← Κύπρος

CAC CORAL LIMITΕD ν. HUGHES κ.α., Αρ. Αγωγής: 187/2013, 18/8/2021

CAC CORAL LIMITΕD ν. HUGHES κ.α., Αρ. Αγωγής: 187/2013, 18/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στη Λάρνακα) ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 187/2013 Μεταξύ: CAC CORAL LIMITΕD Ενάγουσας και

  1. XXXXX XXXXX HUGHES
  2. THEOVASIL DEVELOPERS LTD Εναγομένων ------------------------------------- Ημερομηνία: 18 Αυγούστου, 2021 Για την ενάγουσα : κα Μ. Παρασκευά Για την εναγομένη 2 : κ. Στ. Σταύρου ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης 2 ως εγγυήτριας του εναγομένου 1, είναι για χρεωστικό υπόλοιπο στεγαστικού δανείου ύψους €191.333,73 πλέον τόκο προς 14% ετησίως από 2.5.2012 και κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Η ενάγουσα αξιώνει επιπλέον την έκδοση διαταγμάτων εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων της εναγομένης 2, αλλά και την έκδοση διαφόρων δηλωτικών αποφάσεων σε σχέση με δύο πωλητήρια έγγραφα, αμφότερα ημερ. 20.11.2006, μεταξύ εναγομένου 1 και εναγομένης 2, τα οποία έχουν κατατεθεί στο Κτηματολόγιο, για την αγορά δύο διαμερισμάτων στον Δήμο Παραλιμνίου, καθώς και σε σχέση με την κατοχή των διαμερισμάτων. Σημειώνεται ότι στις 20.3.2014 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του εναγομένου 1, ο οποίος, αν και του επιδόθηκε η αγωγή, δεν καταχώρισε εμφάνιση. Σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στην (τροποποιημένη) Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, η ενάγουσα έχει υποκαταστήσει, για σκοπούς των επίδικων θεμάτων και με βάση Σχέδιο Διακανονισμού το οποίο εγκρίθηκε από το αρμόδιο Δικαστήριο, την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, η οποία στο εξής θα αναφέρεται ως «η Τράπεζα». Στις 20.11.2006 ο εναγόμενος 1, ο οποίος είναι Άγγλος υπήκοος, συμφώνησε με την εναγομένη 2 εταιρεία ανάπτυξης γης να αγοράσει δύο διαμερίσματα στον Δήμο Παραλιμνίου και στις 26.8.2006 η Τράπεζα ενέκρινε την παραχώρηση προς τον εναγόμενο 1 στεγαστικού δανείου, τη εγγυήσει της εναγομένης 2, για €158.691,49 για την πληρωμή του τιμήματος για την αγορά των διαμερισμάτων. Υπεγράφη σχετική συμφωνία, ενώ η εναγομένη 2 υπέγραψε έγγραφο εγγύησης των υποχρεώσεων του εναγομένου 1 μέχρι ποσού εκ €165.000 πλέον τόκους και έξοδα, με πρόνοια για αύξηση του ποσού της εγγύησης μέχρι και περαιτέρω 50% σε περίπτωση αύξησης του ορίου ή υπέρβασης του πρωτοφειλέτη. Υπεγράφησαν επιπλέον την ίδια ημέρα εκχωρητήρια έγγραφα μεταξύ Τράπεζας, εναγομένου 1 και εναγομένης 2, βάσει των οποίων ο εναγόμενος 1 εκχώρησε στην Τράπεζα όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από τα πωλητήρια έγγραφα που υπεγράφησαν μεταξύ εναγομένου 1 και εναγομένης
  3. Προς εξασφάλιση του δανείου, ο εναγόμενος 1 συμφώνησε όπως παραχωρήσει προς την Τράπεζα, πρώτη υποθήκη πάνω στα διαμερίσματα μόλις εκδοθεί χωριστός τίτλος ιδιοκτησίας. Επιπλέον, στις 28.4.2006 η εναγομένη 2, με τις Υποθήκες XXXXX/06 και XXXXX/06, υποθήκευσε προς όφελος της Τράπεζας όλο το μερίδιό της στα κτήματα στο Παραλίμνι εντός των οποίων βρίσκονται τα επίδικα διαμερίσματα, προς περαιτέρω εξασφάλιση παρελθουσών ή και παρουσών ή και μελλοντικών υποχρεώσεων του εναγομένου 1, για ποσό μέχρι Λ.Κ. 1.000.000 (€1.708.601,44) και Λ.Κ. 500.000 (€854.300,72) αντίστοιχα. Λόγω παράλειψης του εναγομένου 1 να εξοφλήσει ληξιπρόθεσμες δόσεις του δανείου, η Τράπεζα απέστειλε στις 30.3.2012 επιστολή στους εναγομένους για την εν λόγω παράβαση της συμφωνίας δανείου, ενώ στις 2.5.2012 με νέα επιστολή τούς ενημέρωσε για την αύξηση του επιτοκίου και το κλείσιμο των λογαριασμών λόγω χρεωστικού υπολοίπου εκ €191.333,73 πλέον τόκους. Η εναγομένη 2, με την τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισής της, αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί επικύρωσης Σχεδίου Διακανονισμού και υποκατάστασης της Τράπεζας. Παραδέχεται ότι στις 20.11.2006 ο εναγόμενος 1 συμφώνησε με την εναγομένη 2 να αγοράσει τα επίδικα διαμερίσματα. Αγνοεί και αρνείται τους ισχυρισμούς περί παραχώρησης δανείου προς τον εναγόμενο 1 και ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι υπεγράφη τέτοια συμφωνία, είναι άκυρη ή και ανυπόστατη ή και παράνομη καθότι υπεγράφη χωρίς νόμιμη απόφαση της εταιρείας και καθ' υπέρβαση των προνοιών του ιδρυτικού εγγράφου της εταιρείας και δηλώνει ότι δεν μπορεί να τοποθετηθεί για τους ισχυρισμούς περί συμφωνίας δανείου καθότι αφορούν τον εναγόμενο
  4. Όσον αφορά την υπογραφή εγγύησης στις 26.8.2006, η εναγομένη 2 ισχυρίζεται ότι το έγγραφο που υπέγραψε αφορούσε την εγγύηση έκδοσης χωριστών τίτλων ιδιοκτησίας και σε καμία περίπτωση δεν ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις του εναγομένου 1 σε περίπτωση άρνησης αποπληρωμής του δανείου που αυτός συνήψε με την ενάγουσα. Δέχεται την υπογραφή του εκχωρητηρίου εγγράφου ημερ. 26.8.2006 και τους ισχυρισμούς για υποθήκευση των ακινήτων προς όφελος της ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα έχει καταστεί δικαιούχος των επίδικων ακινήτων και δύναται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα έναντι ή προς εξόφληση των υποχρεώσεων του εναγομένου
  5. Αρνείται τους ισχυρισμούς περί λήψης επιστολών και περί οφειλής του ισχυριζόμενου υπολοίπου και προβάλλει ότι η ενάγουσα ουδέποτε τερμάτισε νόμιμα τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού δανείου και ουδέποτε κάλεσε νόμιμα την εναγομένη 2 για την πληρωμή οφειλής και συνεπώς η αγωγή είναι πρόωρη. Ισχυρίζεται επιπλέον ότι η ενάγουσα χρέωσε τον επίδικο λογαριασμό με παράνομους τόκους υπό μορφή δικαιωμάτων και άλλων χρεώσεων εις βάρος της εναγομένης 2, αρνείται τις αξιώσεις της ενάγουσας και ζητεί την απόρριψη της αγωγής. Η ενάγουσα στο τροποποιημένο απαντητικό της δικόγραφο, απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της εναγομένης 2 και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε ένας μάρτυρας για την ενάγουσα. Η πλευρά της εναγομένης 2 δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ο κ. XXXXX Καφάς (Μ.Ε.), ο οποίος εργάζεται στη Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων της Τράπεζας, κατέθεσε όσον αφορά τα γεγονότα όπως παρουσιάζονται στην (τροποποιημένη) Έκθεση Απαίτησης και συνοψίζονται πιο πάνω. Κατέθεσε, επιπλέον, όλα τα σχετικά έγγραφα ως Τεκμήρια 1 - 18, κατάσταση αλλαγής επιτοκίων 6 μηνών Euribor ως Τεκμήριο 20 και αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού ως Τεκμήρια 19 (α) - (γ), τη συνδεδεμένη λειτουργία των οποίων επεξήγησε, λόγω του ότι το δάνειο ήταν σε ξένο νόμισμα. Ως Τεκμήρια 22 - 25 κατέθεσε τέσσερεις αναδομημένες, όπως τις ονόμασε, καταστάσεις λογαριασμού από την ημερομηνία τερματισμού 2.5.2012 μέχρι 31.12.2020, όπου σε κάθε κατάσταση διαφοροποιείται (από το αξιούμενο ποσοστό 14%) το επιτόκιο που χρεώνεται μετά τον τερματισμό (δηλαδή χρεώνεται είτε 6,418%, δηλαδή το επιτόκιο κατά τον τερματισμό και χωρίς επιτόκιο υπερημερίας, είτε 8,418%, δηλαδή το επιτόκιο κατά τον τερματισμό πλέον 2% επιτόκιο υπερημερίας) ή και προστίθενται ποσά που πληρώθηκαν για την ασφάλιση των επίδικων διαμερισμάτων. Κατά την αντεξέταση, ο Μ.Ε. ερωτήθηκε για τη διαδικασία έγκρισης δανείων από επιτροπή της Τράπεζας, εξήγησε τι αφορούν τα Τεκμήρια 6 και 7 (επιστολή έγκρισης/συμφωνία για την παραχώρηση του δανείου ημερ. 26.8.2006 με τους ειδικούς όρους και η βασική συμφωνία της ίδιας ημερομηνίας με τους γενικούς όρους, υπογεγραμμένες από την ενάγουσα και τον εναγόμενο 1) και δέχθηκε ότι δεν υπάρχει ρητή αναφορά στο Τεκμήριο 6 σε τρεχούμενο λογαριασμό. Ισχυρίστηκε ότι ο πελάτης ενημερώθηκε για τη δημιουργία του συνδεδεμένου λογαριασμού του Τεκμηρίου 19(β) και λάμβανε καταστάσεις κάθε μήνα. Αναφέρθηκε στην ενημέρωση της εναγομένης 2 ως εγγυήτριας με βάση το Τεκμήριο 11 για τις χρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό. Επεξήγησε το περιεχόμενο της επιστολής τερματισμού Τεκμήριο 18(α) ημερ. 2.5.2012 καθώς και τη διαδικασία αποστολής επιστολών μέσω ταχυδρομείου . Επεξήγησε το επιτόκιο που χρεωνόταν με βάση τις συμφωνίες τόσο πριν τον τερματισμό όσο και μετέπειτα, με ενημέρωση προς τους εναγομένους. Διαφώνησε με την υποβολή ότι κατά τον τερματισμό, το δάνειο θα έπρεπε να φέρει επιτόκιο 6 μηνών Euribor πλέον το περιθώριο 5,25% ως αναφέρεται στην επιστολή Τεκμήριο 16 προς τον πρωτοφειλέτη ημερ. 16.3.
