← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (υποκαταστήσασα ή/και αντικαταστήσασα την CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO L

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (υποκαταστήσασα ή/και αντικαταστήσασα την CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) ν. LITTLE κ.α., Αρ. Αγωγής: 663/12, 22/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ. Μουγή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 663/12 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (υποκαταστήσασα ή/και αντικαταστήσασα την CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) Εναγόντων -και-

  1. LITTLE XXXXX
  2. A. CHACHOLIS DEVELOPERS LIMITED Εναγομένων Ως ετροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 20.12.
  3. Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (υποκαταστήσασα ή/και αντικαταστήσασα την CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) Εναγόντων -και-
  4. LITTLE XXXXX, από το Ηνωμένο Βασίλειο
  5. A. CHACHOLIS DEVELOPERS LIMITED
  6. LITTLE XXXXX, διά των διαχειριστών (administrator) της περιουσίας της ή/και προσωπικών αντιπροσώπων της (personal representative) ή/και εκτελεστών της διαθήκης της executor) XXXXX XXXXX LITTLE, XXXXX SMITH και XXXXX FRANCIS, από το Ηνωμένο Βασίλειο. Εναγομένων Ημερομηνία: 22 Ιουνίου,
  7. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Η κα Γ. Καραμαλλή για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Για εναγόμενη 2: Η κα Μ. Παρασκευά για Αδάμος Λάντος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες με την αγωγή τους αξιώνουν εναντίον της εναγόμενης 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους εναγόμενους 1 και 3, το ποσό των €347.407= ως οφειλόμενο υπόλοιπο δανείων ή/και λογαριασμών ή/και τραπεζικών διευκολύνσεων ή/και εγγυήσεως, πλέον τόκο προς 14% επί του πιο πάνω ποσού από 1.4.2012, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 1η Ιουλίου και 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Αξιώνουν επίσης και σειρά διαταγμάτων για δικαιώματα που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 7.7.2008, πλέον έξοδα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης, οι ενάγοντες είναι τραπεζίτες και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες σε όλη την Κύπρο. Οι δε εναγόμενοι 2 δραστηριοποιούνταν στον τομέα της ανάπτυξης γης ή και πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας. Κατά τις 24.6.2008, κατόπιν παράκλησης των εναγομένων 1 και 3, οι ενάγοντες συμφώνησαν και παραχώρησαν στους εν λόγω εναγόμενους, δάνειο για το ποσό των €153.505=, ποσό που πλήρωσαν στους εναγόμενους ή και σε τρίτα πρόσωπα κατ' εντολή τους. Ήταν όροι της συμφωνίας ότι το δάνειο θα ήταν πληρωτέο με 10 μηνιαίες δόσεις εκ €866,94, με την πρώτη πληρωτέα στις 6.3.2010 και στη συνέχεια για τους επόμενους 30 μήνες, με μηνιαίες δόσεις εκ €6.123,87, της πρώτης αρχομένης την 6.1.
  8. Το δάνειο θα έφερε τόκο προς 6,20%, με τους ενάγοντες να έχουν το δικαίωμα να τροποποιούν το εν λόγω ποσοστό σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Σε περίπτωση δε παράλειψης καταβολής οποιασδήποτε δόσης, θα συνεπάγετο χρέωση με τόκο 5% πέραν του συμβατικού επιτοκίου ή και με επιτόκιο που θα επιτρέπεται από το νόμο. Για καλύτερη εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου, κατά τις 10.7.2008 η εναγόμενη 2 εγγυήθηκε γραπτώς την πληρωμή όλων των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και 3, για το ποσό των €153.505= πλέον τόκους και έξοδα. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι 1 και 3 εκχώρησαν, με την εναγόμενη 2 να συμφωνεί, το σύνολο των δικαιωμάτων τους που απόρρεε από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 7.7.2008 ως τροποποιήθηκε με συμπληρωματική συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 10.7.
  9. Κατά τις 24.6.2008 συμφωνήθηκε μεταξύ των εναγομένων 1 και 3 και των εναγόντων, όπως οι τελευταίοι παραχωρήσουν δάνειο τακτής προθεσμίας για το ποσό των €175.435, ποσό που οι ενάγοντες πλήρωσαν στους εναγόμενους 1 και 3 ή και σε τρίτα πρόσωπα κατ' εντολή τους. Το εν λόγω δάνειο θα ήταν πληρωτέο με 10 μηνιαίες δόσεις εκ €990,79, με την πρώτη πληρωτέα την 6.3.2010 και στη συνέχεια για τους επόμενους 30 μήνες με μηνιαίες δόσεις εκ €6.998,74, της πρώτης αρχομένης την 6.1.
  10. Το δάνειο θα έφερε τόκο προς 6,20%με τους ενάγοντες να έχουν το δικαίωμα να τροποποιούν το εν λόγω ποσοστό σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Σε περίπτωση δε παράλειψης καταβολής οποιασδήποτε δόσης, θα συνεπάγετο χρέωση με τόκο 5% πέραν του συμβατικού επιτοκίου ή και με επιτόκιο που θα επιτρέπεται από το νόμο. Για καλύτερη εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου, κατά τις 10.7.2008 η εναγόμενη 2 εγγυήθηκε γραπτώς την πληρωμή όλων των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και 3, για το ποσό των €175.435 πλέον τόκους και έξοδα. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι 1 και 3 εκχώρησαν, με την εναγόμενη 2 να συμφωνεί, το σύνολο των δικαιωμάτων τους που απόρρεε από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 7.7.2008 ως τροποποιήθηκε με συμπληρωματική συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 10.7.
  11. Βάσει των όρων της πιο πάνω συμφωνίας και επειδή οι εναγόμενοι 1 και 3 καθυστερούσαν την καταβολή ληξιπρόθεσμων δόσεων, οι ενάγοντες τερμάτισαν την πιο πάνω συμφωνία και σχετικές προς τούτο είναι οι επιστολές τους ημερομηνίας 19.9.2011 και 10.11.2011, με τις οποίες κοινοποιούσαν την εφαρμογή επιτοκίου προς 14%. Κατά την ημερομηνία τερματισμού οι ως άνω λογαριασμοί έδειχναν ως οφειλόμενα από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες, για τον λογαριασμό με αριθμό XXXXX1761 ποσό εκ €185.590,83 πλέον τόκοι 14% από 1.4.2012 και για τον λογαριασμό με αριθμό XXXXX1778 ποσό εκ €161.816,17 πλέον τόκο 14% από 1.4.
  12. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων, οι εναγόμενοι αρνούνται να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα ποσά. Οι εναγόμενοι 2 με την υπεράσπιση τους αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόντων ή και ότι δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες και αξιώνουν την απόρριψη της αγωγής. Είναι η θέση τους ότι οι ενάγοντες δεν τήρησαν την εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας σε σχέση με την παραχώρηση των δανείων και παρέλειψαν να ασκήσουν επιμελώς τα καθήκοντα τους κατά την αξιολόγηση της αίτησης των εναγομένων ή και την ικανότητα τους να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους.Είναι περαιτέρω θέση της εναγόμενης 2 ότι ανέλαβαν την υποχρέωση να εκδώσουν χωριστό τίτλο ιδιοκτησίας για την ιδιοκτησία που αγόρασαν οι εναγόμενοι 1 και 3 και δεν ανέλαβαν την ευθύνη να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις των τελευταίων. Ακόμη και αν αποδειχθεί ότι το έγγραφο που υπέγραψαν είναι έγγραφο εγγύησης, η εναγόμενη 2 θα πρέπει να απαλλαγεί και το έγγραφο αυτό να κηρυχθεί άκυρο, καθότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να εκτελέσουν ορθά τα καθήκοντα τους και παραβίασαν τους κανονισμούς της Κεντρικής Τράπεζας. Παραδέχονται ότι έλαβαν γνώση στην εκχώρηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και 3 και ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες είναι οι απόλυτοι νόμιμοι δικαιούχοι της περιουσίας και με βάση το εκχωρητήριο έγγραφο όφειλαν να εξοφλήσουν το δάνειο των εναγομένων 1 και 3 και να απαιτήσουν από την εναγόμενη 2 την εφαρμογή των όρων του πωλητηρίου εγγράφου περί της έκδοσης χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας. Είναι επίσης η θέση της ότι δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου η εναγόμενη 2 έχει δικαίωμα να χρεώνει τους αγοραστές της κατοικίας διάφορα έξοδα. Αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες, αφού η εγγύηση που έχουν δώσει είναι άκυρη ή/και δεν ήταν εγγύηση χρέους αλλά εγγύηση τίτλου. Αναγνωρίζει ότι από το εκχωρητήριο έγγραφο απορρέουν τα δικαιώματα που επικαλούνται οι ενάγοντες, ισχυρίζεται όμως ότι η εκχώρηση δημιούργησε και υποχρεώσεις έναντι της εναγόμενης 2 ως προς την εξόφληση του τιμήματος της πώλησης ή και των φόρων και κοινόχρηστων που βαρύνουν την κατοικία, τα οποία και διεκδικεί με την ανταπαίτηση της. Αρνείται τέλος ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες ή/και ότι δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων στην έκθεση απαίτησης διαταγμάτων. Ανταπαιτητικά η εναγόμενη 2 αξιώνει κατά των εναγόντων, δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι υπογραφές εγγύησης της εναγόμενης 2 είναι άκυρες, ως επίσης και το ποσό των €87.717,45 ως υπόλοιπο οφειλόμενο από το τίμημα πώλησης. Οι ενάγοντες με την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, αρνούνται τις θέσεις και ισχυρισμούς της εναγόμενης 2 ως αυτοί αναφέρονται στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση, επαναλαμβάνουν τους δικούς τους ισχυρισμούς λέγοντας ότι οι επίδικες συμφωνίες εγγύησης είναι καθόλα νόμιμες, έγκυρες και εκτελεστές, όπως και οι συμφωνίες δανείου. Οι ισχυρισμοί που η εναγόμενη 2 προβάλλει είναι εντελώς αβάσιμοι και είναι μία προσπάθεια υπεκφυγής από τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Αρνούνται τις θεραπείες που αξιώνονται με την ανταπαίτηση και ζητούν την απόρριψη της με έξοδα υπέρ των εναγόντων. Οι ενάγοντες για απόδειξη της υπόθεσης τους κάλεσαν δύο μάρτυρες και κατατέθηκαν και 39 συνολικά τεκμήρια. Οι εναγόμενοι δεν πρόσφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία. Δηλώθηκε τέλος και σειρά παραδεκτών γεγονότων ως αυτά καταγράφονται στο κατατεθέν έγγραφο Α. Ο XXXXX Σωφρονίου, ΜΕ1, κατέθεσε γραπτή δήλωση του τεκ.1 στην οποία αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να δώσει μαρτυρία σε σχέση με την υπό εξέταση υπόθεση. Κατέθεσε για το θέμα της μεταβίβασης των εργασιών της πρώην Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Αναφέρθηκε στη συνέχεια στο συμβατικό πλαίσιο των δύο επίδικων δανείων που καταρτίστηκαν μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 και 3 με εγγυήτρια την εναγόμενη 2, στις εξασφαλίσεις που δόθηκαν για τα εν λόγω δάνεια, την παράβαση που επήλθε από τους εναγόμενους 1 και 3 οι οποίοι δεν κατέβαλλαν τις συμφωνηθείσες δόσεις τους και τις επιστολές απαίτησης που αποστάληκαν στους εναγόμενους συμπεριλαμβανομένης και αυτής του τερματισμού. Ο ΜΕ1 προβαίνει σε σχολιασμό των ισχυρισμών που η εναγόμενη 2 προβάλλει με την υπεράσπιση της αλλά και για τα ποσά που οφείλονται από τους τελευταίους. Επί των λογαριασμών και των οφειλόμενων ποσών αναφέρθηκε και κατά το στάδιο της αντεξέτασης του. Ο ΜΕ1 προέβηκε και στην κατάθεση των τεκ.2-
  13. Η XXXXX Νικόλα, ΜΕ2, κατέθεσε γραπτή δήλωση τεκ.36, όπου αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης αφού κατά το χρόνο κατάρτισης των συμφωνιών εργαζόταν στο τμήμα πωλήσεων του υποκαταστήματος των εναγόντων στην Αγία Νάπα. Αναφέρει ότι ήταν το πρόσωπο που είχε επικοινωνία με τους εναγόμενους 1 και 3 και αξιολόγησε το αίτημα τους. Είχε επίσης επικοινωνία με την εναγόμενη 2 πριν από την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών. Εξηγεί στη συνέχεια την διαδικασία που ακολουθήθηκε μέχρι και την υπογραφή των συμφωνιών. Προβαίνει τέλος και αυτή η μάρτυρας σε σχολιασμό των θέσεων υπεράσπισης της εναγόμενης
  14. Η ΜΕ2 κατέθεσε τα τεκ.37-
  15. Είχα την ευκαιρία κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσω τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους, έχοντας υπόψιν, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ειλικρίνεια τους, τη μνήμη τους και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους

(1996)1 ΑΑΔ 447, Αθανασίου κ.ά v. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614). Πριν όμως προχωρήσω στην αξιολόγηση των μαρτύρων, που οι ενάγοντες κάλεσαν προς απόδειξη της υπόθεσης τους, να πω ότι, μετά προφανώς και την κατάθεση των παραδεκτών γεγονότων, η αντεξέταση της συνηγόρου της εναγόμενης 2 περιστράφηκε για τον ΜΕ1, στις καταστάσεις λογαριασμού και στα οφειλόμενα υπόλοιπα. Η ΜΕ2 αντεξετάστηκε ως προς την αξιολόγηση που η μάρτυρας προέβηκε των εναγομένων 1 και 3 σε σχέση με την ικανότητα τους να αποπληρώσουν τα ποσά των χορηγηθέντων δανείων. Ο ΜΕ1 δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν άμεσος, σταθερός και ειλικρινής στις απαντήσεις του και η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του. Ακόμα και για θέματα που δεν γνώριζε να απαντήσει το έλεγε ευθαρσώς. Ρωτήθηκε παραδείγματος χάριν τι αφορά η πίστωση ημερομηνίας 9/3/18 για το ποσό των €16.445,00 που υπάρχει στο τεκ.29. Απάντησε ότι δεν ήξερε καθότι δεν ήταν από τους λογαριασμούς που ήλεγξε. Ο ΜΕ1 στη δήλωση του τεκ.1 προβαίνει σε εκτενή αναφορά στις επίδικες συμφωνίες δανείου ημερομηνίας 24/6/08, τεκ.4 και 6 και τους όρους που αυτές περιλαμβάνουν. Ιδιαίτερη μνεία κάνει ο μάρτυρας και στους όρους 8,9,10 και 27
(2)(α) των γενικών όρων και κανονισμών τεκ.5 που αφορούν τον τερματισμό των συμβάσεων και την αποστολή των επιστολών τερματισμού. Ίδια εκτενής είναι και η ανάλυση του σε σχέση με τις συμφωνίες εγγύησης ημερομηνίας 10/7/08, τεκ.7 και 8, που η εναγόμενη 2 υπέγραψε εγγυώμενη την πληρωμή όλων των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και 3 από τις δύο συμφωνίες δανείου, ως επίσης και για τις συμφωνίες εκχώρησης των δύο οικιών, ημερομηνίας 10/7/08, τεκ.9 και
  1. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι τα επίδικα δάνεια κατέστησαν μη εξυπηρετούμενα αφού δεν καταβάλλοντο οι δόσεις στο χρόνο που καθίσταντο πληρωτέες. Οι ενάγοντες με επιστολές τους ημερομηνίας 19/9/11, τεκ.17, ζήτησαν την πληρωμή του καθυστερημένου ποσού πλέον τόκους. Λόγω μη συμμόρφωσης των εναγομένων, με επιστολές τους ημερομηνίας 10/11/11 τερμάτισαν την λειτουργία των δανείων και λογαριασμών και απαίτησαν την καταβολή των υπολοίπων, πλέον τους τόκους. Αναφερόμενος στα οφειλόμενα υπόλοιπα ο ΜΕ1 είπε ότι κατά τις 10/11/11 το δάνειο με αριθμό XXXXX1778 είχε υπόλοιπο εκ €152.471,88 πλέον τόκο προς 9.25% από 10/11/11 μέχρι εξόφλησης, ενώ το δάνειο με αριθμό XXXXX1761 έδειχνε υπόλοιπο εκ €174.234,16 πλέον τόκο προς 9.25% από 10/11/11 μέχρι εξοφλήσεως. Ο τόκος και στα δύο υπόλοιπα θα κεφαλαιοποιείτο δύο φορές το χρόνο. Είπε περαιτέρω ότι μετά τον τερματισμό, στο δάνειο με αριθμό XXXXX1778 δόθηκε ο νέος αριθμός XXXXX9319 έναντι του οποίου στις 9/3/18 κατατέθηκε το ποσό των €16.445,
  2. Στο δε δάνειο με αριθμό XXXXX1761, δόθηκε ο νέος αριθμός XXXXX
  3. Για το δάνειο αυτό μετά τον τερματισμό δεν καταβλήθηκε έναντι οποιοδήποτε ποσό. Η μαρτυρία του ΜΕ1 γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Θετική εντύπωση δημιούργησε στο Δικαστήριο και η XXXXX Νικολάου, ΜΕ
  4. Η μαρτυρία της διακρινόταν από αμεσότητα και σαφήνεια και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις που δυνατόν να κλόνιζαν την αξιοπιστία της. Η εν λόγω μάρτυρας είχε άμεση σχέση με την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών αφού ήταν το πρόσωπο, ως η ίδια αναφέρει στην δήλωση της τεκ.36, που εξέτασε την αίτηση των εναγομένων, είχε επικοινωνία μαζί τους και εισηγήθηκε την χορήγηση των δανείων. Η ΜΕ2 στη γραπτή δήλωση της αναφέρει τα στοιχεία που οι εναγόμενοι 1 και 3 την εφοδίασαν για εξέταση της οικονομικής τους κατάστασης αλλά και την έρευνα που οι ίδιοι οι ενάγοντες διενήργησαν για σκοπούς αξιολόγησης του αιτήματος. Η μάρτυρας υπέγραψε εκ μέρους των εναγόντων τις επίδικες συμφωνίες δανείου, τις συμφωνίες εκχώρησης και την επιστολή ημερομηνίας 10/7/08, τεκ.
  5. Η μάρτυρας κατέθεσε και το τεκ.37 που είναι κατάσταση λογαριασμού των εναγομένων 1 και 3 στην τράπεζα HSBC, το τεκ.38 που είναι καταστάσεις εξαγοράς ασφαλειών που διέθεταν οι εναγόμενοι και το τεκ.39 που είναι έρευνα σε σχέση με την οικονομική κατάσταση τους. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι δεν ζήτησαν payslip για το 2008, ούτε φορολογικές δηλώσεις για το 2007 αλλά ούτε και κατάσταση κοινωνικών ασφαλίσεων για το έτος
  6. Είπε επίσης ότι η τράπεζα βασίστηκε στη βεβαίωση του εγκεκριμένου λογιστή τεκ.23 και 23(α). Η μαρτυρία της ΜΕ2 γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Έχοντας κατά νουν την ως άνω αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας μαζί με τα παραδεκτά γεγονότα καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα: Οι ενάγοντες είναι τραπεζίτες και διεξήγαγαν και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες σε όλη την Κύπρο. Από τις 29/3/13 με βάση διάταγμα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, περιουσιακά στοιχεία , τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, μεταξύ των οποίων και αυτών που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση, μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η οποία νομιμοποιείται στην άσκηση της παρούσας αγωγής και στην προώθηση των αξιώσεων που προβάλλονται με αυτή. Στις 24/6/08 υπεγράφη μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 και 3 συμφωνία, δια της οποίας παραχωρείτο στους τελευταίους δάνειο για το ποσό των €153.
  7. Για το εν λόγω δάνειο άνοιξαν τον λογαριασμό με αριθμό XXXXX
  8. Το δάνειο θα ήταν πληρωτέο με δέκα διαδοχικές δόσεις για το ποσό των €866,94 με την πρώτη πληρωτέα την 6/3/10 και στη συνέχεια με 30 μηνιαίες δόσεις για το ποσό των €6.123,87 με την πρώτη πληρωτέα την 6/1/
  9. Η εναγόμενη 2 με γραπτή εγγύηση της ημερομηνίας 10/7/08 εγγυήθηκε την πληρωμή των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και 3 για το ποσό των €153.505 πλέον τόκους και έξοδα. Οι εναγόμενοι 1 και 3 με τη συμφωνία της εναγόμενης 2, εκχώρησαν το σύνολο των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 7/7/08 ως τροποποιήθηκε με συμπληρωματική συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 10/7/
  10. Περαιτέρω στις 24/6/08 υπεγράφη μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 και 3 συμφωνία δια της οποίας παραχωρείτο στους τελευταίους δάνειο για το ποσό των €175.
  11. Για το εν λόγω δάνειο άνοιξαν τον λογαριασμό με αριθμό XXXXX
  12. Το δάνειο θα ήταν πληρωτέο με δέκα διαδοχικές δόσεις για το ποσό των €990,79 με την πρώτη πληρωτέα την 6/3/10 και στη συνέχεια με 30 μηνιαίες δόσεις για το ποσό των €6.998,74 με την πρώτη πληρωτέα την 6/1/
  13. Η εναγόμενη 2 με γραπτή εγγύηση της ημερομηνίας 10/7/08 εγγυήθηκε την πληρωμή των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και 3 για το ποσό των €175.435 πλέον τόκους και έξοδα. Οι εναγόμενοι 1 και 3 με τη συμφωνία της εναγόμενης 2, εκχώρησαν το σύνολο των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 7/7/08 ως τροποποιήθηκε με συμπληρωματική συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 10/7/
  14. Οι εναγόμενοι 1 και 3 παρέλειψαν να καταβάλουν τις δόσεις τους με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να αποστείλουν στους εναγόμενους 1 και 3 την επιστολή με ημερομηνία 19/9/11, με την οποία τους καλούσαν να καταβάλουν τις καθυστερημένες δόσεις. Οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν και οι ενάγοντες με την επιστολή ημερομηνίας 10/11/11, που αποστάληκε στους εναγόμενους 1 και 3, τερμάτισαν τις επίδικες συμφωνίες δανείου και ενημέρωναν τους εναγομένους για την αύξηση του επιτοκίου σε 14%. Οι επιστολές ημερομηνίας 19/9/11 και 10/11/11 αποστάληκαν και στην εναγόμενη 2 στην δοθείσα διεύθυνση και δεν επιστράφηκαν. Μετά τον τερματισμό στο δάνειο με αριθμό XXXXX1778 δόθηκε ο νέος αριθμός XXXXX9319, έναντι του οποίου στις 9/3/18 κατατέθηκε το ποσό των €16.445,
  15. Στο δε δάνειο με αριθμό XXXXX1761 δόθηκε ο νέος αριθμός XXXXX
  16. Για το δάνειο αυτό, μετά τον τερματισμό, δεν καταβλήθηκε έναντι οποιοδήποτε ποσό. Το Δικαστήριο έχει αναφέρει πιο πάνω τους ισχυρισμούς της εναγόμενης 2, ως αυτοί καταγράφονται στην υπεράσπιση της. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης όμως, θέματα που εγείρονται στο δικόγραφο της δεν τέθηκαν στους ΜΕ έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει τη θέση τους που θα τύγχανε και της ανάλογης αξιολόγησης. Η αντεξέταση των ΜΕ1 και 2 περιστράφηκε γύρω από τις κατατεθείσες καταστάσεις λογαριασμού και αν οι ενάγοντες προέβηκαν στην δέουσα έρευνα σε σχέση με την οικονομική κατάσταση των εναγομένων πριν χορηγήσουν τα επίδικα δάνεια. Το τελευταίο συνδέεται με την ισχυριζόμενη παράβαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου από πλευράς εναγόντων στα πλαίσια των καθηκόντων τους. Στην αγόρευση της τώρα η εναγόμενη 2, θέτει ως λόγους απόρριψης της αγωγής την μη απόδειξη του οφειλόμενου υπολοίπου σε κανένα από τους επίδικους λογαριασμούς και της μη σωστής αξιολόγησης της οικονομικής κατάστασης των εναγομένων να αποπληρώσουν τα επίδικα δάνεια. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να αιτούνται την έκδοση των διαταγμάτων ως αυτά διατυπώνονται στις παραγράφους ΤΑ,Υ,ΥΑ,ΥΔ,ΥΕ,ΥΖ,Φ,ΦΔ,ΦΕ,ΦΗ και ΧΑ, εναντίον του Διευθυντή του Κτηματολογίου και του Εφόρου Φορολογίας. Δεν νομιμοποιούνται επίσης να αιτούνται την έκδοση των διαταγμάτων υπό ΦΒ, Χ και ΧΒ εναντίον της εναγόμενης
  17. Ανεξαρτήτως βέβαια των πιο πάνω, από πλευράς υπεράσπισης προβαλλόμενων λόγων, είναι καλά θεμελιωμένο ότι το βάρος απόδειξης στις πολιτικές δίκες βρίσκεται στους ώμους του ενάγοντα ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή μαρτυρία και αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση και η εκδοχή του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων είναι πιο πιθανή παρά όχι. Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργου Οικονόμου
(2014)1(Γ) Α.Α.Δ. 2287 λέχθηκαν τα εξής: «Η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησης της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1138).» Περαιτέρω και σε σχέση με τραπεζική οφειλή, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829, σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τα ακόλουθα: (
  1. i)Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κ.λπ., μαζί με τους όρους της. (
  2. ii)Η παράβαση όρου της σύμβασης. (iii) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 24/6/08 οι εναγόμενοι 1 και 3 συνήψαν δύο γραπτές συμφωνίες δανείου για τα ποσά των €153.505 και €175.435 αντίστοιχα. Οι εν λόγω συμφωνίες κατατέθηκαν ως τεκ.4 και 6. Η κατάρτιση τους δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της εναγόμενης 2. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ούτε και η υπογραφή των δύο συμβάσεων εγγύησης ημερομηνίας 10/7/08 που δόθηκαν από την εναγόμενη 2 για τα πιο πάνω δάνεια. Το γεγονός αυτό δηλώθηκε και ως παραδεκτό στο έγγραφο Α. Αυτό που τίθεται από την εναγόμενη 2 και έχει σχέση με την κατάρτιση των επίδικων συμφωνιών δανείων είναι η παράλειψη των εναγόντων να ασκήσουν σωστά τα καθήκοντα τους ή και κατά παράβαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ως προς την σωστή αξιολόγηση της οικονομικής δυνατότητας των εναγομένων 1 και 3 να εξοφλήσουν τα ποσά των δανείων που θα χορηγούσαν. Αρχικά να λεχθεί ότι η θέση για παράβαση εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου παρέμεινε αόριστη και χωρίς μαρτυριακή υποστήριξη. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε εγκύκλιος που να καταγράφονται οι οδηγίες προς την τράπεζα σε σχέση με το θέμα αυτό, πόσο μάλλον οι συγκεκριμένες οδηγίες τις οποίες οι ενάγοντες παραβίασαν. Δεν υπήρξε και αντεξέταση των ΜΕ ως προς το υπό εξέταση ζήτημα με άξονα εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Η ΜΕ2 όμως αντεξετάστηκε συγκεκριμένα για τα στοιχεία που η ίδια ζήτησε από τους εναγόμενους 1 και 3 και την έρευνα που διεξήγαγε αναφορικά με την δυνατότητα τους να αποπληρώσουν τα ποσά των δανείων. Να υπενθυμιστεί εδώ ότι η ΜΕ2 ήταν το πρόσωπο από τους ενάγοντες που αξιολόγησε το αίτημα των εναγομένων για δανειοδότηση και εισηγήθηκε την έγκριση του. Γενικότερη θέση της υπεράσπισης είναι ότι οι ενάγοντες δεν προέβηκαν σε ενδελεχή έρευνα της οικονομικής κατάστασης των εναγομένων 1 και 3 έτσι ώστε να γίνει ορθή αξιολόγηση της και ότι οι τελευταίοι θα μπορούσαν να αποπληρώσουν τα δάνεια που θα χορηγούνταν. Η ΜΕ2 προς αντίκρουση της θέσης της υπεράσπισης και δεχόμενη ότι δεν ζήτησαν κατάσταση της μισθοδοσίας τους (payslip) για το 2008 αλλά ούτε και φορολογικές δηλώσεις για το έτος 2007 ή κατάσταση εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων για το έτος 2008, είπε ότι βασίστηκαν ως επί το πλείστον στις βεβαιώσεις του εγκεκριμένου λογιστή τους τεκ.23 και 23(α). Αναφέρθηκε επίσης και στην κατάσταση τραπεζικού λογαριασμού τεκ.37 και στην κατάσταση αξίας εξαγοράς της ασφάλειας ζωής που είχαν οι οφειλέτες στο όνομα τους. Λόγος έγινε και για το τεκ.39 με την μάρτυρα να λέει ότι είναι κάτι παρόμοιο με το «Άρτεμις» που δείχνει τι είδους πελάτης είναι, αν είναι προβληματικός και αν πληρώνει τις δόσεις του. Σε υποβολή της συνηγόρου υπεράσπισης ότι λανθασμένα το έλαβαν υπόψιν, η ΜΕ2 απάντησε ότι δεν ήταν το μόνο αλλά ένα από τα έγγραφα στα οποία βασίστηκαν. Ακόμη και να γίνει δεκτή η θέση της υπεράσπισης, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης των εναγομένων δεν ήταν η ενδεδειγμένη, δεν υπάρχει εισήγηση, πολύ δε περισσότερο στοιχειοθέτηση, για ακυρότητα των επίδικων συμφωνιών δανείων. Ουδέν έχει τεθεί ότι η πλημμελής εξέταση των οικονομικών δυνατοτήτων των εναγομένων επιφέρει την ακυρότητα των συμβάσεων. Δεν έχει επίσης ρωτηθεί η ΜΕ2 ποια τα κριτήρια και αν υπάρχουν τέτοια, που λαμβάνονται υπόψιν κατά το στάδιο εξέτασης αίτησης για δανειοδότηση και αξιολόγηση της εισοδηματικής ευρωστίας του αιτούντος τη χορήγηση του δανείου. Αυτό θεωρώ ότι είναι απαραίτητο έτσι ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί και να κριθεί αν ο δανειστής κατά παράβαση σχετικών κανονισμών που έχουν σαν επακόλουθο επιπτώσεις στην εγκυρότητα της σύμβασης, ενέκρινε τη χορήγηση δανείου. Δεν είναι δυνατόν, όπως και στην παρούσα περίπτωση, στην απουσία αυτών των δεδομένων το Δικαστήριο να εξετάσει και να προβεί σε ευρήματα ως προς αυτό το θέμα. Αναφορικά τώρα με παράβαση όρου της σύμβασης οι εναγόμενοι 1 και 3 όφειλαν να καταβάλλουν συγκεκριμένες μηνιαίες δόσεις προς εξόφληση των χορηγηθέντων δανείων ως αυτές ρητώς καθορίζονται στις συμφωνίες τεκ.4 και 6. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι σταδιακά τα επίδικα δάνεια κατέστησαν μη εξυπηρετούμενα αφού οι συμφωνηθείσες δόσεις δεν καταβάλλονταν κατά το χρόνο που καθίσταντο πληρωτέες. Η θέση αυτή του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκε αλλά ούτε και υπήρξε εισήγηση περί του αντιθέτου. Αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου. Να επισημανθεί εδώ ότι εναντίον των εναγόμενων 1 και 3 έχει εκδοθεί απόφαση χωρίς φυσικά αυτό να παράγει δεδικασμένο και εναντίον της εναγόμενης 2. Αποτελεί όμως ένδειξη οφειλής και έναντι των εγγυητών (βλ. Αlpha Bank Cyprus Ltd ν. Ζαλούμη κ.ά, ECLI:CY:AD:2020:A123, Πολ.Έφεση 149/13, ημερομηνίας 14/4/2020). Η πιο πάνω παράβαση των όρων των επίδικων συμφωνιών είχε σαν αποτέλεσμα αρχικά την αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 19/9/11 τεκ.17 και στη συνέχεια της επιστολής τερματισμού ημερομηνίας 10/11/11 τεκ.18. Έχει δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι η επιστολή τερματισμού τεκ.18 αποστάληκε στην εναγόμενη 2 στην δοθείσα διεύθυνση και δεν επεστράφη. Όσον αφορά τους εναγόμενους 1 και 3, υπάρχει η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι το τεκ.18 αποστάληκε στους εναγομένους και δεν επεστράφη. Η μαρτυρία αυτή του ΜΕ1 παρέμεινε αναντίλεκτη. Τούτου δεδομένου ο τερματισμός κρίνεται νομότυπος. Προβάλλεται από την υπεράσπιση η μη απόδειξη του υπολοίπου των λογαριασμών για τα δύο επίδικα δάνεια. Η συνήγορος για την εναγόμενη 2, στην αγόρευση της, αναφέρει ότι από τα τεκ.29 και 34 αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι δεν έχει αποδειχθεί το υπόλοιπο, ως αυτό αναφέρεται στην παράγραφο 14(β) της έκθεσης απαίτησης. Επικαλείται την αναγραφή στα τεκμήρια τεσσάρων διαφορετικών λογαριασμών που από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν έχουν συνδεθεί μεταξύ τους. Γίνεται αναφορά και σε αναγραφή διαφορετικών ποσών στα δύο τεκμήρια κατά την ίδια χρονική περίοδο, ως επίσης και σε χρεώσεις που δεν παρουσιάζονται σωστά στους ίδιους λογαριασμούς κατά την ίδια χρονική περίοδο. Είναι επίσης η θέση της εναγόμενης 2 ότι ενώ το ποσό του δανείου των €153.505 δεν εκταμιεύθηκε ολόκληρο προς όφελος της εναγόμενης 2 και παρέμεινε υπόλοιπο εκ €10.965, εν τούτοις οι ενάγοντες τόκιζαν ολόκληρο το ποσό του δανείου από τις 17/7/08 μέχρι και τις 23/9/20. Ίδιες είναι οι θέσεις της υπεράσπισης και για το δάνειο του τεκ.6 με την διαφοροποίηση ως προς τα ποσά. Ότι δηλαδή υπάρχουν διαφορετικοί αριθμοί λογαριασμών για τους οποίους απουσιάζει μαρτυρία σύνδεσης τους και ότι και το δάνειο των €175.435 δεν εκταμιεύθηκε ολόκληρο το ποσό προς όφελος της εναγόμενης 2. Ο ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέταση του (βλ. παρ.46 τεκ.1), αναφέρει ότι η ενάγουσα τράπεζα καθ'όλη την περίοδο λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών τηρούσε βιβλίο λογαριασμών για τον κάθε πελάτη της όπου γινόταν και γίνεται συνεχής ενημέρωση και καταχώρηση κάθε χρέωσης ή πίστωσης που τον αφορά. Πριν όμως το Δικαστήριο προχωρήσει κατά πόσο οι κατατεθείσες καταστάσεις λογαριασμού θα γίνουν αποδεκτές δυνάμει του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 θα πρέπει πρώτα να αποσαφηνιστεί το ζήτημα των αριθμών λογαριασμών που ομολογουμένως δυνατόν να προκαλέσουν κάποια αρχική σύγχυση. Αυτό είναι διότι τα δάνεια καταρτίστηκαν με την πρώην Λαϊκή Τράπεζα και μετά τον τερματισμό των εργασιών της μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Το δάνειο για το ποσό των €153.505 είχε τον αριθμό λογαριασμού της πρώην Λαϊκής XXXXX1778 και εκταμιεύθηκε στον λογαριασμό με αριθμό XXXXX6188 και με την μεταφορά του στην Τράπεζα Κύπρου δόθηκε ο αριθμός XXXXX1295. Μετά τον τερματισμό έλαβε τον αριθμό XXXXX9319. Το δάνειο αυτό αφορούν οι καταστάσεις λογαριασμού, τεκ.29 και 34. Το δάνειο για το ποσό των €175.435 είχε τον αριθμό λογαριασμού της πρώην Λαϊκής XXXXX1761 και εκταμιεύθηκε στον αριθμό λογαριασμού XXXXX6455. Με τη μεταφορά του στην Τράπεζα Κύπρου του δόθηκε ο αριθμός XXXXX2879. Μετά τον τερματισμό έλαβε τον αριθμό XXXXX9092. Το δάνειο αυτό αφορούν οι καταστάσεις λογαριασμού τεκ.30,33 και 35. Ο ΜΕ1 καταθέτοντας στο Δικαστήριο ανέφερε τα πιο πάνω παραπέμποντας και στο ανάλογο τεκμήριο που αφορούσε τον κάθε λογαριασμό. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα ανυπαρξίας μαρτυρίας σύνδεσης των λογαριασμών με τα επίδικα δάνεια. Στο άρθρο 22 του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9 και συγκεκριμένα στα εδάφια 2 και 3 τίθενται οι ακόλουθες προϋποθέσεις για να γίνει αποδεκτό ένα τέτοιο έγγραφο ως τραπεζικό βιβλίο: - Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας. - Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. - Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τον έλεγχο και φύλαξη της τράπεζας. - Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Αναφέρθηκε από τον ΜΕ1 ότι οι επίδικοι λογαριασμοί ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας στο οποίο οι καταχωρήσεις γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας και βρίσκεται υπό τη φύλαξη και έλεγχο της. Ανέφερε τέλος ο μάρτυρας ότι ο ίδιος είχε πρόσβαση στο βιβλίο, εκτύπωσε τις καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες και σύγκρινε με τις καταχωρήσεις στο τραπεζικό βιβλίο και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Με βάση λοιπόν τις πρόνοιες του άρθρου 22 ως ανωτέρω έχει παρατεθεί και τα όσα ο ΜΕ1 ανέφερε, οι κατάστασεις των επίδικων λογαριασμών αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένες σε αυτές. Από το λεκτικό του άρθρου 22 προκύπτει η δημιουργία μαχητού τεκμηρίου το οποίο αντιστρέφει το βάρος απόδειξης εναποθέτοντας το στους ώμους των εναγόμενων οι οποίοι θα πρέπει να αποδείξουν τις θέσεις τους ως προς το μη νόμιμο και ορθό των χρεώσεων που ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες χρέωναν τον επίδικο λογαριασμό. Αυτό που τέθηκε στον ΜΕ1 και έχει σχέση με το υπόλοιπο είναι ότι κατά την εκταμίευση των δανείων παρέμεινε υπόλοιπο ποσό σε κάθε δάνειο που δεν εκταμιεύθηκε, δεδομένο που ο ΜΕ1 δεν το αρνήθηκε. Για τον λογαριασμό με αριθμό 036-12-531761 είπε ότι ήταν για €10.964,22 και πιστώθηκε στις 23/9/2020 ενώ για το δάνειο των €175.435 παρέμεινε υπόλοιπο που δεν εκταμιεύθηκε ύψους €29.000 και το οποίο πιστώθηκε στις 23/9/2020. Δέχθηκε επίσης ότι από την ημέρα εκταμίευσης του δανείου το υπόλοιπο μη πιστωθέν ποσό τοκιζόταν κανονικά. Εξήγησε όμως ο ΜΕ1 ότι ήταν πιστωτικό υπόλοιπο και ήταν σε κατηγορία λογαριασμού που έπαιρνε ψηλότερο επιτόκιο από ένα κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου. Υποβλήθηκε περαιτέρω στο μάρτυρα ότι η μη πίστωση από τους ενάγοντες του ποσού την ημέρα τερματισμού είναι συμπεριφορά παράνομη και αντισυμβατική. Είναι εισήγηση της πλευράς της εναγόμενης 2 ότι απέτυχε να αποδείξει το οφειλόμενο ποσό. Πέραν του γεγονότος ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να εκταμιεύσουν ολόκληρο το ποσό των επίδικων δανείων είτε κατά το άνοιγμα των λογαριασμών είτε κατά τον τερματισμό, ουδέν έχει τεθεί που θα οδηγούσε το Δικαστήριο ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν τα οφειλόμενα υπόλοιπα. Η μοναδική μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον μου είναι αυτή του ΜΕ1 ο οποίος είπε ότι τα μη εκταμιευθέντα ποσά ήταν πιστωτικά υπόλοιπα που λάμβαναν υψηλότερο επιτόκιο από ένα κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου. Συνεπώς κατά το χρόνο του συμψηφισμού τα ποσά που πιστώθηκαν περιλάμβαναν και το επιτόκιο που προστέθηκε. Το Δικαστήριο όμως δεν είναι δυνατόν να προβεί σε υπολογισμούς από μόνο του για να καταλήξει αν πράγματι το ποσό που θα οφειλόταν θα ήταν διαφορετικό αν η πίστωση του ποσού λάμβανε χώρα είτε κατά το άνοιγμα των λογαριασμών είτε κατά τον χρόνο του τερματισμού. Δεν υποβλήθηκε περαιτέρω από πλευράς εναγόμενης 2 ότι τα υπόλοιπα θα ήταν χαμηλότερα σε περίπτωση που η εκταμίευση γινόταν κατά τους πιο πάνω χρόνους. Η υποβολή και η απάντηση του μάρτυρα ότι είναι λογικό ότι τα ποσά θα ήταν διαφορετικά δεν αποσαφηνίζει το θέμα. Στην υπόθεση Christakis Ioannou Merkis Services Ltd v.Hellenic Bank Public Company Ltd, ECLI:CY:AD:2018:A345, Πολ.Έφεση 126/2012, ημερομηνίας 10/7/2018, τέθηκαν τα εξής: «Με βάση λοιπόν το Τεκμ. 10, μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, και το ύψος του οφειλόμενου ποσού, εφόσον δεν έχει ανατραπεί από άλλη μαρτυρία. Εδώ οι Εφεσείοντες επέλεξαν, όπως ήταν δικαίωμα τους, να μην καταθέσουν και να προσφέρουν καμία άλλη μαρτυρία προς αντίκρουση της άνω μαρτυρίας της Εφεσίβλητης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, συνεπώς, πολύ ορθά προσέγγισε το όλο θέμα και η παρέμβαση μας δεν είναι επιτρεπτή (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Π.Ε. 335/2009, ημερ. 17.10.2014, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου ECLI:CY:AD:2018:A71, Π.Ε. 398/2011 ημερ. 12.2.2018, Φωτίου κ.α. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd Π.Ε. 39/2012 ημερ. 3.5.2018). Ο λόγος Έφεσης δεν μπορεί να επιτύχει.». Από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ως αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΕ1 ο οποίος κατέθεσε και επεξήγησε τις καταστάσεις λογαριασμού τεκ.29 και 34 για το δάνειο τεκ.4 και τα τεκ.30,33 και 35 για το δάνειο τεκ.6 και τις χρεώσεις με το αναφερόμενο επιτόκιο και ότι αυτή συνάδει με τα άρθρα 22 και 35 του Κεφ.9 χωρίς να αμφισβητηθεί η μαρτυρία του επί τούτου ή και να προσαχθεί περί του αντιθέτου μαρτυρία, οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού παραμένουν ως αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Ιωαννίδης ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1 Α.Α.Δ. 1491). Καταληκτικά και με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους εναντίον της εναγόμενης
  1. Πέραν των ως άνω ποσών οι ενάγοντες αξιώνουν και αριθμό προστακτικών διαταγμάτων με κάποια να στρέφονται εναντίον του Διευθυντή του Κτηματολογίου (βλ.παρ.18ΤΑ, 18Υ, 18ΥΑ, 18ΥΔ, 18ΥΕ, 18ΥΖ, 18Φ,18ΦΕ,18ΦΖ, 18ΦΗ και 18ΧΑ της έκθεσης απαίτησης) και ένα εναντίον του Εφόρου Φορολογίας (βλ. παρ.18ΦΔ της έκθεσης απαίτησης). Τα δικαιώματα και υποχρεώσεις εκάστου από τους συμβαλλόμενους σε συμφωνία πηγάζουν από την μεταξύ τους συμφωνία που στην παρούσα περίπτωση είναι τα τεκ.4,6,7-11,14 και
  2. Δεν είναι όμως δυνατόν να επιζητούνται διατάγματα προστακτικού χαρακτήρα που προστάζουν πρόσωπα, που δεν είναι διάδικα μέρη, να προβούν σε ενέργειες χωρίς να προβλέπεται από τις συμφωνίες, αλλά και χωρίς να ακουστούν. Εντύπωση επίσης προκαλεί το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου 18ΦΖ με το οποίο να διατάττονται οι ίδιοι οι ενάγοντες ή και οι υπάλληλοι τους να προβούν σε συγκεκριμένες ενέργειες. Το θεωρώ τουλάχιστον ανορθόδοξο οι ενάγοντες να ζητούν διάταγμα εναντίον του εαυτού τους. Δεν μπορούν θεωρώ να εκδοθούν και τα διατάγματα που υποχρεώνουν την εναγόμενη 2 να υπογράψει κάθε αναγκαίο έγγραφο που οι ενάγοντες θα της υποδείξουν προς εξασφάλιση πιστοποιητικού διευθέτησης φορολογικής υποχρέωσης (βλ.παρ.18ΦΒ) τη στιγμή που η φορολογική νομοθεσία προβλέπει και για ποινικά αδικήματα και η υπογραφή τέτοιου εγγράφου δυνατόν να ενοχοποιεί την εναγόμενη
  3. Το Δικαστήριο βέβαια έχει εκδώσει κάποια από τα αιτούμενα διατάγματα κατά την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης ημερομηνίας 11/1/2021, εναντίον των εναγόμενων 1 και
  4. Το γεγονός αυτό δεν συνεπάγεται και την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων για την εναγόμενη 2 τη στιγμή που αμφισβητείται το δικαίωμα αυτό των εναγόντων και το Δικαστήριο έχει ενώπιον του τους λόγους της αμφισβήτησης και κρίνει ότι όντως δεν θα πρέπει να εκδοθούν. Συνεπώς τα αιτούμενα διατάγματα υπό 18ΤΑ, 18Υ,18ΥΑ, 18ΥΔ, 18ΥΕ, 18ΥΖ, 18Φ, 18ΦΒ-18ΦΕ, 18ΦΖ, 18ΦΗ,18Χ-18ΧΒ δεν μπορούν εκδοθούν και απορρίπτονται. Η εναγόμενη 2 ανταπαιτητικά αξιώνει δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι υπογραφές εγγύησης της είναι άκυρες. Αξιώνει επίσης απόφαση εναντίον των εναγόντων για το ποσό των €87.717,45 ως υπόλοιπο από το τίμημα πώλησης. Καμία εκ δεν των δύο αξιώσεων δεν έχει προωθηθεί από την εναγόμενη
  5. Αναφορικά με την υπογραφή των επίδικων συμβάσεων εγγύησης ημερομηνίας 10/7/2008 έχει δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι έχουν υπογραφεί από την εναγόμενη
  6. Σε σχέση με το αξιούμενο ποσό των €87.717,45 δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη του. Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης 2 για το ποσό των €332.184,27 με τόκο προς 9.25% ετησίως επί ποσού €328.933,24 από 9/2/21 μέχρι εξοφλήσεως. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται δύο φορές το χρόνο, ήτοι 30/6ου και 31/12ου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Εκδίδεται περαιτέρω απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης 2 για το ποσό των €373.035,59 με τόκο προς 9.25% ετησίως επί ποσού €369.384,75 από 9/2/21 μέχρι εξοφλήσεως. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται δύο φορές το χρόνο, ήτοι 30/6ου και 31/12ου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Μέχρι ποσού εκ €347.407 με τόκο 9.25% από 1/4/12 και με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως μέχρι εξοφλήσεως, θα είναι αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τους εναγόμενους 1 και 3 για τους οποίους έχει ήδη εκδοθεί απόφαση. Περαιτέρω υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης 2 εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι 18Γ-18Ρ, 18Τ, 18ΤΒ, 18ΥΒ, 18ΥΓ, 18ΥΣΤ, 18ΥΗ, 18ΥΘ, 18ΦΑ, 18ΦΣΤ και 18ΦΘ της έκθεσης απαίτησης. Τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης
  7. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς διαταγή για έξοδα εφόσον εκδικάστηκε με την αγωγή. (Υπ.).......... Λ.Μουγής Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.