CAC CORAL LIMITED ν. GARFILED κ.α., Αρ. Αγωγής: 144 / 13, 8/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ. Μουγή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 144 / 13 Μεταξύ: CAC CORAL LIMITED Εναγόντων -και-
- XXXXX GARFILED
- THEOVASIL DEVELOPERS LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 8 Ιουνίου,
- Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κα Μ. Παρασκευά για Αδάμος Λάντος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για εναγόμενη 2: κ. Στ. Σταύρου ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες με το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα τους αξιώνουν εναντίον της εναγόμενης 2 απόφαση για το ποσό των €155.965,37 πλέον τόκους προς 14% ετησίως από 2/5/12 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές το χρόνο, σαν χρεωστικό υπόλοιπο στεγαστικού δανείου. Αξιώνουν επίσης διατάγματα εκποίησης των υποθηκών με αριθμούς XXXXX/06 και XXXXX/06 και διάταγμα αναφορικά με την εκχώρηση δικαιωμάτων από αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης οι ενάγοντες ασχολούνται με τραπεζικές εργασίες ενώ η εναγόμενη 2 κατά τον κρίσιμο χρόνο ασχολείτο με την ανάπτυξη γης σε κατοικίες και διαμερίσματα. Κατά την 20/7/2006 η εναγόμενη 1 συμφώνησε με την εναγόμενη 2 να αγοράσει το διαμέρισμα αρ.5 στο Block D του συγκροτήματος XXXXX που είχε ανεγερθεί εντός των κτημάτων με αριθμούς εγγραφής 0/XXXXX και 0/XXXXX στο Δήμο Παραλιμνίου. Προς τούτο αποτάθηκε στους ενάγοντες οι οποίοι στις 11/10/06 ενέκριναν την παροχή προς την εναγόμενη 1 στεγαστικού δανείου ή τραπεζικών διευκολύνσεων με την εγγύηση της εναγόμενης 2 και της ενυπόθηκης εγγύησης των εναγομένων. Το ποσό του δανείου ήτο €122.434,78 με επιτόκιο το οποίο θα υπολογίζεται το επιτόκιο Euribor διάρκειας 6 μηνών, συν 1.75% και θα υπήρχε χρέωση του τόκου δύο φορές το χρόνο. Κάθε καθυστερημένη δόση θα φέρει επιπρόσθετη επιβάρυνση 5% επί της κάθε δόσης μέχρι εξοφλήσεως. Θα παρείχοντο ως εξασφάλιση η εγγραφή των υποθηκών με αριθμούς XXXXX/06 και XXXXX/06, εκχώρηση των δικαιωμάτων της εναγόμενης 1 από το πωλητήριο έγγραφο, παραχώρηση 1ης υποθήκης προς όφελος των εναγόντων πάνω στο διαμέρισμα και εγγύηση από την εναγόμενη
- Με την γραπτή συμφωνία που υπογράφηκε στις 11/10/06 μεταξύ των εναγόντων και της πληρεξουσίου αντιπροσώπου της εναγόμενης 1, παραχώρησαν στην τελευταία το δάνειο. Η εναγόμενη 2 με ξεχωριστό έγγραφο υπέγραψε στις 11/10/06 ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 μέχρι ποσού €130.000 πλέον τόκους, επιβαρύνσεις, δικαιώματα, φόρους και έξοδα. Με εκχωρητήριο έγγραφο ημερομηνίας 11/10/06 η εναγόμενη 1 εκχώρησε όλα τα δικαιώματα της που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο. Η εναγόμενη 2 προς περαιτέρω εξασφάλιση παραχώρησε τις υποθήκες με αριθμούς XXXXX/06 και XXXXX/
- Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 30/3/12 προς την εναγόμενη 1, που κοινοποιήθηκε και στην εναγόμενη 2, την ενημέρωσαν ότι παρέλειψε να εξοφλήσει ληξιπρόθεσμες δόσεις της, κάτι που αποτελούσε παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων. Με νέα επιστολή τους ημερομηνίας 2/5/12, που κοινοποιήθηκε και στην εναγόμενη 2, την πληροφορούσαν ότι το επιτόκιο αυξάνετο σε 14%, ότι ανακαλούσαν τον ανωτέρω λογαριασμό δανείου και έκλειναν τον λογαριασμό, καλώντας την να τον εξοφλήσει εντός 7 ημερών. Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν και έκτοτε κανένα ποσό δεν πλήρωσαν έναντι του χρέους. Κατά την 2/5/12 το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου ήτο €155.965,37 πλέον τόκο προς 14% ετησίως από 2/5/12 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως, ήτοι 30/6ου και 31/12ου εκάστου έτους. Η εναγόμενη 2 με την υπεράσπιση της αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων και ότι αυτοί δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες και αξιώνει απόρριψη της αγωγής. Ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι υπογράφηκε τέτοια συμφωνία, αυτή είναι άκυρη και παράνομη καθότι καταρτίστηκε χωρίς τη νόμιμη απόφαση της εταιρείας ή και υπογράφηκε καθ'υπέρβαση των προνοιών του ιδρυτικού ή και του καταστατικού εγγράφου ή και καθ'υπέρβαση των σκοπών της εταιρείας. Είναι επίσης ο ισχυρισμός της ότι το έγγραφο που υπέγραψαν στις 11/10/06 αφορούσε την εγγύηση έκδοσης τίτλων ιδιοκτησίας, ήτοι ανέλαβαν να εκδώσουν χωριστό τίτλο ιδιοκτησίας για το ακίνητο που αγόρασε η εναγόμενη 1 και σε καμία περίπτωση ανέλαβαν την υποχρέωση να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις της εναγόμενης
- Περαιτέρω δυνάμει της συμφωνίας εκχώρησης οι ενάγοντες έχουν υπεισέλθει και είναι αποκλειστικοί δικαιούχοι του επίδικου ακινήτου και μπορούν να ασκούν όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο. Είναι η θέση της εναγόμενης 2 ότι οι υποθήκες δεν εξασφάλιζαν την τήρηση της συμφωνίας αλλά συστάθηκαν προς εξασφάλιση άλλου δανείου από τους ενάγοντες. Είναι όμως εξ'υπαρχής άκυρες καθότι παραβιάζουν τον Νόμο 9/
- Αρνείται ότι έλαβε τις επιστολές που οι ενάγοντες αναφέρουν ή και ότι αποστάληκαν προς αυτούς οποιεσδήποτε επιστολές και οι ενάγοντες ουδέποτε τερμάτισαν νόμιμα τη λειτουργία του λογαριασμού. Είναι τέλος ο ισχυρισμός της ότι οι ενάγοντες χρέωναν τον λογαριασμό με παράνομους τόκους υπό μορφή δικαιωμάτων ή και άλλων χρεώσεων κατά παράβαση της νόμιμης τραπεζικής πρακτικής και νομοθεσίας. Οι ενάγοντες για απόδειξη της υπόθεσης τους κάλεσαν ένα μάρτυρα και κατατέθηκαν και 24 συνολικά τεκμήρια. Η εναγόμενη 2 δεν πρόσφερε οποιαδήποτε μαρτυρία. Να τεθεί εδώ ότι εναντίον της εναγόμενης 1 έχει εκδοθεί απόφαση την 21/10/14 λόγω παράλειψης εμφάνισης. Είχα την ευκαιρία κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσω τον μοναδικό μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία του, έχοντας υπόψιν, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τη γενική συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, την ειλικρίνεια του, τη μνήμη του και την αμεσότητα των απαντήσεων του (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Αθανασίου κ.ά v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Ο XXXXX Καφάς, Μ.Ε, υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ κατέθεσε σε σχέση με την μεταβίβαση των εργασιών της τελευταίας στους ενάγοντες, καταθέτοντας και σχετικά τεκμήρια προς τούτο, ως επίσης και για το τί γνώριζε για την υπό κρίση υπόθεση αφού την χειριζόταν προσωπικά. Στην γραπτή κατάθεση του τεκ.2, που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, αναφέρει τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την παραχώρηση του επίδικου δανείου και τον τρόπο που λειτουργούσε ο λογαριασμός. Κατέθεσε και σειρά τεκμηρίων, 24 συνολικά, που αφορούν την κατάρτιση του δανείου, τις εξασφαλίσεις που δόθηκαν, τις επιστολές που αποστάληκαν και καταστάσεις λογαριασμού για το αξιούμενο ποσό. Ο πιο πάνω μάρτυρας δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν άμεσος στις απαντήσεις του και επεξηγηματικός. Δεν προέκυψε οτιδήποτε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του. Ο Μ.Ε. αντεξετάστηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης, που έδωσε ιδιαίτερο βάρος στα τεκμήρια 18 και 18(α) που είναι καταστάσεις λογαριασμών. Η θέση που προωθήθηκε από την υπεράσπιση είναι ότι με βάση τα εν λόγω τεκμήρια, στις 2/5/12 που αποστάληκε η επιστολή τερματισμού τεκ.16, ο λογαριασμός δανείου δεν είχε οποιαδήποτε οφειλή στους ενάγοντες. Επεξηγώντας ο μάρτυρας ανέφερε ότι κατά τη χορήγηση δανείου σε ξένο νόμισμα ανοιγόταν ο λογαριασμός δανείου που είναι το τεκ.18 και στη συνέχεια ανοιγόταν ένας δεύτερος συνδεδεμένος λογαριασμός με το δάνειο που είναι το τεκ.18(α). Κατά την ημερομηνία που έπρεπε να καταβληθεί η δόση ο λογαριασμός τεκ.18(α) χρεωνόταν με το ποσό της δόσης και ο λογαριασμός τεκ.18 πιστωνόταν με το ποσό της δόσης. Εφόσον ο πελάτης κατέβαλλε το ποσό της δόσης τότε το ποσό πιστωνόταν στον λογαριασμό τεκ.18(α). Αν ο πελάτης δεν κατέβαλλε τις δόσεις τότε ο λογαριασμός του τεκ.18(α) παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο που ήταν το ποσό των μη καταβληθέντων δόσεων πλέον οι τόκοι. Είπε περαιτέρω ο Μ.Ε. ότι για να υπολογίσει κάποιος το υπόλοιπο του δανείου συγκεκριμένη χρονική στιγμή, θα έπρεπε να προσθέσει το χρεωστικό υπόλοιπο του τεκ.18 πλέον το χρεωστικό υπόλοιπο του τεκ.18(α). Αναφερόμενος και στο τεκ.18(β) ο μάρτυρας είπε ότι με την επιστολή ημερομηνίας 2/5/12, τεκ.16, τα χρεωστικά υπόλοιπα που παρουσίαζαν τα τεκ.18 και 18(α) μεταφέρονταν σε νέο λογαριασμό που είναι το τεκ.18(β). Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι η συμφωνία δανείου δεν προέβλεπε το άνοιγμα δύο λογαριασμών με τον τελευταίο να παραπέμπει στην τέταρτη παράγραφο της δεύτερης σελίδας του τεκ.
- Η μαρτυρία του XXXXX Καφά γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία και την αξιολόγηση της καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα: Οι ενάγοντες είναι Κυπριακή εταιρεία Λτδ και ασχολείται με τραπεζικές εργασίες. Βάσει του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου 169(Ι)/2015 και των προνοιών του Σχεδίου Διακανονισμού, εξ αποφάσεως χρέη και πιστωτικές διευκολύνσεις που βρίσκονταν στις οριστικές καθυστερήσεις της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ καθώς και οι οποιεσδήποτε μορφής εξασφαλίσεις αυτών, περιλαμβανομένων και των επίδικων, έχουν μεταβιβαστεί στους ενάγοντες και οι ενάγοντες έχουν αντικαταστήσει και υποκαταστήσει την τράπεζα. Την 20/7/06 η εναγόμενη 1 συμφώνησε με την εναγόμενη 2 και αγόρασε το διαμέρισμα με αριθμό 5 στο BLOCK D του συγκροτήματος XXXXX που ανεγέρθηκε εντός των κτημάτων με αριθμούς εγγραφής 0/XXXXX και 0/XXXXX στον Δήμο Παραλιμνίου. Προς τούτο αποτάθηκε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ η οποία στις 11/10/2006 της παραχώρησε στεγαστικό δάνειο για το ποσό των €122.434,78 με τόκο που θα υπολογίζετο το επιτόκιο Euribor διάρκειας έξι μηνών, συν 1.75%, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο. Το δάνειο θα ήταν αποπληρωτέο με μηνιαίες δόσεις εκ €830 έκαστη και σε περίπτωση καθυστέρησης εξόφλησης του δανείου τότε το Euribor θα μετατρέπεται σε βασικό επιτόκιο όπως θα καθορίζεται από την τράπεζα. Κάθε καθυστερημένη δόση θα φέρει επιπρόσθετη επιβάρυνση 5% επί της κάθε δόσης μέχρι εξοφλήσεως. Προς εξασφάλιση του λογαριασμού εγγράφηκαν οι υποθήκες XXXXX/2006 και XXXXX/2006 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, εκχωρήθηκαν τα δικαιώματα της εναγόμενης 1 από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 20/7/06, παραχωρήθηκε, με την έκδοση του τίτλου, πρώτη υποθήκη επί του πιο πάνω διαμερίσματος προς όφελος της τράπεζας και στις 11/10/06 υπογράφηκε συμφωνία εγγύησης από την εναγόμενη 2 μέχρι ποσού €130.000 πλέον τόκους, δικαιώματα επιβαρύνσεις και έξοδα. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ με επιστολή της ημερομηνίας 30/3/12 προς την εναγόμενη 1 που αποστάληκε και στην εναγόμενη 2 την ενημέρωνε ότι καθυστέρησε να εξοφλήσει ληξιπρόθεσμες δόσεις. Στη συνέχεια με επιστολή της ημερομηνίας 2/5/12 τερμάτισε την συμφωνία και με ενημέρωση ότι το επιτόκιο αυξάνετο σε 14%. Βάσει των δικογραφημένων ισχυρισμών η υπεράσπιση της εναγόμενης 2 αμφισβητεί την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου και διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι αυτή υπογράφηκε χωρίς τη νόμιμη απόφαση της εταιρείας ή και καθ'υπέρβαση των προνοιών του ιδρυτικού και καταστατικού εγγράφου της εταιρείας. Ισχυρίζονται επίσης ότι το έγγραφο που υπέγραψαν και φέρει ημερομηνία 11/10/06, αφορούσε την εγγύηση έκδοσης τίτλων ιδιοκτησίας για το ακίνητο που αγόρασε η εναγόμενη 1 και δεν ανέλαβαν την υποχρέωση να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις της τελευταίας σε περίπτωση μη αποπληρωμής του δανείου. Είναι επίσης η θέση τους ότι οι υποθήκες είναι εξ υπαρχής άκυρες αφού παραβιάζουν τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65, ότι η εναγόμενη 2 ουδέποτε έλαβε τις από τους ενάγοντες αναφερόμενες επιστολές και ουδέποτε τερματίστηκε νόμιμα ο λογαριασμός. Τέλος ότι οι ενάγοντες χρέωσαν τον επίδικο λογαριασμό με παράνομους τόκους υπό μορφή δικαιωμάτων και άλλων χρεώσεων. Κατά την ακροαματική τώρα διαδικασία, αρκετές από τις πιο πάνω δικογραφημένες θέσεις φαίνεται να εγκαταλείπονται αφού ο Μ.Ε. δεν αντεξετάστηκε επί τούτων και δεν γίνεται αναφορά ούτε στις γραπτές αγορεύσεις. Η αντεξέταση του συνηγόρου υπεράσπισης επικεντρώθηκε στη φύση της συμφωνίας, με αναφορά στα τεκ. 3 και 4, στη συσχέτιση των επίδικων λογαριασμών, τεκ.18 και 18(α) με την ισχυριζόμενη συμφωνία δανείου, κατά πόσο οι εν λόγω λογαριασμοί παρουσίαζαν οποιοδήποτε υπόλοιπο στις 2/5/12 που ήταν η επικαλούμενη ημερομηνία τερματισμού και αν αποστάληκαν οι επιστολές τεκ.13 και
- Είναι καλά θεμελιωμένο ότι το βάρος απόδειξης στις πολιτικές δίκες βρίσκεται στους ώμους του ενάγοντα ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή μαρτυρία και αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση και η εκδοχή του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων είναι πιο πιθανή παρά όχι. Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργου Οικονόμου
(2014)1(Γ) Α.Α.Δ. 2287 λέχθηκαν τα εξής: «Η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησης της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (ΜπούλοςΜαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1(Β) ΑΑΔ 1138).» Περαιτέρω και σε σχέση με τραπεζική οφειλή, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829, σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε κατ'ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τα ακόλουθα: (
- i)Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κ.λπ., μαζί με τους όρους της. (
- ii)Η παράβαση όρου της σύμβασης. (iii) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Ερχόμενος στην υπό κρίση υπόθεση ο Μ.Ε. αναφορικά με την συμφωνία είπε ότι σχετικά είναι τα τεκ.3 και 4. Αντεξεταζόμενος είπε ότι το τεκ.4 είναι η βασική συμφωνία δανείου και συμπεριλαμβάνει γενικούς όρους της συνεργασίας τους ενώ το τεκ.3 περιλαμβάνει τους ειδικούς όρους. Η θέση που υποβλήθηκε στον μάρτυρα από τον συνήγορο υπεράσπισης είναι ότι ουδέποτε υπογράφηκε συμφωνία δανείου μεταξύ της τράπεζας και της εναγόμενης 1. Η θέση αυτή της υπεράσπισης είχε σαν βάση της, το ότι στο τεκ.4 δεν αναφέρεται οτιδήποτε για παραχώρηση χρηματικού ποσού στην εναγόμενη 1. Είναι γεγονός ότι το τεκ.4 που είναι η βασική συμφωνία, ως είναι και ο τίτλος της (Basic Agreement), που φέρει ημερομηνία 11/10/2006 δεν υπάρχει αναφορά για παραχώρηση ποσού. Στο τεκ.3 τώρα, που είναι η επιστολή έγκρισης του δανείου, αναφέρονται οι λεπτομέρειες της παραχωρηθείσας πιστωτικής διευκόλυνσης, ήτοι το ποσό του δανείου, το επιτόκιο, το ποσό της μηνιαίας δόσης προς εξόφληση του, οι εξασφαλίσεις και οι επιβαρύνσεις και τα έξοδα που θα χρεώνονταν. Τόσο το τεκ.3 όσο και το τεκ.4 φέρουν την υπογραφή της πληρεξουσίου αντιπροσώπου της εναγόμενης 1. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που θα κλόνιζε τη θέση που ο Μ.Ε. έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, σε σχέση με τα δύο ως άνω τεκμήρια και ότι αποτελούν την μεταξύ των μερών συμφωνία δανείου. Το γεγονός ότι οι ειδικοί όροι, όπως το ποσό του δανείου, το επιτόκιο, η μηνιαία δόση και τα έξοδα περιλαμβάνονται στο τεκ.3 δεν διαφοροποιεί το δεδομένο ότι καταρτίστηκε σύμβαση δανείου μεταξύ της τράπεζας και της εναγόμενης 1 που φέρει την υπογραφή της πληρεξουσίου αντιπροσώπου της τελευταίας. Να υπενθυμίσω εδώ ότι εναντίον της εναγόμενης 1 εκδόθηκε απόφαση χωρίς η ίδια να εμφανιστεί και να αμφισβητήσει την σύναψη της επίδικης σύμβασης. Βέβαια, ως τέθηκε στην υπόθεση Αlpha Bank Cyprus Ltd ν. Ζαλούμη κ.ά. ECLI:CY:AD:2020:A123, Πολ.Έφεση 149/13, ημερομηνίας 14/4/2020, η έκδοση απόφασης εναντίον του πρωτοφειλέτη δεν παράγει δεδικασμένο έναντι και των εγγυητών. Αποτελεί όμως ένδειξη οφειλής και έναντι των εγγυητών. Αναφορικά με τον τερματισμό, στον όρο 20 της συμφωνίας τεκ.4 καταγράφεται ότι οποιαδήποτε ειδοποίηση σε σχέση με την παρούσα συμφωνία μπορεί να σταλεί στον πελάτη με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή να επιδοθεί σ'αυτόν διά χειρός στην διεύθυνση που έδωσε στην τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του. Ο Μ.Ε. στην γραπτή κατάθεση του τεκ.1 αναφέρει ότι η τράπεζα με επιστολή της στην εναγόμενη 1 ημερομηνίας 2/5/12, που αποστάληκε και στην εναγόμενη 2, τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία δανείου. Αναφέρει περαιτέρω ότι η επιστολή αποστάληκε και δεν επεστράφη. Κατέθεσε αντίγραφο της, ως τεκ.16, ως επίσης και αντίγραφο κατάστασης φακέλων αλληλογραφίας που παραδόθηκαν στο ταχυδρομείο Παραλιμνίου στις 15/5/12. Σχετική προς το ζήτημα του τερματισμού είναι η υπόθεση Έλληνας κ.ά ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολ.Έφεση 87/13 ημερομηνίας 3/12/19 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Επομένως, εφόσον η Θεοτόκη xx ως διεύθυνση αλληλογραφίας συνδεόταν με τους εφεσείοντες, δημιουργήθηκε τουλάχιστον μαχητό τεκμήριο ότι οι επιστολές που αποστάλησαν με κοινό ταχυδρομείο παραδόθηκαν και περιήλθαν στη γνώση των εφεσειόντων. Είναι γνωστή η νομολογία ότι επιστολή η οποία απεστάλη ταχυδρομικώς και δεν έχει επιστραφεί αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, (Theodorou v Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18 και Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένου ςΛτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895). Η εφεσίβλητη τράπεζα δεν έκανε οτιδήποτε άλλο εκτός από ό,τι προνοούσε η σχετική μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, σύμφωνα δε με τον όρο 20 αυτής κάθε ειδοποίηση μπορούσε να αποστέλλεται στον πελάτη με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή να επιδίδεται διά χειρός στη δηλωθείσα στην τράπεζα διεύθυνση ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του. Η αποστολή, επομένως, των επιστολών με συνηθισμένο ταχυδρομείο ήταν εντός των δικαιωμάτων της τράπεζας και η χρησιμοποιηθείσα διεύθυνση ήταν η τελευταία γνωστή διεύθυνση των εφεσειόντων, (Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059). .............................. Περαιτέρω, να λεχθεί ότι προκειμένου να αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός περί νομότυπης αποστολής και παραλαβής των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού, το δικόγραφο της υπεράσπισης θα έπρεπε να ήταν πλέον επεξηγηματικό και να θέτει τους αναγκαίους ισχυρισμούς. Η γενική άρνηση ισχυρισμών δεν εξυπακούει και την προβολή θετικών ισχυρισμών (Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24), ενώ, όπως λέχθηκε και στη Latifundia Properties Ltd v. Ψακή
(2003)1 Α.Α.Δ 670, ισχυρισμός περί μη έγκαιρης παραλαβής επιστολής θεωρείται ουσιωδέστατος και θα αναμενόταν να περιεχόταν σαφής ισχυρισμός στην έκθεση υπεράσπισης ώστε να καθίστατο επίδικο θέμα. .............................. Εν πάση περιπτώσει, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής τερμάτιζε τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ακόμη και εάν μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι επιστολές δεν είχαν περιέλθει στη γνώση των εφεσειόντων, θέμα που προκύπτει ως απόρροια της εισήγησης ότι οι εφεσείοντες δεν παρέλαβαν τις επιστολές. Η καταχώρηση της αγωγής από μόνη της δηλώνει επιλογή από πλευράς της εφεσίβλητης τράπεζας τερματισμού της συμφωνίας και ενεργοποίηση των αναγκαίων διαδικασιών προς είσπραξη των οφειλομένων ποσών, (Μακεδόνας ν. Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322 και Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2029).» Στην παρούσα περίπτωση τα όσα ο Μ.Ε. ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου παρέμειναν αναντίλεκτα. Ουδέν τέθηκε στον εν λόγω μάρτυρα όσον αφορά την αποστολή του τεκ.16 στους εναγομένους 1 και
- Εν πάση περιπτώσει το τεκ.16 φέρει τις διευθύνσεις των εναγομένων 1 και 2 ως αυτές καταγράφονται στη συμφωνία δανείου τεκ.4 και σύμβαση εγγύησης τεκ.6 αντίστοιχα. Περαιτέρω στο πάνω δεξιό μέρος του τεκ.16 αναγράφεται ο αριθμός 1053, αριθμός που αναγράφεται και στην κατάσταση φακέλων αλληλογραφίας που παραδόθηκαν στο ταχυδρομείο Παραλιμνίου. Απουσία οιασδήποτε αμφισβήτησης από πλευράς υπεράσπισης, κρίνω ότι υπάρχει νομότυπος τερματισμός. Ακόμη όμως και έτσι να μην ήταν τα πράγματα, δηλαδή να μην είχαν αποσταλεί ή παραληφθεί οι επιστολές, η καταχώρηση της αγωγής αποτελεί επαρκή τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Η υπεράσπιση βέβαια έθεσε το θέμα του τερματισμού και υπό μία άλλη οπτική γωνία. Ήταν η θέση της εναγόμενης 2 ότι ο τερματισμός ήταν πρόωρος αφού κατά τις 2/5/12 που αποστάληκε η επιστολή τερματισμού ο λογαριασμός δανείου δεν είχε οποιαδήποτε οφειλή προς την τράπεζα. Η εισήγηση αυτή της υπεράσπισης, ως τέθηκε και στον Μ.Ε. κατά την αντεξέταση του, έχει σαν βάση της το γεγονός ότι την ημέρα τερματισμού της συμφωνίας ο επίδικος λογαριασμός πιστώθηκε με το ποσό της μηνιαίας προνοούμενης από την επίδικη συμφωνία δόσης. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση της υπεράσπισης. Ο Μ.Ε με λεπτομέρεια εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε ο επίδικος λογαριασμός. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι εφόσον πρόκειται για δάνειο σε ξένο νόμισμα ανοίχθηκε ο λογαριασμός τεκ.18 και δεύτερος συνδεδεμένος λογαριασμός τεκ.18(α). Κατά την ημερομηνία που θα έπρεπε να πληρωθεί η δόση, ο λογαριασμός τεκ.18(α) χρεωνόταν με το ποσό της δόσης και ο λογαριασμός τεκ.18 πιστωνόταν με το εν λόγω ποσό. Αν ο πελάτης την ημέρα που θα έπρεπε να καταβάλει τη δόση όντως την κατέβαλλε τότε το τεκ.18(α) θα είχε μηδενικό υπόλοιπο στο τέλος του μήνα. Το δε ποσό που αναφέρεται στο τεκ.18 ως πίστωση δεν είναι πληρωμή της δόσης αλλά η δόση που θα έπρεπε να πληρωθεί από την εναγόμενη
- Παρέπεμψε δε ο Μ.Ε στο τεκ.18(α) όπου κατά μήνα παρουσιάζει συνεχώς χρεωστικό υπόλοιπο. Είναι συνεπώς ξεκάθαρο, αλλά προκύπτει και από τα τεκ.18 και 18(α) και με τις επεξηγήσεις που ο Μ.Ε έδωσε ως προς τον τρόπο λειτουργίας των λογαριασμών, ότι οι δόσεις δεν καταβάλλοντο από την εναγόμενη 1 με αποτέλεσμα να υπάρχει παράβαση των όρων της σύμβασης και οι ενάγοντες να τερματίσουν την συμφωνία αποστέλλοντας την επιστολή τεκ.
- Να λεχθεί εδώ ότι δεν υποβλήθηκε η θέση αλλά ούτε και τέθηκε μαρτυρία ότι η εναγόμενη κατέβαλλε τις δόσεις της ως προνοείτο στη συμφωνία. Η δε έκδοση Δικαστικής απόφασης εναντίον της εναγόμενης 1 το αντίθετο αποδεικνύει. Η πιο πάνω διαπίστωση του Δικαστηρίου οδηγεί στο επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης και είναι η απόδειξη του οφειλόμενου υπολοίπου. Είναι νομολογημένο ότι η τράπεζα έχει στους ώμους της το βάρος να αποδείξει το ύψος της απαίτησης της (βλ. Οικονόμου (ανωτέρω)). Θα πρέπει να θέσει επαρκή μαρτυρία που να αποδεικνύει το απαιτούμενο υπόλοιπο. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν επτά καταστάσεις λογαριασμού. Αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού, αποτελούν τα τεκ.18 και 18(α) ενώ το τεκ.18(β), ως εξηγήθηκε από τον Μ.Ε. είναι ο λογαριασμός στον οποίο μεταφέρθηκαν τα χρεωστικά υπόλοιπα που παρουσίαζαν τα τεκ.18 και 18(α) κατά την ημερομηνία τερματισμού. Τα τεκ.21-24 τώρα, αποτελούν αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού και κατατέθηκαν, ως ανέφερε ο Μ.Ε, προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου παρουσιάζοντας τέσσερα εναλλακτικά σενάρια ως προς το ύψος του ποσού, σε περίπτωση που κάποιες αιτιάσεις των εναγομένων γίνουν δεκτές. Ανέφερε όμως ότι οι ενάγοντες δεν εγκαταλείπουν την αξίωση τους, ως αυτή απαιτείται στο τεκ.
- Η θέση που υποβλήθηκε στον Μ.Ε από την υπεράσπιση είχε περισσότερο σαν άξονα της ότι ο επίδικος λογαριασμός κατά τον χρόνο τερματισμού δεν παρουσίαζε οφειλόμενο υπόλοιπο. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επί της θέσης αυτής. Είχαν επίσης τεθεί στον μάρτυρα και ερωτήσεις σε σχέση με τη χρέωση ημερομηνίας 22/10/08 για την οποία είπε ότι αφορά ασφάλεια του ενυπόθηκου διαμερίσματος και για την πίστωση ημερομηνίας 7/2/08 για την οποία απάντησε ότι αφορά κατάθεση ενοικίου και εκ παραδρομής στις 6/2/08 πιστώθηκε στο τεκ.18 ενώ θα έπρεπε να πιστωθεί στο τεκ.18(α). Ως εκ τούτου στις 7/2/08 έγινε η διόρθωση. Ρωτήθηκε τέλος ο Μ.Ε ποιος από τους αναδομημένους λογαριασμούς, τεκ.21-24, θεωρεί τον πιο σωστό, με τον μάρτυρα να επαναλαμβάνει ότι έχουν κατατεθεί για υποβοήθηση του Δικαστηρίου με την απαίτηση της τράπεζας να είναι για το πόσο που αναφέρεται στο τεκ.
- Δεν τέθηκε οτιδήποτε περαιτέρω προς αμφισβήτηση των καταχωρήσεων στα τεκ.18,18(α) και 18(β) ή και ότι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, αλλά ούτε και για τις καταστάσεις αναδομημένων λογαριασμών τεκ.21-
- Η αντεξέταση του Μ.Ε περιορίστηκε ως ανωτέρω έχει τεθεί χωρίς να κλονιστεί η μαρτυρία που οι ενάγοντες έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Ζαλούμη (ανωτέρω), λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την απόδειξη οφειλόμενου υπολοίπου: «Με δεδομένο, επομένως, ότι το δάνειο των ΛΚ35.000 είχε δοθεί στον πρωτοφειλέτη και οι εφεσίβλητοι είχαν ρητώς εγγυηθεί την εξόφληση του δανείου αυτού, τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά. Λανθασμένα το Δικαστήριο, συνεπώς, απέρριψε ολόκληρη την αγωγή (εξουδετερώνοντας ουσιαστικά την καθ΄ αυτή ύπαρξη του δανείου και της οφειλής), επειδή ο μάρτυρας της τράπεζας δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με ακρίβεια ορισμένες χρεοπιστώσεις και τον τρόπο με τον οποίο χρεώνονταν οι τόκοι και οι διάφορες άλλες χρεώσεις διότι δεν είχε μαζί του τα υποστηρικτικά έντυπα για κάθε εγγραφή. Η αμφισβήτηση αυτών των ζητημάτων όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να ανατρέψει το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 22 που έδειχνε εκ πρώτης όψεως την ορθότητα των καταχωρήσεων και των σχετικών δοσοληψιών. Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Ιωαννίδης ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1 Α.Α.Δ. 1491, οι καταστάσεις λογαριασμού κατατέθηκαν χωρίς ένσταση και δεν απεδείχθη με σαφή μαρτυρία το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού από την πλευρά των εγγυητών. Ακόμη και η αναγνώριση και ο εντοπισμός από την τράπεζα κάποιου λάθους και η διόρθωση του, δεν ανατρέπει το μαχητό τεκμήριο αλλά, αντίθετα, ενισχύει την αξιοπιστία των λογαριασμών. Οι εφεσίβλητοι, με δεδομένη στην ουσία τη μετατόπιση του βάρους επί των ώμων των, δεν προσκόμισαν σαφή μαρτυρία περί του τελικού οφειλόμενου ποσού προβάλλοντας προς το Δικαστήριο τη δική τους εκδοχή που θα παρέμενε βεβαίως προς αξιολόγηση, ως προς την ορθότητα των χρεώσεων, την εκάστοτε επιβολή τόκων και το τυχόν λανθασμένο των όποιων ποσών καταγράφηκαν ή εμφαίνονταν στους λογαριασμούς. Οι γενικές και αόριστες υποβολές δεν ήταν επαρκείς. Η υποβολή, για παράδειγμα, προς το μάρτυρα από το συνήγορο του εφεσίβλητου 1 ότι «το υπόλοιπο είναι λανθασμένο κατά £10.000», χωρίς ουσιαστική επεξήγηση και χωρίς μαρτυρία από πλευράς του εφεσίβλητου 1, δεν ήταν παρά μια άσφαιρη υποβολή. Επομένως, στη βάση και της νομολογίας, όπως την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, υπήρχε μαρτυρία από τον xxx Άδωνη ότι η εφεσείουσα τράπεζα διατηρούσε με την τυπικότητα και ορθότητα που αναφέρεται στο άρθρο 22 του Κεφ. 9, τα σχετικά βιβλία τα οποία και παρουσιάστηκαν υπό μορφή ηλεκτρονικών λογαριασμών που είχαν συγκριθεί με τα πρωτότυπα. Οι θέσεις του Δικαστηρίου ότι ανατράπηκε το μαχητό τεκμήριο στη βάση και της αναξιοπιστίας, καθώς έκρινε, του μάρτυρα της τράπεζας δεν ήταν βάσιμες. Από τη στιγμή που κατατέθηκαν οι λογαριασμοί στη βάση του άρθρου 22, δεν καθίστατο αναξιόπιστος ο μάρτυρας επειδή κατά την αντεξέταση δέχθηκε ότι έλαβε γνώση για τους λογαριασμούς του πρωτοφειλέτη μετά που αυτοί μεταφέρθηκαν στις καθυστερήσεις. Οι λογαριασμοί, τόσο του χρεωστικού, όσο και του δανείου, αποτύπωναν όλη την πορεία αυτών και φανέρωναν την εκ πρώτης όψεως ορθότητα τους έγιναν δεκτοί δε στη βάση του ότι ο μάρτυρας, ως υπάλληλος της τράπεζας, τους είχε στην κατοχή του και τους παρουσίασε. Ούτε ήταν δείγμα αναξιοπιστίας το ότι ο μάρτυρας δεν μπορούσε να τοποθετηθεί συγκεκριμένα για καθυστερήσεις στο δάνειο ή ότι δεν φαίνονταν τελικά να γίνονταν μεταφορές από τον τρεχούμενο στο λογαριασμό δανείου. Περαιτέρω, πολλές από τις θέσεις του Δικαστηρίου για να απορρίψει παντελώς τη μαρτυρία του xxx Άδωνη συνδέονταν και με την εκτενή ανάλυση που κατέγραψε για τη σχέση του λογαριασμού δανείου και των υποχρεώσεων των εγγυητών με τον τρεχούμενο λογαριασμό. Λανθασμένα αναμείχθηκαν τα δύο ως επηρεάζοντα εν τέλει την αξιοπιστία του μάρτυρα ώστε να αναιρείται αυτή τούτη η παροχή του δανείου που αποδεδειγμένα υπήρξε, και που σαφώς εγγυήθηκαν οι εφεσίβλητοι». Στην παρούσα περίπτωση, αναφορά θεωρώ θα πρέπει να γίνει ως προς τον τόκο, έχοντας κατά νουν ότι τόσο η κατάρτιση της συμφωνίας όσο και ο τερματισμός έγιναν μετά που τέθηκε σε ισχύ την 1/1/2001 ο Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος 160(Ι)/2001 αλλά και επιπλέον ότι οι ενάγοντες με την επιστολή τερματισμού αυξάνουν την χρέωση του επιτοκίου κατά 7.75% ετησίως. Με βάση το άρθρο 3 του νόμου το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να ενημερώνει τον οφειλέτη για το ύψος του επιτοκίου, τον τρόπο υπολογισμού του και τον χρόνο είσπραξης του. Η ενημέρωση θα γίνεται είτε με ανακοίνωση στον τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση. Στη συνέχεια με την θέσπιση του Νόμου 14(Ι)/14 καθορίστηκε το συνολικό επιτόκιο προβλέποντας ότι ο τόκος υπερημερίας δεν θα υπερβαίνει το 2% και απαγόρευσε τη μονομερή αύξηση του περιθωρίου. Στην υπό εξέταση υπόθεση ο εν λόγω νόμος δεν τυγχάνει εφαρμογής αφού ο τερματισμός επήλθε πριν να τεθεί σε ισχύ. Ακολούθησε όμως η ψήφιση του τροποποιητικού Νόμου 66(Ι)/2015 του οποίου τα άρθρα 3(1α) και 3(1β) προνοούν ως ακολούθως: .............................. (1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή. .............................. Εφόσον στην παρούσα περίπτωση η σύμβαση τερματίστηκε στις 2/5/12, πριν δηλαδή την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν.66(Ι)/15, το άρθρο 3(1β) τυγχάνει εφαρμογής. Με την επιστολή τερματισμού τους, τεκ.16, οι ενάγοντες πέραν του βασικού επιτοκίου της τάξης 6.25% ετησίως, ενημερώνουν τους εναγόμενους ότι ο λογαριασμός θα χρεώνεται με επιπρόσθετο τόκο ύψους 7.75% ετησίως, με το σύνολο του επιτοκίου να ανέρχεται σε 14%. Είναι πρόδηλο ότι η χρέωση του επιπρόσθετου τόκου, πέραν του βασικού επιτοκίου, κατά τον χρόνο τερματισμού της επίδικης συμφωνίας αποτελεί ουσιαστικά τόκο υπερημερίας μετά τον τερματισμό, τόκο που ο Ν.66(Ι)/15έθεσε ρητώς ότι θα πρέπει να αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της τράπεζας. Ο ΜΕ ρωτήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης, αν και όχι με ξεκάθαρο τρόπο οφείλω να πω, ποια η ζημιά της τράπεζας με τον μάρτυρα να απαντά το ποσό που αξιώνει κατά τον τερματισμό του. Δεν προσκομίστηκε όμως και οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία από τους ενάγοντες με την οποία να αποδεικνύεται η πραγματική ζημιά της τράπεζας που να δικαιολογεί την αύξηση του επιτοκίου με συνολικό ύψος 14%, μετά τον τερματισμό της επίδικης σύμβασης. Συνεπώς κρίνω ότι η τράπεζα δεν δικαιούται την επιπρόσθετη χρέωση του 7.75% παρά μόνο την χρέωση του βασικού επιτοκίου 6.291% (6 month Euribor πλέον πρόσθετο 5.25%) από 1/1/20, με κεφαλαιοποίηση του δύο φορές ετησίως μέχρι εξοφλήσεως. Ως εκ τούτου και με βάση τα πιο πάνω, από τη στιγμή που έχει κριθεί από το Δικαστήριο η ορθότητα του υπολογισμού των χρεώσεων σε αυτές, δεκτή γίνεται η κατάσταση λογαριασμού που περιέχει τα ποσά που νόμιμα χρεώθηκαν και συγκεκριμένα το τεκ.24 όπου απαιτείται το ποσό των €267.985,56, υπόλοιπο μέχρι την 31/12/19. Στον εν λόγω λογαριασμό δεν περιλαμβάνεται τόκος υπερημερίας αφού δεν προβλέπεται από την συμφωνία άλλα υπάρχει η χρέωση της ασφάλειας του διαμερίσματος που περικλείεται στα έξοδα. Πριν την κατάληξη του Δικαστηρίου χρειάζεται να γίνει μία επισήμανση σε ζήτημα που αντεξετάστηκε ο Μ.Ε. και έχει σχέση με το άνοιγμα των δύο λογαριασμών και κατά πόσο αυτό το δικαίωμα των εναγόντων προνοείτο στην συμφωνία. Δεν χρειάζεται να επαναληφθούν τα όσα ο Μ.Ε. ανέφερε σε σχέση με την λειτουργία του λογαριασμού και το άνοιγμα δύο λογαριασμών προς τούτο. Θεωρώ ότι την απάντηση την έδωσε ο ίδιος ο μάρτυρας παραπέμποντας στον όρο 4 της συμφωνίας τεκ.4 διά του οποίου δίδεται το δικαίωμα στην τράπεζα να ανοίξει και να θέσει σε λειτουργία επιπρόσθετο λογαριασμό ή λογαριασμούς και να μεταφέρει ποσά που οφείλονται από τον πελάτη. Δεν έχει εν πάση περιπτώσει τεθεί από πλευράς υπεράσπισης με ποιο τρόπο το άνοιγμα των δύο λογαριασμών επηρεάζει ή και παραβλάπτει τα δικαιώματα της εναγόμενης 2. Καταληκτικά και με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους εναντίον της εναγόμενης 2. Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης 2 για το ποσό των €267.985,66 με τόκο προς 6.291% ετησίως από 1/1/20 μέχρι εξοφλήσεως. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται δύο φορές το χρόνο, ήτοι 30/6ου και 31/12ου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Το πιο πάνω ποσό θα είναι αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με την εναγόμενη 1 για την οποία έχει ήδη εκδοθεί απόφαση. Περαιτέρω υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης 1 εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι Β-Θ της έκθεσης απαίτησης. Τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης 2. Μέχρι ποσού €1.759= με ΦΠΑ επί ποσού €1.600= θα είναι αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με την εναγόμενη 1. (Υπ.).......... Λ. Μουγής Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο