ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΑΡΧΟΝΤΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 150/14, 20/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 150/14 Mεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων -και-
- XXXXX Θ. ΑΡΧΟΝΤΟΥΣ
- XXXXX ΑΡΧΟΝΤΟΥΣ
- XXXXX Α. ΣΩΤΗΡΙΟΥ (ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Αρχοντούς)
- XXXXX ΑΡΧΟΝΤΟΥΣ
- XXXXX ΚΑΛΗΜΕΡΑ Εναγομένων Ημερομηνία: 20.4.21 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1-5 - Αιτητές: Β. Σωτηρίου για Α. Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Ενάγοντες- Καθ' ων η Αίτηση: κα. Μιλή για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Αίτηση για Τροποποίηση του Δικογράφου της Υπεράσπισης και Προσθήκη Ανταπαίτησης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε την 31.1.2014 σε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο. Οι ενάγοντες αιτούνται την καταβολή ποσού €55.720,31 ως οφειλόμενο υπόλοιπο συμφωνίας δανείου με αριθμό λογαριασμού 40137468, πλέον τόκους προς 7,75% από 1.1.13 μέχρι 27.8.13 και 9,75% από 28.8.13 μέχρι τελικής εξόφλησης. Οι ενάγοντες κατόπιν αίτησης της εναγόμενης 1 συμφώνησαν όπως παραχωρήσουν σε αυτήν πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους €30.000 τις οποίες εγγυήθηκαν δυνάμει εγγράφου συμφωνίας εγγυήσεως ιδίας ημερομηνίας, οι εναγόμενοι 2 έως
- Οι κύριοι όροι των προαναφερθέντων συμφωνιών, καταγράφονται στον εν λόγω δικόγραφο. Στην Απαίτηση των εναγόντων, γίνεται ειδική αναφορά στο Γενικό Δικαίωμα Επίσχεσης (General Preferential Lien) που διατηρούσαν οι ενάγοντες, όπως αυτό αποτυπωνόταν στη σύμβαση δανείου, πάνω σε κάθε και/ή οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, διαπραγματεύσιμο τίτλο, ή εγγράφων που ανήκαν στην εναγόμενη 1 και τα οποία σε οποιαδήποτε στιγμή δύνατο όπως περιέρχονταν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο των εναγόντων. Οι ενάγοντες λόγω των παρατηρηθέντων καθυστερήσεων, απέστειλαν προειδοποιητικές επιστολές ημερομηνίας 15.7.13 σε έκαστο εναγόμενο, καλώντας τους όπως ξοφλήσουν αυτές. Οι ενάγοντες εν συνεχεία, λόγω μη ανταπόκρισης των εναγόμενων, απέστειλαν τερματικές επιστολές ημερομηνίας 28.8.13 τερματίζοντας τη λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού, απαιτώντας πλήρη εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου, εντός 7 ημερών. Το δικόγραφο υπεράσπισης καταχωρήθηκε την 18.6.
- Σε αυτό οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι η εναγόμενη 1 σύναψε συμφωνία δανείου με τους ενάγοντες και ότι οι εναγόμενοι 2-5 εγγυήθηκαν αυτή για το ποσό των €30.
- Πέραν της εν λόγω παραδοχής, οι εναγόμενοι δηλώνουν άγνοια των όρων της συμφωνίας δανείου και εγγύησης, όροι οι οποίοι ουδέποτε τους επεξηγήθηκαν. Η όποια τυχόν τροποποίηση και/ή αύξηση του παραχωρηθέντος στην εναγόμενη 1 ορίου στον λογαριασμό, έγινε χωρίς τη συγκατάθεση και/ή την προηγούμενη ενημέρωση των εναγόμενών 2-5 οι οποίοι δεν δεσμεύονται από τις όποιες περαιτέρω συμφωνίες μεταξύ εναγόντων και εναγόμενής
- Περαιτέρω, είναι η θέση των ότι οι ενάγοντες δεν τήρησαν τους Κανονισμούς της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας και/ή της Κεντρικής Τράπεζας αναφορικά με την παραχώρηση δανείων, με αποτέλεσμα την πλημμελή άσκηση των καθηκόντων τους. Τέλος, είναι η θέση τους ότι οι ενάγοντες ουδέποτε τερμάτισαν νόμιμα τον επίδικο λογαριασμό με αποτέλεσμα η παρούσα αγωγή να έχει εγερθεί πρόωρα, ενώ καμία επιστολή τερματισμού δεν έλαβαν οι εναγόμενοι. Η δε αύξηση του επιτοκίου κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες είναι παράνομη και αποτελεί ποινική ρήτρα, ενώ ο λογαριασμός φέρει παράνομους τόκους και υπερχρεώσεις. Στο Δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση οι ενάγοντες επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους, ως αυτοί εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης τους, δηλώνοντας πλήρη συμμόρφωση με τους σχετικούς Νόμους και Κανονισμούς. Είναι περαιτέρω θέση τους, ότι οι όροι των επίδικων συμφωνιών είναι καθόλα νόμιμοι και δεσμευτικοί για όλους τους εναγόμενους, οι οποίοι θεληματικά και κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου τους, υπέγραψαν τις εν λόγω συμφωνίες. Οι χρεώσεις των τόκων στον λογαριασμό είναι συμφώνως του περιεχομένου και όρων των επίδικων συμφωνιών, όρους τους οποίους οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν με την υπογραφή τους. Οι επιστολές ημερομηνιών 15.7.13 και 28.8.13 παραλήφθησαν δεόντως από τους εναγόμενους, οι οποίοι ήταν πλήρως ενήμεροι ότι τυχόν παράλειψη συμμόρφωσης τους με τους όρους και πρόνοιες των εν λόγω συμφωνιών και επιστολών θα συνεπάγετο την λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρεται ότι την 19.5.15, δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.3.15, καταχωρήθηκε τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με τον κ. XXXXX Σωτηρίου, να εισάγεται στην αγωγή ως Διαχειριστής της περιουσίας του εναγομένου
- Ακολούθησε η καταχώρηση της τροποποιημένης υπεράσπισης την 19.5.16, και τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση την ίδια ημέρα, ενώ οι διάδικοι καταχώρησαν αντιστοίχως ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων την 12.10.15 και 20.7.
- Η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την 23.10.
- Ακολούθησαν οι δικάσιμοι συνέχισης της ακρόασης στις 11.11.20 και 1.12.20, ημερομηνία κατά την οποία οι ενάγοντες ολοκλήρωσαν την παρουσίαση της υπόθεσης τους κλείνοντας την. Αναφέρεται μόνο ότι ως μάρτυρες εναγόντων παρουσιάστηκαν και κατέθεσαν οι κ.κ. XXXXX Βασιλείου (ΜΕ1) και XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΕ2), οι οποίες αντεξετάστηκαν από την υπεράσπιση επί όλων των ισχυρισμών, θέσεων και Τεκμηρίων που κατέθεσαν. Την 15.12.20, ημερομηνία κατά την οποία θα παρουσίαζαν οι εναγόμενοι την υπεράσπιση τους, ζητήθηκε αναβολή της ακροαματικής διαδικασίας, με τον συνήγορο υπεράσπισης να αναφέρει ότι μελετώντας τη μαρτυρία η οποία δόθηκε από πλευράς των εναγόντων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οφείλει όπως υποβάλει αίτημα για τροποποίηση τόσο του περιεχομένου του υφιστάμενου δικογράφου υπεράσπισης, αλλά και προσθήκης ανταπαίτησης. Αυτό κατά την άποψη του, γιατί η ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο σύμβαση δανείου προγενέστερη της επίδικης, όπως και συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων επί προθεσμιακής κατάθεσης, την ύπαρξη των οποίων εγγράφων, οι εναγόμενοι αγνοούσαν. Τα πιο πάνω αποτελούν εν συντομία τις δικογραφημένες θέσεις και ιστορικό της υπόθεσης μέχρι σήμερα. Με την υπό κρίση αίτηση, ημερομηνίας 10.2.21, οι εναγόμενοι - αιτητές ζητούν: Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παρέχεται άδεια τροποποίησης της υπερασπίσεως των αιτητών ως επίσης και η προσθήκη ανταπαίτησης ως ακολούθως:
- Προσθήκη στις λέξεις «ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1-5» των λέξεων «ΚΑΙ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ», ώστε ο τίτλος της Εκθέσεως Υπερασπίσεως των Εναγομένων 1-5 πριν την παράγραφο 1 αυτής να διαβάζεται ως «ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1-5 ΚΑΙ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ».
- Προσθήκη της κατωτέρω παραγράφου η οποία στο εξής θα αποτελεί τη νέα παράγραφο 9 της Υπεράσπισης: «Άνευ βλάβης και διαζευκτικά της ανωτέρω Υπεράσπισής τους, οι Εναγόμενοι 1 μέχρι 5 ισχυρίζονται ότι ένεκα των πράξεων και/ή παραλείψεων των Εναγόντων να ενεργήσουν έγκαιρα και να κατασχέσουν τα χρήματα της συμφωνίας εκχώρησης της προθεσμιακής κατάθεσης την οποία παραχώρησε η Εναγόμενη 4, οι Εναγόμενοι σήμερα βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση από αυτή που θα βρίσκονταν εάν η προθεσμιακή κατάθεση εισπράττετο μόλις τούτο μπορούσε να γίνει με βάση τις πρόνοιες της σχετικής σύμβασης εκχώρηση μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης
- Εκτενέστερα οι Εναγόμενοι 2 μέχρι 5 ισχυρίζονται ότι εάν οι Ενάγοντες έπρατταν ως όφειλαν έγκαιρα, δεν θα ήταν εκτεθειμένοι στο τεράστιο ποσό της απαίτησης των εναγόντων εναντίον της Εναγομένης 1 ως πρωτοφειλέτιδας αλλά σε ένα πολύ πιο μικρό ποσό της τάξης των €6,000 περίπου. »
- Προσθήκη της κατωτέρω παραγράφου η οποία στο εξής θα αποτελεί τη νέα παράγραφο 10 της Υπεράσπισης: «Διαζευκτικά και επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, λόγω της συμπεριφοράς των Εναγόντων να υπερχρεώνουν και/ή να υπερδανείζουν την Εναγόμενη 1 και με τη συμπεριφορά τους και καθυστέρηση την οποία επέδειξαν να εισπράξουν το λαβείν τους, έφεραν τους Εναγομένους 2-5 σε θέση όπου εάν κληθούν να καταβάλουν οποιονδήποτε ποσό ως εγγυητές δεν θα είναι σε θέση οι ίδιοι να το ανακτήσουν από την Εναγόμενη 1.»
