ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΗΛΙΑ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ, Αρ. Αγωγής: 124/21, 8/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 124/21 Μεταξύ: ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΗΛΙΑ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Ενάγουσας και ...... ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ Εναγόμενης Αίτηση ημερομηνίας 5/4/2021 για ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα-προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 6/4/2021 Ημερομηνία: 8.7.2021 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ.Η.Χρίστου για Ηλίας Χρίστου ΔΕΠΕ (για ν'ακούσει απόφαση ο κ.Ν.Μαντοβάνης). Για την Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση: κ.Ν.Νικολάου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 05/04/21 η ενάγουσα καταχώρισε εναντίον της εναγόμενης την παρούσα αγωγή και την ίδια ημέρα καταχώρισε μονομερή αίτηση, με την οποία ζητούσε εναντίον της εναγόμενης απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο η τελευταία να εμποδίζεται ουσιαστικά να αποξενώσει ή επιβαρύνει συγκεκριμένα οχήματα (αρ. εγγραφής XXXXX68, XXXXX59 και XXXXX78). Κατόπιν συζήτησης της αίτησης στις 06/04/21, οπότε αυτή ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά, το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς το αιτούμενο διάταγμα. Το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα δε ορίστηκε ως επιστρεπτέο την 14/04/21. Ακολούθησε, στις 09/04/21, μετά την επίδοση της αγωγής και της αίτησης, η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης δια δικηγόρου εκ μέρους της εναγόμενης, ενώ στις 11/05/21 η εναγόμενη καταχώρησε την ένσταση της. Η επίδικη αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στα άρθρα 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.28 Θ1-4, Δ.39, Δ.48 Θ.1-3, 7-9, Δ.49, Δ.55, Δ.58 και Δ.64 Θ.1-2, στο Σύνταγμα, στην Περί Συμβάσεων Νόμο, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, στην αρχή του δικαίου της επιείκειας, στη διακριτική και ή εγγενή εξουσία και ή πρακτικής και ή συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (ΕΔ) του XXXXX Ηλία, o οποίος είναι ένας εκ των διευθυντών της ενάγουσας. Βασική θέση της ενάγουσας, ως προκύπτει από την ΕΔ του Ηλία, είναι ότι τα επίδικα οχήματα ενεγράφησαν επ΄ ονόματι της εναγόμενης μετά το 2013, κατόπιν κοινής απόφασης με τον αδελφό του, επίσης διευθυντή της ενάγουσας και σύζυγο της εναγόμενης ο οποίος απεβίωσε, και με τη σύμφωνη γνώμη του πατέρα τους (ο οποίος σημειώνεται μετά το θάνατο του αδελφού του έγινε διευθυντής της εταιρείας, εις αντικατάσταση του αδελφού του). Συγκεκριμένα είχαν αποφασίσει από κοινού όπως μέρος της κινητής περιουσίας της ενάγουσας μεταβιβαστεί στις συζύγους τους και πράγματι έγινε η μεταβίβαση με την αμοιβαία κατανόηση με την εναγόμενη ότι θα εγγραφεί μεν ιδιοκτήτρια αλλά δικαιούχος και πραγματικός ιδιοκτήτης θα παραμείνει η ενάγουσα. Από νομική συμβουλή που λαμβάνει δε έχει δημιουργηθεί εξ΄ επαγωγής εμπίστευμα μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης και η εναγόμενη κατέστη εμπιστευματοδόχος της ενάγουσας εν σχέση με τα επίδικα οχήματα. Από εκεί και πέρα ισχυρίζεται ότι περί τα τέλη του Μάρτη του 2021 η εναγόμενη μετέβη στο χώρο όπου ευρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της ενάγουσας έτσι ώστε να λάβει κατοχή των επίδικων οχημάτων, καθώς ως τον είχε ενημερώσει προτίθετο να πωλήσει τα οχήματα σε τρίτα πρόσωπα. Από πληροφορίες δε που έλαβε είχε ήδη προσεγγίσει (η εναγόμενη) τις προηγούμενες εβδομάδες άλλες εργοληπτικές εταιρείες για να τους τα πωλήσει και ανέφερε ότι αν το Δικαστήριο δεν προχωρούσε να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα στη βάση του κατεπείγοντος και η εναγόμενη αποφάσιζε να αποξενώσει τα οχήματα, τότε τόσο ο ίδιος όσο και ο πατέρας του ενδεχόμενα να κατακρατούν ξένη περιουσία και θα διαπράξουν αδικήματα, οπότε ζητούν την προστασία του Δικαστηρίου, ενώ η ενάγουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτο πλήγμα. Μετέπειτα η εναγόμενη προέβη σε καταγγελία σε βάρος τους για κλοπή των οχημάτων και έχουν δώσει κατάθεση στην αστυνομία τόσο ο ίδιος όσο και ο πατέρας του. Η εναγόμενη αντέδρασε στην αίτηση καταχωρώντας ένσταση, εις την οποία καταγράφονται 10 λόγοι ένστασης. H ένσταση έχει την ίδια βάση ουσιαστικά με την αίτηση πιο πάνω. Η ένσταση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (ΕΔ) της εναγόμενης. Σε αυτήν η εναγόμενη αρνείται τους ισχυρισμούς του Ηλία και ως προς την εγγραφή των οχημάτων επ΄ ονόματι της ισχυρίζεται ότι το 2013 λόγω τεράστιων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η ενάγουσα, αποφασίστηκε να αγοράσει ο σύζυγος της και ο αδελφός του XXXXX Ηλία, διάφορα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, με σκοπό αφενός να ενισχυθεί οικονομικά η εταιρεία και αφετέρου να διαφυλαχτούν τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία από τους διάφορους πιστωτές. Οπότε δική της θέση είναι ότι τα οχήματα που είναι εγγεγραμμένα επ΄ ονόματι της, αγοράστηκαν από το σύζυγο της και κάποια άλλα από τον αδελφό του συζύγου της, δηλαδή τον Ηλία. Ισχυρίζεται δε ότι οι ισχυρισμοί του Ηλία αποτελούν νομικά τεχνάσματα που προσπάθησε να εξεύρει μετά το θάνατο του συζύγου της για να θέσει υπό τον έλεγχο του περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην ίδια και στην οικογένεια της. Ως προς τη θέση του Ηλία για πρόθεση αποξένωσης των οχημάτων αναφέρει ότι ουδέποτε εξέφρασε πρόθεση να πωλήσει τα συγκεκριμένα οχήματα. Ο σύζυγος της απεβίωσε στις 16/10/20 και η παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε 5/4/21, δηλαδή 6 σχεδόν μήνες μετά και αν είχε πρόθεση να πωλήσει τα οχήματα είχε απεριόριστο χρόνο να το πράξει. Εν πάση περιπτώσει χαρακτηρίζει ασύστολα ψεύδη όσα αναφέρει ο Ηλία και προσθέτει ότι όλα τα μηχανοκίνητα οχήματα βρίσκονταν στην αυλή του σπιτιού της και μετά το θάνατο του συζύγου της, σε χρόνο που απουσίαζε από το σπίτι, ο Ηλία εισήλθε στην αυλή του σπιτιού της και μετακίνησε τα δυο εκ των οχημάτων σε ιδιόκτητο χώρο του πατέρα του. Το ένα εκ των οχημάτων τη συγκεκριμένη ημέρα δεν ήταν στο σπίτι επειδή το χρησιμοποιεί ο μεγαλύτερος γιος της για να μεταβαίνει στην εργασία του και έτσι παρέμεινε στη κατοχή της. Η εναγόμενη αναφέρει δε ότι λόγω των ανωτέρω προχώρησε σε καταγγελία του θέματος στην αστυνομία και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 6 δυο επιστολές του δικηγόρου της προς την αστυνομία και απαντητική επιστολή της αστυνομίας. Η ακρόαση της αίτησης προχώρησε με γραπτές αγορεύσεις, στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οιουδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις δε των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις που παρουσίασαν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις σημειώνω έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνω όμως σκόπιμο αναφέρω εδώ να παραθέσω ότι οι συνήγοροι αναφέρουν με τις αγορεύσεις τους. Θα αναφερθώ σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω αν και όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Νομικές Αρχές Έκδοσης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων - Άρθρο 32, Ν.14/60 Οι αρχές έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος με βάση το άρθρο 32 * του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, είναι οι ακόλουθες: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και (γ) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557 και Papapetrou Bros Ltd v. Αντρούλλας Παπαπέτρου,
(2003)1 ΑΑΔ 741). * 32.-
(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει πόσο δίκαιο και εύλογο είναι να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. (βλ. Odysseos πιο πάνω και Χριστοφή Κουνούνα v. C. & A. Simonos Ltd,
(2002)1 ΑΑΔ 1361). Δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Κώστα Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 1235). Η πρώτη προϋπόθεση, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Odysseos πιο πάνω). Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχει ερμηνευθεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από «το ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos πιο πάνω). Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015). Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653). Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση 145/2011, 13/6/2013). Η προοπτική επιτυχίας και η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 253, στη σελ. 257). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστόφορου κ.ά.
(1995)1 AAΔ 248). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα ή αν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα των θεραπειών που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 396). Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co.
(1997)1 AΑΔ 1799). Έχοντας μελετήσει την αίτηση και την ένσταση, προχωρώ κατ' αρχήν στην εξέταση των θεμάτων που με βάση και τη νομολογία εξετάζονται κατά προτεραιότητα. Α. Μη ύπαρξη του κατεπείγοντος χαρακτήρα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος (βλ. σελ.5-9 της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγόμενης), συνδυαστικά με την ύπαρξη καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης (βλ. σελ.10-11 της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγόμενης) Στην υπόθεση Έλενα Αμβροσιάδου v. Martin Coward Πολ. Έφεση 3/2011 και 4/2011 ημερ. 15/1/2013, αναφέρθηκε ρητώς ότι το ζήτημα του κατεπείγοντος εξετάζεται πρώτο και ανεξάρτητα από την ικανοποίηση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Ως έχει δε νομολογηθεί, για να τίθεται θέμα έκδοσης διατάγματος σε μονομερή βάση κατ' επίκληση του άρθρου 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, πρέπει να καταδειχθεί, ως θέμα δικαιοδοτικό, ότι το ζήτημα είναι κατεπείγον ή ότι συντρέχουν άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις (In Re Stavros Appartments Ltd κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 836 και Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) ΑΑΔ 598). Η δε έλλειψη αυτού του υποβάρθου αποτελεί ανεξάρτητο λόγο ακύρωσης (βλ. το σύγγραμμα «Διατάγματα-Injunctions» των κ.κ. Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη,
(2016)σελ.19, Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου Πολ. Εφ. 52/10, ημερ. 19/3/2014). Η ενάγουσα προκειμένου να δικαιολογήσει το κατεπείγον αναφέρθηκε, μέσω του Ηλία, σε πρόθεση από μέρους της εναγόμενης να αποξενώσει τα επίδικα οχήματα. Μάλιστα ο Ηλία προς ενίσχυση της θέσης αυτής αναφέρθηκε σε πληροφορίες που έλαβε ότι η εναγόμενη έχει ήδη προσεγγίσει τις προηγούμενες βδομάδες άλλες εργοληπτικές εταιρείες για να τους τα πωλήσει (βλ. την παρ.16 της ΕΔ του Ηλία). Η εναγόμενη, απαντώντας, αρνείται ότι έχει τέτοια πρόθεση και χαρακτηρίζει ασύστολα ψεύδη τα λεγόμενα του Ηλία. Εξηγεί δε ότι τα δύο εκ των οχημάτων βρίσκονταν στην αυλή του σπιτιού της και μετακινήθηκαν από την ενάγουσα ή και τον Ηλία, όταν η ίδια απουσίαζε, σε ιδιόκτητο χώρο του πατέρα του Ηλία. Το τρίτο όχημα δεν ήταν στο σπίτι γιατί το χρησιμοποιούσε ο γιός της και έτσι παρέμεινε στην κατοχή της. Ένεκα των ανωτέρω έχει προχωρήσει σε καταγγελία στην Αστυνομία και σχετικά επισυνάπτει 2 επιστολές του δικηγόρου της ημερ. 11/3/21 και 07/04/21, με τις οποίες ο τελευταίος ζητά να πληροφορηθεί για τα ευρήματα της Αστυνομίας αναφορικά με την καταγγελία της πελάτιδος του ημερ. 19/02/21, καθώς επίσης επισυνάπτει την απαντητική επιστολή της Αστυνομίας ημερ. 08/04/21 (βλ. τεκμ.6 στην ΕΔ της εναγόμενης). Η εναγόμενη σημειώνεται δεν αντεξετάστηκε και οι ισχυρισμοί της παρέμειναν αναπάντητοι. Προσθέτω δε εδώ, για όποια σημασία έχει, πως ούτε στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση που επιχείρησε να καταχωρήσει η ενάγουσα (η σχετική αίτηση της έχει απορριφθεί), η τελευταία ζήτησε να συγκεκριμενοποιήσει, με δεδομένη την αμφισβήτηση από την εναγόμενη, τις ισχυριζόμενες πληροφορίες που έλαβε για προσέγγιση άλλων εργοληπτικών εταιρειών προκειμένου να τους πωλήσει τα οχήματα, ούτε προσκόμισε επιπλέον μαρτυρία ως προς το θέμα αυτό. Έχει επίσης σημασία να αναφερθεί εδώ ότι ο Ηλία επιβεβαιώνει ότι έγινε καταγγελία από την ενάγουσα στην Αστυνομία και γι' αυτήν τόσο ο ίδιος όσο και ο πατέρας του έχουν δώσει κατάθεση. Η καταγγελία προφανώς που έγινε από την εναγόμενη ήταν μία και δεν υπάρχει μαρτυρία για περισσότερες καταγγελίες. Με αυτά υπόψη, προκύπτει κατ' αρχήν πως ο ισχυρισμός του Ηλία ότι η εναγόμενη μετέβηκε περί τα τέλη Μαρτίου 2021 στο εγγεγραμμένο γραφείο της ενάγουσας για να λάβει κατοχή των οχημάτων και του είπε ότι θα τα πωλήσει, αλλά και ότι η καταγγελία στην Αστυνομία έγινε μετά τα πιο πάνω λόγω της άρνησης τους να της δώσουν τα οχήματα, δεν ευσταθεί. Διότι με βάση την καταγγελία της εναγόμενης η ισχυριζόμενη κλοπή των οχημάτων είχε ήδη γίνει στις 19/02/21 (ημερομηνία καταγγελίας) και ο δικηγόρος της στις 11/03/21 και 07/04/21 ζητούσε να πληροφορηθεί για τα ευρήματα της Αστυνομίας. Όσα λέει ο Ηλία συνεπώς φαίνεται στο παρόν στάδιο να μην έχουν λογική και συνοχή και γι' αυτό απορρίπτονται. Από εκεί και πέρα είναι θεωρώ σαφές ότι η ενάγουσα δεν κατάφερε να υποστηρίξει τελικά την βασική θέση στην οποία στήριξε το κατεπείγον, ότι δηλαδή η εναγόμενη προσέγγισε άλλες εταιρείες για να πωλήσει τα οχήματα. Η ενάγουσα λέγοντας αυτό το πράγμα σαφώς κατεύθυνε το Δικαστήριο στο ότι δεν παρέχεται χρόνος για να ακουστεί η εναγόμενη στα πλαίσια της αίτησης, αφού τα οχήματα από στιγμή σε στιγμή υπάρχει το ενδεχόμενο να αποξενωθούν. Αναμενόταν βεβαίως από την ενάγουσα, με δεδομένη την άρνηση της εναγόμενης, να παρουσιάσει συγκεκριμένα στοιχεία και να δώσει πειστικές λεπτομέρειες και επιπρόσθετη μαρτυρία ως προς το συγκεκριμένο θέμα. Αυτό όμως δεν έχει γίνει. Γι' αυτό έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν, θεωρώ ότι δεν συνέτρεχε το κατεπείγον και το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Λαμβάνοντας δε υπόψη τα πιο πάνω και ότι στην πραγματικότητα ο λόγος που αποτάθηκε η ενάγουσα στο Δικαστήριο, όπως όλα δείχνουν, δεν ήταν επειδή εκφράστηκε πρόθεση αποξένωσης από την εναγόμενη τέλος Μαρτίου 2021 ή επειδή η τελευταία προσέγγισε άλλες εργοληπτικές για να πωλήσει τα οχήματα, αλλά επειδή προφανώς η ενάγουσα θορυβήθηκε από την καταγγελία της εναγόμενης στην Αστυνομία για κλοπή, μετά τη μετακίνηση των 2 οχημάτων από την αυλή του σπιτιού της τελευταίας, θεωρώ ότι αφενός η ενάγουσα προκειμένου να δικαιολογήσει τον χρόνο που καταχώρησε την αίτηση παραπλάνησε το Δικαστήριο με παράθεση αβάσιμων στοιχείων και αφετέρου, υπό τις περιστάσεις, είναι σαφές ότι θα μπορούσε να αποταθεί προηγουμένως στο Δικαστήριο και δεν το έπραξε. Σημειώνεται δε εδώ ότι τα έγγραφα που αναφέρει ο Ηλία ότι χρειάστηκε να εφοδιάσει τους δικηγόρους του, και επισυνάπτονται στην ΕΔ, είναι σαφές ότι βρίσκονταν όλα στην κατοχή του ή με εύλογη επιμέλεια μπορούσαν να συγκεντρωθούν πολύ εύκολα. Β. Μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων (βλ. σελ.1-5 της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγόμενης) Έρχομαι στη θέση της εναγόμενης ότι η ενάγουσα δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα όταν αποτάθηκε στο Δικαστήριο μονομερώς, η οποία χρήζει επίσης εξέτασης κατά προτεραιότητα (βλ. Πολ. Εφ. 387/10, Bloczek Ltd v. Vianova Holdings Ltd, ημερ.11/7/13
(2013)1 ΑΑΔ 1410), αφού αν διαπιστωθεί ότι κάτι τέτοιο ισχύει, τότε το διάταγμα που έχει εκδοθεί θα πρέπει ίσως να ακυρωθεί χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί οτιδήποτε άλλο, και αναφέρω τα εξής. O διάδικος που αιτείται το διάταγμα ή διατάγματα έχει υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης, οφείλει δηλαδή, να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα, (βλ. Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. 1 Daventree Resources Ltd κ.α.
(2008)1 Β ΑΑΔ 801). Στην απόφαση αυτή ο Δ. Ηλιάδης υιοθετώντας το ratio της αγγλικής υπόθεσης Brink's-Mat Ltd v. Elcombe and Others [1988] 3 All E.R. 188 συνόψισε τις αρχές αποκάλυψης ως ακολούθως (σελ. 808 - 809): «
(1)Ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων.
(2)Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων.
(3)Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα.
(4)Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (
- i)φύση της υπόθεσης και (
- ii)το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον εναγόμενο.
(5)Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει.
(6)Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης και
(7)Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος. ..Η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με μια εύλογη έρευνα. (Βλ. Χριστοφόρου ν. Γρηγορίου
(1995)1 ΑΑΔ 248). Αν ο αιτητής παραλείψει να συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος, ανεξάρτητα αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη. (Βλ. Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow Holdings plc (Lavens, third party) [1988] 3 All E.R. 178). » Παραπέμπω επίσης σχετικά στο σύγγραμμα «Διατάγματα», των κ.κ.Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη, σελ. 163-171. Με αυτά υπόψη, επαναλαμβάνω την διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα παραπλάνησε το Δικαστήριο με παράθεση αβάσιμων στοιχείων και εν πάση περιπτώσει δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ουσιωδών για την υπόθεση στοιχείων. Η ενάγουσα είναι σαφές ότι απέκρυψε το πως περιήλθαν στην κατοχή της τα 2 οχήματα και ότι η μετακίνηση ακριβώς των 2 οχημάτων από το σπίτι της εναγόμενης ήταν ο λόγος που η τελευταία αποτάθηκε στην Αστυνομία στις 19/02/21 και υπέβαλε καταγγελία για κλοπή. Όπως παρουσίασε τα πράγματα η ενάγουσα μέσω του Ηλία, η εναγόμενη αποτάθηκε στην Αστυνομία τέλος Μαρτίου αφού της είχαν αρνηθεί την παράδοση των οχημάτων, όμως διαφάνηκε ότι δεν ήταν έτσι. Εν πάση περιπτώσει, η ουσία έγκειται στο ότι ακριβώς η μη αποκάλυψη από την ενάγουσα όλων των ουσιωδών στοιχείων είχε καταλυτική σημασία στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, αφού ακριβώς ο τρόπος που παρουσίασε τα πράγματα η ενάγουσα έδειχνε ότι πληρούνταν το στοιχείο του κατεπείγοντος και ότι ήρθε στο Δικαστήριο αμέσως μετά που περιήλθαν σε γνώση της στοιχεία για την πρόθεση της εναγόμενης να αποξενώσει τα οχήματα, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν συνέβαινε. Υπό τις περιστάσεις δεν χρειάζεται να εξεταστούν άλλα θέματα ή λόγοι ένστασης. Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπερ της εναγόμενης/καθ' ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας/αιτήτριας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο