ANAPA LTD ν. ELATORA LTD που προηγουμένως ήταν T.I.A WHAT PRΟPERTY LTD, Αριθμός Αγωγής: 5/2021, 26/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A8 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ AMMOΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 5/2021 Μεταξύ: ANAPA LTD Ενάγοντες και ELATORA LTD που προηγουμένως ήταν T.I.A WHAT PRΟPERTY LTD Εναγόμενοι Ημερομηνία: 26.3.21 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες/ Αιτητές: κ . Γ. Φ. Πιττάτζης Για Εναγόμενους/ Καθ'ων η Αίτηση: κ. Σ.Α.Σπύρου Αίτηση και Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνίας 28.1.21 ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε την 28.1.
- H αξίωση των εναγόντων αφορά την καταβολή ποσού €40.000 ως οφειλόμενα ενοίκια, ενώ παράλληλα, διεκδικούνται διατάγματα του Δικαστηρίου όπως: (α) οι εναγόμενοι αποζημιώσουν τους ενάγοντες για οποιαδήποτε ποσά χρημάτων ήθελαν οι τελευταίοι πληρώσουν ως έξοδα και τέλη που έχουν σχέση με την κατοχή και χρήση του καταστήματος που βρίσκεται στην πρόσοψη του τουριστικού συγκροτήματος «MELINI HOTEL» στην Λεωφόρο Πρωταρά για την περίοδο 1.1.21 μέχρι και την παράδοση του ακινήτου, (β) διάταγμα που να απαγορεύει τους εναγόμενους από το να εισέρχονται και/ή να κατέχουν και/ή χρησιμοποιούν το κατάστημα και (γ) Διάταγμα που να διατάζει τους εναγόμενους όπως παραδώσουν το κατάστημα σε καλή και χρησιμοποιήσιμή κατάσταση, αποκαθιστώντας κάθε γενόμενη ζημία, πλέον έξοδα της παρούσας αγωγής και ΦΠΑ. Της καταχώρησης της αγωγής ακολούθησε την ίδια ημέρα η καταχώρηση μονομερούς αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ως ακολούθως: (Α) Διάταγμα επιτρέπον την υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου της αγωγής, του αιτούμενου διατάγματος και της Αίτησης με την επικόλληση των τόσο στην κύρια είσοδο του επίδικου καταστήματος όσο και στην κύρια είσοδο του υποστατικού του εγγεγραμμένου γραφείου της εναγόμενης εταιρείας (οδός Μόδεστου Παντελή 66, 5320 Λιοπέτρι) ή και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε κρίνει σωστό το Σεβαστό Δικαστήριο. (Β) Διάταγμα ή και οδηγίες για πάσα μεταγενέστερη Αίτηση ή και δικονομικό διάβημα να αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων του Δικαστηρίου και να ισχύουν οι προθεσμίες των Θεσμών. (Γ) Μονομερές ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα απαγορεύον στους εναγομένους να εισέρχονται ή και κατέχουν το επίδικο κατάστημα στη Λεωφ. Πρωταρά στο ξενοδοχείο MELINI HOTEL μέχρι να δικασθεί η υπό άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ή και άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Την ίδια ημέρα η συνήγορος που εμφανίστηκε τότε εκ μέρους των εναγόντων απέσυρε το αιτητικό (Β), το οποίο και απορρίφθηκε, το δε Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς τα Διατάγματα υπό τα στοιχεία (Α) και (Γ) ανωτέρω. Τα εν λόγω Διατάγματα ορίστηκαν επιστρεπτέα την 18.2.
- Κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, οι εναγόμενοι εμφανίστηκαν στη διαδικασία μέσω του κ. Σπύρου, ο οποίος έφερε ένσταση στη συνέχιση της ισχύος των πιο πάνω διαταγμάτων, ζητώντας χρόνο όπως καταχωρήσει και γραπτώς, ένσταση. Το Δικαστήριο όρισε συνεπώς την αίτηση για ακρόαση στις 5.3.21, με οδηγίες όπως τυχόν ένσταση καταχωρηθεί μέχρι την 1.3.
- Την 5.3.21 το Δικαστήριο άκουσε την προφορική αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των αιτητών, με τον ευπαίδευτο συνήγορο των καθ'ων η αίτηση να λαμβάνει ακολούθως τον λόγο, ο οποίος παρέδωσε στο Δικαστήριο και τις γραπτές του θέσεις επί της αιτήσεως. Σημειώνεται ότι η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη αποκλειστικά στην βάση των ενόρκων δηλώσεων, αφού κανένας εκ των συνηγόρων δεν ζήτησε την αντεξέταση των ομνυούντων. Η Μονομερής Αίτηση: Η αίτηση των εναγόντων στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5 και 5Α, Διαταγή 48 Θ.8 και 9 και στο άρθρο 32 του Νόμου 14/
- Υπόβαθρο των ισχυριζόμενων γεγονότων αποτελεί η ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Παναγή, μέτοχου και διευθυντή των εναγόντων, δεόντως εξουσιοδοτημένου παρ' αυτών όπως προβεί στην παρούσα. Οι ενάγοντες αναφέρει, είναι οι ιδιοκτήτες του επίδικου καταστήματος το οποίο αποτελεί μέρος οικοδομής, και είναι στην πρόσοψη του τουριστικού συγκροτήματος με την ονομασία «MELINI HOTEL» στη Λεωφ. Πρωταρά, στο Παραλίμνι. Με γραπτή συμφωνία ημερ.19.10.2011 (Τεκμήριο 1), οι ενάγοντες εκμίσθωσαν το κατάστημα στους εναγόμενους για περίοδο 3 ετών από 1.11.2010 μέχρι 31.12.
- Οι εναγόμενοι παρέλαβαν κατοχή του ανωτέρω καταστήματος πωλώντας εντός αυτού αναμνηστικά δώρα (Souvenir Shop), με την επωνυμία «ELATORA SOUVENIR». Μετά τη λήξη της ανωτέρω περιόδου οι εναγόμενοι παρέμειναν ως ενοικιαστές μέχρι την 31.12.