- Προσθήκη μετά την νέα παράγραφο 16 στην Υπεράσπιση των Εναγόμενων 1-5 των ακολούθων: «ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Οι Εναγόμενοι 2-5 ανταπαιτούν από τους Ενάγοντες ως ακολούθως: A. Διάταγμα το οποίο να ακυρώνει τις συμφωνίες εγγύησης που παρείχαν οι Εναγόμενοι 2 μέχρι 5 στους Ενάγοντες και/ή αναγνωριστική Απόφαση ότι οι συμφωνίες εγγύησης είναι άκυρες και/ή ανυπόστατες και/ή προϊόντα ψυχικής πίεσης και/ή προϊόντα παρανομίας και/ή δόλου και/ή απάτης και/ή αμέλειας και/ή παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεων και/ή θέσμιων καθηκόντων των Εναγόντων. Β. Διάταγμα το οποίο να αποδεσμεύει τους Εναγόμενους 2 μέχρι 5, από την παροχή εγγύησης ένεκα μεταβολής των όρων της επίδικης συμφωνίας δανείου χωρίς ενημέρωσή τους και/ή ένεκα της αμέλειας και/ή παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεων και/ή θέσμιων καθηκόντων των Εναγόντων. Γ. Διαζευκτικά με τα των ανωτέρω, Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η καταβολή στην Εναγόμενη 4 του ποσού των €23.768,69 πλέον τόκοι ως αποζημιώσεις και/ή κατά παράβασης των προνοιών του περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως.» Β) Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα ήθελε υπό τις περιστάσεις να εγκρίνει το Δικαστήριο. Γ) Έξοδα πλέον ΦΠΑ, πλέον έξοδα επίδοσης. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 και Δ.48 Θ.1, 2, 4, 8, 9, επί της σχετικής Νομολογίας, επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται, βασίζονται στη συνημμένη ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Λαζάρου. Ο κ. Λαζάρου είναι δικηγόρος στην Δικηγορική Εταιρεία Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., οι οποίοι αντιπροσωπεύουν τους εναγόμενους στην υπό την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Ο ίδιος, δεόντως εξουσιοδοτημένος υπό αυτούς όπως προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση, δηλώνει την ανάγκη για τροποποίηση της Υπεράσπισης και την προσθήκη Ανταπαίτησης, καθότι κατά την ακροαματική διαδικασία αποκαλύφθηκαν ουσιώδη γεγονότα, στοιχεία και έγγραφα από τους ενάγοντες τα οποία δεν βρίσκονταν στη γνώση και κατοχή των εναγόμενών. Συγκεκριμένα, η κατάθεση ως Τεκμήριο προγενέστερης από την επίδικη συμφωνία δανείου, είχε ως αποτέλεσμα την εύρεση νέων στοιχείων που δεν ήταν στην γνώση του διαχειριστή της περιουσίας του εναγόμενου 3, κ. XXXXX Σωτηρίου. Επιπλέον, η καταχώρηση της συμφωνίας εκχώρησης δικαιωμάτων επί της προθεσμιακής κατάθεσης ως Τεκμήριο, δίνει τη δυνατότητα στους εναγόμενους και ειδικότερα στην εναγόμενη 4, όπως προβάλει ανταπαίτησή. Οι ενάγοντες δεν είχαν δικογραφήσει τις εν λόγω συμφωνίες, ούτε και αποκάλυψαν εγκαίρως αυτές, ώστε να δύναται η ευκαιρία στους εναγόμενους όπως ζητήσουν περαιτέρω λεπτομέρειες και διευκρινίσεις επί αυτών, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Είναι η θέση του κ. Λαζάρου ότι η παρούσα αίτηση υποβλήθηκε μόλις διαπιστώθηκε η αναγκαιότητά της, χωρίς καμία καθυστέρηση, και εν πάση περιπτώσει, προτού προχωρήσει περαιτέρω η ακροαματική διαδικασία. Οι ενάγοντες δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά, η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Η παρούσα αίτηση γίνεται καλόπιστα σε μια προσπάθειά των εναγομένων όπως προβάλουν επαρκώς και ξεκάθαρα τις θέσεις τους, ήτοι την Υπεράσπισή τους και την Ανταπαίτησή τους. Τέλος, αν δεν επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις, οι εναγόμενοι θα στερηθούν της άσκησης του Συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της δίκαιης δίκης. Στην πιο πάνω αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση την 18.3.21, νομική βάση της οποίας είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, Δ.2, Δ.9, Δ.25 ΘΘ.1-6, Δ.39, Δ.48 ΘΘ,. 