← Κύπρος

CAC CORAL LIMITΕD ν. W.M. PROPERTIES (CYPRUS) LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 142/2013, 24/5/2021

CAC CORAL LIMITΕD ν. W.M. PROPERTIES (CYPRUS) LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 142/2013, 24/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στη Λάρνακα) ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 142/2013 Μεταξύ: CAC CORAL LIMITΕD Ενάγουσας και

  1. W.M. PROPERTIES (CYPRUS) LIMITED
  2. XXXXX MAJID
  3. THEOVASIL DEVELOPERS LTD Εναγομένων ------------------------------------- Ημερομηνία: 24 Μαΐου, 2021 Για την ενάγουσα : κα Μ. Παρασκευά Για τους εναγομένους 1 και 2 : καμία εμφάνιση. Για την εναγομένη 3 : κ. Στ. Σταύρου ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων είναι για χρεωστικό υπόλοιπο στεγαστικού δανείου ύψους €272.088,09 πλέον τόκο προς 14% ετησίως από 2.5.2012 και κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο την 30ην Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Η ενάγουσα αξιώνει επιπλέον την έκδοση διαταγμάτων εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων, αλλά και την έκδοση διαφόρων δηλωτικών αποφάσεων σε σχέση με το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 20.7.2006 το οποίο έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο και σε σχέση με την κατοχή των επίδικων διαμερισμάτων. Σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στην (τροποποιημένη) Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, η ενάγουσα έχει υποκαταστήσει, για σκοπούς των επίδικων θεμάτων και με βάση Σχέδιο Διακανονισμού το οποίο εγκρίθηκε από το αρμόδιο Δικαστήριο, την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, η οποία στο εξής θα αναφέρεται ως «η Τράπεζα». Στις 20.7.2006 η εναγομένη 1 εταιρεία συμφώνησε με την εναγομένη 3 εταιρεία ανάπτυξης γης να αγοράσει τρία διαμερίσματα και στις 27.8.2006 η Τράπεζα ενέκρινε την παραχώρηση προς την εναγομένη 1 στεγαστικού δανείου, τη εγγυήσει των εναγομένων 2 και 3, για Λ.Κ. 112,800 (€192.730,24). Υπεγράφη σχετική συμφωνία, ενώ οι εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν έγγραφο εγγυώμενοι τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 μέχρι ποσού εκ €197.000 πλέον τόκους και έξοδα, με πρόνοια για αύξηση του ποσού της εγγύησης μέχρι και περαιτέρω 50% σε περίπτωση αύξησης του ορίου ή υπέρβασης του πρωτοφειλέτη. Υπεγράφησαν επιπλέον την ίδια ημέρα εκχωρητήρια έγγραφα μεταξύ της Τράπεζας, εναγομένης 1 και εναγομένης 3, βάσει των οποίων η εναγομένη 1 εκχώρησε στην Τράπεζα όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από τα πωλητήρια έγγραφα ημερ. 20.7.
  4. Η εναγομένη 1 συμφώνησε όπως παραχωρήσει προς την Τράπεζα, πρώτη υποθήκη πάνω στα διαμερίσματα μόλις εκδοθεί χωριστός τίτλος ιδιοκτησίας. Στις 28.4.2006 η εναγομένη 3 υποθήκευσε προς όφελος της Τράπεζας όλο το μερίδιό της στα κτήματα στο Παραλίμνι εντός των οποίων βρίσκονται τα επίδικα διαμερίσματα, προς εξασφάλιση παρελθουσών ή και παρουσών ή και μελλοντικών υποχρεώσεων της εναγομένης 1 για ποσό μέχρι Λ.Κ. 1.000.000 (€1.708.601,44). Λόγω παράλειψης της εναγομένης 1 να εξοφλήσει ληξιπρόθεσμες δόσεις, η Τράπεζα απέστειλε στις 30.3.2012 επιστολή στους εναγομένους για την εν λόγω παράβαση της συμφωνίας δανείου, ενώ στις 2.5.2012 με νέα επιστολή τους ενημέρωσε για την αύξηση του επιτοκίου και το κλείσιμο των λογαριασμών λόγω χρεωστικού υπολοίπου εκ €272.088,09 πλέον τόκους. Οι εναγόμενες εταιρείες 1 και 3 αρχικώς, ήτοι στις 14.2.2013, καταχώρισαν Σημείωμα Εμφάνισης μέσω του νυν συνηγόρου της εναγομένης 3, ο οποίος καταχώρισε Έκθεση Υπεράσπισης στις 10.6.
  5. Στις 24.7.2014 ο εναγόμενος 2 καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης με διαφορετικό δικηγόρο, ο οποίος στις 9.9.2014 καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης και για την εναγομένη 1, αντικαθιστώντας τον αρχικό της δικηγόρο (αν και ο ορθότερος τρόπος θα ήταν η καταχώριση Ειδοποίησης Αλλαγής Δικηγόρου). Ο νέος δικηγόρος των εναγομένων 1 και 2 στις 15.1.2015 καταχώρισε Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση των εναγομένων 1 και 2, με την οποία αρνούνται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί δανείου και εγγυήσεων, και προβάλλουν διαζευκτικά ότι οι όροι της συμφωνίας δανείου είναι καταχρηστικοί και άκυροι και ότι η εγγύηση και η εκχώρηση τέθηκαν με δόλο / απάτη / ψευδείς παραστάσεις. Ανταξιώνουν διάφορες σχετικές δηλωτικές αποφάσεις. Στην πορεία, ο συνήγορος των εναγομένων 1 και 2 ζήτησε, και έλαβε, άδεια να αποσυρθεί. Οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν παρουσιάστηκαν στην επόμενη δικάσιμο, αν και έλαβαν γνώση της ημερομηνίας, ή σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω νέου δικηγόρου, και συνεπώς η ακρόαση της υπόθεσης προχώρησε στην απουσία τους. Η εναγομένη 3, με την τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισής της, αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί επικύρωσης Σχεδίου Διακανονισμού και υποκατάστασης της Τράπεζας και περί παραχώρησης δανείου και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων της εναγομένης 1, παρά μόνο εγγυήθηκε/ανέλαβε την έκδοση χωριστών τίτλων ιδιοκτησίας. Αγνοεί και αρνείται την υπογραφή των εκχωρητηρίων εγγράφων ημερ. 27.8.2006, και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι εάν ήθελε αποδειχθεί ότι υπεγράφη μια τέτοια συμφωνία εκχώρησης, τότε η ενάγουσα είναι αποκλειστική δικαιούχος του επίδικου ακινήτου και δύναται να ασκεί όλα τα δικαιώματα της εναγομένης 1 που απορρέουν από τα πωλητήρια έγγραφα και όφειλε να το πράξει. Αρνείται επιπλέον τους ισχυρισμούς περί υποθηκών, περί λήψης επιστολών, περί τερματισμού των συμφωνιών και περί οφειλής του ισχυριζόμενου υπολοίπου. Η ενάγουσα στο τροποποιημένο απαντητικό της δικόγραφο, απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της εναγομένης 3 και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης. Όσον αφορά την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των εναγομένων 1 και 2, η ενάγουσα στην Απάντηση και Υπεράσπισή της αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγομένων 1 και 2, και όλες τις λεπτομέρειες απάτης, δόλου και ψευδών παραστάσεων και ζητεί την απόρριψη των ανταπαιτήσεων, καθότι δεν μπορεί να διατυπώνονται στο ίδιο δικόγραφο δύο αντίθετες θέσεις. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε ένας μάρτυρας για την ενάγουσα. Η πλευρά της εναγομένης 3 δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία. Επαναλαμβάνεται ότι η ακρόαση προχώρησε στην απουσία εκπροσώπησης των εναγομένων 1 και 2 για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ήτοι ότι ο δικηγόρος τους αποσύρθηκε, δεν παρουσιάστηκαν και δεν διόρισαν νέο δικηγόρο. Ο κ. XXXXX Καφάς (Μ.Ε.), ο οποίος εργάζεται στη Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων της Τράπεζας, κατέθεσε όσον αφορά τα γεγονότα όπως παρουσιάζονται στην (τροποποιημένη) Έκθεση Απαίτησης και συνοψίζονται πιο πάνω. Επιπρόσθετα, κατέθεσε όλα τα σχετικά έγγραφα ως Τεκμήρια 1 - 20, καθώς και αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού ως Τεκμήρια 21 (α) - (γ) και κατάσταση αλλαγής επιτοκίων 6 μηνών Euribor ως Τεκμήριο
  6. Ο Μ.Ε. κατέθεσε επιπλέον ως Τεκμήρια 24 - 27 τέσσερεις «αναδομημένες» καταστάσεις λογαριασμού από την ημερομηνία τερματισμού 2.5.2012 μέχρι 31.12.2020, όπου σε κάθε κατάσταση διαφοροποιείται (από το αξιούμενο ποσοστό 14%) το επιτόκιο που χρεώνεται μετά τον τερματισμό, ή και προστίθενται ποσά που πληρώθηκαν για την ασφάλιση του διαμερίσματος που είχε αγορασθεί, σύμφωνα με το έγγραφο υποθήκης. Όλες οι «αναδομημένες» καταστάσεις λογαριασμού ξεκινούν με υπόλοιπο €272.088,09 από μεταφορά. Στις καταστάσεις Τεκμήρια 24 και 25 χρεώνεται τόκος προς 9,377% (ήτοι 6 μηνών Euribor πλέον πρόσθετο 8,25%) πλέον 2% επιτόκιο υπερημερίας, ενώ στις καταστάσεις Τεκμήρια 26 και 27 χρεώνεται τόκος προς 9,377% (ήτοι 6 μηνών Euribor πλέον πρόσθετο 8,25%) πλέον 0% επιτόκιο υπερημερίας. Κατά την αντεξέταση, ο Μ.Ε. επεξήγησε μεταξύ άλλων τον συσχετισμό μεταξύ των συνδεδεμένων λογαριασμών Τεκμήρια 21 (α) και 21 (β) που δημιουργήθηκαν ένεκα του ότι ο δανεισμός ήταν σε ξένο νόμισμα (όπου φαίνονται οι καταβλητέες δόσεις με βάση τους όρους του δανείου, οι πληρωμές και οι καθυστερήσεις) και πώς υπολογίζεται το οφειλόμενο υπόλοιπο από τη χορήγηση του δανείου στις 20.9.
  7. Με τον τερματισμό στις 2.5.2012, τερματίστηκαν οι συνδεδεμένοι λογαριασμοί δανείου και το προκύψαν υπόλοιπο μεταφέρθηκε σε λογαριασμό καθυστερήσεων με νέο αριθμό, Τεκμήριο 21 (γ), με βάση τον όρο 4 της βασικής συμφωνίας Τεκμήριο
  8. Ο Μ.Ε. δέχθηκε ότι ο αριθμός του συνδεδεμένου λογαριασμού Τεκμήριο 21(β) εκ παραδρομής δεν καταγράφηκε στις επιστολές που απεστάλησαν στους εναγόμενους. Όσον αφορά την αξίωση για επιτόκιο υπερημερίας, ο Μ.Ε. ισχυρίστηκε ότι το ποσοστό που αποδέχθηκαν οι εναγόμενοι, με βάση τον όρο D i του Τεκμηρίου 5, ήταν 6,75%, ήτοι 1,75% συν 5%, και ότι η ζημιά της τράπεζας ένεκα της οποίας αξιώνει επιτόκιο υπερημερίας καθορίζεται από τις αρμόδιες διευθύνσεις της τράπεζας και ενημερώνονται οι υπάλληλοι. Αρνήθηκε την υποβολή ότι κατά τις 2.5.2012 δεν υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο και ότι ο τερματισμός ήταν πρόωρος, και επανέλαβε ότι στις 2.5.2012 ο τερματισμός έγινε με βάση τα συμβατικά έγγραφα και μεταφέρθηκαν τα υπόλοιπα των Τεκμηρίων 21(α) και (β) στον νέο λογαριασμό οριστικών καθυστερήσεων Τεκμήριο 21 (γ) ο οποίος παρουσιάζει υπόλοιπο κατά την εν λόγω ημερομηνία εκ €272.088,
  9. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Μ.Ε., σημειώνω ότι προκάλεσε θετική εντύπωση, καθότι κατέθεσε με σαφήνεια και ευθύτητα για τα επίδικα θέματα και η μαρτυρία του υποστηρίζεται δεόντως από όλα τα σχετικά έγγραφα τα οποία κατέθεσε ως τεκμήρια, τα οποία ουδόλως αμφισβητήθηκαν καθ' οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο. Παρουσίασε πολύ ικανοποιητικά τα γεγονότα που γνώριζε ως εκ της θέσης που κατέχει στην Τράπεζα και κυρίως από τα στοιχεία και έγγραφα στην κατοχή του στο πλαίσιο της διεκπεραίωσης των επαγγελματικών καθηκόντων του. Η δε μαρτυρία του όσον αφορά τα βασικά και αμφισβητούμενα θέματα ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Ειδικότερα, αντέκρουσε τεκμηριωμένα, με αναφορά σε ρητούς όρους των επίδικων συμφωνιών Τεκμήρια 5, 6 και 9, αλλά και τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 21 (α), (β) και (γ), τις υποβολές περί πρόωρου τερματισμού, ανυπαρξίας χρεωστικού υπολοίπου, τον τρόπο λειτουργίας των εν λόγω λογαριασμών και τον μεταξύ τους συσχετισμό. Οι σχετικές υποβολές της πλευράς της εναγομένης 3 παρέμειναν σε φραστικό επίπεδο και μόνο, εφόσον ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από την υπεράσπιση προς τεκμηρίωση αυτών. Το μόνο ζήτημα για το οποίο δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις ο Μ.Ε. ήταν το θέμα του επιτοκίου υπερημερίας και τη ζημιά της Τράπεζας, αναφέροντας με κάθε ειλικρίνεια ότι δεν είναι αρμόδιος. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, επισημαίνω ότι ο τρόπος με τον οποίο φαίνεται να λειτουργούσε η Τράπεζα - με την υπογραφή επιστολής με τους ειδικούς όρους της συμφωνίας δανειοδότησης, την υπογραφή συμφωνίας με τους γενικούς όρους, και το άνοιγμα δύο συνδεδεμένων λογαριασμών δανείου αντί ενός - σίγουρα είναι κάπως ανορθόδοξος και πολύπλοκος και δεν είναι ο πλέον επιθυμητός και απλοποιημένος. Παρά ταύτα, ο Μ.Ε. έδωσε ικανοποιητικές και λογικές εξηγήσεις για το περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών, τον τρόπο λειτουργίας των συνδεδεμένων λογαριασμών και το τελικό υπόλοιπο κατά την ημερομηνία τερματισμού 2.5.
  10. Ειδικότερα όσον αφορά τη θέση της Υπεράσπισης της εναγομένης 3, όπως αναπτύχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορό της στη γραπτή του αγόρευση, ότι το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού δεν προνοείται από τις συμφωνίες, ότι η εναγομένη 3 δεν είχε λάβει γνώση και ότι η σχετική μαρτυρία του Μ.Ε. και η κατάσταση Τεκμήριο 21 (β) είναι εκτός δικογράφων και θα πρέπει να αγνοηθεί, σημειώνω, κατ' αρχάς, ότι δεν υπήρξε ένσταση στην κατάθεση των καταστάσεων ως τεκμηρίων. Ο Μ.Ε. αντεξετάστηκε εκτενώς για το συγκεκριμένο ζήτημα και, όπως αναφέρεται πιο πάνω, έδωσε πολύ ικανοποιητικές εξηγήσεις για τον τρόπο δημιουργίας και λειτουργίας των συνδεδεμένων λογαριασμών που αφορούσαν το επίδικο δάνειο, τις πληρωμές και τις καθυστερήσεις και τον τρόπο με τον οποίο υπολογίστηκε το χρεωστικό υπόλοιπο που προκύπτει κατά την ημερομηνία τερματισμού 2.5.
  11. Στην παράγραφο 11 της (τροποποιημένης) Έκθεσης Απαίτησης γίνεται ρητή αναφορά στους λογαριασμούς δανείου με τους ίδιους αριθμούς ως εμφανίζονται και στα αντίστοιχα Τεκμήρια 21 (α) και (β), στο κλείσιμο αυτών στις 2.5.2012 και τη μεταφορά τους σε λογαριασμό οριστικών καθυστερήσεων με νέο αριθμό, ως εμφανίζεται στο Τεκμήριο 21 (γ) . Οι δε πρόνοιες της βασικής συμφωνίας Τεκμήριο 6 δίδουν το δικαίωμα στην Τράπεζα να χρεώνει τους λογαριασμούς του πελάτη με τα οφειλόμενα ποσά (παράγραφος 3) και «.at any time and without notice to the customer to open and put into operation an additional account or accounts and to transfer to such accounts any sums due by the customer or to close or discontinue the operation of any account and/or make due and payable any Loans and/or Banking Facilities made.» (παράγραφος 4). Όσον αφορά τη θέση περί μη αποκάλυψης των εν λόγω εγγράφων, σημειώνω ότι στο Παράρτημα της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων του Μ.Ε. ημερ. 3.2.2014 γίνεται αναφορά σε «κατάσταση λογαριασμού». Το γεγονός ότι η αναφορά γίνεται στον ενικό ενώ κατατέθηκαν πέραν της μίας κατάστασης, δεν θεωρώ ότι ενέχει ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι στην ουσία πρόκειται περί καταστάσεων του ιδίου δανείου, δεν υπήρξε καμία ένσταση στην κατάθεσή τους, δόθηκαν ικανοποιητικές εξηγήσεις από τον Μ.Ε. και η Υπεράσπιση είχε την ευκαιρία να τον αντεξετάσει επί του θέματος, όπως και έπραξε. Σχετικά με τη μαρτυρία του Μ.Ε. περί μεταβίβασης του επίδικου δανείου από την Τράπεζα στην ενάγουσα εταιρεία κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφών Θεμάτων Νόμου 169(Ι)/2015 και δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 20.12.2018 με βάση τις σχετικές πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, το οποίο η εναγομένη 3 στην Έκθεση Υπεράσπισής της αρνείται, σημειώνω ότι η σχετική μαρτυρία του Μ.Ε., όπως και τα συναφή έγγραφα που κατέθεσε (Τεκμήρια 1 - 3, συμπεριλαμβανομένου του Διατάγματος ημερ. 20.12.2018 του Ε.Δ. Λευκωσίας στη Γενική Αίτηση αρ. 947/2018), ήταν ξεκάθαρη και τεκμηριωμένη. Άλλωστε, δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Αναφορικά δε με τη δικογραφημένη θέση της εναγομένης 3 ότι ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων της εναγομένης 1, παρά μόνο εγγυήθηκε/ανέλαβε την έκδοση χωριστών τίτλων ιδιοκτησίας, σημειώνω ότι ο Μ.Ε. κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 σύμβαση εγγύησης και αποζημίωσης ημερ. 27.8.2006 βάσει της οποίας η εναγομένη 3, σε αντάλλαγμα της αποδοχής από την Τράπεζα να παραχωρήσει στην εναγομένη 1, κατόπιν παράκλησης της εγγυήτριας, δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό, εγγυάται αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με την πρωτοφειλέτιδα όλες τις υποχρεώσεις της τελευταίας προς την Τράπεζα, μέχρι ποσού €197.
  12. Κατέθεσε επιπλέον ως Τεκμήριο 10 απόφαση των Διοικητικών Συμβούλων της εναγομένης 3 εταιρείας ημερ. 27.8.2006 να εγγυηθεί «άπασας και πάσης φύσεως οφειλές» της εναγομένης 1 προς την Τράπεζα και με την οποία εξουσιοδοτείται ο διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας όπως υπογράψει τα σχετικά συμβόλαια εκ μέρους της, ως Τεκμήριο 11 δήλωση του Γραμματέα της εναγομένης 3 ημερ. 27.8.2006 προς την Τράπεζα για τα στοιχεία της εταιρείας και ως Τεκμήριο 13 επιστολή της Τράπεζας ημερ. 27.8.2006 προς την εναγομένη 3 για την έγκριση του επίδικου δανείου, τη εγγυήσει της εναγομένης 3 για ποσό μέχρι €197.000, υπογεγραμμένη από την εναγομένη
  13. Η μαρτυρία αυτή ουδόλως αντικρούστηκε ή κατερρίφθη καθ' οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο. Το ίδιο ισχύει και για τα εκχωρητήρια έγγραφα ημερ. 27.8.2006, την υπογραφή των οποίων αρνείται η εναγομένη 3 στο δικόγραφό της, τα οποία κατέθεσε ο Μ.Ε ως Τεκμήριο 14, τα οποία είναι υπογεγραμμένα από την εναγομένη 3 ως πωλητή των διαμερισμάτων, και τις Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθήκευσης Ακινήτου Τεκμήρια 15 και 16, και πάλιν υπογεγραμμένα από την εναγομένη
  14. Όσον αφορά τη συμφωνία μεταξύ εναγομένης 1 και εναγομένης 3 για την αγορά των επίδικων διαμερισμάτων, την οποία επίσης αρνείται η εναγομένη 3 στην Έκθεση Υπεράσπισής της, ο Μ.Ε. κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 τα σχετικά Πωλητήρια Έγγραφα χωρίς καμία ένσταση ή αμφισβήτηση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε. ως προς τα επίδικα και αμφισβητούμενα γεγονότα ως ορθή και αληθινή. Όσον αφορά τις «αναθεωρημένες» (όπως τις αποκάλεσε) καταστάσεις λογαριασμού που κατέθεσε ο Μ.Ε. ως Τεκμήρια 24 - 27, σημειώνω ότι σχετίζονται μόνο με το επιτόκιο μετά τον τερματισμό και με τη χρέωση κάποιων ποσών για την ασφάλιση διαμερίσματος. Το χρεωστικό υπόλοιπο της εναγομένης 1 κατά την ημερομηνία τερματισμού 2.5.2012 εκ €272.088,09 παραμένει αμετάβλητο σε όλες τις καταστάσεις λογαριασμού. Ειδικότερα όσον αφορά το θέμα των «αναθεωρημένων» καταστάσεων αλλά και του επιτοκίου, εκτενέστερη αναφορά θα γίνει σε κατοπινό σημείο της παρούσας. Αναφορικά με το θέμα της ενημέρωσης της εναγομένης 3, σημειώνω ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοσή της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery

(1965)1 C.L.R. 9, 18). Η μαρτυρία του Μ.Ε. ότι οι επιστολές ταχυδρομήθηκαν δεόντως στους εναγομένους, στις διευθύνσεις που οι ίδιοι είχαν δώσει στην τράπεζα, ήταν ξεκάθαρη και δεν αντικρούστηκε, με αποτέλεσμα σε καμία περίπτωση να μην έχει καταρριφθεί το μαχητό τεκμήριο που προαναφέρθηκε. Έχοντας υπόψη τα δικόγραφα, το σύνολο της μαρτυρίας και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και ανάλυσης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 28.4.2006 η εναγομένη 3 με τις υποθήκες XXXXX/06 και XXXXX/06 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, υποθήκευσε όλο το εγγεγραμμένο μερίδιό της στα κτήματα με αρ. εγγραφής 0/XXXXX και 0/XXXXX στον Δήμο Παραλιμνίου, προς εξασφάλιση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ για τις υπάρχουσες, παρελθούσες ή και μελλοντικές υποχρεώσεις της εναγομένης 1 εταιρείας, για ποσό εκ Λ.Κ.1.000.000 και Λ.Κ. 500.000 αντίστοιχα, πλέον τόκους και έξοδα (Τεκμήρια 15 και 16). Στις 20.7.2006 υπεγράφησαν πωλητήρια έγγραφα μεταξύ της εναγομένης 3 ως πωλητή και της εναγομένης 1 ως αγοραστή, για την αγορά τριών διαμερισμάτων με αρ. 11 στο Block C, αρ. 12 στο Block C και αρ. 18 στο Block D, στο συγκρότημα «XXXXX Park» που ανεγέρθηκε εντός των προαναφερόμενων κτημάτων, τα οποία κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο στις 25.8.2006 (Τεκμήριο 4). Στις 27.8.2006 η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ενέκρινε αίτημα της εναγομένης 1 εταιρείας για παραχώρηση δανείου ύψους Λ.Κ. 112.800 (€196.276,32) για την αγορά των επίδικων τριών διαμερισμάτων, υπό συγκεκριμένους όρους, όπως την αποπληρωμή με μηνιαίες δόσεις εκ €1.390 από 1.11.2007, τη χρέωση κυμαινόμενου επιτοκίου που θα αποτελείται από το εκάστοτε 6 μηνών Euribor πλέον 1,75% και κεφαλαιοποίηση των τόκων ανά εξαμηνία, την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3, την εξασφάλιση μέσω των υφιστάμενων Υποθηκών και την εκχώρηση των δικαιωμάτων της εναγομένης 1 επί των πωλητηρίων εγγράφων ημερ. 20.7.2006 (Τεκμήριο 5 υπογεγραμμένο από την Τράπεζα και την εναγομένη 1). Με επιστολές προς τους προτιθέμενους εγγυητές εναγομένους 2 και 3 (Τεκμήρια 12 και 13) η Τράπεζα τους πληροφόρησε για την έγκριση του δανείου, το επιτόκιο και τον τρόπο υπολογισμού του. Την ίδια ημέρα υπεγράφη μεταξύ της Τράπεζας και της εναγομένης 1, η βασική συμφωνία Τεκμήριο 6 με τους γενικούς όρους της δανειοδότησης. Υπεγράφη επιπλέον, την ίδια ημέρα, μεταξύ της Τράπεζας και των εναγομένων 2 και 3, σύμβαση εγγύησης και αποζημίωσης, με την οποία οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με την εναγομένη 1 πρωτοφειλέτιδα, όλες τις παρούσες ή μελλοντικές υποχρεώσεις της τελευταίας προς την Τράπεζα, μέχρι ποσού €197.000 (Τεκμήριο 9). Η Τράπεζα παραχώρησε το δάνειο ύψους €196.276,32 στην εναγομένη 1 στις 20.9.2006 και άνοιξε στο όνομά της τους συνδεδεμένους λογαριασμούς δανείου όπου καταχωρούνταν όλες οι σχετικές χρεοπιστώσεις. Από τις 19.3.2009 και μετέπειτα η Τράπεζα ενημέρωνε την εναγομένη 1 κατά διαστήματα για αυξήσεις στο περιθώριο του επιτοκίου που χρέωνε (Τεκμήριο 17). Η εναγομένη 1 παρέλειψε να εξοφλήσει ληξιπρόθεσμες δόσεις της κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, με αποτέλεσμα η Τράπεζα να της αποστείλει επιστολή ημερ. 30.3.2012, με κοινοποίηση προς τους εναγομένους 2 και 3, δίδοντάς της περιθώριο χρόνου 15 ημερών να τις εξοφλήσει και προειδοποιώντας ότι σε αντίθετη περίπτωση ο λογαριασμός θα μεταφερόταν στις Οριστικές Καθυστερήσεις, θα επιβαρύνετο με αυξημένο επιτόκιο και θα λαμβάνονταν νομικά μέτρα (Τεκμήριο 18). Λόγω μη θετικής ανταπόκρισης, η Τράπεζα απέστειλε στην εναγομένη 1 επιστολή ημερ. 2.5.2012, με κοινοποίηση προς τους εναγομένους 2 και 3, ενημερώνοντάς τους ότι τερματίζουν τη συμφωνία δανείου και τη λειτουργία των λογαριασμών, και ότι μετέφεραν το χρεωστικό υπόλοιπο, το οποίο ανερχόταν κατά τις 2.5.2012, σε €272.088,09, στις Οριστικές Καθυστερήσεις με νέο αριθμό λογαριασμού XXXXX032-6 (Τεκμήριο 19). Η Τράπεζα με την εν λόγω επιστολή τερματισμού καλούσε την εναγομένη 1 να εξοφλήσει την οφειλή της εντός 7 ημερών. Έκτοτε οι εναγόμενοι ουδέν ποσό κατέβαλαν. Το επίδικο δάνειο και οι επίδικες εξασφαλίσεις μεταβιβάστηκαν από την Τράπεζα στην ενάγουσα κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφών Θεμάτων Νόμου 169(Ι)/2015 και δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 20.12.2018 από το Ε.Δ. Λευκωσίας στην αίτηση εταιρειών αρ. 947/2018 βάσει των σχετικών προνοιών του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 (Τεκμήριο 3), το οποίο τέθηκε σε ισχύ από 21.12.
  1. Κατά ή περί τις 13.12.2018 η Υποθήκη XXXXX/06 διασπάσθηκε δυνάμει νομοθετικών προνοιών σε δύο Υποθήκες, η καθεμία εκ των οποίων εξασφαλίζει μέρος του εξασφαλισμένου από κάθε Υποθήκη ποσού. Δυνάμει του Σχεδίου Διακανονισμού, η μία εκ των δύο νέων Υποθηκών που προέκυψαν μετά τη διάσπαση, ήτοι η XXXXX/06 μεταβιβάστηκε από την Τράπεζα στην ενάγουσα. Επομένως, αυτό που θα πρέπει τώρα να εξεταστεί είναι κατά πόσο η ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον των εναγομένων 1, 2 και
  2. Το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 προνοεί ότι αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίο γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρισης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σε αυτό, εάν αποδειχθεί ότι κατά τον χρόνο της καταχώρισης το βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας, η καταχώριση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας, το βιβλίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της τράπεζας και το αντίγραφο έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Σχετική μαρτυρία μπορεί να δοθεί από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας και σε σχέση με τον έλεγχο της ορθότητας από το πρόσωπο το οποίο προέβη στον έλεγχο. Θεωρώ ότι έχει προκύψει σαφώς από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε. και τη βεβαίωση - πιστοποιητικό που κατέθεσε ως Τεκμήριο 23, ότι όλα τα πιο πάνω έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό, και ότι ο Μ.Ε., στο πλαίσιο των επαγγελματικών του καθηκόντων και αρμοδιοτήτων, έχει ελέγξει τις καταχωρίσεις στους λογαριασμούς και διαπίστωσε ότι συνάδουν πλήρως με τις καταχωρίσεις στο ηλεκτρονικό αρχείο τις ενάγουσας και είναι ορθές. Άλλωστε, η ορθότητα των καταχωρίσεων δεν αμφισβητήθηκε με οποιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο από την πλευρά των εναγομένων και σε καμία περίπτωση δεν ανετράπη το μαχητό τεκμήριο που δημιουργεί το άρθρο
  3. Αντίθετα, ο μάρτυρας της ενάγουσας επιβεβαίωσε όλα αυτά, ενώ οι εναγόμενοι δεν παρουσίασαν το παραμικρό στοιχείο προς αντίκρουση ή που να καταδεικνύει ότι οποιαδήποτε καταχώριση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ως εκ των ανωτέρων, κρίνω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την οφειλή της εναγομένης 1 εκ €272.088,09 κατά τις 2.5.2012 και ότι μετά την εν λόγω ημερομηνία ουδέν ποσό καταβλήθηκε. Συνεπώς, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η ενάγουσα έχει αποδείξει την αξίωσή της για χρέωση επιτοκίου προς 14% από 2.5.
  4. Ειδικότερα όσον αφορά τις «αναδομημένες» καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 24-27, επαναλαμβάνεται ότι όλες ξεκινούν με χρεωστικό υπόλοιπο εκ μεταφοράς από τους επίδικους λογαριασμούς δανείου εκ €272.088,09 κατά την ημερομηνία τερματισμού 2.5.
  5. Όλες οι υπόλοιπες καταχωρίσεις σε κάθε κατάσταση αφορούν τη χρέωση επιτοκίου χαμηλότερου από το 14% που αξιώνει η ενάγουσα, ήτοι είτε 9,377% είτε 11,377 (δηλαδή είτε με 0% επιτόκιο υπερημερίας είτε με 2% επιτόκιο υπερημερίας), καθώς και τη χρέωση κάποιων ποσών για την ασφάλιση διαμερίσματος. Εν τούτοις, η δικογραφημένη αξίωση της ενάγουσας σε σχέση με το χρεωστικό υπόλοιπο του στεγαστικού δανείου είναι για €272.088,09 πλέον τόκο προς 14% ετησίως από 2.5.2012, χωρίς αναφορά ή αξίωση για οποιεσδήποτε μετέπειτα χρεώσεις για την ασφάλιση διαμερίσματος. Επιπλέον, δεν γίνεται αντιληπτή η χρησιμότητα κατάθεσης των εν λόγω καταστάσεων, δεδομένου ότι η αξίωση της ενάγουσας όσον αφορά το επιτόκιο δεν περιορίστηκε σε οποιοδήποτε από τα επιτόκια που χρεώθηκαν στις αναδομημένες καταστάσεις, αλλά παρέμεινε στο 14% ετησίως από 2.5.
  6. Μια αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, έχει ωφελιμότητα σε περιπτώσεις όπως την υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ Πολ. Έφεση 21/2008 ημερ. 14.7.2010, όπου, μετά την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης, η Τράπεζα έκρινε, μετά από αναδόμηση των λογαριασμών, ότι θα έπρεπε να διαμορφώσει το ποσό ολόκληρης της απαίτησης προς τα κάτω. Όπως αναφέρθηκε στην εν λόγω απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε την εξουσία, ανάλογα με τη μαρτυρία που αποδέχθηκε, να διαφοροποιήσει προς τα κάτω τα ποσά για τα οποία θα εξέδιδε απόφαση. Επισημάνθηκε, περαιτέρω, ότι σε πολλές περιπτώσεις, οι αναδομημένοι λογαριασμοί ετοιμάζονται μετά από παράκληση του αντιδίκου ή ακόμη και μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου στο στάδιο της προδικασίας και υποβοηθούν την ακροαματική διαδικασία, αφού επεξηγούν τον τρόπο υπολογισμού των τόκων και τη διαμόρφωση του τελικού υπολοίπου. Συνήθως, ετοιμάζεται ένας αναδομημένος λογαριασμός για να αφαιρεθούν κάποιες χρεώσεις και δικαιώματα για τα οποία ο εναγόμενος φέρει ένσταση ή για να υπολογιστούν με διαφορετικό τρόπο οι τόκοι. Σε εκείνη την υπόθεση, με την αναδόμηση των λογαριασμών, μετά τον εκ νέου υπολογισμό των τόκων, διαμορφώθηκε το τελικό υπόλοιπο του λογαριασμού, ενώ στην υπό εξέταση υπόθεση, το τελικό υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την ημερομηνία τερματισμού 2.5.2012 (δεν έγιναν πληρωμές έκτοτε) παραμένει το ίδιο σε όλες τις καταστάσεις που κατατέθηκαν, ενώ το διεκδικούμενο επιτόκιο εκ 14% δεν περιορίστηκε είτε στο 11,377% (δηλαδή 6 μηνών Euribor πλέον περιθώριο 8,25%, σύνολο 9,377%, πλέον 2% επιτόκιο υπερημερίας), που έχει χρεωθεί στα Τεκμήρια 24 και 25, είτε στο 9,377% (δηλαδή 6 μηνών Euribor πλέον περιθώριο 8,25% χωρίς επιτόκιο υπερημερίας), που έχει χρεωθεί στα Τεκμήρια 26 και
  7. Υπενθυμίζεται, συναφώς, πως το 9,377% είναι το επιτόκιο που έφερε ο λογαριασμός δανείου κατά την ημερομηνία τερματισμού. Δεν έχει επεξηγηθεί από την πλευρά της ενάγουσας (είτε με τη μαρτυρία του Μ.Ε. είτε στη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου) πού ακριβώς βασίζεται η αξίωση για τόκο προς 14% ετησίως από 2.5.
  8. Επαναλαμβάνεται δε ότι στις «αναδομημένες» καταστάσεις λογαριασμού που κατέθεσε ο Μ.Ε. χρεώνεται τόκος προς 9,377% πλέον 2% επιτόκιο υπερημερίας, σύνολο 11,377% (Τεκμήρια 24 και 25) και τόκος προς 9,377% πλέον 0% επιτόκιο υπερημερίας (Τεκμήρια 26 και 27). Το Τεκμήριο 5 που υπέγραψε η εναγομένη 1 προνοεί, στην παράγραφο Α, κυμαινόμενο επιτόκιο 6 μηνών Euribor πλέον περιθώριο 1,75%, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου ως επιτρέπεται από την εκάστοτε νομοθεσία, καθώς και δικαίωμα αύξησης του περιθωρίου με γραπτή ειδοποίηση προς τον πελάτη (ή δημοσίευση στον τύπο). Το ίδιο προνοείται και στην παράγραφο 2 του Τεκμηρίου 6 το οποίο επίσης υπέγραψε η εναγομένη 1, αλλά και στα Τεκμήρια 12 και 13 που υπέγραψαν οι εναγόμενοι 2 και 3 ως εγγυητές. Με τις επιστολές ημερ. 19.3.2009, 28.2.2011 και 28.6.2011 η Τράπεζα ενημέρωσε την εναγομένη 1 για την αύξηση του περιθωρίου σε 5,75%, 6,25% και 8,25% αντίστοιχα (Τεκμήριο 17). Ο Μ.Ε. κατέθεσε ως Τεκμήριο 22 πίνακα με τις μεταβολές του επιτοκίου του επίδικου δανείου, όπου φαίνονται οι εκάστοτε διακυμάνσεις 6 μηνών Euribor και το εκάστοτε περιθώριο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, κατά την ημερομηνία τερματισμού, το επιτόκιο που χρεωνόταν με βάση τα πιο πάνω ήταν 9,377%, ήτοι 6 μηνών Euribor (1,127%) πλέον περιθώριο 8,25%, και συνεπώς θεωρώ ότι η ενάγουσα δικαιούται αυτό το επιτόκιο από 2.5.
  9. Όσον αφορά το θέμα του επιτοκίου υπερημερίας, σημειώνω ότι ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος 160(I)/1999, ως τροποποιήθηκε με τους Νόμους 141(Ι) του 2014 και 66(Ι) του 2015, προνοεί ότι το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις 2 εκατοστιαίες μονάδες. Ειδικότερα όσον αφορά το κατά πόσο δικαιολογείται η χρέωση τόκου υπερημερίας από τον τερματισμό μέχρι εξοφλήσεως, σημειώνω ότι ο Νόμος, ως έχει τροποποιηθεί, προνοεί τα εξής στο άρθρο 3: «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή». Στην προκειμένη περίπτωση, έχει εφαρμογή το πιο πάνω εδάφιο 1(β) του άρθρου 3, εφόσον η λειτουργία του λογαριασμού δανείου τερματίστηκε στις 2.5.
  10. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση ημερ. 9.11.2015 του Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ., στην αγωγή Ε.Δ. Λάρνακας αρ. 510/2011 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Alireza Sharafi κ.ά. όπου αναφέρονται τα εξής σχετικά με το εδάφιο (1β) του τροποποιημένου άρθρου 3 του Νόμου: «Όπως αντιλαμβάνομαι την πιο πάνω πρόνοια, για περιπτώσεις όπως η επίδικη δεν απαγορεύεται η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2%, αλλά στην έκταση που το επιβληθέν επιτόκιο υπερημερίας ξεπερνά το 2% υπάρχει αποδεικτικό τεκμήριο ότι αυτό είναι αδικαιολόγητο. Το τεκμήριο είναι μαχητό, δηλαδή, όπως επεξηγείται, το πιστωτικό ίδρυμα μπορεί με μαρτυρία να αποδείξει ότι ο επιβληθείς τόκος στη βάση επιτοκίου υπερημερίας μεγαλύτερου του 2% αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά. Σε τέτοια περίπτωση το τεκμήριο ανατρέπεται και το ίδρυμα δικαιούται στον τόκο που επέβαλε στη βάση επιτοκίου υπερημερίας που ξεπερνά το 2%. Πέραν τούτου, είτε όταν εφαρμόζεται το εδάφιο (1β) είτε όταν εφαρμόζεται το εδάφιο (1α) η επιβολή τόκου στη βάση επιτοκίου υπερημερίας 2% δεν είναι δικαιωματική. Δεν υφίσταται κανένα αποδεικτικό τεκμήριο, όμως το πιστωτικό ίδρυμα εξακολουθεί να έχει το βάρος να αποδείξει ότι το επιτόκιο υπερημερίας που επέβαλε αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά. Οι δικηγόροι της Τράπεζας επικαλούνται την Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Π.Ε. 1/2010, ημερ. 8.7.2014, για να υποστηρίξουν τη θέση τους ότι η Τράπεζα δικαιούται σε τόκο υπερημερίας. Το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η Τράπεζα δικαιούται σε τόκο υπερημερίας αφού η επιβολή τέτοιου προνοείτο στις συμφωνίες δανείου. Στην Ιωαννίδης επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας προς 3% γιατί το συγκεκριμένο ποσοστό προνοείτο στη σχετική συμφωνία. Στην παρούσα περίπτωση το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας δεν προνοείται στις συμφωνίες δανείου, οπόταν η Τράπεζα έπρεπε να αποδείξει το ποσοστό που δικαιούτο» (η υπογράμμιση δική μου). Στην υπό κρίση υπόθεση, ο όρος D i Του Τεκμηρίου 5 προνοεί ότι σε περίπτωση δανείου σε ξένο νόμισμα (το δάνειο ήταν σε ευρώ, ενώ το νόμισμα της Δημοκρατίας κατά τον χρόνο χορήγησης ήταν Λίρες Κύπρου), τυχόν καθυστερήσεις θα χρεώνονται με τόκο προς 1 μηνός Libor πλέον 6,75%, ήτοι επιτόκιο υπερημερίας που ξεπερνά κατά πολύ το 2%. Εν τούτοις, η ενάγουσα ουδόλως προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία όσον αφορά την πραγματική της ζημιά λόγω της καθυστέρησης αποπληρωμής του δανείου από μέρους των εναγομένων. Αντίθετα, μάλιστα, ο Μ.Ε. δήλωσε κατά την αντεξέταση, όταν ερωτήθηκε ευθέως για το ζήτημα, ότι η ζημιά της Τράπεζας καθορίζεται από τις αρμόδιες διευθύνσεις και ότι ο ίδιος δεν είναι αρμόδιος να απαντήσει για το ύψος αυτής. Άλλωστε, στους δύο εκ των τεσσάρων «αναδομημένων» λογαριασμών που κατέθεσε, η ενάγουσα δεν έχει χρεώσει κανένα ποσοστό υπερημερίας, ενώ στους άλλους δύο έχει χρεώσει 2%, χωρίς επεξήγηση και χωρίς να υπάρχει τοποθέτηση της πλευράς της ενάγουσας κατά πόσο διεκδικεί είτε 0% είτε 2%. Με αυτά τα δεδομένα, εφόσον η ενάγουσα δεν τοποθετήθηκε ως προς το όποιο επιτόκιο υπερημερίας που τυχόν διεκδικεί, καταθέτοντας καταστάσεις τόσο με 0% όσο και με 2% με παράλληλη δήλωση ότι η αξίωση παραμένει για τόκο προς 14% από την ημερομηνία τερματισμού χωρίς περαιτέρω επεξήγηση ή τεκμηρίωση, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε αξίωση για τόκο υπερημερίας. Αυτό που έχει αποδειχθεί, ως αναφέρεται πιο πάνω, είναι η οφειλή της εναγομένης 1 για €272.088,09 ως υπόλοιπο στεγαστικού δανείου, πλέον τόκο προς 9,377% από την ημερομηνία τερματισμού 2.5.
  11. Ειδικότερα όσον αφορά τους εναγομένους 2 και 3, λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει στις σελίδες 9 - 11 πιο πάνω και το περιεχόμενο των Τεκμήριων 9 - 13, προκύπτει ότι η αξίωση της ενάγουσας εναντίον των εν λόγω εναγομένων ως εγγυητών των υποχρεώσεων της εναγομένης 1, έχει επίσης αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Η σύμβαση εγγύησης που υπέγραψαν Τεκμήριο 9 ήταν, με βάση την παράγραφο 3, για ποσό εκ €197.000, ήτοι το ποσό του δανείου, πλέον τόκους και έξοδα. Το ποσό της οφειλής της εναγομένης 1 κατά τις 2.5.2012 εκ €272.088,09 αποτελεί, όπως προκύπτει από τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 21 (α)-(γ), το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου κατά την ημερομηνία τερματισμού, αφού έχει συνυπολογιστεί το ποσό του δανείου που παραχωρήθηκε, οι εκάστοτε πληρωμές έναντι, και οι εκάστοτε χρεώσεις τόκων και εξόδων. Επισημαίνεται ότι η δικογραφημένη θέση της εναγομένης 3 ότι η συμφωνία ημερ. 27.8.2006 αφορούσε μόνο την εγγύηση έκδοσης χωριστών τίτλων ιδιοκτησίας, δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στους όρους της εν λόγω συμφωνίας Τεκμήριο
  12. Προκύπτει ρητώς και σαφώς από το περιεχόμενο της συμφωνίας ημερ. 28.8.2009 (Τεκμήριο 9), αλλά και από τα υπόλοιπα έγγραφα που υπέγραψαν (Τεκμήρια 10 - 13) οι εναγόμενοι 2 και 3, ότι επρόκειτο για εγγύηση των υποχρεώσεων της εναγομένης 1 προς την Τράπεζα για το επίδικο δάνειο. Περαιτέρω, με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε., τα έγγραφα που κατέθεσε και τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει στις σελίδες 9 - 11 πιο πάνω, η ενάγουσα έχει επίσης αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τις αξιώσεις υπό Β και Γ της Έκθεσης Απαίτησης για την έκδοση διαταγμάτων εκποίησης των επίδικων υποθηκών, τις αξιώσεις υπό Δ, Ε, Στ, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ. Λ., Μ και Ν για Δηλωτικές Αποφάσεις που αφορούν την εκχώρηση των επίδικων πωλητηρίων εγγράφων, καθώς και την αξίωση υπό Ξ για την έκδοση διατάγματος εναντίον της εναγομένης 1 για παράδοση κενής κατοχής των επίδικων διαμερισμάτων. Θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως καθοριστεί ο χρόνος συμμόρφωσης με το διάταγμα υπό Ξ σε 30 ημέρες από την επίδοσή του. Οι δικογραφημένες θέσεις και ανταξιώσεις των εναγομένων 1 και 2, ως συνοψίζονται στη σελίδα 3 πιο πάνω, παρέμειναν παντελώς μετέωρες και ατεκμηρίωτες, δεδομένου ότι καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε που να τις υποστηρίζει, εφόσον ουδόλως εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο μετά την απόσυρση του δικηγόρου τους. Ως εκ τούτου, η ανταπαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €272.088,09, πλέον τόκο προς 9,377% από 2.5.2012 μέχρι εξοφλήσεως, και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, καθώς και Δηλωτικές Αποφάσεις ως οι παράγραφοι Δ, Ε, Στ, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ, Λ, Μ, Ν της (τροποποιημένης) Έκθεσης Απαίτησης. Εκδίδονται, επιπλέον, Διατάγματα εναντίον της εναγομένης 3 ως οι παράγραφοι Β και Γ της (τροποποιημένης) Έκθεσης Απαίτησης. Εκδίδεται, επιπλέον, Διάταγμα εναντίον της εναγομένης 1 ως η παράγραφος Ξ της (τροποποιημένης) Έκθεσης Απαίτησης - η παράδοση ελεύθερης κατοχής των επίδικων διαμερισμάτων από την εναγομένη 1 προς την ενάγουσα να γίνει εντός 30 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς επιδικάζονται προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση των εναγομένων 1 και 2 απορρίπτεται χωρίς περαιτέρω διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .................. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.