← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΑΡΧΟΝΤΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 150/14, 17/9/2021

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΑΡΧΟΝΤΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 150/14, 17/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 150/14 Mεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων -και-

  1. XXXXX Θ. ΑΡΧΟΝΤΟΥΣ
  2. XXXXX ΑΡΧΟΝΤΟΥΣ
  3. XXXXX ΣΩΤΗΡΙΟΥ (ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Αρχόντους)
  4. XXXXX ΑΡΧΟΝΤΟΥΣ
  5. XXXXX ΚΑΛΗΜΕΡΑ Εναγομένων Ημερομηνία: 17.9.21 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα. Μιλή για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1-5: Β. Σωτηρίου για Α. Σωτηρίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε την 31.1.2014 σε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο. Οι ενάγοντες αιτούνται την καταβολή ποσού €55.720,31 ως οφειλόμενο εις αυτούς υπόλοιπο, δυνάμει συμφωνίας δανείου με αριθμό λογαριασμού XXXXX3621 (παλαιός αριθμός λογαριασμού XXXXX7468), πλέον τόκο 7,75% από 1.1.13 μέχρι 27.8.13 και επιτόκιο προς 9,75% από 28.8.13, μέχρι τελικής εξόφλησης. Οι ενάγοντες δυνάμει εγγράφου συμφωνίας με αριθμό 2138 και κατόπιν αίτησης της εναγόμενης 1, συμφώνησαν όπως παραχωρήσουν σε αυτήν πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους €30.000 τις οποίες εγγυήθηκαν δυνάμει εγγράφου συμφωνίας εγγυήσεως ιδίας ημερομηνίας, οι εναγόμενοι 2 έως
  6. Οι κύριοι όροι των προαναφερθέντων συμφωνιών, καταγράφονται στον εν λόγω δικόγραφο. Στην Απαίτηση των εναγόντων, γίνεται ειδική αναφορά στο δικαίωμα που διατηρούσαν οι ενάγοντες, όπως αυτό αποτυπωνόταν στη σύμβαση δανείου, για γενικό δικαίωμα επίσχεσης (General Preferential Lien) πάνω σε κάθε και/ή οποιονδήποτε ποσό χρημάτων, διαπραγματεύσιμο τίτλο, ή εγγράφων που ανήκαν στην εναγόμενη 1 και τα οποία σε οποιαδήποτε στιγμή μπορούσαν να περιέρχονταν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο των εναγόντων. Οι ενάγοντες απέστειλαν προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 15.7.13 σε έκαστο εναγόμενο, καλώντας τους όπως ξοφλήσουν τις καθυστερήσεις που παρουσιάζονταν στον εν λόγω λογαριασμό. Μη λαμβάνοντας ανταπόκριση, απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 28.8.13 τερματίζοντας τη λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού, απαιτώντας πλήρη εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου εντός 7 ημερών. Το δικόγραφο υπεράσπισης καταχωρήθηκε την 18.6.
  7. Σε αυτό οι εναγόμενοι παραδέχονται τους ισχυρισμούς των εναγόντων περί σύναψης συμφωνίας της εναγόμενής 1, επιφυλάσσοντας το δικαίωμα τους όπως αναφερθούν στο περιεχόμενο και τους όρους αυτής κατά τη δικάσιμο. Πέραν της εν λόγω παραδοχής, οι εναγόμενοι δηλώνουν άγνοια και άρνηση των ισχυρισμών των εναγόντων αναφορικά με τους όρους των εν λόγω συμφωνιών, παραδεχόμενοι μόνο το ύψος του παραχωρηθέντος στην εναγόμενη 1 ποσό. Οι εναγόμενοι 2 μέχρι 5 δηλώνουν ότι εάν ήθελε φανεί ότι αυτοί υπέγραψαν τη συμφωνία εγγύησης, η υπογραφή τους δεν προϊόν ελεύθερης βούλησης, ενώ οι όροι αυτής ουδέποτε τους επεξηγήθηκαν. Στην αμέσως επόμενη παράγραφο οι εγγυητές 2-5, εναγόμενοι, παραδέχονται ότι εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της εναγόμενής 1 μέχρι του ποσού των €30.000 με αποτέλεσμα, η όποια περαιτέρω αξίωση, πέραν του πιο πάνω ποσού από τους ενάγοντες, να είναι παράνομη. Η όποια συνεπώς τροποποίηση και/ή αύξηση του παραχωρηθέντος στην εναγόμενη 1 ορίου και ή ποσού, έγινε χωρίς τη συγκατάθεση και ή προηγούμενη ενημέρωση των εναγόμενών 2-5, οι οποίοι δεν δεσμεύονται από τις όποιες περαιτέρω συμφωνίες μεταξύ εναγόντων και εναγόμενής
  8. Περαιτέρω, είναι η θέση των εναγομένων ότι οι ενάγοντες δεν τήρησαν τους υπό της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας και ή Κεντρικής Τράπεζας Κανονισμούς αναφορικά με την παραχώρηση δανείων, μη ασκώντας ορθά τα καθήκοντα τους, αφού, ως ισχυρίζονται, ουδέποτε εξέτασαν την ικανότητα της πρωτοφειλέτιδας όπως ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της. Τέλος, είναι η θέση τους ότι οι ενάγοντες ουδέποτε τερμάτισαν νόμιμα τον επίδικο λογαριασμό με αποτέλεσμα η παρούσα αγωγή να έχει εγερθεί πρόωρα, ενώ καμία επιστολή τερματισμού δεν έλαβαν. Η δε αύξηση του επιτοκίου κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες είναι παράνομη και αποτελεί ποινική ρήτρα, ενώ ο λογαριασμός φέρει παράνομους τόκους και υπέρ χρεώσεις. Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι εναγόμενοι ζητούν την απόρριψη της πιο πάνω αγωγής. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση οι ενάγοντες επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους ως αυτοί εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης τους, δηλώνοντας πλήρη συμμόρφωση με τους σχετικούς Νόμους και Κανονισμούς. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι οι όροι και το περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών είναι καθόλα νόμιμοι και δεσμευτικοί για όλους τους εναγομένους, οι οποίοι θεληματικά και κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου τους, υπέγραψαν τις εν λόγω συμφωνίες. Οι οποιοιδήποτε τόκοι είναι συμφώνως του περιεχόμενού και όρων των επίδικων συμφωνιών, όρους τους οποίους οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν με την υπογραφή τους και οι οποίοι κωλύονται από το να προβάλλουν ισχυρισμούς περί του αντιθέτου. Οι επιστολές ημερομηνιών 15.7.13 και 28.8.13 δεόντως παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους οι οποίοι ήταν πλήρως ενήμεροι ότι παράλειψη συμμόρφωσης τους με το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών θα συνεπαγόταν την λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρεται ότι την 19.5.15, δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.3.15, καταχωρήθηκε τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο ο εναγόμενος 3 αντικαταστάθηκε με την προσθήκη του κ. Βαλεντίνου Σωτηρίου ως Διαχειριστή της περιουσίας αυτού. Ακολούθησε η καταχώρηση τροποποιημένης υπεράσπισης την 19.5.16, και τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση την ίδια ημέρα, ενώ οι διάδικοι καταχώρησαν αντιστοίχως ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων την 12.10.15 (ενάγοντες) και 20.7.15 (εναγόμενοι). Μαρτυρία και Αξιολόγηση Πρώτη μάρτυρας εκ μέρους των εναγόντων η κα. XXXXX Βασιλείου, νυν υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management Cyprus Ltd (εφεξής η Altamira). Στην γραπτή της δήλωση, Έγγραφο Α δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες όπως προβεί στην παρούσα δήλωση. Μέχρι την 31.1.18 η ίδια ήταν τοποθετημένη στο Τμήμα Παρακολούθησης και Ανάκτησης Χρεών των εναγόντων, εργάζεται δε από την 112.18 στην Altamira, η οποία, δυνάμει συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων μεταξύ της ιδίας και των εναγόντων, έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ των οποίων και αυτή που καλύπτεται από την παρούσα αγωγή. Όλα τα έγγραφα που παρουσιάζει τα έχει στην κατοχή της, με αυτά να αποτελούν μέρος του μητρώου των εναγόντων, η καταχώρηση των οποίων στην πρωτότυπη τους μορφή έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των και βρίσκονταν υπό τη φύλαξη και έλεγχο αυτών. Ως η αρμόδια υπάλληλος στην υπηρεσία των εναγόντων σύγκρινε το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων με την αρχική καταχώρηση αυτών στο σύστημα διαπιστώνοντας την ορθότητα τους. Οι ενάγοντες μέχρι την 31.12.12 λειτουργούσαν με το όνομα ΣΠΕ Δερύνειας, ενώ από την 1.1.13 μετονομάστηκαν σε Περιφερειακή Συνεργατική Αμμοχώστου. Από την 11.1.14 συγχωνεύθηκαν με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παραλιμνίου Λτδ και μετονομάστηκαν αντιστοίχως σε ΣΠΕ Κοκκινοχωρίων Λτδ. Την 21.7.17 οι ενάγοντες μετονομάστηκαν σε Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, ενώ την 24.7.17 σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, ενώ, τέλος, την 3.9.18 σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (Τεκμήρια 1-5). Την 9.10.08 οι ενάγοντες παραχώρησαν κατόπιν αιτήσεως της εναγόμενης 1 (Αίτηση με αρ. 214/08) σύμβαση με αριθμό 2138 και αριθμού λογαριασμού XXXXX3621 δάνειο, με τη μορφή του τρεχούμενου λογαριασμού για ποσό €30.
  9. Παρουσίασε ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο της αίτησης για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων, ενώ ως Τεκμήριο 7 παρουσίασε την συμφωνία πίστωσης ημερ. 9.10.
  10. Η σύμβαση διέπετο από τους ακόλουθους, κύριους, όρους: (A) Οι ενάγοντες χορήγησαν στην εναγόμενη 1 όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους €30.000 για την περίοδο 9.10.08 μέχρι 31.1.17, ημερομηνία κατά την οποία το οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο καθίστατο άμεσα απαιτητό. (B) Ο λογαριασμός χρεωνόνταν με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο, ήτοι το συνολικό επιτόκιο, το οποίο αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο των εναγόντων, ως αυτό καθοριζόταν από καιρό σε καιρό, και την προσαύξηση η οποία επίσης καθοριζόταν από τους ενάγοντες και αναφερόταν ως το περιθώριο. Κατά την 9.10.08, ημερομηνία της συμφωνίας, το επιτόκιο ανερχόταν σε βασικό επιτόκιο προς 4,25% ετησίως , πλέον περιθώριο προς 3,50% ετησίως, ήτοι συνολικό επιτόκιο προς 7,75% ετησίως. (Γ) Οι ενάγοντες δικαιούνταν να μεταβάλλουν κατά την κρίση τους το περιθώριο, τον τόκο υπερημερίας, τα δικαιώματα παροχής υπηρεσιών, και άλλα τραπεζικά δικαιώματα και έξοδα, δυνάμει είτε των ΄όρων της συμφωνίας είτε δυνάμει ανακοίνωσης είτε γραπτής προς τον χρεώστη είτε μέσω του ημερήσιου τύπου, ενώ η εν λόγω μεταβολή θα ίσχυε από την ημερομηνία που καθόριζε η ανακοίνωση. Οι εναγόμενοι 2 μέχρι 5 προς περαιτέρω εξασφάλιση της ως άνω περιγραφείσας παραχώρησης, εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 μέσω εγγράφου εγγύησης ιδίας ημερομηνίας, μέχρι του συνολικού ποσού των €30.000, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 στην διαδικασία. Κατά παράβαση των όρων της ανωτέρω συμφωνίας, οι εναγόμενοι δεν τήρησαν τα συμφωνηθέντα ως προς τον τρόπο αποπληρωμής του παραχωρηθέντος ποσού και για αυτό οι ενάγοντες απέστειλαν επιστολές σε αυτούς, τόσο προειδοποιητικής φύσεως αλλά και τερματικές ημερ. 15.7.13 και 28.8.13 Τεκμήρια 10 και 11, αντίστοιχα. Κατέθεσε προς περαιτέρω υποστήριξη της υπόθεσης των εναγόντων κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 12 με την οποία το οφειλόμενο εις τους ενάγοντες ποσό μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής ανήρχετο στο ποσό των €55.720,31 πλέον τόκους και έξοδα ενώ, κατέθεσε και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 13), με την οποία το αξιούμενο υπό των εναγομένων ποσό, ανέρχεται στις €52.160,05 πλέον τόκο προς 7,75% από 1.1.
  11. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι τόσο η κατάσταση λογαριασμού, καθώς και η αναδομημένη κατάσταση αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κατάστασης που διατηρείται στο ηλεκτρονικό αρχείο των εναγόντων και των τραπεζικών τους βιβλίων, παρουσιάζοντας ως Τεκμήριο 14, σχετικό πιστοποιητικό γνησιότητας των εν λόγω τεκμηρίων, σύμφωνα με τον Περί Αποδείξεως Νόμο αναφέροντας ότι, η ίδια ως το πρόσωπο που έχει πρόσβαση στα εν λόγω αρχεία σύγκρινε αυτά με τις καταχωρήσεις του λογαριασμού και τα κατατεθειμένα τεκμήρια, επιβεβαιώνοντας ότι οι εκεί εγγραφές είναι γνήσιες και ταυτόσημες με αυτές του συστήματος. Κατέθεσε, ως Τεκμήρια 15 και 16 έγγραφα με τίτλο Σύμβαση Πίστωσης ημερ.7.7.08 αναφορικά με τον αριθμό λογαριασμού XXXXX138-1, και αντίστοιχη Σύμβαση Εγγύησης, ιδίας ημερομηνίας, έγγραφα τα οποία αποκαλύφθηκαν μετά την έναρξη της αγωγής τα Τεκμήρια 15 και 16, εξηγώντας ότι αυτά αφορούν την ίδια σύμβαση και τον ίδιο επίδικο λογαριασμό, Τεκμήριο 7, ο δε λόγος για την αργοπορημένη κατάθεση τους ήταν γιατί η αρχική παραχώρηση του ορίου των €20.000 και τα σχετικά με αυτήν έγγραφα, βρίσκονταν σε άλλη υπηρεσία της τράπεζας, ενώ τα έγγραφα σχετικά με παραχωρηθείσα αύξηση στο όριου του επίδικου λογαριασμού από €20.000 σε €30.000, Τεκμήρια 7 και 8 ήταν στην δική της υπηρεσία. Υποβλήθηκε στην μάρτυρα κατά την αντεξέταση της ότι δεν υπάρχει συμφωνία διαχείρισης μεταξύ Altamira και εναγόντων, γεγονός το οποίο αρνήθηκε, καταθέτοντας δε προς επίρρωση της γνώση της αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα, επιστολή ημερ. 8.4.19 υπογεγραμμένη από τον Γενικό Διευθυντή της ΣΕΔΙΠΕ ως Τεκμήριο 17, στην οποία αναγράφεται η εξουσιοδότηση της υπό αυτού για την διαχείριση των εν λόγω λογαριασμών, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά στην πιο πάνω συμφωνία. Ερωτηθείσα επί του περιεχομένου των Τεκμηρίων 7 και 15, η ΜΕ1 διευκρίνισε, ότι ο επίδικος λογαριασμός είναι ένας και ο αυτός, με αυτόν να έχει αρχικά ξεκινήσει την λειτουργία του την 7.7.08 με παραχωρηθέν όριο €20.000, ενώ σε διάστημα 3 μηνών από την αρχική παραχώρηση, και δυνάμει αιτήσεως ημερ. 9.10.08 (Τεκμήριο 6), είχε εγκριθεί και παραχωρηθεί στην εναγόμενη 1 αύξηση του ορίου από €20.000 σε €30.000 με τους εναγόμενους 2-5 να υπογράφουν τόσο για την αρχική παραχώρηση εγγυητήριο ύψους €20.000 (Τεκμήριο 16), αλλά και για την αύξηση του ορίου, Τεκμήριο 8, συμφωνία εγγύησης δια ποσό €30.
  12. Οι εναγόμενοι ήταν πάντοτε γνώστες για την παραχωρηθείσα αύξηση. Υπήρξε θέση του συνηγόρου των εναγομένων, ότι λανθασμένα παραχωρήθηκε η αύξηση στο όριο του λογαριασμού, αφού δεν είχε προηγηθεί αξιολόγηση της οικονομικής της δυνατότητας, με την ΜΕ1 να απαντά ότι προ τριών μηνών η πρωτοφειλέτιδα είχε γραπτώς δηλώσει (Τεκμήριο 6), ως καθαρά εισοδήματα το ποσό των €1.450, το οφειλόμενο δε ποσό ύψους €642,96 κατά το στάδιο αύξησης του ορίου, δεν αποτέλεσε λόγο για άρνηση της αιτούμενης αύξησης, αφού το αίτημα αφορούσε την κύκλο εργασιών της επιχείρησης της, με την ίδια, ως δήλωσε η ΜΕ1, να διατηρεί κατάστημα στο Παραλίμνι. Συμφώνησε με τον συνήγορο των εναγομένων ότι κατά διαστήματα ο λογαριασμός, ακόμη και μετά την αύξηση του παραχωρηθέντος ορίου, υπήρξε υπερβατικός, αλλά όχι για μεγάλα ποσά, αφού κατά την διάρκεια της λειτουργίας του, ο λογαριασμός ομαλοποιείτο. Περί τον Ιούλιο με Αύγουστο του 2013 όμως, ο λογαριασμός είχε φτάσει στο ποσό των €56.000, με την μάρτυρα να αναφέρει ότι όλοι οι εναγόμενοι, συμπεριλαμβανομένων των εγγυητών ενημερώνονταν για την πορεία του λογαριασμού, γεγονός που επιμαρτυρείται από τις χρεώσεις για αποστολή επιστολών επί του Τεκμηρίου 12, υποδεικνύοντας την ημερομηνία 20.9.12 προς τον σκοπό αυτό, αλλά και από ενημέρωσης που έτυχε από τον κ. XXXXX Χατζηγεωργίου, υπάλληλο στην υπηρεσία των εναγόντων που χειριζόταν τότε, την χορήγηση και την πορεία του λογαριασμού. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε και επί του επιτοκίου της σύμβασης, με την ίδια να εξηγεί ότι οι διακυμάνσεις του επιτοκίου στους τρεχούμενους λογαριασμούς είναι πολύ συχνές και δύσκολες να εντοπιστούν, αφού το βασικό επιτόκιο καθορίζεται και μεταβάλλεται με οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας ανά τακτά διαστήματα, γεγονός το οποίο οδήγησε στην ετοιμασία του Τεκμήριο 13 και την διεκδίκηση εκ μέρους των εναγόντων μόνο, του συμβατικού επιτοκίου ύψους 7,75%. Αντεξεταζόμενη επί του Τεκμηρίου 8, η μάρτυρας διαφώνησε με τον συνήγορων των εναγομένων ότι αυτό είναι το υψηλότερο ποσό το οποίο μπορεί να διεκδικηθεί, αφού ως αναγράφεται επί της συμφωνίας, το εν λόγο ποσό είναι πλέον τόκους και έξοδα. Ερωτηθείσα επί της κατασχεθείσας εκ μέρους της τραπέζης την 9.12.13, προθεσμιακής υπό της εναγομένης 4 παραχωρηθείσας κατάθεσης, η μάρτυρας ανέφερε ότι το εν λόγω ποσό είχε δικαίωμα η τράπεζα όπως το κατάσχει, αυτό δε πιστώθηκε την 9.12.13 στον λογαριασμό, ως εμφαίνεται επί του Τεκμηρίου 12, η αγωγή όμως καταχωρήθηκε φέροντας τα οφειλόμενα προς τους ενάγοντες ποσά την 2.8.13, προ της κατασχέσεως ως επίσης επιβεβαιώνεται από το εν λόγω Τεκμήριο. Ως προς την παραλαβή των επιστολών τερματισμού Τεκμήριο 11, η ΜΕ1 απάντησε ότι αυτές είχαν παραδοθεί μέσω επιδότη ο οποίος προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία για την επίδοση των. Μάρτυρας εναγόντων 2, η κα. Χαρά Αλεξάνδρου, δικηγόρος στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες. Με την παρούσα υπόθεση δήλωσε, ασχολήθηκε από τα αρχικά στάδια λήψης οδηγιών από τους ενάγοντες, όταν οι τελευταίοι ζήτησαν την αποστολή προτερματικών επιστολών στους εναγόμενους, ενώ αργότερα ακολούθησαν οι οδηγίες για την αποστολή των τερματικών επιστολών και της καταχώρησης της αγωγής. Η ΜΕ2 αναγνώρισε την υπογραφή της επί των Τεκμηρίων 10 και
  13. Η μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήρια 18-20 σχετική ένορκη δήλωσης επίδοσης των επιστολών καθώς και αντίγραφα αποδείξεων για κατάθεση συστημένων αντικειμένων. Ουδέποτε δήλωσε, έχουν επιστραφεί ως ανεπίδοτες οι εν λόγω επιστολές. Το κλητήριο ένταλμα αν και φέρει υπογραφή του κ. Δημητρίου, ετοιμάστηκε από τους δικηγόρους του γραφείου, η όποια δε διαφορά μεταξύ του ποσού του στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 12 και της αγωγής, ήταν γιατί η αγωγή καταχωρήθηκε την 31.1.14, ενώ οι οδηγίες των πελατών έφεραν ημερομηνία 2.10.
  14. Μέχρι την καταχώρηση της την 31.1.14 τα ποσά άλλαξαν, όμως οι ίδιοι αξίωσαν το ποσό που αιτούνταν οι πελάτες τους κατά την ημερομηνία των οδηγιών των πελατών τους. Η ΜΕ2 απάντησε αντεξεταζόμενη ότι παρά την μη αναγραφή διεύθυνσης επί του Τεκμηρίου 20 (αποστολή συστημένων), αυτές στάληκαν στις διευθύνσεις που αναγράφονταν επί των εν λόγω επιστολών, ως ανέφερε, ενώ σε καμία περίπτωση δεν μπορούσαν να αφορούν άλλα έγγραφα, γιατί οι συγκεκριμένες αποδείξεις φέρουν ημερομηνία μεταγενέστερη των επιστολών προ και μετά τερματισμού, ενώ παράλληλα καμία άλλη επιστολή δεν είχαν οδηγίες όπως αποστείλουν οι δικηγόροι των εναγόντων. Μοναδικός μάρτυρας εκ μέρους των εναγόμενων ο κ. XXXXX Αρχοντούς, εναγόμενος 2, ο οποίος κατέθεσε, ως Έγγραφο Β, γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Εκεί αναφέρει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, δηλώνοντας ότι η εναγόμενη 1 είναι η σύζυγος του, ο εναγόμενος 3 ο αποβιώσας πατέρας του, η εναγόμενη 4 η μητέρα του, ενώ η εναγόμενη 5 αποτελεί αδελφή της μητέρας του και νονά του ιδίου. Μαζί με την σύζυγο του το 2008 διατηρούσαν κατάστημα υποδημάτων στο Παραλίμνι για το οποίο ανοίχθηκε και λειτουργούσε ο επίδικος λογαριασμός, με την επιχείρηση να είναι εγγεγραμμένη επ΄ονόματι της συζύγου του. Λόγω των επεκτάσεων που έλαβαν χώρα στο κατάστημα, οι ίδιοι αποτάθηκαν τον Ιούλιου του 2008 στον κ. Μιχάλη Χατζηγεωργίου, λειτουργό στο κατάστημα της ΣΠΕ Δερύνειας, τον οποίον γνώριζαν προσωπικά για την παραχώρηση δανείου με σκοπό την υποβοήθηση της επιχείρησης. Ουδέποτε ελέγχθηκε η οικονομική κατάσταση της συζύγου του, όμως ο ίδιος πίστευε ότι θα ήταν πολύ εύκολο να εξοφληθεί το αρχικά παραχωρηθέν ποσό των €20.
  15. Η οικογένεια του υπέγραψε το έγγραφο εγγύησης, για τυπικούς λόγους, ως η απαίτηση της τράπεζας. Σημειώνει στην δήλωση του, τους ενδοιασμούς του τραπεζικού λειτουργού ως προς την οικονομική δυνατότητα των εγγυητών, με τον πατέρα να λαμβάνει μόνο επίδομα αναπηρίας, την μητέρα του να είναι εποχιακή υπάλληλος τότε και η νονά του χαμηλόμισθη κομμωτήρια. Παρά τους ενδοιασμούς της τραπέζης η εγγύηση των έγινε αποδεκτή αφού δεν υπήρχαν άλλα άτομα για εγγύηση της διευκόλυνσης. Όλοι υπέγραψαν τα σχετικά έγγραφα κατά την επίσκεψη τους στην τράπεζα, με αυτά να είναι έτοιμα από προηγουμένως. Αναγνώρισε τα Τεκμήρια 8 και 16 ως τις συμφωνίες εγγύησης που υπέγραψε, υποδεικνύοντας ταυτοχρόνως και την υπογραφή της μητέρας του. Τα έγγραφα ανέφερε ήταν ήδη έτοιμα προς υπογραφή, με τους τραπεζικούς υπαλλήλους να υποδεικνύουν απλά πού όφειλε να υπογράψει, πρακτική την οποία ακολούθησαν και με την οικογένεια του. Ο ίδιος δεν είχε χρόνο να μελετήσει, ή να διαπραγματευτεί το περιεχόμενο τους. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι αν γνώριζαν τους κινδύνους, δεν θα υπέγραφε, όπως ούτε θα παρότρυνε την οικογένεια του να υπογράψει. Ποτέ δεν παροτρύνθηκαν όπως συμβουλευθούν νομικό σύμβουλο. Κατά την 9.10.08, ο ίδιος σε επικοινωνία με τον κ. Χατζηγεωργίου ρώτησε κατά πόσον συγκεκριμένες επιταγές θα μπορούσαν να τιμηθούν, με δεδομένο ότι το όριο του λογαριασμού είχε ξεπεραστεί, ο τελευταίος του ανέφερε ότι ο τρόπος ήταν με την αύξηση του ορίου του λογαριασμού, ενώ με δεδομένο ότι δεν υπήρχαν άλλοι εγγυητές για το δάνειο, η τράπεζα θα ζητούσε την προς όφελος της εκχώρηση της προθεσμιακής κατάθεσης της μητέρας του, ύψους τότε, €20.000 περίπου. Η οικογένεια του, παρά τους ενδοιασμούς της για την υπογραφή περαιτέρω εγγράφων τελικά αποδέχτηκε. Ουδέποτε δήλωσε ο μάρτυρας είχε αντιληφθεί ότι υπήρχε περίπτωση τα χρήματα της μητέρας του να κατασχεθούν, ενώ στην χειρότερη των περιπτώσεων, ή ακόμη και στο απομακρυσμένο σενάριο που οι εγγυητές θα καλούνταν να καταβάλουν το όποιο ποσό χρημάτων, ανέφερε, αυτό δεν θα υπερέβαινε τις €30.000, αναγνωρίζοντας το Τεκμήριο 8 ως την συμφωνία εγγύησης ηεμρ. 9.10.08 που υπέγραψαν οι εναγόμενοι 2 μέχρι
  16. Σε αρκετές περιπτώσεις δήλωσε, το όριο του λογαριασμού υπερέβηκε τις €30.000 αφού εκδίδονταν επιταγές για πληρωμή εμπορευμάτων και εξόδων λειτουργίας του καταστήματος, ενώ μετά την 8.1.09 το όριο του λογαριασμού ήταν πάντοτε υπερβατικό. Η συνεννόηση του με την τράπεζα ήταν όπως επικοινωνεί ο ίδιος μαζί τους προ της έκδοσης επιταγών για επιβεβαίωση της πληρωμής των. Δηλώνει δε ότι με αυτή την πρακτική η σύζυγος του δανείστηκε στο όνομα της ποσά πέραν των συμφωνημένων με αποτέλεσμα στα μέσα Μαρτίου 2009, το υπόλοιπο τους να ήταν πέρα των €50.
  17. Το πρώτο εξάμηνο του 2010 η επιχείρηση έκλεισε αφού η τράπεζα δεν επέτρεπε την πληρωμή άλλων επιταγών με τον λογαριασμό να είναι υπερβατικός κατά το διπλάσιο. Όταν η οικογένεια του λάμβανε επιστολές για την πορεία του λογαριασμού, ο ίδιος τους καθησύχαζε ότι θα βρισκόταν λύση, αλλά οι όποιες προσπάθειες του για εξωδικαστική λύση, έπεσαν στο κενό. Αντεξεταζόμενος ως προς την τοποθέτηση του στην παρ. 7 της δήλωσης του ότι ο ίδιος και οι λοιποί εναγόμενοι παρέθεσαν τις υπογραφές τους επί της συμφωνίας εγγύησης ως « κάτι τυπικό», ο ίδιος απάντησε ότι γνώριζε ότι εγγυείτο την συγκεκριμένη υποχρέωση, όμως ποτέ δεν πίστευε ότι θα έφταναν σε αυτό το σημείο, αντιθέτως πίστευε ότι η επιχείρηση θα πήγαινε καλά, συμφωνώντας με την κα. Μιλή ότι η οφειλή των εναγομένων παραμένει, ασχέτως της πορείας της επιχείρησης. Ως προς την θέση του ότι ουδέποτε τους δόθηκε χρόνος για μελέτη των εγγράφων, ο μάρτυρας συμφώνησε ότι δεν τέθηκε θέμα να ζητήσουν χρόνο και να τους τον αρνηθούν οι ενάγοντες, ενώ και τις δύο φορές, δηλαδή, τόσο κατά το αρχικό άνοιγμα του λογαριασμού αλλά και κατά την παραχώρηση της αύξησης του ορίου, έπρεπε να είχε διαβάσει τα έγγραφα. Το Δικαστήριο έχει παραθέσει συνοπτικά την ενώπιον του προσκομισθείσα μαρτυρία. Είχα την ευκαιρία μέσω της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσω με περισσή προσοχή τους μάρτυρες που προσήλθαν στο Δικαστήριο προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α ν Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου

(2014)1 Β Α.Α.Δ. 1945: «Είναι καθιερωμένη και αδιαμφισβήτητη η νομολογία που θέλει κριτή της μαρτυρίας να είναι κατ' εξοχήν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη (Σταύρου ν Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Και αυτό βέβαια για καλό λόγο. Το Δικαστήριο μπορεί να αποτιμήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων υπό το φως της ενώπιον του ακροαματικής διαδικασίας στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με όλες τις εκφάνσεις και παραμέτρους της». Έχω περαιτέρω ως γνώμονα μου την ευρεία νομολογία επί του ζητήματος που άπτεται της αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, συμπεριλαμβανομένης και της εν γένει συμπεριφοράς του στο ειδώλιο του μάρτυρα. Δεν παραγνωρίζονται φυσικά, ως προτάσσει η Νομολογία, τα λεγόμενα ενός μάρτυρα, η εκφορά του λόγου του, οι αντιδράσεις του, η αμεσότητα στις απαντήσεις του, η σαφήνεια ή μη των απαντήσεων του, η αληθοφάνεια αυτών δυνάμει των παρατιθέμενων ενώπιον του Δικαστηρίου δικογράφων, και η ειλικρίνεια του, μεταξύ άλλων. Προς τα ανωτέρω, παραπέμπω ενδεικτικά σε σχετική νομολογία ( βλ. Ζαβρού ν Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, Λάρκου ν Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Σημειώνεται ότι μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες, δεν καταστρέφουν την όλη αξιοπιστία ενός μάρτυρα (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320.) Εξίσου σημαντικό είναι να τονισθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε με γνώμονα τις δικογραφημένες θέσεις των μερών, οι οποίες αποτελούν και τη μόνη πυξίδα που πρέπει να καθοδηγεί το Δικαστήριο. Με γνώμονα τα ως άνω, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου προσαχθείσας μαρτυρίας. Η πρώτη μάρτυρας των εναγόντων άφησε πολύ καλές εντυπώσεις στο Δικαστήριο, όντας σταθερή στις απαντήσεις της, απαντώντας με σαφήνεια, χωρίς υπεκφυγές ή οποιαδήποτε αβεβαιότητα, επιβεβαιώνοντας μέσω της μαρτυρίας της, την θέση ότι η ίδιος είναι γνώστης των γεγονότων της παρούσας αγωγής. Το Δικαστήριο αποδέχεται στην ολότητα της την μαρτυρία της ΜΕ1 χωρίς κανένα ενδοιασμό ως καθ' όλα συνεκτική και πειστική, αφού συνάδει πλήρως με το περιεχόμενο των ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένων τεκμήριων. Από όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, καταλήγω, ότι η ΜΕ1 ήρθε στο Δικαστήριο για να παρουσιάσει την αλήθεια επί των γεγονότων. Παρά την αντεξέταση της επί των χρεώσεων, του πότε χρονικά έγιναν οι εν λόγω συμφωνίες, αν αυτές αποτελούν μέρος της πορείας του ιδίου λογαριασμού, αλλά και του κατά πόσον υπήρξε συμφωνία μεταξύ εναγόντων και Altamira, η ΜΕ 1 παρέμεινε σταθερή στις απαντήσεις της, αφήνοντας εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως προς την ειλικρίνεια και αμεσότητα των απαντήσεων της. Με σαφήνεια επεξήγησε η μάρτυρας τον λόγο που οι ενάγοντες προέβησαν σε ανακατασκευή του λογαριασμού, Τεκμήριο 13, απαιτώντας πλέον μόνο το συμβατικό επιτόκιο, γεγονός. Παρά το γεγονός ότι η κατάσχεση της προθεσμιακής κατάθεσης της εναγόμενης 4 δεν αποτελεί επίδικο θέμα, ( βλ. ενδιάμεση απόφαση Δικαστηρίου ημερ.20.4.21 και δικογραφία), καταγράφεται για σκοπούς πληρότητας και μόνο, ότι η μάρτυρας γνώριζε και επί αυτού του ζητήματος, επιβεβαιώνοντας με αυτό τον τρόπο την θέση της περί γνώσης της αναφορικά με την πορεία του επίδικου λογαριασμού. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι η μάρτυρας εξήγησε με παραπομπή στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12 πότε και σε ποια χρονικά σημεία παρουσίασε καθυστερήσεις ή υπερβάσεις ο λογαριασμός, επεξηγώντας παράλληλα την πορεία του λογαριασμού από το άνοιγμα του μέχρι την ημερομηνία αίτησης της πρωτοφειλέτιδας για αύξηση του ορίου από €20.000 σε €30.000. Την μαρτυρία της ΜΕ2 επίσης αποδέχεται το Δικαστήριο ως πλήρως αξιόπιστη και ανταποκρινόμενη στην αλήθεια των γεγονότων. Σημειώνεται ότι η μαρτυρία της επί των επιδόσεων των σχετικών επιστολών προ τερματισμού και τερματισμού παρέμεινε αναντίλεκτη, ενώ υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό η γενική αρχή ότι παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιωδών σημείων ισοδυναμεί ή είθισται να ισοδυναμεί με παραδοχή (βλ. Κούρρης ν Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147). Η μάρτυρας παρα την μηδαμινή ως προς το ζήτημα των επιδόσεων αντεξέταση της, απαντούσε άμεσα, χωρίς ενδοιασμούς αποδεικνύοντας και επιβεβαιώνοντας την θέση της ότι η ίδια ενεπλάκη στην υπόθεση από τα αρχικά στάδια αυτής, γεγονός που επιμαρτυρείται από την υπογραφή της επί των Τεκμηρίων 10 και 11 αντίστοιχα, αλλά και από την καταγραφή του ονόματος της επί της Έκθεσης Απαιτήσεως. Στρεφόμενη τώρα στην μαρτυρία του εναγόμενου 2, αυτή, το Δικαστήριο κρίνει, ότι δεν πείθει. Η μαρτυρία του εναγόμενου διέπετο από αντιφάσεις και ανακρίβειες, με τον ίδιο να αυτοαναιρείται κατά την αντεξεταση του, ως προς τις θέσεις που προώθησε αρχικώς μέσω της γραπτής του δήλωσης Οι παραδοχές και αναγνώριση περί ύπαρξης και υπογραφής, τόσο εκ μέρους της πρωτοφειλέτιδας συζύγου του, αλλά και των λοιπών εγγυητών επί των Τεκμηρίων 15 και 16 αλλά και 7 και 8 αντίστοιχα, δεν μπορούν να παραγνωριστούν. Ούτε και η θέση του ότι ουδέποτε δόθηκε η ευκαιρία στους εγγυητές όπως διαβάσουν το περιεχόμενο των εγγράφων πείθει, αφού κατά την αντεξέταση του αναίρεσε την θέση του αυτή, αναγνωρίζοντας ότι η μελέτη των εγγράφων και του περιεχομένου τους ήταν δική τους υποχρέωση. Περαιτέρω, παρά τις όποιες θέσεις του περί μη αντίληψης των κινδύνων που λάμβανε ο ίδιος, αλλά και οι λοιποί εγγυητές, παραδέχθηκε αντεξεταζόμενος την υποχρέωση του ως εγγυητής του δανείου και την οφειλή του, αποδεχόμενος ότι δεν υπήρξε συνεπής στις υποχρεώσεις του. Μάλιστα, εντύπωση προκαλεί, παρά τις πιο πάνω θέσεις του περί της κατ΄ισχυρισμόν μη αντίληψης του ως προς τον κίνδυνο που λάμβανε, σε περίπτωση μη εύρυθμης λειτουργίας του λογαριασμού, ότι ο ίδιος αιτήθηκε περαιτέρω δάνεια το 2012 με τους ίδιους επί το πλείστο, ως ανέφερε, εγγυητές. Επιπροσθέτως, οι όποιες δικογραφημένες θέσεις των εναγομένων περί μη γνώσης της πορείας του λογαριασμού πίπτουν στο κενό, αφού ενώ δεν μπορεί παρά να υπογραμμιστεί η παραδοχή του (παρ.23 Γραπτής Δήλωσης) ότι ο λογαριασμός ήταν υπερβατικός ανά διαστήματα, με αποτέλεσμα να ρωτά την τράπεζα κατά πόσον μπορούσαν να εκδοθούν και να τιμηθούν συγκεκριμένες επιταγές, ο ίδιος καταγράφει στην παράγραφο 25 της δήλωσης του, «όταν η οικογένεια μου λάμβανε οποιεσδήποτε επιστολές από την τράπεζα, πάντα επικοινωνούσαν μαζί μου όπου τους καθησύχαζα ότι θα βρεθεί λύση». Σημειώνεται, παρά την αναφορά του σε μη επεξήγηση των εγγράφων εκ μέρους των εναγόντων, ότι σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν αμφισβήτησε είτε την ύπαρξη του λογαριασμού, είτε τις υποχρεώσεις των εναγομένων, είτε υπό την ιδιότητα τους ως προωτοφειλέτες ή εγγυητές αυτού, επιβεβαιώνοντας και μάλιστα την θέση της ΜΕ1 ως προς την πορεία αυτού, γεγονός το οποίο ειρήσθω εν παρόδω, επιμαρτυρείται μέσω της κατάθεσης των Τεκμηρίων 6-8. Περαιτέρω, το γεγονός ότι ουδέποτε είχε αντιληφθεί περί της πιθανότητας κατάσχεσης της προθεσμιακής κατάθεσης της μητέρας του, καταρρίπτεται από την ίδια του την αναφορά (παρ. 15 Γραπτής δήλωσης) ότι: « .γνωρίζοντας ότι υπήρχε η δυνατότητα η τράπεζα να πληρωθεί από την κατάθεση τότε στη χειρότερη των περιπτώσεων θα παραμέναμε εκτεθειμένοι σε ένα μικρό ποσό, ίσο με την διαφορά της κατάθεσης και του μάξιμουμ της διευκόλυνσης». Υπό το φως των πιο πάνω, το Δικαστήριο απορρίπτει την μαρτυρία του εναγόμενου ως μη ανταποκρινόμενη στα πραγματικά γεγονότα, και αντίθετη κατ' ουσία ως προς τις δικογραφημένες τους θέσεις. Νομική Πτυχή/ Ευρήματα: Είναι καλά γνωστό ότι στις πολιτικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης της υπόθεσης του φέρει ο ενάγοντας στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι εάν η θέση του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι πιο πιθανή από εκείνη του αντιδίκου του, αλλά κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι η δική του θέση ή εκδοχή είναι πιο πιθανή παρά όχι. (δέστε Μαρσέλ και Άλλων ν Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου Λτδ 2001 1 Α.Α.Δ. 1858, Σοφοκλέους ν Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 6650, Κουκουλή κ.α ν Παπαδημήτρη Π.Ε. 378/10 ημερ. 29.1.16). Οφείλω εδώ να επισημάνω ότι στο βαθμό που επιχειρείται από εκατέρωθεν τους συνηγόρους όπως εισαγάγουν μαρτυρία μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων επί θέσεων που δεν βρίσκουν έρεισμα στην αντιστοίχως καταχωρηθείσα δικογραφία, (αρχικές συμφωνίες και εγγύηση Τεκμήρια 15 και 16 αλλά και γεγονότα που αφορούν την προθεσμιακή κατάθεση), αυτό, δεν θα γίνει αποδεκτό και τα σχετικά αποσπάσματα ή ακόμη και η επιχειρηματολογία επί του προκειμένου δεν θα ληφθεί υπόψη και δεν θα εξεταστεί από το Δικαστήριο. (βλ. Total Pack (Cyprus) Ltd v Siva Plus Detergents Ltd Π.Ε. 318/12 ημερ. 13.1.21) Πρωτίστως όμως, και προτού το Δικαστήριο ενδιατρίψει στην ουσία της υπόθεσης, αυτό οφείλει όπως κάνει μνεία στην θέση των εναγομένων, ως αυτή παρατίθεται στην σελίδα 13 της αγόρευσης τους, ότι οι ενάγοντες: «δεν μπορούν να θεωρηθούν ως τράπεζα, αλλά αντιθέτως είναι Εταιρεία Εξαγοράς Πιστώσεων, σύμφωνα με τον Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο» και συνεπώς ουδέν αγώγιμο δικαίωμα έχουν εναντίον των εναγομένων. Σημειώνεται εδώ ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε, παρά την καταγεγραμμένη άγνοια τους στο δικόγραφο της υπεράσπισης τους, αμφισβήτησαν την ύπαρξη ή την ιδιότητα των εναγόντων, αντιθέτως δε, παραδέχονται στις αμέσως επόμενες παραγράφους του δικογράφου τους την σύναψη των επίδικων συμφωνιών, μαζί τους. Επιπλέον, είναι αυταπόδεικτο από το δικογραφικό φάκελο ότι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή είναι η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, γεγονός το οποίο επιμαρτυρείται και από τα Τεκμήρια 1-5 που κατέθεσε η ΜΕ1, αλλά και την σχετική Ειδοποίηση Μετονομασίας που καταχωρήθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου την 28.1.19 με επισυναπτόμενη σε αυτήν του σχετικού Πιστοποιητικού Εγγραφής των εναγόντων και όχι, η εταιρεία Altamira, ως φαίνεται να ήταν στην πραγματικότητα η ουσία του επιχειρήματος του συνηγόρου. Οι ενάγοντες δεόντως δικογραφούν στην παράγραφο 1 της τροποποιημένης Απαιτήσεως τους την ιδιότητα τους, δηλώνοντας ότι είναι Συνεργατική Εταιρεία και/ή εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη που ασχολείται μεταξύ άλλων με τον δανεισμό χρημάτων και/ή την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων με αντάλλαγμα την πληρωμή τόκου, εξόδων και δικαιωμάτων και την αποδοχή κατάθεσης χρημάτων από το κοινό, διατηρώντας προς τούτο μεταξύ άλλων, και καταστήματα στην επαρχία Αμμοχώστου, με αυτούς να εμπίπτουν . Η υπόθεση United Dominions Trust Ltd v Kirkwood [1996] 2 Q.B. 431, την οποία επικαλούνται οι εναγόμενοι προς υποστήριξη των πιο πάνω θέσεων τους, ουδόλως αναιρεί το γεγονός ότι οι ενάγοντες αποτελούν συμφώνως του ερμηνευτικού άρθρου 2 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/1985 «Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα (ΣΠΙ) και δη εγγεγραμμένη εταιρεία η οποία κατέχει άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος δυνάμει του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, περιλαμβανόμενης της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ». Αντιστοίχως, στο ερμηνευτικό άρθρο του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 66(Ι)/97, «Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ίδρυμα ή ΑΠΙ σημαίνει (α) πιστωτικό ίδρυμα που συστάθηκε στη Δημοκρατία και στο οποίο χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, (β) υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας και (γ) τον Οργανισμό Χρηματοδότησης Στέγης, ενώ τα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα ή ΣΠΙ, ερμηνεύονται ως να είναι «αδειοδοτημένα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία συστάθηκαν είτε δυνάμει του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, είτε δυνάμει ανάλογης Νομοθεσίας τρίτης χώρας και διατηρούν υποκατάστημα στην Δημοκρατία». Η συγχώνευση του Συνεργατικού Πιστωτικού Τομέα, είχε δυνάμει του Τεκμηρίου 2 εγκριθεί από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, συμφώνως των προνοιών του άρθρου 16 του Νόμο 66(Ι)/97. Είναι συνεπώς ξεκάθαρο από τα ως άνω ότι οι ενάγοντες σύμφωνα και την απόφαση United Dominions (ante) πληρούν όλα τα χαρακτηριστικά μιας εταιρείας που διεξάγει τραπεζικές εργασίες, αφού ως στην απόφαση καταγράφεται: « Τhe usual characteristics of banking at the present time are: (i) the acceptance of money from and collection of cheques for, customers and the placing of them to the customers' credit, (ii) the honouring of cheques on orders drawn on the bank by their customers when presented for payment and the debiting of the customers accordingly; (iii) the keeping of some form of current or running accounts for the entities of customers credits and debits». Με την πιο πάνω θέση των εναγομένων να έχει αποτύχει, το Δικαστήριο στρέφεται στην εξέταση του κατά πόσον οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους, στον απαιτούμενο από την νομολογία, βαθμό. Ως ορθά παρέπεμψε το Δικαστήριο η συνήγορος των εναγόντων, σε υποθέσεις τραπεζικού χρέους, τα κύρια σημεία απόδειξης εκ μέρους των εναγόντων είναι (α) η απόδειξη ύπαρξης λογαριασμού, (β) η παράβαση όρου της σύμβασης, (γ) ο τερματισμός αυτής και (δ) η ύπαρξη οφειλόμενου υπόλοιπου (βλ.Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829). Η ύπαρξη του λογαριασμού, καθώς και της επίδικης σύμβασης, Τεκμήριο 7, είναι παραδεκτές, γεγονός το οποίο επιμαρτυρείται από μια απλή ανάγνωση της παραγράφου 3 της υπεράσπισης των εναγομένων. Σημειώνεται ότι κατά την δια ζώσης μαρτυρία του, ο ΜΕ2 αναγνώρισε τα Τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα, ως τα έγγραφα που αφορούν τον επίδικο λογαριασμό, ήτοι την σύμβαση παραχώρησης και την σύμβαση εγγύησης, ως τα έγγραφα τα οποία υπέγραψε η πρωτοφειλέτιδα σύζυγος του και οι εγγυητές αυτής. Σημειώνεται δε ότι παρά την δικογραφημένη στην παράγραφο 6 της Υπεράσπισης τους θέση ότι οι όροι της εγγύησης δεν τους επεξηγήθηκαν, οι εναγόμενοι 2-5 παραδέχονται, στην παράγραφο 7 του δικογράφου τους, ότι «εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 προς τους ενάγοντες μέχρι του ποσού των €30.000- ήτοι του ποσού του χορηγηθέντος δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό που παραχωρήθηκε στην εναγόμενη 1..» Συνεπώς, με δεδομένη την παραδοχή των εναγομένων στο δικόγραφο τους ότι η επίδικη παραχώρηση υφίστατο, ως υφίστατο και η επίδικη σύμβαση εγγύησης, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ύπαρξη του επίδικου λογαριασμού, ως το κριτήριο (α) ανωτέρω, έχει αποδειχθεί, γεγονός για το οποίο μαρτύρησε θετικά ο ΜΥ1 τόσο κατά την κυρίως εξέταση του, αλλά και κατά την αντεξέταση του. Υπενθυμίζεται μόνο για σκοπούς πληρότητας η κατάθεση του ΜΥ1 ως προς την αίτηση και υπογραφή της επίδικης συμφωνίας από την σύζυγο του για επιχειρηματικούς σκοπούς, καθώς και την υπογραφή εκ μέρους του γονέων του και της πνευματικής του μητέρας της σύμβασης εγγύησης. Όλη η μαρτυρία του κ. Αρχοντούς, επιβεβαιώνει ότι ουδέποτε ο ίδιος, ή οι λοιποί εναγόμενοι (οι οποίοι ουδέποτε μαρτύρησαν ενώπιον του Δικαστηρίου προς τούτο), ενήργησε ή υπέγραψαν τα επίδικα έγγραφα δυνάμει ψυχικής πίεσης, ως γενικώς, δικογραφούν. Αντιθέτως, ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε τον σκοπό για τον οποίο επιδίωξε η σύζυγος του την επίδικη χορήγηση, ενώ η οικογένεια του, από αγάπη και στήριξη προς τα επιχειρηματικά τους σχέδια, υπέγραψαν την σύμβαση εγγύησης. Ουδέν ίχνος μαρτυρίας υπήρξε περί εξαπάτησης εκ μέρους της τράπεζας ή ότι οι εναγόμενοι δεν ενήργησαν οικειοθελώς. Σημειώνεται για σκοπούς πληρότητας, ότι το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με την θέση των εναγομένων ότι οι ενάγοντες όφειλαν όπως δικογραφήσουν την αρχική παραχώρηση του λογαριασμού στην απαίτηση τους και το αρχικό άνοιγμα αυτού, ήτοι τα Τεκμήρια 15 και
  1. Ουδέποτε βάσισαν την απαίτηση τους επί αυτών των Τεκμηρίων, τα οποία, ως όντως μη δικογραφημένα ουδόλως λαμβάνονται υπόψιν από το Δικαστήριο. Αντιθέτως, τα επίμαχα έγγραφα, ήτοι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 7 και 8 μιλά από μόνο του, με τους ενάγοντες να αποδεικνύουν την λειτουργία του λογαριασμού και το παραχωρηθέν υπό αυτούς όριο των €30.000, όριο το οποίο τονίζεται ότι οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι χορηγήθηκε. Συνεπώς, με δεδομένη την εν παραδοχή τους επί τούτου, η εισήγηση τους δεν μπορεί παρά να πέσει στο κενό. Υπενθυμίζονται και τα όσα λέχθησαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν
  2. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της Περιουσίας της εταιρείας Deme-Dairy Ltd κ.α, Π.Ε. 246/13 ημερ. 11.12.19, όπου εκεί, η τράπεζα, δεν παρουσίασε καταστάσεις λογαριασμών σε σχέση με συγκεκριμένη χρονική περίοδο λειτουργίας του λογαριασμού, αφού αυτός χρονολογείτο, με το Δικαστήριο να καταλήγει ότι: «Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν δικαιολογείτο στην απόρριψη του συνόλου της απαίτησης των Εφεσειόντων. Ήταν εσφαλμένη η προσέγγιση του ότι η μη παρουσίαση στοιχείων ως προς την κίνηση του επίδικου λογαριασμού για την περίοδο από το 1985 μέχρι 31.8.91, επιδρούσε καταλυτικά στην συνολική χρονική διάρκεια της τήρησης του λογαριασμού, καλύπτοντας και τα όσα ακολούθησαν μετά τον Αύγουστο του
  3. Από της ημερομηνία αυτής δεν υπήρχε οποιοδήποτε κενό αναφορικά με την κίνηση του υπό κρίση λογαριασμού... Το κενό που υπήρχε σε σχέση με την περίοδο 1985-31.8.91 δεν επηρέαζε ως προς την απόδειξη του υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού, ούτε και δημιουργούσε οποιαδήποτε αβεβαιότητα ως προς το ύψος της οφειλής». Προχωρώντας στο σημείο (β) ανωτέρω, ήτοι κατά πόσον υπήρξε παράβαση των όρων της σύμβασης, η απάντηση δεν μπορεί να είναι παρά καταφατική, με την ΜΕ1 αλλά και τον ΜΥ1 να δηλώνουν, γεγονός που αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου, ότι ο λογαριασμός υπήρξε μετά την χορήγηση του, υπερβατικός. Υπενθυμίζεται ότι η ΜΕ1 έκανε ερωτηθείσα, αναφορά, με παραπομπή σε ημερομηνίες του Τεκμηρίου 12 σε ημερομηνίες κατά τις οποίες ο λογαριασμός υπήρξε υπερβατικός, οι δε αναφορές του εναγόμενου 2, ως αυτές έχουν ανωτέρω μνημονευθεί, και συγκεκριμένα περί τερματισμού των εργασιών της εταιρείας της συζύγου του λόγω οφειλών για ποσό πέραν των €50.000 περί τα μέσα Μαρτίου 2009, δεν μπορούν παρά να αποτελέσουν επιβεβαίωση στο εύρημα του Δικαστηρίου ότι όντως, υπήρξε παραβίαση των όρων της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Η παράβαση συνεπώς των όρων αποπληρωμής έχουν αποδειχθεί από τους ενάγοντες, όχι μόνο δυνάμει της δικής τους προσκομισθείσας μέσω της ΜΕ1 μαρτυρίας, αλλά και από την ίδια την παραδοχή προς τούτο εκ μέρους του εναγόμενου
  4. Μελέτη δε του Τεκμηρίου 12 αποκαλύπτει ότι από τις 9.12.08 και εντεύθεν, ο λογαριασμός ουσιαστικά ήταν πάντα σε υπέρβαση, γεγονός που οδήγησε τους ενάγοντες στην ενεργοποίηση του όρου 4 του Τεκμηρίου 7 ο οποίος διαβάζει ως ακολούθως: «Εφόσον το ρηθέν δάνειο ή πίστωση ή πιστωτική διευκόλυνση ή οποιαδήποτε μέρος τούτου ήθελε ζητηθεί από την Συνεργατική θα καθίσταται απαιτητό και θα εξοφλείται αμέσως και ο πελάτης οφείλει να πληρώσει προς την Συνεργατική κάθε οφειλόμενο ποσό, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, του τόκου, τόκου υπερημερίας, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων. Παράλειψη του πελάτη να προβεί σε άμεση εξόφληση, θα δίδει το δικαίωμα στη Συνεργατική να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους πλέον τόκους, πλέον δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης και μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης». Ως προς τον τερματισμό της σύμβασης, βλέπε σημείο (γ) ανωτέρω, αδιαμφησβήτητη παρέμεινε ουσιαστικά η αποστολή εκ μέρους των εναγόντων προς έκαστο των εναγόμενών, των επιστολών ημερ. 15.7.13, (Τεκμήρια 10 Α και Β) με τις οποίες ενημέρωναν τους εναγόμενους περί της υπέρβασης που παρουσίαζε ο επίδικος λογαριασμός. Με την εν λόγω επιστολή κάλεσαν έκαστο εναγόμενο όπως εντός 21 ημερών προχωρήσει στην εξόφληση αυτών, τυχόν δε παράλειψη των, θα επέφερε τον τερματισμό λειτουργίας του τρεχούμενου, γεγονός το οποίο επεσυνέβη την 28.8.13 με την αποστολή των τερματικών περί τούτου επιστολών (Τεκμήρια 11 Α και Β). Αξίζει δε στο σημείο αυτό όπως καταγραφούν τα όσα λέχθησαν στην Lombart Natwest v Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ.1465, με το Δικαστηριο να αποφασίζει ότι: «..το κυρίαρχο στοιχείο στη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής είναι ο τερματισμός του λογαριασμού, ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους». Το Δικαστήριο έχει πεισθεί και καταλήγει ότι οι ενάγοντες τερμάτισαν την 28.8.13 την λειτουργία του λογαριασμού, απέστειλαν δε προειδοποιητικές προς τούτο επιστολές. Δεδομένης της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, αποτελεί εύρημα ότι οι σχετικές επιστολές έχουν σταλεί και παραληφθεί από τους εναγόμενους, ως η αξιόπιστη και αναντίλεκτη προς τούτο μαρτυρία της ΜΕ2, η οποία ανέφερε ότι οι ενάγοντες ενήργησαν δυνάμει του όρου 10 της σύμβασης σύμφωνα με την οποία οι ενάγοντες απέστειλαν τις επιστολές ημερ. 15.7.13 (Τεκμήριο 10), με συνηθισμένο, ως επιβάλλει η ίδια η συμφωνία, ταχυδρομείο, και τις επιστολές 28.8.13, Τεκμήριο 11 με επίδοση στην εναγόμενη 1 και με συνηθισμένο ταχυδρομείο στους λοιπούς εναγόμενους (βλ. Τεκμήρια 18-20). Μελέτη των τεκμηρίων φανερώνει, ότι η αναγραφείσα διεύθυνση των εναγομένων είναι η ίδια, σε όλα τα Τεκμήρια που τους αφορούν, και συνεπώς, ορθά τα Τεκμήρια 10 και 11 στάληκαν στην διεύθυνση που οι ίδιοι οι εναγόμενοι δήλωσαν στους ενάγοντες. Δυνάμει των πιο πάνω ευρημάτων, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί την εισήγηση των εναγομένων περί μη ορθού ή νόμιμου τερματισμού. Στην Barclays Bank plc ν J.G.L (Constr.) Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1726, λέχθηκε ότι: «..εφόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή της επιστολής τερματισμού στην διεύθυνση που αναγράφεται επί της συμφωνίας, συνιστά νόμιμο τερματισμό της». Για σκοπούς πληρότητας το Δικαστήριο επίσης παραπέμπει στις αποφάσεις Theodorou v The Abbot of Kykkos Monastery
(1965)1 C.L.R 9 και Πιττάκα ν Γ &Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ.1895, οι οποίες ασχολήθηκαν εκτενώς με το ζήτημα της αποστολής και παραλαβής τερματικών επιστολών, ενώ ας μην λησμονείται η αρχή ότι και η καταχώρηση αγωγής, από μόνη της, επενεργεί ως επαρκής τερματισμός μίας συμφωνίας (βλ. Κυριάκου ν Χρυσοστόμου
(2002)1 Α.Α.Δ. 2029). Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου επί των ως άνω ότι οι ενάγοντες είχαν, πριν ακόμη την καταχώρηση της αγωγής αποστείλει τις σχετικές προειδοποιητικές και τερματικές επιστολές τόσο προς την πρωτοφειλέτιδα, αλλά και προς τους εναγόμενους 2-5, με τους τελευταίους να καθίστανται υπόχρεοι όπως πληρώσουν αντιστοίχως, τα οφειλόμενα υπό αυτούς ποσά, δυνάμει των συμφωνιών πίστωσης και εγγύησης. Δυνάμει των πιο πάνω, οι ενάγοντες έχουν μέχρι στιγμής αποδείξει την ύπαρξη της μεταξύ των μερών σύμβασης και σύμβασης εγγύησης, τους όρους αυτών, την παράβαση εκ μέρους των εναγομένων όρων και τον τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού, με το μόνο που απομένει να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσον οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την ύπαρξη του οφειλόμενου εις αυτών, ποσών. Αναντίλεκτο παρέμεινε ουσιαστικά, καθ' όλη την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας το γεγονός ότι η επίδικη χορήγηση δεν έχει μέχρι σήμερα εξοφληθεί, γεγονός το οποίο είναι αυταπόδεικτό και από τις σχετικές κατατεθείσες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 12 και 13 αντίστοιχα), αλλά και από την μαρτυρία του εναγόμενου 2, ο οποίος παραδέχθηκε ότι ούτε ο ίδιος ούτε οι λοιποί εναγόμενοι υπήρξαν συνεπείς στις υποχρεώσεις των. Ως προς το ύψος της υποχρέωσης των, η θέση του μάρτυρα, ως αυτή δικογραφείται μάλιστα, ήταν ότι το μόνο ποσό που δικαιούνται οι ενάγοντες, νοουμένου ότι αποδείξουν την υπόθεση τους, είναι αυτό των €30.
  1. Η θεση αυτή όμως των εγγυητών δεν μπορεί να επιτύχει και αυτό γιατί οι πρόνοιες και συγκεκριμένα οι όροι 8 και 14 της σύμβασης εγγύησης (Τεκμήριο 8) διαβάζουν ως ακολούθως:
  2. «Η σύμβαση εγγύησης αυτή θα ισχύει για το τελικό υπόλοιπο (ultimate balance) που θα καταστεί πληρωτέο δυνάμει της συμφωνίας δανείου από τον πρωτοφειλέτη προς την Συνεργατική και μέχρι της πληρωμής του υπολοίπου αυτού, η Συνεργατική θα έχει το απόλυτο δικαίωμα και κατά την απόλυτη κρίση της να κρατήσει, εκποιήσει/ ρευστοποιήσει ή διαθέσει οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις κατέχει κατά την υπογραφή της παρούσας σύμβασης εγγύησης ή θα εξασφαλίσει στο μέλλον χωρίς να υποχρεούται να λογίσει προς όφελος του εγγυητή εισπραχθέν με τον ανώτερο τρόπο ποσό.».
  3. «Συμφωνείται ρητά ότι η εγγύηση του εγγυητή δεν θα υπερβαίνει το ποσό των €30.000 το οποίο πρόσθετα θα βαρύνεται με τις ακόλουθες χρεώσεις και/ή επιβαρύνσεις». Ο όρος 14 προχωρά κάνοντας αναφορά σε επιβάρυνση κυμαινόμενου επιτοκίου, ως αυτό ίσχυε τότε, ενώ παράλληλα αναφορά γίνεται σε έξοδα, προμήθειες, τόκους και τραπεζικά, μεταξύ άλλων, δικαιώματα. Συνεπώς, αν οι ενάγοντες επιτύχουν στην απόδειξη ύπαρξης χρεωστικού υπολοίπου, οι εγγυητές θα είναι υπεύθυνοι για το ποσό των €30.000 πλέον τόκους και έξοδα, δυνάμει των προνοιών της παραγράφου 14 της σύμβασης. Ως έχει λεχθεί ανωτέρω, οι ενάγοντες παρουσίασαν καταστάσεις λογαριασμών, Τεκμήρια 12 και
  4. Οι συνήγοροι των εναγομένων προώθησαν την θέση ότι οι ενάγοντες δεν αποτελούν τραπεζικό ίδρυμα εν τη εννοία του άρθρου 22 του Κεφ.9 και ως εκ τούτου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμού που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμφωνήσει με την θέση αυτή των εναγομένων, αφού έχει ανωτέρω γίνει ανάλυση του γιατί οι ενάγοντες θεωρούνται ως ένα αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα. Αυτό το πιστωτικό ίδρυμα, διατηρεί τραπεζικά βιβλία, τα οποία, δυνάμει του πιο πάνω άρθρου του Κεφ. 9: «περιλαμβάνουν καθολικά, ημερολόγια, ταμεία, λογιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμοποιούμεvα κατά τη συνήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είναι σε γραπτή μορφή είτε φυλάσσονται σε μικροταινίες, μαγνητοταινίες ή σε οποιαδήποτε άλλη μορφή μηχανικού ή ηλεκτρονικού μηχανισμού ανάκτησης πληροφοριών». Οι όροι "τράπεζα" ή "τραπεζίτης" στο άρθρο 22 του Κεφ. 9 ορίζονται όπως σημαίνουν: «τράπεζα η οποία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυνάμει του περί Τραπεζικών Εργασιών (Προσωρινοί Περιορισμοί) Νόμου». Ανατρέχοντας στον Περί Τραπεζικών Εργασιών (Προσωρινοί Περιορισμοί) Νόμο, Κεφ.124, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ως τράπεζα, (βλέπε άρθρο 2) ορίζετο ως : «οποιαδήποτε εταιρεία που διεξάγει τραπεζικές εργασίες στη Δημοκρατία», όμως, σημειώνεται ότι ο εν λόγο Νόμος έχει καταργηθεί μέσω του άρθρου 48 του Νόμου 66(Ι)/
  5. Ο Νόμος 66(Ι)/ 97 κάνει όμως τις ακόλουθες πρόνοιες αναφορικά με τα ΣΠΙ στα άρθρα 45Α και 47Α οι οποίες διαβάζουν ως ακολούθως: «45A
(1): Οι άδειες λειτουργίας που έχουν εκδοθεί δυνάμει του Μέρους VIA των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων λογίζεται ότι έχουν εκδοθεί δυνάμει του παρόντος Νόμου από την Κεντρική Τράπεζα και υπάγονται σε όλες τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να ανακαλέσει κάθε ισχύουσα άδεια που ρυθμίζεται από το παρόν εδάφιο». «47Α : Κανονισμοί, οδηγίες ή άλλες διοικητικές πράξεις που εκδόθηκαν δυνάμει του παρόντος Νόμου προς τις τράπεζες ισχύουν και εφαρμόζονται και για ΣΠΙ, στην έκταση που δεν είναι ασυμβίβαστοι με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου». Με δεδομένο ότι οι ενάγοντες διεξάγουν εν τη φύση τους τραπεζικές ουσιαστικά εργασίες, ως αυτές περιγράφονται στην παράγραφο 1 της απαίτησης τους, και ενόψει ότι οι εργασίες τους υπάγονται και διέπονται από τις ίδιες Νομοθεσίες με αυτές που ισχύουν για τα ΑΠΙ, εποπτεύονται δε με τον ίδιο με τα ΑΠΙ τρόπο, ήτοι από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, δεν μπορεί παρά να έπεται ότι το άρθρο 22 εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο προς όφελος τους, ως θα ερμηνευόταν και προς όφελος οποιουδήποτε επίσης αδειοδοτημένου πιστωτικού ιδρύματος. Εισηγούνται επίσης ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έδωσε μαρτυρία υπάλληλος της Συνεργατικής, αλλά υπάλληλος της Altamira, και άρα δεν πληρούνται οι πρόνοιες του άρθρου 22
(3)του ίδιου νόμου. Με βάση όμως την αναντίλεκτη μαρτυρία της ΜΕ1, οι καταστάσεις που παρουσίασε δεν προέρχονται από την Altamira, αλλά από τους ενάγοντες. Η ΜΕ1 ανέφερε στην δήλωση της ότι η ίδια είναι η αρμόδια υπάλληλος στην υπηρεσία των εναγόντων, και ως τέτοια έχει στην κατοχή της όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν την υπόθεση, ενώ στο Τεκμήριο 14 που κατέθεσε καταγράφεται ως η «αρμόδια και εξουσιοδοτημένη υπάλληλος και λειτουργός των εναγόντων» την καταχώρηση των οποίων έχει ελέγξει. Επιπλέον, το κατατεθειμένο ενώπιον του Δικαστηρίου Τεκμήριο 7, διαβάζει: «.... (β) Οι XXXXX Βασιλείου και η XXXXX Κελίρη Χρυστόμου, πρόσωπα τα οποία από την 1.2.18 έχουν μεταφερθεί ως υπάλληλοι από την Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, ως ήταν τότε, στην εταιρεία Altamira Management (Cyprus) Ltd, είναι εξουσιοδοτημένοι, τουλάχιστο από 30.1.19, από την Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχειων Λτδ με την Altamira Management (Cyprus) Ltd που προαναφέρω, μεταξύ άλλων ως προς το ακόλουθα: - να έχουν πρόσβαση στο μηχανογραφικό αρχείο της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ όπου φαίνονται οι καταστάσεις όλων των κατόχων λογαριασμών στην Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. -να ετοιμάζουν αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού για πελάτες της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, όπου απαιτείται. -να δίδουν μαρτυρία στο Δικαστήριο για οποιοδήποτε θέμα, για οποιαδήποτε δικαστική υπόθεση της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ που διαχειρίζεται η Altamira Management (Cyprus) Ltd (γ) Δεν υπάρχουν άλλοι εξουσιοδοτημένοι από την Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ για τα θέματα που προαναφέρονται, πέραν των δύο πιο πάνω προσώπων που να φέρουν το ίδιο όνομα με αυτές. Το παρόν μπορεί να κατατεθεί σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία από οποιοδήποτε λειτουργού/ υπάλληλο της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ή της Altamira Management (Cyprus) Ltd». Η ΜΕ 1 ως ανέφερε, ήταν τοποθετημένη στο Τμήμα Παρακολούθησης και Ανάκτησης Χρεών των εναγόντων, ανάμεσα δε στα καθήκοντα της ήταν η εποτπεία και παρακολούθηση, μεταξύ άλλων και του επίδικου λογαριασμού, παραμένει δε μέχρι σήμερα, μία από τις λειτουργούς που χειρίζονται τις δικαστικές υποθέσεις των εναγόντων. Είναι εντός αυτών των πλαισίων, είπε που έχει στην κατοχή της τα έγγραφα ή αντίγραφα των εγγράφων που αφορούν την παρούσα υπόθεση, τα γεγονότα της οποίας γνωρίζει προσωπικά. Έχω την άποψη ότι το άρθρο 22 του Κεφ.9 δεν απαιτεί όπως η ιδιότητα του υπαλλήλου του πιστωτικού ιδρύματος υφίσταται κατά τον χρόνο που δίνεται η μαρτυρία στο Δικαστήριο, αλλά η ορθή, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου ερμηνεία του νόμου απαιτεί την ύπαρξη της ιδιότητας του υπαλλήλου αυτής κατά το χρόνο που αυτός ή αυτή, προέβη στις ενέργειες για να διαβεβαιώσει την ορθότητα των καταστάσεων που στη συνέχεια θα παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Εν προκειμένω, η ΜΕ1 είπε ότι, η ίδια είχε προβεί σε έλεγχο των τραπεζικών βιβλίων για σκοπούς κατάθεσης των στο Δικαστήριο, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι: «Όλα τα έγγραφα που προτίθεμαι να σας παρουσιάσω και καταθέτω αποτελούν μέρος του μητρώου των εναγόντων και έγγραφα από τα συνήθη βιβλία τους και η καταχώρηση τους στην πρωτότυπη τους μορφή έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των εναγόντων και βρίσκονται υπό την φύλαξη και έλεγχο των εναγόντων. Όταν καταθέτω αντίγραφα, τα καταθέτω, όντας δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες και όντας η αρμόδια υπάλληλος εις την υπηρεσία των εναγόντων που σύγκρινα τα όποια αντίγραφα καταθέτω με την αρχική καταχώρηση και διαπίστωσα την ορθότητα τους», καταθέτοντας ως Τεκμήριο 14 σχετικό πιστοποιητικό, Τεκμήριο 14, υπογεγραμμένο από την ίδια ως η αρμόδια λειτουργός του λογαριασμού, συμφώνως με το άρθρο 35
(3)του Κεφ. 9. Εκεί, αναφέρεται ότι οι καταχωρήσεις επί των καταστάσεων λογαριασμού ως αυτές κατατέθηκαν εντύπως ενώπιον Δικαστηρίου, συνάδουν, πλήρως, με τις καταχωρήσεις στο Ηλεκτρονικό αρχείο των εναγόντων. Δυνάμει των προνοιών του άρθρου 22 του Κεφ. 9, «...αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες, ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρησης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σε αυτό». Οι εν λόγω πρόνοιες δημιουργούν ένα μαχητό συνεπώς τεκμήριο, το οποίο αντιστρέφει το βάρος απόδειξης, με τους εναγόμενους να έχουν το αποδεικτικό βάρος απόδειξης ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου, ή ότι υπήρξαν καταθέσεις και/ή ποσά τα οποία λανθασμένα δεν πιστώθηκαν στον εν λόγω λογαριασμό (βλ. Ζερβός ν Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1 A.A.Δ. 2357). Ας λεχθεί εδώ, ότι καμία ουσιαστική αντεξέταση δεν έγινε επί των χρεωστικών υπολοίπων των λογαριασμών και/ή των καταγραφών επί αυτών. Η όλη αντεξέταση του συνηγόρου των εναγομένων επικεντρώθηκε στην ορθότητα ή μη, δημιουργίας κατά τον χρόνο παραχώρησης του επίδικου δανείου, του συνδεδεμένου με αυτόν, λογαριασμού, και της κατάσχεσης εκ μέρους των εναγόντων της παραχωρηθεισας υπό της εναγομένης 4 προθεσμιακής κατάθεσης, θέση η οποία ελλείψει της δικογράφησης της, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Υπό το πρίσμα των ως άνω, κρίνω, ότι οι εναγόμενοι απέτυχαν όπως ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφαλαίου 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών, Τεκμήρια 12 και 13, ενώ καθόλα θεμιτή έχει χαρακτηριστεί από την νομολογία (βλ.Παναγιωτης Ζερβου ν Τραπεζα Κϋπρου Δημοσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2192), η προσκόμιση εκ μέρους των εναγόντων αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού. Επιβεβαιωτικό του σκεπτικού του Δικαστηρίου ως προς τα ανωτέρω, εντοπίζεται στην απόφαση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάλου κ.α
(2009)1 Α.Α.Δ 479, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η πιο πάνω εισήγηση είναι ορθή. Η εφεσείουσα τράπεζα απέδειξε τη νομότυπη υπογραφή της συμφωνίας (Τ.1), την σύναψη της συμφωνίας εγγύησης (Τ.8) και το υπόλοιπο του λογαριασμού με την κατάθεση των Τεκμηρίων 9 και 11. Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και 11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί). Από τη στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά το περιεχόμενό τους συνιστούσε ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας. Έτσι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσίβλητων για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να αντικρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία. Στην ουσία υπήρξε αντιστροφή του βάρους απόδειξης από το Δικαστήριο». Ως προς τις δικογραφημένες θέσεις περί παράνομων χρεώσεων, τόκων, εξόδων καταχρηστικών ρητρών και επιτοκίου υπερημερίας, το Δικαστήριο καταλήγει ως ακολούθως. Οι θέσεις των εναγομένων τόσο ως προς το ζήτημα των χρεώσεων αλλά και των όρων των μεταξύ των μερών συμφωνιών, στερούνται υπόβαθρου, αφού καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δίνει υπόσταση στις κατά τα άλλα δικογραφημένες θέσεις των εναγομένων. Η μαρτυρία της ΜΕ1 παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη επί των εν λόγω σημείων, ειδικότερα από την στιγμή που η αξίωση των πλέον, ως αυτή έχει περιοριστεί, αφορά την χρέωση μόνο επιτοκίου ύψους προς 7,75%, ως ο όρος και πρόνοιες της μεταξύ των μερών συμφωνίας (βλ. Χαριλάου (ante) και Θεοδώρου ν Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Γ Α.Α.Δ.2059), γεγονός το οποίο εν πάση περιτπώσει επενεργεί προς όφελος των εναγομένων. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους στον απαιτούμενο από την νομολογία βαθμό, και συνεπώς εκδίδεται υπέρ τους Δικαστική απόφαση και εναντίον της εναγόμενης 1 για το ποσό των €52.160,11 πλέον τόκο προς 7,75% από 1.1.20 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση αυτού την 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Περαιτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 2-5, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με την εναγόμενη 1 για το ποσό των €30.000 πλέον τόκο προς 7,75% από 1.1.20 με κεφαλαιοποίηση αυτού την 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, Ως προς τα έξοδα δεν υπάρχει κανένας λόγος όπως αυτά μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της δίκης, με αυτά να επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.