← Κύπρος

MAREMONTE INVESTMENTS LIMITED ν. ELITE CONSTRUCTIONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 526/2020, 12/4/2021

MAREMONTE INVESTMENTS LIMITED ν. ELITE CONSTRUCTIONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 526/2020, 12/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ που συνεδριάζει στη Λάρνακα ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 526/2020 Μεταξύ: MAREMONTE INVESTMENTS LIMITED Ενάγουσας και

  1. ELITE CONSTRUCTIONS LTD
  2. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΔΙΑ ΤΟΝ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 26.11.2020 για προσωρινά διατάγματα Ημερομηνία: 12 Απριλίου, 2021 Για την ενάγουσα - αιτήτρια : κ. Α. Παστός Για την εναγομένη 1 - καθ΄ ης η αίτηση 1 : κα Ε. Σκίτσα Για τον εναγόμενο 2 - καθ΄ ου η αίτηση 2 : κα Τ. Μενοίκου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρίστηκε με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η ενάγουσα αξιώνει αναγνωριστική απόφαση ότι συγκεκριμένη Συμφωνία Πώλησης Κατοικίας μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης 1 για μία κατοικία στο Παραλίμνι είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί ή/και δεν έχει νομική ισχύ ή/και δεν μπορεί να παραγάγει έννομα αποτελέσματα, διάταγμα που να διατάζει τον εναγόμενο 2 να αποσύρει τη Συμφωνία Πώλησης Κατοικίας από το Κτηματολόγιο, και διάταγμα απόρριψης ή ακύρωσης της Αίτησης Εγκλωβισμένου Αγοραστή με αρ. 1453/2015 της εναγομένης 1 (εφεξής «η ΑΕΑ»). Με την καταχώριση της αγωγής στις 26.11.20, η ενάγουσα καταχώρισε μονομερώς και την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητεί προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η μεταβίβαση ή εγγραφή της επίδικης κατοικίας στο όνομα της εναγομένης 1 ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου, διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγομένους να προβούν σε οποιεσδήποτε ενέργειες με σκοπό την εγγραφή ή μεταβίβαση της κατοικίας, καθώς και διάταγμα εναντίον του εναγομένου 2 δυνάμει του οποίου να αναστέλλεται η διαδικασία της ΑΕΑ 1453/
  3. Σημειώνω ότι η αίτηση αρχικά προωθήθηκε σε μονομερή βάση, αλλά διατάχθηκε η επίδοσή της για τους λόγους που αναφέρονται στα πρακτικά. Η αίτηση εδράζεται στα άρθρα 22, 29, 30,31,32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στα άρθρα 4,5,6,7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στις Διαταγές 39, 48, 57 και 64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη νομολογία και τις γενικές αρχές έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, στους κανόνες της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από διαβεβαίωση του μοναδικού διευθυντή της ενάγουσας κ. Α. Μ. Δίγκλη, ο οποίος προβάλλει τα γεγονότα στα οποία εδράζεται η αίτηση και επισυνάπτει τα σχετικά τεκμήρια. Αναφέρεται στη συμφωνία εργολαβίας ημερ. 15.6.2006 βάσει της οποίας η εναγομένη 1 ανέλαβε να κατασκευάσει για την ενάγουσα οικοδομικό συγκρότημα 21 κατοικιών, δυνάμει της οποίας προέκυψε οφειλή της ενάγουσας προς την εναγομένη 1 ύψους €143.
  4. Για διευθέτηση της εν λόγω οφειλής, υπεγράφη η Συμφωνία Πώλησης Κατοικίας ημερ. 24.10.2008, με την οποία η εναγομένη 1 συμφώνησε να αγοράσει από την ενάγουσα μία εκ των κατοικιών, για το ποσό των €275.000, η προκαταβολή του οποίου συμφωνήθηκε να είναι η απόσβεση ποσού εκ €143.536 το οποίο όφειλε η ενάγουσα προς την εναγομένη, ενώ το υπόλοιπο εκ €131.464 θα πληρωνόταν από την εναγομένη 1 μέχρι τις 24.10.2012, νοουμένου ότι η ενάγουσα θα μεταβίβαζε την κατοικία στο όνομα της εναγομένης
  5. Σε περίπτωση που η ενάγουσα δεν μεταβίβαζε την κατοικία, η εναγομένη 1 θα είχε το δικαίωμα να αξιώσει το ποσό των €143.
  6. Η Συμφωνία Πώλησης Κατοικίας κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο στις 8.10.
  7. Η επίδικη κατοικία δεν μεταβιβάστηκε στην εναγομένη 1 μέχρι τις 24.10.2012 και συνεπώς η εναγομένη 1 καταχώρισε την αγωγή με αρ.4937/13 για το προαναφερόμενο ποσό. Το 2015 η εναγομένη 1 καταχώρισε στο Κτηματολόγιο την ΑΕΑ 1453/2015, με την οποία ζητεί τη μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας στο όνομά της. Ο κ. Δίγκλης δηλώνει ότι από τη στιγμή που καταχωρίστηκε αγωγή για τη διεκδίκηση του προαναφερόμενου ποσού, η εναγομένη 1 δεν νομιμοποιείται να καταχωρίσει την ΑΕΑ, και ως εκ τούτου αξιώνεται η ακύρωσή της με την παρούσα αγωγή. Αναφέρεται επιπλέον σε όλη τη σχετική αλληλογραφία μεταξύ των συνηγόρων, αλλά και στη λήψη της Ειδοποίησης Τύπου ΙΕ στις 11.11.2020, η οποία αποτέλεσε το έναυσμα για την καταχώριση της παρούσας αγωγής και αίτησης. Τέλος, αναλύει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι δικαιολογείται η έγκριση της αίτησης, για να διαφυλαχθεί το υφιστάμενο ιδιοκτησιακό καθεστώς της επίδικης κατοικίας μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Στις 2.12.2020 και μετά από άδεια του Δικαστηρίου (με διαφορετική σύνθεση), ο κ. Δίγκλης καταχώρισε συμπληρωματική διαβεβαίωση, όπου υποστηρίζει τη θέση ότι η οικονομική κατάσταση της εναγομένης 1 εταιρείας δεν είναι καλή για τους λόγους που αναφέρει και διευκρινίζει τον χρόνο κατά τον οποίο ήρθε στην αντίληψη της ενάγουσας η Α.Ε.Α., ήτοι το 2019, ότι ακολούθησε αλληλογραφία και ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρίστηκε μετά τη λήψη της Ειδοποίησης Τύπου ΙΕ όταν πλέον το θέμα κατέστη κατεπείγον λόγω των προθεσμιών που τίθενται στην Ειδοποίηση και του κινδύνου μεταβίβασης. Μετά την επίδοση της αίτησης, η εναγομένη 1 καταχώρισε ένσταση, στην οποία προβάλλονται οι εξής λόγοι : «
  8. Το Δικαστήριο στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής δεν κέκτηται δικαιοδοσίας και/ή εξουσίας και/ή αρμοδιότητας να παράσχει και/ή εκδώσει τις αιτούμενες με την υπό κρίση αίτηση θεραπείες και/ή Διατάγματα.
  9. Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, παράτυπη, ελλιπής, καταχρηστική και αντικανονική, γίνεται κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και δεν έχει ορθή νομική βάση.
  10. Η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν είναι το ορθό δικονομικό μέτρο για την προσβολή της ειδοποίησης της Ειδοποίηση Τύπου ΙΕ του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ.3/11/2020 και/ή η Αιτήτρια δεν ακολούθησε τη νόμιμη και/ή ορθή και/ή προβλεπόμενη διαδικασία.
  11. Η Αιτήτρια δεν καταδεικνύει οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
  12. Η Διαβεβαίωση του κ Δίγκλη ημερ. 26/11/2020 που συνοδεύει την Αίτηση είναι παράτυπη, ανεπαρκής, ελαττωματική και περιέχει αναληθείς, αβάσιμους, αστήρικτους και παραπλανητικούς ισχυρισμούς. Περαιτέρω δεν αποκαλύπτει εύλογη, καλόπιστη και νόμιμη δικαιολογία και γεγονότα που να επιτρέπουν και/ή δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
  13. Η συμπληρωματική Διαβεβαίωση του κ. Δίγκλη ημερομηνίας 2/12/2020 είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή καταχωρίστηκε χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου και θα πρέπει να αγνοηθεί από το Δικαστήριο.
  14. Η Αιτήτρια ενεργεί καταχρηστικά και κακόπιστα, δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και οι ισχυρισμοί της αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και/ή προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου.
  15. Η Αιτήτρια περαιτέρω παρέβηκε το καθήκον της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και εγγράφων που αφορούν την παρούσα διαδικασία.
  16. Ανεξάρτητα και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω, η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει καθότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων και/ή η αίτηση στερείται νομικού ερείσματος και/ή το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης δεν δικαιολογεί την παραχώρηση των αιτούμενων θεραπειών.
  17. Η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και/ή καλή και συζητήσιμη υπόθεση και/ή πιθανότητες επιτυχίας της υπόθεσης της.
  18. Η Αιτήτρια δεν προσφέρει καμία μαρτυρία και/ή καμιά επαρκή μαρτυρία και/ή δεν εξηγεί για ποιο λόγο θα είναι δύσκολο να αποζημιωθεί σε χρήμα και/ή να αποκατασταθεί σε μεταγενέστερο στάδιο από την Καθ' ης η Αίτηση 1 σε περίπτωση που επιτύχει στην αγωγή της. Πλήρης δικαιοσύνη μπορεί να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει και/ή υπόδειξε! ότι είναι αδύνατον ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  19. Η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή και την παρούσα Αίτηση με μεγάλη καθυστέρηση, καθώς τα επίδικα γεγονότα ήταν γνωστά σ αυτήν πολύ νωρίτερα από την ειδοποίηση του Κτηματολογίου ημερ.03/11/
  20. Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, εφόσον η Αιτήτρια εγείρει και/ή διεκδικεί θεραπείες από την Καθ' ης η Αίτηση 1 για ζητήματα που καλύπτονται και/ή θα εκδικαστούν στα πλαίσια της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας υπ' αρ. 4937/13 μεταξύ των ίδιων διαδίκων (Αιτήτριας και Καθ'ης η Αίτηση 1) και των ίδιων επίδικων θεμάτων.
  21. Η Αίτηση είναι ενοχλητική και/ή καταχρηστική και/ή καταπιεστική και/ή κακόπιστη και/ή βασίζεται σε παραπλανητικούς ισχυρισμούς και/ή θέτει σε αμηχανία την Καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή προωθείται για αλλότριους σκοπούς.
  22. Η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα προκαλέσει αδικία και/ή ανεπανόρθωτη βλάβη στην Καθ' ης η Αίτηση
  23. » Η ένσταση της εναγομένης 1 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Μ. Κετώνη, διευθυντή, ο οποίος αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης και αναλύει τους λόγους ένστασης και τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς του κ. Δίγκλη και παραθέτει αναλυτικά τις δικές του θέσεις, με αναφορά σε σχετικά τεκμήρια. Ο εναγομένος 2 επίσης καταχώρισε ένσταση, στην οποία προβάλλονται οι εξής προδικαστικές ενστάσεις και λόγοι: « Α. Εγείρεται Προδικαστική Ένσταση ότι η παρούσα Αίτηση είναι αβάσιμη και/ή αντινομική και/ή παράτυπη καθότι ο ενάγοντας προωθεί τις θέσεις του, όπως προκύπτει από τα όσα καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης, με λανθασμένο ένδικο μέσο, ήτοι με αγωγή αντί με αίτηση/ έφεσης, κατά παράβαση του άρθρου 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου. Β. Εγείρεται δεύτερη Προδικαστική Ένσταση ότι η παρούσα Αίτηση δεν έπρεπε να στρέφεται εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 2, αφού σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και/ή κανονισμούς δεν είναι διάδικος. Γ. Εγείρεται τρίτη Προδικαστική Ένσταση ότι στην Αίτηση δεν υπάρχει η νομική βάση κατά παράβαση των Θεσμών. Άνευ βλάβης των πιο πάνω Προδικαστικών Ενστάσεων, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 εγείρει τα ακόλουθα:
  24. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή η αίτηση στερείται νομικού ερείσματος και/ή το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης δεν δικαιολογεί την παραχώρηση της αιτούμενης θεραπείας και/ή του αιτούμενου διατάγματος.
  25. Η Αγωγή δεν αποτελεί το ορθό ένδικο μέσο για την απαγόρευση της εγγραφής του ακίνητου που ζητά ο Αιτητής και/ή αναφορικά με την προσβολή της επιστολής/ειδοποίησης του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 03/11/2020 για εξέταση της αίτησης ΑΕΑ1453/2015, και/ή
  26. Η Αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο θα πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να εξεταστεί στην ουσία της διότι κατά παράβαση του σχετικού Διαδικαστικού Κανονισμού, και δη του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Κανονισμού 1956, έχει συμπεριληφθεί ως διάδικο μέρος στη διαδικασία ο Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας παρά τη σχετική πρόνοια του σχετικού Διαδικαστικού Κανονισμού, και/ή σε κάθε περίπτωση διάδικο μέρος στην διαδικασία.
  27. Δεν έχει ικανοποιηθεί το στοιχείο της πιθανότητας η Αιτήτρια / Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία καθότι προωθεί τις θέσεις του με λανθασμένο ένδικο μέσο.
  28. Η Αιτήτρια / Ενάγουσα δεν προσφέρει καμία μαρτυρία και/ή δεν εξηγεί για ποιο λόγο θα είναι δύσκολο να αποζημιωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο.
  29. Η Αίτηση καταχωρήθηκε υπέρμετρα και αδικαιολόγητα καθυστερημένα, καθυστέρηση η οποία δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
  30. Η Αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική, απαράδεκτη, νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  31. Ο Διευθυντής εξέτασε την υπό κρίση υπόθεση τηρώντας την ορθή και/ή νενομισμένη διαδικασία και/ή πρακτική.
  32. Ο Διευθυντής, ενήργησε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 9/1965 και τροποποιητικούς αυτού Νόμους και σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς ως αυτοί τροποποιήθηκαν μέχρι σήμερα και ως εκ τούτου η ειδοποίηση/επιστολή του είναι νόμιμη, ορθή, βάσιμη, αιτιολογημένη δεν είναι εσφαλμένη, είναι δε σύμφωνη με το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και επομένως δεν πρέπει να κηρυχθεί άκυρη και/ή να παραμεριστεί και/ή να ανασταλεί και/ή να τερματιστεί και/ή να τροποποιηθεί. Ο Διευθυντής ενήργησε εντός των πλαισίων και των εξουσιών που του παρέχει ο Νόμος.
  33. Η επιστολή/ειδοποίηση του Διευθυντή δεν λήφθηκε υπό πλάνη περί τα πράγματα, αλλά αντίθετα, στηρίζεται σε όλα τα πραγματικά δεδομένα και στα ορθά νομικά κριτήρια.
  34. Η επιστολή/ειδοποίηση του Διευθυντή ημερομηνίας 03/11/2020 στάλθηκε σε όλους τους ενδιαφερομένους. Σε αυτό το στάδιο σύμφωνα με τη νομοθεσία θα γινόταν η εξέταση της ένστασης.
  35. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 ενήργησε νόμιμα και ορθά και εντός του πλαισίου των προβλεπόμενων Διαδικασιών.
  36. Δεν προβάλλονται σοβαροί, εύλογοι και τεκμηριωμένοι λόγοι για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
  37. Δεν αναφέρεται στην Αίτηση λόγος που να δικαιολογεί τη θέση του Αιτητή ότι η επιστολή ειδοποίηση του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι λανθασμένη.
  38. Ουδείς λόγος και/ή δικαιολογημένος λόγος επί του οποίου στηρίζεται η παρούσα Αίτηση αναφέρεται ούτε στο σώμα της Αίτησης αλλά ούτε και στην διαβεβαίωση που τη συνοδεύει.
  39. Η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και μη τεκμηριωμένη.
  40. Η χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών δεν είναι δίκαιη και/ή λογική και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις και/ή δεν δικαιολογείται κάτω από τη σχετική νομοθεσία και/ή κάτω από τις αρχές της επιείκειας.
  41. Ο Διευθυντής επιφυλάσσει το δικαίωμα του όπως βασισθεί και σε άλλους λόγους ένστασης με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις.
  42. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων. » Η ένσταση του εναγομένου 2 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Κ. Διάκου, Κτηματολογικής Λειτουργού, η οποία αναφέρει τα σχετικά γεγονότα εν σχέσει προς την κατάθεση της σύμβασης πώλησης και τη διαδικασία της Α.Ε.Α. με αρ. 1453/
  43. Επιπλέον αναλύει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η επίδικη αίτηση είναι αβάσιμη και παράτυπη, τονίζοντας τη θέση ότι η ενάγουσα θα έπρεπε να αναμένει το κατάλληλο στάδιο να καταχωρίσει αίτηση - έφεση κατά της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου για σκοπούς ακύρωσης της διαδικασίας της Α.Ε.Α., και ότι η παρούσα αγωγή αποτελεί λανθασμένο ένδικο μέσο. Τα πιο πάνω είναι, συνοπτικά, όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Το σύνολο των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου λήφθηκε δεόντως υπόψη. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους, οι οποίες επίσης μελετήθηκαν προσεκτικά, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Προτού προχωρήσω στη νομική πτυχή, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο λόγος ένστασης αρ. 6 της εναγομένης 1 δεν ευσταθεί, καθότι, όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης και το πρακτικό ημερ. 30.11.2020 και αναφέρεται στη σελίδα 3 πιο πάνω, η συμπληρωματική διαβεβαίωση του κ. Δίγκλη καταχωρίστηκε μετά από σχετική άδεια του Δικαστηρίου (με διαφορετική σύνθεση). Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων όπως και τα αιτούμενα και παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο καθορίζει τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, εφόσον βέβαια το κρίνει δίκαιο και πρόσφορο. Οι προϋποθέσεις είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία. (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία. (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Περαιτέρω, το Δικαστήριο πρέπει να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, λαμβάνοντας υπόψη και το κριτήριο του ισοζυγίου ευχέρειας (balance of convenience) των διαδίκων. Το Δικαστήριο θα πρέπει να προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα των διαδίκων σε αυτό το αρχικό στάδιο (βλ. σχετικά Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 21, σελ. 366 «Balance of convenience considered»). Η ερμηνεία του άρθρου 32 αποτέλεσε το αντικείμενο πολλών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis

(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Τransport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Οdysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, Tσολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Jonitexco Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska B.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Η πρώτη προϋπόθεση - η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη - ικανοποιείται όταν με βάση τα δικόγραφα αποκαλύπτεται μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case). H δεύτερη προϋπόθεση - η ύπαρξη πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία - ικανοποιείται όταν με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα ή ενδεχόμενο επιτυχίας του στην αγωγή. Είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι αναγκαίο για την απόδειξη της αγωγής. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση - ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή - εξετάζεται το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Συνήθως, εάν κατά την τελική απόφαση επί της ουσίας της αγωγής η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι πρώτες δύο προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και τη μαρτυρία που προκύπτει από τυχόν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος έχει άμεση σχέση με την ύπαρξη νομικής βάσης αγωγής, εφόσον κάτι τέτοιο αποκαλύπτεται από το δικόγραφο. Η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης . Είναι όμως σαφώς νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας, εκτός εκεί όπου τούτο είναι απολύτως αναγκαίο, καθότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο θα έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd ν. Αdidas, ανωτέρω, στις σελ. 267 - 8 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή πρέπει να παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία και το Δικαστήριο αποφεύγει να υπεισέλθει στην ουσία σε αυτό το στάδιο (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, Τ.Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802). Η παρούσα αίτηση εκτός από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 στηρίζεται και στα άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  1. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή όπου η περιουσία σχετικά με την οποία ζητείται το διάταγμα είναι αντικείμενο της αγωγής. Το δε άρθρο 5 του Κεφ. 6 παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να διατάζει τον καθ' ου η αίτηση να μην αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομά του, η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του αιτητή. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει όμως το γενικότερο άρθρο είναι το 32 του Ν.14/
  2. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση ΑΒP Ηοldings Ltd κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α. (Aρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, η εξουσία των άρθρων 4 και 5 του Κεφ. 6, τα οποία προνοούν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται, δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/
  1. Το άρθρο 6 καταργήθηκε από το
  2. Το άρθρο 7 του Κεφ. 6, το οποίο αναφέρεται σε αποζημιώσεις τις οποίες ενδεχομένως να δικαιούται ο εναγόμενος σε περίπτωση που εκδοθεί εναντίον του συντηρητικό Διάταγμα επί ανεπαρκών λόγων, δεν αφορά το αίτημα της ενάγουσας και έτσι δεν θα αναφερθώ περαιτέρω σε αυτό. Το δε άρθρο 9 του Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς, εφόσον προβλέπει ότι κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει, δύναται να εκδοθεί κατόπιν αίτησης του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο διάδικο, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 9 του Κεφ. 6 έπαυσε να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, αφού τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδόθηκαν μονομερώς, η αίτηση επιδόθηκε, οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση και καταχώρισαν τις ενστάσεις τους (βλ. Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investments) Limited
(2001)1 Α.Α.Δ. 2029). Στρέφομαι στο σημείο αυτό να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που προνοούνται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Εξετάζοντας τόσο την πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32
(1)για σοβαρό θέμα προς εκδίκαση, όσο και τη δεύτερη προϋπόθεση σχετικά με την κατάδειξη ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, σημειώνω ότι από ανάγνωση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (εφόσον μέχρι στιγμής δεν καταχωρίστηκε Έκθεση Απαίτησης), καθώς και της ενώπιόν μου μαρτυρίας στο πλαίσιο της υπό εξέταση αίτησης, προκύπτει ότι η υπόθεση της ενάγουσας βασίζεται στη Συμφωνία Πώλησης Κατοικίας ημερ. 24.10.2008, η οποία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο το 2012, εν σχέσει προς την οποία η ενάγουσα ζητεί αναγνωριστική απόφαση ότι είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί, την απόσυρσή της από το Κτηματολόγιο και την ακύρωση της διαδικασίας ΑΕΑ που υποβλήθηκε από την εναγομένη 1 στο Κτηματολόγιο για σκοπούς μεταβίβασης της επίδικης κατοικίας. Εν τούτοις, δεν είναι ξεκάθαρο σε ποια βάση επικαλείται η ενάγουσα ότι η εν λόγω συμφωνία είναι άκυρη. Ο ισχυρισμός του κ. Δίγκλη στη διαβεβαίωσή του (ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν αξιολογείται στο παρόν στάδιο) είναι ότι από τη στιγμή που η εναγομένη 1 προχώρησε στην καταχώριση της αγωγής 4937/2013 διεκδικώντας το οφειλόμενο από την ενάγουσα ποσό, ενεργώντας στη βάση του όρου 3 της Συμφωνίας, «υπαναχώρησε από τη Συμφωνία Πώλησης Κατοικίας, η οποία εξυπακούεται ότι από εκείνη τη στιγμή τερματίστηκε και έπαυσε να έχει οποιαδήποτε νομική ισχύ» (βλ. παράγραφο 17 της διαβεβαίωσης), με συνέπεια να μη νομιμοποιείται να καταχωρίσει παράλληλα την ΑΕΑ και να επιδιώκει την εγγραφή της επίδικης κατοικίας στο όνομά της. Δεν γίνεται αναφορά σε λόγους ακυρότητας της Συμφωνίας. Ως προς τη θέση ότι η συμφωνία τερματίστηκε και έπαυσε να έχει οποιαδήποτε νομική ισχύ, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι εκκρεμεί η προαναφερόμενη αγωγή 4937/2013 μεταξύ εναγομένης 1 και ενάγουσας για τις διαφορές που προέκυψαν από τη συμφωνία ανέγερσης του συγκροτήματος κατοικιών και στην οποία, σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μου από την ίδια την ενάγουσα - αιτήτρια (εναγομένη στην αγωγή του 2013), αυτή καταχώρισε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 9.10.2015, στην οποία επικαλείται την ύπαρξη και εγκυρότητα της Συμφωνίας Πώλησης Κατοικίας. Όπως την είχε επικαλεστεί και ο ίδιος ο κ. Δίγκλης, στη διαβεβαίωση που καταχώρισε στο πλαίσιο ένστασης σε αίτηση της άλλης πλευράς για συνοπτική απόφαση στην αγωγή 4937/2013, η οποία απορρίφθηκε από το εκδικάζον Δικαστήριο και δόθηκε άδεια για υπεράσπιση. Μια Συμφωνία, για την οποία με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα αξιώνει αναγνωριστική απόφαση ότι είναι άκυρη ή έχει τερματιστεί, λόγω της καταχώρισης, από την εναγομένη 1, της αγωγής του 2013. Δεν παραγνωρίζω, βεβαίως, τη θέση του κ. Δίγκλη ότι στην αγωγή 4937/2013 εκκρεμεί αίτηση της ενάγουσας (εναγομένης στην αγωγή του 2013) για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Εν τούτοις, πέραν του ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να γνωρίζει ποια θα είναι η έκβαση και το αποτέλεσμα της εν λόγω αίτησης, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που έθεσε ο κ. Δίγκλης ενώπιον του Δικαστηρίου στη διαβεβαίωσή του που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, και πάλιν γίνεται επίκληση της Συμφωνίας στις προτεινόμενες νέες παραγράφους. Όσον αφορά την αξίωση για απόρριψη ή ακύρωση της ΑΕΑ 1453/2015, σχετικές είναι οι πρόνοιες του Μέρους VIB του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως έχει τροποποιηθεί (άρθρα 44ΙΗ μέχρι 44ΚΖ, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής σε κάθε περίπτωση, μεταξύ άλλων, που ακίνητο βαρύνεται με σύμβαση η οποία έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο μέχρι 31.12.2014, με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή. Σύμφωνα με το άρθρο 44ΚΖ, οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται ανεξαρτήτως των λοιπών διατάξεων του Ν. 9/1965, του περί Πτωχεύσεως Νόμου, των Μερών IVA και V του περί Εταιρειών Νόμου και των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου. Ειδικότερα, προνοείται ότι ο Διευθυντής διενεργεί μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από υποβολή αίτησης, γνωστής ως Αίτηση Εγκλωβισμένου Αγοραστή (ΑΕΑ). Σε περίπτωση που οι προϋποθέσεις που θέτει ο εν λόγω Νόμος πληρούνται, ο Διευθυντής επιδίδει στους ενδιαφερομένους Ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΕ», γνωστοποιώντας την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση 45 ημερών από την επίδοση της Ειδοποίησης. Τα επηρεαζόμενα πρόσωπα δύνανται εντός 45 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, να υποβάλουν ένσταση στον Διευθυντή, για τους λόγους που ρητώς προβλέπονται στον Νόμο, και ο Διευθυντής οφείλει να εκδώσει απόφαση. Το άρθρο 51 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 προνοεί τα ακόλουθα: «51
(1)Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω επί τούτο αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου: Νοείται ότι το Ανώτατον Δικαστήριον δύναται να εκδώση Κανονισμούς δι οιονδήποτε ζήτημα ή διαδικασίαν αγομένην ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου δυνάμει διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44, ουδέν δικαστήριον επιλαμβάνεται αγωγών ή διαδικασιών εφ΄ οιουδήποτε ζητήματος αναφορικώς προς ο Διευθυντής κέκτηται εξουσίαν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πλην της περιπτώσεως καθ΄ ην ασκείται έφεσις ως προνοείται εν εδαφίω
(1)» (οι υπογραμμίσεις δικές μου). Παρομοίως, με βάση το άρθρο 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου δύναται να υποβάλει έφεση κατά αυτής στο Δικαστήριο εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της εν λόγω απόφασης, «και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγµα ως ήθελε είναι δίκαιο αλλά, κανένα Δικαστήριο δεν επιλαµβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήµατος σε σχέση µε το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάµει των διατάξεων του Νόµου αυτού, εκτός µε έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό» (οι υπογραμμίσεις δικές μου). Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε από την πλευρά της ενάγουσας, αυτή παρέλαβε Ειδοποίηση Τύπου ΙΕ, καταχώρισε ένσταση, και παράλληλα καταχώρισε την παρούσα αγωγή. Όπως αναφέρει ο κ. Δίγκλης στη διαβεβαίωσή του, η ενάγουσα, όταν παρέλαβε την Ειδοποίηση Τύπου ΙΕ, «απογοητεύτηκε» από το γεγονός ότι ο Διευθυντής (εναγόμενος 2 στην παρούσα) αγνόησε τις επιστολές των δικηγόρων της ενάγουσας ή δεν πείσθηκε από αυτές να αναστείλει την προώθηση της ΑΕΑ 1453/2015 μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της αγωγής με αρ. 4937/2013 (βλ. παράγραφο 22 της διαβεβαίωσης που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση), και συνεπώς καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή, με αξίωση για απόρριψη ή ακύρωση της αίτησης ΑΕΑ 1453/2015 η οποία υποβλήθηκε με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 9/
  1. Παρά ταύτα, σχετική εξουσία με βάση τον εν λόγω Νόμο έχει ο Διευθυντής του Κτηματολογίου, και σύμφωνα με τα άρθρα 51 του Νόμου 9/1965 και 80 του Κεφ. 224, κανένα Δικαστήριο δεν δύναται να επιληφθεί αγωγής για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί, παρά μόνο με τη διαδικασία της έφεσης ως προνοείται από τα εν λόγω άρθρα. Παρενθετικά, σχετικώς προς τη θέση της ενάγουσας ότι η αξίωσή της για απόρριψη ή ακύρωση της ΑΕΑ βασίζεται στο ότι η εναγομένη 1 αξιώνει με δύο τρόπους την είσπραξη του ποσού των €143.536, σημειώνεται ότι η εναγομένη 1 έχει προβεί σε δήλωση στο Κτηματολόγιο στο πλαίσιο της ΑΕΑ 1453/2015, ότι σε περίπτωση που το ακίνητο μεταβιβαστεί στο όνομά της, τότε το ποσό των €143.536 θα θεωρείται ως πληρωθέν και εξόφληση χρέους, ως προνοούσε ο σχετικός όρος της Συμφωνίας Πώλησης. Συναφώς, ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της εναγομένης 1 υποστηρίζει ότι η τελευταία δεν αξιώνει το ίδιο ποσό με δύο τρόπους, καθότι εάν μεταβιβαστεί το ακίνητο στο όνομά της, δεν θα συνεχίσει να αξιώνει το οφειλόμενο ποσό, το οποίο θα θεωρηθεί ότι αποσβέστηκε, ενώ η ενάγουσα αρνείται να καταβάλει το ποσό που παραδέχεται ότι οφείλει, και αρνείται τη μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας. Οι θέσεις αυτές ουδόλως απαντήθηκαν ή αντικρούστηκαν από την πλευρά της ενάγουσας. Εν πάση περιπτώσει, όμως, αυτό που έχει σημασία για σκοπούς της παρούσας είναι ότι η όποια απόρριψη ΑΕΑ που εκκρεμεί ενώπιον του Διευθυντή του Κτηματολογίου / εναγομένου 2 ουδόλως αποτελεί αρμοδιότητα πολιτικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο αγωγής αντί έφεσης, και προτού εκδοθεί καν απόφαση επί της ένστασης. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι δεν έχει αποκαλυφθεί, με βάση το ενώπιόν μου, σε αυτό το πολύ πρώιμο στάδιο της διαδικασίας, μαρτυρικό υλικό, σοβαρό θέμα προς εκδίκαση ή συζητήσιμη υπόθεση και πιθανότητα να δικαιούται η ενάγουσα - αιτήτρια σε θεραπεία εναντίον των εναγομένων 1 και
  2. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, για σκοπούς πληρότητας θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η ενάγουσα ικανοποιεί την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60, ήτοι κατά πόσο η ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθούν τα διατάγματα. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία, αλλά και στην περίπτωση όπου υφίσταται κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως να ληφθεί εναντίον του. Δεν πρέπει όμως να παραγνωριστεί το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 A.A.Δ. 1237). Περαιτέρω, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία, εφόσον ζητήματα όπως ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας και φήμης είναι δύσκολο να αποτιμηθεί σε χρήμα ή να εξακριβωθεί με βεβαιότητα (βλ. Μ. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.α. ν. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, 1799). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει τεκμηριωθεί η θέση ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς και δεν έχει επεξηγηθεί ικανοποιητικά για ποιο λόγο η όποια ζημιά της ενάγουσας - αιτήτριας δεν θα μπορούσε να αποτιμηθεί σε χρήμα. Ο κ. Δίγκλης, στη διαβεβαίωσή του που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, εξηγεί ότι η ενάγουσα ασχολείται με επενδύσεις επί ακινήτων και το συγκρότημα κατοικιών ανεγέρθηκε από την εναγομένη 1 για την ενάγουσα βάσει σχετικής συμφωνίας εργολαβίας. Όπως εύστοχα αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση της πλευράς της εναγομένης 1, η κατοικία - η οποία, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι εξοχική έπαυλη με πισίνα η οποία προσφέρεται από την ενάγουσα προς ενοικίαση σε τουρίστες - ανεγέρθηκε στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της ενάγουσας, και η αγοραία ή και ενοικιαστική της αξία, θα μπορούσε εύλογα να υπολογιστεί. Οι δε ισχυρισμοί περί ανυπολόγιστης ζημιάς και κινδύνου αποξένωσης παρέμειναν σε θεωρητικό επίπεδο χωρίς καμία τεκμηρίωση. Όσον αφορά τις θέσεις του κ. Δίγκλη για την οικονομική κατάσταση της εναγομένης 1, τόσο στην αρχική όσο και στη συμπληρωματική διαβεβαίωσή του, σημειώνω ότι ο κ. Κετώνης στην ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την ένσταση της εναγομένης 1, δηλώνει ευθέως ότι η τελευταία έχει διευθετήσει όλες τις υποχρεώσεις της και έχει αναδιαρθρώσει τις όποιες οφειλές της. Προς τούτο, επισυνάπτει σχετικά τεκμήρια, όπως επιστολή της τράπεζας ότι οι λογαριασμοί της εναγομένης 1 είναι σε καλή υπόσταση («in good standing») και βεβαίωση των ορκωτών λογιστών της εναγομένης 1 ότι με βάση τους τελευταίους ελεγμένους λογαριασμούς η εταιρεία είναι φερέγγυα και ικανή να πληρώσει τα χρέη της κατά τον χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα. Αυτές οι θέσεις παρέμειναν στην ουσία αναπάντητες και αναντίλεκτες. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της απαίτησης και τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιόν μου στο παρόν στάδιο, σημειώνω ότι, ακόμη και στην περίπτωση που είχα κρίνει ότι ικανοποιούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η ζημιά την οποία πιθανόν να υφίστατο η ενάγουσα είναι ανεπανόρθωτη, ή ότι θα παρουσιαζόταν ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση αυτής ή ότι θα ήταν αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Εν όψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν πληρούται ούτε και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60. Επίσης, δεν θεωρώ ότι θα ήταν δίκαιο και εύλογο υπό τις πιο πάνω αναφερόμενες περιστάσεις να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, ως θέμα ισοζυγίου της ευχέρειας - αν και δεν εγείρεται θέμα εξέτασης του, εφόσον δεν έχουν ικανοποιηθεί σωρευτικά τα τρία κριτήρια του άρθρου 32 και οι παρούσες αναφορές είναι για σκοπούς πληρότητας και μόνο. Καταληκτικά των πιο πάνω και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και σε βάρος της ενάγουσας - αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.