← Κύπρος

Πολυβίου κ.α. ν. Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2702/13, 30/3/2021

Πολυβίου κ.α. ν. Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2702/13, 30/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A140 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 2702/13 Μεταξύ:

  1. [ ] Πολυβίου
  2. [ ] Γ. Πολυβίου
  3. [ ] Πολυβίου Ενάγοντες -και-
  4. M.C.N.V GEORGIOU TRADING CO. LTD
  5. [ ] Γεωργίου
  6. [ ] Γεωργίου
  7. [ ] Ν. Γεωργίου Εναγόμενοι 30 Μαρτίου 2021 Για τους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση: κα Α. Κορακίδου κα Ξ. Μακρίδου Για τους εναγόμενους/αιτητές: κος Π. Κλεοβούλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης είναι η τροποποίηση της υπεράσπισης των εναγομένων. Οι ιδιαίτερες αλλαγές που η υπεράσπιση επιθυμεί να διενεργηθούν στο εν λόγω δικόγραφο, παρατίθενται οσονούπω. Για την ώρα δυο λόγια αρμόζει να ειπωθούν για τις δικανικές αρχές που διέπουν το αίτημα. Όπως έχει νομολογηθεί η τροποποίηση των δικογράφων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και επιτρέπεται σε οποιοδήποτε στάδιο, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τη δικαιολογούν (βλ. Kyriakos Andreou Arsiotis Developments & Construction Limited κ.α. ν. Highway Gardens City Ltd, Πολ. Έφ. 106/12, ημερ. 18/04/2018). Παράγων ο οποίος καθορίζει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η εξυπηρέτηση του συμφέροντος της δικαιοσύνης. Περιπλέον, με δεδομένο ότι οι παράγοντες που εξυπηρετούν το συμφέρον της δικαιοσύνης ποικίλλουν και διαφέρουν ανά περίπτωση, δεν κρίνεται πρόσφορο να αναζητηθούν και να σχολιαστούν in abstracto (βλ. D.J. Karapatakis & Sons Ltd v. Δήμου Στροβόλου, Πολ. Έφ. 135/11, ημερ. 13/06/2013 και Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι κ.α

(2012)1Α Α.Α.Δ 817). Στο τέλος της ημέρας εκείνο που έχει σημασία είναι το κατά πόσο τα γεγονότα που περιβάλλουν το αίτημα φανερώνουν ότι βρίσκεται σε αρμονία με τις αρχές της νομολογίας και εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Περιττό να σημειωθεί ότι η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου ανταποκρίνεται βεβαίως στις διατάξεις της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως είχε πριν την τροποποίηση του 2014. Με δεδομένο ότι τούτη η διάταξη αναφέρεται στη νομική βάση της αίτησης, καθίσταται σαφές ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για νόμω αβάσιμη αίτηση και ως εκ τούτου αυτή η πτυχή της ένστασης απορρίπτεται. Πέραν των ανωτέρω βασική προϋπόθεση δια την έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση είναι η σχετικότητα ή καλύτερα η αναγκαιότητα της τροποποίησης, προκύπτουσα από συνδυασμένη ανάγνωση του δικογράφου με την αίτηση (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1, Α.Α.Δ. 704, 707). Κατά συνέπεια αντιληπτό είναι ότι η διερεύνηση της αίτησης θέλει το Δικαστήριο να ανατρέχει στο δικόγραφο που επιζητείται να τροποποιηθεί, ώστε να διαπιστωθεί η αναγκαιότητα ή μη του αιτήματος. Έχουμε και λέμε˙ βάσει των ισχυρισμών στην έκθεση απαιτήσεως οι ενάγοντες δάνεισαν στους εναγόμενους διάφορα ποσά. Συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι οι ενάγοντες 1 και 3 δάνεισαν τους εναγόμενους σε δύο διαφορετικές περιόδους. Η πρώτη ήταν το 2010 και το ποσό που τους δάνεισαν ανέρχετο σε €110.
  1. Η δεύτερη περίοδος ήταν μεταξύ 26/06/2012 και 08/08/2013 και το ποσό ανέρχετο πέριξ των €60.000 (στην έκθεση απαιτήσεως εξειδικεύεται με ακρίβεια ποια και πότε ήταν η τμηματική καταβολή του ακριβούς ποσού). Από την άλλη υποστηρίζεται ότι ο ενάγων 2 δάνεισε τους εναγομένους περί τον Ιούνιο του 2013 με το ποσό των €22.
  2. Για μεν τον ενάγοντα 2 παραμένει υπόλοιπο €14.100, για δε τους ενάγοντες 1 και 3 παραμένει συνολικό υπόλοιπο €117.
  3. Σημειώνεται εν τούτοις πως η ουσία του επίδικου αιτήματος τροποποίησης δεν έχει να κάνει με κάθε έκφανση της αξίωσης, αλλά περιορίζεται στον πρώτο δανεισμό των εναγόντων 1 και 3, δηλαδή αυτόν που τοποθετείται χρονικά την περίοδο 2010 και αφορά το ποσό των €110.
  4. Περί αυτού είναι η θέση των εναγόντων πως οι εναγόμενες 3 και 4 είχαν εκδώσει δύο επιταγές της Ελληνικής Τράπεζας. Η πρώτη έφερε τον αριθμό [ ] και ήταν για ποσό €71.000 και ημερομηνίας 14/08/2009 και η άλλη έφερε τον αριθμό [ ] και ήταν για ποσό €48.000 και ημερομηνίας 16/06/
  5. Σκοπός της έκδοσης τούτων ήταν η αγορά καυσίμων, εντούτοις δεν μπορούσαν να τιμηθούν (βλ. παράγραφο 14 της έκθεσης απαιτήσεως). Σύμφωνα με τους ενάγοντες, είναι σε αυτό το πλαίσιο που ο εναγόμενος 2, πεθερός του υιού τους [ ] και πατέρας της νύμφης τους εναγομένης 4, παρακάλεσε τον ενάγοντα 1 να τους βοηθήσει να τιμήσουν τις επιταγές. Βάσει των δικογράφων παραδεχτό είναι πως ο [ ], υιός των εναγόντων 1 και 3, επιθυμούσε να καταστεί μέτοχος στην εταιρεία Fedonas Kyriakou & Sons Ltd που πωλούσε χονδρικώς καύσιμα (βλ. παράγραφο 9 της έκθεσης απαιτήσεως). Είναι ο δικογραφημένος ισχυρισμός των εναγόντων ότι για να μπορέσει ο υιός τους να καταστεί μέτοχος της εταιρείας Fedonas Kyriakou & Sons Ltd, του έδωσαν το ποσό των €50.000 και περαιτέρω τον βοήθησαν να εξασφαλίσει δάνειο για το ποσό των €60.000 του οποίου τη δόση κατέβαλλαν οι ίδιοι, δηλαδή οι ενάγοντες 1 και
  6. Όταν δε ο εναγόμενος 2, δηλαδή ο συμπέθερος τούτων, τους ζήτησε οικονομική βοήθεια, συμφωνήθηκε να δώσει ο [ ], δηλαδή ο υιός τους, το ποσό των €110.000 στον [ ] Κυριάκου, όχι όμως για τον επικείμενο συνεταιρισμό αλλά για εξόφληση των δυο επιταγών, των οποίων εκδότης ήταν και η σύζυγός του, δηλαδή η εναγομένη
  7. Επ' αυτού η θέση της υπεράσπισης που ξεδιπλώνεται στο υφιστάμενο δικόγραφο, είναι πως οι εναγόμενοι, στο σύνολό τους, δεν συμβλήθηκαν με τους ενάγοντες και σε κάθε περίπτωση οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί τούτων δεν αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα (βλ. παράγραφο 5 της υπεράσπισης). Περιπλέον αρνούνται πως οι αναφερόμενες επιταγές επιστράφηκαν ακάλυπτες και ισχυρίζονται ότι την επιταγή [ ] την εξέδωσε ο [ ], δηλαδή ο υιός των εναγόντων 1 και 3, επ' ονόματι της εναγομένης 1 εταιρείας, λίγο μετά την αγορά του πρατηρίου και πολύ πριν να διαπραγματευτεί τον συνεταιρισμό του με τον [ ] Κυριάκου. Η επιταγή ακυρώθηκε αμέσως μετά την έκδοσή της (βλ. παράγραφο 6 της υπεράσπισης). Όσο για την έτερη επιταγή με αριθμό [ ], είναι η θέση της υπεράσπισης ότι και αυτή εκδόθηκε από τον [ ] προς τον [ ] Κυριάκου, την 16/06/2010 και ποτέ δεν κατατέθηκε στην τράπεζα εφόσον ο δικαιούχος της πληρώθηκε τοις μετρητοίς και επέστρεψε την επιταγή στους εναγομένους (βλ. παράγραφο 7 της υπεράσπισης). Σήμερα η υπεράσπιση επιζητεί όπως οι πάρα πάνω παραγράφοι αντικατασταθούν με τις ακόλουθες παραγράφους: «
  8. Οι Εναγόμενοι αρνούνται το περιεχόμενο των παραγράφων 8, 14 και 15 της Ε/Α, και οι Εναγόμενοι, προς υπεράσπισή τους υποβάλλουν ότι ουδέποτε ζήτησαν οικονομική βοήθεια από τους Ενάγοντες και/ή ουδέποτε έλαβαν οικονομική βοήθεια από τους Ενάγοντες και/ή ουδέποτε οι Ενάγοντες πλήρωσαν οποιοδήποτε ποσό για λογαριασμό των Εναγομένων και/ή ουδέποτε έλαβε χώραν η ισχυριζόμενη στις παραγράφους 14 και 15 της Ε/Α, συναλλαγή». «
  9. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι οι αναφερόμενες στην παράγρ. 14 της Ε/Α δύο επιταγές επεστράφησαν ακάλυπτες και υποβάλλουν ότι, η επιταγή υπ' αρ. [ ] για €71.000 εξεδόθη μεταχρονολογημένη σε διαταγή της F. KYRAIKOY ENTERPRISES LTD και οπισθογραφήθη προς τον [ ] Κυριάκου και/ή εταιρία του ως εξασφάλιση για την πληρωμή του αποθέματος του Πρατηρίου του οποίου η αξία δεν υπολογίσθηκε στο τίμημα αγοράς του Πρατηρίου και το οποίο απόθεμα, καταμετρήθηκε μετά την αγορά του Πρατηρίου και οι Εναγόμενοι κατέβαλαν την αξία του στον [ ] Κυριάκου και/ή εταιρία του και η εν λόγω επιταγή επεστράφη στους Εναγόμενους και ο [ ] Πολυβίου, εφ' έξης «ο [ ]», ο οποίος κατά τον εν λόγω χρόνο σε συνέργια με τον αδελφό του [ ] Πολυβίου, εφ' εξής «ο [ ]», επεδόθη σε σωρεία δολίων ενεργειών εις βάρος των Εναγομένων απέσπασε και την προαναφερόμενη επιταγή, χωρίς την γνώση των Εναγομένων, από το γραφείου του Πρατηρίου.» «
  10. Η επιταγή υπ' αρ. [ ] για €48.000 εξεδόθη προς τον [ ] Κυριάκου μεταχρονολογημένη, η οποία ωστόσο, πριν την ημερομηνία πληρωμής της, επεστράφη στους Εναγομένους, αφού η εν λόγω επιταγή κατόπιν συμφωνίας των Εναγομένων με τον [ ] Κυριάκου, αντικατεστάθη με ένα βυτιοφόρο το οποίο οι Εναγόμενοι, μετά από παράκληση του [ ] Κυριάκου επέστρεψαν προς αυτόν και το υπόλοιπο της επιταγής το πλήρωσαν τοις μετρητοίς και την οποία επιταγή ο [ ], απέσπασε, χωρίς την γνώση των Εναγομένων, από το γραφεί του Πρατηρίου.» Όμως το αίτημα δεν περιορίζεται μόνο στις παραγράφους 5, 6 και 7 της υπεράσπισης που πιο πάνω αναφέρονται. Πέραν τούτων ζητείται η διαγραφή της ανταξίωσης, καθώς επίσης η αντικατάσταση των φράσεων «εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 4 και 5», με το όνομα [ ] και [ ] αντίστοιχα. Είμαι της γνώμης πως σε σχέση με το σκέλος της αίτησης που αφορά την ανταξίωση, η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόντων είναι απολύτως ορθή. Αυτή η πτυχή του αιτήματος είναι άνευ αντικειμένου. Και εξηγώ˙ η υπεράσπιση καταχωρίστηκε την 21/02/
  11. Κατ' εκείνο τον χρόνο το δικόγραφο έλαβε τον χαρακτηρισμό «Υπεράσπιση και Ανταξίωση για Εναγόμενους 1, 2, 3, 4». Μάλιστα στον τίτλο τούτου του δικογράφου προστέθηκε και νέος δεύτερος τίτλος, κατά πως προνοείται στη Δ.21 κ.8, με τον οποίο οι εναγόμενοι παρουσιάζοντο ως ενάγοντες και ήγειραν η ανταξίωση κατά των εναγόντων και δυο άλλων προσώπων, του [ ] Πολυβίου (εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 4) και του [ ] Πολυβίου (εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 5). Εν τούτοις την 26/03/2014 ακολούθησε αίτηση των εναγόντων που αιτείτο τη διαγραφή της ανταξίωσης των εναγομένων στην έκταση που αφορούσε τόσο τους ενάγοντες όσο και τους δυο νέους διαδίκους, εν προκειμένω τον [ ] και τον [ ]. Την 01/12/2015 εκδόθηκε απόφαση σε σχέση με την αίτηση αυτή, με την οποία το Δικαστήριο δικαίωσε τους ενάγοντες. Ως εκ τούτου εκδόθηκε διάταγμα διαγραφής της ανταξίωσης σε σχέση με όλους τους εκεί αναφερόμενους διαδίκους, καθώς επίσης διάταγμα διαγραφής της ανταξίωσης από τον τίτλο της αγωγής. Προφανώς είναι ένεκα αυτής της ενδιάμεσης απόφασης που η απάντηση που ακολούθησε καταχωρίστηκε με τον αρχικό τίτλο της αγωγής, δηλαδή χωρίς αναφορά στην ανταξίωση και τον τίτλο που προηγουμένως προστέθηκε από τους εναγόμενους (βλ. απάντηση ημερομηνίας 05/09/2016). Ανάλογα δε ισχύουν και για κάθε επόμενη καταχώριση, φερ' ειπείν τις ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης που οι διάδικοι καταχώρισαν ή ακόμη και αυτή την επίδικη αίτηση. Με αυτό ως δεδομένο είναι αντιληπτό ότι τίποτα υφίσταται σε σχέση με την ανταξίωση, ώστε να δύναται σήμερα να τροποποιηθεί. Η επίδικη αίτηση της υπεράσπισης για διαγραφή ολόκληρου του κειμένου της ανταξίωσης (βλ. αιτητικό ΙΑ), καθώς και για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής (βλ. αιτητικά Α και Β) δεν άπτονται υπαρκτής ανταξίωσης, εφόσον αυτή διεγράφη την 01/12/2015 με τη σχετική απόφαση του Δικαστηρίου και ο τίτλος αναμορφώθηκε στη βάση εκείνης της απόφασης. Συνεπώς σήμερα δεν υφίσταται ανταξίωση που να δύναται να διαγραφεί ή τίτλος τέτοιας ανταξίωσης που να δύναται να τροποποιηθεί. Είναι γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο που καταλήγω ότι η σχετική πτυχή του αιτήματος είναι άνευ αντικειμένου και γι' αυτό απορρίπτεται. Πέραν των ανωτέρω, τα οποία αφορούν αμιγώς και αποκλειστικώς την ανταξίωση, οι αιτιάσεις της υπεράσπισης στις παραγράφους Στ μέχρι και ΙΒ της αίτησης (πλην της ΙΑ), είναι αντιληπτό ότι σκοπούν στο να εναρμονίσουν το δικόγραφο με την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 01/12/
  12. Αυτό γιατί μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης παρέμειναν στο δικόγραφο της υπεράσπισης αναφορές που παραπέμπουν σε εξ ανταξιώσεως εναγόμενο 4 και/ή 5, οι οποίες προηγουμένως εξηγούντο μόνο σε συσχετισμό με τον τίτλο της αγωγής. Με δεδομένο ότι αυτός ο τίτλος στην πορεία διεγράφη, νοείται πάντα στην έκταση που αφορά την ανταξίωση, οι αναφορές αυτές κατέστησαν ορφανές εφόσον σήμερα τίποτα δεν εξηγεί και δεν παραπέμπει σε εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο είτε 4 είτε
  13. Παρεμβάλλεται εδώ και το εξής σχετικό. Το δικόγραφο της υπεράσπισης δεν εξηγεί ποια είναι τα πρόσωπα που εκεί αναφέρονται ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι. Η μόνη απτή αναφορά σε αυτούς, δηλαδή ότι ο ένας είναι ο [ ] Πολυβίου και ο άλλος ο [ ] Πολυβίου, επιτυγχάνετο με τον τίτλο της ανταξίωσης, ο οποίος όμως μετά την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 01/12/2015 έχει διαγραφεί. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι ο συσχετισμός του [ ] Πολυβίου με τα λοιπά μέρη της διαδικασίας, εξ αρχής προέκυψε από τις παραγράφους 1 και 5 της έκθεσης απαιτήσεως, οι οποίες έγιναν παραδεχτές από τους εναγόμενους (βλ. παράγραφο 2 της υπεράσπισης). Αυτό όμως σε σχέση μόνο με τον Βαλεντίνο και όχι τον Νεόφυτο και βεβαίως πρόκειται για στοιχείο που δεν εξηγεί τη δυσνόητη, ένεκα της διαγραφής του τίτλου της ανταξίωσης, αναφορά σε εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο. Τα πιο πάνω αναφέρονται για χάρη πληρότητας της εικόνας που εκπέμπουν τα δικόγραφα και όχι για οιονδήποτε άλλο λόγο. Εν ολίγοις αυτή η δυσνόητη κατάντια των δικογράφων ένεκα των επιπτώσεων της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 01/12/2015, δεν δικαιολογεί, δίχως άλλο, την τροποποίηση τούτων σήμερα. Παρ' ότι επιθυμητό είναι να καταστούν τα δικόγραφα κατανοητά, ώστε να επιτύχουν τον σκοπό τους που δεν είναι άλλος από το να τεθούν τα επίδικα ζητήματα με ευκρίνεια, αυτό δεν νοείται να επιτευχθεί σε βάρος των λοιπών νομολογιακών αρχών. Και για ό,τι ενωρίτερα αναφέρθηκε σε σχέση με τους αναφερόμενους στην υπεράσπιση ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους, είναι πλήρως κατανοητό ότι αυτή η κατάσταση προκλήθηκε συνεπεία της διαγραφής της ανταξίωσης την 01/12/2015 και όμως έκτοτε αφέθηκε η διαδικασία να κυλήσει και μάλιστα να αρχίσει η ακροαματική διαδικασία μέχρι που ο ενάγων έκλεισε την υπόθεσή του, άνευ οιασδήποτε τροποποίησης. Συνεπώς αυτή και μόνο η πτυχή του αιτήματος, δηλαδή ορώμενη ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα αιτητικά, δεν είναι ικανή από μόνη της να οδηγήσει σε έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση της υπεράσπισης. Αν επιθυμείτο τέτοια, το σχετικό αίτημα θα έπρεπε να είχε υποβληθεί προ πολλού και σίγουρα όχι εν τω μέσω της ακροαματικής διαδικασίας. Παραμένω μέχρι εδώ, εφόσον όπως έχω ήδη αναφέρει η τύχη αυτής της πτυχής του αιτήματος εξαρτάται από την ουσία τούτου, που δεν είναι άλλη από την πτυχή της αίτησης σε σχέση με τις παραγράφους 5 έως 8 της υπεράσπισης. Στρέφομαι λοιπόν σε αυτό που αντιλαμβάνομαι ότι συνιστά την πραγματική διαφορά των διαδίκων, δηλαδή οι παράγραφοι 5, 6 και 7 της υπεράσπισης. Περιττό να ειπωθεί πως καθ' όλη τη διάρκεια της διεργασίας είχα κατά νου παν όσα με επιμέλεια υπεδείχθησαν από τους ευπαιδεύτους συνηγόρους και βεβαίως την ένορκη δήλωση του ομνύοντος τόσο στην αίτηση όσο και την ένσταση. Αν τα πιο πάνω δεν επαναλαμβάνονται είναι καθαρά για λόγους οικονομίας και όχι γιατί αγνοήθηκαν. Τα όποια πραγματικά συμπεράσματα δεν μπορεί παρά να εκπηγάζουν από το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του Δικαστηρίου και βεβαίως από αντιπαραβολή των ενόρκων δηλώσεων των μερών. Σε σχέση με αυτό το τελευταίο σημειώνεται πως ουδείς εκ των ομνύοντων έτυχε αντεξέτασης και περιπλέον, δεν ζητήθηκε απαντητική ένορκη δήλωση. Τώρα, ο φάκελος ενώπιον του Δικαστηρίου, πηγή αλίευσης γεγονότων (βλ. Εύζωνος ν. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. 284/11, ημερ. 15/09/2016, ECLI:CY:AD:2016:A430 και Lord Jeans Ltd v. Orbit Kazoulis Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ 808, 814) επιβεβαιώνει πλείστες τόσες θέσεις του ενάγοντα 1 αναφορικά με το καθυστερημένο του αιτήματος. Εν προκειμένω ο εναγόμενος 2, ομνύων της επίδικης αίτησης, την 26/03/2014 ορκίστηκε την ένσταση για διαγραφή της ανταπαίτησης και όπως ο ίδιος δήλωσε υιοθέτησε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης αυτολεξεί και τους επανέλαβε στην ένστασή του. Είναι λοιπόν γεγονός πως σε εκείνο, τουλάχιστον, το στάδιο, ο εναγόμενος 2 πληροφορήθηκε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης και κατόπιν τους υιοθέτησε ως ορθούς. Αυτό και μόνο αποκαθηλώνει τον ισχυρισμό τούτου που εμμέσως προκύπτει από τις παραγράφους 5.1, 5.2 και 6 της υπό εξέταση δήλωσής του, δηλαδή ότι όλα συνέβησαν πολύ γρήγορα και καθ' ον χρόνο ήταν συγκλονισμένος από τα όσα αποκαλύφθησαν και γι' αυτό το λόγο δεν ήταν σε θέση να ελέγξει την ορθότητα των ισχυρισμών της υπεράσπισης. Πέραν τούτου, δικαίως η πλευρά των εναγόντων υποδεικνύει και την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, ημερομηνίας 02/03/2017, στην οποία ο ομνύων, που είναι και πάλιν ο εναγόμενος 2, παραπέμπει σε έκθεση λογιστή ημερομηνίας 07/08/
  1. Συνεπώς, υποστηρίζει ο ενάγων 1, έκτοτε ήταν σε γνώση του εναγομένου 2 η οικονομική κατάσταση του πρατηρίου και οι από μέρους του ισχυριζόμενες ατασθαλίες του [ ]. Και ομολογώ ότι ο εν λόγω συλλογισμός είναι εύλογος και εύστοχος. Με δεδομένο ότι η περί ης ο λόγος έκθεση ετοιμάστηκε το 2014, σημαίνει ότι έκτοτε ήταν σε γνώση του εναγομένου
  2. Σε κάθε όμως περίπτωση ήταν σε γνώση του εναγομένου 2 την 02/03/2017, δηλαδή όταν προέβαινε στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης. Εν τέλει γεγονός είναι ότι και η εναγομένη 3 προέβη σε αριθμό ένορκων δηλώσεων, πέντε στο σύνολο, σε σχέση με το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 02/10/
  3. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν απτά στοιχεία που προκύπτουν από το περιεχόμενο του φακέλου και τα οποία με πάσα καθαριότητα αποκαλύπτουν ότι η αιτούμενη τροποποίηση ήταν ή όφειλε να ήταν, σε γνώση της υπεράσπισης πολύ πριν το χρονικό σημείο που υπεβλήθη το αίτημα. Για σκοπούς λοιπόν της αίτησης η θέση της πλευράς των εναγόντων ότι η αίτηση υποβάλλεται με καθυστέρηση, διαπιστώνεται ορθή και ως τέτοια υιοθετείται. Εν τούτοις δεν μπορεί να μην υπομνησθεί ο ρόλος που διαδραματίζει η καθυστέρηση. Νομολογημένο είναι πως ακόμη και μη πλήρως δικαιολογηθείσα καθυστέρηση δεν αποτελεί εμπόδιο στην έγκριση του αιτήματος, νοουμένου βεβαίως ότι τούτο κρίνεται πως εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης (βλ. Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)ΙΒ Α.Α.Δ 1005, 1009). Ακόμη και αν η αίτηση προκύπτει ως αποτέλεσμα αμέλειας, δεν συνιστά κώλυμα έγκρισής της, νοουμένου βεβαίως ότι οι υπόλοιποι λόγοι το επιτρέπουν (βλ. Λάμπη ν. Alpha Bank Limited, Πολ. Εφ. 372/12 ημερομηνίας 26/03/2019, ECLI:CY:AD:2019:A105). Όπως έχει νομολογηθεί, η πρακτική αξία των συμπερασμάτων που προκύπτουν από την καθυστέρηση και την αιτιολόγηση τούτης, εξυπηρετούν και αναδεικνύουν την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή (Frederal Bank of Lebanon (S.A.L) v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ 44, 53). Βεβαίως όπου προτάσσεται ισχυρισμός κακοπιστίας χρειάζεται επαρκής μαρτυρία απόδειξης τούτου και η υποχρέωση αυτή βαραίνει την πλευρά που το ισχυρίζεται (βλ. Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1Α Α.Α.Δ 745, 751). Τι είναι όμως αυτό που ισχύει στη δεδομένη περίπτωση; Σαφώς η αίτηση υποβάλλεται με καθυστέρηση. Όλα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν σε συνδυασμό με το ότι η αίτηση υποβάλλεται μετά το κλείσιμο της υπόθεσης των εναγόντων, ομιλούν και αποδεικνύουν την περί ης ο λόγος καθυστέρησης. Εν τούτοις το σύνολο των στοιχείων που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο δεν φανερώνουν κακοπιστία. Τέτοια μαρτυρία δεν τέθηκε υπόψιν του Δικαστηρίου. Παρεμβάλλεται πως η πλευρά των εναγόντων εισηγείται ότι το αίτημα είναι κακόπιστο λόγω διαφορετικών εκδοχών και συγκεκριμένα υποδεικνύονται τα αναφερόμενα στις μνημονευθείσες ένορκες δηλώσεις ως αντιφατική μαρτυρία που αποκαλύπτει τούτην την κακοπιστία. Ακόμη υποδεικνύονται και οι αντίθετες υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης κατά την αντεξέταση των εναγόντων. Με όλο το σεβασμό αλλά με αυτό δεν μπορώ να συμφωνήσω για τους εξής λόγους. Αντιληπτό είναι ότι οι υποβολές του συνηγόρου κατά τη διάρκεια αντεξέτασης δεν ήταν δυνατό να αφίστανται των δικογραφημένων θέσεων, δηλαδή εκείνων που υφίσταντο κατά το χρόνο αντεξέτασης. Όσο δε για τις τυχόν διαφορετικές εκδοχές μεταξύ της αιτούμενης τροποποίησης και των προηγηθεισών διαδικασιών, πράγμα για το οποίο δεν αποφαίνομαι κατά πόσο υφίσταται, λέγω απλώς ότι δεν νοείται συμπέρασμα αντίφασης και κατ' επέκταση κακοπιστίας προτού τα στοιχεία υποδειχθούν στον μάρτυρα, του υποβληθεί η ισχυριζόμενη διάσταση και τέλος του παρασχεθεί η ευχέρεια εξήγησης. Άλλωστε θα ήτο σφάλμα τούτη η ενδιάμεση διαδικασία να αξιοποιηθεί κατά τρόπο που δυνατό να πλήξει ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία οιουδήποτε μάρτυρα. Βάσει των ανωτέρω κρίνω πως οι σχετικές θέσεις των εναγόντων δεν ανταποκρίνονται στα νομολογηθέντα που διέπουν το ζήτημα και ως τέτοιες απορρίπτονται. Πέραν των πιο πάνω ουδόλως ασήμαντα είναι και τα εξής˙ η προηγηθείσα παράθεση των δικογραφημένων θέσεων της υπεράσπισης σε συσχετισμό με την αιτούμενη τροποποίηση, καθίσταται σαφές ότι η τροποποίηση δεν είναι αχρείαστη. Αντιθέτως προτάσσει πρόσθετους ισχυρισμούς σε σχέση με τις δύο επίδικες επιταγές, με κοινή όμως κατάληξη, δηλαδή ότι εξοφλήθηκαν τοις μετρητοίς από τους εναγόμενους και συνεπώς δεν υπήρξε κίνδυνος ποινικής υπόθεσης. Ως εκ τούτου η τροποποίηση δεν είναι επιπόλαια αλλά αναγκαία. Εις επίμετρον κρίσιμη είναι και η απάντηση στο ερώτημα ποια είναι η ζημιά που θα προκληθεί στην πλευρά των εναγόντων αν ήθελε εγκριθεί η αίτηση, ως ένας εκ των παραγόντων που συναποτιμάται. Η πλευρά τούτων εισηγείται πως θα είναι ανεπανόρθωτη επειδή ήδη ολοκλήρωσε τη μαρτυρία της. Η σχετική θέση είναι εν μέρει ορθή. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η πλευρά των εναγόντων έχει ολοκληρώσει με την υπόθεσή της. Αυτό όμως δεν οδηγεί την υπό εξέταση διαδικασία σε τέλμα. Ο νομοθέτης προέβλεψε και εξόπλισε το Δικαστήριο με εξουσία επανακλήτευσης μάρτυρα (βλ. άρθρο 48 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 και Kaya Djafer v. Payker Kaya 24 C.L.R 63). Συνεπώς οι αιτιάσεις των εναγόντων ελέγχονται από το άρθρο 48 του Ν.14/60, το οποίο επιτρέπει στο Δικαστήριο να διατάξει επανακλήτευση. Κατά τα λοιπά ουδεμία ανεπανόρθωτη ζημιά διαπιστώνεται ότι θα προκληθεί στους ενάγοντες εάν ήθελε εγκριθεί η αίτηση. Η τυχόν καθυστέρηση, η οποία σαφώς και θα προκύψει, εκτιμώμενη στον χρόνο τροποποίησης, ο οποίος θα είναι πολύ σύντομος, πλέον η τυχόν επανακλήτευση, εάν ήθελε κριθεί αναγκαία, η οποία θα είναι εξίσου σύντομη εφόσον θα περιορίζεται στο θέμα της τροποποίησης, δεν θα προκαλέσουν ιδιαίτερη και ανεπανόρθωτη ταλαιπωρία. Αυτή εν προκειμένω είναι και η κατάληξή μου, ενώ προστίθεται ότι η όποια ζημιά δεν είναι τέτοια που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα (βλ. Vourna Limited κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρείας Λιμιτεδ, Πολ. Εφ. 295/13, ημερομηνίας 01/06/2020, ECLI:CY:AD:2020:A170). Εξισορροπώντας το σύνολο των πάρα πάνω, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης εξυπηρετείται με έγκριση του αιτήματος στο σύνολο του, πλην βεβαίως εκείνων που έχουν ήδη κριθεί άνευ αντικειμένου, δηλαδή τα αιτητικά Α, Β και ΙΑ. Τα υπόλοιπα αιτητικά εγκρίνονται. Η τροποποίηση να διενεργηθεί μέχρι και την 05/04/2021. Τυχόν απάντηση να καταχωριστεί μέχρι και την 09/04/2021. Ήταν η εισήγηση του συνηγόρου της υπεράσπισης ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδικάσει τα έξοδα της αίτησης, όχι όμως τα διαφυγόντα, υπέρ της υπεράσπισης και αυτό γιατί η ένσταση απορρίφθηκε. Η απόρριψη της ένστασης είναι γεγονός και επιβεβαιώνεται από την έγκριση του αιτήματος, πάντα βεβαίως στην έκταση που εγκρίθηκε. Εν τούτοις αυτό που παραγνωρίζει η εν λόγω εισήγηση είναι πως ο λόγος που το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει την αίτηση που παρεμβάλλει στην όλη διαδικασία, οφείλεται στο σφάλμα της υπεράσπισης να διατυπώσει ευκρινώς τις θέσεις της από την πρώτη στιγμή. Υπό αυτά τα δεδομένα κρίνω πως η εισήγηση της υπεράσπισης δεν είναι βάσιμη. Ως εκ των ανωτέρω, τα έξοδα της αίτηση και τα διαφυγόντα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εις βάρος των εναγομένων, κεχωρισμένως και/ή αλληλεγγύως, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. ( Υπ.)......................................... Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.