← Κύπρος

Eagle Watch Security Services Ltd ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 54/19, 27/4/2021

Eagle Watch Security Services Ltd ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 54/19, 27/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 54/19 Μεταξύ: Eagle Watch Security Services Ltd Ενάγουσα και Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενος Αίτηση ημερ. 21.10.19 για Προσθήκη Διαδίκου και Τροποποίηση του Τίτλου της Αγωγής Ημερομηνία: 27.4.21 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/ Καθ'ων η αίτηση: κα. Χ. Μεττή για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενους/ Αιτητές: κα. Θ. Κουμή για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας EΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με βάση τις δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας, η ίδια, ως εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη δυνάμει του Κυπριακού Δικαίου, παρείχε κατόπιν παράκλησης και/ή εντολών του Τμήματος Δημοσίων Έργων Αμμοχώστου, υπηρεσίες φρούρησης στο κτήριο που στεγάζει το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου, στο Παραλίμνι. Οι επίδικες υπηρεσίες παρασχέθηκαν μεταξύ της 4.12.17 και 21.12.17 και προς τούτο, οι ενάγοντες εξέδωσαν τιμολόγιο με αριθμό 0017263 για το ποσό των €1.927,80, ποσό το οποίο και αξιώνουν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, πλέον νόμιμο τόκο, έξοδα, ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. Στο υπερασπιστικό δικόγραφο του, ο εναγόμενος εγείρει προδικαστική ένσταση αναφέροντας ότι ο τίτλος της αγωγής είναι λανθασμένος, μη ανταποκρινόμενος στις πρόνοιες του άρθρου 57 του Νόμου 14/60, ως αυτός τροποποιήθηκε, ενώ παράλληλα προβάλλει ότι η ενάγουσα δεν διατηρεί αγώγιμο δικαίωμα και/ή δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε αιτία αγωγής εναντίον του εναγομένου. Ως ουσιαστική υπεράσπιση, ο εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, δηλώνοντας ότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως ακολούθως. H ενάγουσα, μέσω της κοινοπραξίας A. Andreou Constructions Ltd και Σ.Κ.Α.Ανδρέου Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, (εφεξής «ο εργολάβος»), ως ο εργολάβος των εργασιών της διαμόρφωσης του κτιρίου μεταστέγασης του Κτηματολογίου και Πολεοδομίας Αμμοχώστου, ως αυτός ορίστηκε κατόπιν διαγωνισμού, απέστειλε, στο γραφείο του Επαρχιακού Μηχανικού Αμμοχώστου, του Τμήματος Δημοσίων Έργων, τιμολόγιο με αριθμό 0017263, ημερομηνίας 23.1.18 για το ποσό των €1.927,

  1. Αυτό παραλήφθηκε από το Τμήμα Δημοσίων Έργων κατά την 26.1.
  2. Στην συνέχεια, ο Επαρχιακός Μηχανικός Αμμοχώστου, με επιστολή του προς τον εργολάβο ημερομηνίας 1.2.18, επέστρεψε στην ενάγουσα το επίδικο τιμολόγιο, αφού με βάση την σύμβαση ημερομηνίας 17.10.17 που υπεγράφη μεταξύ εργολάβου και εναγόμενών, η φύλαξη του εργοταξίου και των υλικών εντός αυτού αποτελούσε ευθύνη του εργολάβου και όχι της ενάγουσας. Η θέση των εναγόμενών είναι ότι την ευθύνη για την φύλαξη και ασφάλεια του εργοταξίου, είχε αποκλειστικά ο εργολάβος, δικογραφόντας σχετικά, όρους από την μεταξύ των σύμβαση ημερομηνίας 17.10.
  3. Δυνάμει των πιο πάνω, θέση του εναγόμενου είναι ότι ο ίδιος ουδέποτε είχε την ευθύνη φύλαξης του εργοταξίου, ούτε μπορούσε να δώσει οδηγίες ως προς την φύλαξη αυτού, κατοχή του οποίου παραδόθηκε στον εργολάβο, ο οποίος έφερε αποκλειστική ευθύνη για την φύλαξη και φρούρηση του. Τέλος, καταγράφει την πρόθεση του όπως καλέσει ως συνεναγόμενο και/ή τριτοδιάδικο τον εργολάβο, αφού δικαιούνται σε πλήρη κάλυψη και/ή συνεισφορά από αυτόν. Στο απαντητικό της δικόγραφο, η ενάγουσα αρνείται κάθε προβαλλόμενο στην υπεράσπιση ισχυρισμό, δηλώνοντας ότι η ίδια έλαβε προφορικές εντολές από τον Επαρχιακό Διευθυντή του Τμήματος Δημοσίων Έργων, κ. Λευτέρη Χρίστου, ενώ δεν όφειλε και δεν είχε καθήκον όπως γνωρίζει για την όποια συμφωνία και/ή συμβόλαιο μεταξύ εναγομένου και εργολάβου αφού καμία σύμβαση δεν είχε η ίδια με αυτόν. Η Υπό Κρίση Αίτηση και η Ένορκη Δήλωσή που την συνοδεύει: Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι /Αιτητές επιδιώκουν την έκδοση των κάτωθι διαταγμάτων: Α. Άδεια και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να συνενώνεται ως εναγόμενη αρ. 2 Κοινοπραξία A. Andreou Constructions Ltd και Σ.Κ.Α. Ανδρέου Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ και/ή να τροποποιείται ο τίτλος της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής με την προσθήκη της Κοινοπραξία A. Andreou Constructions Ltd και Σ.Κ.Α. Ανδρέου Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ ως εναγόμενης
  4. B. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπουσα. Βασιζόμενη στους σχετικούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και ιδιαιτέρως στις Δ.9, Θ.10 και 11, Δ.25, Θ.1, 2 και 3, Δ.48 Θ 1-4, 6-9, Δ.57 και Δ.64, καθώς και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου, η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Τσαγκάρη, δικηγόρου στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Η ίδια δηλώνει γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης καθώς και από πληροφορίες που συγκέντρωσε από την Δικηγόρο που χειρίζεται την παρούσα. Είναι δε, δεόντως εξουσιοδοτημένη όπως προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Με αναφορά στα γεγονότα, ως αυτά δικογραφούνται στην υπεράσπιση του εναγομένου, δηλώνει ότι ο εργολάβος, για κάθε ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, είχε αποκλειστική ευθύνη για τη φύλαξη του κτηρίου δυνάμει σύμβασης ημερομηνίας 17.10.
  5. Υπό αυτό το δεδομένο, ο εργολάβος υπέχει άμεση συμβατική ευθύνη και υποχρέωση σε σχέση με την ενάγουσα, καθιστώντας τον αναγκαίο διάδικο στην υπόθεση. Η συνένωση του ως συνεναγόμενου, είναι σημαντική, καθότι θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά γεγονότα, με το Δικαστήριο να ακούει όλα όσα αφορούν την υπόθεση, από όλους τους διάδικους, αποφασίζοντας τελεσίδικα επί όλων των ζητημάτων που άπτονται των παραχωρηθέντων υπηρεσιών φρούρησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι εναγόμενοι/ αιτητές θεωρούν ότι ο εργολάβος είναι αναγκαίος διάδικος και θα πρέπει να προστεθεί στην παρούσα αγωγή, ώστε να επιλυθούν πλήρως και αποτελεσματικά όλα τα θέματα που προκύπτουν μεταξύ των μερών. Ένσταση και η Ένορκη Δήλωσή που τη συνοδεύει Σχετική ένσταση καταχωρήθηκε την 16.7.20 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Χατζηχάννα, Διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας. Ο ίδιος δηλώνει προσωπική γνώση των γεγονότων, με την ένσταση του να εδράζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Δ.9, Δ.25, Δ.39 θ.2, Δ.57 και Δ.64 θ.1, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/1960, άρθρα 29-31 και 39, στη Νομολογία καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης αφορούν την καθυστέρηση με την οποία καταχωρήθηκε η αίτηση, την αντικανονικότητα αυτής, και το γεγονός ότι τυχόν έγκριση της θα προκαλέσει αδικία επί των συμφερόντων της ενάγουσας, αφού θα προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής και αύξηση των εξόδων. Αποτελεί θέση του κ. Χατζηχάννα, ότι η παρούσα αίτηση έχει καταχωριστεί με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η αγωγή καταχωρήθηκε την 14.2.19, ενώ σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους του εναγόμενου καταχωρήθηκε την 26.2.
  6. Αντίστοιχα, η υπεράσπιση καταχωρήθηκε την 31.5.
  7. Από το σώμα της Υπεράσπισης, και ειδικότερα από το περιεχόμενο των παραγράφων 5(ε) και 5(στ), φαίνεται η γνώση των εναγόμενών αναφορικά με την προβαλλόμενη θέση τους, ότι την ευθύνη και το οικονομικό κόστος φύλαξης του εργοταξίου είχε ο εργολάβος του έργου, δηλαδή ο προτεινόμενος συνεναγόμενος και όχι ο ίδιος ( ο εναγόμενος). Από την στιγμή που η Υπεράσπιση καταχωρήθηκε την 31.5.19, είναι ευκόλως αντιληπτό ότι αδικαιολόγητα αφέθηκε όπως διαρρεύσει τόσος σημαντικός χρόνος στην καταχώρηση της παρούσας, ενώ κανένας λόγος δεν προβάλλεται για αυτήν την καθυστέρηση των 6 περίπου μηνών από την ολοκλήρωση της δικογραφίας. Επαναλαμβάνει δε την θέση του ότι η ενάγουσα έλαβε οδηγίες από τον Γενικό Διευθυντή του Κτηματολογίου για την φύλαξη του κτηρίου, ενώ καμία γνώση δεν είχε, ούτε και θα μπορούσε να είχε επί του περιεχομένου της συμφωνίας μεταξύ εναγόμενών και εργολάβου κατά το χρόνο έκδοσης του τιμολογίου. Ως εκ τούτου, η ενάγουσα, κατά τον ίδιο, έπραξε το λογικό και αναμενόμενο, εκδίδοντας το τιμολόγιο στο όνομα του εντολέα της. Τέλος, θέση του είναι ότι με την καταχώρηση της παρούσας, οι εναγόμενοι επιδιώκουν όπως αποποιηθούν των ευθυνών τους για εξόφληση των οικονομικών τους υποχρεώσεων έναντι της ενάγουσας, σε μια προσπάθεια επίρριψης της όποιας ευθύνης τους στον προτεινόμενο συνεναγόμενο. Ως λαμβάνει δε νομική συμβουλή, εάν η αίτηση επιτύχει, τα επίδικα θέματα θα γίνουν ιδιαίτερα πολύπλοκα κατά το στάδιο ακρόασης της αγωγής, γεγονός που θα καθυστερήσει περαιτέρω την εκδίκαση της, ενώ παράλληλα θα δαπανηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος, με τα έξοδα να αυξάνονται σημαντικά. Συνακόλουθα, θα προκληθεί αδικία στα συμφέροντα της ενάγουσας, η οποία θα βρεθεί αντιμέτωπη με γεγονότα και μαρτυρία για την οποία ουδεμία γνώση ή εμπλοκή είχε και σε καμία περίπτωση δεν την αφορούν. Νομική Πτυχή Θεωρώ ορθότερο όπως εξεταστεί πρώτιστα το αίτημα για προσθήκη εναγομένου, αφού αναλόγως της κατάληξης του Δικαστηρίου επί του προκειμένου, θα κριθεί κατά πόσο θα υπάρχει η ανάγκη για τροποποίηση των δικογράφων δυνάμει της Δ.
  8. Οι αιτούμενες θεραπείες περί προσθήκης διαδίκων βρίσκουν έρεισμα στην Διαταγή 9 Θεσμούς 10 και 11 οι πρόνοιες της οποίας αντιστοιχούν στην O.16 R.11 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών η οποία διαβάζει ως ακολούθως: «
  9. No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.
  10. Where a defendant is added or substituted, the writ of summons shall be amended accordingly and the plaintiff shall, unless otherwise ordered by the Court or a Judge, file a copy of the writ as amended, and serve the new defendant with such amended writ or notice in lien of service thereof in the same manner as original defendants are served, and the proceedings shall be continued as if the new defendant had originally been made a defendant» Αποτελεί νομολογιακή αρχή ότι ο ενάγοντας κατά το στάδιο έγερσης της αγωγής του, έχει, ως το πρόσωπο που κινεί τον μηχανισμό του Δικαστηρίου το δικαίωμα επιλογής των προσώπων/ εναγόμενων που θα φέρει ενώπιον του Δικαστηρίου, με το τελευταίο να διατηρεί, δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δικαίωμα επέμβασης σε αυτήν την επιλογή, εάν και εφόσον υπάρχει επιβεβλημένη ανάγκη. Κριτήριο για την επέμβαση του Δικαστηρίου, η οποία μπορεί να λάβει χώραν και αυτεπαγγέλτως, (βλ. Αλεξάνδρου ν. Edward

(2013)1 Α.Α.Δ. 2387), είναι ότι με την εν λόγω προσθήκη θα βρεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι, για την αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που προκύπτουν από την αγωγή. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Ferro Fashions Limited v. Fashion Box S.R.L.
(1999)1 Α.Δ.Δ. 1805, 1809, Mepa Underwriting Management Ltd κ.α. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1977)1 Α.Α.Δ. 772, στις οποίες και παραπέμπω. Η σχετική επί του θέματος Νομολογία ορίζει ότι το όλο ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η δε απόφαση του ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι διάδικοι ενώπιον του συναρτάται προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στη δικογραφία. Ως έχει λεχθεί και στην απόφαση Mepa Underwritting (supra), για να είναι σε θέση κάποιος να αντιληφθεί την αιτία αγωγής εναντίον του, και κατ'επέκταση τον λόγο που έχει προστεθεί ως διάδικος, θα πρέπει απαραίτητα η απαίτηση του ενάγοντα ως αυτή αποτυπώνεται στη δικογραφία του να αποκαλύπτει το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του και/ή να περιέχει αξιώσεις τις οποίες αφού μελετήσει ο προστεθείς διάδικος, να είναι σε θέση να αντιληφθεί τον λόγο για τον οποίο έχει κινηθεί η αγωγή εναντίον του. Στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1372, αποφασίστηκε ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως, είτε χωρίς, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου εφόσον αυτή η παρουσία κρίνεται αναγκαία για πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Καθοδήγηση μπορεί επίσης να αντληθεί από την πλούσια επί του θέματος Αγγλικής Νομολογία, στην οποία ενδεικτικά παραπέμπω. (βλ. Van Gelder, Apsimon & Co v. Sowerby Bridge United District Flour Society [1890] 44 Ch. D 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co [1895] 2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co v. McIlwraith & Co [1896] 2 Q.B. 464, C.A., Ideal Films Ltd v. Richards [1927] 1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres [1893] 1 Q.B. 422. Στην Αγγλική υπόθεση Byrne and Another v. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657 ο Lord Esher, M.R. έχει αναφέρει τα κάτωθι σε σχέση με το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου: «One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought it should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it». Στην Perihan Mustafa Korkut v. Αποστόλου Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213, τέθηκαν περαιτέρω κριτήρια ως προς την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου: «Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για τον εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9 θ.10 (βλ.) Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd.
(1956)1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.α. v. AypoTiKno Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1977)1 (Β) Α.Α.Δ. 77)». Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω Νομολογιακές αρχές στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης και ασκώντας Δικαστική κρίση, οφείλω να επισημάνω τα ακόλουθα, επεξηγώντας και αναδιπλώνοντας το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Ως έχει καθοριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, τα επίδικα θέματα της αγωγής προσδιορίζονται από τις γραπτές προτάσεις. Στην αυθεντία Ανδρέας Οδυσσέως ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1372, σελ. 1375, το Ανώτατο Δικαστήριο εξήγησε ότι: «. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και καθώς έχει ειπωθεί στην Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους (ανωτέρω) η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις». Προσεκτική μελέτη της δικογραφίας αποκαλύπτει ότι η ενάγουσα ουδόλως γνώριζε καθ' οιονδήποτε ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, για την μεταξύ εναγόμενου και εργολάβου, σύμβαση. Επίρρωση του πιο πάνω ευρήματος του Δικαστηρίου αποτελεί και το γεγονός ότι παρά τους προβαλλόμενους στην Υπεράσπιση ισχυρισμούς περί μη αγώγιμου δικαιώματος από πλευράς ενάγουσας εναντίον του, αλλά ενδεχομένως εναντίον του εργολάβου, η ενάγουσα στο απαντητικό της δικόγραφο, απέρριψε τους εν λόγω ισχυρισμούς, δηλώνοντας ξανά ότι η ίδια έλαβε εντολές και/ή οδηγίες από τον εναγόμενο και όχι από τον εργολάβο του έργου. Επιπλέον, αναφέρει πλήρη άγνοια ως προς την ύπαρξη σύμβασης μεταξύ εναγομένου και εργολάβου, γεγονός, το οποίο, ακόμη και αν ισχύει δηλώνει, ουδόλως επηρεάζει την δική της απαίτηση εναντίον του εναγόμενου. Δεν μπορεί να τύχει αμφισβήτησης από το τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, ως αυτά αποτυπώνονται στον δικογραφικό φάκελο, ότι ο προτιθέμενος εναγόμενος δεν είναι άμεσα ενδιαφερόμενος στην διαφορά, ως αυτή έχει προκύψει μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενου. Δεν μπορεί να μην μνημονευτεί από το Δικαστήριο ότι η όποια τυχόν Δικαστική απόφαση υπέρ της ενάγουσας δεν θα έχει ή δεν θα επιφέρει καμία δεσμευτικότητα έναντι του εργολάβου του έργου, αφού η ενάγουσα καμία θεραπεία δεν αξιώνει εναντίον του. Η δε επιλογή της όπως μην κινηθεί δικαστικώς εναντίον του εργολάβου εντοπίζεται τόσο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αλλά και στις αγορεύσεις της συνηγόρου της Καθ'ης η αίτηση, όπου ορθά αναφέρεται ότι τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα όπως η ενάγουσα βρεθεί αντιμέτωπη με τον προτεινόμενο συνεναγόμενο, και, κατά συνέπεια , με μαρτυρία για την οποία δεν είναι σε θέση να τοποθετηθεί αφού καμία γνώση δεν έχει ως προς την κατ΄ισχυρισμό συμβατική σχέση μεταξύ εργολάβου και εναγόμενου, γεγονός που θα την φέρει σε δυσμένεια ως προς την παρουσίαση και προώθηση της υπόθεσης της. Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό η πάγια νομολογιακή αρχή (βλ. Οδυσσέως ν Λαικής Τράπεζας
(2001)1 Α.Α.Δ. 1372, Παπαχριστοφόρου ν Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906), ότι η προσθήκη εναγόμενου δεν είθισται να εγκρίνεται αν ο ενάγοντας δεν επιθυμεί την εν λόγω προθήκη, εκτός αν υπάρχει πολύ δυνατή υπόθεση που δεικνύει ότι στην δοσμένη περίπτωση δεν θα απονεμηθεί δικαιοσύνη εκτός αν ο προτεινόμενος εναγόμενος προστεθεί στην διαδικασία. Στο Annual Practice 1958, σελ. 348, καταγράφεται η επιβεβαιωτική προς τα ως άνω θέση, ότι: «When order Refused - .... A person indirectly interest will not be added (Moser v Marsden,
(1982)1 Ch. 487); and defendant against whom no relief is sought by the plaintiff will not be added against the wish of the latter (Hood- Barrs v Frampton & Co
(1924)W.N. 287); a third party notice in such a case is usually the proper course». Στην απόφαση Cyprus Trading Corporation v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1335, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το ακόλουθο σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Devlin στην αγγλική υπόθεση Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All ER 273, όπου λέχθηκε ότι: «The only reason which makes it necessary to make a person a party to an action is so that he may be bound by the result of an action and the question to be settled therefore must be a question in the action which cannot be effectively and completely settled unless he is a party». Οι θέσεις της ενάγουσας περί προφορικής συμφωνίας για παροχή υπηρεσιών φρούρησης με το Τμήμα Δημοσίων Έργων Αμμοχώστου μόνο, και η δικογραφημένη άρνηση της ότι καμία σχέση είχε με τον εργολάβο δείχνουν, ότι το Δικαστήριο δεν χρειάζεται τον προετιθέμενο εναγόμενο για επίλυση της διαφοράς μεταξύ ενάγουσας και εναγομένων, αφού η ενάγουσα δεν διατηρεί αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εργολάβου. Το γεγονός ότι οι εναγόμενοι δηλώνουν ότι δικαιούνται σε κάλυψη ή συνεισφορά από τον εργολάβο σε περίπτωση που οι ίδιοι βρεθούν υπόλογοι έναντι των αξιώσεων της ενάγουσας, ουδόλως αναιρεί το γεγονός ότι ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν προσέλθει όλα τα αναγκαία προς επίλυση της παρούσας διαφοράς μέρη, ήτοι, η ενάγουσα και ο κατ' ισχυρισμόν εντολέας της, μόνο. Ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης, όπως αποτυπώνεται στην Λατινική φράση «audi alteram partem», θα είχε ενδεχομένως εφαρμογή στην παρούσα, αν ο εργολάβος αποτελούσε πρόσωπο που πιθανώς να δεσμεύονταν από μια απόφαση σε αγωγή που κινήθηκε εναντίον άλλου διάδικου, και θα ήταν άμεσα υπεύθυνος έναντι της ενάγουσας, για πληρωμή της απόφασης που θα εκδίδετο, γεγονός το οποίο δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση (βλ. Hellenic Bank v. Kosma
(1984)1 CLR 53, Gutner v. Circuit
(1968)1 All E R 328). Στην προκείμενη, ο εργολάβος δεν καθίσταται καθ' οιονδήποτε τρόπο υπεύθυνος ή υπόλογος έναντι της ενάγουσας σε περίπτωση επιτυχίας της αξίωσης και αγωγής της. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της εναντίον του εναγόμενου, η ενάγουσα θα λάβει αποζημιώσεις από τον εναγόμενο και όχι από τον εργολάβο. Με άλλα λόγια, ο εργολάβος δεν επηρεάζεται, δεν δεσμεύεται με οποιονδήποτε τρόπο από την απόφαση και δεν υποχρεώνεται να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσας αγωγή. Με αυτό λοιπόν το σκεπτικό είναι που το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να συμφωνήσει με την θέση των αιτητών ότι ο εργολάβος υπέχει άμεση συμβατική υποχρέωση έναντι της ενάγουσας. Η διαπίστωση ότι η ενάγουσα δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εργολάβου, καταρρίπτει και το υπόβαθρο του ισχυρισμού που προωθούν οι αιτητές, περί αναγκαιότητας προσθήκης του ως αναγκαίου διάδικου. Αυτή η κατάληξη του Δικαστηρίου αποβαίνει καθοριστική για την πορεία της αίτησης αναφορικά με την προσθήκη του εναγόμενου ως αναγκαίου διάδικου εναντίον της ενάγουσας, αφού ο εργολάβος δεν μπορεί να θεωρηθεί αναγκαίος διάδικος εντός των προνοιών της Δ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Εκεί όπου δεν ζητείται θεραπεία εναντίον του προτεινόμενο συνεναγόμενου από τον ενάγοντα, ο προτεινόμενος ως συνεναγόμενος δε θα προστεθεί παρά την θέληση του ενάγοντα. Η ενδεδειγμένη διαδικασία ενδεχομένως να ήταν η διαδικασία τρτοδιαδίκου. Των πιο πάνω λεχθέντων, το Δικαστήριο οφείλει να επισημάνει και τα ακόλουθα αναφορικά με την επιδειχθείσα καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. Το γεγονός ότι ο Θεσμός επιτρέπει την εξέταση ενός τέτοιου αιτήματος σε οποιονδήποτε χρόνο, δεν σημαίνει βεβαίως ότι η υποχρέωση των μερών όπως έγκαιρα υποβάλουν τα αιτήματα τους αναιρείται. Με δεδομένο πάντα ότι ο εναγόμενος είχε εξ' αρχής μέσω της δικογραφίας του εγείρει το ζήτημα του εργολάβου, εγείροντας μάλιστα και προδικαστικές ενστάσεις επί του βάσιμου της αγωγής αποκλειστικά εναντίον του, το Δικαστήριο συμφωνεί με την ενάγουσα ότι η υποβολή του παρόντος αιτήματος θα μπορούσε να γινόταν σε χρόνο πιο έγκαιρο από τον παρόντα, με σκοπό την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου, ενδεχομένως και πριν ακόμη την έκδοση οδηγιών δυνάμει της νέας Διαταγής 30, αφού, ως έχει λεχθεί στην Π.Ε. 288/10 Βασιλική Αντωνάκη Αγρότου κ.α ν Ιωάννα Αντωνάκη Αγρότου ημερ. 31.5.16: «..το ζήτημα της συνένωσης όλων των αναγκαίων διαδίκων προς οριστική επίλυση της διαφοράς πρέπει να εγείρεται εγκαίρως και αμέσως μετά την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης με υποβολή σχετικής αίτησης για απόρριψη της αγωγής στα αρχικά στάδια, ώστε να μην αφεθεί η αγωγή να προχωρήσει σε εκδίκαση με αποτέλεσμα την κατασπατάληση δικαστικού χρόνου και εξόδων». Κατάληξη: Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί εναντίον της έγκρισης του αιτήματος. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ της Καθ'ης η αίτηση / ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. . (Υπ.).............. Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.