1- 7 και Δ.59, ο περί Δικαστηρίων Νόμος 14/1960 όπως αυτός τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, άρθρα 2, 29, 30, 31, 41 και 43, το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και η γενική και συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου. Συνοπτικά αποδιδόμενοι, οι λόγοι ένστασης αφορούν θέσεις όπως ότι η αίτηση έχει υποβληθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση και/ή μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας των Εναγόντων, ότι τυχόν έγκριση της θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες η οποία δεν μπορεί να θεραπευτεί με την επιδίκαση εξόδων, καθότι έχοντας ολοκληρώσει την μαρτυρία τους θα αποστερηθούν του δικαιώματος τους όπως εξετάσουν τους μάρτυρες τους οι οποίοι ήδη έχουν μαρτυρήσει επί των σημείων δια των οποίων αιτείται η τροποποίηση, ότι τα γεγονότα τα οποία επιδιώκουν οι Εναγόμενοι να εισάξουν ήταν γνωστά ή εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας και/ή πριν την καταχώρηση της έκθεσης υπερασπίσεως και/ή πριν την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας και/ή πριν την ολοκλήρωση της υπόθεσης των εναγόντων , ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι σχετικές για την ουσία της υπόθεσης και/ή είναι δευτερεύουσας σημασίας και/ή είναι επουσιώδεις ως προς τα επίδικα ζητήματα και/ή δεν αποσκοπούν στον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς, ενώ η αίτηση είναι αδικαιολόγητη και/ή γίνεται κακή τη πίστη, καθότι το σύνολο των γεγονότων και/ή όλο το απαραίτητο υλικό για την ετοιμασία της Υπεράσπισης των εναγόμενων ήταν εις γνώση και/ή όφειλε να ήταν εις γνώση των από τις 29.12.2013, ήτοι πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισής τους. Τέλος, τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει εκτροχιασμό της δίκης, αφού θα χρειαστεί να επανανοίξει η υπόθεση των εναγόντων. Τους πιο πάνω λόγους ένστασης, αναλύει μέσω ένορκης δήλωσης ο. κ. Χριστόφορος Σωτηρίου, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες. Ως δηλώνει, γνωρίζει καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ένεκα της ενασχόλησης του με αυτή, τόσο από μελέτη του φακέλου, καθώς και από ενημέρωση που είχε από τον Δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση. Είναι δε δεόντως εξουσιοδοτημένος όπως προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση από τους ενάγοντες. Υπενθυμίζοντας το Δικαστήριο ότι οι ενάγοντες έχουν ολοκληρώσει την παρουσίαση της υπόθεσης τους, ο ομνύοντας δηλώνει ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη σε αυτούς ζημιά, μη αποδιδόμενη σε χρήμα, αφού θα αποστερηθούν του δικαιώματος τους, όπως εξετάσουν τους μάρτυρες τους οι οποίοι ήδη έχουν ολοκληρώσει την μαρτυρία τους, επί των σημείων δια των οποίων αιτείται η τροποποίηση. Υπάρχει δε ορατό το ενδεχόμενο όπως, αν η παρούσα εγκριθεί, η υπόθεση να επανανοίξει, με την επανακλήτευση μαρτύρων εκ μέρους των εναγόντων. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι επιδιώκουν όπως προσθέσουν ισχυρισμούς στην Υπεράσπιση τους, καθώς επίσης και Ανταπαίτηση αναφορικά με γεγονότα τα οποία ήταν σε γνώση τους πριν από την καταχώρηση της Υπεράσπισης τους και συγκεκριμένα από το έτος
- Η προτεινόμενη τροποποίηση των Εναγόμενων αφορά μεταξύ άλλων την κατάσχεση της προθεσμιακής κατάθεσης της Εναγόμενης 4 η οποία επεσυνέβη την 9.12.