- Το αρχικό όνομα των εναγομένων ήταν «T.I.A WHAT PROPERTY LTD» ενώ αργότερα μετονομάστηκαν σε «ELATORA LTD» (Μέρος Τεκμηρίου 1). Οι ενάγοντες περί το 2017 προγραμμάτιζαν οικοδομικές αλλαγές και ανακαινίσεις στο τουριστικό συγκρότημα MELINI HOTEL APTS για μετατροπή του σε ξενοδοχείο με την ονομασία «MELINI HOTEL» στα πλαίσια των οποίων θα επηρεαζόταν και το επίδικο κατάστημα. Με γραπτή Συμπληρωματική συμφωνία ημερ. 5.1.17 (Τεκμήριο 2), οι διάδικοι συμφώνησαν ότι οι ενάγοντες (ιδιοκτήτες), θα παραλάμβαναν το κατάστημα για σκοπούς ανακαινίσεων και μετά την ανακαίνιση θα παρέδιδαν αυτό πίσω στους εναγόμενους (ενοικιαστές) πριν την 15.4.2017, ημερομηνία κατά την οποία θα άρχιζε η τουριστική περίοδος. Οι ενάγοντες παρέδωσαν το νέο ανακαινισθέν κατάστημα το οποίο οι εναγόμενοι χρησιμοποιούσαν μέχρι την 31.12.2020, ημερομηνία κατά την οποία έληγε η περίοδος ενοικίασης. Είναι η θέση του κ. Παναγή ότι όλα τα ενοίκια μέχρι την 31.12.2019 έχουν καταβληθεί. Κανένα όμως ποσό ενοικίου δεν καταβλήθηκε για το έτος
- Η περίοδος ενοικίασης έληξε την 31.12.2020 και οι εναγόμενοι εξαφανίστηκαν και δεν απαντούν στα τηλεφωνήματα και/ή οχλήσεις των εναγόντων. Στην Συμπληρωματική Συμφωνία Ενοικίασης (Τεκμήριο 2), προβλέπεται ότι όλες οι ειδοποιήσεις θα αποστέλλονται στην Οδό Μόδεστου Παντελή 66, 5320 Λιοπέτρι, διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου των Καθ'ων η αίτηση στον Έφορο Εταιρειών (Τεκμήριο 3). Οι ενάγοντες λόγω της παντελούς έλλειψης επικοινωνίας με τους Καθ'ων η αίτηση, αναγκάστηκαν να απασχολήσουν δικηγόρους, οι οποίοι συνέταξαν επιστολή παραδίδοντας την για σκοπούς επίδοσης σε ιδιώτη δικαστικό επιδότη. Οι προσπάθειες του τελευταίου κατέστησαν ανεπιτυχείς αφού, ως ισχυρίζεται ο κ. Παναγή, αυτός έβρισκε τις θύρες του υποστατικού κλειστές. Το επίδικο κατάστημα κατά την 28.1.21, (ημερομηνία της αίτησης) ήταν κλειστό. Τα κλειδιά του καταστήματος τα κρατούν οι εναγόμενοι. Οι ενάγοντες δεν γνωρίζουν σε ποια κατάσταση βρίσκεται το κατάστημα, ούτε γνωρίζουν τι ποσά οφείλουν οι εναγόμενοι ως τέλη και δαπάνες για κατοχή και χρήση του, εξ΄ου και διεκδικούν με την αγωγή τους, ανάλογα διατάγματα. Περαιτέρω είναι η θέση των εναγόντων ότι, δεδομένης της λήξης της ενοικίασης, δικαιούνται σε λήψη της κατοχής και χρήσης του καταστήματος τους. Παρά δε τη συμπάθεια τους προς τους εναγόμενους, που πρόδηλα πλήγηκαν από την κρίση της πανδημίας του κορονοίού, οι ενάγοντες δικαιούνται και στα ενοίκια που τους οφείλονται για το έτος
- Επιπλέον, ο ομνύοντας δηλώνει ότι το επίδικο κατάστημα δεν εμπίπτει εντός των προνοιών του Περί Ενοικιοστασίου Νόμου αφού από τη λήξη της περιόδου ενοικίασης αυτό έχει νομικά περιέλθει στην κατοχή των εναγόντων, τυχόν δε είσοδος των διευθυντών και/ή εκπροσώπων και/ή υπαλλήλων των εναγόμενών θα συνιστά παράνομη επέμβαση. Είναι επίσης η θέση των εναγόντων ότι έχουν άμεσο δικαίωμα εισόδου και παραλαβής της κατοχής του καταστήματος τους, χωρίς την έγκριση ή συγκατάθεση των εναγόμενών, όμως επέλεξαν όπως αποταθούν στο Δικαστήριο για αναγνώριση αυτού του δικαιώματος, για να μη θεωρηθεί ότι με τις πράξεις ή ενέργειες τους, αυτοδίκησαν. Οι εναγόμενοι, είναι πρόδηλα αφερέγγυοι γιατί παρέλειψαν να πληρώσουν τα ενοίκια των τελευταίων 12 μηνών. Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και αφεθούν οι εναγόμενοι να κατέχουν το επίδικο κατάστημα μέχρι την εκδίκαση της αγωγής υπάρχει ορατός, άμεσος και σοβαρός κίνδυνος όπως οι ενάγοντες υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, αφού το ποσό των οφειλομένων ενοικίων θα αυξάνεται, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής τους από τους εναγόμενους, οι οποίοι θα κατέχουν στο μεσοδιάστημα παρανόμως το επίδικο υποστατικό. Τέλος, ο κ. Παναγή δηλώνει ότι αν προσφερθεί μαρτυρία από μέρους των εναγομένων ότι έχουν καλή υπεράσπιση και ότι θα αδικηθούν από την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος τότε, ορθό και δίκαιο είναι όπως διαταχθούν οι τελευταίοι να καταβάλουν τα οφειλόμενα ενοίκια του έτους 2020 ως όρο για την διατήρηση της κατοχής και χρήσης του καταστήματος από μέρους τους. Η Ένσταση: Στον αντίποδα, οι εναγόμενοι προβάλουν εικοστρείς
(23)λόγους για απόρριψη της παρούσας αίτησης, οι οποίοι περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων, την κατ΄ισχυρισμόν έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από τους αιτητές, την τελεσιδικία που θα επέλθει επί της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων από τυχόν οριστικοποίηση του διατάγματος, την παρατυπία και το λανθασμένο της αίτησης, την έλλειψη εξουσιοδότησής και προσωπικής γνώσης εκ μέρους του ενόρκως δηλούντα, την μη πλήρωση των προϋποθέσεων για έκδοση και οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος, την καθυστέρηση στην υποβολή της αιτήσεως, την παρατηρηθείσα κατάχρηση διαδικασίας μέσω των αναληθών γεγονότων που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήιο, την έλλειψη βάσης αγωγής, καθώς και την έλλειψη της όποιας ανεπανόρθωτης ζημίας στους ενάγοντες. Η ένσταση βασίζεται στον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο Ν23/83 άρθρα 1-11 ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, στον Περί Συμβάσεων Νόμο, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ. 5 και 5 Α, Δ.9, Θ1-10, Δ. 39, Δ 48 Θ 1-9, Δ.51, Δ.64, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 2, 4-9, 16, 22, 23, 26, 27, στα άρθρα 2, 14, 21, 29, 30- 32 και 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις συμφυείς και γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, στις Αρχές της Νομολογίας και τις Αρχές της Επιείκειας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Κατσιάρη, μοναδικού διευθυντή και γραμματέα των Καθ' ων η Αίτηση. Γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος υπ' αυτών όπως προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Επισυνάπτει ως Τεκμήρια 1 και 2, αντίγραφα του αρχείου Εφόρου Εταιρειών, καθώς και σχετικό ψήφισμα των εναγόμενών, προς επιβεβαίωση της θέσης και εξουσιοδότησης του. Ο ομνύοντας δηλώνει πρωτίστως ότι ο κ. Παναγή δεν έχει την κατάλληλη εξουσιοδότηση όπως προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, αφού αποτελεί ένα εκ των δύο διευθυντών των εναγόντων, παρουσιάζοντας ως Τεκμήριο 3, αντίγραφο ηλεκτρονικής έρευνας του αρχείου του Εφόρου Εταιρειών. Προς τούτο, δηλώνει, θα έπρεπε να είχε δοθεί σχετική εξουσιοδότηση από το Διοικητικό Συμβούλιο των εναγόντων η οποία εδώ, ελλείπει. Παραδέχεται ότι οι Αιτητές ενοικίασαν στους Καθ' ων η Αίτηση, το συγκεκριμένο υποστατικό μέσω του Τεκμηρίου 1 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση για την περίοδο 2011 -
- Κατά την λήξη όμως της συμφωνίας οι Καθ'ων η αίτηση κατέστησαν θέσμιοι ενοικιαστές με την παραμονή τους στο ακίνητο μέχρι και σήμερα. Τα Τεκμήρια 4 μέχρι και 6, ήτοι βεβαιώσεις υπαλλήλων και διευθυντών Υποκαταστημάτων της Πρώην Λαϊκής Τράπεζας, επισυνάπτονται προς επίρρωση των ισχυρισμών του περί θέσμιας ενοικίασης, αφού δεικνύουν την ενοικίαση του ακινήτου και προ της 31.12.
- Το Τεκμήριο 2 (Συμπληρωματική Συμφωνία στην αίτηση) είχε ως σκοπό την παράταση της ήδη ανανεωθείσας ενοικίασης που είχε ξεκινήσει με την σύναψη της συμφωνίας, Τεκμήριο
- Οι Καθ'ων η αίτηση παρέμειναν στο ακίνητο και μετά την λήξη της συμφωνίας Τεκμήριο 2, ήτοι και μετά την 30.12.
- Συγκεκριμένα παρέμειναν μέχρι και την ημέρα έκδοσης του παρόντος Διατάγματος, γεγονός που επιβεβαιώνει την ιδιότητα των ως θέσμιοι ενοικιαστές. Είναι δε επιπλέον θέση του, ως λαμβάνει νομική συμβουλή, ότι πάρα την αποδεκτότητα του Τεκμηρίου 1 ως υπαρκτό έγγραφο, αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο ως μαρτυρία, από την στιγμή που δεν είναι χαρτοσημασμένο. Παραδέχεται την προηγούμενη ονομασία των Εναγόμενων ως «T.I.A WHAT PROPERTY LTD». Τα ενοίκια καταβάλλονται κανονικά, η δε μη καταβολή των ενοικίων για το έτος 2020 οφείλεται στο ότι γίνονταν συζητήσεις για το πώς θα ετύγχανε χειρισμού το ενοίκιο λόγω της κρίσης του κορονοίου, θέμα για το οποίο έγιναν 3 συναντήσεις σε 3 διαφορετικές περιόδους, τις οποίες ο ενόρκως δηλών σκόπιμα απέκρυψε. Αφορμή των συζητήσεων ήταν δημοσιεύματα ότι θα επέρχετο μείωση ενοικίων στο 50%, είτε με Νόμο, είτε με Κανονισμούς, με τους Καθ'ων η αίτηση να αναμένουν την κατάληξη των μερών επί των συζητήσεων ως προς το ύψος του ενοικίου που θα κατέβαλλαν. Αναφέρει ο ομνύοντας ότι ουδέποτε αγνόησε κλήση, ως ψευδώς αναφέρει ο κ. Παναγή, αφού η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείο των Καθ'ων η αίτηση αποτελεί την οικογενειακή του εστία, στην οποία διαμένει ο ίδιος με την σύζυγο του και τα τρία εκ των τεσσάρων παιδιών του, απορρίπτοντας έτσι τις όποιες προσπάθειες επίδοσης του ιδιώτη επιδότη. Υπό τις περιστάσεις, ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση υπάρχει, ούτε και οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής είναι ορατή. Τέλος, οι Καθ'ων η αίτηση είναι καθ'όλα φερέγγυοι γεγονός που φαίνεται και από τις οικονομικές καταστάσεις και Λογιστικές Βεβαιώσεις επί αυτών, Τεκμήρια 7 και
- Καμία οικονομική δυσκολία δεν υπάρχει από πλευράς εναγόμενων όπως καταβάλουν οποιοδήποτε πόσο ήθελε φανεί ότι οφείλουν. Εν πάση περιπτώσει η κατ' ισχυρισμό ζημιά των εναγόντων είναι καθαρά χρηματική και μπορεί εύκολα να αποτιμηθεί. Τέλος, οι αιτητές απέκρυψαν ότι όλα τα πράγματα των εναγόμενων, ήτοι όλο το στοκ, εμπορεύματα, ταμειακές μηχανές και άλλα περιουσιακά τους στοιχεία, είναι μέσα στο υποστατικό, και είναι αμφίβολο τι συνέβη σε αυτά μετά την έκδοση του διατάγματος. Η απόκρυψη αυτού του γεγονότος οφείλεται σε προσπάθεια απόκρυψης της πραγματικότητας και απόδοσης μια διαφορετικής εικόνας προς το Δικαστήριο, αυτής περί εγκατάλειψης του υποστατικού από τους Καθ'ων η αίτηση, γεγονός το οποίο δεν ευσταθεί, με το Δικαστήριο να έχει τύχει απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Ακροαματική Διαδικασία: Έχω εξετάσει με την δέουσα προσοχή τις εκατέρωθεν αγορεύσεις των συνηγόρων. Η πλευρά των εναγόντων, με αναφορά στο γεγονότα, ισχυρίζεται ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που επιτάσσει ο Νόμος και η νομολογία για έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων. Αντίθετα, οι εναγόμενοι υποστήριξαν ότι δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις για έκδοση των διαταγμάτων, παραπέμποντας μέσω της γραπτής τους αγόρευσης σε πλειάδα αυθεντιών επί του προκειμένου. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι εισηγούνται ότι έγινε ουσιώδης απόκρυψης γεγονότων, με τους ενάγοντες να μην έχουν αποταθεί στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Υπαγωγή Νομικών Αρχών στα Υπό Κρίση Γεγονότα Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, η γενική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί. Το Δικαστήριο διατηρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια στην έκδοση τέτοιων διαταγμάτων σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι: (α) υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι ο αιτών έχει ορατή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και (γ) ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Σε περίπτωση ικανοποίησης των τριών προϋποθέσεων, τίθεται προς εξέταση και το ισοζύγιο της ευχέρειας. Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο, δηλαδή στο στάδιο εξέτασης κατά πόσο το εκδοθέν Προσωρινό Διάταγμα οφείλει να οριστικοποιηθεί ή μη, οφείλει να επανεξετάσει εκ νέου, την τήρηση και πλήρωση όλων των πιο πάνω προϋποθέσεων. Οι προϋποθέσεις που αποτυπώνονται στο εν λόγω άρθρο, η σωρευτική ύπαρξη των οποίων αποτελεί προαπαιτούμενο για την έκδοση, και μεταγενέστερα την οριστικοποίηση αυτών, έχουν ερμηνευθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557, Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015 και Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.α ν Λοιζίδου (Π.Ε. Ε7/18 ημερ. 21/3/19). Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της ουσιαστικής απαίτησης του αιτητή, ενώ επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει όπως προβεί σε ευρήματα ή συμπεράσματα επί της ουσίας της διαφοράς. Υπενθυμίζεται ότι στο παρόν στάδιο το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση του κατά πόσον πληρούνται οι υπό τον Νόμο προϋποθέσεις, με τους αίτητές να διατηρούν εξ' ολοκλήρου το βάρος απόδειξης της πλήρωσης αυτών εάν επιθυμούν την έκδοση και/ή την συνέχιση ισχύος αυτών. (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν Beograbska Banka
(1999)1 (A) A.A.Δ. 235, Άκης Γρηγορίου κ.α. v Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802). Δικαιοδοσία/ Προϋποθέσεις Άρ.32 Ν. 14/60/ Αποκάλυψη Ουσιωδών Γεγονότων Πρωτίστως, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει την θέση των εναγόμενών ότι το εκδικάζον Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία, αφού καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο είναι αυτό του Ελέγχου Ενοικιάσεως. Τυχόν επιτυχία αυτού του λόγου ένστασης σφραγίζει την περαιτέρω πορεία της αιτήσεως, καθώς και του εκδοθέντος διατάγματος. To ζήτημα Δικαιοδοσίας αποτελεί βεβαίως θέμα το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει και αυτεπάγγελτα (βλ.Central Co-Operative Bank v C.Y.E.M.S
(1984)1 C.L.R. 435). Η δε δικογραφία αποτελεί το μέσο στοιχειοθέτησης των προϋποθέσεων για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί του επιδίκου θέματος. (Βλ.Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά
(1993)3Α.Α.Δ.598, Παναγή ν Γενικού Εισαγγελέα Π.Ε. 10292 ημερ. 16.7.99, Κουκούνης κ.α ν Νικολάου κ.α Π.Ε.11199 ημερ. 9.12.2003). Αφετηρία για εξέταση του δικαιοδοτικού ζητήματος δεν μπορεί παρά να αποτελέσει το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Περί Ενοικιοστασίου Νόμου 23/89 στη βάση των προνοιών του οποίου: «Ακίνητο» σημαίνει: «Κτίριο υπό ή προς ενοικίαση για κατοικία ή κατάστημα που βρίσκεται μέσα στα όρια ελεγχόμενης περιοχής και συμπληρώθηκε μέχρι την 31.12.1999». «Θέσμιος Ενοικιαστής» σημαίνει «ενοικιαστής ακινήτου ο οποίος κατά την λήξη ή τον τερματισμό της πρώτης ενοικίασης, εξακολουθεί να κατέχει το ακίνητο και περιλαμβάνει πάντα θέσμιόν ενοικιαστή προ της ημερομηνίας έναρξης της ισχύος του παρόντος νόμου». «Πρώτη ενοικίαση» σημαίνει την πρώτη ενοικίαση ακινήτου από τον εκάστοτε ενοικιαστή και η διάρκεια της οποίας καθορίζεται από το ενοικιαστήριο έγγραφο ή την προφορική συμφωνία ή ελλείψει αυτών από τον τρόπο πληρωμής». Δυνάμει των πιο πάνω, διαφαίνεται ότι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, αποκτά δικαιοδοσία όταν: (α) Το ακίνητο βρίσκεται εντός των ορίων ελεγχόμενης, σύμφωνα με τον Νόμο περιοχής και (β)Συμπληρώθηκε μέχρι την ημερομηνία έναρξης τοις ισχύος του τροποποιητικού Περί Ενοικιοστασίου Νόμου 20 (Ι)/01, δηλαδή μέχρι την 31.12.99 και βρίσκεται υπό ή προς ενοικίαση και (γ) Υφίσταται ενοικίαση, εγγραφή ή άλλη ή κατοχή ακινήτου δυνάμει της οποίας δημιουργείται σχέση ιδιοκτήτη και ενοικιαστή, εξαιρουμένων των περιπτώσεων, οι οποίες ρητά καθορίζονται ως μη περιλαμβανόμενες στον ορισμό της λέξης ενοικίασης, στο άρθρο 2 του Νόμου και (δ) Ο ενοικιαστής είναι θέσμιος και, συνεπώς η ενοικίαση είναι θέσμια. Ορθή κρίνεται ότι είναι η παρατήρηση του κ. Σπύρου ότι στην παράγραφο 24 της Ένορκης Δήλωσης Παναγή, γίνεται μια γενική και μόνο αναφορά ότι το επίδικο κατάστημα δεν εμπίπτει στα πλαίσια του Περί Ενοικιοστασίου Νόμου, χωρίς να γίνεται όμως μνεία στα δεδομένα που στηρίζουν αυτή του την πεποίθηση. Σημειώνω όμως εδώ το παραδεκτό μεταξύ των συνηγόρων, κατά το στάδιο των προφορικών τους αγορεύσεων, γεγονός, ότι το επίδικο υποστατικό εμπίπτει όντως στις ελεγχόμενες περιοχές αφού ευρίσκεται στην Λεωφόρο Πρωταρά στο Παραλίμνι, πληρώντας κατά αυτό τον τρόπο την υπό το (α) ανωτέρω, προϋπόθεση. Ως προς τις προϋποθέσεις υπό τα (γ) και (δ) ανωτέρω, σημειώνονται τα ακόλουθα: Μπορεί οι διάδικοι να μην συμφωνούν ως προς το κατά πόσον οι Καθ'ων η αίτηση ενδεχομένως να είναι θέσμιοι ενοικιαστές, όμως η δικογραφία των εναγόντων και η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αποκαλύπτει, και ορθώς, όλο το ιστορικό της επίμαχης ενοικίασης καθώς και την πορεία αυτής, ήτοι από το 2011 μέχρι και σήμερα. Το περιεχόμενο δε των Τεκμηρίων 1 και 2, που επισυνάπτει ο κ. Παναγή στην ένορκη του δήλωση, τείνει να αποκαλύψει του λόγου του αληθές περί της πρόθεσης των μερών από το 2011 μέχρι και την 31.12.20. Και εξηγώ. Στην υποπαράγραφο με τίτλο «ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΣ» του Τεκμηρίου 1 καταγράφονται τα ακόλουθα: «Η διάρκεια ενοικιάσεως συμφωνείται για περίοδο τριών
(3)ετών αρχομένης την 1.11.2010 και ληγούσης την 31.12.
- Σε περίπτωση που ο ενοικιάστης επιθυμεί ανανέωση της παρούσας συμφωνίας μετά τη λήξη της, έχει δικαίωμα (option) να το πράξει και η παρούσα θα ανανεώνεται για περαιτέρω περίοδο πέντε ετών εφόσον ειδοποιήσει γραπτώς τον ιδιοκτήτη ένα χρόνο πριν την λήξη της παρούσης συμφωνίας και θα συμφωνηθεί εκ των προτέρων το ενοίκιο που θα καταβάλλεται για τη νέα περίοδο ενοικίασης.» (τονισμός δικός μου). Επιβεβαίωση της ανανέωσης της ενοικίασης κατά το 2014, εντοπίζεται στην παράγραφο 2 με τίτλο «ΠΡΟΙΟΜΙΟ» του Τεκμηρίου 2 (Συμφωνία περιόδου 5.1.2017 με 31.12.2020) η οποία διαβάζει ως ακολούθως: «ΕΠΕΙΔΗ το Α μέρος ενοικιάζει το ενοικιαζόμενο από το Β Μέρος, μέσω συμφωνίας ημερομηνίας 19.10.11 (διευκρινίζεται ότι το Α μέρος έχει προβεί σε αλλαγή ονόματος και εις την εν λόγω συμφωνία συμβάλλεται με το προηγούμενο όνομα, δηλαδή ως «T.I.A. WHAT PROPERTY LIMITED) και, Επειδή η περίοδος ενοικίασης έχει ανανεωθεί από τα Μέρη, και με βάση τα σημερινά δεδομένα το Α μέρος κατέχει το ενοικιαζόμενο μέχρι και την 31.12.18 και .» ( τονισμός δικός μου). Οι όροι συνεπώς των ιδίων των συμφωνιών, την ύπαρξη και το περιεχόμενο των οποίων οι πελάτες του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση αποδέχονται (βλ. παρ. 5 και 7 Ε/Δ Κατσιαρή), αποκαλύπτουν την από κοινού πρόθεση των μερών ότι με την λήξη της συμφωνίας Τεκμήριο 1 το 2014, τα μέρη ανανέωσαν την περίοδο ενοικίασης τους, εξ'ού και η ύπαρξη του Τεκμηρίου 2 και της ρητής αναφοράς σε αυτό, ότι η ενοικίαση ανανεώθηκε και συνεχίστηκε. Η πιο πάνω ανανέωση αποκαλύπτεται και επιβεβαιώνεται τόσο μέσω του προοιμίου του Τεκμηρίου 2 ως αυτό έχει ανωτέρω καταγραφεί, καθώς και μέσω των παραγράφων 6 της ένορκης δήλωσης Παναγή και 7 της ένορκης δήλωσης Κατσιαρή αντιστοίχως. Παραπέμπω σε αυτό το σημείο στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης Παναγή όπου δηλώνονται τα ακόλουθα: «
- Μετά τη λήξη της ανωτέρω περιόδου ενοικίασης οι εναγόμενοι παρέμειναν σαν ενοικιαστές μέχρι την 31/12/
- Το τελευταίο ετήσιο ενοίκιο ήτο €47.250.» Αντιστοίχως, ο κ. Κατσιαρής αναφέρει στην παράγραφο 7 της δικής του Ένορκης Δήλωσης ότι, «.η εν λόγω συμφωνία (Τεκμήριο 2- προσθήκη του Δικαστηρίου) με τους όρους που φαίνονται σε αυτή καταρτίστηκε με σκοπό την περαιτέρω παράταση της ήδη ανανεωθείσας ενοικίασης που είχε ξεκινήσει με την συμφωνία, τεκμήριο 1.» (τονισμός δικός μου). Δυνάμει λοιπόν του μαρτυρικού υλικού που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου φαίνεται ότι, ότι η ενοικίαση λήγουσα το 2014, ανανεώθηκε και συνεχίστηκε μέχρι και την κατάρτιση της Συμπληρωματικής Συμφωνίας Τεκμήριο
- Το πραγματικό αυτό γεγονός επιβεβαιώνεται από τα λεχθέντα των ομνυόντων, στις αντίστοιχες καταγραφθείσες ανωτέρω παραγράφους των ενόρκων δηλώσεων τους. Συνεπώς, τα μέρη μέσω της αυτόματης ανανέωσης της ενοικίασης και την σύναψη της Συμπληρωματικής προς τούτο Συμφωνίας, Τεκμήριο 2, μετουσίωσαν σε πράξη την πρόθεση τους για συνέχιση της ενοικιαστικής τους σχέσης. Εκείνο όμως που επίσης εντοπίζεται, και δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο, είναι ότι οι Καθ' ων η αίτηση παρέμειναν στο ακίνητο και μετά την λήξη της ενοικιαστικής περιόδου ως αυτή καθορίζεται στο Τεκμήριο 2, ήτοι μετά την 31.12.
- Στην παράγραφο 2 με τον τίτλο «ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΕΝΟΙΚΙΑΣΗΣ» του Τεκμηρίου 2 βρίσκουμε ότι: «Με την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας η διάρκεια ενοικίασης του επεκτείνεται μέχρι και την 31.12.2020, λαμβανομένου υπόψη τις πρόνοιες της παραγράφου 3 της παρούσας συμφωνίας.» Η παραμονή των Καθ'ων η αίτηση στο ακίνητο μετά την 31.12.20, αποδεικνύεται μέσω των παραγράφων 13, 17 και 24 της Ένορκης Δήλωσης Παναγή. Είναι εξ'άλλου αυτή τους η παραμονή που προκάλεσε την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, σκοπός της οποίας ήταν η εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος που να απαγόρευε στους Καθ' ων η αίτηση από το να εισέρχονται ή και να κατέχουν το επίδικο κατάστημα αφού η ενοικίαση είχε λήξει. Αντιστοίχως, ο κ. Κατσιαρής επιβεβαιώνει στην παράγραφο 7 της Ένορκης Δήλωσής το γεγονός αυτό, δηλώνοντας ότι: «. μετά δε την λήξη και της περιόδου ενοικίασης που προβλεπόταν στη συμφωνία ημερομηνίας 5.1.2017, παραμείναμε στο υποστατικό, η δε παραμονή μας κατά την λήξη και αυτής της συμφωνίας επιβεβαιώνει ξανά την ιδιότητα των Εναγόμενων ως θέσμιοι ενοικιαστές, εξ όσων έχω τύχει νομικής συμβουλής.» Στην δε παράγραφο 10 της ένορκης του δήλωσης, ο ομνύοντας, παραπέμποντας προς επίρρωση των ισχυρισμών του στο Τεκμήριο 3 Α αναφέρει: «. το υποστατικό το κατείχαμε μέχρι και την έκδοση του διατάγματος, αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, και όχι μέχρι την 30.12.2020 όπως τεχνηέντως προσπαθούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο οι Ενάγοντες. Δηλώνω ότι εντός του υποστατικού υπάρχουν ακόμα εξ όσων γνωρίζω αντικείμενα που εμπορεύεται η εταιρεία μας, αφού το κατάστημα λειτουργούσε ως κατάστημα πώλησης αναμνηστικών ειδών (souvenir) την καλοκαιρινή-τουριστική περίοδο.» Δεν μπορεί συνεπώς να μην μνημονεύσει το Δικαστήριο την θέση των εναγομένων για παραμονή τους στο κατάστημα μέχρι και την 28.1.21, ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος του Δικαστηρίου, ως αποδεικνύεται από την ως άνω μαρτυρία, παρά την λήξη της σύμβασης ενοικίασης, στις 31.12.
- Η σύμβαση δεν ανανεώθηκε, ούτε και τερματίστηκε, παρά μόνο έληξε. (βλ. Woodfall's Law of Landlord & Tenant, 27η Έκδοση, Τόμος 1, παρ. 446, 663). Αν συνεπώς πληρείται και η τελευταία υπό το (β) στοιχείο ανωτέρω, προϋπόθεση, θα μπορεί να λεχθεί ότι οι Καθ' ων η αίτηση έχουν καταστεί θέσμιοι ενοικιαστές. Στην απόφαση Παντζιαρή ν Aquarian Container Lines Ltd κ.α
(1993)1 Α.Α.Δ. 751, λέχθηκαν τα ακόλουθα σημαντικά, επί των αξιώσεων της Εφεσείουσας, οι οποίες προσομοιάζουν με αυτές της παρούσας: «Η απαίτηση διατυπώθηκε διαζευκτικά για ενδιάμεσα κέρδη ή αποζημιώσεις. Η απαίτηση για ενδιάμεσα κέρδη υποδηλώνει την συνέχεια της κατοχής των υποστατικών από τους ενοικιαστές και μετά τον τερματισμό της ενοικίασης, και τη διεκδίκηση αποζημιώσεων για τα κέρδη που ο ιδιοκτήτης στερείται από την αποστέρηση χρήσης των υποστατικών. Αν οι ενοικιαστές συνέχιζαν να κατέχουν τα υποστατικά μετά τον τερματισμό ή τη λήξη της ενοικίασης, αυτοί θα καθίσταντο θέσμιοι ενοικιαστές ενόψει του χρόνου κατά τον οποίο ολοκληρώθηκε η οικοδομή το 1982 και τον ορισμό του θέσμιου ενοικιαστή που περιέχεται στο άρθρο 2 του Περί Ενοικιοστασίου Νόμου 1983. Αν έτσι είχαν τα πράγματα το Επαρχιακό Δικαστήριο θα ήταν αναρμόδιο να επιληφθεί της απαίτησης της εφεσείουσας, αρμόδιο θα ήταν το Δικαστήριο Ελέγχου ενοικιάσεως». Αντιστοίχως, στην Ιωάννη Κότσαπα & Υιοι ν Φωτάκη Κυπριανού κ.α
(2001)1 Α.Α.Δ. 261, λέχθηκε από τον Εντιμο Δικαστή Καλλή ότι: «Εφόσον η ενοικίαση τερματίσθηκε με την επιστολή ημερ. 6.7.95 και εφόσον ο εφεσίβλητος συνέχισε να κατέχει τα επίδικα υποστατικά μετά τον τερματισμό της ενοικίασης το συμπέρασμα του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι έχει καταστεί θέσμιος ενοικιαστής είναι ορθό. Λαμβάνουμε υπόψη ότι η ανάκτηση καθυστερημένων ενοικίων από θέσμιο ενοικιαστή εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων (βλ. Efthymiades και Petsas, πιο πάνω). Έχουμε την άποψη πως το κυρίαρχο στοιχείο το οποίο διέπει το θέμα της δικαιοδοσίας είναι η ιδιότητα ή υπόσταση του ενοικιαστή και η φύση της ενοικίασης. Εφόσον ο τελευταίος έχει καταστεί θέσμιος ενοικιαστής η οποιαδήποτε αξίωση που εγείρεται εναντίον του, μετά που έχει αποκτήσει την ιδιότητα του θέσμιου ενοικιαστή, υπάγεται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Ο χρόνος γένεσης της αξίωσης δεν διαδραματίζει οποιοδήποτε ρόλο. Αν μετά τον τερματισμό της σύμβασης ενοικίασης και την μετατροπή της ενοικίασης σε θέσμια επιχειρείτο ανάκτηση κατοχής, δυνάμει του άρθρου 16
(1)(α) του Νόμου 23/83 λόγω καθυστερημένων ενοικίων, που είχαν προκύψει στη διάρκεια της συμβατικής ενοικίασης, χωρίς αμφιβολία το αρμόδιο δικαστήριο θα ήταν το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων». Στην παρούσα περίπτωση η αξίωση των εναγόντων αφορά τόσο την καταβολή των οφειλόμενων προς αυτούς ενοικίων, καθώς και διατάγματα για ενδιάμεσα κέρδη από την 1.1.21 και εντεύθεν, έχοντας υπόψη ότι η συμβατική σχέση των μερών έχει λήξει, η δε μετέπειτα παραμονή των εναγομένων στο ακίνητο μέχρι και την 28.1.21, όταν και εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα, είναι αδιαμφησβήτητη. Στην απόφαση Nicos Christou Develpments Ltd v. Παναγιώτη Τοφινή
(1998)1Δ Α.Α.Δ. 1990, εξετάστηκε εκτενώς η ερμηνεία του όρου «πρώτη ενοικίαση» και κρίθηκε ότι: «δεν περιέχεται οτιδήποτε στον ορισμό του όρου πρώτη ενοικίαση, το οποίο να επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την λήξη της συμβατικής σχέσης της ενοικίασης». Η αναφορά στον Νόμο ότι θέσμιος ενοικιαστής καθίσταται αυτός ο οποίος «κατά την λήξη ή τον τερματισμό της πρώτης ενοικίασης εξακολουθεί να κατέχει το ακίνητο» είναι σαφής και ξεκάθαρος. Με άλλα λόγια, το δικαίωμα του ενοικιαστή να μετατραπεί ή να θεωρηθεί θέσμιος δημιουργείται και/ή διατηρείται με την λήξη ή τον τερματισμό του συμβολαίου. Η έννοια της «πρώτης ενοικίασης» ως αυτή ορίζεται από τον Νόμο σε συνάρτηση και με την Νομολογία (βλ.Τοφινή, ante), δεικνύει ότι ο Νομοθέτης έθεσε μία δικλείδα ασφαλείας για να εξασφαλίσει την προστασία που παρέχει η θέσμια ενοικίαση. Με άλλα λόγια, η «πρώτη ενοικίαση» μπορεί να δημιουργηθεί ανά πάσα στιγμή με την ολοκλήρωση έκαστης συμβατικής ενοικίασης ανεξαρτήτως, πότε αυτή επισυμβαίνει χρονικά. Παραμένει λοιπόν προς εξέταση η υπό το (β) προϋπόθεση, για να απαντηθεί κατά πόσον η παρούσα αγωγή και αίτηση εμπίπτουν ή όχι στην δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Η (β) προϋπόθεση αφορά υπενθυμίζεται, την ημερομηνία συμπλήρωσης και ενοικίασης του ακινήτου. Προς τούτο, ο κ. Κατσιαρής επισυνάπτει ως Τεκμήρια 4 μέχρι 6 στην ένορκη του δήλωση, βεβαιώσεις των κ.κ. Ζέμπασιη, Κουννή και Μουστάκα, τραπεζικών υπαλλήλων, οι οποίοι βεβαιώνουν ότι το επίδικο κατάστημα μεταξύ των ετών 1986-1995 αλλά και μετέπειτα, ενοικιαζόταν και λειτουργούσε ως υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας, στο οποίο οι ίδιοι εργάστηκαν ως υπάλληλοι και/ή διευθυντές κατά την εν λόγω περίοδο. Η εν λόγω μαρτυρία παρά το ότι δεν εξετάζεται σε βάθος, με το Δικαστήριο να μην μπορεί σε αυτό το στάδιο να κάνει ευρήματα επί της αξιοπιστίας της, παρέμεινε αναντίλεκτη. Επί του σημείου ενοικίασης του ακινήτου την 31.12.99, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόφαση Φυσεντζίδη ν Κ & C Snooker & Pool Entertainment Π.Ε 30/19 ημερ. 1.6.20, προωθώντας την θέση ότι οι εναγόμενοι, απέτυχαν να αποδείξουν ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία το κατάστημα ενοικιάζετο ή διατίθετο προς ενοικίαση, αποδεχόμενος, όμως, ότι αυτό είχε συμπληρωθεί προ την εν λόγω ημερομηνία. Έχω μελετήσει με περισσή προσοχή την απόφαση Φυσεντζίδης (ante), η οποία επιβεβαίωσε το σκεπτικό της απόφασης του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στην Κωνσταντινίδη ν Βραχίμη Αρ. Αγ. 567/97 ημερ. 30.6.93 ως προς την ερμηνεία των όρων « υπό ή προς ενοικίαση», δηλώνοντας ότι: «Διαπιστώνεται λοιπόν πως διαχρονικά για την εφαρμογή του νόμου του ενοικιοστασίου, που περιορίζει τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη, η ενοικίαση ή διάθεση του ακινήτου προς ενοικίαση κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος των περιορισμών ήταν προϋπόθεση». Των ως άνω λεχθέντων, οφείλω εδώ να επισημάνω ότι τα γεγονότα στην Φυσεντζίδης, απέχουν κατά πολύ από τα γεγονότα που στηρίζουν την παρούσα αίτηση. Και αυτό γιατί εκεί ήταν αδιαμφησβήτητο, και μνημονεύθηκε κατά την εξέταση της Έφεσης, το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «κατά την 31.12.99 το κατάστημα δεν ήταν ούτε ενοικιασμένο, ούτε προσφέρονταν προς ενοικίαση, αφού το κατείχε και το χρησιμοποιούσε ο ίδιος ο Εφεσείοντας ιδιοκτήτης αυτού». Σε αντιδιαστολή με τα γεγονότα της Φυσεντζίδης, όπου ήταν δεδομένο το γεγονός περί της μη ενοικίασης του ακινήτου κατά την 31.12.99, εδώ, οι Καθ'ων η αίτηση προσφέρουν όχι μόνο μια αντίθετη θέση μέσω των Τεκμηρίων 4 μέχρι 6 που επισυνάπτονται στην Ε/Δ Κατσιαρή, αλλά και θετική μαρτυρία, η αξιολόγηση της οποίας δεν γίνεται στο παρόν στάδιο μεν, τείνει όμως να καταδείξει την αδυναμία των εναγόντων, οι οποίοι έχουν και το βάρος απόδειξης της υπόθεσης τους στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, να θέσουν όλα εκείνα τα στοιχεία που δείχνουν ότι έχουν αποταθεί στο ορθό Δικαστήριο προς επίλυση της επίδικης διαφοράς. Έχει ήδη καταγραφεί από το Δικαστήριο ότι η Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αποκαλύπτεται μέσω της δικογραφίας, και δη στην παρούσα περίπτωση μέσω του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου εγγράφου (βλ.σελ.9,ανωτέρω). Όπως επισημάνθηκε και προηγουμένως, προσεκτική μελέτη του δικογράφου της απαίτησης, αλλά και του περιεχομένου της αιτήσεως ημερ. 28.1.21 και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει αυτήν, δείχνει την έλλειψη θετικής και σχετικής μαρτυρίας που να στηρίζει την πεποίθηση των εναγόντων ότι έχουν αποταθεί στο ορθό Δικαστήριο. Και εξηγώ. Με δεδομένη την γνώση των εναγόντων όταν αποτείνονταν την 28.1.21 στο Δικαστήριο για έκδοση απαγορευτικών Διαταγμάτων ότι η αγωγή τους, καταχωρηθείσα την ίδια ημέρα, εδραζόταν επί αξιώσεων που προέκυπταν επί γεγονότων που έλαβαν χώρα μετά την λήξη της ενοικίασης, και με δεδομένη την γνώση τους περί παραμονής των εναγομένων στο κατάστημα μετά την 31.12.20, εξ' ού και το αιτητικό (γ) επί της αιτήσεως ημερ. 28.1.21, όφειλαν, τόσο μέσω της δικογραφίας τους, αλλά και μέσω της αιτήσεως τους όπως εφοδιάσουν το Δικαστήριο με όλες τις σχετικές πληροφορίες επί της κατάστασης του ακινήτου κατά την 31.12.99, προς επίρρωση της θέσης τους ότι ορθά αποτάθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Οι ενάγοντες ως οι ιδιοκτήτες του καταστήματος, ήταν οι μόνοι που ήταν σε θέση να γνωρίζουν, και στα πλαίσια μονομερούς αιτήματος να αποκαλύψουν, ως οφείλουν, στο Δικαστήριο τις πληροφορίες αυτές. Η Φυσεντζίδης, η οποία έτυχε επίκλησης από τον ευπαίδευτο συνήγορο των αιτητών δεν βοηθά την υπόθεση τους. Οι ενάγοντες επέλεξαν να καταχωρήσουν την αγωγή τους στο Επαρχιακό Δικαστήριο, με πλήρη γνώση ότι οι εναγόμενοι παρέμεναν στο ακίνητο ακόμη και μετά την λήξη της ενοικίασης, το έπραξαν δε μη επιζητώντας ανάκτηση κατοχής του ακινήτου, αλλά οφειλόμενα ενοίκια. Έπρεπε λοιπόν να παρουσίαζαν εξαρχής εκείνα τα στοιχεία που θα καταδείκνυαν ότι το μόνο Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο, ως ήταν βεβαίως η ευθύνη τους. Αντίθετα, ο κ. Παναγή στην παράγραφο 28 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει ότι αν προσφερθεί μαρτυρία από μέρους των εναγομένων ότι έχουν καλή υπεράσπιση και ότι θα αδικηθούν από τυχόν οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος, τότε, ορθό και δίκαιο είναι όπως διαταχθούν οι τελευταίοι να καταβάλουν τα οφειλόμενα ενοίκια του έτους 2020 ως όρο για την διατήρηση της κατοχής και χρήσης του καταστήματος από μέρους τους, θέση η οποία κρίνεται ως αντιφατική και με το ίδιο το Διάταγμα, την οριστικοποίηση του οποίου επιζητούν. Η πιο πάνω μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους των εναγόντων, σε σχέση με το επακριβές καθεστώς του υποστατικού στις 31.12.99 καθιστά αδύνατη την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο, επί του θέματος της δικαιοδοσίας. Όμως η μη αποκάλυψη αυτή, σε συνδυασμό με όσα κατωτέρω αναφέρονται, οδηγούν το Δικαστήριο στην μη οριστικοποίηση του Διατάγματος. Αναδιπλώνω ευθύς αμέσως το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Αποτέλεσε σθεναρή θέση του κ. Σπύρου, ότι το Δικαστήριο έχει τύχει απόκρυψης ουσιαστικότατων γεγονότων, γνώση των οποίων αν είχε, ενδεχομένως να μην εξέδιδε τα υπο κρίση Διατάγματα. Αυτά είναι ότι υπήρξαν συζητήσεις ως προς τον καθορισμό και την πορεία του ενοικίου λόγω της πανδημίας, ότι οι ενάγοντες γνώριζαν πολύ καλά, εάν επιθυμούσαν, που θα μπορούσαν να βρουν τους εναγόμενους οι οποίοι ποτέ δεν «εγκατέλειψαν» το ακίνητο παρά μόνο ήταν κλειστοί λόγω της πανδημίας, ότι το εγγεγραμμένο γραφείο των εναγομένων αποτελεί την οικογενειακή οικία του κ. Κατσιαρή, και ότι όλο το στοκ ή τα εμπορεύματα των, βρίσκονται, μέχρι και σήμερα, στο επίδικο κατάστημα. Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ως η παρούσα περίπτωση είναι ευρεία, ως έχει καταγραφεί στην πλούσια επί του ζητήματος Νομολογία, εδράζεται δε επί του Δικαίου της επιείκειας (βλ. Γιαβρή ν Πάσιου
(2004)1 Α.Α.Δ 125). Ο αποτεινόμενος συνεπώς στο Δικαστήριο διάδικος, ο οποίος ζητά και την άσκηση της επιείκειας του Δικαστηρίου προς όφελος του, έχει την ύψιστη υποχρέωση όπως προσέλθει σε αυτό με «καθαρά χέρια», έχοντας προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων εκείνων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία θα επενεργούσαν τόσο προς όφελος του, αλλά ενδεχομένως και εναντίον του, παρουσιάζοντας στο Δικαστήριο ολοκληρωμένο το πλέγμα των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση του. (βλ. T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802, The Timberland of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, Αμβροσιάδου ν Coward
(2013)1A A.A.Δ. 78). Ας σημειωθεί εδώ ότι η αρχή της αποκάλυψης εμπερικλείει και τις περιπτώσεις όπου αυτή μπορεί να μην έχει γίνει εσκεμμένα, ή επί σκοπώ, αλλά να έχουν παρουσιαστεί ελλιπή γεγονότα ή αυτά να έχουν τεθεί με παραπλανητικό τρόπο. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση Demstar Limited ν Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90 ημερ. 30/5/96: «Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ' αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Η θέση του κ. Πιττάτζη κατά την αγόρευση του ότι «οι ενάγοντες δεν είπαν ποτέ ότι δεν υπάρχουν εμπορεύματα στο κατάστημα» παραπέμποντας στην ανταλλαγείσα μεταξύ των δικηγόρων αλληλογραφία (Τεκμήριο 3Α στην ένσταση), αποτελεί θέση που δεν παρουσιάστηκε στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την μονομερή αίτηση. Η εικόνα που προωθήθηκε μέσω της Ε/Δ Παναγή για το ποιόν των ενοικιαστών ήταν άρδην διαφορετική, αφήνοντας να νοηθεί ότι επρόκειτο για ενοικιαστές οι οποίοι όχι μόνο οφείλουν ψηλά ποσά ενοικίων, αλλά κατέχοντας και τα κλειδιά του καταστήματος, εγκατέλειψαν ή φαίνεται να εγκατέλειψαν το υποστατικό, με τους ενάγοντες να μην μπορούν επουδενί να τους εντοπίσουν. Κοντολογίς, οι Καθ'ών η αίτηση παρουσιάστηκαν ως αφερέγγυοι και/ή κακοπληρωτές οι οποίοι με την λήξη της σύμβασης ενοικίασης εξαφανίστηκαν, μη δίνοντας κανένα σημείο ζωής, κρατώντας αντίγραφο και των κλειδιών του καταστήματος. Η αλληλογραφία που επισυνάπτει ο κ. Σπύρου, αποκαλύπτει την στιχομυθία των δικηγόρων περί των εμπορευμάτων, αυτή όμως φέρει ημερομηνία μετά την έκδοση των Διαταγμάτων, συνεπώς η παραπομπή του κ. Πιττάτζη σε αυτήν επουδενί στηρίζει την θέση του περί αποκάλυψης αυτού του σημαντικότατου γεγονότος, γεγονός που τείνει να καταδείξει ότι οι ενοικιαστές δεν εγκατέλειψαν το κατάστημα. Εξίσου σημαντικό μη αποκαλυφθέν γεγονός είναι οι συζητήσεις που έλαβαν χώρα σε τρείς διαφορετικές περιόδους εντός του 2020 μεταξύ των διαδίκων, ως προς το ύψος και των τρόπο καταβολής των οφειλόμενών ποσών ενοικίων. Το γεγονός αυτό όφειλε να αποκαλυφθεί στα πλαίσια της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης, ασχέτως αν οι εν λόγω συζητήσεις δεν απέδωσαν καρπούς ή αν τα ενοίκια του 2020 συνεχίζουν, ως διαμηνύουν οι ενάγοντες, να οφείλονται. Συνεπώς, ασχέτως αν αυτές θα κατέληγαν κάπου ή όχι, ασχέτως αν αυτές εδράστηκαν επί δημοσιευμάτων λόγω της πανδημίας ότι θα θεσπίζονταν Νομοθετήματα ή Κανονισμοί, οι οποίοι μέχρι σήμερα δεν υφίστανται, το εν λόγω γεγονός από μόνο του φέρει μια δική του βαρύτητα η οποία οδεύει αντίθετα από την εικόνα που παρουσιάστηκε για τους Καθ'ών η αίτηση. Οι αναφορές του κ. Παναγή στην μη καταβολή των όποιων ενοικίων για ένα χρόνο, σε συνδυασμό με την προβληθείσα αφερεγγυότητα και εξαφάνιση των ενοικιαστών δεν ανταποκρίνονται στην εικόνα που οι ενάγοντες προώθησαν με την υπό κρίση αίτηση. Δεν μπορεί να λησμονηθεί ότι αν το Δικαστήριο γνώριζε ότι η όποια τυχόν καθυστέρηση στην καταβολή των ενοικίων του 2020 ήταν με την συγκατάθεση ή με την ανοχή των εναγόντων, ή ακόμη και επίδειξη υπομονής εκ μέρους των ως προς την καταβολή τους λόγω της πανδημίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποποιήθηκαν των δικαιωμάτων για ανάκτηση αυτών, η κρίση του Δικαστηρίου πιθανώς να επηρεαζόταν προς την μη έκδοση των Διαταγμάτων. Και τούτο διότι οι ισχυρισμοί των εναγόντων είναι άρρηκτα συνυφασμένοι με το αγώγιμο δικαίωμα τους στην αγωγή και ενδεχομένως και με την πιθανότητα επιτυχίας αυτής. Ορθή συνεπώς κρίνεται η εισήγηση του κ. Σπύρου ότι ακόμη και μη εσκεμμένα να έγινε η μη αποκάλυψη, αυτό δεν παύει από το να αναιρεί την ύπαρξη της, η οποία εκθεμελιώνει το βάσιμο της έκδοσης των Διαταγμάτων. Η μη αποκάλυψη όλων των πιο πάνω γεγονότων συνιστά μη ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που αντικειμενικώς ήταν ή μπορούσαν να ήταν στην γνώση των εναγόντων και σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και τη διαφορά των διαδίκων, αποστέρησε το Δικαστήριο από το να έχει μια πλήρη εικόνα επί των πεπραγμένων. Στην Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 έγινε ειδική αναφορά στις κατευθυντήριες γραμμές που δόθηκαν στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Brink?s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350, όπου λέχθηκε ότι: «τα ουσιώδη γεγονότα είναι εκείνα που είναι σημαντικό να τα γνωρίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως. Το ουσιώδες προς αποκάλυψη αποφασίζεται από το δικαστήριο και όχι από τους νομικούς συμβούλους του αιτητή. Ο αιτητής έχει καθήκον να προβαίνει σε έρευνα ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Το εύρος της έρευνας εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Αν αποδειχθεί ουσιαστική απόκρυψη γεγονότος, το δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι ο αιτητής δεν αποκομίζει πλεονέκτημα από την απόκρυψη». Όλα τα πιο πάνω, δεν αφήνουν άλλο περιθώριο από το να προχωρήσω με την ακύρωση των εκδοθέντων Διαταγμάτων, ενώ ενασχόληση του Δικαστηρίου με τα λοιπά ζητήματα θα καθίστατο άνευ ουσίας και αντικειμένου. Τα εκδοθέντα Διατάγματα ημερομηνίας 28.1.21 ακυρώνονται. Δεν βλέπω κανένα λόγο όπως τα έξοδα μην ακολουθήσουν τον γενικό κανόνα, και αυτά επιδικάζονται προς όφελος των καθ'ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών, ως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο