← Κύπρος

Μ.Ε.Λ.Φ. Λτδ ν. Υπεραγορά Πάπας Λτδ, Αγωγή αρ.162/17, 12/5/2021

Μ.Ε.Λ.Φ. Λτδ ν. Υπεραγορά Πάπας Λτδ, Αγωγή αρ.162/17, 12/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αγωγή αρ.162/17 Μεταξύ: Μ.Ε.Λ.Φ. Λτδ Ενάγοντες και Υπεραγορά Πάπας Λτδ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 12.5.21 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Ν.Γ. Νικολάου Για Εναγόμενους: κ. Γ. Χαραλαμπίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε την 28.3.17 σε Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Αντικείμενο της αποτελεί η απαίτηση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων για είσπραξη ποσών ύψους €2.618,11 και €360,00 αντίστοιχα, πλέον τόκους προς 9% από 24.1.17, ποσά τα οποία αντανακλούν κατ΄ισχυρισμόν οφειλόμενα υπόλοιπα των εναγόμενών προς τους ενάγοντες από την πώληση αγροτικών προϊόντων και/ή φθαρτών και/ή εμπορευμάτων ή/και δυνάμει διάρρηξης συμφωνίας ή/και υπόλοιπο λογαριασμού ή χρέους δυνάμει τιμολογίων και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επιπλέον, οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση Διατάγματος με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι τα περιγραφόμενα στην απαίτηση τους 72 κιβώτια είναι ιδιοκτησίας των, την επιστροφή των οποίων επίσης διεκδικούν μέσω Διατάγματος. Παράλληλα, ζητούν την επιδίκαση δικηγορικών εξόδων και ΦΠΑ. Στο δικόγραφο Υπεράσπισης εγείρεται προδικαστικώς ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, που συνεδριάζει στην Λάρνακα, δεν έχει κατά τόπο αρμοδιότητα αφού, η έδρα των εναγόμενών είναι η Λεμεσός, με τα εμπορεύματα να παραδίδονται εκεί από τους ενάγοντες. Η εν λόγω θέση δικογραφείται περαιτέρω και ως ουσιαστική υπεράσπιση. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι η σύσταση των εναγομένων έλαβε χώραν την 11.5.16, με τις εργασίες τους να ξεκινούν την 4.9.

  1. Ως εκ τούτου, οι όποιες θέσεις των εναγόντων δια οφειλές προ της εν λόγω ημερομηνίας δεν ευσταθούν. Οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι οι ενάγοντες πωλούσαν και παρέδιδαν σε αυτούς προϊόντα συσκευασμένα σε κιβώτια, δηλώνουν όμως ότι ουδέν κιβώτιo παρακρατούν, ενώ ουδέποτε συμφώνησαν ότι η αξία έκαστου κιβωτίου ανήρχετο στα €5.
  2. Οι εναγόμενοι, παραδέχονται την ύπαρξη της μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας από την 4.9.16 και εντεύθεν, με τους ενάγοντες να εκδίδουν σχετικά τιμολόγια και λογαριασμούς, τα οποία αποστέλλονταν από τους ενάγοντες και παραλαμβάνονταν από τους εναγόμενους. Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες από την αρχή της συνεργασίας τους, την 4.9.16, απέστειλαν δύο λογαριασμούς στην εξόφληση των οποίων οι εναγόμενοι προέβησαν την 18.1.
  3. Ουδέποτε όμως συμφώνησαν στην καταβολή οποιουδήποτε ποσού τόκων, ανεξαρτήτως της καταγραφής αυτού επί των τιμολόγιών των εναγόντων. Ακολουθεί το Δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση με τους ενάγοντες να δηλώνουν άρνηση ως προς τους ισχυρισμούς που αφορούν την προδικαστική ένσταση, αναφέροντας ότι οι συναλλαγές των διαδίκων λάμβαναν χώρα και ολοκληρώνονταν στο Λιοπέτρι, με την λήψη των σχετικών παραγγελιών στην έδρα των εναγόντων. Εκάστη δε συμφωνία για την πώληση των προϊόντων γινόταν στην αποθήκη των στο Λιοπέτρι, και όχι στην Λεμεσό. Επιπλέον οι ενάγοντες δηλώνουν ότι η συνεργασία των μερών χρονολογείται από το 2013, ενώ οι εναγόμενοι ήταν αυτοί που ενημέρωσαν τους ενάγοντες με σχετική επιστολή, ότι η εμπορική τους δραστηριότητα θα συνεχιζόταν από την 4.9.16 υπό την νέα ονομασία τους πλέον, ως αυτή αποτυπώνεται στην απαίτηση των εναγόντων. Επιπλέον, η τιμή των κιβωτίων είχε συμφωνηθεί στα €5.00 ως η δίκαιη και λογική αξία, αυτών, ενώ πάντοτε, υπήρχε υπόλοιπο οφειλόμενων κιβωτίων. Ακροαματική Διαδικασία / Μαρτυρία Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη μέσω της γραπτής μαρτυρίας που κατέθεσαν αντιστοίχως τα μέρη προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, καθότι η αγωγή εμπίπτει εντός των προνοιών της Διαταγής 30, ως αυτή έχει τροποποιηθεί. Επισημαίνω ότι καμία πλευρά δεν υπέβαλε αίτημα για αντεξέταση. Για τους ενάγοντες κατέθεσε η κα. XXXXX Σαμαρά Παύλου, μία εκ των διευθυντών και μετόχων των εναγόντων, πλήρως εξουσιοδοτημένη υπ' αυτών όπως προβεί στην παρούσα κατάθεση. Οι ενάγοντες δηλώνει, είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομίμως εγγεγραμμένοι σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο ( Τεκμήριο 1) με έδρα στο Λιοπέτρι, ενώ ασχολούνται με την χονδρική και λιανική πώληση φθαρτών, φρούτων και πατατών, προμηθεύοντας φυσικά και νομικά πρόσωπα ανά το Παγκύπριο. Η ίδια, λόγω των καθηκόντων της, λαμβάνει ενεργά μέρος στις συμφωνίες με τους πελάτες και στις αποφάσεις που λαμβάνονται, ενώ επιβλέπει την ορθή τήρηση των οικονομικών της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων των λογιστικών βιβλίων, τιμολογίων, αποδείξεων, πωλήσεων και εισπράξεων που διεκπεραιώνονται επί καθημερινής βάσης. Οι εναγόμενοι κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένοι συμφώνως των Νόμων, με έδρα την Λεμεσό και ιδιοκτήτες της «Υπεραγοράς Παπάς Λτδ», πελάτες των εναγόντων. Η συνεργασία των μερών, δηλώνει η ομνύουσα, ξεκίνησε μέσω του κ. XXXXX Ευριπίδου, υιού του κ. Ευριπίδη Παπά, οι οποίοι κατείχαν και διαχειρίζονταν την «Υπεραγορά Παπάς» ως αυτή είχε προ της 4.9.
  4. Ο κ. Ευριπίδου επισκέφθηκε περί τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας την αποθήκη των εναγόντων ζητώντας την συνεργασία των μερών, ως και έγινε. Οι όροι αυτής είχαν ως ακολούθως. Οι ενάγοντες θα παρέδιδαν στου υπαλλήλους των εναγομένων που θα επισκέπτονταν την αποθήκη των εναγόντων τα προϊόντα που ζητούσαν, πλήρως συσκευασμένα σε κιβώτια ιδιοκτησίας των πρώτων, τα οποία θα παραδίδονταν πίσω σε αυτούς, εντός εύλογου χρόνου. Οι δοσοληψίες γίνονταν με την έκδοση τιμολογίων επί των οποίων καταγραφόταν η αξία των εμπορευμάτων, ο αριθμός και η αξία των κιβωτίων. Μετά δε την παρέλευση ενός μηνός, το υπόλοιπο επί έκαστου τιμολογίου έφερε τόκο προς 9%. Ως Τεκμήριο 2 η μάρτυρας επισυνάπτει δέσμη αποτελούμενη από 43 τιμολόγια τα οποία καταγράφουν την κίνηση των μεταξύ των μερών δοσοληψιών τόσο προ της σύστασης των νυν εναγομένων αλλά και μετά. Την 1.8.16 (Τεκμήριο 3) οι ενάγοντες παρέλαβαν επιστολή υπογεγραμμένη από τον κ. Ευριπίδη Παπά στην οποία γινόταν αναφορά ότι: « .. στα πλαίσια αναδιοργάνωσης των εργασιών της εταιρείας μας από τις 4.9.16 την υπεραγορά θα λειτουργά η εταιρεία μας Υπεραγορά Παπάς Λτδ», με τον προσυπογάφοντα την επιστολή να ζητά όπως ανοιχθεί νέος λογαριασμός και μερίδα επ' ονόματι των νυν εναγομένων. Η ομνύουσα, δηλώνει, ρώτησε προσωπικά τον κ. Παπά τι θα απογίνονταν οι οφειλές επί των προηγούμενων τιμολογίων, με τον ίδιο να απαντά, ότι θα διευθετούσε όλα τα υπόλοιπα του υφιστάμενου λογαριασμού ώστε να μην γίνει μεταφορά του υπολοίπου στον νέο λογαριασμό. Μετά την λήψη της εν λόγω διαβεβαίωσης, η ίδια άνοιξε νέο λογαριασμό προς όφελος των εναγομένων, ενώ είχε παραμείνει οφειλόμενο υπόλοιπο επ' ονόματι της «Υπεραγοράς Πάπας» εκ €8.788,
  5. Περί την 26.10.16 καταβλήθηκε ποσό ύψους €6.132,77 έναντι των εν λόγω υποχρεώσεων, ενώ παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο εκ €2.618,11 ως επιμαρτυρείται από την σχετική κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
  6. Η συνεργασία των διαδίκων τερματίστηκε την 6.11.16, ημερομηνία κατά την οποία ο νέος λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο εκ €8.103,01 ενώ ταυτόχρονα, παρέμενε προς διευθέτηση το ποσό των €2.618,11 επί του προηγούμενου λογαριασμού. Περαιτέρω, ως Τεκμήριο 5 επισυνάπτει τιμολόγιο ημερομηνίας 9.11.16 με αριθμό 8367 επ΄ονόματι των εναγομένων όπου καταγράφεται η επιστροφή 141 κιβωτίων με 72 κιβώτια να υπολείπονται προς επιστροφή. Όλα τα κιβώτια έφεραν με τυπωμένη επιγραφή, τα στοιχεία των εναγόντων και το κόστος αυτών, τιμή, στην οποία είχαν συμφωνήσει οι εναγόμενοι ως χρέωση. Παρά τις οχλήσεις της μάρτυρος, ουδέν υπόλοιπο διευθετήθηκε, ούτε επιστράφηκαν τα κιβώτια με αποτέλεσμα να σταλεί μέσω δικηγόρου σχετική προειδοποιητική επιστολή (Τεκμήριο 6). Είναι η θέση της ότι ο κ. Παπάς προσέφερε σε αυτήν ένα πολύ, κατά την εκτίμηση της χαμηλό ποσό για διευθέτηση της παρούσας διαφοράς, με αποτέλεσμα η καταχώρηση της παρούσας αγωγής να είναι απαραίτητη. Τέλος, ισχυρίζεται ότι, το γεγονός ότι καμία εξοφλητική απόδειξη δεν κατέχουν οι εναγόμενοι για το εν λόγω χρέος, δεικνύει την αλήθεια των ισχυρισμών της. Σχεδόν εκ διαμέτρου αντίθετες είναι οι θέσεις του κ. XXXXX Παπά από την Λεμεσό, ο οποίος είναι ο διευθυντής και μέτοχος των εναγόμενων (Τεκμήριο 1). Ο ίδιος, ως διευθυντής των εναγομένων, δηλώνει πολύ καλή γνώση των γεγονότων, αναφέροντας ότι οι εναγόμενοι αποτελούν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών την 11.5.16 (Τεκμήριο 2). Πριν την 4.9.16 η «Υπεραγορά Παπάς» ανήκε σε άλλη εταιρεία, χωρίς όμως να αναφέρει σε ποιαν. Περί τον Αύγουστο του 2016, οι εναγόμενοι γνωστοποίησαν την ανάληψη της διαχείρισης και λειτουργίας της υπεραγοράς στους ενάγοντες, με την συνεργασία τους να ξεκινά την 4.9.
  7. Ο ίδιος ουδεμία προσωπική συνεργασία είχε με τους ενάγοντες, ενώ ουδέποτε διαχειριζόταν προσωπικά την «Υπεραγορά Παπάς», ως ισχυρίζεται η μάρτυρας των εναγόντων. Οι νυν εναγόμενοι ουδεμία σχέση έχουν με τις οφειλές των προηγούμενων διαχειριστών της υπεραγοράς προς τους ενάγοντες. Παραδέχεται ότι οι εναγόμενοι ευθύνονται για τις αγορές εμπορευμάτων από τις 4.9.16 και εντεύθεν, όμως σε καμία περίπτωση ανέλαβε ο ίδιος είτε προσωπικά, είτε δια λογαριασμό των εναγομένων, όπως οι τελευταίοι προβούν σε εξόφληση τυχόν υπολοίπων επί των λογαριασμών και τιμολογίων που προϋπήρχαν της 4.9.
  8. Από την εν λόγω ημερομηνία και έπειτα, οι ενάγοντες πωλούσαν και παρέδιδαν σε αυτούς προϊόντα, συσκευασμένα σε κιβώτια, στην έδρα τους στην Λεμεσό. Προς τούτο εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια και τηρούνταν σχετικοί λογαριασμοί τους οποίους και λάμβαναν. Κανένα κιβώτιο δεν παρακρατούν οι εναγόμενοι, ενώ όσα κιβώτια τους παραδίδονταν, τόσα κενά κιβώτια λάμβαναν πίσω οι ενάγοντες. Οι εναγόμενοι ουδέποτε συμφώνησαν ότι η αξία των κιβωτίων θα ανερχόταν στα €5,
  9. Θέση του μάρτυρα είναι ότι οι οφειλές των, ύψους €8.103,01 προς τους ενάγοντες έχουν πληρωθεί στο ακέραιο, παρουσιάζοντας σχετική απόδειξη πληρωμής ημερομηνίας 20.1.17 (Τεκμήριο 3). Το ποσό των €2.618.11, αφορά υπόλοιπο προ της 4.9.16 για το οποίο καμία ευθύνη δεν φέρουν οι ίδιοι. Ως Τεκμήριο 4 παρουσιάζει Πιστοποιητικό του εγγεγραμμένου γραφείου των εναγομένων στην Λεμεσό, προς υποστήριξη της θέσης του ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας. Αξιολόγηση Μαρτυρίας / Νομική Πτυχή/ Ευρήματα Βαθιά ριζωμένη στο δικαιϊκό μας σύστημα είναι η νομολογιακή αρχή ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του σε αστική διαδικασία, φέρει ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ανεξαρτήτως των ισχυρισμών του εναγόμενου, ο ενάγοντας οφείλει, εάν επιθυμεί να επιτύχει η αξίωση του όπως αποδείξει ότι η δική του εκδοχή είναι πιο πιθανή παρά όχι, «more probable than not» (δέστε Μαρσέλ ν Λαική Τράπεζα Λτδ 2001 1(Β) Α.Α.Δ. 1858). Το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει την μαρτυρία που έχει ενώπιον του με σκοπό να μπορέσει να διαπιστώσει και να εξαγάγει ευρήματα επί πραγματικών γεγονότων ώστε να μπορεί τελικώς να καταλήξει κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης έχει αποσείσει αυτό στον απαιτούμενο βαθμό. Σε διαδικασίες ταχείας εκδίκασης, όπου τα διεκδικούμενα ποσά είναι μικρότερα των €3.000, το Δικαστήριο, με δεδομένο ότι δεν έχει ενώπιον του ζώσα μαρτυρία, οφείλει με περισσή προσοχή να καταλήξει σε στερεά ευρήματα. Αυτό λαμβάνει χώραν μέσω της αξιολόγησης της μαρτυρίας με αντιπαραβολή των θέσεων των διαδίκων, αλλά και των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη διαδικασία. Νοείται βέβαια ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε με κριτήριο τις δικογραφημένες προτάσεις των μερών αφού: «O επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιiκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος του αντιδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του» (βλ. Παπαγεωργίου ν Κλάππας Invstment Services Ltd

(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Τα ως άνω αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης όπου η παρουσιασθείσα γραπτή μαρτυρία οφείλει να εξετάζεται σε αυστηρή συνάρτηση με τα γεγονότα που παρατίθενται στα δικόγραφα αφού εκλείπει από την διαδικασία η ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Το Δικαστήριο οφείλει λοιπόν ασκώντας δικαστική κρίση να αξιολογήσει την ενώπιον του μαρτυρία βάση του περιεχομένου αυτής, την ποιότητα αυτής αλλά και την πειστικότητα της (βλ. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Προχωρώ λοιπόν στην εξέταση των νομικών ζητημάτων που προκύπτουν αντιπαραβάλλοντας την ενώπιον μου μαρτυρία και τις εκατέρωθεν δικογραφημένες θέσεις. Πρώτιστα, θεωρώ ορθό όπως εξεταστεί το ζήτημα της κατά τόπον αρμοδιότητας εκδίκασής της παρούσας αγωγής ως αυτό εγείρεται και προδικαστικά από τους εναγόμενους. Υπενθυμίζεται ότι το κατά πόσο το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας, είναι ζήτημα το οποίο εξετάζεται σε κάθε στάδιο εκκρεμοδικίας μίας υπόθεσης, μπορεί δε να εξεταστεί και αυτεπάγγελτα, (βλ. Ελευθέριος Κούρου ν Αντωνία Ξενή Κόνου Π.Ε. 325/09 ημερομηνίας 10.10.14) ενώ όταν το ζήτημα εγείρεται στο τέλος της δίκης, ως και στην παρούσα περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να στηρίξει τα ευρήματα του επί των πραγματικών ζητημάτων (βλ. Sartas Importrs- Distributors Ltd v. Varnavidou
(1988)1 A.A.Δ. 1446). To δικαιοδοτικό Άρθρο 21 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 προνοεί τα ακόλουθα: 21.—
(1)Το Επαρχιακόν ∆ικαστήριον, τηρουµένων των διατάξεων του άρθρου 19, θα έχη πρωτόδικον δικαιοδοσίαν ίνα ακούη και αποφασίζη οιανδήποτε αγωγήν συµφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 22 οσάκις (α) η βάσις της αγωγής έχη προκύψει είτε καθ' ολοκληρίαν είτε εν µέρει εντός των ορίων της επαρχίας δι' ην το δικαστήριον καθιδρύθη· (β) ο εναγόµενος ή οιοσδήποτε των εναγοµένων, κατά τον χρόνον της εγέρσεως της αγωγής, διαµένη ή διεξάγη επάγγελµα εντός της επαρχίας δι' ην το δικαστήριον καθιδρύθι. Αντιστοίχως, το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου επεξηγεί τον όρο «βάση αγωγής» ως αυτός εντοπίζεται στο άρθρο 21
(1)(α) του πιο πάνω άρθρου. «βάσις της αγωγής» περιλαµβάνει το σύνολον των γεγονότων των θεµελιούντων το αγώγιµον δικαίωµα, περί ου η αγωγή, αλλά εις αγωγάς εκ συµβάσεως δεν σηµαίνει κατ' ανάγκην ολόκληρον την βάσιν της αγωγής. Βάσις της αγωγής θα θεωρήται ότι έχει προκύψει εντός της δικαιοδοσίας εάν η σύµβασις συνήφθη εντός αυτής, καίτοι η διάρρηξις δυνατόν να επήλθεν αλλαχού, και επίσης εάν η διάρρηξις επήλθεν εντός της δικαιοδοσίας, καίτοι η σύµβασις δυνατόν να συνήφθη αλλαχού». Ως πολύ εύστοχα έχει λεχθεί στην απόφαση Μούρτζινος ν Global Cruises Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 1160: «Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επίδικων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. ..Ένας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις και, όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Sevegep Ltd v United Sea Trasnport Ltd κ.α
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως». Εφαρμόζοντας τις ως άνω νομολογιακές αρχές στα υπό κρίση γεγονότα, ως αυτά εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις των μερών, το Δικαστήριο ομολογουμένως, δεν έχει εντοπίσει κάτι στην απαίτηση των εναγόντων, που να δικαιολογεί την εισήγηση των εναγομένων ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας. Παρά τη διαφωνία των μερών ως προς τον τόπο κατάρτισης της συμφωνίας, αποτελεί παραδεκτό γεγονός τόσο μέσω της δικογραφίας αλλά και της μαρτυρίας, ότι, εκάστη παραγγελία γινόταν από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες, τηλεφωνικώς η άλλως πώς, με έκαστην συμφωνία να ολοκληρώνεται με την καταγραφή της από τους ενάγοντες, στο Λιοπέτρι. Η τοποθέτηση της παραγγελίας στον χώρο διεξαγωγής των εργασιών των εναγόντων, είχε ως αποτέλεσμα την καταγραφή και χρέωση των εμπορευμάτων επί των καταστάσεων λογαριασμών ή επί της μερίδας πελάτη που διατηρείτο στα πλαίσια συνεργασίας των μερών, με συνεπακόλουθη την έκδοση σχετικών τιμολογίων, έγγραφα τα οποία οι εναγόμενοι, ως παραδέχονται, λάμβαναν. Το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων, δηλαδή η ύπαρξη προφορικής συμφωνίας, η παράβαση της οποίας επίσης διαπιστώνεται ότι έλαβε χώραν στο Λιοπέτρι, επιβεβαιώνει την ορθότητα της επιλογής των εναγόντων για έγερση αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, που συνεδριάζει στην Λάρνακα. Η πιο πάνω σκέψη του Δικαστηρίου καθοδηγήθηκε και από την σχετική επί του ζητήματος Νομολογία (βλ. Stefanidou v Pirgoti
(1975)1 C.L.R 100, C & K Kyriakou και Α/φοι Λτδ ν Ιωάννου
(1990)1 Α.Α.Δ. 479 και Χριστοφόρου κ.α ν Paneuropean Insurance Co Ltd, Π.Ε.11072 ημερομηνίας 21.1.002) στην οποία και ενδεικτικά παραπέμπω. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην απόφαση Sartas Importers- Distributors Ltd v Ανδρέα Μαρούλη
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1446 έχει νομολογηθεί, υιοθετώντας το σκεπτικό της απόφασης Kyriacos Theofanous v Artemis Georghioy
(1969)1 C.L.R. 203 η αρχή ότι, όπου δεν καθορίζεται ο τόπος καταβολής της οφειλής του αγοραστή, εναπόκειται στον αγοραστή να αναζητήσει τον πωλητή και να τον πληρώσει στον τόπο της εργασίας ή της διαμονής του. Με δεδομένο λοιπόν ότι στην προκειμένη περίπτωση, από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, δεν αποτελεί αμφισβητούμενο γεγονός ότι οι ενάγοντες ήταν οι πωλητές και οι εναγόμενοι οι αγοραστές των εμπορευμάτων, προκύπτει ότι ο τόπος καταβολής των οφειλόμενων υπολοίπων επί των εκδιδομένων τιμολογίων όφειλε όπως ήταν η επαρχία Αμμοχώστου. Οι ενάγοντες, ως επιμαρτυρείται από το επισυναπτόμενο στην γραπτή μαρτυρία τους, Τεκμήριο 1, έχουν έδρα τους το Λιοπέτρι της επαρχίας Αμμοχώστου. Η πιο πάνω τοποθεσία και τόπος εργασίας των, επιβεβαιώνεται και από τα σχετικά Τεκμήρια 2 και 4, επί των οποίων καταγράφεται η Οδός Σαλαμίνος, 18, 5320 Λιοπέτρι, Αμμοχώστου. Συνεπώς το παρόν Δικαστήριο ορθά έχει θεωρηθεί, δυνάμει της νομολογίας το κατά τόπον αρμόδιο για επίλυση της διαφοράς. Τα περί άρνησης της οφειλής εκ μέρους των εναγομένων, δεν αναιρούν την δραστηριοποίηση της ενάγουσας στο Λιοπέτρι, ως επιμαρτυρείται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου προαναφερθέντα τεκμήρια, ούτε και η συμβατική σχέση και συνεργασία μεταξύ των διαδίκων είναι αμφισβητούμενη. Η δε καταγεγραμμένη στην παράγραφο 1 της υπεράσπισης, άγνοια, αναφορικά με την περιγραφή των εναγόντων, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις λοιπές καταγραφές των πρώτων ως προς τα επίδικα γεγονότα και την μεταξύ των συνεργασία. Δυνάμει των πιο πάνω, καταλήγω ότι το παρόν Δικαστήριο είναι το κατά τόπον ορθό Δικαστήριο για εκδίκαση της παρούσας διαφοράς. Των ως άνω λεχθέντων, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, σε αντιπαραβολή με τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, για την εξαγωγή συμπερασμάτων και ευρημάτων επί των θέσεων των μερών. Μοναδική υπεράσπιση των εναγομένων, αποτελεί η θέση των ότι η επίδικη συνεργασία ξεκίνησε την 4.9.16, ημερομηνία σύστασης και εγγραφής των (βλ. Τεκμήριο 2 μαρτυρίας Παπά) ενώ καμία σχέση δεν είχαν προγενέστερα με τους ενάγοντες. Τα όποια δε υπόλοιπα λογαριασμών δεν έχουν καμία σχέση με την εταιρεία τους, γεγονός το οποίο συνεπακόλουθα σημαίνει και την μη οφειλή εκ μέρους των, των αξιούμενων ποσών. Αντίθετη, είναι η θέση της μάρτυρος εναγόντων, η οποία αφιερώνει 5 παραγράφους της μαρτυρίας της (παρ. 5 μέχρι 10) καταγράφοντας με περισσή λεπτομέρεια το ιστορικό της μεταξύ των μερών συνεργασίας τόσο προ του 2016, αλλά και μετά. Η μαρτυρία της κας. Παύλου έχει πείσει το Δικαστήριο ως προς το αληθοφανές των θέσεων και ισχυρισμών της, με αυτή να κρίνεται χωρίς καμία αμφιβολία ως πλήρως αξιόπιστη από το Δικαστήριο, σε αντίθεση με αυτήν του κ. Παπά, η μαρτυρία του οποίου κρίνεται αντιφατική και μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια. Η θέση των εναγόντων ότι η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων χρονολογείτο από το 2013, επιβεβαιώνεται μέσω της κατάθεσης του Τεκμηρίου 4, το οποίο αποτελεί την κατάσταση λογαριασμού της εταιρείας των εναγομένων, η οποία ξεκινά από το 2011, και καλύπτει μέχρι και το τέλος της συνεργασίας των μερών, το
  1. Υπενθυμίζεται εδώ ότι η δικογραφημένη θέση των εναγόντων είναι ότι η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων υπήρχε από το 2013, γεγονός το οποίο και πάλι αποδεικνύεται μέσω των καταγραφών επί του ιδίου Τεκμηρίου. Περαιτέρω, το Τεκμήριο 2 το οποίο αποτελείται από 43 τιμολόγια, καλύπτει την περίοδο συνεργασίας των μερών από την 3.8.16 μέχρι και την 9.11.
  2. Σημειώνεται εδώ ότι τα 13 τιμολόγια που αφορούν την περίοδο 3.8.16 μέχρι και 4.9.16 είναι εκδομένα επ' ονόματι της «Παπάς Υπεραγορά», ενώ τα υπόλοιπα όλα τιμολόγια ήτοι από 4.9.16 μέχρι 6.11.16 είναι επ΄ονόματι της εταιρείας «Υπεραγορά Παπάς Λτδ». Η κατηγορηματική άρνηση του κ Παπά στην μαρτυρία του ότι ουδεμία επικοινωνία είχε, είτε υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής των εναγομένων, είτε προσωπικά με τους ενάγοντες προ της 4.9.16, καταρρίπτεται, από μια απλή ανάγνωση του επισυναπτόμενου στην μαρτυρία της κας. Παύλου Τεκμηρίου
  3. Περαιτέρω, ο κ. Παπάς αρνείται ότι οι εναγόμενοι ανέλαβαν όπως πληρώσουν τα κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενα υπόλοιπα των προηγούμενων διαχειριστών της υπεραγοράς. Όμως και αυτός ο ισχυρισμός καταρρίπτεται μέσω του προαναφερθέντος τεκμηρίου. Και εξηγώ. Στην εν λόγω επιστολή, ημερομηνίας 1.8.16 (Τεκμήριο 3), η οποία ειρήσθω εν παρόδω, φέρει την υπογραφή του κ. Ευριπίδη Παπά και την σφραγίδα των εναγόμενών, γίνεται ρητή αναφορά ότι: «Τυχόν υπόλοιπα της εταιρείας Charalambos Papas Limited θα εξοφληθούν σύμφωνα με τους υφιστάμενους όρους των μεταξύ μας συμφωνιών». Είναι αυταπόδεικτο συνεπώς τόσο από τον τίτλο της επιστολής, φερόμενος ως, «Αναδιοργάνωση Εταιρείας» όσο και από το ίδιο το περιεχόμενο αυτής, ότι οι εναγόμενοι θα αναλάμβαναν για κάθε ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, όλες τις εργασίες και υποχρεώσεις της προηγούμενης εταιρείας ή και διαχειριστών της Υπεραγοράς, δηλώνοντας μάλιστα ότι όσα τιμολόγια παρέμεναν σε εκκρεμότητα θα ξοφλούνταν σύμφωνα με την μεταξύ τους συμφωνία. Οι καταγραφές του ιδίου του κ. Παπά στο εν λόγω Τεκμήριο, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τους προβαλλόμενους στην μαρτυρία του ισχυρισμούς, με το Δικαστήριο να αποκομίζει την εντύπωση ότι η αναδιοργάνωση της εταιρείας χρησιμοποιείται τεχνηέντως από τον κ. Παπά προς αποφυγή πληρωμής των υποχρεώσεων των εναγομένων, ως αυτές είχαν, υπό την προηγούμενη διαχείριση των, προς τους ενάγοντες, υποχρεώσεις τις οποίες οι νυν εναγόμενοι ανέλαβαν ρητώς όπως εξοφλήσουν. Οι περαιτέρω δε δηλώσεις του περί μη επικοινωνίας με τους ενάγοντες, στερούνται πειστικότητας και αλήθειας, αφήνοντας το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι ο κ. Παπάς δεν είναι ένας φιλαλήθης μάρτυρας. Περαιτέρω, από το εν λόγω Τεκμήριο, προκύπτει ξεκάθαρα η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ εναγόντων και εναγομένων, ως προς την εξόφληση των προγενέστερων υπολοίπων της υπεραγοράς, προ της αναδιοργάνωσης. Το Δικαστήριο οφείλει εδώ να επισημάνει την έλλειψη μαρτυρίας τόσο εκ μέρους εναγόντων αλλά και εναγομένων αναφορικά με το καθεστώς λειτουργίας και την νομική ύπαρξη, αν αυτή υπήρχε, της εταιρείας Charalambos Papas Ltd. Επί των τιμολογίων των εναγόντων, προ της 4.9.16, η καταγραφή περιορίζεται στην αναφορά «Παπάς Υπεραγορά» ενώ στην επιστολή των εναγομένων ημερομηνίας 1.8.16, αναφορά πρώτη φορά αναφορά στην ύπαρξη της «Charalambos Papas Ltd», επί επιστολόχαρτου όμως με την αναφορά «Υπεραγορά Papas Cash & Carry». Ας μνημονευθεί στο στάδιο αυτό ως ορθή η παρατήρηση του συνηγόρου των εναγομένων ότι κάθε νομική οντότητα είναι αυτοτελής και αυθύπαρκτη από οποιαδήποτε άλλη, όμως οι εν λόγω καταγραφές και ονομασίες, λίγη σημασία έχουν για σκοπούς επίλυσης της παρούσας διαφοράς, αφού η ουσία εδράζεται στο αναντίλεκτο γεγονός ότι οι νυν εναγόμενοι ανέλαβαν δια την προαναφερθείσας επιστολής την εξόφληση των υποχρεώσεις της επιχείρησης της υπεραγοράς ως αυτή είχε προηγουμένως. Είναι για αυτό τον λόγο που οι εναγόμενοι την 26.10.2016, δηλαδή σε μεταγενέστερη της 4.9.16 ημερομηνία, κατέβαλαν το ποσό των €6.130,77 έναντι του υφιστάμενου υπολοίπου της «Υπεραγοράς Παπάς» (βλ. παρ. 8 μαρτυρίας Παύλου) όπως αυτό εντοπίζεται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 4, των Εναγόντων. Το πιο πάνω έγγραφο, Τεκμήριο 3 δεν είναι φυσικά το μόνο έγγραφο επί του οποίου βασίστηκε το Δικαστήριο για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Τα Τεκμήρια 2 και 4 αντιστοίχως, δηλαδή η ύπαρξη τιμολογίων και καταστάσεων λογαριασμού που διατηρούσαν οι ενάγοντες επ΄ονόματι των εναγομένων, τόσο προ αλλά και μετά την παραλαβή της επιστολής ημερομηνίας 1.8.16, καταδεικνύουν το βάσιμο των ισχυρισμών της μάρτυρος των εναγόντων και την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ως αυτή είχε αρχικώς και εξελίχθηκε μετέπειτα. Η πρόθεση («intention») των μερών όπως συνέχιζαν και μετά την αναδιάρθρωση την συνεργασία τους είναι αυταπόδεικτη από την εν γένει εμπορική και συναλλακτική συμπεριφορά τους, η οποία, επιβεβαιώνεται μέσω των αναφορών του κ. Παπά στο Τεκμήριο
  4. Στον Chitty on Contract V. 32 παρ. 1544, εντοπίζουμε τα ακόλουθα σχετικά επί του ζητήματος: «Everybody has the right to choose with whom he will contract and no- one Is obliged without his consent to accept the liability of a person other than him with whom he made his contract. Consequently, the burden of a contract cannot in principle be transferred without the consent of the other party, so as to discharge the original contractor. As Sir R. Collins M.R said in Tolhurst v Associated Portland Cement Manufacturers Ltd [1902] 2 K.B. 660, 668: «Νeither at law not in equity could the burden of a contract be shifted off the shoulders of a contractor on to those of another without the consent of the contractee». Η όλη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα η αναφορά όπως: «Τυχόν υπόλοιπα της εταιρείας Charalambos Papas Limited θα εξοφληθούν σύμφωνα με τους υφιστάμενους όρους μεταξύ μας συμφωνιών» δεικνύει πέραν αμφιβολίας την πρόθεσης των νυν εναγομένων όπως συνεχίσουν τη σύμβαση που υπήρχε μεταξύ των προκατόχων των και των εναγόντων, με τους πρώτους να αναλαμβάνουν την ευθύνη εξόφλησης των όποιων τυχόν υπολοίπων. Ουδεμία συνεπώς αμφιβολία υπάρχει στο μυαλό του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι, έχοντας πλήρη γνώση των όρων των μεταξύ των μερών συμφωνιών, ως αυτοί είχαν μεταξύ της «Υπεραγοράς Παπά» και εναγόντων, αποφάσισαν όπως συνεχίσουν αυτές, δεσμευόμενοι από τις καταγραφές τους επί του προαναφεθέντος τεκμηρίου, περί εξόφλησης των υποχρεώσεων αυτών. Στην Χαραλαμπίδης ν. Κωνσταντίνου και άλλοι
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 709, λέχθηκε ότι: «H απαγκίστρωση του αγοραστή από τις υποχρεώσεις του προκατόχου του, για τις οποίες ήταν ενήμερος, δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως κάτι ατελές και αφιστάμενο των αρχών της δικαιοσύνης». Έχοντας υπόψη τα δικόγραφα, το σύνολο της μαρτυρίας, και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ότι οι εναγόμενοι ανέλαβαν τις υποχρεώσεις της λειτουργίας της υπεραγοράς ως αυτή είχε προ της 4.9.16, υπό οποιαδήποτε νομική ιδιότητα και/ή όνομα αυτή είχε και λειτουργούσε. Οι ίδιοι οι εναγόμενοι γραπτώς, κατέγραψαν την ανάληψη δέσμευσης εκ μέρους τους αναφορικά με την εξόφληση των προηγούμενων οφειλών της υπεραγοράς, επικαλούμενοι τους όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Η εν λόγω ανάληψη υποχρέωσης δεν επιμαρτυρείται μόνο μέσω του Τεκμηρίου 3 αλλά και από τις μεταγενέστερες πράξεις τους, αφού προέβησαν στην εξόφληση προγενέστερων οφειλών της υπεραγοράς, σε ημερομηνία μεταγενέστερη της σύστασης τους. Ο μάρτυρας των εναγομένων διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι δεν προβαίνει στην παράθεση της αλήθειας στην μαρτυρία του, καθότι οι προβαλλόμενες θέσεις του αντικρούονται άμεσα από το περιεχόμενο των κατατεθειμένων ενώπιον του Δικαστηρίου τεκμηρίων. Η επίδικη απαίτηση των εναγόντων, ως καταγράφεται και αναλύεται εκτενώς ανωτέρω, βασίζεται επί σχετικών τιμολογίων και καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήρια 2 και 4) που διατηρούσαν οι ενάγοντες αναφορικά με τις συναλλαγές που είχαν με τους εκάστοτε διαχειριστές της υπεραγοράς Παπάς. Στην βάση των σχετικών παραγγελιών, ήταν που οι ενάγοντες προχωρούσαν στην έκδοση των σχετικών τιμολογίων, τιμολόγια και καταστάσεις τις οποίες, υπενθυμίζεται οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι λάμβαναν. Στην απόφαση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππής Λτδ και Παναγιώτης Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εφόσον η αγωγή βασιζόταν σε τιμολόγια, αυτά έπρεπε να θεωρηθούν σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στον Halsbury's Laws of England, 3η Έκδ. Τόμος 34, σελ. 171, ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με προϊόντα παραδοθέντα στον αγοραστή με αναφορά στην τιμή ή τη χρέωση». Βλέπε επίσης την HALEKO HANSEATISCHES LEBENSMITTELKONTOR GMBH & CO OHG, και L.S.E. LIFE STYLE ENTERPRISES LTD
(2011)1 ΑΑΔ 1055. Αναφορικά δε την προσκομισθείσα κατάσταση λογαριασμού εκ μέρους των εναγόντων, είναι αρκετό να λεχθεί, ως αναφέρθηκε και στην Κλεάνθης Κλεάνθους και άλλοι εναντίον Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344 ότι: «.. Οι δύο καταστάσεις λογαριασμών δεν ήταν περίπλοκα έγγραφα και με τις εξηγήσεις που έδωσε ο Μ.Ε.1, επεξηγείται το υπόλοιπο του λογαριασμού. Βασικά οι ίδιοι οι λογαριασμοί παρέχουν ικανοποιητική πληροφόρηση..., ...Εναπόκειτο πλέον στους Εφεσείοντες να αντικρούσουν τα στοιχεία που αποτελούσαν το λογαριασμό, ώστε να πείσουν το δικαστήριο ότι οι Εφεσίβλητοι δεν απέδειξαν και την υπόθεση τους επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Όμως, η μαρτυρία που προσκόμισαν, όχι μόνο δεν ήταν αρκετή να αμφισβητήσει συγκεκριμένα στοιχεία του λογαριασμού, αλλά εν πάση περιπτώσει, δεν έγινε αποδεχτή εφόσον οι Εφεσείοντες κρίθηκαν αναξιόπιστοι." Έχοντας κατά νου την σχετική επί του ζητήματος νομολογία, διαπιστώνεται ότι τα τεκμήρια που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο δια της μαρτυρίας της κ. Παύλου είναι πέραν του δεόντως ξεκάθαρα και κατανοητά ως προς την οφειλή των εναγόμενων, δεδομένης της αποδοχής ανάληψης των υποχρεώσεων της υπεραγοράς, ως αυτή είχε, προ την 4.9.
  1. Μνημονεύεται για σκοπούς πληρότητας ότι οι εναγόμενοι καμία ουσιαστική μαρτυρία δεν προσκόμισαν για να αντικρούσουν τους τεκμηριωμένους ισχυρισμούς των εναγόντων. Ας σημειωθεί για σκοπούς πληρότητας, το αυταπόδεικτο, επί των τιμολογίων καταγεγραμμένο επιτόκιο της τάξεως του 9%, που θα έφερνε, έκαστο τιμολόγιο σε περίπτωση μη εξόφλησης του εντός 30 ημερών, και το παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων γεγονός ότι τα εμπορεύματα παραδίδονταν σε κιβώτια ιδιοκτησίας των εναγόντων. Η δε αξία των κιβωτίων επίσης διαφαίνεται επί των εν λόγω τιμολογίων, με έκαστο κιβώτιο να τιμολογείται με την αξία του 5%, ως αυτό αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 5 που επισυνάπτει η κα. Παύλου, το οποίο επίσης δείχνει ότι κατά την ημερομηνία τερματισμού της μεταξύ των μερών συνεργασίας, υπολείπονταν 72 κιβώτια προς επιστροφή. Κρίνω συνεπώς ότι η απαίτηση των εναγόντων είναι ξεκάθαρη, ως αυτή διαφαίνεται και υποστηρίζεται από το σύνολο των επισυναπτόμενων στην μαρτυρία της κας. Παύλου Τεκμηρίων 1-6, με τους ενάγοντες να έχουν αποδείξει την υπόθεση τους στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, αποσείοντας από τους ώμους τους το βάρος απόδειξης που τους αναλογούσε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την απαίτηση τους και εκδίδεται προς όφελος τους απόφαση ως οι παράγραφοι (Α), (Β) και (Δ) και της Έκθεσης Απαίτησης. Ως προς το (Ε) αιτητικό που αφορά την επιδίκαση τόκου προς 9% από 24.1.17 σημειώνεται ότι το Δικαστήριο θα είχε την ευχέρεια επιδίκασης αυτού και από τις 10.1.
  2. Με δεδομένο όμως ότι η επιδίκαση αυτού επιζητείται από μεταγενέστερη τις 10.1.17 ημερομηνία, αυτός επιδικάζεται προς όφελος των εναγόντων από την 24.1.17 επί του ποσού των €2.618,11 (αιτητικό Α της Έκθεσης Απαίτησης) μέχρι εξόφλησης, πλέον δικηγορικά έξοδα, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................... Μ. Ναθαναήλ , Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.