- Η δε υπογραφή της δέσμευσης κατάθεσης από την Εναγόμενη 4, έγινε από την 9.10.08, ημερομηνία υπογραφής και της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο
- Συνεπώς, η κατάσχεση της προθεσμιακής κατάθεσης ήταν εις γνώση της Εναγόμενης 4 και των εναγόμενων έξι μήνες πριν την καταχώρηση της υπεράσπισης, οι δε ενάγοντες ουδόλως ευθύνονται για τυχόν εθελοτυφλία και αδιαφορία των εναγόμενων ως προς τις υποχρεώσεις τους. Καμία δε εξήγηση δεν δίνουν γιατί αυτά δεν συμπεριλήφθηκαν στην αρχική υπεράσπιση τους ενώ ήταν εις γνώση τους και έπρεπε να ήταν εις γνώση τους από την 9.12.13, αφού όλα τα γεγονότα αφορούν σε έτη προγενέστερα της καταχώρησης, τόσο της παρούσας αγωγής, όσο και της Υπεράσπισης. Περαιτέρω, η ως άνω προτεινόμενη τροποποίηση δεν είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς, η οποία αφορά το επίδικο δάνειο ημερ. 09.10.2008, και τις υποχρεώσεις των εναγόμενών 2-5 ως εγγυητές αυτού. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί περί αμέλειας των εναγόντων και παράβασης των σχετικών Νομοθεσιών και Κανονισμών, αποτελεί μια νέα βάση αγωγής, η οποία όμως, ακόμη και αν ευσταθούσε, έχει παραγραφεί. Εν πάση περιτπώσει, οι εναγόμενοι είχαν το δικαίωμα κατά το στάδιο της αντεξέτασης όπως υποβάλουν τις θέσεις τους στους μάρτυρες των εναγόντων. Τέλος, η αίτηση των εναγόμενων καταχωρηθείσα στις 10.02.2021, δηλαδή πέραν των 7 ετών από την καταχώρηση της αγωγής και της Έκθεσης Υπεράσπισης, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση προς τούτο, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και παραβίαση των Συνταγματικών δικαιωμάτων των εναγόντων για διεξαγωγή και ολοκλήρωση της υπόθεσης του εντός εύλογου χρόνου σύμφωνα με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Ακρόαση της Αίτησης: Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, με τους συνήγορους να καταθέτουν στο Δικαστήριο γραπτώς τις αγορεύσεις τους, υιοθετώντας το περιεχόμενο τους. Σημειώνεται ότι κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε. Στην αγόρευση των εναγόμενών - αιτητών γίνεται μια σύντομη αναφορά στην πορεία της υπόθεσης δηλώνοντας ότι η παρούσα αίτηση επιχειρεί να διορθώσει την οποιαδήποτε αδικία και ανισότητα προκλήθηκε από την παράλειψη, ακούσια ή εκούσια, των εναγόντων όπως αναφερθούν στη συγκεκριμένη προθεσμιακή κατάθεση κατά την δικογράφηση, ενώ σκοπός της παρούσας αίτησης η οποία προωθείται καλή τη πίστη, είναι η διασφάλιση του Κανόνα της ισότητας των όπλων. Σχετική παραπομπή γίνεται σε αριθμό αυθεντιών προς υποστήριξη της θέσης των ότι αυτή λαμβάνει χώραν εγκαίρως, χωρίς καμία καθυστέρηση, καλή τη πίστη, ενώ η έγκριση της θα οδηγήσει στην επίλυση όλων των θεμάτων που αφορούν την διαφορά των διαδίκων. Στον αντίποδα οι ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση αφού κάνουν αναφορά στη νομολογία και νομική πτυχή που συνοδεύει την αίτηση, δηλώνουν ότι η επιδειχθείσα καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης σε συνδυασμό με το λανθασμένο και ανυποστήρικτο αίτημα, η μη ύπαρξη ανάγκης προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων και η πρόκληση υπέρμετρης αδικίας στην πλευρά τους, αποτελούν βάσιμους λόγους για απόρριψη της αίτησης. Αναλύοντας σχετική επί του ζητήματος Νομολογία, δηλώνουν ότι η παρούσα υπόθεση εκκρεμεί σχεδόν μία δεκαετία, ενώ τυχόν έγκριση της αίτησης θα οδηγήσει αναπόφευκτα στην επανακλήτευση των μαρτύρων των εναγόντων, προκαλώντας εκτροχιασμό στην όλη διαδικασία. Νομική Πτυχή και Υπαγωγή στα γεγονότα της παρούσης: Εξετάζοντας τη νομική πτυχή της υπόθεσης, οφείλω να επισημάνω ότι στην παρούσα τυγχάνει εφαρμογής η παλαιά Διαταγή 25 αφού η αγωγή καταχωρήθηκε πριν την 1.1.15, η οποία διάβαζει ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων». Η νομολογία αναφορικά με τέτοιου είδους αιτήσεις είναι πλούσια και καλά γνωστή στο Δικαστήριο, με την σύγχρονη τάση να είναι όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τις τροποποιήσεις, στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και εάν η εν λόγω τροποποίηση είναι αποτέλεσμα καθυστέρησης ή αμέλειας, νοουμένου πάντα (τονισμός δικός μου), ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην αντίδικη πλευρά η οποία να μην μπορεί να αποδοθεί σε χρήμα (Βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ 934). Ο παράγοντας χρόνος στην καταχώρηση και προώθηση τέτοιου είδους αιτήσεων φέρει τη δική του βαρύτητα αφού: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας..Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης» (βλ.Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A. G. Levendis κ.α