  6. Επανέλαβε, επιπλέον, τον συσχετισμό μεταξύ των συνδεδεμένων λογαριασμών Τεκμήρια 19 (α) και 19 (β), όπου φαίνονται οι καταβλητέες δόσεις με βάση τους όρους του δανείου, οι πληρωμές και οι καθυστερήσεις, και τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζεται το οφειλόμενο υπόλοιπο. Αναφέρθηκε επιπλέον και στην τροποποίηση/αύξηση του επιτοκίου. Προχωρώντας στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε., σημειώνω ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας προκάλεσε θετική εντύπωση, καθότι κατέθεσε με σαφήνεια και ευθύτητα για τα επίδικα θέματα και η μαρτυρία του υποστηρίζεται από όλα τα σχετικά έγγραφα τα οποία κατέθεσε ως τεκμήρια, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν καθ' οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο. Παρουσίασε με πολύ ικανοποιητικό τρόπο τα γεγονότα που γνώριζε ως εκ της θέσης που κατέχει στην Τράπεζα και κυρίως από τα στοιχεία και έγγραφα στην κατοχή του στο πλαίσιο της διεκπεραίωσης των επαγγελματικών καθηκόντων του, και η μαρτυρία του όσον αφορά τα βασικά και αμφισβητούμενα θέματα δεν μπορεί να λεχθεί ότι κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Είναι γεγονός ότι ο τρόπος με τον οποίο φαίνεται να λειτουργούσε η Τράπεζα - με την υπογραφή επιστολής με τους ειδικούς όρους της συμφωνίας δανειοδότησης (Τεκμήριο 6), την υπογραφή συμφωνίας με τους γενικούς όρους (Τεκμήριο 7), και το άνοιγμα δύο συνδεδεμένων λογαριασμών δανείου αντί ενός - είναι κάπως ανορθόδοξος και πολύπλοκος και δεν είναι ο πλέον επιθυμητός. Εν τούτοις, ο Μ.Ε. έδωσε ικανοποιητικές και λογικές εξηγήσεις για το περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών, τον τρόπο λειτουργίας των συνδεδεμένων λογαριασμών και τον τρόπο με τον οποίο υπολογίστηκε το τελικό υπόλοιπο εκ €191.333,73 κατά την ημερομηνία τερματισμού 2.5.
  7. Αντέκρουσε δε τεκμηριωμένα, με αναφορά σε ρητούς όρους των επίδικων συμφωνιών και τις καταστάσεις λογαριασμού, τις υποβολές της άλλης πλευράς, οι οποίες παρέμειναν σε φραστικό επίπεδο και μόνο, εφόσον ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από την υπεράσπιση προς τεκμηρίωση αυτών. Περαιτέρω, όσον αφορά το θέμα της μεταβίβασης του επίδικου δανείου από την Τράπεζα στην ενάγουσα εταιρεία κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφών Θεμάτων Νόμου 169(Ι)/2015 και δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 20.12.2018 με βάση τις σχετικές πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, το οποίο η εναγομένη 2 στην Έκθεση Υπεράσπισής της αρνείται, σημειώνω ότι η σχετική μαρτυρία του Μ.Ε. , όπως και τα συναφή έγγραφα που κατέθεσε (Τεκμήρια 1 - 3, συμπεριλαμβανομένου του Διατάγματος ημερ. 20.12.2018 του Ε.Δ. Λευκωσίας στη Γενική Αίτηση αρ. 947/2018), ήταν καθόλα τεκμηριωμένη και ουδόλως αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Το μόνο ζήτημα για το οποίο δεν ήταν σε θέση ο Μ.Ε. να δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις, ήταν το θέμα του επιτοκίου υπερημερίας και της όποιας ζημιάς της Τράπεζας, αναφέροντας με κάθε ειλικρίνεια ότι δεν είναι αρμόδιος προς τούτο. Αναφορικά με τις θέσεις της Υπεράσπισης της εναγομένης 2, όπως αναπτύχθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορό της στη γραπτή του αγόρευση, ότι το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού δεν προνοείται από τις συμφωνίες, ότι η εναγομένη 2 δεν είχε λάβει γνώση και ότι η σχετική μαρτυρία του Μ.Ε. και η κατάσταση Τεκμήριο 19 (β) είναι εκτός δικογράφων και θα πρέπει να αγνοηθεί, σημειώνω ότι ο Μ.Ε. αντεξετάστηκε εκτενώς για το συγκεκριμένο ζήτημα και, όπως αναφέρεται πιο πάνω, έδωσε πολύ ικανοποιητικές εξηγήσεις για τον τρόπο δημιουργίας και λειτουργίας των συνδεδεμένων λογαριασμών που αφορούσαν το επίδικο δάνειο, τις πληρωμές και τις καθυστερήσεις και τον τρόπο με τον οποίο υπολογίστηκε το χρεωστικό υπόλοιπο που προκύπτει κατά την ημερομηνία τερματισμού 2.5.
  8. Είναι βεβαίως γεγονός ότι στην (τροποποιημένη) Έκθεση Απαίτησης δεν γίνεται ρητή αναφορά στους αριθμούς των συνδεδεμένων λογαριασμών δανείου του Τεκμηρίου 19 (α) και (β), παρά μόνο στον αριθμό του λογαριασμού του Τεκμηρίου 19 (γ), στον οποίο μεταφέρθηκε το οφειλόμενο υπόλοιπο με τον τερματισμό. Παρά ταύτα, θεωρώ ότι το δικόγραφο της ενάγουσας περιέχει όλα τα ουσιώδη γεγονότα και ισχυρισμούς επί των οποίων βασίζεται η απαίτησή της ως προνοείται από τη Διαταγή 19 θ. 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ενώ η σχετική μαρτυρία προς τεκμηρίωση των εν λόγω ισχυρισμών κατατέθηκε δεόντως κατά τη δίκη. Οι δε πρόνοιες της βασικής συμφωνίας Τεκμήριο 7 δίδουν το δικαίωμα στην Τράπεζα «.at any time to open and put into operation an additional account or accounts and to transfer to such accounts any sums due by the customer or to close or discontinue the operation of any account with notice to the customer and/or on reasonable grounds to make due and payable any Loans and/or Banking Facilities made.» (παράγραφος 4). Ο σχετικός ισχυρισμός του Μ.Ε. ότι ο πελάτης ( ήτοι ο εναγόμενος 1, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση στις 20.3.2014) ενημερώθηκε δεόντως για το άνοιγμα του συνδεδεμένου λογαριασμού παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτος. Η δε εναγομένη 2 φαίνεται να ενημερώθηκε για τον συνδεδεμένο λογαριασμό με την επιστολή ημερ. 2.5.2012 (Τεκμήριο 18 (α) ) η οποία της κοινοποιήθηκε (Τεκμήριο 18 (β) ) και δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι διαμαρτυρήθηκε ή ζήτησε οποιεσδήποτε διευκρινίσεις. Ειδικότερα όσον αφορά το θέμα της ενημέρωσης της εναγομένης 2, σημειώνω ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοσή της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery

(1965)1 C.L.R. 9, 18). Η μαρτυρία του Μ.Ε. ότι οι επιστολές ταχυδρομήθηκαν δεόντως στην εναγομένη 2, στη διεύθυνση που η ίδια είχε δώσει στην τράπεζα, ήταν ξεκάθαρη και δεν αντικρούστηκε, με αποτέλεσμα σε καμία περίπτωση να μην έχει καταρριφθεί το μαχητό τεκμήριο που προαναφέρθηκε. Αναφορικά με το θέμα της εγγύησης της εναγομένης 2, και τη δικογραφημένη θέση της εναγομένης 2 ότι ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων του εναγομένου 1, παρά μόνο εγγυήθηκε/ανέλαβε την έκδοση χωριστών τίτλων ιδιοκτησίας, σημειώνω ότι ο Μ.Ε. κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης ημερ. 26.8.2006 βάσει της οποίας η εναγομένη 2, σε αντάλλαγμα της αποδοχής από την Τράπεζα να παραχωρήσει ή να συνεχίσει να παρέχει στον εναγόμενο 1, κατόπιν παράκλησης της εγγυήτριας, δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό, εγγυάται τον πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα και αναλαμβάνει αλληλέγγυα και προσωπικά όλες τις υφιστάμενες ή μελλοντικές υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, μέχρι ποσού €165.000 πλέον τόκους και έξοδα, αυξανόμενο σε ποσοστό μέχρι και 50% του ορίου σε σχέση με πίστωση σε τρεχούμενο λογαριασμό σε περίπτωση υπέρβασης του ορίου. Όσον αφορά τη δικογραφημένη θέση της εναγομένης 2 ότι εάν υπεγράφη τέτοια συμφωνία, είναι άκυρη ή και ανυπόστατη ή και παράνομη καθότι υπεγράφη χωρίς νόμιμη απόφαση της εταιρείας και καθ' υπέρβαση των προνοιών του ιδρυτικού εγγράφου της εταιρείας, σημειώνω ότι ο Μ.Ε. κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 απόφαση των Διοικητικών Συμβούλων της εναγομένης 2 εταιρείας ημερ. 26.8.2006 να εγγυηθεί το στεγαστικό δάνειο του εναγομένου 1 για €165.000 και με την οποία εξουσιοδοτείται ο διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας όπως υπογράψει τα σχετικά συμβόλαια εκ μέρους της, ως Τεκμήριο 10 δήλωση του Γραμματέα της εναγομένης 2 ημερ. 26.8.2006 προς την Τράπεζα για το ιδρυτικό έγγραφο και τα στοιχεία της εταιρείας και ως Τεκμήριο 11 επιστολή της Τράπεζας ημερ. 26.8.2006 προς την εναγομένη 2 αναφορικά με το ποσό της εγγύησης, τις χρεώσεις επιτοκίου και τις υποθήκες προς περαιτέρω εξασφάλιση. Ο Μ.Ε. κατέθεσε επιπλέον ως Τεκμήριο 12 τo εκχωρητήριο έγγραφο ημερ. 26.8.2006, τις Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθήκευσης Ακινήτου ως Τεκμήρια 13 και 14, και τα Πωλητήρια Έγγραφα μεταξύ εναγομένου 1 και εναγομένης 2 για την αγορά των επίδικων διαμερισμάτων ως Τεκμήρια 4 και 5, όλα εκ των οποίων είναι υπογεγραμμένα από την εναγομένη
  1. Αν και στην Έκθεση Υπεράσπισής της η εναγομένη 2 αρνείται πλείστους εκ των ισχυρισμών της ενάγουσας που σχετίζονται με τη συνομολόγηση, υπογραφή και εγκυρότητα των πιο πάνω συμφωνιών και υποθηκών, κατατέθηκαν χωρίς αμφισβήτηση και η σχετική μαρτυρία του Μ.Ε. ουδόλως αντικρούστηκε ή κατερρίφθη καθ' οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε. ως προς τα επίδικα και αμφισβητούμενα γεγονότα ως ορθή και αληθινή. Έχοντας υπόψη τα δικόγραφα, το σύνολο της μαρτυρίας και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και ανάλυσης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 28.4.2006 η εναγομένη 2 με τις υποθήκες XXXXX/06 και XXXXX/06 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, υποθήκευσε όλο το εγγεγραμμένο μερίδιό της στα κτήματα με αρ. εγγραφής 0/XXXXX και 0/XXXXX στον Δήμο Παραλιμνίου, προς εξασφάλιση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ για δάνεια ή πιστωτικές διευκολύνσεις που θα παρέχει ή συνεχίσει να παρέχει σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο μετά από παράκληση της εναγομένης 2, για ποσό εκ Λ.Κ.1.000.000 και Λ.Κ. 500.000 αντίστοιχα, πλέον τόκους και έξοδα (Τεκμήρια 13 και 14). Στις 20.11.2006 υπεγράφησαν πωλητήρια έγγραφα μεταξύ της εναγομένης 2 ως πωλητή και του εναγομένου 1 ως αγοραστή, για την αγορά δύο διαμερισμάτων με αρ. 6 στο Block XXXXX, και αρ. 8 στο Block XXXXX, στο συγκρότημα «XXXXX» που ανεγέρθηκε εντός των προαναφερόμενων κτημάτων, τα οποία κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο στις 23.11.2006 (Τεκμήρια 4 και 5). Στις 26.8.2006 η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ενέκρινε αίτημα του εναγομένου 1 για παραχώρηση δανείου ύψους €158.691,49 για την αγορά των επίδικων διαμερισμάτων, υπό συγκεκριμένους όρους, όπως την αποπληρωμή με μηνιαίες δόσεις εκ €1.280, τη χρέωση κυμαινόμενου επιτοκίου που θα αποτελείται από το εκάστοτε 6 μηνών Euribor πλέον 1,75%, την εγγύηση της εναγομένης 2, την εξασφάλιση μέσω των υφιστάμενων Υποθηκών και την εκχώρηση των δικαιωμάτων του εναγομένου 1 επί των πωλητηρίων εγγράφων (Τεκμήριο 6 υπογεγραμμένο από την Τράπεζα και τον εναγόμενο 1). Την ίδια ημερομηνία 26.8.2006 υπεγράφη μεταξύ της Τράπεζας και του εναγομένου 1, η βασική συμφωνία Τεκμήριο 7 με τους γενικούς όρους της δανειοδότησης. Υπεγράφη επιπλέον, την ίδια ημέρα, μεταξύ της Τράπεζας και της εναγομένης 2, έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης, με την οποία η εναγομένη 2 εγγυήθηκε δάνεια και οφειλές του εναγομένου 1 πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, μέχρι ποσού €165.000 πλέον τόκους και έξοδα, αυξανόμενο σε ποσοστό μέχρι και 50% του ορίου σε σχέση με πίστωση σε τρεχούμενο λογαριασμό σε περίπτωση υπέρβασης του ορίου (Τεκμήριο 8). Με επιστολή προς την εγγυήτρια εναγομένη 2 (Τεκμήριο 11) η Τράπεζα την πληροφόρησε για τη χορήγηση του δανείου, το επιτόκιο και τον τρόπο υπολογισμού του. Η Τράπεζα παραχώρησε το δάνειο ύψους € 158.691,49 στον εναγόμενο 1 στις 15.9.2006 και άνοιξε στο όνομά του, τους συνδεδεμένους λογαριασμούς δανείου όπου καταχωρούνταν όλες οι σχετικές χρεοπιστώσεις. Από τις 17.3.2009 και μετέπειτα η Τράπεζα ενημέρωνε τον εναγόμενο 1 κατά διαστήματα για αυξήσεις στο περιθώριο του επιτοκίου που χρέωνε (Τεκμήρια 15 και 16). Ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να εξοφλήσει ληξιπρόθεσμες δόσεις του κατά παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, με αποτέλεσμα η Τράπεζα να του αποστείλει επιστολή ημερ. 30.3.2012, με κοινοποίηση προς την εναγομένη 2, δίδοντάς του περιθώριο χρόνου 15 ημερών να τις εξοφλήσει και προειδοποιώντας ότι σε αντίθετη περίπτωση ο λογαριασμός θα μεταφερόταν στις Οριστικές Καθυστερήσεις, θα επιβαρύνετο με αυξημένο επιτόκιο και θα λαμβάνονταν νομικά μέτρα (Τεκμήριο 17). Λόγω μη θετικής ανταπόκρισης, η Τράπεζα απέστειλε στον εναγόμενο 1 επιστολή ημερ. 2.5.2012, με κοινοποίηση προς την εναγομένη 2, ενημερώνοντάς τους ότι τερματίζει τη συμφωνία δανείου και τη λειτουργία των λογαριασμών, και ότι μετέφερε το χρεωστικό υπόλοιπο, το οποίο ανερχόταν κατά τις 2.5.2012, σε €191.333,73, στις Οριστικές Καθυστερήσεις με νέο αριθμό λογαριασμού (Τεκμήριο 18). Η Τράπεζα με την εν λόγω επιστολή τερματισμού καλούσε τον εναγόμενο 1 να εξοφλήσει την οφειλή του εντός 7 ημερών. Έκτοτε οι εναγόμενοι ουδέν ποσό κατέβαλαν. Το επίδικο δάνειο και οι επίδικες εξασφαλίσεις μεταβιβάστηκαν από την Τράπεζα στην ενάγουσα κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφών Θεμάτων Νόμου 169(Ι)/2015 και δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 20.12.2018 από το Ε.Δ. Λευκωσίας στην αίτηση εταιρειών αρ. 947/2018 βάσει των σχετικών προνοιών του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 (Τεκμήριο 3), το οποίο τέθηκε σε ισχύ από 21.12.
  2. Κατά ή περί τις 13.12.2018 η Υποθήκη XXXXX/06 διασπάσθηκε δυνάμει νομοθετικών προνοιών σε δύο Υποθήκες, η καθεμία εκ των οποίων εξασφαλίζει μέρος του εξασφαλισμένου από κάθε Υποθήκη ποσού. Δυνάμει του Σχεδίου Διακανονισμού, η μία εκ των δύο νέων Υποθηκών που προέκυψαν μετά τη διάσπαση, ήτοι η Υ10100903/06 μεταβιβάστηκε από την Τράπεζα στην ενάγουσα. Αυτό που παραμένει είναι να εξεταστεί κατά πόσο η ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον της εναγομένης 2 ως εγγυήτριας των υποχρεώσεων του εναγομένου 1 και το ύψος αυτών. Όσον αφορά το αξιούμενο υπόλοιπο, και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι έχει ήδη εκδοθεί απόφαση εναντίον του εναγομένου 1 ως πρωτοφειλέτη στις 20.3.2014, σημειώνω ότι το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 προνοεί ότι αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίο γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρισης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σε αυτό, εάν αποδειχθεί ότι κατά τον χρόνο της καταχώρισης το βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας, η καταχώριση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας, το βιβλίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της τράπεζας και το αντίγραφο έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Σχετική μαρτυρία μπορεί να δοθεί από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας και σε σχέση με τον έλεγχο της ορθότητας από το πρόσωπο το οποίο προέβη στον έλεγχο. Θεωρώ ότι έχει προκύψει σαφώς από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε. και το πιστοποιητικό - βεβαίωση που κατέθεσε ως Τεκμήριο 21, ότι όλα τα πιο πάνω έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό, και ότι ο Μ.Ε., στο πλαίσιο των επαγγελματικών του καθηκόντων και αρμοδιοτήτων, έχει ελέγξει τις καταχωρίσεις στους λογαριασμούς και διαπίστωσε ότι συνάδουν πλήρως με τις καταχωρίσεις στο ηλεκτρονικό αρχείο τις ενάγουσας και είναι ορθές. Η δε ορθότητα των καταχωρίσεων δεν αμφισβητήθηκε με οποιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο και σε καμία περίπτωση δεν ανετράπη το μαχητό τεκμήριο που δημιουργεί το άρθρο
  3. Αντίθετα, ο μάρτυρας της ενάγουσας επιβεβαίωσε όλα αυτά, ενώ δεν παρουσιάστηκε το παραμικρό στοιχείο προς αντίκρουση ή που να καταδεικνύει ότι οποιαδήποτε καταχώριση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την οφειλή του εναγομένου 1 εκ €191.333,73 κατά τις 2.5.2012 και ότι μετά την εν λόγω ημερομηνία ουδέν ποσό καταβλήθηκε. Όσον αφορά το αξιούμενο επιτόκιο εκ 14%, σημειώνω ότι η ενάγουσα με την επιστολή τερματισμού ημερ. 2.5.2012 Τεκμήριο 18 (α) μετέβαλε το επιτόκιο σε 14%, ήτοι 6,25% βασικό και πρόσθετο επιτόκιο 7,75%. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν φαίνεται να δικαιολογείται από τις συμφωνίες. Το Τεκμήριο 6 που υπέγραψε ο εναγόμενος 1 προνοεί, στις παραγράφους Α και C, κυμαινόμενο επιτόκιο 6 μηνών Euribor πλέον περιθώριο 1,75%, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου ως επιτρέπεται από την εκάστοτε νομοθεσία, δικαίωμα μεταβολής του βασικού επιτοκίου και αύξησης του περιθωρίου με γραπτή ειδοποίηση προς τον πελάτη ή δημοσίευση στον τύπο. Τα ίδια προνοούνται και στο Τεκμήριο 11 που υπέγραψε η εναγομένη 2 ως εγγυήτρια. Με τις επιστολές ημερ. 17.3.2009 και 16.3.2012 Τεκμήρια 15 και 16, η Τράπεζα ενημέρωσε τον εναγόμενο 1 για την αύξηση του περιθωρίου σε 4,75% και 5,25% αντίστοιχα. Ο Μ.Ε. κατέθεσε ως Τεκμήριο 20 πίνακα με τις μεταβολές του επιτοκίου του επίδικου δανείου, όπου φαίνονται οι εκάστοτε διακυμάνσεις 6 μηνών Euribor και το εκάστοτε περιθώριο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του και το Τεκμήριο 20, κατά την ημερομηνία τερματισμού, το επιτόκιο που χρεωνόταν με βάση τα πιο πάνω και δικαιολογείται από τη συμφωνία των μερών, ήταν 6,418%, ήτοι 6 μηνών Euribor (1,168%) πλέον περιθώριο 5,25%. Όσον αφορά το θέμα του επιτοκίου υπερημερίας, σημειώνω ότι ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος 160(I)/1999, ως τροποποιήθηκε με τους Νόμους 141(Ι) του 2014 και 66(Ι) του 2015, προνοεί ότι το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις 2 εκατοστιαίες μονάδες. Ειδικότερα όσον αφορά το κατά πόσο δικαιολογείται η χρέωση τόκου υπερημερίας από τον τερματισμό μέχρι εξοφλήσεως, σημειώνω ότι ο Νόμος, ως έχει τροποποιηθεί, προνοεί τα εξής στο άρθρο 3: «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή». Στην προκειμένη περίπτωση, έχει εφαρμογή το πιο πάνω εδάφιο 1(β) του άρθρου 3, εφόσον η λειτουργία του λογαριασμού δανείου τερματίστηκε στις 2.5.
  4. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση ημερ. 9.11.2015 του Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ., στην αγωγή Ε.Δ. Λάρνακας αρ. 510/2011 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Alireza Sharafi κ.ά. όπου αναφέρονται τα εξής σχετικά με το εδάφιο (1β) του τροποποιημένου άρθρου 3 του Νόμου: «Όπως αντιλαμβάνομαι την πιο πάνω πρόνοια, για περιπτώσεις όπως η επίδικη δεν απαγορεύεται η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2%, αλλά στην έκταση που το επιβληθέν επιτόκιο υπερημερίας ξεπερνά το 2% υπάρχει αποδεικτικό τεκμήριο ότι αυτό είναι αδικαιολόγητο. Το τεκμήριο είναι μαχητό, δηλαδή, όπως επεξηγείται, το πιστωτικό ίδρυμα μπορεί με μαρτυρία να αποδείξει ότι ο επιβληθείς τόκος στη βάση επιτοκίου υπερημερίας μεγαλύτερου του 2% αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά. Σε τέτοια περίπτωση το τεκμήριο ανατρέπεται και το ίδρυμα δικαιούται στον τόκο που επέβαλε στη βάση επιτοκίου υπερημερίας που ξεπερνά το 2%. Πέραν τούτου, είτε όταν εφαρμόζεται το εδάφιο (1β) είτε όταν εφαρμόζεται το εδάφιο (1α) η επιβολή τόκου στη βάση επιτοκίου υπερημερίας 2% δεν είναι δικαιωματική. Δεν υφίσταται κανένα αποδεικτικό τεκμήριο, όμως το πιστωτικό ίδρυμα εξακολουθεί να έχει το βάρος να αποδείξει ότι το επιτόκιο υπερημερίας που επέβαλε αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά. Οι δικηγόροι της Τράπεζας επικαλούνται την Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Π.Ε. 1/2010, ημερ. 8.7.2014, για να υποστηρίξουν τη θέση τους ότι η Τράπεζα δικαιούται σε τόκο υπερημερίας. Το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η Τράπεζα δικαιούται σε τόκο υπερημερίας αφού η επιβολή τέτοιου προνοείτο στις συμφωνίες δανείου. Στην Ιωαννίδης επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας προς 3% γιατί το συγκεκριμένο ποσοστό προνοείτο στη σχετική συμφωνία. Στην παρούσα περίπτωση το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας δεν προνοείται στις συμφωνίες δανείου, οπόταν η Τράπεζα έπρεπε να αποδείξει το ποσοστό που δικαιούτο» (η υπογράμμιση δική μου). Στην υπό κρίση υπόθεση, ο όρος D (d) (i) Του Τεκμηρίου 6 προνοεί ότι σε περίπτωση δανείου σε ξένο νόμισμα (το επίδικο δάνειο ήταν σε ευρώ, ενώ το νόμισμα της Δημοκρατίας κατά τον χρόνο χορήγησης ήταν Λίρες Κύπρου), θα υπάρχει επιπλέον χρέωση 5% σε περίπτωση καθυστερημένων δόσεων, ήτοι επιτόκιο υπερημερίας που ξεπερνά το 2%. Εν τούτοις, η ενάγουσα ουδόλως προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία όσον αφορά την πραγματική της ζημιά λόγω της καθυστέρησης αποπληρωμής του δανείου από μέρους των εναγομένων. Ο Μ.Ε. δήλωσε κατά την αντεξέταση, όταν ερωτήθηκε ευθέως για το ζήτημα, ότι η Τράπεζα τροποποιεί τα επιτόκια με βάση τα έγγραφα που υπεγράφησαν μεταξύ των μερών και καθορίζει το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας ανάλογα με το κόστος παρακολούθησης και της άντλησης κεφαλαίων για την κάλυψη προβληματικών δανείων, αλλά τόνισε ότι δεν είναι ο αρμόδιος να καθορίσει τη ζημιά της Τράπεζας ή να την αιτιολογήσει. Άλλωστε, στους δύο εκ των τεσσάρων «αναδομημένων» λογαριασμών που κατέθεσε, η ενάγουσα δεν έχει χρεώσει κανένα ποσοστό υπερημερίας, ενώ στους άλλους δύο έχει χρεώσει 2%, χωρίς επεξήγηση και χωρίς να υπάρχει τοποθέτηση της πλευράς της ενάγουσας κατά πόσο διεκδικεί είτε 0% είτε 2%, πέραν του 6,418% που ως έχει κριθεί δικαιολογείται με βάση τις συμφωνίες. Με αυτά τα δεδομένα, εφόσον η ενάγουσα δεν τοποθετήθηκε ως προς το όποιο επιτόκιο υπερημερίας που τυχόν διεκδικεί, καταθέτοντας καταστάσεις τόσο με 0% όσο και με 2% με παράλληλη δήλωση ότι η αξίωση παραμένει για τόκο προς 14% από την ημερομηνία τερματισμού χωρίς περαιτέρω επεξήγηση ή τεκμηρίωση, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε αξίωση για τόκο υπερημερίας. Αυτό που έχει αποδειχθεί, ως αναφέρεται πιο πάνω, είναι η οφειλή για €191.333,73 ως υπόλοιπο στεγαστικού δανείου, πλέον τόκο προς 6,418% από την ημερομηνία τερματισμού 2.5.
  5. Ειδικότερα όσον αφορά τις αναθεωρημένες, όπως τις αποκάλεσε, καταστάσεις λογαριασμού που κατέθεσε ο Μ.Ε. ως Τεκμήρια 22 - 25, σημειώνω ότι σχετίζονται μόνο με το επιτόκιο μετά τον τερματισμό και με τη χρέωση κάποιων ποσών για την ασφάλιση διαμερίσματος. Το χρεωστικό υπόλοιπο του εναγομένου 1 κατά την ημερομηνία τερματισμού 2.5.2012 εκ €191.333,73 παραμένει αμετάβλητο σε όλες τις καταστάσεις λογαριασμού - όλες οι «αναδομημένες» καταστάσεις λογαριασμού ξεκινούν με υπόλοιπο €191.333,73 από μεταφορά. Στις καταστάσεις Τεκμήρια 22 και 23 χρεώνεται τόκος προς 6,418% (ήτοι 6 μηνών Euribor πλέον πρόσθετο 5,25%) πλέον 2% επιτόκιο υπερημερίας, σύνολο 8,418%, ενώ στις καταστάσεις Τεκμήρια 24 και 25 χρεώνεται ο προαναφερόμενος τόκος προς 6,418%, χωρίς επιτόκιο υπερημερίας. Υπάρχουν δε κάποιες χρεώσεις για ασφάλιση διαμερισμάτων. Εν τούτοις, η δικογραφημένη αξίωση της ενάγουσας είναι για €191.333,73 πλέον τόκο προς 14% ετησίως από 2.5.2012, χωρίς αναφορά ή αξίωση για οποιεσδήποτε μετέπειτα χρεώσεις για την ασφάλιση διαμερίσματος ή άλλως πως. Ούτε και γίνεται αντιληπτή η χρησιμότητα κατάθεσης των εν λόγω καταστάσεων, δεδομένου ότι η αξίωση της ενάγουσας όσον αφορά το επιτόκιο δεν περιορίστηκε σε οποιοδήποτε από τα επιτόκια που χρεώθηκαν στις αναδομημένες καταστάσεις (6,418% ή 8,418%), αλλά παρέμεινε, παντελώς αδικαιολόγητα, στο 14% ετησίως από 2.5.
  6. Μια αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, έχει ωφελιμότητα σε περιπτώσεις όπως την υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ Πολ. Έφεση 21/2008 ημερ. 14.7.2010, όπου, μετά την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης, η Τράπεζα έκρινε, μετά από αναδόμηση των λογαριασμών, ότι θα έπρεπε να διαμορφώσει το ποσό ολόκληρης της απαίτησης προς τα κάτω. Όπως αναφέρθηκε στην εν λόγω απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε την εξουσία, ανάλογα με τη μαρτυρία που αποδέχθηκε, να διαφοροποιήσει προς τα κάτω τα ποσά για τα οποία θα εξέδιδε απόφαση. Επισημάνθηκε, περαιτέρω, ότι σε πολλές περιπτώσεις, οι αναδομημένοι λογαριασμοί ετοιμάζονται μετά από παράκληση του αντιδίκου ή ακόμη και μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου στο στάδιο της προδικασίας και υποβοηθούν την ακροαματική διαδικασία, αφού επεξηγούν τον τρόπο υπολογισμού των τόκων και τη διαμόρφωση του τελικού υπολοίπου. Συνήθως, ετοιμάζεται ένας αναδομημένος λογαριασμός για να αφαιρεθούν κάποιες χρεώσεις και δικαιώματα για τα οποία ο εναγόμενος φέρει ένσταση ή για να υπολογιστούν με διαφορετικό τρόπο οι τόκοι. Σε εκείνη την υπόθεση, με την αναδόμηση των λογαριασμών, μετά τον εκ νέου υπολογισμό των τόκων, διαμορφώθηκε το τελικό υπόλοιπο του λογαριασμού, ενώ στην υπό εξέταση υπόθεση, το τελικό υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την ημερομηνία τερματισμού 2.5.2012 (δεν έγιναν πληρωμές έκτοτε) παραμένει το ίδιο σε όλες τις καταστάσεις που κατατέθηκαν, ενώ το διεκδικούμενο επιτόκιο εκ 14% δεν περιορίστηκε είτε στο 6,418% που έχει χρεωθεί στα Τεκμήρια 24 και 25, είτε στο 8,418% (δηλαδή με επιτόκιο υπερημερίας 2%), που έχει χρεωθεί στα Τεκμήρια 22 και
  7. Υπενθυμίζεται, συναφώς, πως το 6,418% είναι το επιτόκιο που έφερε ο λογαριασμός δανείου κατά την ημερομηνία τερματισμού. Δεν έχει επεξηγηθεί από την πλευρά της ενάγουσας (είτε με τη μαρτυρία του Μ.Ε. είτε στη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου) πού ακριβώς βασίζεται η αξίωση για τόκο προς 14% ετησίως από 2.5.
  8. Ως εκ των ανωτέρω, προκύπτει ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει το οφειλόμενο χρέος εκ €191.333,73 πλέον τόκο προς 6,418% από 2.5.
  9. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει πιο πάνω, καθώς και το περιεχόμενο των Τεκμήριων 8 - 11, προκύπτει ότι η αξίωση της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης 2 ως εγγυήτριας των υποχρεώσεων του εναγομένου 1, έχει επίσης αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Η σύμβαση εγγύησης που υπέγραψε Τεκμήριο 8 ήταν για ποσό εκ €165.000 για το δάνειο (αυξανόμενο μόνο σε σχέση με πίστωση σε τρεχούμενο λογαριασμό σε ποσοστό μέχρι και 50% του ορίου), πλέον τόκους και έξοδα. Το ποσό της οφειλής του εναγομένου 1 κατά τις 2.5.2012 αποτελεί, όπως προκύπτει από τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 19 (α)-(γ), το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου κατά την ημερομηνία τερματισμού, αφού έχει συνυπολογιστεί το ποσό του δανείου που παραχωρήθηκε εκ €158,691,49, οι εκάστοτε πληρωμές έναντι, και οι εκάστοτε χρεώσεις τόκων και εξόδων. Δεν υπερβαίνει, δηλαδή, το ποσό της περιορισμένης εγγύησης εκ €165.000 πλέον τόκους και έξοδα. Επισημαίνεται ότι η δικογραφημένη θέση της εναγομένης 2 ότι η συμφωνία ημερ. 26.8.2006 αφορούσε μόνο την εγγύηση έκδοσης χωριστών τίτλων ιδιοκτησίας, δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στους όρους της εν λόγω συμφωνίας Τεκμήριο
  10. Προκύπτει ρητώς και σαφώς από το περιεχόμενο της συμφωνίας ημερ. 26.8.2006 Τεκμήριο 8, αλλά και από τα υπόλοιπα έγγραφα που υπέγραψε η εναγομένη 2, ότι επρόκειτο για εγγύηση των υποχρεώσεων του εναγομένου 1 προς την Τράπεζα για το επίδικο δάνειο. Περαιτέρω, με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε., τα έγγραφα που κατέθεσε και τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει στις σελίδες 8 - 10 πιο πάνω, η ενάγουσα έχει επίσης αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τις αξιώσεις υπό Β και Γ της Έκθεσης Απαίτησης για την έκδοση διαταγμάτων εκποίησης των επίδικων υποθηκών, και τις αξιώσεις υπό Δ, Ε, Στ, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ και Λ για Δηλωτικές Αποφάσεις που αφορούν την εκχώρηση των επίδικων πωλητηρίων εγγράφων και την κατοχή των διαμερισμάτων. Οι αξιώσεις υπό Μ και Ν δεν αφορούν την εναγομένη 2 καθότι με αυτές επιζητούνται διατάγματα εναντίον του εναγομένου 1 (τα οποία και εκδόθηκαν στις 20.3.2014). Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τoν εναγόμενο 1 εναντίον του οποίου εκδόθηκε απόφαση στις 20.3.2014, για το ποσό των €191.333,73, πλέον τόκο προς 6,418% από 2.5.2012 μέχρι εξοφλήσεως, και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, καθώς και Δηλωτικές Αποφάσεις ως οι παράγραφοι Δ, Ε, Στ, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ και Λ της (τροποποιημένης) Έκθεσης Απαίτησης. Εκδίδονται, επιπλέον, Διατάγματα εναντίον της εναγομένης 2 ως οι παράγραφοι Β και Γ της (τροποποιημένης) Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς επιδικάζονται προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.