όλων των καταχωρήσεων.» Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. 405/12, ημερομηνίας 27/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A540, στην οποία υποδείχθηκε ότι το βάρος απόδειξης του λανθασμένου των χρεοπιστώσεων το φέρει ο χρεώστης. Επίσης στην Christakis Ioannou Merkis Services Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. 126/12, 10/07/2018, ECLI:CY:AD:2018:A345 υποδείχθηκε ότι ως μέρος τούτων των χρεοπιστώσεων είναι και ο ισχυριζόμενος ανατοκισμός. Παρά τις αιτιάσεις της υπεράσπισης διαπίστωσή μου είναι ότι οι ΜΕ1 και ΜΕ2 εξήγησαν με επάρκεια και σαφήνεια τη μεθοδολογία των χρεοπιστώσεων του λογαριασμού. Πόσο μάλλον όταν η μαρτυρία αμφότερων δεν πλήγηκε από την αντεξέταση και συν τω χρόνω η υπεράσπιση δεν κάλεσε οιαδήποτε μαρτυρία ώστε να καταρρίψει τα όποια συμπεράσματα και να ανατρέψει το αποδεικτικό βάρος (evidential burden) που ο νόμος εναπόθεσε στους ώμους της. Βάσει όλων των ανωτέρω έπεται ότι η εκ πρώτης όψεως απόδειξη του λογαριασμού δεν πλήγηκε και συνεπώς καθίσταται επαρκής απόδειξη του υπολοίπου. Τα παραπάνω αφορούν μεν τον λογαριασμό και τον θέλουν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο να είναι υπερήμερος, δεν άπτονται όμως επιμέρους ζητημάτων που είναι συνυφασμένα με το ακριβές υπόλοιπο τούτου, όπως είναι το νόμιμο και δικαιολογημένο της επιβολής του επιτοκίου υπερημερίας και την επιβολή τούτου σε ολόκληρο το ποσό, ζητήματα που έθιξε η υπεράσπιση και εξετάζονται στη συνέχεια. Για την ώρα αρκεί να αναφερθεί ότι δέχομαι πως την 27/06/2012, δηλαδή την ημερομηνία που η τράπεζα ισχυρίζεται ότι τερμάτισε τη συμφωνία της με τους εναγόμενους, το υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν χρεωστικό και συγκεκριμένα αυτό που αναφέρεται στην αντίστοιχη ημερομηνία του τεκμηρίου 11, δηλαδή €273.674,
  3. Περιπλέον, αντιληπτό είναι ότι η αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 εκλαμβάνει ως δεδομένο το γεγονός ότι από τον τερματισμό της συμφωνίας και μετέπειτα, το επιτόκιο υπερημερίας επιβλήθηκε σε ολόκληρο το ποσό. Ούτως ή άλλως αυτό διαπιστώνεται και από το ίδιο το τεκμήριο 11 σε συνδυασμό με το τεκμήριο 12 και τις εξηγήσεις της ΜΕ
  4. Παρεμβάλλεται εδώ πως το τεκμήριο 11 φανερώνει ότι το επιτόκιο υπερημερίας επιβαλλόταν στο σύνολο του ποσού του λογαριασμό από την 27/06/2012 και εντεύθεν, δηλαδή μετά την ημερομηνία τερματισμού, που σύμφωνα με τους μάρτυρες της ενάγουσας έλαβε χώρα την 27/06/2012 και επιβεβαιώνεται από το γεγονός πως την αμέσως προηγούμενη ημερομηνία που αναγράφεται στο τεκμήριο 11 (26/06/2012), το επιτόκιο που αντιστοιχεί σε αυτήν είναι μειωμένο κατά 2% (6,18700), δηλαδή όσο και το επιτόκιο υπερημερίας που οι ΜΕ1 και ΜΕ2 ανέφεραν ότι υπολογίστηκε. Η πιο πάνω διαπίστωση φέρει στο προσκήνιο δύο θέματα. Το πρώτο άπτεται αυτού του ισχυριζόμενου τερματισμού και το άλλο, του δικαιολογημένου ή μη του επιτοκίου υπερημερίας επί ολόκληρου του ποσού, θέση που ανέδειξε η υπεράσπιση. Ως θέμα λογικής η διερεύνηση δεν μπορεί παρά να αρχίσει από τον ισχυρισμό τερματισμού της συμφωνίας, ώστε να εξακριβωθεί κατά πόσο τούτη τερματίστηκε και τίνι τρόπω. Παρεμβάλλεται εν προκειμένω ότι η νομολογία του Δικαστηρίου διευκρινίζει πως η υποβολή αξίωσης δεν συνιστά προϋπόθεση, πλην όμως τα μέρη δύνανται να συμπεριλάβουν τέτοια πρόνοια στη σύμβαση και ως εκ τούτου να καταστήσουν τον τερματισμό πράξη προσδιοριστική του ποσού που καθίσταται απαιτητό (βλ. Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1Β Α.Α.Δ 1465). Ανάλογη με την υπόθεση Lombard κρίνω πως είναι και η περίπτωση εδώ. Η συμφωνία δανείου (τεκμήριο 2) θέλει την τράπεζα να δικαιούται ανά πάσα στιγμή και χωρίς προειδοποίηση να ενώνει τους λογαριασμούς του χρεώστη (παράγραφος 9) και συνεπώς να εξοφλεί ή να ικανοποιεί μέρος τούτων χωρίς να απαιτείται προειδοποίηση. Από την άλλη η συμφωνία εγγυήσεως (τεκμήριο 3) καθιστά την απαίτηση του ποσού πράξη προσδιοριστική της αξίωσης (βλ. παράγραφος 2 - .αναλαμβάνω δε να πληρώσω προς την τράπεζα μόλις μου ζητηθεί.). Ως εκ των ανωτέρω η συμφωνία των μερών καθιστά επιτακτική την αποστολή απαίτησης στους εγγυητές, όχι όμως στον πρωτοφειλέτη, δηλαδή την εναγομένη 1. Επί του προκειμένου η αξιόπιστη μαρτυρία της τράπεζας, ήτοι η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, σε συνδιασμό με τα τεκμήρια 8 και 9, δηλαδή τις επιστολές ημερομηνίας 27/06/2012 και 09/07/2012 αντίστοιχα και το σχετικό βιβλίο της τράπεζας, τεκμήριο 13, οδηγούν σε ένα μόνο αποτέλεσμα. Αυτό είναι πως η τράπεζα ταχυδρόμησε τις εν λόγω επιστολές στη διεύθυνση που αναγράφεται στο πρόσωπο κάθε μίας εξ αυτών και ουδεμία επιστράφηκε πίσω στην τράπεζα, συμπέρασμα το οποίο προκύπτει από συνδυασμένη ανάγνωση όλων των πιο πάνω. Γνωστή είναι βεβαίως η νομολογιακή αρχή που θέλει την επιστολή η οποία ταχυδρομείται και δεν επιστρέφεται ως μη παραληφθείσα, να συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι παρελήφθη από το πρόσωπο στο οποίο στάληκε (βλ. Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1895, 1907, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, 491 και Alpha Bank Cyprus Ltd v. Arena Motor Show Ltd, Πολ. Έφ. 84/09, ημερομηνίας 02/10/2015, ECLI:CY:AD:2015:A648). Πράγμα που η μαρτυρία αποκαλύπτει ότι ισχύει και εδώ. Πέραν των πιο πάνω υποδεικνύεται ότι η συμφωνία δανείου (τεκμήριο 2) θέλει κάθε ειδοποίηση που ταχυδρομείται με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που αναγράφεται στη συμφωνία, δηλαδή [ ] 5, Λαϊκή Γειτονιά, Λευκωσία, να είναι αρμόζουσα (βλ. παράγραφος 15 τεκμηρίου 2). Κατά τον ίδιο τρόπο η παράγραφος 9 της συμφωνίας εγγυήσεως (τεκμήριο 3) καθιστά αρμόζουσα την αποστολή με συνηθισμένο ταχυδρομείο. Η δε διεύθυνση που αναγράφεται στο τελευταίο έντυπο, είναι και πάλιν η ίδια, δηλαδή [ ] 5, Λαϊκή Γειτονιά, Λευκωσία. Εν κατακλείδι, αυτή είναι και η διεύθυνση που αναγράφεται επί των τεκμηρίων 8 και
  1. Με δεδομένα όλα τα πιο πάνω, καθώς ότι στην προκείμενη περίπτωση οι εναγόμενοι ουδεμία μαρτυρία προσκόμισαν που να αναιρεί ή έστω να θέτει εν αμφιβόλω τα όποια συμπεράσματα προκύπτουν από την αξιόπιστη μαρτυρία της τράπεζας ότι οι επιστολές ταχυδρομήθηκαν και δε επιστράφηκαν, αναπόφευκτο είναι πως οι υποβολές του συνηγόρου τους ότι τα τεκμήρια 8 και 9 δεν παρελήφθησαν από αυτούς, παρέμειναν μετέωρες και ανυπόστατες και ανίκανες να καταρρίψουν το τεκμήριο που γέννησε η μη επιστροφή των επιστολών. Ως εκ των ανωτέρω απορρίπτονται. Κατά συνέπεια, αποτελεί διαπίστωσή μου ότι τα τεκμήρια 8 και 9 ταχυδρομήθηκαν από την τράπεζα στη διεύθυνση των εναγομένων που αναγράφεται στη συμφωνία των διαδίκων (τεκμήρια 2 και 3) και δεν επιστράφηκαν στην τράπεζα, γεγονός το οποίο δικαιολογεί συμπέρασμα πως˙ αφενός ότι ταχυδρομήθηκαν στην ορθή διεύθυνση και αφετέρου ότι παρελήφθησαν από το σύνολο των εναγομένων. Πρόσθετη διαπίστωσή μου, προκύπτουσα από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8, είναι ότι η εν λόγω επιστολή στάληκε στους εναγομένους 1, 2 και 3την 27/06/2012 και ως εκ τούτου τότε ήταν που η τράπεζα τερμάτισε τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού. Κατ' επέκταση το δάνειο τερματίστηκε την 27/06/2012 και η τράπεζα απαίτησε το οφειλόμενο ποσό και από τους τρεις εναγομένους. Με δεδομένη πλέον την ημερομηνία τερματισμού του λογαριασμού, η οποία συμπίπτει με την παράλληλη απαίτηση της τράπεζας για εξόφληση του οφειλόμενου ποσού, σειρά παίρνει ο ισχυρισμός της υπεράσπισης περί λανθασμένης και παράνομης επιβολής τόκου υπερημερίας επί του συνόλου του ποσού και όχι απλώς επί των καθυστερημένων δόσεων. Εξ αρχής σημειώνεται αυτό που οσονούπω θα αποκαλυφθεί, δηλαδή πως η εξέλιξη της υπόθεσης καθιστά το ζήτημα θεωρητικής και μόνο σημασίας, εν τούτοις απαντάται ώστε σε τυχόν διαφορετική προσέγγιση σε δεύτερο βαθμό, να βρίσκεται ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου πρωτόδικη κρίση και γι' αυτό το ερώτημα. Επί του προκειμένου σχετικές είναι οι εξηγήσεις της ΜΕ2, που ας σημειωθεί ότι επιβεβαιώνονται και από το περιεχόμενο του τεκμηρίου
  2. Όπως η μάρτυρας εξήγησε, θέση που υιοθετείται πλήρως από το Δικαστήριο, το επιτόκιο επιβάλλετο ανά τριμηνία και ο υπολογισμός του Euribor ήτο κάθε 3ον, 6ον, 9ον και 12ον μήνα, και αυτό επειδή η συμφωνία των διαδίκων άρχισε την 31/03/
  3. Συνεπώς την ημερομηνία τερματισμού της σύμβασης (27/06/2012) το Euribor που διείπε τη συμφωνία ήταν αυτό που προέκυψε το προηγηθέν τρίμηνο, δηλαδή τον Μάρτιο του
  4. Όπως δε προκύπτει από τις εξηγήσεις της ΜΕ2, το επιτόκιο που λαμβάνεται υπόψη είναι αυτό που προηγείται της δημοσίευσης κατά δύο εργάσιμες ημέρες, καθ' ότι η αξία ανακτάται με καθυστέρηση δύο ημερών από τη δημοσίευση. Στην προκείμενη περίπτωση τούτη η ημερομηνία είναι η 28/03/2012 και τούτο το ποσοστό ανέρχετο σε 0,787%. Αν αυτό προστεθεί στο 5,4%, που τότε ήταν το περιθώριο βάσει της τροποποιητικής συμφωνίας, τεκμήριο 5, διαπιστώνεται ότι το επιτόκιο που αναφέρεται στο τεκμήριο 11 (8,18700%) στην ημερομηνία 27/06/2012, οφείλεται στο πρόσθετο 2%, δηλαδή το επιτόκιο υπερημερίας, όπως ακριβώς εξήγησε η ΜΕ
  5. Είναι συνεπώς η διαπίστωσή μου ότι οι προηγούμενες ημερομηνίες του τεκμηρίου 11, δηλαδή από την αρχή μέχρι και την 26/06/2012, ελέγχονται και δεν εμπεριέχουν επιτόκιο υπερημερίας, ενώ οι χρεώσεις που έπονται εμπεριέχουν τέτοιο. Πρόσθετη διαπίστωσή μου, η οποία προκύπτει από την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΕ2, είναι πως το επιτόκιο του λογαριασμού, το οποίο ήταν κυμαινόμενο, προκύπτει από το εκάστοτε Euribor, δηλαδή ως αναφέρεται στο τεκμήριο 12, πλέον το συμφωνηθέν επιτόκιο, το οποίο βάσει του τεκμηρίου 2 αρχικά ανέρχετο σε 2,15% και ακολούθως αυξήθηκε με τη συμφωνία τεκμήριο 5, στο 5,40%. Μάλιστα εφαρμογή των τιμών που αναφέρονται στο τεκμήριο 12, με προσθήκη του κατάλληλου περιθωρίου, δηλαδή ενός εκ των δύο που αναφέρονται στα τεκμήρια 2 και 5, κατά τον τρόπο που εξήγησε η ΜΕ2, προκύπτουν τα εκάστοτε επιτόκια που αναφέρονται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, δηλαδή το τεκμήριο
  6. Εν όψει τούτου αποτελεί διαπίστωσή μου ότι το τεκμήριο 11 αναγράφει τις αρμόζουσες και ορθές τιμές επιτοκίου. Τα ανωτέρω απαντούν το επιχείρημα της υπεράσπισης, ότι η τράπεζα δεν δικογράφησε τη δημοσίευση της αύξησης του επιτοκίου στον ημερήσιο τύπο. Δεν είναι αυτή η θέση της τράπεζας. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν ήταν θέση της τράπεζας πως αύξησε μονομερώς το περιθώριο. Για το σύνολο της περιόδου του λογαριασμού το περιθώριο ήταν το συμβατικό. Εν προκειμένω μέχρι και την 12/01/2010 ήταν αυτό που αναφέρεται στο τεκμήριο 2 (2,15%), ενώ από την 13/01/2010, ότε και τα μέρη συμφώνησαν σε τροποποίηση της αρχικής τους συμφωνίας και υπόγραψαν το τεκμήριο 5, το περιθώριο ανήλθε σε 5,40%. Τα δύο αυτά περιθώρια δεν έτυχαν αύξησης, ώστε να χρειάζεται να δημοσιευτεί τέτοια στον ημερήσιο τύπο. Αυτό διαπιστώνεται από το επιτόκιο της ημερομηνίας 31/10/2020 που εξήγησε η ΜΕ
  7. Συνίσταται, ανέφερε, στο Euribor που φαίνεται στο τεκμήριο 12 στην ημερομηνία 28/09/2020, δηλαδή αρνητικό (-) 0,493%, το περιθώριο 5,40% και το επιτόκιο υπερημερίας 2%. Σύνολο 6,907%, όπως αναγράφεται στο τεκμήριο
  8. Η σχετική θέση της ΜΕ2 υιοθετείται στην ολότητά της και κατά τον τρόπο που η ίδια εξήγησε στο Δικαστήριο, ελέγχθηκε το σύνολο των επιτοκίων και επιβεβαιώνει τη μαρτυρία της. Συνεπώς αποδεικνύεται ότι ουδέποτε αυξήθηκε μονομερώς το συμβατικό περιθώριο του επιτοκίου, διαπίστωση η οποία οδηγεί την αντίθετη θέση της υπεράσπισης σε απόρριψη. Επανέρχομαι όμως στο επιτόκιο υπερημερίας. Το κρίσιμο ερώτημα έχει ως εξής˙ είναι λάθος ή αντισυμβατικό ότι στην προκείμενη περίπτωση το επιτόκιο υπερημερίας επιβλήθηκε επί του συνολικού ποσού; Εισήγηση της υπεράσπισης είναι πως τούτο θα έπρεπε να επιβάλλεται μόνο στις καθυστερημένες δόσεις. Εν πρώτοις επαναλαμβάνεται ότι η εν λόγω διερεύνηση τελεί πάντα υπό την αίρεση πως η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας είναι νόμιμη, κάτι που εξετάζεται αμέσως πιο κάτω. Με αυτή την επιφύλαξη παρατηρώ ότι η εισήγηση της υπεράσπισης αγνοεί το εξής βασικό και καθοριστικό στοιχείο. Τόσο η συμφωνία τεκμήριο 2 όσο και η συμφωνία τεκμήριο 4, διελάμβαναν πως το οφειλόμενο ποσό θα καταβάλλετο σε μια δόση. Στην πρώτη περίπτωση τούτη η ημερομηνία ήταν η 30/09/2009, ενώ στη δεύτερη περίπτωση ήταν η 30/03/
  9. Συνεπώς μετά από την τελευταία ημερομηνία και εν πάση περιπτώσει μετά την 27/06/2012 που ο λογαριασμός τερματίστηκε και απαιτήθηκε το οφειλόμενο ποσό λόγω μη εξόφλησης, καθυστερημένο και ως εκ τούτου υπερήμερο ήταν το σύνολο του ποσού που δεν καταβλήθηκε εφάπαξ, δηλαδή το σύνολο του δανείου, εξού και η επιβολή του τόκου υπερημερίας δικαιολογημένα διενεργήθηκε επί του όλου. Συνακόλουθα η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης είναι αβάσιμη και ως τέτοια απορρίπτεται. Ας δούμε τώρα την ουσία του πράγματος η οποία είναι ριζωμένη στο εξής ερώτημα˙ είναι νόμιμη και επιτρεπτή η επιβολή τόκου υπερημερίας επί του οφειλόμενου ποσού και αν ναι μέχρι ποιο ποσοστό; Επ' αυτού η θέση της υπεράσπισης είναι πως η τράπεζα δεν δικαιούται οιονδήποτε τόκο υπερημερίας. Το ζήτημα δεν είναι απαλλαγμένο νομοθετικής ρύθμισης. Εν προκειμένω σχετικές είναι οι διατάξεις του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν.160(Ι)/99 ως έχει τροποποιηθεί, τις οποίες επικαλέστηκαν και οι δύο πλευρές. Σχετική διάταξη είναι εκείνη του άρθρου 3(1β), το οποίο με τη σημερινή του μορφή εισήχθη στο νόμο με τον τροποποιητικό Ν.66(Ι)/
  10. Ποια η σημασία του άρθρου αυτού στο νομικό στερέωμα και ο αντίκτυπος που έχει στην επίδικη σύμβαση, προκύπτει από το ακόλουθο απόσπασμα του Χαραλάμπους Π.Ε.Δ στην αγωγή Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Σιαμπτάνη, υπ' αριθμό 10027/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και ημερομηνίας 22/05/2020, το οποίο με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο και ως εκ τούτου υιοθετείται. Αναφέρθηκε εκεί ότι: «(1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή.» Πέραν της δυσκολονόητης έως ακατανόητης αναφοράς σε μαχητό τεκμήριο για το ίδρυμα με τον τρόπο που είναι διατυπωμένο το εδάφιο είναι πιθανόν να θεωρηθεί εκ πρώτης όψεως πως με τον όρο «αυξημένος τόκος» εννοείται τόκος πέραν του 2% αλλά η προσεκτικότερη μελέτη καταδεικνύει πως δεν ήταν αυτός ο σκοπός του Νομοθέτη, ούτε και το νόημα του άρθρου. Αυτό επιβεβαιώνεται πρώτον εξ αντιδιαστολής από το ότι υπήρχε τέτοια επεξήγηση στον προηγούμενο τροποποιητικό Ν.141
(1)/14 («. αυξημένου τόκου από την υπερημερία . ο οποίος υπερβαίνει το ποσό που αντιστοιχεί στις δύο εκατοστιαίες μονάδες .»), η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στον μεταγενέστερο Ν.66
(1)/15 και δεύτερον από την επιφύλαξη του υφιστάμενου εδ.(1β) ως πιο πάνω. Έχω την άποψη πως οι δύο φράσεις «αυξημένου τόκου από την υπερημερία» και πιο κάτω «ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας» δεν μπορούν να ερμηνευτούν ως να σημαίνουν τον τόκο υπερημερίας ο οποίος υπερβαίνει το 2%. Αυτό επιβεβαιώνεται τελειωτικά από την επιφύλαξη του εδ.(1β) η οποία και πάλι αναφέρει γενικά πως «πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις» (στην περίπτωση που δεν αποδειχθεί ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά του πιστωτικού ιδρύματος).» Κατάληξη του ευπαιδεύτου Προέδρου ήταν ότι: «Έχει τη σημασία του πως η πρόνοια αυτή εφαρμόζεται μόνο για τις συμβάσεις που ήταν σε ισχύει ή τερματίστηκαν πριν από τον Ν.66
(1)/15 και όχι για τις μεταγενέστερες (νέες) συμβάσεις, καθότι απαγορεύοντας με το εδ.(1α) την επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2% ο Νομοθέτης δεν απαίτησε την απόδειξη ότι τέτοιο επιτόκιο σε νέες συμβάσεις αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά. Κάτι τέτοιο όμως απαιτείται ρητώς για τις παλαιές συμβάσεις οποτεδήποτε επιβλήθηκε αυξημένος τόκος από την υπερημερία και ανεξαρτήτως ποσοστού. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία τείνει να παράσχει έστω κάποια ένδειξη και πολύ περισσότερο να αποδείξει ότι ο επιβληθείς ή έστω ο διεκδικούμενος τόκος «αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της Ενάγουσας». Κατά συνέπειαν η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση για το οφειλόμενο κεφάλαιο στις 24.8.10 με τόκο 5% και όχι με τον αυξημένο τόκο που επέβαλε λόγω της υπερημερίας.» Τα πιο πάνω με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο. Κρίνω όμως σκόπιμο να προσθέσω και τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ 1491, 1499, επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, στην οποία επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας ύψους 3%. Καίτοι βάσει αποτελέσματος θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η επιβολή τόκου υπερημερίας είναι νόμιμη και εύλογη, υποδεικνύεται πως σε εκείνη την περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση είχε εκδοθεί την 08/11/2009, δηλαδή πολύ πριν τη θέσπιση των δύο τροποποιητικών νομοθεσιών (Ν.141(Ι)/2014 και Ν.66(Ι)/2015) και συνεπώς αντιληπτό είναι πως δεν τύγχανε εφαρμογής αυτό που σήμερα απασχολεί, εξού και δεν συζητήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αυτό συνάγεται, έστω εμμέσως, από τα λεχθέντα στις υποθέσεις Arredos Style Furnishing Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. Ε119/2014, ημερομηνίας 15/11/2019 και Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. 386/10 ημερομηνίας 15/11/2016, ECLI:CY:AD:2016:A522. Στην τελευταία εκ των δύο υποδείχθηκε ότι: «Οι τροποποιήσεις αυτές στο βασικό Νόμο δεν έχουν οποιαδήποτε επίπτωση στα γεγονότα της πρωτόδικης αγωγής, η οποία είχε καταχωρηθεί το 2006, με απόφαση που εκδόθηκε στις 12.11.2010, πριν δηλαδή τις τροποποιήσεις. Θα τύχουν αναφοράς στο βαθμό που είναι αναγκαίο ως προς τον καθορισμό της αναδρομικότητας του Νόμου.» Πέραν των πιο πάνω στην υπόθεση Ξιούρουππας το Ανώτατο Δικαστήριο διερεύνησε το κατά πόσο ο Ν.141(Ι)/2014 τυγχάνει αναδρομικής εφαρμογής. Κατέληξε συναφώς ότι: «Ως ουσιαστικής, λοιπόν υφής και χωρίς ρητή και συγκεκριμένη πρόνοια, ο Νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εφόσον δεν αφορά σε δικονομικές πρόνοιες, (Χριστοφίδης ν. Παττίχης
(2002)1 Α.Α.Δ. 245). Δεν επηρεάζει συνεπώς δικαιώματα προνόμια υποχρεώσεις ή ευθύνες που εξασφαλίστηκαν ή προέκυψαν δυνάμει του Νόμου αρ. 26/77 που καταργήθηκε με το νέο Νόμο. Σύμφωνα με τις αποφάσεις Datamedia AE v. KSN (Business Aids) Ltd
(1990)1 C.L.R. 13 και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας,
(2002)3 Α.Α.Δ. 296, αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται ούτε υφίσταται εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο. Το ίδιο προνοεί και ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1. Είναι λοιπόν σαφές ότι ο Νόμος δεν είχε οποιαδήποτε αναδρομική ισχύ σε προηγηθείεσες συμβάσεις. Αυτό καθίσταται φανερό και από το γεγονός ότι με την τροποποίηση που επήλθε με το Νόμο αρ. 141(Ι)/14, καθορίστηκε (έστω εκ των υστέρων), με το άρθρο 2Α ο σκοπός αυτού, που είναι η προστασία των δικαιωμάτων των οφειλετών πιστωτικών ιδρυμάτων με απαγόρευση πρόσθετης επιβάρυνσης μετά από μονομερή άσκηση από πιστωτικό ίδρυμα τυχόν συμβατικού δικαιώματος που προκύπτει από ρήτρα αύξησης περιθωρίου. Με το άρθρο 2Β, καθορίστηκε το πεδίο εφαρμογής του Νόμου για να ισχύει σε όλες τις συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων κατά την ημερομηνία έναρξης του τροποποιητικού Νόμου, καθώς και για όλες τις νέες συμβάσεις μετά την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Νόμου που ήταν η 9.9.2014, ημερομηνία δημοσίευσης. Έτσι στο βαθμό που ο νομοθέτης ήθελε να καλύψει προηγηθείσες συμβάσεις και να διαφοροποιήσει ενδεχομένως την υφιστάμενη νομολογία, το έπραξε για όλες τις συμφωνίες μετά τις 9.9.2014 ή σε αυτές που βρίσκονταν ακόμη σε ισχύ έστω και αν είχαν συνομολογηθεί προηγουμένως. Συνεπώς δεν εφαρμόζεται η τροποποίηση στα επίδικα γεγονότα εφόσον οι προαναφερθείσες συμφωνίες τερματίστηκαν με σχετικές ειδοποιήσεις της τράπεζας στις 2.4.2003.» Το πιο πάνω δεν παρατίθενται άνευ αποχρώντος λόγου και αυτό γιατί σηματοδοτούν και προδιαγράφουν εκείνο που χρειάζεται να εξεταστεί εδώ σε σχέση με τον έτερο τροποποιητικό νόμο, δηλαδή το Ν.66(Ι)/2015. Η εξέταση αναδεικνύει μια ιδιαίτερη και σοβαρή πτυχή του θέματος, δηλαδή ότι ο τροποποιητικός νόμος που ακολούθησε, ήτοι ο Ν.66(Ι)/2015, σκοπούσε ακριβώς στο να προσδώσει στα εκεί αναφερόμενα αναδρομική ισχύ, ώστε να «καλύψει προηγηθείσες συμβάσεις» κατά το λόγο της υπόθεσης Ξιούρουππας και αυτό γιατί σκοπός της θέσπισης και των δύο τροποποιητικών νομοθεσιών ήταν η προστασία των οφειλετών από πρόσθετη επιβάρυνση ένεκα μονομερούς αυξήσεως περιθωρίου, πράγμα όμως που επιβεβαιωμένα δεν κατόρθωσε να επιτύχει η προηγηθείσα τροποποίηση. Ο Ν.66(Ι)/2015 από την άλλη, ρητά αναφέρει ότι αφορά κάθε σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης που «ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν την ημερομηνία έναρξης» του νόμου, δηλαδή του νόμου του 2015. Συνεπώς το γεγονός ότι καλύπτει και συμβάσεις που έχουν τερματιστεί δηλώνεται ρητώς και απεριφράστως στο άρθρο 3(1β), γλώσσα η οποία διατυμπανίζει με γλαφυρότητα την αναδρομική ισχύ τούτου. Εν ολίγοις, το λεκτικό του Ν.66(Ι)/2015 είναι προφανές ότι σκοπούσε στο να επιφέρει αυτό που δεν κατόρθωσε να επιφέρει ο προηγούμενος τροποποιητικός νόμος (Ν.141(Ι)/2014), όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Ξιούρουππας. Σήμερα με τρόπο σαφή και ξεκάθαρο τόσο το άρθρο 3(1β), όσο και το άρθρο 2Β(γ) του Ν.160(Ι)/1999, αναδεικνύουν τούτη την αναδρομική ισχύ. Παρεμβάλλεται περαιτέρω ότι ουδεμία απόκλιση διαπιστώνω μεταξύ των διαλαμβανομένων στα άρθρα 2Β(γ) και 3(1β) του Ν.160(Ι)/1999. Αν όμως ήθελε κριθεί ότι υφίσταται διάσταση στο σκοπό που έκαστο εξ αυτών εξυπηρετεί, προχωρώ λέγοντας ότι και αυτή είναι και η κατάληξή μου, πως το ζήτημα που εδώ εξετάζεται διέπεται ευθέως από το τελευταίο άρθρο [3(1β)], εφόσον άπτεται αυτών τούτων των παλαιών συμβάσεων κατά τρόπο ευρύτερο του προηγηθέντος άρθρου και αυτό είναι το καθοριστικό στοιχείο στην όλη διερεύνηση, καθ' ότι αναδεικνύει και ως εκ τούτου καθιστά την εν λόγω διάταξη ως ειδική και καθοριστική. Εν προκειμένω υποστήριξη αντλείται από το ακόλουθο απόσπασμα στους Halsbury's Laws of England, 3rd edition, vol 36, κάτω από τον τίτλο «Statute to be construed as a whole»: «For the purposes of construction, the context (
  1. s)of words which are to be construed includes not only the particular phrase (
  2. t)or section in which they occur, but also the other parts of statute (u). Thus a statute should be construed as a whole so as, so far as possible, to avoid any inconsistency or repugnancy either within the section to be construed or as between that section and other parts of the statute (a). The literal meaning of a particular section may in this way be extended (
  3. b)or restricted (
  4. c)by reference to other sections and to the general purview of the statute (d). Where the meaning of sweeping general word is in dispute, and it is found that similar expressions in other parts of the statute have all to be subjected to a particular limitation or qualification, it is a strong argument for subjecting the expression in dispute to the same limitation or qualification (e). It is sometimes said that where there is an irreconcilable inconsistency between two provisions in the same statute, the later prevails (f), but this is doubtful (g), and the better view appears to be that the courts must determine which is the leading provisions and which the subordinate provision, and which must give way to the other (h).» Στη δεδομένη περίπτωση η ειδική και καθοριστική διάταξη είναι το άρθρο 3(1β) και τα εκεί αναφερόμενα καθορίζουν την ερμηνεία που αρμόζει να αποδοθεί και στο άρθρο 2Β(γ). Και όλα αυτά αν ήθελε κριθεί πως ο σκοπός των δύο άρθρων διαφέρει, πράγμα που κατά την ταπεινή μου γνώμη δεν ισχύει, εφόσον τα δύο άρθρα φανερώνουν την περί ης ο λόγος αναδρομική ισχύ τούτων. Εν όψει όλων των ανωτέρω καταλήγω ακριβώς όπως και ο Χαραλάμπους Π.Ε.Δ, ότι η νομοθεσία, εν προκειμένω ο Ν.66(Ι)/2015, δεν επιτρέπει την επιβολή επιτοκίου υπερημερίας, εκτός αν η τράπεζα καταφέρει να αποδείξει ότι τέτοια αξίωση, όχι όμως πέραν του 2%, συνιστά ειδική ζημιά που υπέστη. Στη δεδομένη περίπτωση ορθή είναι η θέση της υπεράσπισης ότι η τράπεζα δεν προσκόμισε τέτοια μαρτυρία και ως εκ τούτου κατάληξή μου είναι ότι δεν απέδειξε ότι υπέστη αντίστοιχη ειδική ζημία και συνεπώς δεν δικαιούται σε επιτόκιο υπερημερίας. Η σημασία της πάρα πάνω διαπίστωσης φέρνει εκ νέου στο προσκήνιο τον λογαριασμό της εναγομένης 1. Καίτοι οι ΜΕ1 και ΜΕ2 έχουν κριθεί αξιόπιστοι και περιπλέον δέχομαι ότι στο τεκμήριο 11 καταγράφονται οι ορθές χρεώσεις, δηλαδή άνευ παράτυπων χρεώσεων και ανατοκισμών, εντούτοις κατάληξή μου είναι πως το υπόλοιπο που εκεί αναφέρεται είναι λανθασμένο, εφόσον από την 27/06/2012 περιλαμβάνει χρέωση επιτοκίου υπερημερίας ύψους 2%, που ως έχει διαπιστωθεί δεν δικαιολογείται βάσει του Ν.66(Ι)/2015. Προτού ολοκληρώσω με την διερεύνηση παρατηρώ πως εισήγηση είναι της υπεράσπισης ότι η τράπεζα δεν δικαιολογείται να αξιώνει επιτόκιο ύψους 6,90700% το οποίο προκύπτει ως κυμαινόμενο επιτόκιο (Euribor και περιθώριο) ημερομηνίας 01/11/2020. Ομολογώ ότι και αυτή η θέση της υπεράσπισης με βρίσκει σύμφωνο. Όπως εξηγείται στην υπόθεση Evelthon Developments Ltd κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1Γ Α.Α.Δ 2486, 2494: «Οι υποχρεώσεις των εναγομένων και τα δικαιώματα των εναγόντων αποκρυσταλλώθηκαν βρίσκω στις 6.10.00 με τη συστημένη επιστολή τερματισμού προς τους εναγόμενους Τεκμ. 13 με την οποία καλούνταν μέσα σε επτά ημέρες να εξοφλήσουν το υπόλοιπο του λογαριασμού που ανερχόταν την ημέρα εκείνη σε ΛΚ236,048 έντοκα προς 9%.» Κατάληξή μου είναι πως καθοριστική ημερομηνία είναι εκείνη του τερματισμού της συμφωνίας των διαδίκων, εν προκειμένω η 27/06/
  1. Εφόσον αυτός ο τερματισμός είναι που αποκρυστάλλωσε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων και περιπλέον, όπως έχει ήδη υποδειχθεί η τράπεζα δεν δικαιούται σε επιτόκιο υπερημερίας, καταλήγω ότι˙ αφενός το ποσό που η τράπεζα δικαιούται είναι αυτό που οφείλετο κατά την ημερομηνία τερματισμού, δηλαδή ως φαίνεται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 11) ποσό €273.674,30, πλέον το επιτόκιο που ίσχυε κατά τον τερματισμό, δηλαδή 6,1870%, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται επιτόκιο υπερημερίας, με κεφαλαιοποίηση κάθε 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. Βεβαίως αυτό το ποσό θα πρέπει να μειωθεί με το ισόποσο του ποσού που λήφθηκε από την εκποίηση της υποθήκης και το οποίο κατατέθηκε στο λογαριασμό της εναγομένης 1 την 18/11/2019, δηλαδή το καθαρό ποσό των €223.
  2. Παρ' ότι έχει κριθεί πως η υπεράσπιση δεν δικαιολογείται να υποστηρίζει οτιδήποτε το οποίο δεν έχει δικογραφήσει, παρεμβάλλεται εδώ πως η εξέλιξη της υπόθεσης καταδεικνύει ότι πέραν του επιτοκίου υπερημερίας ο λογαριασμός της τράπεζας, τεκμήριο 11, δεν φανερώνει οτιδήποτε το μεμπτό. Αντιθέτως μετέωρες, ανυποστήριχτες και τελικώς αναπόδειχτες, παρέμειναν οι αιτιάσεις της υπεράσπισης. Για την τράπεζα ισχύει στη δεδομένη περίπτωση η ευκλείδειος ρήση «όπερ έδει δείξαι». Παρ' όλα ταύτα, έστω εν συντομία παρατηρώ πως η άλλη εισήγηση της υπεράσπισης, εν προκειμένω ότι η συμφωνία περιέχει καταχρηστικές ρήτρες, δεν εξυπηρετεί τους εναγόμενους. Όπως ρητά αναφέρεται στο άρθρο 2 του Ν.93(Ι)/1996, εφαρμογής τυγχάνει σε καταναλωτικές συμβάσεις. Τέτοιες είναι οι συμβάσεις μεταξύ φυσικών προσώπων. Εδώ όμως το δάνειο, δηλαδή η συμφωνία τεκμήριο 2, είναι την εναγομένη 1 που αφορά, η οποία είναι εταιρεία και όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Arredos Style Furnishings Ltd, ανωτέρω: «Σε κάθε όμως περίπτωση οι Νόμοι που προστατεύουν τον καταναλωτή, που ορίζεται ως κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο κατά την κατάρτιση της υπό εξέταση σύμβασης ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του, δεν θα είχαν εφαρμογή στα περιστατικά της υπόθεσης, αφού το επίδικο δάνειο είχε παραχωρηθεί για να μπορέσει η Εταιρεία να αναπτυχθεί και δραστηριοποιηθεί.» Ανάλογα ισχύουν και στην υπό κρίση περίπτωση. Με δεδομένο ότι το επίδικο δάνειο χορηγήθηκε σε εταιρεία, δεν μπορεί να γίνεται επίκληση του Ν.93(Ι)/1996) του οποίου οι διατάξεις σκοπούν σε προστασία του καταναλωτή, ορισμός που ο νόμος θέλει να αποδίδεται σε φυσικό πρόσωπο. Κατά τα λοιπά, η επικέντρωση της υπεράσπισης αφορούσε τη ρήτρα του επιτοκίου υπερημερίας. Αυτή είναι που η υπεράσπιση υπέδειξε με την αγόρευση της ως καταχρηστική. Η προηγηθείσα όμως κατάληξη του Δικαστηρίου που θέλει το επιτόκιο υπερημερίας να μην είναι επιτρεπτό βάσει του Ν.160(Ι)/1999, καθιστά τη σχετική θέση άνευ αντικειμένου. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω καταλήγω ότι η τράπεζα πέτυχε να αποδείξει την αξίωσή της. Ως εκ τούτου υπέρ της τράπεζας και εις βάρος των εναγομένων 1, 2 και 3, κεχωρισμένως και/ή αλληλεγγύως, εκδίδεται απόφαση για το ποσό των €273.674,30 με επιτόκιο 6,1870% από την 27/06/2012, δηλαδή τον τερματισμό, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, ήτοι κάθε 30/06 και 31/
  3. Κατά τoν υπολογισμό του ανωτέρω ποσού, αφαιρετέο είναι το ποσό των €223.238 που πιστώθηκε στο λογαριασμό της εναγομένης 1 την 18/11/2019 μετά από εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Τέλος, υπέρ της τράπεζας και εις βάρος των εναγομένων 1, 2, και 3 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, επιδικάζονται και τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ( Υπ.)......................................... Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.