(1993)1 ΑΑΔ 726). Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν και στην Ανδρέου ν. C. Atatiotis Niche Advertising Ltd
(2013)1(A) A.A.Δ. 653 στην οποία λέχθηκε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε τέτοιου είδους αιτήσεις δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες. Στην άσκηση αυτή, το Δικαστήριο οφείλει όπως λάβει διάφορους παράγοντες υπόψη, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει αναλόγως των περιστατικών που αφορούν έκαστη υπόθεση, ξεχωριστά. Εκεί όμως όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς (τονισμός δικός μου) και η αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση, τότε, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από την όποια καθυστέρηση ή απροσεξία έχει επιδειχθεί, είθισται να ασκείται υπέρ της έγκρισης αυτής, νοουμένου πάντα ότι η ζημιά ή ακόμη και η αδικία που θα προκληθεί στην άλλη πλευρά μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Κυρίαρχος παράγοντας, ως έχει λεχθεί στην Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation
(2013)1 A.A.Δ. 543 είναι, αν η έγκριση της τροποποίησης είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, η οποία αποτιμάται μετά από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων έκαστης υπόθεσης, συνυπολογίζοντας και αντιπαραβάλλοντας τις όποιες, αν υπάρχουν, επιπτώσεις αυτής επί των δικαιωμάτων και συμφερόντων του αντιδίκου. Παρά το γεγονός ότι η έναρξη της δίκης, δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη για τροποποίηση των δικογράφων (βλ. Παπαχρυσοστόμου ν. Γρηγοριάδης και Συνέταιροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ 817), το Δικαστήριο σε εκείνες τις περιπτώσεις οφείλει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια με φειδώ. Έχω συνυπολογίσει όλους τους λόγους που προβάλλονται από τους προς υποστήριξη του αιτήματος, ενώ έχω λάβει υπόψη, αντιπαραβάλλοντας τους και με τους λόγους ένστασης που προτάσσουν οι καθ' ων οι αίτηση για απόρριψη του αιτήματος. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στην παρούσα περίπτωση, δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αιτούμενης τροποποίησης και εξηγώ ευθύς αμέσως το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Η αιτούμενη τροποποίηση αναφορικά με τους προτιθέμενους ισχυρισμούς που επιδιώκονται όπως εισαχθούν στο σώμα της υπεράσπισης, οι οποίοι θα αποτελέσουν βάση και για την προσθήκη ανταπαίτησης, δεν είναι αναγκαίοι ή ουσιώδεις για την επίλυση της παρούσας διαφοράς, στοιχείο κυρίαρχο στην κρίση του Δικαστηρίου όταν εξετάζει, ως προτάσσει η Νομολογία, τέτοιου είδους αιτήματα. Αυτό, γιατί η βάση αγωγής των εναγόντων στηρίζεται επί παραβίασης των όρων της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 9.10.08, η ύπαρξη της οποίας αποτελεί παραδεκτό και αδιαμφισβήτητο γεγονός στην δικογραφία των εναγομένων. Oι εναγόμενοι 2 έως 5 ενάγονται υπό την ιδιότητα τους ως εγγυητές της πρωτοφειλέτιδας εναγόμενης 1, δυνάμει σύμβασης εγγύησης ιδίας ημερομηνίας, την υπογραφή της οποίας και πάλι παραδέχονται. Η όποια συνεπώς ύπαρξη συμφωνίας δια εκχώρηση δικαιωμάτων επί προθεσμιακής κατάθεσης, ουδόλως μεταβάλει την ουσία της διαφοράς η οποία εδράζεται επί των δημιουργηθέντων χρεωστικών υπολοίπων δυνάμει παράβασης σύμβασης εκ μέρους της πρωτοφειλέτιδας, και των εναγομένων 2-5 ως εγγυητές αυτής. Περαιτέρω, οι ενάγοντες δεν στηρίζουν το αγώγιμο τους δικαίωμα και δεν ζητούν εξαργύρωση αυτής, με αυτήν να παραμένει ως μια πρόσθετη εξασφάλιση του επίδικου δανείου από την εναγόμενη
- Αποτελεί παραδεκτό δε γεγονός ότι παράλληλα με την σύμβαση εγγύησης (Τεκμήριο 8 στην διαδικασία), παραχωρήθηκε μια πρόσθετη εξασφάλιση από μέρους της εναγόμενης 4, η οποία εξαργυρώθηκε πριν την καταχώρηση της αγωγής και συγκεκριμένα στις 9.12.
- Συνεπώς, η εξαργύρωση των όποιων ποσών βρίσκονταν σε λογαριασμούς της εναγόμενης 4 πριν την καταχώρηση της αγωγής, καθιστά το θέμα μη επίδικο ζήτημα. Σημειώνεται δε ότι η όποια τυχόν εξαργύρωση και/ή χρήση των όποιων ποσών υπήρχαν σε λογαριασμό της εγγυήτριας / εναγόμενης 4 από τους ενάγοντες, θα ενεργούσε και/ή ενήργησε και/ή ήταν προς το συμφέρον και των λοιπών εναγομένων 2-5, ως εγγυητές. Συνεπώς, το εν λόγω γεγονός, το οποίο έλαβε χώραν πριν την καταχώρηση της αγωγής, επ'ουδενί επηρεάζει την ουσία της μεταξύ των μερών διαφοράς. Δεν μπορεί να μην μνημονευθεί επιπλέον, ότι η ύπαρξη της εν λόγω προθεσμιακής κατάθεσης, αποτελεί γεγονός το οποίο αδιαμφησβήτητα ήταν και/ή όφειλε να ήταν στην σφαίρα γνώσης της ίδιας της εναγόμενης 4, καθώς και των λοιπών εναγόμενων. Είναι αδιανόητο να προβάλλεται μόλις τώρα, και δη, μετά την παρέλευση 7 και πλέον ετών από την καταχώρηση της αγωγής και της ολοκλήρωσης της μαρτυρίας των εναγόντων, η δήθεν άγνοια των εναγομένων περί της ύπαρξης τέτοιων εγγράφων, έγγραφα τα οποία οι ίδιοι υπέγραψαν, και επί των οποίων τώρα, που εισήχθησαν στην ακροαματική διαδικασία για σκοπούς απόδειξης της πορείας του επίδικου λογαριασμού, να ζητούν όπως χρησιμοποιήσουν την ύπαρξη τους για να αξιώσουν ανταπαιτητικώς την επιστροφή στην εναγόμενη 4 του εν λόγω ποσού. Τα ίδια, ισχύουν και για την ύπαρξη προγενέστερης της επίδικης, συμφωνίας δανείου, συμφωνία η οποία είχε δεόντως υπογραφεί από την εναγόμενη 1 την 7.7.08 και η οποία έφερε τον ίδιο αριθμό σύμβασης. Η δε ύπαρξη της προγενέστερης σύμβασης διαφαίνεται μέσω της δικογραφίας των εναγόντων, οι οποίοι στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης τους δικογραφούν την ύπαρξη τον αριθμό λογαριασμού της επίδικης συμφωνίας ως αυτός είχε αρχικά. Συνεπώς η ύπαρξη και του εν λόγω εγγράφου ήταν εντός της σφαίρας γνώσης των εναγομένων από την 31.1.14, ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής. Εν πάση δε περιπτώσει, υπενθυμίζεται ότι το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, και η βαρύτητα που θα αποδοθεί σε αυτό, θα αξιολογηθεί από το Δικαστήριο, αν αυτά κριθούν σχετικά με την επίδικη διαφορά, από το Δικαστήριο με την περάτωση της υπόθεσης. Σημειώνεται δε περαιτέρω, η μη ένσταση εκ μέρους των εναγομένων στην κατάθεση των εν λόγω εγγράφων κατά την ακροαματική διαδικασία. Δεδομένων των πιο πάνω, αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι τα εν λόγω έγγραφα, την ύπαρξη των οποίων οι εναγόμενοι δηλώνουν ότι αγνοούσαν, ήταν γνωστά σε αυτούς από το 2008, ημερομηνία υπογραφής των ή τουλάχιστον από το 2014, χρονολογία έγερσης της αγωγής. Υπενθυμίζεται ότι εναγόμενοι επιδιώκουν να προσθέσουν ισχυρισμούς οι οποίοι σχετίζονται με την κατάσχεση της προθεσμιακής κατάθεσης της εναγόμενης 4 η οποία υπεγράφη το 2008, ήτοι 6 χρόνια πριν την καταχώρηση της αγωγής, η δε εξαργύρωση και/ή κατάθεση αυτής επεσυνέβη την 9.12.13, ήτοι 6 μήνες πριν την καταχώριση του δικογράφου υπεράσπισης τους. Όταν μέσω σχετικής αιτήσεως ένας διάδικος προσπαθεί να εισάγει υλικό το οποίο ήταν ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί εγκαίρως (βλ. Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ 607, United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 Α.Α.Δ 501, Ikos Cif Ltd v. 1. Martin Coward κ.α.) τότε, το Δικαστήριο, ειδικά στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήτματος θα είχε καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου, οφείλει να ασκεί με φειδώ την όποια διακριτική του ευχέρεια. Είναι πρόδηλο από τον δικογραφικό φάκελο, ότι τα γεγονότα τα οποία επιδιώκονται να εισαχθούν, αφορούν σε παρελθοντικές ημερομηνίες, γεγονότα και έγγραφα τα οποία ήταν ή όφειλαν να ήταν στη γνώση των εναγομένων πριν ακόμη την καταχώριση της υπερασπιστικής τους γραμμής, ειδικότερα από τη στιγμή που είναι οι ίδιοι οι εναγόμενοι που υπέγραψαν αυτά. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμφωνήσει με τη θέση του κ. Σωτηρίου ότι τα εν λόγω γεγονότα ή έγγραφα, ή, ως ο ίδιος τα θεωρεί, «πρόσθετα στοιχεία», δεν έτυχαν δικογράφησης ή δεν ανάγονταν εντός του πλαισίου γνώσης των πελατών του. Ούτε μπορώ να συμφωνήσω ότι το Δικαστήριο οφείλει να εγκρίνει την παρούσα αίτηση κάτω από τον μανδύα του ότι: «ακόμη και αν τα στοιχεία αυτά ενδεχομένως να μπορούσαν να εντοπιστούν από τους εναγόμενους αυτό δεν επηρεάζει το δικαίωμα τους για προώθηση της παρούσας αίτησης η οποία οφείλει και να εγκριθεί» (βλ. σημείο 2 αγόρευσης). Η θέση αυτή του ευπαίδευτου συνηγόρου ενδεχομένως να τύγχανε εφαρμογής στην παρούσα αν τα εν λόγω έγγραφα ήταν καταλυτικής σημασίας για την επίλυση της μεταξύ των μερών διαφοράς (βλ. Χρίστου ν Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704). Σημειώνεται επίσης ότι η εισαγωγή αυτών των νέων θέσεων και ισχυρισμών, περί αμέλειας και/ή παραλείψεων εκ μέρους των εναγόντων που επιθυμούν να εισάξουν οι εναγόμενοι, αφορούν πεπραγμένα γεγονότα τα οποία χρονολογούνται από το 2013, οι δε ενάγοντες ουδόλως βασίζουν την απαίτηση τους επί αυτών. Περαιτέρω, ας μνημονευθεί ότι υπάρχουν ήδη δικογραφημένες οι θέσεις των εναγομένων περί πλημμελούς άσκησης εκ των εναγόντων καθηκόντων, περί άσκησης αυτών κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών της Κεντρικής Τράπεζας, περί υπερχρεώσεων στον λογαριασμό και περί μη ευθύνης των εναγομένων 2-5 ως εγγυητών της πρωτοφειλέτιδας για καταβολή οποιουδήποτε ποσού. Ως εκ των ανωτέρω, η τροποποίηση δεν αποσκοπεί στον προσδιορισμό της ουσίας της μεταξύ των μερών διαφοράς, γεγονός που αποτελεί προϋπόθεση για παροχή τέτοιας άδειας από την νομολογία, ακόμη και σε περίπτωση καθυστέρησης. Οι όποιοι δε νέοι ισχυρισμοί, ειδικότερα αυτοί που αφορούν την ανταπαίτηση της εναγόμενης 4, πέραν του ότι αποτελούν πεπραγμένο γεγονός από το 2013, θα φέρουν τους ενάγοντες αντιμέτωπους με μια νέα βάση αγωγής, επί γεγονότων που έλαβαν χώρα προ επταετίας. Οι όποιες δε θέσεις και/ή αξιώσεις της εναγόμενης 4 ως προς το χειρισμό της προθεσμιακής της κατάθεσης από τους ενάγοντες, είτε αυτές εδράζονται επί του δικαίου των αστικών αδικημάτων, είτε επί του δικαίου των συμβάσεων, έχουν, δυνάμει των προνοιών του Νόμου, 12(Ι)/83, παραγραφεί. Ως λέχθηκε στην Andreas Evripidou and another v Panayiota M. Kannaourou
(1985)1 CLR 24: « At any rate it would be wrong to allow an amendment at the close of the evidence or even at an extremely late stage of the trial where it could result in any party being confronted with an entirely new case». Ως προς τον χρόνο υποβολής της αίτησης, ας λεχθεί ότι καμία ουσιαστική επεξήγηση δεν δίδεται από τους αιτητές για την παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην καταχώρηση της, αλλά και για το λόγο, μη συμπερίληψης των προτιθέμενων στην υπεράσπιση τους ισχυρισμών, με δεδομένο ότι τα εν λόγω έγγραφα καταρτίστηκαν και αφορούν σε ημερομηνίες και χρονολογίες προ της καταχώρησης ακόμη και της ίδιας της αγωγής. Παράλληλα, το γεγονός ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε μετά την παρουσίαση και ολοκλήρωση της υπόθεσης των εναγόντων δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Παρά τον γενικό νομολογιακό κανόνα ότι τέτοιες αιτήσεις μπορούν να καταχωρηθούν σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, το Δικαστήριο φρονεί, έχοντας συνυπολογίσει όλους τους σχετικούς από την νομολογία παράγοντες, ότι το στάδιο στο οποίο προωθείται η παρούσα αίτηση είναι τέτοιο που δεν θα αφήσει ανέπαφη και ανεπηρέαστη την πλευρά των εναγόντων. Αυτό γιατί τυχόν έγκριση της παρούσας θα είχε ως αποτέλεσμα την μεταβολή του πλαισίου της δίκης, επιβάλλοντας ουσιαστικά την επανακλήτευση μαρτύρων των εναγόντων και επανακρόαση μίας τόσο παλαιά χρονολογικά υπόθεσης επί γεγονότων τα οποία δεν είναι ουσιώδη για την επίλυση της παρούσας διαφοράς. Οι θέσεις των εναγομένων, έχουν ήδη τεθεί στους μάρτυρες των εναγόντων, οι οποίοι αντεξετάστηκαν εκτενώς, και ειδικότερα η ΜΕ1, επί όλων των εγγράφων που αυτή κατέθεσε, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών δανείου, αλλά και του εγγράφου εκχώρησης δικαιωμάτων. Κατάληξη: Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί εναντίον της έγκρισης του αιτήματος. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των Καθ'ων η αίτηση, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο