ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ΛΙΟΤΑΤΗΣ, Αρ. Αγωγής: 59/13, 22/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 59/13 Μεταξύ: ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενάγοντες και XXXXX ΝΙΚΟΥ ΛΙΟΤΑΤΗΣ Εναγόμενος --------------------- Αίτηση Έρευνας ημερ. 29.8.2019 Ημερομηνία: 22 Απριλίου, 2021 Για τους ενάγοντες - αιτητές: κ. Μ. Μιτσίδης Για τον εναγόμενο: κα Μ. Χατζηκωνσταντή AΠΟΦΑΣΗ (Δοθείσα Αυθημερόν) Στις 25.6.2015 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €102.547,78, πλέον τόκους και έξοδα. Διατάχθηκε, επιπλέον, η διά δημοσίου πλειστηριασμού εκποίηση ενυπόθηκου ακινήτου του εναγομένου έναντι ή και προς εξόφληση της απόφασης με πρόνοια όπως οποιοδήποτε τυχόν υπόλοιπο επιστραφεί στον εναγόμενο. Με την παρούσα αίτηση, η οποία θεμελιώνεται στα άρθρα 82-80, 91Α - 91Ζ και 91Ι του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, ως έχει τροποποιηθεί, και επί της Δ.48 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, οι ενάγοντες - αιτητές επιζητούν όπως ο εναγόμενος εξετασθεί και διεξαχθεί έρευνα σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση και αναφορικά με οποιαδήποτε δωρεά, παράδοση ή μεταβίβαση περιουσιακού στοιχείου ή με οποιαδήποτε επιβάρυνση, διακίνηση ή απόκρυψη περιουσιακού στοιχείου που να εμποδίζει τους αιτητές στην είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους, την έκδοση διατάγματος πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις, διάταγμα ακύρωσης οποιασδήποτε καταδολιευτικής μεταβίβασης ή επιβάρυνσης, διάταγμα αποκοπής απολαβών. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση πρώην υπαλλήλου των εναγόντων, η οποία τώρα είναι υπάλληλος της εταιρείας στην οποία έχει μεταφερθεί η διαχείριση και ρύθμιση του δανείου του εναγομένου και των συναφών εξασφαλίσεων. Η εν λόγω υπάλληλος παραθέτει τα στοιχεία της απόφασης που εκδόθηκε στις 25.6.2015 και ότι ο εναγόμενος ουδέν ποσό πλήρωσε μέχρι σήμερα, ενώ, όπως ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα, έχει τακτική εργασία και είναι σε θέση να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος με μηνιαίες δόσεις εκ €1.000 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό κρίνει το Δικαστήριο ως εύλογο. Ο εναγόμενος αμφισβήτησε την αίτηση, καταχωρώντας ένσταση στις 16.9.
- Ως λόγοι εξειδικεύονται, ως μπορώ να συνοψίσω, ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, ότι δεν πληρούνται οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι ο καθ' ου η αίτηση βρίσκεται σε πραγματική αδυναμία και δεν έχει τα μέσα να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό και ότι δεν είναι δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου - καθ' ου η αίτηση, ο οποίος αναφέρει ότι παλαιότερα λάμβανε μηνιαίο μισθό €500 - εδώ παρενθετικά σημειώνεται παράλειψη να αναφέρει με τι εργασία ασχολείτο, θέμα στο οποίο θα επανέλθω - αλλά λόγω της πανδημίας η εταιρεία που τον εργοδοτούσε διέκοψε τις εργασίες της και δεν λαμβάνει πλέον μισθό (κατάσταση από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις Τεκμήριο 1). Προσθέτει ότι δεν έχει άλλα εισοδήματα εκτός από σύνταξη περίπου €750 (Τεκμήριο 2). Αναφέρει κάποια ιατρικά προβλήματα (Τεκμήριο 3 - πρόβλημα παροξυσμικής κολπικής μαρμαρυγής, υποθυρεοειδισμό και ουρική αρθρίτιδα) και ταλαιπωρείται από αρρυθμίες στην καρδία και ταχυπαλμίες και κάθε 6 μήνες υποβάλλεται σε εξετάσεις. Εκκρεμούν εναντίον του ως διευθυντή της εταιρείας C & P Liotatis Co Ltd, ποινικές υποθέσεις για πολύ μεγάλα οφειλόμενα ποσά Κοινωνικών Ασφαλίσεων της εταιρείας (Τεκμήρια 4 και 5). Ισχυρίζεται δε ότι έχουν εκδοθεί εναντίον του «αρκετές δικαστικές αποφάσεις για χρέη μου, διατάγματα μηνιαίων δόσεων και εκκρεμούν και εντάλματα στον Ουλαμό για τις δόσεις που αδυνατώ να καταβάλω». Αναφέρεται επιπλέον στην ειδοποίηση που έλαβε για την πρόθεση των εναγόντων - αιτητών για προώθηση της διαδικασίας του πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου. Σημειώνεται ότι από τη διαδικασία που έχει διεξαχθεί και την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων, η αίτηση φαίνεται να έχει περιοριστεί σε ό,τι αφορά την οικονομική κατάσταση του εναγομένου και τη δυνατότητα να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος με μηνιαίες δόσεις και συνεπώς δεν κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τα υπόλοιπα που επιζητούν με την αίτησή τους οι ενάγοντες. Κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, ο καθ' ου η αίτηση υιοθέτησε την ένορκη δήλωσή του, αντεξετάστηκε από τον συνήγορο των εναγόντων - εξ αποφάσεως πιστωτών και υποβλήθηκαν κάποιες ερωτήσεις από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του καταγράφεται στα πρακτικά, έχει ληφθεί υπόψη στο σύνολό της και δεν κρίνεται σκόπιμη η επανάληψή της. Υπάρχει πλούσια νομολογία η οποία έχει καθορίσει με σαφήνεια τις βασικές αρχές που θα πρέπει το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη σε τέτοιου είδους αιτήσεις αποπληρωμής εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις, τόσο πριν όσο και μετά την τροποποίηση του Μέρους VIII και του Μέρους ΙΧ του Κεφ. 6 από τον Νόμο 134(Ι)/
- Περαιτέρω τροποποιήσεις επιτεύχθηκαν με διάφορους Νόμους μεταξύ 2003 και
- Στον βαθμό που η εξουσία για έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων δεν έχει επηρεαστεί από την τροποποίηση του Κεφ. 6, θεωρώ ότι η νομολογία είναι δεσμευτική για σκοπούς της παρούσας αίτησης. Μια συνοπτική παρουσίαση των ευρύτερων κριτηρίων με βάση τα οποία προσδιορίζεται η περιοδική δόση για την αποπληρωμή δικαστικού χρέους έγινε στην απόφαση Φλαγκοφάς ν Αταλέζα Λτδ
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 686, ως εξής : «H διαδικασία που προβλέπει το Μέρος ΙΧ του ΚΕΦ. 6 έχει ουσιαστικά ανακριτικό χαρακτήρα και αποβλέπει στην παροχή ευχέρειας στο Δικαστήριο μετά την διεξαγωγή της αναγκαίας έρευνας σχετικά με τα μέσα του χρεώστη να αποφασίσει κατά πόσο είναι σε θέση να αποπληρώσει με δόσεις το χρέος του. Η οικονομική ευχέρεια για την αποπληρωμή εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις, μετά τον προσδιορισμό των μέσων του χρεώστη, συναρτάται άμεσα με τις ανάγκες του χρεώστη και της οικογένειάς του για αξιοπρεπή διαβίωση. Αυτές περιλαμβάνουν τη στέγαση, τη διατροφή και την ιατρική περίθαλψη των μελών της οικογένειας καθώς και τη μόρφωση των παιδιών και κάποια ευχέρεια για την κοινωνική διακίνηση του χρεώστη». (Βλ. επίσης Christoforou v Athanasiou
(1981)1 C.L.R. 696 και Λαϊκή Τράπεζα ν Θεοχάρη Χαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ. 536). Οποιοδήποτε περίσσευμα - συμπεριλαμβανομένων και ποσών που ξοδεύονται για μη ουσιαστικές ανάγκες ή η δημιουργία περιττών χρεών και υποχρεώσεων - μπορεί να διατεθεί έναντι του εξ αποφάσεως χρέους με την έκδοση σχετικού διατάγματος (βλ. Gesico Photographic v J.K. Video
(1991)1 Α.Α.Δ. 134 και Σ.Π.Ε. Αραδίππου ν Ιακώβου
(1999)(Γ) Α.Α.Δ. 2032). Η διαχρονική αρχή ότι οι δικαστικές αποφάσεις δεν πρέπει να παραμένουν στα χαρτιά εκφράζεται με σαφή τρόπο στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Κωνσταντίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1034, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που συνάπτεται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα της. Διαφορετικά δημιουργείται δυσπιστία για την αποστολή της με ανάλογες διαβρωτικές επιπτώσεις. Με αυτά θέλουμε να τονίσουμε ότι τα προβλεπόμενα από το νόμο μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης δεν πρέπει να καταντούν ατελέσφορα, εκτός στις απόλυτα δικαιολογημένες περιπτώσεις. Πρέπει να εξισορροπείται η ανάγκη εκτέλεσης με την προοπτική αξιοπρεπούς διαβίωσης του ανθρώπου στο πλαίσιο του κράτους δικαίου». Ουσιαστικά, πρέπει να διατηρηθεί μια ισορροπία μεταξύ της ανάγκης να είναι οι μηνιαίες δόσεις εντός των οικονομικών δυνατοτήτων του χρεώστη, χωρίς να παραγνωρίζεται η λογική προσδοκία του πιστωτή να εισπράξει το χρέος. Δεν πρέπει να δίνεται η εντύπωση ότι ένας χρεώστης, χωρίς επαρκή δικαιολογία, μπορεί να διαγράφει τα χρέη του (βλ. National Bank of Greece v Trihinas
(1976)2 J.S.C. 411). Όπως αναφέρεται στην Βασιλειάδης ν. Τσουρή
(2007)1 Α.Α.Δ. 43, Ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν μπορεί να γνωρίζει ποια είναι τα περιουσιακά στοιχεία του εξ αποφάσεως οφειλέτη, τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την έκδοση διατάγματος καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους δια μηνιαίων δόσεων. Ως εκ τούτου, το βάρος απόδειξης ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος του, μετατοπίζεται στους ώμους του και υποχρεούται να αποκαλύψει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία που καταδεικνύουν ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα εξόφλησης του χρέους ή να καθορίσει το ποσό που προτείνει ότι είναι εντός των δυνατοτήτων του. Σχετική με τα επίδικα θέματα είναι και η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σωτηρίου ν Universal Bank Public Ltd, ECLI:CY:AD:2020:A93, Πολ. Έφ. Αρ. 271/2013, ημερ. 9 Μαρτίου
- Στρέφοντας την προσοχή μου ξανά στην παρούσα αίτηση και αξιολογώντας τη μαρτυρία του εναγομένου για σκοπούς διαπίστωσης της δυνατότητάς του να αποπληρώνει το επίδικο εξ αποφάσεως χρέος με μηνιαίες δόσεις, σημειώνω ότι η μαρτυρία του όσον αφορά την οικονομική του κατάσταση και την περιουσία του ήταν κάπως διφορούμενη, ασαφής και αμφίλογη και θεωρώ ότι υπήρξε σαφής προσπάθεια απόκρυψης της πραγματικής κατάστασης. Ενδεικτικό της προσπάθειας αυτής, ήταν η αρχική του αναφορά ότι διαθέτει ένα όχημα, ενώ στη συνέχεια και στην πορεία της αντεξέτασης διαφάνηκε ότι διαθέτει επτά οχήματα, με την επεξήγηση ότι μόνο τα τέσσερα είναι σε λειτουργήσιμη κατάσταση και τα έχει παραχωρήσει σε τρίτα πρόσωπα να τα κυκλοφορούν. Δεν επεξήγησε όμως ικανοποιητικά για ποιο λόγο το έχει πράξει αυτό, και δη χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα, εάν και εφόσον βρίσκεται στη δεινή οικονομική κατάσταση που επικαλέστηκε. Επιπλέον, αναφέρθηκε πολύ γενικά και αόριστα και πάλι με διάθεση απόκρυψης, σε ακίνητη περιουσία, χωράφια κ.ο.κ. Αυτό όμως που έχει προκαλέσει εντύπωση και θεωρώ ότι υπέχει ιδιαίτερη σημασία είναι η μαρτυρία του για το θέμα της εργασίας. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ο καθ' ου η αίτηση αναφέρει ότι τον Ιανουάριο του 2020 λάμβανε μισθό €500, παραλείποντας παντελώς να αναφέρει το επάγγελμά του. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, η εργοδότρια εταιρεία φαίνεται να ήταν αυτή που αναφέρει σε άλλο σημείο της ένορκης δήλωσής του ότι οφείλει μεγάλα ποσά και που φέρει και το όνομά του, και της οποίας είναι διευθυντής. Προσθέτει στην ένορκη δήλωσή του ότι λόγω της πανδημίας η εταιρεία που τον εργοδοτούσε διέκοψε τις εργασίες της. Δεν έχει επεξηγήσει και δεν δικαιολόγησε κατά τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου για ποιο λόγο μετά την επανέναρξη της λειτουργίας επιχειρήσεων δεν επανήλθε στην εργασία του, δεδομένου ότι, όπως εν τέλει διαφάνηκε κατά τη μαρτυρία του, πρόκειται για δική του, στην ουσία, επιχείρηση ζαχαροπλαστικής και πρόκειται για έμπειρο και ταλαντούχο ζαχαροπλάστη με δεκαετίες στο επάγγελμα και με επιχείρηση τη διαχείριση της οποίας έχουν πλέον αναλάβει οι θυγατέρες του οι οποίες, όπως ο ίδιος ανέφερε, είναι άσχετες με το αντικείμενο. Είναι εύλογο λοιπόν το ερώτημα, εφόσον έχουν αναλάβει οι θυγατέρες του οι οποίες δεν γνωρίζουν το αντικείμενο, ενώ ο ίδιος διαθέτει όλη αυτή την πείρα και δεξιότητα και αγάπη για το επάγγελμα, δεν επέστρεψε στα καθήκοντά του, έστω και ως σύμβουλος. Η δυνατότητα προφανώς και υπάρχει, εάν δεν έχει ήδη επισυμβεί και το αποκρύπτει, με ανάλογη δυνατότητα επιπρόσθετου εισοδήματος. Τα δε προβλήματα υγείας δεν καταδείχθηκαν να είναι τέτοια που να αποτελούν εμπόδιο. Όσον αφορά τα χρέη στις κοινωνικές ασφαλίσεις, φαίνεται από τα στοιχεία που έχουν προσκομιστεί ότι πρόκειται για χρέη της εταιρείας και όχι του ιδίου προσωπικά. Σχετικά με τις αναφορές στην ένορκη δήλωση, αλλά και στην ένορκη μαρτυρία του εναγομένου για δικαστικές αποφάσεις για χρέη και άλλα διατάγματα μηνιαίων δόσεων και εντάλματα, σημειώνω ότι δεν προσκομίστηκε ίχνος μαρτυρίας. Όφειλε ο καθ' ου η αίτηση, εάν πράγματι έχουν εκδοθεί άλλες δικαστικές αποφάσεις ή διατάγματα μηνιαίων δόσεων που προηγούνται της απόφασης στην παρούσα υπόθεση, να τα είχε προσκομίσει. Εκπροσωπήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στην παρούσα διαδικασία από ικανότατη και έμπειρη δικηγόρο και συνεπώς θεωρώ ότι ο καθ' ου η αίτηση ήταν σε θέση να εξεύρει αυτά τα στοιχεία εάν υπήρχαν. Όσον αφορά το θέμα του ενυπόθηκου ακινήτου, έχει αναφερθεί νωρίτερα σήμερα ότι η διαδικασία πλειστηριασμού δεν προχώρησε για τους λόγους που αναφέρθηκαν και εάν προχωρήσει κανονικά η διαδικασία ως την έχουν επανατροχοδρομήσει οι ενάγοντες, σε έξι και πλέον μήνες θα δύναται να πωληθεί το ακίνητο, και θα πιστωθεί το ποσό της είσπραξης προς όφελος του καθ' ου η αίτηση. Εάν το εξ αποφάσεως χρέος εξοφληθεί, τυχόν διάταγμα μηνιαίων δόσεων θα παύσει να ισχύει, εφόσον η απόφαση θα έχει εξοφληθεί. Εάν παραμείνει υπόλοιπο, θα εξακολουθεί να ισχύει για το υπόλοιπο, το όποιο διάταγμα τυχόν εκδοθεί στη βάση της παρούσας. Με αυτά τα δεδομένα και έχοντας λάβει δεόντως υπόψη όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, θεωρώ ότι υπάρχει δυνατότητα καταβολής ενός χαμηλού ποσού μηνιαίως. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον ενάγοντα στη σημερινή του αγόρευση, εισηγήθηκε το ποσό των €100 μηνιαίως. Το Δικαστήριο συγκλίνει με αυτή τη θέση, λαμβάνοντας υπόψη την ενώπιόν του μαρτυρία, τα έξοδα που ανέφερε ο καθ΄ ου η αίτηση, αλλά και την κινητή και ακίνητη περιουσία που με πολύ αόριστο τρόπο ανέφερε, καθώς και το θέμα της εργασίας ως αναλύθηκε πιο πάνω. Καταληκτικά των πιο πάνω, εκδίδεται διάταγμα εναντίον του εναγομένου - καθ' ου η αίτηση πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις των €
- Η πρώτη δόση θα καταβληθεί την 1ην Ιουνίου 2021 και ακολούθως την πρώτη ημέρα κάθε επόμενου μήνα, μέχρι την τελεία εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Νοείται βεβαίως ότι σε περίπτωση επιτυχούς πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου, το ποσό θα πιστωθεί έναντι ή και προς εξόφληση του εξ αποφάσεως υπολοίπου προς όφελος του λογαριασμού του εναγομένου, ανάλογα με την περίπτωση. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Ενόψει όμως της φύσης της όλης διαδικασίας που αφορά η περίπτωση, αλλά και του γεγονότος ότι σε αρκετές ημερομηνίες δόθηκε νέα ημερομηνία ηλεκτρονικώς λόγω της πανδημίας και δεν υπήρξε φυσική παρουσία, ενώ σε περιπτώσεις όπου ζητήθηκε αναβολή της ακρόασης από την πλευρά του εναγομένου δεν ζητήθηκαν έξοδα, θεωρώ ορθό να περιοριστεί το συνολικό ποσό των εξόδων, επιδικάζοντας έξοδα για τη σύνταξη της αίτησης (€233), μιας πρώτης εμφάνισης (€532) και των ημερομηνιών που έγινε ακρόαση (€ 898 x 2). Ως εκ τούτου, τα έξοδα εκ €2561 πλέον Φ.Π.Α. επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - αιτητών και εναντίον του εναγομένου - καθ' ου η αίτηση. (Υπ.) ............. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Κ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο