ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED (πρώην ASTROBANK LIMITED) ν. Θεοδώρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 973/13, 696/2014, 19/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A141 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 973/13 Μεταξύ: USB BANK PLC Ενάγοντες -και-
- [ ] Θεοδώρου
- D. I. MOTORS LTD
- [ ] Ιωάννου Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 12/9/19 και 13/11/19 ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED (πρώην ASTROBANK LIMITED) Ενάγουσας -και-
- [ ] Θεοδώρου
- D. I. MOTORS LTD
- [ ] Ιωάννου Εναγομένων Συνενωμένη με την: ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Αρ. Αγωγής: 696/2014 Μεταξύ: USB BANK PLC Ενάγουσας -και- [ ] Θεοδώρου Εναγομένης Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 12/09/19 και 13/11/19 ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED (πρώην ASTROBANK LIMITED) Ενάγουσας -και- [ ] Θεοδώρου Εναγομένης 19 Απριλίου 2021 Για τους ενάγοντες: κος Επ. Κορακίδης Για τους εναγόμενους: κος Κ. Δημητρίου ΑΠΟΦΑΣΗ Οι υπό εξέταση αγωγές συνεκδικάστηκαν δυνάμει διαταγής Δικαστηρίου με ημερομηνία 03/06/
- Αν και πρόκειται για δύο διαφορετικές αγωγές, εν τούτοις η δικογραφία αποκαλύπτει ότι το αντικείμενο τούτων είναι κοινό. Ο λόγος που οι αγωγές είναι δύο, οφείλεται σε μάλλον τεχνικά παρά ουσιαστικά αίτια και αυτό θα επιβεβαιωθεί κρίνω στην πορεία. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων στην αγωγή 973/13, στην εναγομένη 1 που φαίνεται στον τίτλο της αγωγής, χορηγήθηκαν διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις και δάνειο, με την εγγύηση των εναγομένων 2 και
- Τόσο οι διευκολύνσεις όσο και το δάνειο δεν ικανοποιήθηκαν από την εναγομένη 1 και γι' αυτό οι λογαριασμοί τερματίστηκαν και οι εμπλεκόμενοι κλήθηκαν να καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό. Αυτό εν προκειμένω είναι το αντικείμενο και των δύο αγωγών. Η αρχική αγωγή, δηλαδή η 973/13, εξακολουθεί να αφορά τους δύο εγγυητές, εφόσον μετά την καταχώριση τούτης διεκόπη στην έκταση που αφορούσε την εναγομένη
- Από την άλλη η αγωγή 696/14 καταχωρίστηκε προϊόντος του χρόνου και αφορά μόνο την εναγομένη
- Όπως εξηγήθηκε στο Δικαστήριο από τον μάρτυρα των εναγόντων και δεν έτυχε αμφισβήτησης, η πρώτη αγωγή (973/13) διεκόπη στην έκταση που αφορούσε την εναγομένη 1 λόγω του ότι είχε προηγηθεί η έκδοση διατάγματος παραλαβής. Όταν δε εξασφαλίστηκε σχετική άδεια από το Δικαστήριο, καταχωρίστηκε η δεύτερη αγωγή (696/14) με το ίδιο αντικείμενο, αλλά πλέον με ένα εναγόμενο, δηλαδή την πρώην εναγομένη 1 στην αγωγή 973/
- Στη συνέχεια για χάριν ευκολίας οι εναγόμενοι θα καλούνται με την αρίθμηση που φέρουν στον τίτλο της αρχικής αγωγής, 973/13, δηλαδή η πρωτοφειλέτρια θα καλείται ως «εναγομένη 1» και οι εγγυητές ως «εναγόμενος 2 και 3», αντίστοιχα. Δεν κρίνεται σκόπιμο να αναπτυχθούν περαιτέρω οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των εναγόντων, εφόσον η ακροαματική διαδικασία φανερώνει ότι τελικώς οι αξιώσεις τούτων περιορίστηκαν. Αυτά όμως θα αποκαλυφθούν με την ανάλυση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Στον αντίποδα η υπεράσπιση των εναγομένων δέχεται τη συνομολόγηση τόσο του δανείου όσο και των πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ της τράπεζας και της εναγομένης 1, αλλά διατείνεται ότι οι όροι των εν λόγω συμφωνιών είναι γενικοί, αόριστοι και παράνομοι, ειδικά ο όρος για μεταβολή του επιτοκίου κατά το δοκούν. Ακόμη ισχυρίζεται ότι οι όροι δεν έτυχαν διαπραγμάτευσης αλλά επιβλήθηκαν μονομερώς και ότι είναι καταχρηστικοί και αποτελούν ποινική ρήτρα. Περιπλέον, οι εναγόμενοι αποδέχονται τη χορήγηση εγγυήσεων από τους εναγόμενους 2 και 3, καθώς ότι και η εναγομένη 1 χορήγησε εμπράγματες εξασφαλίσεις. Και πάλιν όμως ισχυρίζονται ότι δεν ευθύνονται για την πληρωμή τόκων ή επιβαρύνσεων, καθώς δεν είχαν γνώση των όρων των εγγυήσεων και επαναλαμβάνουν ότι είναι γενικοί και αόριστοι. Εν κατακλείδι αρνούνται ότι έλαβαν τις επιστολές τερματισμού των λογαριασμών και περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι η τράπεζα δεν είχε δικαίωμα να προβεί σε τερματισμό και ως εκ τούτου ο τερματισμός είναι παράνομος, παράτυπος και αυθαίρετος. Αμφισβήτηση εκφράζουν και για τα υπόλοιπα των δύο λογαριασμών και υποστηρίζουν ότι εμπεριέχουν μη νόμιμες και αυθαίρετες χρεώσεις. Οι ενάγοντες κάλεσαν στο Δικαστήριο ένα μόνο μάρτυρα. Τούτος είναι ο [ ] Κεμιτζής και η γραπτή δήλωσή του είναι το έγγραφο Α. Από την άλλη η υπεράσπιση κανένα μάρτυρα δεν κάλεσε. Εν πρώτοις ο μάρτυρας εξήγησε τη σχέση των εναγόντων που φαίνονται στον τίτλο της αγωγής με την USB Bank (στη συνέχεια η τράπεζα), που και οι δύο πλευρές δέχονται ότι δάνεισε την εναγομένη 1 υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 και
- Παραλείπω εν τούτοις να αναφέρω οτιδήποτε περαιτέρω σε σχέση με αυτή την πτυχή της μαρτυρίας του, εφόσον εν τω μέσω της κυρίως εξέτασης τούτου ο συνήγορος των εναγομένων δήλωσε ότι οι παράγραφοι 3, 4, 5 και 6 του εγγράφου Α, δηλαδή της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα, είναι παραδεχτές. Ως εκ τούτου πιο κάτω αυτή η πτυχή της μαρτυρίας παρατίθεται αυτούσια, ως μέρος των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου. Περιπλέον, ο μάρτυρας δήλωσε ότι η τράπεζα εγκαταλείπει τις αξιώσεις που πηγάζουν από τη χρήση της πιστωτικής κάρτας με αριθμό λογαριασμού [ ] και από τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού με αριθμό [ ]. Επί της ουσίας της διαφοράς ο μάρτυρας ανέφερε ότι την 10/07/2009 η εναγομένη 1 υπέβαλε αίτηση στην τράπεζα και την 27/08/2009 της δόθηκε επιστολή προσφοράς. Η επιστολή προσφοράς προσκομίστηκε στο Δικαστήριο και είναι το τεκμήριο
- Βάσει αυτής της επιστολής προσφοράς η εναγομένη 1 αιτήθηκε και η τράπεζα της χορήγησε πιστωτικές διευκολύνσεις με τη λειτουργία τρεχούμενου λογαριασμού με αριθμό [ ], με ανώτατο όριο €50.000 και δάνειο τακτής προθεσμίας με αριθμό [ ], διάρκειας 5 ετών, το οποίο θα αποπληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις ύψους €2.000 έκαστη και μιας τελευταίας δόσης για το υπόλοιπο ποσό του δανείου. Ως ημερομηνία έναρξης της αποπληρωμής του δανείου ορίστηκε η 30/09/
- Τόσο οι πιστωτικές διευκολύνσεις του λογαριασμού, όσο και το δάνειο τακτής προθεσμίας, βαρύνονταν με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο κατά την υπογραφή καθεμιάς εκ των δύο συμφωνιών ανερχόταν σε συνολικό επιτόκιο 8,25%. Περαιτέρω, τα μέρη συμφώνησαν για κεφαλαιοποίηση των χρεώσεων κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Η συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων είναι το τεκμήριο 2 και η συμφωνία δανείου είναι το τεκμήριο
- Την 31/08/2009 οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν τις εν λόγω υποχρεώσεις της εναγομένης 1 προς την τράπεζα μέχρι ποσού €365.000 πλέον τόκους, προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα και έξοδα που θα προέκυπταν. Οι συμφωνίες εγγυήσεως είναι τα τεκμήρια 4 και 5 για εναγόμενους 2 και 3 αντίστοιχα. Περιπλέον, την 15/09/2009 η εναγομένη 1 υποθήκευσε προς όφελος της τράπεζας τρία ακίνητα για εξασφάλιση των πιο πάνω υποχρεώσεών της. Τα έγγραφα υποθήκης είναι τα τεκμήρια 6, 7 και 8 και αντιστοιχούν στις συμβάσεις Υ3315/09, Υ3316/09 και Υ3317/
- Την 08/08/2012 οι λογαριασμοί της εναγομένης 1 παρουσίαζαν καθυστερήσεις και γι' αυτό η τράπεζα της απέστειλε σχετική επιστολή την οποία κοινοποίησε και στους εναγόμενους 2 και
- Αντίγραφο της επιστολής είναι το τεκμήριο
- Ανάλογη επιστολή στάλθηκε από την τράπεζα και την 03/09/2012 (βλ. τεκμήριο 10 Α ‑ Γ). Ένεκα παραλείψεως της εναγομένης 1 να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της επιστολής 03/09/2012, η τράπεζα τερμάτισε τη λειτουργία των λογαριασμών της την 19/12/2012 και απαίτησε εξόφληση εντός 10 ημερών. Οι σχετικές επιστολές που απέστειλε στην εναγομένη 1 και τους εναγόμενους 2 και 3, είναι τα τεκμήρια 11 Α ‑ Γ, ενώ τα τεκμήρια 12 Α ‑ Γ είναι η απόδειξη του ταχυδρομείου ότι στους εναγόμενους 1, 2 και 3 στάλθηκε συστημένη επιστολή. Ο μάρτυρας προσκόμισε στο Δικαστήριο και τις καταστάσεις λογαριασμού, τόσο για τις πιστωτικές διευκολύνσεις όσο και για το δάνειο. Τούτες είναι τα τεκμήρια 13 και 15 αντίστοιχα. Περαιτέρω ετοίμασε αναδομημένες καταστάσεις σε σχέση με τα δύο ποσά και αυτές είναι τα τεκμήρια 14 και 16, για τον λογαριασμό και το δάνειο αντίστοιχα. Η αξίωση της ενάγουσας περιλαμβάνει τόκο υπερημερίας περιορισμένο στο 2% ετησίως. Πριν οτιδήποτε άλλο ζητούμενο είναι η αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ 339, επιβάλλεται η μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο ουσιαστικής αξιολόγησης, δηλαδή από απόψεως περιεχομένου και να μην υιοθετείται ή απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Κατά τον ίδιο τρόπο στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου Μ/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, υπεδείχθη ότι η αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά το περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, κατά πόσο λέγει την αλήθεια. Ζητούμενο παραμένει η εξεύρεση της αλήθειας όπως αυτή διαμορφώνεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Εργαλεία που εξυπηρετούν αυτό τούτο τον στόχο είναι τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της κρινόμενης μαρτυρίας, όπως πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 16η έκδοση, σελίδα 333). Περιπλέον, οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν αξιολογούνται απομονωμένα, αλλά αντιπαραβάλλονται και συσχετίζονται στην αντικειμενική τους υπόσταση με κάθε άλλη μαρτυρία, γραπτή ή προφορική, με σκοπό την επιβεβαίωση των αξιολογικών ευρημάτων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 185/12, 19/04/18). Εξίσου σημαντικά είναι και τα αναφερθέντα στον Cross on Evidence, 4η έκδοση, σελίδα 226, όπου υποδείχθηκε ότι: «The object of cross-examinations is two-fold, first, to elicit information concerning the facts in issue or relevant to the issue that is favourable to the party on whose behalf the cross-examination is conducted, and secondly to cast doubt upon the accuracy of the evidence-in-chief given against such party» Στην προκείμενη περίπτωση η εντύπωση που έκανε ο ΜΕ1 ήταν θετική. Δεν απαντούσε απλώς με σταθερότητα και σαφήνεια, αλλά και αιτιολογημένα. Περιπλέον, η μαρτυρία του είναι απαλλαγμένη αντιφάσεων και όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, υποστηρίζεται από το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Εν τούτοις ιδιαιτέρως σημαντικό σε σχέση με την αξιολόγηση του μάρτυρα είναι και το γεγονός πως η αντεξέταση ήτο καθ' όλα επιδερμική. Αρκεί να υποδειχθεί ότι δύο μόνο ήτο οι υποβολές που τέθηκαν στον μάρτυρα. Πλέον όμως σημαντικό είναι πως οι απαντήσεις που έδωσε εδραιώνουν, αντί να πλήττουν, τη φιλαλήθεια τούτου. Η πρώτη έχει να κάνει με το ότι οι εναγόμενοι δεν παρέλαβαν τις επιστολές που οι ενάγοντες παρουσίασαν ως τεκμήρια (τεκμήρια 11 Α ‑ Γ) και η απάντηση αναδεικνύει αυτή τούτη τη φιλαλήθεια του μάρτυρα. Εν προκειμένω δεν κατέφυγε σε εικασίες και άλογους συνειρμούς. Αντιθέτως παραδέχτηκε το αυτονόητο, δηλαδή ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αυτό τον ισχυρισμό. Υπέδειξε όμως ότι οι επιστολές, τεκμήρια 11 Α - Γ, στάληκαν στην τελευταία δηλωμένη διεύθυνση. Είναι αυτή η πτυχή της μαρτυρίας για την οποία ενωρίτερα λέχθηκε ότι υποστηρίζεται από άλλη και συγκεκριμένα τα τεκμήρια 12 Α - Γ, τα οποία επιβεβαιώνουν την περί ης ο λόγος ταχυδρόμηση και τη διεύθυνση στην οποία ταχυδρομήθηκαν. Η διεύθυνση που εκεί αναγράφεται είναι αυτή που κάθε εναγόμενος δήλωσε στις υπό κρίση συμβάσεις (τεκμήρια 2 και 3) και η αρμόδια αρχή επιβεβαιώνει ότι σε αυτήν είναι που στάληκαν οι επιστολές και μάλιστα συστημένες. Αυτή η θέση του ΜΕ1 δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση και ούτε τέθηκε στον μάρτυρα κάτι διαφορετικό, φερ' ειπείν ότι η διεύθυνση άλλαξε ή ότι πλανάται για την ορθότητα της. Ακόμη, η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τον απερίφραστο ισχυρισμό του μάρτυρα που έχει να κάνει με πραγματικό γεγονός που εμπίπτει στη σφαίρα γνώσης του, εν προκειμένω ότι οι επιστολές δεν επιστράφηκαν πίσω στην τράπεζα, διαδικασία η οποία θα ακολουθείτο αν δεν τις παραλάμβανε ο πελάτης. Συνεπώς, ένεκα της στάσης της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση, διαπιστώνεται ότι οι δύο τελευταίες θέσεις του μάρτυρα δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Η άλλη υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης προς τον μάρτυρα των εναγόντων έχει να κάνει με τα υπόλοιπα των δύο λογαριασμών. Του υποβλήθηκε συγκεκριμένα πως τούτα τα υπόλοιπα δεν είναι ορθά. Απάντηση του μάρτυρα ήταν πως τα υπόλοιπα είναι ορθά. Εν τούτοις η μαρτυρία τούτου δεν περιορίζεται σε μονολεκτική και κατ' επέκταση δογματική απάντηση. Τουναντίον, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο ίδιος είναι που προέβη στους αναδομημένους λογαριασμούς και εξήγησε ότι για να πράξει τούτο μετέφερε το αρχείο της τράπεζας, δηλαδή το σύνολο των πράξεων, σε καινούργιο σύστημα. Ακολούθως ήλεγξε ότι είναι σωστές, δηλαδή σύγκρινε τις καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή με τις καταστάσεις λογαριασμών και διαπίστωσε ότι ταυτίζονται (βλ. παράγραφο 21 εγγράφου Α). Στη συνέχεια αφαίρεσε τα έξοδα που κρίθηκε ότι δεν μπορούσαν να διεκδικηθούν και εν τέλει υπολόγισε το επιτόκιο βάσει αυτού που αναφέρεται στη συμφωνία, δηλαδή 8,25%. Όλες αυτές οι ενέργειες δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Εν προκειμένω δεν αμφισβητήθηκε ότι διενεργήθηκαν τούτες και πολύ περισσότερο ότι ο τρόπος διενέργειας τους ήταν κατάλληλος. Εν ολίγοις η αντεξέταση δεν κατόρθωσε να πλήξει τη θετική εικόνα που δημιούργησε η αιτιολογημένη μαρτυρία του μάρτυρα των εναγόντων. Κατά τα λοιπά αναφέρθηκε ήδη ότι η μαρτυρία τούτου είναι απαλλαγμένη αντιφάσεων και καθ' ον χρόνο μαρτυρούσε συνοδεύτηκε από ανάλογη φυσικότητα και ηρεμία. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 είναι απαλλαγμένη εγγενών αρνητικών στοιχείων και ως εκ τούτου ο μάρτυρας των εναγόντων κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του υιοθετείται στην ολότητά της. Βάσει των όσων μέχρι στιγμής αναφέρθηκαν, ισχύει αυτό που υπεδείχθη στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου
(2014)1 Γ Α.Α.Δ. 2287, 2294, δηλαδή ότι: «Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία το, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Wynne v. Mavronicola ως διαχειριστή της περιουσίας του Μαυρονικόλα
(2009)1 (Β) Α.Α.Δ. 1138). Συνήθως τέτοια θέματα εγείρονται σε υποθέσεις όπου δεν εμφανίζεται ο αντίδικος, όπως ήταν και τα γεγονότα στην υπόθεση Barry Wynne (πιο πάνω), Στην προκείμενη όμως περίπτωση, ο εφεσίβλητος έλαβε μέρος στη διαδικασία. Αρχικά με δικηγόρο και στην πορεία μετά την απόσυρση του δικηγόρου του, αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της Τράπεζας, αυτοπροσώπως, χωρίς όμως να δώσει μαρτυρία ή να κλητεύσει άλλο μάρτυρα. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να παραμείνει μόνο μία εκδοχή ενώπιο του Δικαστηρίου.» Στρέφομαι όμως στο ερώτημα που πραγματικά απασχολεί και έχει ως εξής˙ τι χρειάζεται να αποδειχθεί σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Η απάντηση δόθηκε στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Ν. Βασίλη Χαραλάμπους κ.α.
(2010)1 Β Α.Α.Δ 829,
- Λέχθηκε εκεί ότι: «Σε περιπτώσεις όπως η υπό εξέταση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τρία: α. η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ., μαζί με τους όρους της. β. η παράβαση όρου της σύμβασης γ. ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Στη δεδομένη περίπτωση η διερεύνηση αρχίζει από το παραδεκτό γεγονός που δηλώθηκε εν τω μέσω της ακροαματικής διαδικασίας. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε ότι παραδέχεται τις παραγράφους 3, 4, 5 και 6 από τη γραπτή δήλωση του μάρτυρα. Ό,τι εκεί αναφέρεται είναι πως˙ «
- Η Ενάγουσα είναι νομικό πρόσωπο το οποίο κατείχε κατά τον ουσιώδη προς την αγωγή χρόνο και κατέχει άδεια για τη διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών και ασκούσε νόμιμα κατά τον ουσιώδη προς την αγωγή χρόνο και ασκεί νόμιμα τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο. Έχω στην κατοχή μου αντίγραφο βεβαίωση ημερομηνίας 10/10/19 της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου με την οποία βεβαιώνεται ότι η Ενάγουσα κατέχει από τις 29/11/2007 άδεια διεξαγωγής εργασιών πιστωτικού ιδρύματος.
- Η USB BANK PLC είναι νομικό πρόσωπο το οποίο κατείχε κατά τον ουσιώδη προς την αγωγή χρόνο άδεια για διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών και ασκούσε νόμιμα κατά τον ουσιώδη προς την αγωγή χρόνο τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο. Έχω στην κατοχή μου αντίγραφο βεβαίωσης ημερομηνίας 22/08/2018 της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου με την οποία βεβαιώνεται ότι η USB BANK PLC κατείχε από τις 20/10/1997 άδεια διεξαγωγής εργασιών πιστωτικού ιδρύματος.
- Κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2009, η USB BANK PLC μετονομάστηκε από UNIVERSAL BANK PUBLIC LIMITED σε USB BANK PLC. Έχω στην κατοχή μου αντίγραφο σχετικού πιστοποιητικού του Εφόρου Εταιρειών αλλαγής ονόματος και έγγραφο ηλεκτρονικής έρευνας στην διαδικτυακή πύλη του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών που βεβαιώνουν την πιο πάνω αλλαγή ονόματος. 6.Οι τραπεζικές εργασίες της USB BANK PLC καθώς επίσης και οι εξασφαλίσεις, τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις της, τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν οι αξιώσεις της Ενάγουσας στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, εξαγοράστηκαν από την Ενάγουσα κατά την 18/1/
- Σχετική γνωστοποίηση, δυνάμει των περί της Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμων του 1997 μέχρι 2011 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας κατά την 25/1/
- Έχω στην κατοχή μου τη σχετική δημοσίευση. Σημειώνω ότι από 10/1/2020 το όνομα της Ενάγουσας άλλαξε από ASTROBANK LIMITED σε ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED και σχετική ειδοποίηση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο.» Συνεπώς η δήλωση του συνηγόρου υπεράσπισης κατέστησε τα ανωτέρω παραδεχτά γεγονότα. Το δε περιεχόμενο τούτων εξηγεί τίνι τρόπω οι ενάγοντες υποκατέστησαν την τράπεζα στην υπό κρίση αξίωση κατά των εναγομένων. Και ο λόγος που πραγματεύομαι αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας, είναι γιατί στην αγόρευση των εναγομένων αναφέρεται ότι «ουδεμία μαρτυρία προσκομίσθηκε η οποία να εξηγεί και/ή να συνδέει τις μεταβιβάσεις των εργασιών από τη μια τράπεζα στην άλλη» και στην κατακλείδα υποστηρίζεται ότι γι' αυτό τον λόγο πρέπει να απορριφθεί η αξίωση. Κρίνω πως δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά. Τα παραδεχτά γεγονότα ομιλούν αφ' εαυτών και βεβαίως καταδεικνύουν το ανυπόστατο της σχετικής θέσης στην αγόρευση των εναγομένων. Περιττό να ειπωθεί ότι τα αναφερόμενα στις παραγράφους 3 έως 6 στο έγγραφο Α, τα οποία δηλώθηκαν ως παραδεχτά, δεσμεύουν το Δικαστήριο και ως εκ τούτου καθίστανται ευρήματα στην πάρα πέρα πορεία της διαδικασίας. Τώρα, πέραν των ανωτέρω τα δικόγραφα φανερώνουν ότι παραδεχτή είναι και η σύναψη των δύο συμφωνιών, δηλαδή των τεκμηρίων 2 και
- Περαιτέρω, ο ΜΕ1 δεν αμφισβητήθηκε σε σχέση με αυτή τούτη τη συνομολόγηση των δύο συμφωνιών. Συνεπώς καθίσταται διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η εναγομένη 1 υπόγραψε τα τεκμήρια 2 και 3, καθώς ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της. Συνακόλουθα η μαρτυρία του μάρτυρα των εναγόντων σε συνδυασμό με αυτά τα ίδια τα τεκμήρια 2 και 3, αποκαλύπτουν τι είναι αυτό που συμφωνήθηκε. Βάσει της αξιόπιστης μαρτυρίας δέχομαι ότι την 31/08/2009 η τράπεζα συμφώνησε και παραχώρησε στην εναγομένη 1 πιστωτικές διευκολύνσεις με τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού [ ], με ανώτατο όριο €50.
- Περαιτέρω, την 31/08/2009 η τράπεζα συμφώνησε και παραχώρησε στην εναγομένη 1 δάνειο με αριθμό [ ], το οποίο ήταν διάρκειας 5 ετών, με τις δόσεις να καθορίζονται στο ποσό των €2.000, την πρώτη δόση πληρωτέα την 30/09/2009 και την τελευταία την 30/08/2014 για το υπόλοιπο ποσό του δανείου. Τόσο η συμφωνία του τεκμηρίου 2 όσο και η συμφωνία του τεκμηρίου 3 προνοούν για ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο, αποτελούμενο από το βασικό 5,25%, πλέον περιθώριο συμφωνηθέν σε 3%. Περαιτέρω, η αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ1, την οποία και αποδέχομαι πλήρως, αποκαλύπτει και τη μεμπτή συμπεριφορά των εναγομένων στο πλαίσιο των δύο συμφωνιών. Συγκεκριμένα ο ΜΕ1 ανέφερε ότι την 08/08/2012 οι λογαριασμοί της εναγομένης 1 παρουσιάζαν υπερβάσεις και/ή καθυστερήσεις. Προς απόδειξη τούτου και κατ' επέκταση του οφειλόμενου υπολοίπου, ο μάρτυρας προσκόμισε στο Δικαστήριο δύο καταστάσεις λογαριασμού. Μια για το δάνειο και μια για τον τρεχούμενο λογαριασμό. Παρεμβάλλεται εδώ ότι η κατάσταση λογαριασμού διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 22 του Κεφ.
- Επ' αυτού δεν χρειάζεται να ειπωθεί οτιδήποτε πέραν των όσων αναφέρθηκαν στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Limited ν. Ζαλούμη κ.α, Πολ. Έφ. 149/13, ημερομηνίας 14/04/2020, ECLI:CY:AD:2020:A123, η οποία ανέδειξε την επενέργεια του άρθρου
- Αναφέρθηκε εκεί ότι: «Σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, μαρτυρία για τα πιο πάνω γίνεται δεκτή ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη καταχώρησης των «θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σε αυτό». Δηλαδή, το αντίγραφο του τραπεζικού λογαριασμού και μαρτυρία προς τούτο δίδεται από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας, είτε προφορικά, είτε με ένορκη δήλωση. Η παρουσίαση, επομένως, και μάλιστα χωρίς οποιαδήποτε ένσταση, πέραν από τον αριθμό των ίδιων των λογαριασμών και των ημερομηνιών των δοσοληψίων, του λογαριασμού δανείου, τεκμήρια 16(α) και 16(β), (που έγινε όμως δεκτό από το Δικαστήριο ότι υπήρξε αλλαγή αριθμού), δημιούργησε εκ πρώτης όψεως απόδειξη της ορθότητας όλων των καταχωρήσεων.» Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. 405/12, ημερομηνίας 27/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A540, στην οποία υποδείχθηκε ότι το βάρος απόδειξης του λανθασμένου των χρεοπιστώσεων το φέρει ο χρεώστης. Επίσης στην Christakis Ioannou Merkis Services Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. 126/12, 10/07/2018, ECLI:CY:AD:2018:A345 υποδείχθηκε ότι μέρος τούτων των χρεοπιστώσεων είναι και ο ισχυριζόμενος ανατοκισμός. Στην υπό εξέταση περίπτωση πέραν της υποβολής της υπεράσπισης ότι τα υπόλοιπα των δυο λογαριασμών δεν είναι ορθά, τίποτα άλλο δεν τέθηκε στον μάρτυρα από την υπεράσπιση. Εν ολίγοις δεν του υποδείχθηκε οιαδήποτε χρέωση, ποσό ή κονδύλι, που να αφήνει ή έστω να δημιουργεί υποψία ότι αντίκειται στα συμφωνηθέντα ή ότι συνιστά παράνομη χρέωση. Επί του προκειμένου δεν διαλανθάνει την προσοχή μου η διάσταση του τεκμηρίου 13 με το τεκμήριο 14, δηλαδή της αρχικής κατάστασης λογαριασμού με την αναδομημένη και τα οποία αφορούν τον τρεχούμενο λογαριασμό και τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παρασχέθηκαν. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι η κατάσταση λογαριασμού αυτού άρχισε από τον Νοέμβριο του 2008 και γι' αυτό στο τεκμήριο 13 φαίνονται χρεώσεις από αυτή την ημερομηνία. Ο δε λόγος που αφαιρέθηκαν από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 14), οφείλεται στο ότι οι προηγηθείσες χρεώσεις δεν καλύπτονται δικογραφικά. Ούτε αυτή η πτυχή της μαρτυρίας του ΜΕ1 θίγηκε από την αντεξέταση, γεγονός που την καθιστά αναμφισβήτητη. Περαιτέρω τούτη η πτυχή της μαρτυρίας του αναδεικνύει την αυστηρή προσήλωση των εναγόντων και παράλληλα του μάρτυρα, στις διατάξεις της σύμβασης και την ορθή στάση τους κατά την κατάρτιση των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού, η εγκυρότητα των οποίων δεν διερευνήθηκε από την υπεράσπιση και ούτε αντικρούστηκε από άλλη σχετική μαρτυρία. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος οι εναγόμενοι απέτυχαν να αποσείσουν το αποδεικτικό βάρος (evidential burden) που μετατέθηκε στους ώμους τους μετά την προσκόμιση των αναδομημένων λογαριασμού, τεκμήρια 14 και 16, από τον μάρτυρα των εναγόντων, ενώ στον αντίποδα οι ενάγοντες έχουν εξηγήσει τη διαφορά μεταξύ των τεκμηρίων 13 και
- Εκείνο δε που έχει σημασία για την όλη διαδικασία, είναι πως τα τεκμήρια 14 και 16 επιβεβαιώνουν τη μαρτυρία του ΜΕ1 περί καθυστερήσεων της εναγομένης 1 την 08/08/
- Το μεν τεκμήριο 14 φανερώνει ότι την 30/06/2012, δηλαδή αμέσως πριν την κρίσιμη ημερομηνία, το υπόλοιπο της εναγομένης 1 στον τρεχούμενο λογαριασμό [ ] ήταν χρεωστικό και συγκεκριμένα ανερχόταν στο ποσό των €34.101,
- Στο δε δάνειο [ ] το τεκμήριο 16 επιβεβαιώνει αυτό που ο μάρτυρας ανέφερε στη ζώσα μαρτυρία του, δηλαδή ότι η εναγομένη 1 πλήρωσε μόνο τις πρώτες τέσσερις δόσεις. Σε κάθε περίπτωση την 30/06/2012 το δάνειο ανερχόταν στο ποσό των €290.841,77, τη στιγμή που το αρχικό ποσό που δόθηκε ήταν €240.
- Και στις δύο περιπτώσεις, λογαριασμού και δανείου, η αμέσως επόμενη ημερομηνία της 30/06/2012, είναι μετά την 08/08/2012, στο τεκμήριο 14 είναι η 30/11/2012 και στο τεκμήριο 16 είναι η 18/12/2012 και το οφειλόμενο ποσό παραμένει χωρίς μεταβολή, δηλαδή χρεωστικό. Βάσει όλων των ανωτέρω αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι την 08/08/2012 οι υπό εξέταση λογαριασμοί της εναγομένης 1 παρουσίαζαν τα υπόλοιπα που φαίνονται στα τεκμήρια 14 και 16 και πιο πάνω αναφέρθηκε. Και βεβαίως νομολογημένο είναι ότι η παράλειψη καταβολής καθυστερημένων δόσεων συνιστά παράβαση ουσιώδους όρου της συμφωνίας δανείου και δικαιολογεί τον πιστωτή να δρομολογήσει διαδικασία τερματισμού τούτης (βλ. Evelthon Developments Ltd κ.α ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1Γ Α.Α.Δ 2486). Ιδιαίτερα στην προκείμενη περίπτωση που το οφειλόμενο ποσό, λογαριασμού και δανείου, απαιτήθηκε από την τράπεζα, κατά πως προβλέπεται στις συμφωνίες τεκμήρια 2 και
- Σε σχέση με τον λογαριασμό πιστωτικών διευκολύνσεων αρκεί να υποδειχθεί ότι η τράπεζα δικαιούται να τερματίσει τούτον, αφότου όμως απαιτήσει καταβολή του οφειλόμενου ποσού και ο οφειλέτης παραλείψει να συμμορφωθεί. Προς επίρρωση των προμνησθέντων υποδεικνύεται ότι στον Paget's Law of Banking, 13η έκδοση, παράγραφος 11.16 αναφέρεται ότι˙ «An overdraft is repayable on demand and forms of charge over security invariably provide accordingly». Ανάλογα αναφέρονται στον Ellinger's Modern Banking Law, 5η έκδοση, σελίδα
- Και στην προκείμενη περίπτωση ανάλογη πρόνοια υφίσταται στη συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων των διαδίκων. Εν προκειμένω στο τεκμήριο 2, στην παράγραφο 3, διαλαμβάνεται ότι «Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει, και χωρίς προειδοποίηση προς τον πελάτη να τερματίζει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή καταστήσει απαιτήτο..... και να ζητήσει αμέσως από τον πελάτη την πληρωμή όλων των ποσών.» Όλα τα ανωτέρω αναδεικνύουν τη μείζονα σημασία των προειδοποιητικών επιστολών που απέστειλε η τράπεζα. Σε αυτό λοιπόν στρέφω τώρα την προσοχή μου. Παρεμβάλλεται ότι οι εναγόμενοι αμφισβητούν πως παρέλαβαν τις επιστολές που προσκομίστηκαν από τους ενάγοντες. Παρ' όλα αυτά επί του προκειμένου δεδομένη είναι η νομολογιακή αρχή ότι επιστολή η οποία ταχυδρομείται και δεν επιστρέφεται ως μη παραληφθείσα, συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι παρελήφθη από το πρόσωπο στο οποίο στάληκε (βλ. Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1895, 1907, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, 491 και Alpha Bank Cyprus Ltd v. Arena Motor Show Ltd, Πολ. Έφ. 84/09, ημερομηνίας 02/10/2015, ECLI:CY:AD:2015:A648). Στην προκείμενη περίπτωση η αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ1, που όπως έχει υποδειχθεί δεν έτυχε αμφισβήτησης, θέλει τις επιστολές, στο σύνολο τους, να ταχυδρομούνται και να μην επιστρέφουν στην τράπεζα ως μη παραληφθείσες. Αυτή η μαρτυρία είναι αρκετή ώστε να γεννήσει συμπέρασμα ότι το σύνολο των επίδικων επιστολών, τεκμήρια 9, 10 και 11, ταχυδρομήθηκαν στους ενάγοντες. Προστίθεται περαιτέρω πως η διεύθυνση που εκεί αναφέρεται ότι στάλησαν, είναι αυτή που αναγράφεται επί των συμφωνιών ως η διεύθυνση ενός εκάστου των διαδίκων, κατά πως προβλέπεται στη συμφωνία των διαδίκων. Συνεπώς με δεδομένο ότι οι επιστολές δεν επιστράφηκαν και περιπλέον οι εναγόμενοι ουδεμία σχετική εξήγηση πρόσφεραν, διαπίστωσή μου είναι ότι το σύνολο των επίδικων επιστολών παραλήφθησαν από τους εναγόμενους. Με βάση αυτή την κατάληξη περαιτέρω διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι ότι, μέσω του τεκμηρίου 8 την 08/08/2012 η τράπεζα απαίτησε παν οφειλόμενο ποσό για κάθε ένα εκ των δυο λογαριασμών. Συνεπώς με αυτή την ενέργεια έθεσε σε εφαρμογή τις πρόνοιες των δύο συμφωνιών και κάλεσε τους εναγόμενους να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό. Η δε παράλειψη των εναγομένων να πράξουν τούτο ισοδυναμεί με παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας και είναι αυτό στοιχείο που δικαιολογούσε τον τερματισμό τούτης. Αυτή είναι και η διαπίστωση του Δικαστηρίου. Περαιτέρω διαπίστωσή μου είναι πως η εναγομένη 1 παρέλειψε να εξοφλήσει το ποσό που αναφέρεται στο τεκμήριο 9, συμπέρασμα που προκύπτει από τα αναφερόμενα στις καταστάσεις λογαριασμών (τεκμήρια 14 και 16) όπου οι καταχωρήσεις στις ημερομηνίες που ακολούθησαν την 08/08/2012 συνέχισαν να δεικνύουν χρεωστικό υπόλοιπο. Ως εκ τούτου φυσιολογικό επακόλουθο ήταν να κληθεί το σύνολο των εναγομένων να εξοφλήσει εντός καθορισμένου χρόνου. Αυτό επιτεύχθηκε, διαπιστώνω, με τις επιστολές τεκμήρια 10 Α ‑ Γ που στάλθηκαν και παραλήφθησαν από όλους τους εναγόμενους. Λόγω του ότι οι εναγόμενοι, στο σύνολο τους, δεν συμμορφώθηκαν με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 10 Α - Γ, ακολούθησε η επιστολή τερματισμού, τεκμήριο 11 Α ‑ Γ, ημερομηνίας 19/12/
- Αυτή διαπιστώνω ότι είναι και η ημερομηνία τερματισμού των συμφωνιών των διαδίκων. Έχοντας διαπιστώσει ότι υφίστανται τα τρία συστατικά στοιχεία που επιβάλλεται να αποδειχθούν σε υποθέσεις ως η υπό κρίση, ζητούμενο απομένει να διαπιστωθεί το τελικό οφειλόμενο ποσό. Όπως ευθαρσώς αναφέρθηκε από τον μάρτυρα των εναγόντων, από την ημερομηνία τερματισμού και εντεύθεν, δηλαδή την 19/12/2012, η τράπεζα επιβάρυνε τους επίδικους λογαριασμούς με επιτόκιο υπερημερίας ύψους 2%. Άλλωστε αυτό διαπιστώνεται και από τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών, τεκμήρια 14 και 16, τα οποία μετά την ημερομηνία τερματισμού φανερώνουν ότι στη στήλη επιτοκίου αναγράφεται 10,25% αντί 8,25% που ήταν το συμφωνηθέν και χρεωνόταν πριν τον τερματισμό. Προσφάτως είχα την ευκαιρία να πραγματευτώ τη νομιμότητα τέτοιου επιτοκίου υπερημερίας στην αγωγή 3961/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ημερομηνίας 19/03/
- Όπως εκεί αναφέρθηκε˙ «Ας δούμε τώρα την ουσία του πράγματος η οποία είναι ριζωμένη στο εξής ερώτημα˙ είναι νόμιμη και επιτρεπτή η επιβολή τόκου υπερημερίας επί του οφειλόμενου ποσού και αν ναι μέχρι ποιο ποσοστό; Επ' αυτού η θέση της υπεράσπισης είναι πως η τράπεζα δεν δικαιούται οιονδήποτε τόκο υπερημερίας. Το ζήτημα δεν είναι απαλλαγμένο νομοθετικής ρύθμισης. Εν προκειμένω σχετικές είναι οι διατάξεις του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν.160(Ι)/99 ως έχει τροποποιηθεί, τις οποίες επικαλέστηκαν και οι δύο πλευρές. Σχετική διάταξη είναι εκείνη του άρθρου 3(1β), το οποίο με τη σημερινή του μορφή εισήχθη στο νόμο με τον τροποποιητικό Ν.66(Ι)/
- Ποια η σημασία του άρθρου αυτού στο νομικό στερέωμα και ο αντίκτυπος που έχει στην επίδικη σύμβαση, προκύπτει από το ακόλουθο απόσπασμα του Χαραλάμπους Π.Ε.Δ στην αγωγή Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Σιαμπτάνη, υπ' αριθμό 10027/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και ημερομηνίας 22/05/2020, το οποίο με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο και ως εκ τούτου υιοθετείται. Αναφέρθηκε εκεί ότι: «(1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή.» Πέραν της δυσκολονόητης έως ακατανόητης αναφοράς σε μαχητό τεκμήριο για το ίδρυμα με τον τρόπο που είναι διατυπωμένο το εδάφιο είναι πιθανόν να θεωρηθεί εκ πρώτης όψεως πως με τον όρο «αυξημένος τόκος» εννοείται τόκος πέραν του 2% αλλά η προσεκτικότερη μελέτη καταδεικνύει πως δεν ήταν αυτός ο σκοπός του Νομοθέτη, ούτε και το νόημα του άρθρου. Αυτό επιβεβαιώνεται πρώτον εξ αντιδιαστολής από το ότι υπήρχε τέτοια επεξήγηση στον προηγούμενο τροποποιητικό Ν.141
(1)/14 («. αυξημένου τόκου από την υπερημερία . ο οποίος υπερβαίνει το ποσό που αντιστοιχεί στις δύο εκατοστιαίες μονάδες .»), η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στον μεταγενέστερο Ν.66
(1)/15 και δεύτερον από την επιφύλαξη του υφιστάμενου εδ.(1β) ως πιο πάνω. Έχω την άποψη πως οι δύο φράσεις «αυξημένου τόκου από την υπερημερία» και πιο κάτω «ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας» δεν μπορούν να ερμηνευτούν ως να σημαίνουν τον τόκο υπερημερίας ο οποίος υπερβαίνει το 2%. Αυτό επιβεβαιώνεται τελειωτικά από την επιφύλαξη του εδ.(1β) η οποία και πάλι αναφέρει γενικά πως «πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις» (στην περίπτωση που δεν αποδειχθεί ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά του πιστωτικού ιδρύματος).» Κατάληξη του ευπαιδεύτου Προέδρου ήταν ότι: «Έχει τη σημασία του πως η πρόνοια αυτή εφαρμόζεται μόνο για τις συμβάσεις που ήταν σε ισχύει ή τερματίστηκαν πριν από τον Ν.66
(1)/15 και όχι για τις μεταγενέστερες (νέες) συμβάσεις, καθότι απαγορεύοντας με το εδ.(1α) την επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2% ο Νομοθέτης δεν απαίτησε την απόδειξη ότι τέτοιο επιτόκιο σε νέες συμβάσεις αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά. Κάτι τέτοιο όμως απαιτείται ρητώς για τις παλαιές συμβάσεις οποτεδήποτε επιβλήθηκε αυξημένος τόκος από την υπερημερία και ανεξαρτήτως ποσοστού. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία τείνει να παράσχει έστω κάποια ένδειξη και πολύ περισσότερο να αποδείξει ότι ο επιβληθείς ή έστω ο διεκδικούμενος τόκος «αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της Ενάγουσας». Κατά συνέπειαν η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση για το οφειλόμενο κεφάλαιο στις 24.8.10 με τόκο 5% και όχι με τον αυξημένο τόκο που επέβαλε λόγω της υπερημερίας.» Τα πιο πάνω με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο. Κρίνω όμως σκόπιμο να προσθέσω και τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ 1491, 1499, επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, στην οποία επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας ύψους 3%. Καίτοι βάσει αποτελέσματος θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η επιβολή τόκου υπερημερίας είναι νόμιμη και εύλογη, υποδεικνύεται πως σε εκείνη την περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση είχε εκδοθεί την 08/11/2009, δηλαδή πολύ πριν τη θέσπιση των δύο τροποποιητικών νομοθεσιών (Ν.141(Ι)/2014 και Ν.66(Ι)/2015) και συνεπώς αντιληπτό είναι πως δεν τύγχανε εφαρμογής αυτό που σήμερα απασχολεί, εξού και δεν συζητήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αυτό συνάγεται, έστω εμμέσως, από τα λεχθέντα στις υποθέσεις Arredos Style Furnishing Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. Ε119/2014, ημερομηνίας 15/11/2019 και Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. 386/10 ημερομηνίας 15/11/2016, ECLI:CY:AD:2016:A522. Στην τελευταία εκ των δύο υποδείχθηκε ότι: «Οι τροποποιήσεις αυτές στο βασικό Νόμο δεν έχουν οποιαδήποτε επίπτωση στα γεγονότα της πρωτόδικης αγωγής, η οποία είχε καταχωρηθεί το 2006, με απόφαση που εκδόθηκε στις 12.11.2010, πριν δηλαδή τις τροποποιήσεις. Θα τύχουν αναφοράς στο βαθμό που είναι αναγκαίο ως προς τον καθορισμό της αναδρομικότητας του Νόμου.» Πέραν των πιο πάνω στην υπόθεση Ξιούρουππας το Ανώτατο Δικαστήριο διερεύνησε το κατά πόσο ο Ν.141(Ι)/2014 τυγχάνει αναδρομικής εφαρμογής. Κατέληξε συναφώς ότι: «Ως ουσιαστικής, λοιπόν υφής και χωρίς ρητή και συγκεκριμένη πρόνοια, ο Νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εφόσον δεν αφορά σε δικονομικές πρόνοιες, (Χριστοφίδης ν. Παττίχης
(2002)1 Α.Α.Δ. 245). Δεν επηρεάζει συνεπώς δικαιώματα προνόμια υποχρεώσεις ή ευθύνες που εξασφαλίστηκαν ή προέκυψαν δυνάμει του Νόμου αρ. 26/77 που καταργήθηκε με το νέο Νόμο. Σύμφωνα με τις αποφάσεις Datamedia AE v. KSN (Business Aids) Ltd
(1990)1 C.L.R. 13 και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας,
(2002)3 Α.Α.Δ. 296, αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται ούτε υφίσταται εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο. Το ίδιο προνοεί και ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1. Είναι λοιπόν σαφές ότι ο Νόμος δεν είχε οποιαδήποτε αναδρομική ισχύ σε προηγηθείεσες συμβάσεις. Αυτό καθίσταται φανερό και από το γεγονός ότι με την τροποποίηση που επήλθε με το Νόμο αρ. 141(Ι)/14, καθορίστηκε (έστω εκ των υστέρων), με το άρθρο 2Α ο σκοπός αυτού, που είναι η προστασία των δικαιωμάτων των οφειλετών πιστωτικών ιδρυμάτων με απαγόρευση πρόσθετης επιβάρυνσης μετά από μονομερή άσκηση από πιστωτικό ίδρυμα τυχόν συμβατικού δικαιώματος που προκύπτει από ρήτρα αύξησης περιθωρίου. Με το άρθρο 2Β, καθορίστηκε το πεδίο εφαρμογής του Νόμου για να ισχύει σε όλες τις συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων κατά την ημερομηνία έναρξης του τροποποιητικού Νόμου, καθώς και για όλες τις νέες συμβάσεις μετά την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Νόμου που ήταν η 9.9.2014, ημερομηνία δημοσίευσης. Έτσι στο βαθμό που ο νομοθέτης ήθελε να καλύψει προηγηθείσες συμβάσεις και να διαφοροποιήσει ενδεχομένως την υφιστάμενη νομολογία, το έπραξε για όλες τις συμφωνίες μετά τις 9.9.2014 ή σε αυτές που βρίσκονταν ακόμη σε ισχύ έστω και αν είχαν συνομολογηθεί προηγουμένως. Συνεπώς δεν εφαρμόζεται η τροποποίηση στα επίδικα γεγονότα εφόσον οι προαναφερθείσες συμφωνίες τερματίστηκαν με σχετικές ειδοποιήσεις της τράπεζας στις 2.4.2003.» Το πιο πάνω δεν παρατίθενται άνευ αποχρώντος λόγου και αυτό γιατί σηματοδοτούν και προδιαγράφουν εκείνο που χρειάζεται να εξεταστεί εδώ σε σχέση με τον έτερο τροποποιητικό νόμο, δηλαδή το Ν.66(Ι)/2015. Η εξέταση αναδεικνύει μια ιδιαίτερη και σοβαρή πτυχή του θέματος, δηλαδή ότι ο τροποποιητικός νόμος που ακολούθησε, ήτοι ο Ν.66(Ι)/2015, σκοπούσε ακριβώς στο να προσδώσει στα εκεί αναφερόμενα αναδρομική ισχύ, ώστε να «καλύψει προηγηθείσες συμβάσεις» κατά το λόγο της υπόθεσης Ξιούρουππας και αυτό γιατί σκοπός της θέσπισης και των δύο τροποποιητικών νομοθεσιών ήταν η προστασία των οφειλετών από πρόσθετη επιβάρυνση ένεκα μονομερούς αυξήσεως περιθωρίου, πράγμα όμως που επιβεβαιωμένα δεν κατόρθωσε να επιτύχει η προηγηθείσα τροποποίηση. Ο Ν.66(Ι)/2015 από την άλλη, ρητά αναφέρει ότι αφορά κάθε σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης που «ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν την ημερομηνία έναρξης» του νόμου, δηλαδή του νόμου του 2015. Συνεπώς το γεγονός ότι καλύπτει και συμβάσεις που έχουν τερματιστεί δηλώνεται ρητώς και απεριφράστως στο άρθρο 3(1β), γλώσσα η οποία διατυμπανίζει με γλαφυρότητα την αναδρομική ισχύ τούτου. Εν ολίγοις, το λεκτικό του Ν.66(Ι)/2015 είναι προφανές ότι σκοπούσε στο να επιφέρει αυτό που δεν κατόρθωσε να επιφέρει ο προηγούμενος τροποποιητικός νόμος (Ν.141(Ι)/2014), όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Ξιούρουππας. Σήμερα με τρόπο σαφή και ξεκάθαρο τόσο το άρθρο 3(1β), όσο και το άρθρο 2Β(γ) του Ν.160(Ι)/1999, αναδεικνύουν τούτη την αναδρομική ισχύ. Παρεμβάλλεται περαιτέρω ότι ουδεμία απόκλιση διαπιστώνω μεταξύ των διαλαμβανομένων στα άρθρα 2Β(γ) και 3(1β) του Ν.160(Ι)/1999. Αν όμως ήθελε κριθεί ότι υφίσταται διάσταση στο σκοπό που έκαστο εξ αυτών εξυπηρετεί, προχωρώ λέγοντας ότι και αυτή είναι και η κατάληξή μου, πως το ζήτημα που εδώ εξετάζεται διέπεται ευθέως από το τελευταίο άρθρο [3(1β)], εφόσον άπτεται αυτών τούτων των παλαιών συμβάσεων κατά τρόπο ευρύτερο του προηγηθέντος άρθρου και αυτό είναι το καθοριστικό στοιχείο στην όλη διερεύνηση, καθ' ότι αναδεικνύει και ως εκ τούτου καθιστά την εν λόγω διάταξη ως ειδική και καθοριστική. Εν προκειμένω υποστήριξη αντλείται από το ακόλουθο απόσπασμα στους Halsbury's Laws of England, 3rd edition, vol 36, κάτω από τον τίτλο «Statute to be construed as a whole»: «For the purposes of construction, the context (
- s)of words which are to be construed includes not only the particular phrase (
- t)or section in which they occur, but also the other parts of statute (u). Thus a statute should be construed as a whole so as, so far as possible, to avoid any inconsistency or repugnancy either within the section to be construed or as between that section and other parts of the statute (a). The literal meaning of a particular section may in this way be extended (
- b)or restricted (
- c)by reference to other sections and to the general purview of the statute (d). Where the meaning of sweeping general word is in dispute, and it is found that similar expressions in other parts of the statute have all to be subjected to a particular limitation or qualification, it is a strong argument for subjecting the expression in dispute to the same limitation or qualification (e). It is sometimes said that where there is an irreconcilable inconsistency between two provisions in the same statute, the later prevails (f), but this is doubtful (g), and the better view appears to be that the courts must determine which is the leading provisions and which the subordinate provision, and which must give way to the other (h).» Στη δεδομένη περίπτωση η ειδική και καθοριστική διάταξη είναι το άρθρο 3(1β) και τα εκεί αναφερόμενα καθορίζουν την ερμηνεία που αρμόζει να αποδοθεί και στο άρθρο 2Β(γ). Και όλα αυτά αν ήθελε κριθεί πως ο σκοπός των δύο άρθρων διαφέρει, πράγμα που κατά την ταπεινή μου γνώμη δεν ισχύει, εφόσον τα δύο άρθρα φανερώνουν την περί ης ο λόγος αναδρομική ισχύ τούτων. Εν όψει όλων των ανωτέρω καταλήγω ακριβώς όπως και ο Χαραλάμπους Π.Ε.Δ, ότι η νομοθεσία, εν προκειμένω ο Ν.66(Ι)/2015, δεν επιτρέπει την επιβολή επιτοκίου υπερημερίας, εκτός αν η τράπεζα καταφέρει να αποδείξει ότι τέτοια αξίωση, όχι όμως πέραν του 2%, συνιστά ειδική ζημιά που υπέστη. Στη δεδομένη περίπτωση ορθή είναι η θέση της υπεράσπισης ότι η τράπεζα δεν προσκόμισε τέτοια μαρτυρία και ως εκ τούτου κατάληξή μου είναι ότι δεν απέδειξε ότι υπέστη αντίστοιχη ειδική ζημία και συνεπώς δεν δικαιούται σε επιτόκιο υπερημερίας.» Τα ανωτέρω υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται στην ολότητά τους. Το επιτόκιο υπερημερίας που επιβλήθηκε στο οφειλόμενο υπόλοιπο αντίκειται της σχετικής νομοθεσίας και συνεπώς δεν δικαιολογείται. Η διερεύνηση της υπόθεσης δεν τελειώνει όμως εδώ. Όπως έχει ήδη ειπωθεί οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν τις δύο συμφωνίες της εναγομένης 1, δηλαδή τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμφωνίες τεκμήρια 2 και 3. Οι συμφωνίες εγγυήσεως που υπέγραψαν οι εναγόμενοι 2 και 3, είναι τα τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα. Η υπογραφή των εγγράφων εγγυήσεως είναι παραδεχτή στην υπεράσπιση των εναγομένων 2 και 3. Εν προκειμένω δέχονται ότι υπέγραψαν τις εν λόγω συμφωνίες, οι οποίες να σημειωθεί ότι εξετάσθηκαν και διαπίστωσή μου είναι ότι συνιστούν συνεχή εγγύηση ύψους €365.000, πλέον τόκους και έξοδα (βλ. παράγραφο 18 τεκμηρίου 4 και 5). Παρεμβάλλεται πως η δικογραφημένη υπεράσπιση των εναγομένων 2 και 3 θέλει τις υπό εξέταση συμφωνίες εγγυήσεως να μην έχουν τύχει διαπραγμάτευσης, να μην συμφωνήθηκαν, να μην έχουν εξηγηθεί στους εναγόμενους 2 και 3 και εν κατακλείδι να είναι καταχρηστικές. Εν πρώτοις παρατηρώ ότι η υπεράσπιση δεν προώθησε περαιτέρω τους σχετικούς ισχυρισμούς. Αφενός ουδεμία μαρτυρία κάλεσε που να συνεισφέρει σε τέτοιο συμπέρασμα. Αρκεί να υποδειχθεί ότι ουδεμία σχετική ερώτηση τέθηκε στον μάρτυρα των εναγόντων για τη διαπραγμάτευση, ενώ σε ό, τι αφορά το κατά πόσο έτυχαν ενημέρωση οι εναγόμενοι, ο μάρτυρας απάντησε ότι αυτή είναι η πρακτική των εναγόντων, δηλαδή να εξηγούνται οι όροι, και δεν του τέθηκε οτιδήποτε διαφορετικό. Αφετέρου, στη λιτή αγόρευση των εναγομένων ουδέν αναφέρεται σε σχέση με αυτούς τους ισχυρισμού, κάτι που να αφήνει να νοηθεί ότι δεν επιμένουν σε τούτες τις θέσεις. Εν όψει όλων των ανωτέρω είμαι της γνώμης πως η υπεράσπιση εγκατέλειψε τις σχετικές θέσεις. Σε κάθε όμως περίπτωση διαπίστωσή μου είναι πως η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν επιτρέπει συμπέρασμα των όσων οι εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται στη υπεράσπιση που δικογράφησαν. Ουδεμία πτυχή της προσκομισθείσας μαρτυρίας δικαιολογεί κάτι τέτοιο. Πέραν των ανωτέρω, η δικογραφημένη υπεράσπιση των εναγομένων 2 και 3 σε σχέση με καταχρηστικότητα των όρων και ότι εμφανίζουν στοιχεία ποινικής ρήτρας, δεν πληροί τις νομολογιακές επιταγές δικογράφησης, ως τέθηκαν στην υπόθεση Έλληνας κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 87/2013, ημερομηνίας 03/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A503 όπου υποδείχθηκε ότι: «Παραμένει η επίπτωση του Νόμου αρ. 160(Ι)/99, όπως τροποποιήθηκε το 2015μ επί της συγκεκριμένης συμφωνίας των διαδίκων που τερματίσθηκε το 2006. Έγινε αναφορά σε αριθμό πρωτόδικων αποφάσεων επί του θέματος καθώς και στην ACC Bank Plc v. Friends First Managed Pensions Funds Ltd
(2012)1 EHC 435, η οποία υιοθέτησε την Lordsvale Finance Plc v. Bak of Zambia
(1996)QB 752, ως προς το ότι το ποσοστό αύξηση τόκου πρέπει να αποτελεί γνήσια προσπάθεια καθορισμού της ζημιάς. Όμως για τους λόγους που ακολουθούν δεν είναι αναγκαίο να γίνει αναφορά σε οποιαδήποτε από αυτές τις αποφάσεις. Ως πρώτη παρατήρηση, θα πρέπει να λεχθεί ότι η υπεράσπιση ουδόλως καλύπτει το ζήτημα με την αναγκαία επάρκεια που απαιτείται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα τη Δ.19 θ.13, που επιβάλλει στον εναγόμενο ο αντίδικος εξ απροόπτου, μεταξύ των οποίων, και ότι η αγωγή ή η συναλλαγή είναι άκυρη ή ακυρώσιμη κατά Νόμο. Και να καταγράψει βεβαίως εκείνα τα γεγονότα που δείχνουν παρανομία οποιασδήποτε φύσης. Η απλή καταγραφή, και μάλιστα άνευ βλάβης του προηγούμενου ισχυρισμού περί μη παραλαβής των επιστολών ότι η τράπεζα παράνομα και/ή αντισυμβατικά τροποποίησε το επιτόκιο σε 11,5% ετησίως δεν αρκεί να καλύψει το ζήτημα και ρητά έπρεπε να μνημονευθεί ο Νόμος ώστε να είχε υπόβαθρο και η εισήγηση περί ποινικής ρήτρας. Ορθά στο ζήτημα απαντά στο περίγραμμα της η εφεσίβλητη τράπεζα ότι τέτοια θέση δεν ηγέρθηκε με την υπεράσπιση και επομένως δεν θα μπορούσε να εξεταστεί, σύμφωνα και με την καθιερωμένη νομολογία ότι η υπεράσπιση είναι δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγομένου και το δικαστήριο δεν πρέπει να εξετάζει ζητήματα που είναι εκτός δικογραφίας. (Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826 και Σταύρου ν. Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Ζήτημα που αφορά εισήγηση περί ποινικής ρήτρας πρέπει να εγείρεται ρητά στην υπεράσπιση, (Λίλλης ν. Ξενής
(2009)1 Α.Α.Δ 217).» Αντιθέτως εδώ οι εναγόμενοι στο σύνολό τους, κυρίως όμως οι εναγόμενοι 2 και 3 των οποίων η υπεράσπιση εξετάζεται, παρέλειψαν να δικογραφήσουν οιονδήποτε όρο κάποιας εκ των δύο συμβάσεων, ώστε να αναδείξουν σε τι είναι που εδράζεται η εισήγηση ακυρότητας του όρου αυτού. Και τονίζεται πως η απόφαση του Δικαστηρίου την ρήτρα είναι που αφορά και όχι τη σύμβαση στην ολότητα της, εφόσον παγιωμένη είναι η αρχή ότι ακόμη και αν ήθελε κριθεί πως συγκεκριμένη ρήτρα είναι παράνομη, ετεροβαρής ή έχουσα καταχρηστικό χαρακτήρα, δεν επιδρά στη σύμβαση και δεν ακυρώνει τούτη, νοουμένου ότι μπορεί να διασωθεί ανεξάρτητα από την ρήτρα που ακυρώνεται (βλ. Βογιαζανός ν. Τράπεζας Κύπρου
(2011)1Α Α.Α.Δ 253, 265) Εφόσον στην προκείμενη περίπτωση δεν δικογραφήθηκε οιαδήποτε ρήτρα ώστε να αποκαλύπτεται αυτό στο οποίο συνίσταται ο ισχυρισμός των εναγομένων, καταλήγω ότι πρόσθετος λόγος απόρριψης των σχετικών αιτιάσεων, είναι η μη δικογράφηση τούτων κατά τον δέοντα τρόπο. Ως εκ των ανωτέρω άτρωτη παραμένει η προηγηθείσα κατάληξη ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν την εναγομένη 1 μέχρι ποσού €365.000. Αν και δεν έτυχε ανάδειξης στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας προστίθεται ότι διαπίστωσή μου είναι πως οι εναγόμενοι 2 και 3 παρέλαβαν απαίτηση πληρωμής, κατά πως διαλαμβάνεται στη συμφωνία των διαδίκων (βλ. παράγραφο 1 τόσο του τεκμηρίου 4 όσο και του τεκμηρίου 5) αλλά και κατά πως νομολογιακά αναλύθηκε στην υπόθεση Lombard Notwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1Β Α.Α.Δ 1465). Ό, τι ενωρίτερα αναφέρθηκε σε σχέση με την αποστολή και την παραλαβή των ειδοποιήσεων, στην έκταση που εδώ αφορά των τεκμηρίων 9 και 10, βεβαιώνει ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 παρέλαβαν τις εν λόγω επιστολές και ως εκ τούτου ικανοποιεί τη συμβατική επιταγή για ειδοποίηση των εγγυητών, ήτοι των εναγομένων 2 και
- Προτού ολοκληρώσω προστίθεται και κάτι ακόμη. Διατείνεται η υπεράσπιση πως η τράπεζα δεν ενημέρωσε τους εναγόμενους σε σχέση με τα δικαιώματα τους ως εγγυητές. Εν τούτοις το τεκμήριο 5, δηλαδή η εγγύηση του εναγομένου 2, διαψεύδει τις αιτιάσεις της υπεράσπισης. Η τελευταία σελίδα του τεκμηρίου 5 τιτλοφορείται ως υπεύθυνη δήλωση του εγγυητή και τα όσα εκεί αναφέρονται συνιστούν πλήρη συμμόρφωση με τις διατάξεις του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν.197(Ι)/
- Συνεπώς σε σχέση με αυτόν, εναγόμενο 2, η θέση της υπεράσπισης απορρίπτεται. Δεν παραγνωρίζεται ότι δεν προσκομίστηκε ανάλογο έγγραφο σε σχέση με την εναγομένη 2 εταιρεία. Εν τούτοις υποδεικνύεται ότι οι διατάξεις του Ν.197(Ι)/03 δεν φαίνεται να καλύπτουν νομικό πρόσωπο. Το άρθρο 3
(1)του νόμου, καθώς και ο ορισμός που παρέχεται στο άρθρο 2 στην λέξη «εγγυητής», φανερώνουν ότι μέριμνα του νομοθέτη ήταν τα φυσικά και όχι τα νομικά πρόσωπα. Εν όψει των πιο πάνω, ούτε αυτή η πτυχή των αιτιάσεων της υπεράσπισης είναι ικανή να επηρεάσει την πορεία της υπόθεσης. Εν κατακλείδι διαπίστωση του Δικαστηρίου, προκύπτουσα από αναμφισβήτητη μαρτυρία, είναι πως την 15/09/2009 η εναγομένη 1 παραχώρησε στην τράπεζα πρόσθετες εξασφαλίσεις, συγκεκριμένα τις υποθήκες Υ3315/09, Υ3316/09 και Υ3317/09, οι οποίες είναι τα τεκμήρια 6, 7 και 8, αντίστοιχα. Οι εν λόγω υποθήκες παραχωρήθηκαν σε σχέση με τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 και ήτο για τα ακόλουθα ποσά: η Υ3315/09 για εξασφάλιση ποσού €79.000, πλέον τόκο 8,25% από 15/09/2009 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης κάθε 30/06 και 31/12 ˙ η Υ3316/09 για εξασφάλιση ποσού €96.000, πλέον τόκο 8,25% από 15/09/2009 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης κάθε 30/06 και 31/12 ˙ και η Υ3317/09 για εξασφάλιση ποσού €155.000, πλέον τόκο 8,25% από 15/09/2009 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης κάθε 30/06 και 31/
- Εν όψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι οι ενάγοντες απέδειξαν κάθε τι το οποίο όφειλαν, ενώ οι αιτιάσεις της υπεράσπισης απορρίπτονται στο σύνολό τους. Δεδομένου ότι η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας κρίθηκε παράνομη, διευκρινίζεται ότι το ποσό που κρίνεται ως οφειλόμενο είναι αυτό που οι αναδομημένες καταστάσεις δεικνύουν στην ημερομηνία που προηγείται της επιβολής επιτοκίου υπερημερίας. Εν προκειμένω σε σχέση με το δάνειο είναι το ποσό των €290.841,77, πλέον τόκος προς 8,25% από 18/12/2012 και για τον τρεχούμενο λογαριασμό ποσό €34.101,99 πλέον τόκος προς 8,25% από 18/12/
- Νοείται ότι και στις δυο περιπτώσεις ο τόκος είναι με κεφαλαιοποίηση κάθε 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. Σε αυτό λοιπόν το στάδιο που έχουν αποφασιστεί όλα τα επίδικα θέματα, επιβάλλεται η αποσυνένωση των δύο αγωγών. Ως εκ τούτου οι αγωγές αποσυνενώνονται και εκδίδεται απόφαση ως εξής: 973/13 Στην αγωγή 973/13 εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εις βάρος των εναγομένων 2 και 3, κεχωρισμένως και/ή αλληλεγγύως για το ποσό των €290.841,77 και για το ποσό των €34.101,
- Καθ' ένα εκ των δύο ποσών θα φέρει τόκο προς 8,25% από την 18/12/2012 με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, ήτοι κάθε 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. Περαιτέρω υπέρ των εναγόντων και εις βάρος των εναγομένων επιδικάζονται και τα έξοδα της διαδικασίας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. 696/14 Στην αγωγή 696/14 εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εις βάρος της εναγομένης για το ποσό των €290.841,77 και το ποσό των €34.101,
- Καθ' ένα εκ των δύο ποσών θα φέρει τόκο προς 8,25% από την 18/12/2012 με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, ήτοι κάθε 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. Περαιτέρω υπέρ των εναγόντων και εις βάρος της εναγομένης εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι 24 (ε) (στ) και (ζ) της έκθεσης απαιτήσεως. Τέλος, υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης επιδικάζονται και τα έξοδα της διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται τα ποσά που επιδικάστηκαν στις δύο αγωγές είναι ένα και το αυτό και τυχόν εξόφληση ή καταβολή οιουδήποτε ποσού από οιονδήποτε των τριών εναγομένων, εξοφλεί ή μειώνει αναλόγως το συνολικό ποσό για όλους τους εναγόμενους. Περαιτέρω, κατανοητό είναι ότι από την ημερομηνία συνένωσης των δύο αγωγών τα επιδικασθέντα έξοδα περιορίζονται σε ένα σετ εξόδων, κοινό και για τις δύο υποθέσεις. ( Υπ.)......................................... Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο