← Κύπρος

ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. Α/ΦΟΙ ΠΑΝΑΓΙΔΗΣ (ΝΗΣΙ) ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 795/2013, 25/6/2021

ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. Α/ΦΟΙ ΠΑΝΑΓΙΔΗΣ (ΝΗΣΙ) ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 795/2013, 25/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ που συνεδριάζει στη ΛΑΡΝΑΚΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 795/2013 Μεταξύ: ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσας και Α/ΦΟΙ ΠΑΝΑΓΙΔΗΣ (ΝΗΣΙ) ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένης --------------------- Αίτηση ημερ. 8.6.2021 για διαγραφή ειδοποίησης αποκάλυψης εγγράφων Ημερομηνία : 25 Ιουνίου, 2021 Για την ενάγουσα - αιτήτρια : κ. Χρ. Φρακάλας, κ. Θ. Δημητρίου Για την εναγομένη - καθ' ης η αίτηση : κα Γ. Καραμαλλή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατά την ακρόαση της παρούσας αγωγής ακούστηκαν μέχρι στιγμής δύο μάρτυρες της ενάγουσας, η οποία έκλεισε την υπόθεσή της. Στις 19.5.2021 που ήταν ορισμένη η υπόθεση για συνέχιση της ακρόασης, με τον πρώτο μάρτυρα υπεράσπισης, η πλευρά της εναγομένης καταχώρισε στον φάκελο της διαδικασίας ειδοποίηση περαιτέρω αποκάλυψης εγγράφων «που έχουν περιέλθει στην κατοχή ή/και έλεγχό της», με συνημμένο Παράρτημα, το οποίο περιέχει κατάλογο δέκα εγγράφων ή δεσμών εγγράφων. Παρόν στο Δικαστήριο ήταν το πρόσωπο που θα κατέθετε ως πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης, ο οποίος είχε ετοιμάσει γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης, με πρόθεση να αναφερθεί και να καταθέσει ως τεκμήρια, όπως λέχθηκε, και κάποια από τα έγγραφα στον κατάλογο της ειδοποίησης περαιτέρω αποκάλυψης εγγράφων. Η πλευρά της ενάγουσας δήλωσε ότι θα έφερε ένσταση σε τέτοια μαρτυρία και ζήτησε χρόνο για να υποβάλει αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης, προτού συνεχιστεί η ακρόαση. Ακολούθησε η καταχώριση της υπό κρίση αίτησης, με την οποία η ενάγουσα αιτείται τη διαγραφή και/ή ακύρωση και/ή αφαίρεση από τον φάκελο του Δικαστηρίου της ειδοποίησης αποκάλυψης εγγράφων ημερ. 19.5.2021 ως μη γενόμενης και/ή ως παράτυπης και/ή καταχρηστικής, διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δηλωτική απόφαση του Δικαστηρίου που να απαγορεύει την περαιτέρω αποκάλυψη των εγγράφων που αναφέρονται στην ειδοποίηση ημερ. 19.5.2021, και οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω θεραπεία ή διαταγή κριθεί από το Δικαστήριο ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Σημειώνεται ότι σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας είχαν εκδοθεί εκ συμφώνου διατάγματα ένορκης αποκάλυψης εγγράφων εκατέρωθεν, η σχετική ένορκη δήλωση της ενάγουσας καταχωρίστηκε στις 5.9.2016 και της εναγομένης στις 26.10.

  1. Η αίτηση στηρίζεται στις Διαταγές 28, 33, 36, 38 και 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου, στο άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο κοινοδίκαιο, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας XXXXX Κυπριανού, λειτουργού νομικών υπηρεσιών της ενάγουσας, η οποία προβάλλει τη θέση ότι η επίδικη ειδοποίηση, η οποία καταχωρίστηκε άνευ προηγούμενης άδειας του Δικαστηρίου, δεν συνιστά δικονομικά ορθή μέθοδο για να αποκαλυφθούν τα προτεινόμενα προς αποκάλυψη έγγραφα. Από τη στιγμή που η ακροαματική διαδικασία βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο και η ενάγουσα έχει ολοκληρώσει τη μαρτυρία της, η εναγομένη όφειλε να καταχωρίσει αίτηση για άδεια περαιτέρω αποκάλυψης εγγράφων, με ένορκη δήλωση η οποία να επεξηγεί λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους τα έγγραφα δεν αποκαλύφθηκαν ενωρίτερα, τη σχετικότητα των εγγράφων και γιατί θα πρέπει να επιτραπεί η αποκάλυψή τους, και τους λόγους για τους οποίους δεν θα επηρεαστούν τα δικαιώματα της ενάγουσας. Θεωρεί, δηλαδή, ότι η εναγομένη όφειλε να καταδείξει ενόρκως τον λόγο για τον οποίο δικαιολογείται η θετική άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για έγκριση αιτήματος για περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων. Η ενόρκως δηλούσα αναλύει επιπλέον τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματά της και το εχέγγυο της δίκαιης δίκης. Ειδικότερα, ότι η ενάγουσα παρουσίασε τη μαρτυρία της στη βάση των εγγράφων ως είχαν κατά την έναρξη της ακρόασης και η εναγομένη όφειλε να είχε αποκαλύψει τα έγγραφα εγκαίρως και οπωσδήποτε πριν την έναρξη της ακρόασης, ότι το γεγονός ότι η εναγομένη ανέμενε μέχρι την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της ενάγουσας αποτελεί πράξη εμφορούμενη από κακόπιστα και αλλότρια κίνητρα και θέτει την ενάγουσα εξαπίνης για να δοθεί πλεονέκτημα στην εναγομένη εφόσον επιχειρεί να αποκαλύψει έγγραφα με σκοπό να δοθεί μαρτυρία επ' αυτών χωρίς να έχουν τεθεί στους μάρτυρες της ενάγουσας για σχολιασμό / αντίλογο, ότι όλα τα έγγραφα ήταν στην κατοχή της εναγομένης εδώ και πολλά έτη και η αποκάλυψή τους μετά το κλείσιμο της μαρτυρίας της ενάγουσας αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, και ότι πρόκειται για δεκάδες έγγραφα, με σκοπό να ακουστεί μαρτυρία βασισμένη σε δεκάδες μη αποκαλυφθέντα έγγραφα. Η ενόρκως δηλούσα σημειώνει επιπλέον ότι ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της παρούσας αίτησης, η ενάγουσα επιφυλάσσει το δικαίωμά της, στο στάδιο όπου θα επιχειρηθεί η κατάθεση των εγγράφων ως μαρτυρία κατά την ακρόαση, να ενστεί, για λόγους αποδεκτότητας, σχετικότητας, αντινομικότητας και/ή εγγράφων που αφορούν μη δικογραφημένους ισχυρισμούς. Η εναγομένη καταχώρισε ένσταση, με νομική βάση παρόμοια με αυτή της αίτησης, στην οποία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους: «
  2. Η Αίτηση είναι απαράδεκτη ή/και νομικά αβάσιμη ή/και παράτυπη ή/και παντελώς αδικαιολόγητη ή/και στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος ή/και η νομική και πραγματική της βάση δεν μπορεί να στηρίξει την εξαιτούμενη θεραπεία.
  3. Η Αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή βασίζεται σε λανθασμένη και/ή ελλιπή νομική βάση.
  4. Δεν πληρούνται ή/και δεν συντρέχουν οι νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις που εφαρμόζονται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  5. Η ένορκος δήλωση δεν μπορεί να υποστηρίξει την Αίτηση και συνεπώς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί.
  6. Τυχόν απόρριψη της Αίτησης δεν θα προκαλέσει τεράστια αδικία και ή ανεπανόρθωτη βλάβη στην Αιτήτρια αφού το σύνολο των εγγράφων που περιέχονται στην ειδοποίηση περαιτέρω αποκάλυψης ημερομηνίας 19/05/2021 (η Ειδοποίηση Αποκάλυψης) αποτελούν έγγραφα που έχει σε γνώση της η Αιτήτρια. Αντιθέτως, τυχόν έγκριση της Αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ' ης η αίτηση η οποία θα αποστερηθεί του δικαιώματος της να παρουσιάσει τα εν λόγω έγγραφα κατά την ακρόαση και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την πλήρη εικόνα και περαιτέρω του δικαιώματος της να προωθήσει την Υπεράσπιση της.
  7. Οι Ενάγοντες συμμορφώθηκαν με τη συνεχή υποχρέωση για αποκάλυψη όλων των σχετικών εγγράφων.
  8. Η Αίτηση χρησιμοποιείται ως μέσο καταπίεσης της Καθ' ης η αίτηση και/ή εκφοβισμού και/ή σκοπεί στην προώθηση αλλότριων και/ή αθέμιτων σκοπών και/ή στην δημιουργία και επιβάρυνση της Καθ' ης η αίτηση με πρόσθετα έξοδα.
  9. Η Καθ' ης η αίτηση έχει καλό λόγο για την αποκάλυψη έκαστου εκ των εγγράφων της Ειδοποίησης Αποκάλυψης και η αποκάλυψη τους σε αυτό το στάδιο και η κατάθεση τους ως τεκμηρίων δεν προκαταλαμβάνει εξ απήνης την Αιτήτρια αφού το σύνολο των εν λόγω εγγράφων ήταν σε γνώση της. Συγκεκριμένα: 8.
  10. Τα έγγραφα υπ' αριθμό 1,3 και 9 αποτελούν έγγραφα της Αιτήτριας τα οποία βρίσκονται ήδη στην κατοχή της. Επίσης, το έγγραφο υπ' αριθμό 1 είχε ήδη αποκαλυφθεί με την ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 26/10/2016 (η Αρχική Αποκάλυψη). Τα δε έγγραφα υπ' αριθμό 3 και 9 έχουν ήδη κατατεθεί ως Τεκμήριο 11 και Τεκμήριο Γ ατη διαδικασία αντίστοιχα. 8.
  11. Το έγγραφο υπ' αριθμό 2 βρίσκεται ήδη στην κατοχή της Αιτήτριας αφού αποτελεί επιστολή που στάλθηκε προς αυτή στις 25/08/
  12. 8.
  13. Τα έγγραφα υπ' αριθμό 4 και 5 αποτελούν έγγραφα τα οποία έχουν εντοπιστεί κατά το στάδιο προετοιμασίας της ακρόασης. 8.
  14. Το έγγραφο υπ' αριθμό 7 αποτελεί πίνακα που έχει ετοιμαστεί για σκοπούς της ακρόασης και για υποβοήθηση του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση είχαν τεθεί σχετικές ερωτήσεις επί των μαρτύρων της Αιτήτριας και τους δόθηκε το δικαίωμα να τοποθετηθούν. 8.
  15. Το έγγραφο υπ' αριθμό 8 αποτελεί πίνακα που έχει ετοιμαστεί για σκοπούς ακρόασης και για υποβοήθηση του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία στη βάση των οποίων έχει ετοιμαστεί προέρχονται από τα Τεκμήρια 12Α και 12Β καθώς και τις οικονομικές καταστάσεις της Καθ' ης η αίτηση, οι οποίες είχαν αποκαλυφθεί με την Αρχική Αποκάλυψη. 8.
  16. Το έγγραφο υπ' αριθμό 10 δεν θα χρησιμοποιηθεί κατά την ακρόαση.
  17. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις εφόσον η Ειδοποίηση Αποκάλυψης είναι αναγκαία για τους σκοπούς της πλήρους και δικαίας περάτωσης της υπόθεσης και γίνεται στο πλαίσιο της συνεχούς υποχρέωσης της Καθ' ης η αίτηση για αποκάλυψη.
  18. Η αποκάλυψη και παρουσίαση κατά την ακρόαση των εγγράφων που αναφέρονται στην Ειδοποίηση Αποκάλυψης ουδεμία αδικία προκαλεί στην Αιτήτρια αφού έχει τοποθετηθεί επί των ισχυρισμών της Καθ' ης η αίτηση που στηρίζονται στα έγγραφα αυτά στη βάση ερωτήσεων που τέθηκαν μέσω της αντεξέτασης τους. Επίσης, η Καθ' ης η αίτηση ουδεμία ένσταση έχει στην προσκόμιση αντικρουστικής μαρτυρίας από μέρους της Αιτήτριας σε κατοπινό στάδιο εάν η Αιτήτρια κρίνει ότι δεν έχει τοποθετηθεί επί των εγγράφων αυτών.
  19. Εν πάση περιπτώσει και για τους παραπάνω λόγους, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος.
  20. Η Καθ' ης η αίτηση με την Αρχική Αποκάλυψη επιφύλαξε το δικαίωμα της να παρουσιάσει οποιοδήποτε τυχόν έγγραφο περιέλθει στον έλεγχο, κατοχή ή/και φύλαξη της.
  21. Η Αίτηση δεν αποτελεί το ενδεδειγμένο ένδικο βοήθημα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού από μέρους της Αιτήτριας, που δεν είναι άλλος από την αποστέρηση του δικαιώματος της Καθ' ης η αίτηση να χρησιμοποιήσει τα εν λόγω έγγραφα ως τεκμήρια στη διαδικασία.
  22. Η Αίτηση ως προς το Β αιτητικό είναι πρόωρη και σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει στο πλαίσιο της υπό εξέταση αίτησης το διάταγμα υπ' αριθμό Β της αίτησης.
  23. Δεν απαιτείται η προγενέστερη εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου για την καταχώριση της Ειδοποίησης Αποκάλυψης αφού αυτό αποτελεί συμμόρφωση προς τη συνεχιζόμενη υποχρέωση της Καθ' ης η αίτηση προς αποκάλυψη δυνάμει του Διατάγματος Αποκάλυψης. » Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Παναγίδη, διευθυντή συγκροτήματος διαμερισμάτων της εναγομένης, ο οποίος αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης, και αναλύει τους λόγους ένστασης και ιδιαίτερα τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα της ενάγουσας και δεν καταλαμβάνεται εξαπίνης αφού τα έγγραφα ήταν εν γνώσει της (ως οι λόγοι ένστασης 8.1 - 8.6). Τονίζει ότι για τα έγγραφα-πίνακες που ετοιμάστηκαν λίγες μέρες πριν την ακρόαση για υποβοήθηση του Δικαστηρίου, είχαν τεθεί σχετικές ερωτήσεις στους μάρτυρες της ενάγουσας, οι οποίοι είχαν προσκομίσει σχετική μαρτυρία και η εναγομένη θα πρέπει να παρουσιάσει τη δική της εκδοχή για τα συγκεκριμένα ζητήματα. Επισημαίνει ότι στην αρχική αποκάλυψή της, η εναγομένη είχε επιφυλάξει ρητά το δικαίωμά της να αποκαλύψει περαιτέρω έγγραφα τα οποία δεν είχε στην κατοχή της ή δεν είχαν ανευρεθεί. Διαφωνεί με τη θέση της άλλης πλευράς ότι θα έπρεπε να είχε εξασφαλιστεί προγενέστερη άδεια του Δικαστηρίου για την περαιτέρω αποκάλυψη, διότι, από τη στιγμή που είχε εκδοθεί διάταγμα αποκάλυψης, οι διάδικοι έχουν συνεχή υποχρέωση αποκάλυψης, είτε για έγγραφα που περιήλθαν μετέπειτα στην κατοχή τους είτε ακόμη και για έγγραφα τα οποία παρέλειψαν να αποκαλύψουν, και αυτή η υποχρέωση εκπληρώνεται χωρίς άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου, με την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης ή με ειδοποίηση περαιτέρω αποκάλυψης. Θεωρεί δε ότι είναι έκδηλο ότι η αίτηση γίνεται κακόπιστα, καταχρηστικά και επιδιώκει αλλότριους σκοπούς, ήτοι τον εκτροχιασμό της δίκης και με τυχόν έγκρισή της θα πληγούν τα δικαιώματα της εναγομένης αφού δεν θα της επιτραπεί να παρουσιάσει έγγραφα που είτε έχουν ήδη αποκαλυφθεί, είτε βρίσκονται στην κατοχή της ενάγουσας, είτε δόθηκε το δικαίωμα στους μάρτυρες της ενάγουσας να τοποθετηθούν επί του περιεχομένου των εγγράφων μέσω της αντεξέτασης, είτε απαντούν στις θέσεις που έχει προβάλει η ενάγουσα και δεν θα επιτραπεί στην εναγομένη να παρουσιάσει την υπόθεσή της. Επιπλέον προβάλλει ότι προκαλείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και δημιουργούνται αδικαιολόγητα έξοδα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η ένορκη αποκάλυψη εγγράφων γενικότερα, προνοείται από τη Διαταγή 28 θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων, για τον σκοπό της προετοιμασίας για την ακρόαση. Η αποκάλυψη αφορά τα έγγραφα τα οποία ήταν ή είναι στην κατοχή ή τον έλεγχο του προσώπου το οποίο διατάσσεται να αποκαλύψει. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση θα πρέπει να θεωρηθεί ως σχετικό και θα είναι ορθό να αποκαλύπτεται. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28, αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των έγγραφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα (με την νέα Διαταγή 30 που ισχύει για αγωγές που καταχωρίστηκαν μεταγενέστερα της παρούσας, οδηγίες για αποκάλυψη δίδονται κατά την πρώτη εμφάνιση της Κλήσης για Οδηγίες που υποβάλλεται μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων). Η αποκάλυψη εγγράφων συντείνει στην καλή και ορθή προετοιμασία της ακρόασης και βοηθά στη δίκαιη διεκπεραίωση των επίδικων θεμάτων και στην εξοικονόμηση εξόδων. Είναι σημαντικό για έναν διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν την έναρξη της δίκης, ούτως ώστε να διευκολυνθεί η ορθή προετοιμασία για αυτή και να αποφευχθεί ο αιφνιδιασμός των διαδίκων κατά την ακρόαση με την παρουσίαση εγγράφου που δεν ήταν υπόψη τους. [1] Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται κυρίως, ως προκύπτει από τη σελίδα 2 της γραπτής αγόρευσης της πλευράς της ενάγουσας - αιτήτριας, στη Δ.28 θ.
  24. Ο θεσμός 3 της Διαταγής 28 προνοεί ότι στην περίπτωση που ένας διάδικος, ο οποίος έχει διαταχθεί να αποκαλύψει έγγραφα, παραλείψει να το πράξει, δεν θα δικαιούται μετά να καταθέσει ως μαρτυρία εκ μέρους του στην αγωγή οποιοδήποτε έγγραφο που παρέλειψε να αποκαλύψει, εκτός αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είχε βάσιμη δικαιολογία για την παράλειψη αυτή. Σε τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει όπως το εν λόγω έγγραφο κατατεθεί ως μαρτυρία, με τέτοιους όρους που θα κρίνει κατάλληλους [2]. Εν τούτοις, στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη δεν έχει μέχρι στιγμής επιχειρήσει να καταθέσει ως μαρτυρία κάποιο έγγραφο που παρέλειψε να αποκαλύψει, έτσι ώστε το Δικαστήριο να πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είχε βάσιμη δικαιολογία για την παράλειψη αυτή. Αυτό που έχει πράξει η εναγομένη είναι να καταχωρίσει ειδοποίηση περαιτέρω αποκάλυψης, με σχετικό παράρτημα - κατάλογο εγγράφων, υποστηρίζοντας ότι αυτό γίνεται στη βάση του αρχικού διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων και ειδικότερα στο πλαίσιο της συνεχούς υποχρέωσης αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης είναι συνεχής και συνεχίζει μέχρι και την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Supreme Court Practice 1987, τόμος 1, παρ. 24/1/2: «Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O. 24, r.1 may suggest that discovery need be given only of documents which have come into a party΄s possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party's obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party's possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cf. O.18, rr. 8 and 9), and that he must not, by withholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true (Mitchell v. Darley Main Colliery Co (

(1884)Cab & El 215)). An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay any costs occasioned by the failure to give discovery promptly.» Παρομοίως, στην αγγλική απόφαση Vernon v Bosley (No. 2)
(1997)1 All ER 614, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «The current situation, in my judgment, is that the parties to all forms of civil proceedings should recognize a duty to disclose after-acquired documents (in the sense indicated above: documents which come into existence or are first acquired after a list or affidavit has been served) which are relevant to an issue in the proceedings and which are not privileged for the purposes of the discovery rules.». Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 12, παράγραφος 43 αναφέρονται τα εξής : «Subsequent discovery of the other document. If after the affidavit of documents has been filed a document is discovered of which the opposite party has a right to have inspection, it is the duty of the party filing the affidavit to give information to his opponent of the fact, either by supplementary affidavit or by notice.» Στη δε 4η έκδοση του πιο πάνω συγγράμματος Halsbury's Laws of England, τόμος 37, παράγραφος 558 αναφέρονται τα εξής: «Duty of disclosure continues during proceedings. Any duty of disclosure continues until the proceedings are concluded. If documents to which that duty extends come to a party's notice at any time during the proceedings, he must immediately notify every other party. If his list of documents has already been prepared and served, he must prepare and serve a supplemental list.» Απόλυτα σχετικό με τα όσα αφορούν την παρούσα είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Οικονόμου στην απόφασή του ημερ. 31.5.2016 σε αίτηση για συμπληρωματική αποκάλυψη εγγράφων στην Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 31/2013 Marcegaglia SpA ν. Του Πλοίου «Vysokogorsk», με αναφορά σε σχετική αγγλική νομολογία και συγγράμματα: «Εν πάση περιπτώσει και επί της ουσίας λέγονται τα ακόλουθα: Στην υπόθεση Mitchell v. Darley Main Colliery Co
(1884)1 Cab & El 215 [1886-90] All ER Rep 449 (HL), της οποίας αναφορά γίνεται στην υπόθεση Vernon v. Bosley (No. 2) [1997] 1 All ER 613, ελέχθησαν τα ακόλουθα: «Now, in my opinion, a party, who, after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to have inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, or supposed not το exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which Ι think is the proper course, or at least by notice; and he has no right to keep back all knowledge of the newly-discovered document simply because he was not aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery». . . Πρόκειται, συνεπώς, για συνεχή υποχρέωση την οποία ο διάδικος οφείλει να ασκήσει χωρίς καθυστέρηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση (ή ειδοποίηση) προς τον αντίδικο, χωρίς να χρειάζεται άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου. Δεν νοείται άδεια του Δικαστηρίου για να ασκήσει ο διάδικος την υφιστάμενη υποχρέωσή του. Άλλο είναι το ζήτημα της δικαστικής ευχέρειας για να επιτραπεί ή όχι η κατάθεση ως τεκμηρίου ενός εγγράφου που δεν αποκαλύφθηκε ή που δεν αποκαλύφθηκε εγκαίρως, ζήτημα που στα πλαίσια των Κυπριακών Θεσμών διέπεται από τη Δ.28, κ.3. Σημειώνεται ακόμα ότι η Δ.28, κ. 11 (Ο. 31, r. 19Α
(3)), δεν στοχεύει στην εξασφάλιση άδειας από τον αιτητή για περαιτέρω αποκάλυψη από τον ίδιο, αλλά σκοπό έχει τον εξαναγκασμό του αντιδίκου σε αποκάλυψη εγγράφων τα οποία ο τελευταίος δεν απεκάλυψε με την αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης και ο αιτητής έχει λόγους να θέλει να αποκαλυφθούν (βλ. T.B.F. (Cyprus) Ltd κ.α. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 153, Halsbury's, ibid, paras 45-46).» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Σχετική είναι και η πρωτόδικη απόφαση της Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ., στην αγωγή Ε.Δ. Λεμεσού με αρ. 3568/2010 ημερ. 25.7.2019 Vianova Holdings Ltd ν. Brassolis Holdings Ltd κ.ά., η οποία αφορούσε αίτηση για παραμερισμό και ή διαγραφή ένορκης δήλωσης περαιτέρω αποκάλυψης, όπου αναφέρθηκε, με αναφορά στην απόφαση στην υπόθεση Marcegaglia, πως από τη στιγμή που εκδίδεται διαταγή για αποκάλυψη εγγράφων, «.η πλευρά στην οποία αφορά η διαταγή έχει συνεχή υποχρέωση αποκάλυψης είτε αναφορικά με έγγραφα τα οποία περιήλθαν μετέπειτα στην κατοχή της είτε ακόμα και αναφορικά με έγγραφα τα οποία, ενώ βρίσκονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο στην κατοχή της, παρέλειψε να αποκαλύψει λόγω αβλεψίας. Αυτή η υποχρέωση εκπληρώνεται χωρίς άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου, ήτοι με καταχώριση είτε συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης είτε ειδοποίησης περαιτέρω αποκάλυψης. Βεβαίως η άλλη πλευρά διατηρεί το δικαίωμα να καταχωρίσει αίτηση για παραμερισμό της εν λόγω ένορκης δήλωσης ή ειδοποίησης εάν θεωρεί πως συντρέχουν λόγοι προς τούτο», δεδομένου ότι τέτοια υποχρέωση δεν συνεπάγεται πως δύναται να ασκείται ως εκ δικαιώματος, δίχως να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Κρίθηκε, παράλληλα, ότι η αίτηση βασιζόταν σε ορθή νομική βάση, δεδομένου ότι περιλάμβανε όχι μόνο τη Διαταγή 28 που διέπει το θέμα της αποκάλυψης, αλλά και τη Διαταγή 64, θ. 2, η οποία παρέχει τη δυνατότητα καταχώρισης αίτησης για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας ή βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος, λόγω παρατυπίας. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η Διαταγή 64 θ. 2 καλύπτει το αιτητικό αίτησης για παραμερισμό εγγράφου το οποίο καταχωρίστηκε κατ' ισχυρισμό αντικανονικά και παράτυπα, και στη συγκεκριμένη περίπτωση ένορκης δήλωσης συμπληρωματικής αποκάλυψης. Επανερχόμενη στα δεδομένα της υπό εξέταση υπόθεσης, επισημαίνω κατ' αρχάς ότι η Διαταγή 64 θ. 2 των Θεσμών δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης. Περαιτέρω, θεωρώ ότι προκύπτει σαφώς από τα πιο πάνω ότι η εναγομένη δεν υπείχε υποχρέωση, ως η θέση της ενάγουσας - αιτήτριας, να αναζητήσει την άδεια του Δικαστηρίου προτού καταχωρίσει την ειδοποίηση περαιτέρω αποκάλυψης, δεδομένης της θέσης της ότι αυτό έγινε στο πλαίσιο της συνεχούς υποχρέωσής της με βάση το αρχικό διάταγμα αποκάλυψης, για έγγραφα που δεν είχαν αρχικώς αποκαλυφθεί. Όπως διευκρινίζεται στο πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση Marcegaglia, η ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση να επιτρέψει ή όχι την κατάθεση ως τεκμηρίου ενός εγγράφου που δεν είχε αποκαλυφθεί καθόλου ή εγκαίρως, είναι άλλο ζήτημα, το οποίο διέπεται από τη Διαταγή 28 θ. 3. Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι δεν τίθεται θέμα διαγραφής ή ακύρωσης ή αφαίρεσης από τον φάκελο της επίδικης ειδοποίησης, ως επιζητείται με την υπό εξέταση αίτηση με κύρια νομική βάση τη Διαταγή 28, θ. 3, η οποία δεν παρέχει τέτοια εξουσία. Δεν περιλαμβάνεται η Διαταγή 64 θ. 2 στη νομική βάση της αίτησης, η οποία παρέχει τη δυνατότητα καταχώρισης αίτησης για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας ή βήματος ή εγγράφου λόγω παρατυπίας. Παρομοίως, το αίτημα για δηλωτική απόφαση που να απαγορεύει την περαιτέρω αποκάλυψη των συγκεκριμένων εγγράφων, επίσης δεν μπορεί να εγκριθεί. Επιπλέον, θα ήταν πρόωρο το Δικαστήριο να κρίνει στο παρόν στάδιο και στο πλαίσιο της παρούσας κατά πόσο θα επιτραπεί ή όχι η κατάθεση εγγράφων ως τεκμήρια στην ακρόαση. Αυτό είναι ζήτημα που θα μπορεί να εξεταστεί στο κατάλληλο στάδιο, εάν και εφόσον επιχειρηθεί η κατάθεση συγκεκριμένων εγγράφων ως τεκμήρια, και η άλλη πλευρά φέρει ένσταση, υποστηρίζοντας, για παράδειγμα, ότι δεν είχαν αποκαλυφθεί έγκαιρα. Άλλωστε, η αποκάλυψη των εγγράφων δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την αποδοχή τους ως τεκμήρια στην δίκη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτηση - εναγομένης και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima S.R.L.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1624, Halsburys Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 13, σελ. 2 και Annual Practice 1958, σελ. 710 [2] Order 28 rule 3: If a party ordered to make discovery of documents fails so to do, he shall not afterwards be at liberty to put in evidence on his behalf in the action any document he failed to discover or to allow to be inspected, unless the Court is satisfied that he had sufficient excuse for so failing, in which case the Court may allow such document to be put in evidence on such terms as it may think fit. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.