BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ως αντικαταστάτρια της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. G. LYSSIOTIS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3283/12, 28/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A142 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3283/12 Μεταξύ: CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Εναγόντων -και-
- G. LYSSIOTIS LTD
- [ ] Νικολάου Ιωάννου
- [ ] Λένου άλλως [ ] Νίκου Λένου Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 28/3/2014 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ως αντικαταστάτρια της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Εναγόντων -και-
- G. LYSSIOTIS LTD
- [ ] Νικολάου Ιωάννου
- [ ] Λένου άλλως [ ] Νίκου Λένου Εναγομένων 28 Απριλίου 2021 Για τους ενάγοντες κα Σ. Ζαχαρία Για τους εναγόμενους 1 και 2: καμία εμφάνιση Για την εναγομένη 3: κος Κ. Πόλεος ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό εξέταση αγωγή στρέφεται εναντίον τριών προσώπων. Εν τούτοις στην πορεία της διαδικασίας και πριν την ακρόαση απεσύρθη ο συνήγορος των εναγομένων 1 και 2, ο οποίος ήταν κοινός για τους δύο. Αν και αρχικά οι εναγόμενοι 1 και 2 παρουσιάζονταν αυτοπροσώπως, την 28/07/2020 παρέλειψαν να εμφανιστούν και το Δικαστήριο, με διαφορετική όμως σύνθεση, όρισε την υπόθεση για απόδειξη γι' αυτούς και για ακρόαση για την εναγομένη 3, δια την οποία εμφανίζετο συνήγορος. Η ακρόαση δεν άρχισε την 09/10/2020 που αρχικά είχε οριστεί, αλλά την 17/02/
- Σημειώνεται πως μέχρι εκείνη την ημερομηνία αλλά και καθ' όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν έδειξαν ενδιαφέρον για την πορεία της αγωγής και δεν εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, σε σχέση με αυτούς η υπόθεση προχώρησε για απόδειξη. Η δε μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς των εναγόντων είναι κοινή, τόσο για τους εναγόμενους 1 και 2 όσο και για την εναγομένη
- Για χάριν κατανόησης των όσων ακολουθούν σημειώνεται ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο και δεν αμφισβητήθηκε, θέλει την εναγομένη 1 να είναι εταιρεία και τον εναγόμενο 2 να ήτο, κατά τον επίδικο χρόνο, ο σύζυγος της εναγομένης
- Ως εκ τούτου στη συνέχεια η εναγομένη 1 θα καλείται ως «η εταιρεία», ο εναγόμενος 2 ως «ο σύζυγος» και η εναγομένη 3, δηλαδή ο μοναδικός διάδικος που μετείχε στην ακροαματική διαδικασία, θα καλείται ως «η εναγομένη». Πέραν των ανωτέρω, αναμφισβήτητη μαρτυρία, εν προκειμένω προερχόμενη από τη ΜΕ1, αποκαλύπτει ότι δεν είναι οι νυν ενάγοντες εκείνοι που συνεργάστηκαν με τους εναγόμενους, αλλά η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd που προηγουμένως καλείτο Marfin Popular Bank Public Co Ltd και πριν τούτο Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ και η οποία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες. Συνεπώς, όποτε αναφέρομαι στους πρώην ενάγοντες θα καλώ τούτους ως «η τράπεζα», ενώ όποτε γίνεται αναφορά στους νυν ενάγοντες θα καλούνται με αυτόν ακριβώς τον χαρακτηρισμό, δηλαδή «ενάγοντες». Περαιτέρω, προσκομίστηκε μαρτυρία, ενδεχομένως εκ του περισσού δοθέντος ότι συνιστά δικαστική γνώση, ότι οι ενάγοντες αντικατέστησαν και υποκατέστησαν την τράπεζα, δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, N.17(I)/
- Η εν λόγω μαρτυρία δεν έτυχε αμφισβήτησης. Ως εκ τούτου όλα τα ανωτέρω υιοθετούνται από το Δικαστήριο και καθίστανται ευρήματα στη διαδικασία. Η δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων υποστηρίζει ότι την 16/12/2005 η τράπεζα εξέδωσε δάνειο και/ή συνέχισε να παρέχει τραπεζικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό και γι' αυτό το λόγο άνοιξε επ' ονόματι της εταιρείας τον λογαριασμό με αριθμό [ ]. Σύμφωνα με τους ενάγοντες το εκάστοτε υπόλοιπο στον εν λόγω λογαριασμό θα έφερε κυμαινόμενο επιτόκιο συμποσούμενο στο βασικό επιτόκιο, το οποίο κατά τον εν λόγω χρόνο ήταν 4,25%, πλέον περιθώριο 3,75%. Περιπλέον, είναι η θέση των εναγόντων ότι η τράπεζα και η εταιρεία σε διάφορες ημερομηνίες ανανέωσαν τη συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην έκθεση απαιτήσεως των εναγόντων, η συμφωνία των μερών ανανεώθηκε την 07/03/2007 και ακολούθως την 29/02/
- Σε κάθε περίπτωση που τα μέρη προέβαιναν σε ανανέωση των πιστωτικών διευκολύνσεων στον εν λόγω τρεχούμενο λογαριασμό, διαφοροποιείτο και το συμφωνηθέν επιτόκιο κατά πως αναφέρεται στο δικόγραφο. Είναι η θέση των εναγόντων πως εν τέλει την 22/08/2012 ο σχετικός λογαριασμός, [ ], δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €201.425,90, πλέον τόκο προς 12% από 22/08/2012 με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως στις 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. Πέραν των ανωτέρω είναι η θέση των εναγόντων πως την 07/11/2011 δυνάμει συμβάσεως πιστώσεως η τράπεζα παραχώρησε στην εταιρεία πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή λογαριασμό δανείου και/ή επαγγελματικό δάνειο και/ή πίστωση και προς τούτο άνοιξε τον λογαριασμό δανείου με αριθμό [ ]. Η τράπεζα συμφώνησε να παραχωρήσει στην εταιρεία δάνειο ύψους €260.000 με κυμαινόμενο επιτόκιο καθορισμένο σε βασικό επιτόκιο, το οποίο κατά τον επίδικο χρόνο ανερχόταν σε 5,75%, πλέον περιθώριο το οποίο κατά τον επίδικο χρόνο ανερχόταν σε 2%. Και αυτός ο λογαριασμός την 22/08/2012 δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο, εν προκειμένω €278.389,02, πλέον τόκο προς 12% με κεφαλαιοποίηση κάθε 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. Παρεμβάλλεται ότι πέραν των δύο προαναφερθέντων λογαριασμών, στην έκθεση απαιτήσεως αναφέρεται και ένας τρίτος λογαριασμός κάρτας, ο οποίος όμως δεν θα απασχολήσει εδώ εφόσον οι ενάγοντες εγκατέλειψαν αυτό το σκέλος της αξίωσης (σχετική είναι η δήλωση της συνηγόρου των εναγόντων ημερομηνίας 17/02/2021). Όπως αναφέρεται στο δικόγραφο των εναγόντων, εις αντάλλαγμα των πιο πάνω τραπεζικών διευκολύνσεων η εταιρεία παραχώρησε στην τράπεζα τρία ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Παρ' ότι παρατίθενται εκεί σχετικές λεπτομέρειες, δεν επαναλαμβάνονται εφόσον τελικώς δεν αξιώνεται οτιδήποτε σε σχέση με τα ομόλογα και όπως αναφέρεται στο δικόγραφο, οι ενάγοντες επιφυλάσσουν τα τυχόν δικαιώματά τους (βλ. παράγραφο 11 της έκθεσης απαιτήσεως). Περαιτέρω, είναι η θέση των εναγόντων ότι οι πιο πάνω διευκολύνσεις εξασφαλίσθηκαν από προσωπική και/ή αλληλέγγυα εγγύηση της εναγομένης και του συζύγου της (εναγόμενος 2), επίσης ημερομηνίας 07/11/
- Είναι η θέση τους ότι δυνάμει της εν λόγω εγγράφου εγγυήσεως οι εναγόμενοι εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας, είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε είναι ή θα γίνουν απαιτητές, είτε είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα, μέχρι ποσού €260.
- Τέλος, είναι η θέση των εναγόντων ότι το σύνολο των εναγομένων παραχώρησε και άλλες εξασφαλίσεις. Συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι την 08/02/2011 η εταιρεία παραχώρησε την υποθήκη Υ3275/11, για πόσο €51.
- Ο δε σύζυγος (εναγόμενος 2), υποστηρίζεται ότι την 08/11/2011 παραχώρησε δύο υποθήκες. Η μια, Υ3277/11, ήταν για ποσό €103.000 και η άλλη, Υ3278/11, ήταν για ποσό €123.
- Τέλος, η έκθεση απαιτήσεως θέλει τους εναγόμενους 2 και 3 μαζί, δηλαδή τον σύζυγο και την εναγομένη, να παραχωρούν περαιτέρω δύο υποθήκες, δηλαδή την Υ3317/11 για πόσο €119.500 και την Υ3319/11 για ποσό €63.
- Εν τούτοις δεν αφορούν όλες οι υποθήκες την επίδικη διαδικασία. Όπως αποκαλύπτει η δήλωση της ΜΕ1, η αξίωση των εναγόντων περιορίστηκε και σε αυτό τον τομέα. Εν τέλει η έκδοση διατάγματος εκποίησης αξιώθηκε μόνο για τις υποθήκες Υ3317/11 και Υ3319/11, που χορήγησαν η εναγομένη και ο σύζυγός της (εναγόμενοι 3 και 2, αντίστοιχα). Όπως διαπιστώνεται από τη δήλωση της ΜΕ1, η άλλη υποθήκη που αξιώνετο στο δικόγραφο των εναγόντων, δηλαδή η Υ3275/11 που χορήγησε η εταιρεία, κατέστη άνευ αντικειμένου εφόσον προωθήθηκε διαδικασία πλειστηριασμού, ανεπιτυχώς όμως και ακολούθως ανακτήθηκε από τους ενάγοντες, βάσει των προνοιών του νόμου, έναντι του ποσού των €67.743,86, το οποίο την 20/11/2020 κατατέθηκε στον λογαριασμό δανείου με πρώην αριθμό [ ] και νυν [ ]. Είναι γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο που πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας η συνήγορος των εναγόντων δήλωσε στο Δικαστήριο ότι δεν επιμένουν σε έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης Υ3275/11 (βλ. δήλωση ημερομηνίας 17/02/2021). Εν όψει όλων των ανωτέρω, καθίσταται διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η υποθήκη Υ3275/11 εκποιήθηκε και το πλειστηρίασμα, ύψους € 67.743,86, κατατέθηκε στον λογαριασμό δανείου με πρώην αριθμό [ ] και νυν [ ]. Περαιτέρω, ούτε και οι υποθήκες Υ3277/11 και Υ3278/11 αφορούν πλέον τη διαδικασία, εφόσον και αυτή η πτυχή της αξίωσης απεσύρθη από τη συνήγορο των εναγόντων κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στο πλαίσιο της ίδιας δήλωσης που πιο πάνω αναφέρθηκε. Η έκθεση απαιτήσεως καταλήγει ότι την 09/03/2012 η τράπεζα απέστειλε στους εναγόμενους ειδοποίηση, με την οποία τους καλούσε να εξοφλήσουν τις καθυστερημένες δόσεις εντός 21ος ημερών και επιπλέον, τους ενημέρωνε για αύξηση του επιτοκίου σε 12%. Λόγω του ότι οι εναγόμενοι δεν εξόφλησαν το ποσό, την 15/05/2012 η τράπεζα απέστειλε επιστολή τερματισμού και τελικώς την 30/08/2012 πληροφόρησε τους εναγόμενους πως επίκειτο η λήψη δικαστικών μέτρων. Στην υπεράσπιση της εναγομένης υποστηρίζεται πως το έγγραφο εγγυήσεως δεν είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης, αλλά προϊόν δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή παραπληροφόρησης της εναγομένης, τόσο από την τράπεζα όσο και από τον σύζυγό της, καθώς και αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης του συζύγου και παραλήψεως της τράπεζας. Ως λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή παραπληροφόρησης, δικογραφούνται τα εξής: οι ενάγοντες και ο σύζυγος της εναγομένης απέκρυψαν από την τελευταία και/ή δεν την απεκάλυψαν τη φύση και την έκταση των υποχρεώσεων που θα αναλάμβανε με την εγγύηση. Επίσης, απέκρυψαν και/ή δεν απεκάλυψαν την κατάσταση των λογαριασμών της εταιρείας και δη τα ποσά τα οποία όφειλε τόσο η εταιρεία όσο και ο σύζυγος της εναγομένης. Αντιθέτως οι ενάγοντες την διαβεβαίωσαν ότι το έγγραφο εγγυήσεως αφορούσε εξασφάλιση μιας μικρής οικονομικής διευκόλυνσης και παραπλανώντας τούτη, παρέλειψαν να την ενημερώσουν ότι με την εν λόγω εγγύηση αναλάμβανε τόσο υφιστάμενες όσο και μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας καθώς και του συζύγου της. Κατά τον ίδιο τρόπο και για τον ίδιο λόγο, απέφυγαν και/ή παρέλειψαν να την ενημερώσουν για τους κινδύνους που διέτρεχε από την εγγύηση που αναλάμβανε. Ως προς την ισχυριζόμενη ψυχική πίεση η εναγομένη διατείνεται πως τούτη ασκήθηκε από τον σύζυγό της, ο οποίος εκμεταλλευόμενος τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους και/ή την εξουσία που είχε επ' αυτής, την πίεσε ψυχικά με αποτέλεσμα να ήταν αδύνατο να λάβει πλήρη και ανεξάρτητη απόφαση για την υπογραφή του εγγράφου εγγυήσεως. Περαιτέρω, είναι δικογραφημένος ισχυρισμός της υπεράσπισης πως οι διαβεβαιώσεις που έλαβε η εναγομένη τόσο από τον σύζυγό της όσο και από τους ενάγοντες, δηλαδή πως η εγγύηση αφορούσε εξασφάλιση μικρής διεκόλυνσης με σκοπό την επέκταση των εργασιών της εταιρείας, καθώς και/ή επιθυμία της να βοηθήσει την εταιρεία του συζύγου της, ήταν παράγοντες που την επηρέασαν να υπογράψει το εν λόγω έγγραφο εγγυήσεως. Προσθέτει δε πως οι ενάγοντες παρέλειψαν να βεβαιωθούν ότι υπέγραψε το έγγραφο εγγυήσεως με την ελεύθερη βούλησή της. Εν κατακλείδι, είναι η θέση της υπεράσπισης πως τα αναφερόμενα ποσά, αναφερόμενοι τόκοι και ο υπολογισμός τούτων, είναι εσφαλμένα. Ενώπιον του Δικαστηρίου παρήλασαν τρεις μάρτυρες. Οι δύο ήταν για τους ενάγοντες και η μια για την υπεράσπιση. Τούτοι οι μάρτυρες είναι η [ ] Κανάρη (στη συνέχεια η ΜΕ1) και ο [ ] Χ'' Χριστοδούλου (στη συνέχεια ο ΜΕ2) για τους ενάγοντες και η εναγομένη 3 (στη συνέχεια η εναγομένη) για την υπεράσπιση. Η ΜΕ1 αναφέρθηκε στις συμφωνίες των διαδίκων και τις εξασφαλίσεις και τις εγγυήσεις που παρασχέθηκαν. Ακόμη αναφέρθηκε στα υπόλοιπα των λογαριασμών, καθώς και τις αναδομημένες καταστάσεις, που ως ανέφερε ετοιμάστηκαν από την ίδια. Τέλος, η μάρτυρας προσκόμισε στο Δικαστήριο το σύνολο των συμφωνιών και των λογαριασμών, τα οποία κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως τεκμήρια. Ο ΜΕ2 ανέφερε πως ήταν ο υπεύθυνος των λογαριασμών της εταιρείας (εναγομένη 1). Του υποδείχθηκε η συμφωνία εγγυήσεως (τεκμήριο 7), που σύμφωνα με τους ενάγοντες υπέγραψαν οι εναγόμενοι 2 και 3, την οποία και αναγνώρισε, υποδεικνύοντας μάλιστα επί του εγγράφου τη δική του υπογραφή. Υποστήριξε ότι στη συνάντηση που είχε με την εναγομένη μιλούσαν ελληνικά και πως εξ' όσων είχε αντιληφθεί η εναγομένη ήταν σε θέση να διαβάσει ελληνικό κείμενο, εφόσον την είδε να παίρνει έγγραφα και να τα διαβάζει. Πέραν τούτου εξήγησε τις συνθήκες υπό τις οποίες υπεγράφη το τεκμήριο 7 και όπως ανέφερε, η υπογραφή της εναγομένης τέθηκε στην παρουσία του και δεν την αντιλήφθηκε να είχε δεχθεί πίεση σε σχέση με την υπογραφή του εν λόγω τεκμηρίου. Στον αντίποδα η εναγομένη υποστήριξε ότι δεν έτυχε εκπαίδευσης σε ελληνόφωνο σχολείο και πως ελληνικά έμαθε από τους γονείς της και δεν είναι η μητρική της γλώσσα. Αναγνώρισε τα αρχικά της, καθώς και την υπογραφή της, στις σελίδες του τεκμηρίου
- Ήταν η θέση της πως δεν είναι η ίδια που έγραψε το όνομά της στα ελληνικά στην τελευταία σελίδα του τεκμηρίου 7 πάνω από την υπογραφή. Δέχθηκε όμως ότι κάτω από το όνομα η υπογραφή είναι η δική της και την έθεσε η ίδια. Ήταν η θέση της ότι υπέγραψε το τεκμήριο 7 στην τράπεζα και όπως άφησε να νοηθεί, της δόθηκε και το υπέγραψε αυθημερόν. Ανέφερε τι ήταν εκείνο που σύμφωνα με την ίδια της εξηγήθηκε στην τράπεζα και όταν της υποδείχθηκαν τα τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, υποστήριξε ότι δεν τα είχε ξαναδεί. Ήταν η θέση της πως κατά τον χρόνο υπογραφής του τεκμηρίου 7 δεν γνώριζε τα υπόλοιπα της εταιρείας. Περαιτέρω, της υπεδείχθη το τεκμήριο 10 και ανέφερε πως η διεύθυνση που εκεί αναφέρεται ως δική της, δηλαδή [ ] [ ] Πάφος, ουδέποτε χρησιμοποιείτο από την ίδια. Εν κατακλείδι, ήταν η θέση της εναγομένης ότι όταν έλαβε την κλήση επισκέφθηκε την τράπεζα, όπου συναντήθηκε με κάποιο Γιώργο που ήταν υπεύθυνος για τους λογαριασμούς της εταιρείας και τον ρώτησε γιατί δεν ενημερώθηκε σε σχέση με αυτό προηγουμένως και ο τελευταίος της απάντησε ότι της έστειλαν επιστολές, καθώς ότι είναι η σύζυγός του ‑προφανώς εννοούσε τον εναγόμενο 2‑ και πως θα έπρεπε να γνωρίζει. Η εναγομένη θύμωσε και του είπε ότι μπορούσε να της τηλεφωνήσει πριν φτάσει στο σημείο να κινηθεί η αγωγή, ώστε να την καλέσουν για να βρουν μια λύση και όχι απροσδόκητα να λάβει μια αγωγή για ένα εξωπραγματικό ποσό. Όπως ανέφερε, νιώθει πως τα δικαιώματά της ως εγγυήτρια δεν έχουν τιμηθεί. Από την παραπάνω σύνοψη της προσκομισθείσας μαρτυρίας είναι ήλιου φαεινότερον ότι η υπεράσπιση της εναγομένης δεν αμφισβητεί τη συνομολόγηση της συμφωνίας δανείου μεταξύ εταιρείας και τράπεζας, δηλαδή το τεκμήριο
- Άλλωστε, δεν αμφισβητείται ούτε και αυτή η παροχή της εγγύησης, δηλαδή η υπογραφή της συμφωνίας εγγυήσεως τεκμήριο 7, η οποία συναρτάται με το δάνειο, δηλαδή το τεκμήριο
- Εν κατακλείδι, ανεπηρέαστες και χωρίς να τις αγγίζει η αντεξέταση παρέμειναν και οι δύο συμφωνίες για χορήγηση υποθήκης, δηλαδή τα τεκμήρια 8 και
- Περιττό δε να υποδειχθεί πως τα τεκμήρια 3, 4 και 5, δηλαδή η αρχική συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό και οι συμφωνίες που ακολούθησαν σε σχέση με την ανανέωση τούτων των διευκολύνσεων, δεν αφορούν την εναγομένη, εξού και η αξίωση των εναγόντων σε σχέση με την εναγομένη 3 περιορίζεται αποκλειστικά στη συμφωνία δανείου τεκμήριο 6, η οποία είναι συνυφασμένη με την εγγύηση που έδωσε, δηλαδή το τεκμήριο
- Η δε αντεξέταση δεν ασχολήθηκε με τα τεκμήρια 3, 4 και 5 και ως εκ τούτου δεν αμφισβητήθηκαν. Εν όψει όλων των ανωτέρω και αφότου διήλθα του περιεχομένου των τεκμηρίων 3, 4 και 5, καταλήγω ότι την 16/12/2005 η τράπεζα και η εταιρεία συμφώνησαν σε παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό. Ο λογαριασμός που ανοίχθηκε από την τράπεζα βάσει αυτής της συμφωνίας είναι ο υπ' αριθμό [ ], ο οποίος εν τέλει αναριθμήθηκε σε [ ]. Ακολούθως, την 07/03/2007 οι διάδικοι, τράπεζα και εταιρεία, συμφώνησαν την ανανέωση τούτων των πιστωτικών διευκολύνσεων και σχετικό έγγραφο είναι το τεκμήριο
- Ανάλογη ανανέωση των πιστωτικών διευκολύνσεων συμφωνήθηκε την 29/02/2008 και σχετικό είναι το τεκμήριο
- Όπως προκύπτει από το τεκμήριο 5, η τράπεζα και η εταιρεία συμφώνησαν πως οι πιστωτικές διευκολύνσεις θα διέπονται με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο, ήτοι βασικό, το οποίο κατά τον χρόνο της συμφωνίας τεκμήριο 5 ανερχόταν σε 4%, πλέον περιθώριο, το οποίο κατά τον χρόνο της συμφωνίας τεκμήριο 5 ανερχόταν σε 3,75%. Περαιτέρω, διαπίστωσή μου αποτελεί πως πέραν των προαναφερθέντων πιστωτικών διευκολύνσεων την 07/11/2011 η τράπεζα και η εταιρεία συμφώνησαν όπως η πρώτη παράσχει στην τελευταία δάνειο ύψους €260.000 και προς τον σκοπό αυτό ανοίχθηκε ο λογαριασμός [ ] που τελικώς αναριθμήθηκε σε [ ]. Η σχετική συμφωνία δανείου, συνοδευόμενη από την επιστολή προσφοράς της τράπεζας, είναι το τεκμήριο
- Βάσει των όσων αναφέρονται στο τεκμήριο 6, προκύπτει πως το ποσό δανείου θα έφερε ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο ύψους 7,75%. Εις επίμετρον, το τεκμήριο 7, δηλαδή η συμφωνία εγγυήσεως συνοδευόμενη από άλλα δύο έγγραφα, υπογράφηκε την 07/11/2011 από την εναγομένη και το σύζυγό της, δηλαδή τους εναγόμενους 3 και 2 αντίστοιχα, ως εξασφάλιση της συμφωνίας δανείου τεκμήριο
- Πρόσθετη εξασφάλιση σε σχέση με το δάνειο που δόθηκε στην εταιρεία, δηλαδή αυτό που προκύπτει από τη συμφωνία τεκμήριο 6, είναι η υποθήκη Υ3317/11 για ποσό €119.500 και η Υ3319/11 για ποσό €63.
- Οι δύο υποθήκες, οι οποίες αντιστοιχούν στα τεκμήρια 8 και 9, δόθηκαν από τους εναγόμενους 2 και 3, δηλαδή τους συνιδιοκτήτες των ακινήτων που εκεί αναφέρονται. Όλα τα πιο πάνω προκύπτουν από αναμφισβήτητη και αναντίλεκτη μαρτυρία και ως εκ τούτου υιοθετούνται από το Δικαστήριο και καθίστανται ευρήματα που δεσμεύουν την πάρα πέρα πορεία της διαδικασίας. Σειρά παίρνει τώρα η αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ 339, επιβάλλεται η μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο ουσιαστικής αξιολόγησης, δηλαδή από απόψεως περιεχομένου και να μην υιοθετείται ή απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Κατά τον ίδιο τρόπο στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου Μ/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, υπεδείχθη ότι η αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά το περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, κατά πόσο λέγει την αλήθεια. Ζητούμενο παραμένει η εξεύρεση της αλήθειας όπως αυτή διαμορφώνεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Εργαλεία που εξυπηρετούν αυτό τούτο τον στόχο είναι τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της κρινόμενης μαρτυρίας, όπως πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence,16 η έκδοση, σελίδα 333). Περιπλέον, οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν αξιολογούνται απομονωμένα, αλλά αντιπαραβάλλονται και συσχετίζονται στην αντικειμενική τους υπόσταση με κάθε άλλη μαρτυρία, γραπτή ή προφορική, με σκοπό την επιβεβαίωση των αξιολογικών ευρημάτων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 185/12, 19/04/18). Είναι με ιδιαίτερη προσοχή που παρακολούθησα το σύνολο των μαρτύρων καθ' ον χρόνο μαρτυρούσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ομολογώ πως η μαρτυρία της εναγομένης δεν ενθουσίασε. Όπως θα διαφανεί και στη συνέχεια η μαρτυρία τούτης δεν είναι παρά ένα συνονθύλευμα αντιφατικών και παράλογων θέσεων που εκπίπτουν ευθύς μόλις εξέλθουν του σκότους και εκτεθούν στο φως της αλήθειας. Η διερεύνηση που ακολουθεί επιχειρεί να αποκαλύψει του λόγου το ασφαλές. Υποδεικνύεται όμως πως και η φυσική παρουσία της στο Δικαστήριο, στοιχείο το οποίο δεν καταγράφεται στο άψυχο πρακτικό της διαδικασίας, προκάλεσε εξίσου οδυνηρές εντυπώσεις. Αρκεί να υποδειχθεί πως η εναγομένη, η οποία υποστήριξε ότι δεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα και δεν έχει την αρμόζουσα κατανόηση τούτης, υπήρξαν στιγμές που απάντησε την ερώτηση της συνηγόρου των εναγόντων προτού μεταφραστεί. Είναι να διερωτάται κανείς πώς γίνεται πρόσωπο το οποίο ισχυρίζεται ότι δεν παρακολούθησε μαθήματα ελληνικών, να δύναται να απαντήσει δίχως μετάφραση ερώτηση δικανικού μάλιστα περιεχομένου. Σε αυτό όμως το ζήτημα θα επανέλθω στη συνέχεια. Για την ώρα υποδεικνύεται ότι στον αντίποδα η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 δεν είναι απλώς λογική, έχει συνοχή, είναι απαλλαγμένη αντιφάσεων και επιβεβαιώνεται από το μαρτυρικό υλικό. Πολύ όμως περισσότερο η μαρτυρία του ΜΕ2, η οποία έχει να κάνει με το τι διημείφθη κατά την υπογραφή του τεκμηρίου 7, αλλά και σε ποια γλώσσα, επιβεβαιώνεται από αυτή τη μαρτυρία της εναγομένης. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή και δη από το κατά πόσο τον επίδικο χρόνο η εναγομένη ομιλούσε και αντιλαμβανόταν την ελληνική γλώσσα. Και αρχίζω με αυτό εφόσον κατ' αντίθεση των υποβολών του συνηγόρου υπεράσπισης στους μάρτυρες των εναγόντων, η εναγομένη υποστήριξε ότι η γλώσσα στην οποία διεξήχθη η συνάντηση που είχε με την τράπεζα την 07/11/2011, δηλαδή ότε και υπεγράφη το τεκμήριο 7, ήταν η ελληνική. Αυτή ήταν και η θέση του ΜΕ
- Συνεπώς εκλαμβάνεται ως δεδομένο ότι η συνάντηση που είχε η εναγομένη με την τράπεζα την 07/11/2011, διεξήχθη στην ελληνική γλώσσα. Η αντεξέταση όμως της εναγομένης αποκάλυψε ότι λίγο πριν την υπογραφή του τεκμηρίου 7, βοηθούσε τον σύζυγό της με τις επιχειρήσεις και χειριζόταν τα έγγραφα. Όπως η ίδια ανέφερε παραδεχόμενη τούτο, διάβαζε ελληνικά˙ «τα βασικά, το γενικό νόημα των εγγράφων». Συνεπώς εν τέλει παραδέχθηκε ότι ήταν σε θέση να διαβάζει ελληνικά κείμενα, παραδοχή η οποία επιβεβαιώνει, έστω εμμέσως, τον ΜΕ2 που ανέφερε ότι την αντιλήφθηκε να διαβάζει τα έγγραφα που της δόθηκαν. Εν πάση όμως περιπτώσει, πλέον καθοριστική είναι η απάντηση που έδωσε στην ερώτηση του συνηγόρου της˙ «γνωρίζεις γιατί τα υπέγραψες» (η ερώτηση αφορούσε το σύνολο των εγγράφων που απαρτίζουν το τεκμήριο 7), στην οποία απάντησε: «A. Ναι, είχα ενημερωθεί κατά τον χρόνο αυτό βασικά αυτό που είχε γίνει, έλαβα τηλεφώνημα από τον πρώην σύζυγο μου, ήμασταν παντρεμένοι το εν λόγω χρονικό διάστημα και έλαβα τηλεφώνημα από αυτόν να τον συναντήσω στην τράπεζα, όταν έφτασα στην τράπεζα με περίμενε με αυτόν που υποθέτω ότι ήταν ο διευθυντής, ήταν μια κυρία και με ακόμα ένα επιπλέον άτομο που μπορεί να είναι. Μου εξήγησαν ότι λόγω της κρίσης ο πρώην σύζυγος μου, όπως ήταν ο νυν σύζυγος το εν λόγω χρόνο, τότε, ότι η επιχείρηση δεν πήγαινε καλά λόγω της οικονομικής κρίσης και μου εξήγησε ότι βρήκαν μια λύση να γίνουν οι δόσεις να τις κάνει... να μπορούν να αποπληρώνονται πιο εύκολα. Η διευθύντρια που εξήγησε ότι ο πρώην σύζυγος είχε δείξει δείγματα καλής θέλησης με το να πληρώνει περιστασιακά και ότι αυτή ήταν η καλύτερη λύση για εμένα, έτσι, έχοντας στο μυαλό μου ό, τι μου είχε λεχθεί υπέγραψα τα έγγραφα. Θα ήθελα επίσης να αναφέρω ότι ήταν ξεκάθαρο σε εμένα ότι οι συναντήσεις είχαν ήδη γίνει πριν την άφιξη μου, υποψιάζομαι ότι δεν ήταν η πρώτη φορά και η πρώτη φορά που άκουσα την υποτιθέμενη οικονομική κρίση ήταν όταν έλαβα τηλεφώνημα για να πάω να υπογράψω.» Ανακύπτει συνεπώς το ερώτημα˙ δοθέντος ότι η συνάντηση διεξήχθη στην ελληνική γλώσσα, αν δε ομιλούσε τούτην πώς αντιλήφθηκε όλα αυτά που η ίδια υποστήριξε και που η διαδικασία την θέλει να αντιλήφθηκε. Και περιπλέον, γιατί να υπογράψει τα έγγραφα, αν όχι επειδή ανέγνωσε το περιεχόμενο τούτων και της εξηγήθηκε από τους αρμοδίους. Εκ των ανωτέρω διαπιστώνεται πως αυτό που η υπεράσπιση επιχείρησε μέσω των υποβολών της να περάσει στους μάρτυρες των εναγόντων και η εναγομένη υιοθέτησε με τη στάση της, δηλαδή ότι δεν είχε καλή κατανόηση της ελληνικής γλώσσας, καταρρίπτεται ως χάρτινο οικοδόμημα. Μαζί βεβαίως καταρρίπτεται και ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ζήτησε να της δώσουν τα έγγραφα στην αγγλική γλώσσα. Ποιος λόγος υπήρχε για να πράξει τούτο, αφού σύμφωνα με τον ΜΕ2 την είδε να τα διαβάζει και εν πάση περιπτώσει αντιλήφθηκε όλα τα ανωτέρω. Με δεδομένο ότι ομιλεί την ελληνική γλώσσα και όπως θα διαφανεί απ' όσα πιο κάτω αναφέρονται τα έγγραφα της εξηγήθηκαν από την τράπεζα, δεν υπήρχε λόγος να ζητήσει αντίγραφα στην αγγλική γλώσσα. Συνεπώς ούτε αυτή η θέση της εναγομένης δικαιολογείται από τη συνολική θεώρηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Εν όψει όλων των ανωτέρω κατάληξη μου είναι ότι κατά τον επίδικο χρόνο η εναγομένη ομιλούσε την ελληνική γλώσσα και ήταν σε θέση να αντιληφθεί, όπως και αντιλήφθηκε, το περιεχόμενο του τεκμηρίου 7, τόσο επειδή το ανέγνωσε, όσο και επειδή της εξηγήθηκε μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν ζήτησε αντίγραφα των εγγράφων στην αγγλική. Μείζων εν τούτοις δεν είναι η αντίληψη που η εναγομένη έχει της ελληνικής γλώσσας, αλλά οι συνθήκες κάτω από τις οποίες υπεγράφη το τεκμήριο
- Επ' αυτού η απάντηση της εναγομένης που πιο πάνω παρατέθηκε, οδηγεί σε κάτι πολύ πιο σημαντικό και αυτό έχει να κάνει με τον ισχυρισμό της ότι η τράπεζα της απέκρυψε το εύρος ‑νοείται του δανείου‑ και δεν της δόθηκε το ποσό ή τα ποσά που οφείλονταν, καθώς και την εγγύηση των εισοδημάτων της εταιρείας. Σε αυτό ακριβώς όμως είναι που εντοπίζεται η αντίφαση, καθώς και ο παραλογισμός των θέσεων της εναγομένης. Και εξηγώ˙ όπως η ίδια ανέφερε και πιο πάνω παρατίθεται, της εξηγήθηκε ότι «η επιχείρηση δεν πήγαινε καλά». Ακολούθως αντεξεταζόμενη της ζητήθηκε να πει πότε έμαθε ότι η εταιρεία είχε οικονομικά προβλήματα και απάντησε «όταν με κάλεσαν για να υπογράψω το δάνειο». Δεν χρειάζεται να ειπωθεί κάτι άλλο. Αυτή η τοποθέτηση δεικνύει πως της κατέστησαν σαφές ότι αυτός ήταν ο λόγος που η εταιρεία ζητούσε δάνειο. Συνεπώς είναι ηλίου φαεινότερον ότι ενημερώθηκε από την τράπεζα για την οικονομική κατάσταση της εταιρείας και συνεπώς ο αντίθετος ισχυρισμός που εξέφρασε δεν ευσταθεί. Προστίθεται όμως εδώ και κάτι εξίσου σημαντικό. Όπως έχει ήδη διαπιστωθεί το τεκμήριο 6 είναι η συμφωνία δανείου μεταξύ της τράπεζας και της εταιρείας. Πέραν όμως της συμφωνίας τεκμήριο 6, στο έγγραφο επισυνάπτεται και η πρόταση της τράπεζας, όπου εκεί αναφέρονται οι απαιτήσεις τούτης αλλά και το σύνολο των συμφωνηθέντων μεταξύ των μερών. Η σημασία τούτου του εγγράφου έγκειται στο περιεχόμενο της σελίδας 4/
- Αναγράφονται εκεί εξασφαλίσεις που ήτο υφιστάμενες κατά τον χρόνο της συμφωνίας και οι οποίες επρόκειτο να ακυρωθούν (βλ. παράγραφο Υφιστάμενες Διευκολύνσεις/Εξασφαλίσεις προς Μεταβολή). Μεταξύ άλλων αναφέρονται τρεις προσωπικές εγγυήσεις της εναγομένης για ποσά˙ €51.259, €78.000 και €68.
- Οι τρεις προηγηθείσες εγγυήσεις της εναγομένης συμποσούμενες σε ποσό πέραν των €197.000, πάντα με βάση τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 6 τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, φανερώνουν ένα μόνο πράγμα και αυτό είναι ότι είχε γνώση των οικονομικών της εταιρείας, όχι κατ' ανάγκη ενεργή, αλλά έστω αυτή την έμμεση δια των εξασφαλίσεων που παρείχε. Εν ολίγοις γνώριζε τα δάνεια, εξού και οι εξασφαλίσεις που είχε δώσει. Συνεπώς η εικόνα που επιχείρησε να παρουσιάσει, δηλαδή του προσώπου που δεν είχε ιδέα και που κλήθηκε όλως τυχαίως χωρίς προηγούμενη εμπλοκή, αναδεικνύεται ψευδής και ανυπόστατη. Εμμέσως είχε και η εναγομένη όφελος από το επίδικο δάνειο (τεκμήριο 6), εφόσον μέσω τούτου ακυρώθηκαν προηγούμενες εξασφαλίσεις που είχε δώσει και με τη χορήγηση του νέου δανείου, παρασχέθηκε στην εταιρεία νέα ευκαιρία εξόφλησης των οφειλών της. Ουσιώδες όμως δεν είναι αυτό, αλλά ότι ένεκα τούτου γνώριζε τι επρόκειτο να γίνει, δηλαδή αυτό που αναφέρεται στην πρόταση της τράπεζας στο τεκμήριο 6 και έχει να κάνει με ακύρωση των εξασφαλίσεων που μέχρι τότε παρείχε. Πέραν όμως των ανωτέρω πλέον σημαντικό είναι το ίδιο το περιεχόμενο του τεκμηρίου
- Στην παράγραφο 18 της συμφωνίας εγγυήσεως αναφέρεται «Νοείται, ακόμη, ότι η ολική μου ευθύνη με βάση την εγγύηση αυτή θα είναι ως το ποσό των €260.000,00». Το δε αμέσως επόμενο έγγραφο ρητά μνημονεύει τις παρασχεθείσες διευκολύνσεις. Όσα εκεί αναφέρονται αποκαλύπτουν ότι πρόκειται για επαγγελματικό δάνειο, ύψους €260.
- Αναφέρεται ακόμη ότι αναμενόμενη ημερομηνία εξόφλησης είναι η 21/10/
- Περιπλέον, αναφέρεται και ο αριθμός των δόσεων και το ποσό που αντιστοιχεί σε αυτές, καθώς και το συνολικό επιτόκιο, ανερχόμενο σε 7.75%. Στη δε τελευταία σελίδα του ιδίου εγγράφου, με αρίθμηση 4/4, ρητά αναφέρεται «Έχω επίσης παραλάβει ταυτόχρονα τη «δήλωση περιουσιακών στοιχείων» που ετοίμασε ο προτιθέμενος πρωτοφειλέτης». Είναι λοιπόν αντιληπτό ότι τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 7, όχι μόνο δεν δικαιολογούν τις αιτιάσεις της εναγομένης, αντιθέτως τις διαψεύδουν. Το τεκμήριο 7, το οποίο δέχεται ότι της δόθηκε, αποκαλύπτει όλες τις πληροφορίες που είχαν να κάνουν με το δάνειο. Εν κατακλείδι, κορύφωση του παραληρήματος της εναγομένης συνιστά η απάντηση που έδωσε σε υποβολή της συνηγόρου των εναγόντων. Η σχετική στιχομυθία έχει ως εξής˙ «ερ: Κυρία μάρτυς σας υποβάλλω ότι τα έγγραφα που υπογράψατε σας είχαν εξηγηθεί από τους ενάγοντες και γι' αυτό τα υπογράψατε. απ: Δεν το είπα μόλις αυτό;» Εν ολίγοις δέχεται ότι τα έγγραφα της εξηγήθηκαν, παρά τα όσα ενωρίτερα υποστήριξε. Εν τούτοις τα έγγραφα που της δόθηκαν και της εξηγήθηκαν, όπως η ίδια δέχεται, ομιλούν για το ύψος του ποσού (€260.000) του δανείου, για τη φύση της συναλλαγής, δηλαδή ότι πρόκειται για δάνειο, καθώς και όλες τις άλλες σχετικές πληροφορίες, μεταξύ αυτών και την ευθύνη που η ίδια ανέλαβε. Προφανώς αυτή η νέα εγγύηση που ανέλαβε, δηλαδή το τεκμήριο 7, είναι και ο λόγος που ακυρώθηκαν οι τρεις προηγούμενες εξασφαλίσεις που είχε δώσει, ως προκύπτει από το τεκμήριο
- Παρεμβάλλεται εδώ και το εξής σχετικό, το οποίο αφορά άλλη μια από τις θέσεις της εναγομένης. Η τελευταία σελίδα του τεκμηρίου 7 φανερώνει ότι πληροφορήθηκε για το δικαίωμά της να ζητήσει ανεξάρτητη νομική συμβουλή, δικαίωμα όμως που δεν άσκησε. Με δεδομένα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν, εν προκειμένω ότι η εναγομένη ανέγνωσε τα έγγραφα, που ούτως ή άλλως της εξηγήθηκαν, συνάγεται ότι έλαβε γνώση τούτου του δικαιώματος και εφόσον δεν υπέδειξε κάποιο δικηγόρο, όπως άλλωστε αποκαλύπτεται από το ίδιο το έγγραφο, προκύπτει ότι δεν επιθυμούσε τέτοιον. Όλα τα ανωτέρω αναδεικνύουν τον παλινδρομικό και αντιφατικό χαρακτήρα της μαρτυρίας της εναγομένης. Στο αντίποδα η μαρτυρία του ΜΕ2 και αναφέρομαι στη μαρτυρία αυτού του μάρτυρα καθ' ότι δεδομένο είναι πως η ΜΕ1 δεν συμμετείχε στη συνομολόγηση των υπό εξέταση συμφωνιών, ήταν σταθερή και απαλλαγμένη αντιφάσεων. Ο ΜΕ2 με παρρησία παραδέχθηκε ότι το τεκμήριο 7 δόθηκε στην εναγομένη την ίδια μέρα που υπογράφηκε και αυτό παρ' ότι η ΜΕ1 ανέφερε ότι η πρακτική το θέλει να δίδεται από προηγουμένως. Εν ολίγοις ο ΜΕ2 δεν επιχείρησε να αποκρύψει αυτό το στοιχείο από το Δικαστήριο, δείγμα του ειλικρινούς χαρακτήρα της μαρτυρίας του. Όπως δε έχει ήδη υποδειχθεί, η μαρτυρία του σε σχέση με τη γλώσσα της συνάντησης και το κατά πόσο τα έγγραφα εξηγήθηκαν στην εναγομένη, επιβεβαιώνεται ακόμη και από αυτή τη μαρτυρία της εναγομένης. Από την άλλη η μαρτυρία της ΜΕ1, η οποία άπτεται των καταστάσεων λογαριασμού και της αναδόμησης τούτων, δεν έτυχε αμφισβήτησης. Εν προκειμένω τίποτα δεν ρωτήθηκε η ΜΕ1 σε σχέση με τη διαδικασία που ακολούθησε για την εξέταση του λογαριασμού δανείου (τεκμήρια 15Α και 15), ο οποίος αφορά την εναγομένη και εν τέλει, την αναδόμηση της σχετικής κατάστασης λογαριασμού (τεκμήρια 17Α‑ Γ). Ούτε όμως και τα τεκμήρια 14Α, 14 και 16, τα οποία αφορούν τον τρεχούμενο λογαριασμό, έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Εν όψει όλων των ανωτέρω η μαρτυρία της εναγομένης κρίνεται αναξιόπιστη και απορρίπτεται στην έκταση που προσκρούει στη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, οι οποίοι κρίνονται ειλικρινείς και αξιόπιστοι. Ειδικά για τις συνθήκες σύναψης του τεκμηρίου 7, πλήρως αποδεκτή είναι η μαρτυρία του ΜΕ2 που ήταν παρών και ως εκ τούτου γνώστης των περιβάλλοντων γεγονότων. Βάσει της αξιόπιστης μαρτυρίας καταλήγω ότι την 07/11/2011 η εναγομένη μετέβη στην τράπεζα όπου εκεί ευρίσκετο και ο σύζυγός της. Εκεί βρίσκετο και ο ΜΕ2 ο οποίος της εξήγησε την όλη κατάσταση και ειδικά ότι η εταιρεία αντιμετώπιζε οικονομικό πρόβλημα. Σε αυτό το πλαίσιο της αναφέρθηκε το δάνειο που ζήτησε η εταιρεία και συγκεκριμένα το ύψος τούτου €260.000 και κάθε τι σχετικό. Περιπλέον της υπεδείχθη και είδε τη συμφωνία δανείου, τεκμήριο
- Της δόθηκε το τεκμήριο 7, το οποίο και πάλιν της εξηγήθηκε και αφότου το μελέτησε το υπέγραψε. Όπως προκύπτει από την τελευταία σελίδα του τεκμηρίου 7, η εναγομένη δεν επιθυμούσε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή, εξού και δεν δήλωσε όνομα δικηγόρου. Την επαύριον της υπογραφής του τεκμηρίου 7 η εναγομένη και ο σύζυγός της μετέβησαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου και χορήγησαν στην τράπεζα περαιτέρω εξασφαλίσεις σε σχέση με το δάνειο και συγκεκριμένα τις υποθήκες Υ3317/11 για πόσο €119.500 και Υ3319/11 για ποσό €63.
- Οι εναγόμενοι 2 και 3, σύζυγος και εναγομένη αντίστοιχα, είναι συνιδιοκτήτες των ακινήτων που αφορούν οι υποθήκες. Προτού η διερεύνηση προχωρήσει περαιτέρω, παρεμβάλλεται πως οι πάρα πάνω διαπιστώσεις θέτουν εκποδών πλείστες τόσες θέσεις της δικογραφημένης υπεράσπισης της εναγομένης. Εν προκειμένω δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της ότι η τράπεζα της απόκρυψε και/ή δεν της αποκάλυψε τη φύση και την έκταση των υποχρεώσεων που ανέλαβε με το τεκμήριο
- Αντιθέτως η μαρτυρία της εναγομένης αποκαλύπτει ότι της εξηγήθηκε κάθε τι σχετικό και περιπλέον το τεκμήριο 7 αλλά και η μαρτυρία του ΜΕ2, καθιστούν σαφές ότι κατέστη κοινωνός όλων των σχετικών λεπτομερειών. Εξαρχής ενημερώθηκε ότι η εγγύηση της αφορούσε δάνειο ύψους €260.000, κάτι άλλωστε που αποκαλύπτετο από το σύνολο των εγγράφων του τεκμηρίου 7 το οποίο της δόθηκε και της εξηγήθηκε και επίσης πληροφορήθηκε ότι ο λόγος του δανείου ήταν οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε η εταιρεία. Υπό το φως όλων των ανωτέρω διαπιστώσεων δεν δικαιολογούνται οι αιτιάσεις της εναγομένης στην υπεράσπιση περί δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψυχικής πίεσης, είτε από την τράπεζα είτε από τον σύζυγο της εναγομένης, δηλαδή τον εναγόμενο
- Άλλωστε και η μαρτυρία της εναγομένης περιορίστηκε εντέλει στο ότι η τράπεζα δεν της αποκάλυψε το εύρος του δανείου και ότι είχε δικαίωμα ανεξάρτητης νομικής συμβουλής. Τίποτα άλλο δεν αναφέρθηκε σε σχέση είτε με τον σύζυγο είτε με την τράπεζα. Εν τούτοις οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου δεν υποστηρίζουν τις αιτιάσεις της εναγομένης και ως εκ τούτου μοιραία οι δικανικές θέσεις της υπεράσπισης οδηγούνται σε απόρριψη. Με διαπιστωμένες πλέον τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συμφωνία εγγυήσεως, τεκμήριο 7, και βεβαίως τη συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων, τεκμήρια 3, 4 και 5, και τη συμφωνία δανείου, τεκμήριο 6, ό, τι απομένει είναι η εξακρίβωση της πορείας που είχαν οι εν λόγω χρηματοδοτήσεις. Επ' αυτού σχετική είναι η αναμφισβήτητη και αναντίλεκτη μαρτυρία της ΜΕ
- Όπως προαναφέρθηκε η εν λόγω μάρτυρας εκτύπωσε τις καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήρια 14 και 15 και τις συνέκρινε με τις αρχικές καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Αυτή τούτη η ενέργεια της ΜΕ1, δηλαδή η σύγκριση των δύο -λογαριασμών και αρχείου- δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση και συνεπώς εκλαμβάνεται ως παραδεχτή. Περιπλέον, η ΜΕ1 προσκόμισε στο Δικαστήριο τόσο τα τεκμήρια 14 και 15, όσο και τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού που ετοίμασε η ίδια και είναι τούτες τα τεκμήρια 16 και 17Α, Β και Γ. Το μεν τεκμήριο 16 αντιστοιχεί στο τεκμήριο 14, δηλαδή στην κατάσταση λογαριασμού των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν, τα δε τεκμήρια 17Α, Β και Γ αντιστοιχούν στην κατάσταση λογαριασμού του δανείου, δηλαδή το τεκμήριο
- Ο λόγος που προσκομίστηκαν τρία έντυπα λογαριασμών (τεκμήρια 17Α, Β και Γ) είναι γιατί κάθε ένα εξ' αυτών συναρτάται με διαφορετικό εναγόμενο. Σε σχέση με το τεκμήριο 16 η ΜΕ1 ανέφερε ότι αντί να προβεί σε ανάλυση όλων των κινήσεων του λογαριασμού, προχώρησε στη διερεύνηση των χρεώσεων που είχε δεχθεί ο λογαριασμός. Υποστήριξε δε ότι κατόπιν τούτης της διεργασίας διαπίστωσε ότι κάποιο ποσό πρέπει να αφαιρεθεί από τις χρεώσεις του λογαριασμού. Τούτο το ποσό είναι αυτό που φαίνεται στο τεκμήριο 16 στη δεξιότερη στήλη, εν προκειμένω το ποσό των €20.121,
- Όπως ανέφερε, το εν λόγω ποσό πρέπει να αφαιρεθεί από το ποσό που αναφέρεται στην επιστολή τερματισμού τεκμήριο 12, δηλαδή από το ποσό των €194.983,14, ώστε να προκύψει το οφειλόμενο ποσό μετά την αναδόμηση του λογαριασμού. Ούτε και σε αυτή την περίπτωση, δηλαδή των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού που ετοίμασε η ΜΕ1, η υπεράσπιση αμφισβήτησε οτιδήποτε. Περιττό να υπομνησθεί εδω ότι μια κατάσταση λογαριασμού τράπεζας διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 22 του Κεφ.
- Αντί άλλης επισήμανσης παρατίθενται τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Limited ν. Ζαλούμη κ.α, Πολ. Έφ. 149/13, ημερομηνίας 14/04/2020, ECLI:CY:AD:2020:A123, όπου εξηγήθηκε η επενέργεια του άρθρου
- Αναφέρθηκε εκεί ότι: «Σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, μαρτυρία για τα πιο πάνω γίνεται δεκτή ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη καταχώρησης των «θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σε αυτό». Δηλαδή, το αντίγραφο του τραπεζικού λογαριασμού και μαρτυρία προς τούτο δίδεται από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας, είτε προφορικά, είτε με ένορκη δήλωση. Η παρουσίαση, επομένως, και μάλιστα χωρίς οποιαδήποτε ένσταση, πέραν από τον αριθμό των ίδιων των λογαριασμών και των ημερομηνιών των δοσοληψίων, του λογαριασμού δανείου, τεκμήρια 16(α) και 16(β), (που έγινε όμως δεκτό από το Δικαστήριο ότι υπήρξε αλλαγή αριθμού), δημιούργησε εκ πρώτης όψεως απόδειξη της ορθότητας όλων των καταχωρήσεων.» Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. 405/12, ημερομηνίας 27/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A540, στην οποία υποδείχθηκε ότι το βάρος απόδειξης του λανθασμένου των χρεοπιστώσεων το φέρει ο χρεώστης. Επίσης στην Christakis Ioannou Merkis Services Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. 126/12, 10/07/2018, ECLI:CY:AD:2018:A345 υποδείχθηκε ότι ως μέρος τούτων των χρεοπιστώσεων είναι και ο ισχυριζόμενος ανατοκισμός. Στην υπό εξέταση περίπτωση η υπεράσπιση της εναγομένης 3 στη γραπτή αγόρευσή της υποστηρίζει ότι οι ενάγοντες είναι εκείνοι που φέρουν το βάρος απόδειξης του υπολοίπου. Καίτοι αυτό είναι ορθό, εκείνο που παραγνωρίζει η σχετική θέση της υπεράσπισης είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Ζαλούμη, πιο πάνω και τα οποία αποκαλύπτουν πως δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ. 9, το αποδεικτικό βάρος μετατίθεται στους ώμους του προσώπου που αμφισβητεί το υπόλοιπο της κατάστασης λογαριασμού. Με δεδομένο ότι στην προκείμενη περίπτωση η υπεράσπιση και με αυτό εννοώ το σύνολο των εναγομένων, τίποτα δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο που να πλήττει το κύρος ή τη βασιμότητα των χρεοπιστώσεων των δύο λογαριασμών και με την αναφορά σε λογαριασμούς εννοώ τις αναδομημένες καταστάσεις τεκμήρια 16 και 17Α, Β και Γ, καταλήγω πως η εκ πρώτης όψεως απόδειξη των λογαριασμών δεν πλήγηκε και ως εκ τούτου κατέστη επαρκή απόδειξη των όσων εκεί αναφέρονται. Εν τούτοις προς αποφυγή τυχόν παρερμηνείας σημειώνω ότι παραμένει να εξεταστεί το ζήτημα του τόκου υπερημερίας. Τώρα, η αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΕ1, καθώς επίσης οι καταστάσεις λογαριασμών τεκμήρια 14, 15, 16 και 17Α, Β και Γ, αποκαλύπτουν ότι η εταιρεία παρέλειψε να συμμορφωθεί με τα διαλαμβανόμενα στις συμφωνίες που συνομολόγησε με την τράπεζα και αποτέλεσμα τούτου ήταν η αποστολή σχετικής επιστολής, δηλαδή του τεκμηρίου
- Εν πρώτοις η ΜΕ1 δεν αμφισβητήθηκε για τη θέση της ότι κατά τον χρόνο που αφορά η επιστολή τεκμήριο 10, δηλαδή την 09/03/2012, τόσο ο λογαριασμός πιστωτικών διευκολύνσεων όσο και ο λογαριασμός δανείου, παρουσίαζαν καθυστερήσεις, δηλαδή ως αναφέρεται στην επιστολή τεκμήριο
- Πέραν αυτού τα ποσά που αναφέρονται στην επιστολή τεκμήριο 10, δηλαδή €10.221,75 για τον τρεχούμενο λογαριασμό και €261.811,17 για το δάνειο, προκύπτουν από τις αντίστοιχες καταστάσεις λογαριασμών, τεκμήρια 14 και 15 αντίστοιχα. Συνεπώς αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι την 09/03/2012 οι δύο λογαριασμοί της εταιρείας τελούσαν σε υπέρβαση και οφείλοντο τα ποσά που πιο πάνω αναφέρθηκαν, δηλαδή €10.221,75 και €261.811,
- Δεν είναι άνευ σημασίας η σχετική διαπίστωση. Ακριβώς το αντίθετο ισχύει εφόσον νομολογημένο είναι ότι η παράλειψη καταβολής καθυστερημένων δόσεων συνιστά παράβαση ουσιώδους όρου της συμφωνίας δανείου και δικαιολογεί τον πιστωτή να δρομολογήσει διαδικασία τερματισμού τούτης (βλ. Evelthon Developments Ltd κ.α ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1Γ Α.Α.Δ 2486). Σε σχέση με τον λογαριασμό πιστωτικών διευκολύνσεων που αφορά αποκλειστικά την εναγομένη 1, αρκεί να υποδειχθεί ότι η τράπεζα δικαιούται να τερματίσει τούτον ανά πάσα στιγμή και να απαιτήσει καταβολή του οφειλόμενου ποσού, καθιστώντας έτσι υποχρέωση του οφειλέτη να συμμορφωθεί. Προς επίρρωση των προμνησθέντων υποδεικνύεται ότι στον Paget's Law of Banking, 13η έκδοση, παράγραφος 11.16 αναφέρεται ότι˙ «An overdraft is repayable on demand and forms of charge over security invariably provide accordingly». Ανάλογα αναφέρονται στον Ellinger's Modern Banking Law, 5η έκδοση, σελίδα
- Στην προκείμενη περίπτωση η συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων, για ό, τι εδώ αφορά νοείται το τεκμήριο 5 που ήταν σε ισχύ κατά τον επίδικο χρόνο, διαλαμβάνει ότι η τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει να τερματίσει το λογαριασμό, να καταστήσει το ποσό απαιτητό και να ζητήσει την εξόφληση του αμέσως (παράγραφος 4 τεκμηρίου 5). Άμα δε το ποσό καταστεί απαιτητό ο πελάτης υποχρεούται να πληρώσει τούτο αμέσως (παράγραφος 6 τεκμηρίου 5). Συνεπώς διαπίστωσή μου είναι ότι στην προκείμενη περίπτωση η υπέρβαση του τρεχούμενου και η καθυστέρηση του δανείου, δικαιολογούσε την τράπεζα να απαιτήσει τα προαναφερθέντα ποσά. Υπεισέρχεται εν τούτοις ζήτημα σε σχέση με την απαίτηση των οφειλόμενων ποσών. Σε σχέση με αυτό η τράπεζα προσκόμισε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 10, δηλαδή την επιστολή 09/03/2012 με την οποία κάλεσε την οφειλέτρια εταιρεία, καθώς και τους εγγυητές της, εναγόμενους 2 και 3, να καταβάλουν τα καθυστερημένα ποσά. Εν τούτοις θέση της εναγομένης είναι πως ουδέποτε έλαβε είτε την επιστολή τεκμήριο 10, είτε τις επιστολές τεκμήρια 11 και
- Ό, τι τέθηκε προς τη ΜΕ1 είναι πως η εναγομένη 3 δεν διέμενε στη διεύθυνση [ ] [ ], Πάφος, δηλαδή στη διεύθυνση που αναγράφεται στην επιστολή. Ένεκα των πιο πάνω αρμόζει να διερευνηθεί καθετί σχετικό της νομολογίας που άπτεται της αποστολής επιστολών. Εν προκειμένω δεδομένη είναι η νομολογιακή αρχή ότι επιστολή η οποία ταχυδρομείται και δεν επιστρέφεται ως μη παραληφθείσα, συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι παρελήφθη από το πρόσωπο στο οποίο στάληκε (βλ. Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1895, 1907, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, 491 και Alpha Bank Cyprus Ltd v. Arena Motor Show Ltd, Πολ. Έφ. 84/09, ημερομηνίας 02/10/2015, ECLI:CY:AD:2015:A648). Στην υπό κρίση περίπτωση καθοριστικά είναι τα αναφερόμενα στην παράγραφο 24 της συμφωνίας εγγυήσεως, δηλαδή το τεκμήριο
- Ό, τι διαλαμβάνεται εκεί είναι πως απαίτηση που υποβάλλεται μέσω συνήθους ταχυδρομείου στη διεύθυνση που αναγράφεται στη συμφωνία εγγυήσεως, θεωρείται ισχυρή. Εν τούτοις η διεύθυνση που αναγράφεται στο τεκμήριο 7, είναι [ ] [ ], Πάφος. Συνεπώς τα διαλαμβανόμενα στη συμφωνία των διαδίκων, τεκμήριο 7, υπαγόμενα στις σχετικές νομολογιακές αρχές, δεν επιτρέπουν συμπέρασμα άλλο, πλην ότι η εναγομένη παρέλαβε την επιστολή τεκμήριο
- Τώρα, γεγονός είναι ότι τα τεκμήρια 11 και 12 δεν στάλησαν στη διεύθυνση που αναγράφεται στο τεκμήριο 7, δηλαδή στη [ ] [ ], Πάφος. Όπως φαίνεται από τα ίδια τα έγγραφα, η διεύθυνση στην οποία ταχυδρομήθηκαν είναι [ ] 23Β, [ ] Γεροσκήπου. Εν τούτοις δεδομένο είναι πως κατά τον επίδικο χρόνο τούτη ήταν η διεύθυνση της εναγομένης
- Αυτό της υποβλήθηκε από τη συνήγορο των εναγόντων και συμφώνησε. Περιπλέον της υποδείχθηκε το τεκμήριο 11 και της τέθηκε ότι στάλθηκε στην εν λόγω διεύθυνση και απάντησε «ναι, θα πρέπει να είχε σταλεί, αν είχε σταλεί». Εν κατακλείδι, τα τεκμήρια 11 και 12 δεν έτυχαν αμφισβήτησης και ούτε τέθηκε στη ΜΕ1 οτιδήποτε σχετικό της ταχυδρόμησης. Έτι περισσότερο το τεκμήριο 12 δεν είναι απλώς η επιστολή που στάλθηκε. Πέραν της επιστολής, μέρος του τεκμηρίου 12 αποτελεί και η απόδειξη του ταχυδρομείου που φανερώνει ότι η εν λόγω επιστολή ταχυδρομήθηκε στη διεύθυνση που εκεί αναφέρεται και είναι η διεύθυνση που η εναγομένη ενόρκως δήλωσε ότι τότε διέμενε. Εν όψει όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι μοναδικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως οι εν λόγω επιστολές, τεκμήρια 11 και 12, στάλθηκαν στη διεύθυνση που διέμενε η εναγομένη 3 και εφόσον δεν επιστράφηκαν στην τράπεζα συνάγεται ότι παραλήφθηκαν. Κατά αναλογία καταλήγω ότι τα τεκμήρια 10, 11 και 12 ταχυδρομήθηκαν στη διεύθυνση των εναγομένων 1 και 2 και παραλήφθηκαν δεόντως από αυτούς. Η σημασία όλων των ανωτέρω έγκειται στο ότι οι εν λόγω επιστολές πληροφόρησαν τους εγγυητές σε σχέση με την υπέρβαση του λογαριασμού και τις καθυστερημένες δόσεις του δανείου, κατά πως προβλέπεται στο άρθρο 12 του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν.197(Ι)/2003 και περαιτέρω, κάλεσε τον χρεώστη, δηλαδή την εταιρεία, να συμμορφωθεί, όπως προβλέπεται στη μεταξύ τους σύμβαση, τεκμήρια 5 και
- Από την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΕ1 διαπιστώνεται ότι οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με το περιεχόμενο του τεκμηρίου
- Αυτό διαπιστώνεται και από τα τεκμήρια 14 και 15, δηλαδή τις καταστάσεις λογαριασμού και συγκεκριμένα στις ημερομηνίες που έπονται της ημερομηνίας της επιστολής τεκμήριο 10 (09/03/2012), όπου δεικνύεται αύξηση της υπέρβασης και των καθυστερημένων δόσεων αντίστοιχα. Περαιτέρω διαπίστωσή μου είναι ότι μετά την αποστολή του τεκμηρίου 10 ακολούθησε η ταχυδρόμηση των τεκμηρίων 11 και 12 αντίστοιχα. Το τεκμήριο 11, ημερομηνίας 15/05/2012, πληροφορούσε τους εναγόμενους για τον τερματισμό των δύο λογαριασμών, ενώ το τεκμήριο 12, ημερομηνίας 30/08/2012, τους πληροφορούσε ότι επίκειτο η λήψη δικαστικών μέτρων. Ως εκ των ανωτέρω, πρόσθετη διαπίστωσή μου είναι πως οι επίδικοι λογαριασμοί τερματίστηκαν την 15/05/2012 (τεκμήριο 11). Παραμένει τώρα ο ακριβής προσδιορισμός του οφειλόμενου ποσού. Αναφέρθηκε ήδη ότι οι καταστάσεις λογαριασμών τράπεζας συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη τούτου του υπολοίπου και εφόσον στην προκείμενη περίπτωση οι εναγόμενοι δεν κατόρθωσαν να πλήξουν το κύρος και την αξιοπιστία αυτών, έπεται ότι αποδεικνύουν το υπόλοιπο. Αποτελεί κοινό τόπο ότι στο υπόλοιπο που αναφέρεται στις εν λόγω καταστάσεις, πρωτίστως στα τεκμήρια 17Α, Β και Γ εφόσον το τεκμήριο 16 άπτεται των τόκων και όχι όλων των κινήσεων του λογαριασμού, εμπεριέχεται τόκος υπερημερίας 2%. Προσφάτως είχα την ευκαιρία να πραγματευτώ τη νομιμότητα τέτοιου επιτοκίου υπερημερίας στην αγωγή 3961/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ημερομηνίας 19/03/
- Όπως εκεί αναφέρθηκε˙ «Ας δούμε τώρα την ουσία του πράγματος η οποία είναι ριζωμένη στο εξής ερώτημα˙ είναι νόμιμη και επιτρεπτή η επιβολή τόκου υπερημερίας επί του οφειλόμενου ποσού και αν ναι μέχρι ποιο ποσοστό; Επ' αυτού η θέση της υπεράσπισης είναι πως η τράπεζα δεν δικαιούται οιονδήποτε τόκο υπερημερίας. Το ζήτημα δεν είναι απαλλαγμένο νομοθετικής ρύθμισης. Εν προκειμένω σχετικές είναι οι διατάξεις του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν.160(Ι)/99 ως έχει τροποποιηθεί, τις οποίες επικαλέστηκαν και οι δύο πλευρές. Σχετική διάταξη είναι εκείνη του άρθρου 3(1β), το οποίο με τη σημερινή του μορφή εισήχθη στο νόμο με τον τροποποιητικό Ν.66(Ι)/
- Ποια η σημασία του άρθρου αυτού στο νομικό στερέωμα και ο αντίκτυπος που έχει στην επίδικη σύμβαση, προκύπτει από το ακόλουθο απόσπασμα του Χαραλάμπους Π.Ε.Δ στην αγωγή Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Σιαμπτάνη, υπ' αριθμό 10027/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και ημερομηνίας 22/05/2020, το οποίο με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο και ως εκ τούτου υιοθετείται. Αναφέρθηκε εκεί ότι: «(1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή.» Πέραν της δυσκολονόητης έως ακατανόητης αναφοράς σε μαχητό τεκμήριο για το ίδρυμα με τον τρόπο που είναι διατυπωμένο το εδάφιο είναι πιθανόν να θεωρηθεί εκ πρώτης όψεως πως με τον όρο «αυξημένος τόκος» εννοείται τόκος πέραν του 2% αλλά η προσεκτικότερη μελέτη καταδεικνύει πως δεν ήταν αυτός ο σκοπός του Νομοθέτη, ούτε και το νόημα του άρθρου. Αυτό επιβεβαιώνεται πρώτον εξ αντιδιαστολής από το ότι υπήρχε τέτοια επεξήγηση στον προηγούμενο τροποποιητικό Ν.141
(1)/14 («. αυξημένου τόκου από την υπερημερία . ο οποίος υπερβαίνει το ποσό που αντιστοιχεί στις δύο εκατοστιαίες μονάδες .»), η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στον μεταγενέστερο Ν.66
(1)/15 και δεύτερον από την επιφύλαξη του υφιστάμενου εδ.(1β) ως πιο πάνω. Έχω την άποψη πως οι δύο φράσεις «αυξημένου τόκου από την υπερημερία» και πιο κάτω «ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας» δεν μπορούν να ερμηνευτούν ως να σημαίνουν τον τόκο υπερημερίας ο οποίος υπερβαίνει το 2%. Αυτό επιβεβαιώνεται τελειωτικά από την επιφύλαξη του εδ.(1β) η οποία και πάλι αναφέρει γενικά πως «πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις» (στην περίπτωση που δεν αποδειχθεί ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά του πιστωτικού ιδρύματος).» Κατάληξη του ευπαιδεύτου Προέδρου ήταν ότι: «Έχει τη σημασία του πως η πρόνοια αυτή εφαρμόζεται μόνο για τις συμβάσεις που ήταν σε ισχύει ή τερματίστηκαν πριν από τον Ν.66
(1)/15 και όχι για τις μεταγενέστερες (νέες) συμβάσεις, καθότι απαγορεύοντας με το εδ.(1α) την επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2% ο Νομοθέτης δεν απαίτησε την απόδειξη ότι τέτοιο επιτόκιο σε νέες συμβάσεις αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά. Κάτι τέτοιο όμως απαιτείται ρητώς για τις παλαιές συμβάσεις οποτεδήποτε επιβλήθηκε αυξημένος τόκος από την υπερημερία και ανεξαρτήτως ποσοστού. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία τείνει να παράσχει έστω κάποια ένδειξη και πολύ περισσότερο να αποδείξει ότι ο επιβληθείς ή έστω ο διεκδικούμενος τόκος «αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της Ενάγουσας». Κατά συνέπειαν η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση για το οφειλόμενο κεφάλαιο στις 24.8.10 με τόκο 5% και όχι με τον αυξημένο τόκο που επέβαλε λόγω της υπερημερίας.» Τα πιο πάνω με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο. Κρίνω όμως σκόπιμο να προσθέσω και τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ 1491, 1499, επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, στην οποία επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας ύψους 3%. Καίτοι βάσει αποτελέσματος θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η επιβολή τόκου υπερημερίας είναι νόμιμη και εύλογη, υποδεικνύεται πως σε εκείνη την περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση είχε εκδοθεί την 08/11/2009, δηλαδή πολύ πριν τη θέσπιση των δύο τροποποιητικών νομοθεσιών (Ν.141(Ι)/2014 και Ν.66(Ι)/2015) και συνεπώς αντιληπτό είναι πως δεν τύγχανε εφαρμογής αυτό που σήμερα απασχολεί, εξού και δεν συζητήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αυτό συνάγεται, έστω εμμέσως, από τα λεχθέντα στις υποθέσεις Arredos Style Furnishing Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. Ε119/2014, ημερομηνίας 15/11/2019 και Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. 386/10 ημερομηνίας 15/11/2016, ECLI:CY:AD:2016:A522. Στην τελευταία εκ των δύο υποδείχθηκε ότι: «Οι τροποποιήσεις αυτές στο βασικό Νόμο δεν έχουν οποιαδήποτε επίπτωση στα γεγονότα της πρωτόδικης αγωγής, η οποία είχε καταχωρηθεί το 2006, με απόφαση που εκδόθηκε στις 12.11.2010, πριν δηλαδή τις τροποποιήσεις. Θα τύχουν αναφοράς στο βαθμό που είναι αναγκαίο ως προς τον καθορισμό της αναδρομικότητας του Νόμου.» Πέραν των πιο πάνω στην υπόθεση Ξιούρουππας το Ανώτατο Δικαστήριο διερεύνησε το κατά πόσο ο Ν.141(Ι)/2014 τυγχάνει αναδρομικής εφαρμογής. Κατέληξε συναφώς ότι: «Ως ουσιαστικής, λοιπόν υφής και χωρίς ρητή και συγκεκριμένη πρόνοια, ο Νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εφόσον δεν αφορά σε δικονομικές πρόνοιες, (Χριστοφίδης ν. Παττίχης
(2002)1 Α.Α.Δ. 245). Δεν επηρεάζει συνεπώς δικαιώματα προνόμια υποχρεώσεις ή ευθύνες που εξασφαλίστηκαν ή προέκυψαν δυνάμει του Νόμου αρ. 26/77 που καταργήθηκε με το νέο Νόμο. Σύμφωνα με τις αποφάσεις Datamedia AE v. KSN (Business Aids) Ltd
(1990)1 C.L.R. 13 και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας,
(2002)3 Α.Α.Δ. 296, αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται ούτε υφίσταται εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο. Το ίδιο προνοεί και ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1. Είναι λοιπόν σαφές ότι ο Νόμος δεν είχε οποιαδήποτε αναδρομική ισχύ σε προηγηθείεσες συμβάσεις. Αυτό καθίσταται φανερό και από το γεγονός ότι με την τροποποίηση που επήλθε με το Νόμο αρ. 141(Ι)/14, καθορίστηκε (έστω εκ των υστέρων), με το άρθρο 2Α ο σκοπός αυτού, που είναι η προστασία των δικαιωμάτων των οφειλετών πιστωτικών ιδρυμάτων με απαγόρευση πρόσθετης επιβάρυνσης μετά από μονομερή άσκηση από πιστωτικό ίδρυμα τυχόν συμβατικού δικαιώματος που προκύπτει από ρήτρα αύξησης περιθωρίου. Με το άρθρο 2Β, καθορίστηκε το πεδίο εφαρμογής του Νόμου για να ισχύει σε όλες τις συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων κατά την ημερομηνία έναρξης του τροποποιητικού Νόμου, καθώς και για όλες τις νέες συμβάσεις μετά την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Νόμου που ήταν η 9.9.2014, ημερομηνία δημοσίευσης. Έτσι στο βαθμό που ο νομοθέτης ήθελε να καλύψει προηγηθείσες συμβάσεις και να διαφοροποιήσει ενδεχομένως την υφιστάμενη νομολογία, το έπραξε για όλες τις συμφωνίες μετά τις 9.9.2014 ή σε αυτές που βρίσκονταν ακόμη σε ισχύ έστω και αν είχαν συνομολογηθεί προηγουμένως. Συνεπώς δεν εφαρμόζεται η τροποποίηση στα επίδικα γεγονότα εφόσον οι προαναφερθείσες συμφωνίες τερματίστηκαν με σχετικές ειδοποιήσεις της τράπεζας στις 2.4.2003.» Το πιο πάνω δεν παρατίθενται άνευ αποχρώντος λόγου και αυτό γιατί σηματοδοτούν και προδιαγράφουν εκείνο που χρειάζεται να εξεταστεί εδώ σε σχέση με τον έτερο τροποποιητικό νόμο, δηλαδή το Ν.66(Ι)/2015. Η εξέταση αναδεικνύει μια ιδιαίτερη και σοβαρή πτυχή του θέματος, δηλαδή ότι ο τροποποιητικός νόμος που ακολούθησε, ήτοι ο Ν.66(Ι)/2015, σκοπούσε ακριβώς στο να προσδώσει στα εκεί αναφερόμενα αναδρομική ισχύ, ώστε να «καλύψει προηγηθείσες συμβάσεις» κατά το λόγο της υπόθεσης Ξιούρουππας και αυτό γιατί σκοπός της θέσπισης και των δύο τροποποιητικών νομοθεσιών ήταν η προστασία των οφειλετών από πρόσθετη επιβάρυνση ένεκα μονομερούς αυξήσεως περιθωρίου, πράγμα όμως που επιβεβαιωμένα δεν κατόρθωσε να επιτύχει η προηγηθείσα τροποποίηση. Ο Ν.66(Ι)/2015 από την άλλη, ρητά αναφέρει ότι αφορά κάθε σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης που «ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν την ημερομηνία έναρξης» του νόμου, δηλαδή του νόμου του 2015. Συνεπώς το γεγονός ότι καλύπτει και συμβάσεις που έχουν τερματιστεί δηλώνεται ρητώς και απεριφράστως στο άρθρο 3(1β), γλώσσα η οποία διατυμπανίζει με γλαφυρότητα την αναδρομική ισχύ τούτου. Εν ολίγοις, το λεκτικό του Ν.66(Ι)/2015 είναι προφανές ότι σκοπούσε στο να επιφέρει αυτό που δεν κατόρθωσε να επιφέρει ο προηγούμενος τροποποιητικός νόμος (Ν.141(Ι)/2014), όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Ξιούρουππας. Σήμερα με τρόπο σαφή και ξεκάθαρο τόσο το άρθρο 3(1β), όσο και το άρθρο 2Β(γ) του Ν.160(Ι)/1999, αναδεικνύουν τούτη την αναδρομική ισχύ. Παρεμβάλλεται περαιτέρω ότι ουδεμία απόκλιση διαπιστώνω μεταξύ των διαλαμβανομένων στα άρθρα 2Β(γ) και 3(1β) του Ν.160(Ι)/1999. Αν όμως ήθελε κριθεί ότι υφίσταται διάσταση στο σκοπό που έκαστο εξ αυτών εξυπηρετεί, προχωρώ λέγοντας ότι και αυτή είναι και η κατάληξή μου, πως το ζήτημα που εδώ εξετάζεται διέπεται ευθέως από το τελευταίο άρθρο [3(1β)], εφόσον άπτεται αυτών τούτων των παλαιών συμβάσεων κατά τρόπο ευρύτερο του προηγηθέντος άρθρου και αυτό είναι το καθοριστικό στοιχείο στην όλη διερεύνηση, καθ' ότι αναδεικνύει και ως εκ τούτου καθιστά την εν λόγω διάταξη ως ειδική και καθοριστική. Εν προκειμένω υποστήριξη αντλείται από το ακόλουθο απόσπασμα στους Halsbury's Laws of England, 3rd edition, vol 36, κάτω από τον τίτλο «Statute to be construed as a whole»: «For the purposes of construction, the context (
- s)of words which are to be construed includes not only the particular phrase (
- t)or section in which they occur, but also the other parts of statute (u). Thus a statute should be construed as a whole so as, so far as possible, to avoid any inconsistency or repugnancy either within the section to be construed or as between that section and other parts of the statute (a). The literal meaning of a particular section may in this way be extended (
- b)or restricted (
- c)by reference to other sections and to the general purview of the statute (d). Where the meaning of sweeping general word is in dispute, and it is found that similar expressions in other parts of the statute have all to be subjected to a particular limitation or qualification, it is a strong argument for subjecting the expression in dispute to the same limitation or qualification (e). It is sometimes said that where there is an irreconcilable inconsistency between two provisions in the same statute, the later prevails (f), but this is doubtful (g), and the better view appears to be that the courts must determine which is the leading provisions and which the subordinate provision, and which must give way to the other (h).» Στη δεδομένη περίπτωση η ειδική και καθοριστική διάταξη είναι το άρθρο 3(1β) και τα εκεί αναφερόμενα καθορίζουν την ερμηνεία που αρμόζει να αποδοθεί και στο άρθρο 2Β(γ). Και όλα αυτά αν ήθελε κριθεί πως ο σκοπός των δύο άρθρων διαφέρει, πράγμα που κατά την ταπεινή μου γνώμη δεν ισχύει, εφόσον τα δύο άρθρα φανερώνουν την περί ης ο λόγος αναδρομική ισχύ τούτων. Εν όψει όλων των ανωτέρω καταλήγω ακριβώς όπως και ο Χαραλάμπους Π.Ε.Δ, ότι η νομοθεσία, εν προκειμένω ο Ν.66(Ι)/2015, δεν επιτρέπει την επιβολή επιτοκίου υπερημερίας, εκτός αν η τράπεζα καταφέρει να αποδείξει ότι τέτοια αξίωση, όχι όμως πέραν του 2%, συνιστά ειδική ζημιά που υπέστη. Στη δεδομένη περίπτωση ορθή είναι η θέση της υπεράσπισης ότι η τράπεζα δεν προσκόμισε τέτοια μαρτυρία και ως εκ τούτου κατάληξή μου είναι ότι δεν απέδειξε ότι υπέστη αντίστοιχη ειδική ζημία και συνεπώς δεν δικαιούται σε επιτόκιο υπερημερίας.» Τα ανωτέρω υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται στην ολότητά τους. Το επιτόκιο υπερημερίας που επιβλήθηκε στο οφειλόμενο υπόλοιπο αντίκειται της σχετικής νομοθεσίας και δεν δικαιολογείται, εφόσον οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν μαρτυρία ότι υπέστησαν οιαδήποτε ζημιά. Εν όψει των όσων έχουν διαπιστωθεί μέχρι αυτήν τη στιγμή προκύπτει ότι, την 15/05/2012 που τερματίστηκαν οι δύο λογαριασμοί, τα υπόλοιπα τούτων είχαν ως ακολούθως, για τον λογαριασμό πιστωτικών διευκολύνσεων το ποσό αυτό ανέρχετο σε €174.861,79 (είναι το ποσό που προκύπτει από αφαίρεση του ποσού που αναφέρεται στο τεκμήριο 16 ‑€20.121,35‑ από το ποσό που αναγράφεται στην επιστολή τεκμήριο 11 ‑ €194.983,14). Σε σχέση με το δάνειο η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 17Α, Β και Γ) δεν παραπέμπει στην ημερομηνία 15/05/2012. Εν τούτοις η αμέσως επόμενη ημερομηνία είναι η 30/06/2012 και το εκεί αναφερόμενο ποσό είναι αυτό των € 271.990,07 (τεκμήριο 17Γ). Αυτά διαπιστώνω ότι είναι και τα οφειλόμενα ποσά, ενώ σε σχέση με τον λογαριασμό πιστωτικών διευκολύνσεων το επιτόκιο ανέρχεται σε 9% από 15/05/2012, ενώ στο δάνειο το εν λόγω επιτόκιο ανέρχεται σε 7,75% από 30/06/2012. Και στα δύο ποσά προβλέπεται κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως, δηλαδή κάθε 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. Περαιτέρω, αντιληπτό είναι ότι από τον υπολογισμό του ποσού του δανείου πρέπει να αφαιρεθούν και τα δύο ποσά που πιστώθηκαν σε αυτό ένεκα της ανάκτησης των δύο ακινήτων 0/9973 και 0/9360, δηλαδή τα ποσά των €67.415,92 και €67.743,86. Προτού ολοκληρώσω προστίθεται εδώ και το εξής˙ οι αιτιάσεις της υπεράσπισης σε σχέση με την εγγύηση της εναγομένης 3 και πως αφορούσε προηγούμενες υποχρεώσεις της εταιρείας και δη εκείνες του τεκμηρίου 5, δεν ευσταθούν και εν πάση περιπτώσει κρίνονται άνευ αντικειμένου, δοθέντος ότι η αξίωση των εναγόντων έναντι της εναγομένης 3, αλλά και του εναγομένου 2, δεν έχει να κάνει με τον λογαριασμό πιστωτικών διευκολύνσεων (τεκμήριο 5), αλλά μόνο με το δάνειο (τεκμήριο 6). Εξού και από τους εναγόμενους 2 και 3 οι ενάγοντες αξιώνουν μόνο το ένα εκ των δύο ποσών και όχι και τα δύο. Περιπλέον, είναι η θέση της εναγομένης πως ήτο υποχρέωση της τράπεζας όπως κατά την υπογραφή του τεκμηρίου 6 την πληροφορήσει και για τις πιστωτικές διευκολύνσεις του τεκμηρίου 5. Έχει υποδειχθεί ήδη πως η εναγομένη είχε κάποια γνώση των υποχρεώσεων της εταιρείας, ως απόρροια των εξασφαλίσεων που είχε δώσει και οι οποίες ακυρώθηκαν με την υπογραφή του τεκμηρίου 7. Εν πάση περιπτώσει η υποχρέωση της τράπεζας για ενημέρωση του εγγυητή, πηγάζει από τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 5 του Ν.197(Ι)/03, ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο. Απλή και μόνο ανάγνωση τούτου αποκαλύπτει ότι δεν επεκτείνεται η υποχρέωση αποκάλυψης κατά τον τρόπο που εισηγείται η υπεράσπιση της εναγομένης 3. Ούτε επιβάλλεται να αποκαλυφθεί αυτούσια η συμφωνία δανείου. Στην υπό κρίση περίπτωση το τεκμήριο 7 και συγκεκριμένα το δεύτερο μέρος τούτου το οποίο δόθηκε πριν να υπογραφεί η συμφωνία κατά πως προβλέπεται στον σχετικό νόμο, το περιεχόμενο του φανερώνει ότι συνάδει με τις επιταγές του άρθρου 5. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι η εναγομένη ενημερώθηκε δεόντως για τα όσα η τράπεζα όφειλε να την ενημερώσει και σε χρόνο που έπρεπε να ενημερωθεί. Τίποτα περαιτέρω δεν χρειαζόταν να γνωστοποιηθεί στην εναγομένη 3 από την τράπεζα. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω, υπέρ των εναγόντων και εις βάρος των εναγομένων εκδίδεται απόφαση ως εξής˙ εναντίον όλων των εναγομένων εκδίδεται απόφαση κεχωρισμένως και/ή αλληλεγγύως για το ποσό των €271.990,07 με επιτόκιο προς 7,75% από 30/06/2012 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου κάθε 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. Νοείται ότι από το εν λόγω ποσό αφαιρετέα είναι τα ποσά που πιστώθηκαν στον λογαριασμό, δηλαδή ποσό €67.415,92 που πιστώθηκε την 27/12/2019 και ποσό €67.743,86 που πιστώθηκε την 20/11/2020. Εις βάρος των εναγομένων 2 και 3 εκδίδεται και διάταγμα˙ για τον εναγόμενο 2 ως οι παράγραφοι 21(iii) Γ και Ε της έκθεσης απαιτήσεως και για την εναγομένη 3 ως οι παράγραφοι 21(
- iv)Β και Γ της έκθεσης απαιτήσεως. Περαιτέρω, σε σχέση με την εναγομένη 1 εκδίδεται επιπλέον απόφαση για το ποσό των €174.861,79 με επιτόκιο προς 9% από 15/05/2012 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης κάθε 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εις βάρος των εναγομένων. Νοείται ότι σε σχέση με τους εναγόμενους 1 και 2 τα έξοδα που επιδικάζονται είναι αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με την εναγομένη 3, εν τούτοις εκτείνονται μόνο μέχρι και την 28/07/2020, εφόσον στη συνέχεια η υπόθεση σε σχέση με αυτούς οριζόταν για απόδειξη και τα λοιπά έξοδα, εν προκειμένω από την 28/07/2020 και επέκεινα, οφείλονται στο ότι η εναγομένη 3 προχώρησε σε ακρόαση. Ως εκ τούτου τα λοιπά έξοδα επιδικάζονται αποκλειστικά και μόνο σε βάρος της εναγομένης 3. ( Υπ.)......................................... Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο