ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. ΠΙΤΣΙΛΛΟΥ, Αγωγή αρ.631/18, 22/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αγωγή αρ.631/18 Μεταξύ: ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Ενάγοντες και XXXXX ΠΙΤΣΙΛΛΟΥ Εναγόμενη Ημερομηνία: 22.10.21 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Κ. Μαυρόκωστας & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κα.Μ. Παρασκευά για Α.Λάντος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Δυνάμει του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, ημερομηνίας 6.11.18, οι ενάγοντες αξιούν από την εναγόμενη ποσό ύψους €5.403,97 ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει γραπτής συμφωνίας δανείου και/ή κατάστασης λογαριασμού. Συγκεκριμένα κατά/ή περί την 27.12.99 οι διάδικοι εισήλθαν σε συμφωνία δανείου επί συμβολαίου ζωής δια της οποίας οι ενάγοντες δάνεισαν στην εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ.2.000, με τόκο προς 9% ετησίως και κεφαλαιοποίηση αυτού μία φορά τον χρόνο. Η εναγόμενη δεν τήρησε τα μεταξύ των μερών συμφωνηθέντα, με αποτέλεσμα στις 30.4.18 το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου να ανέρχεται στο αξιούμενο ποσό. Παρά δε τις οχλήσεις των εναγόντων και/ή των δικηγόρων αυτών, η εναγόμενη δεν αποκρίθηκε. Με την υπεράσπιση της, η εναγόμενη παραδέχεται μόνο την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 27.12.99, καλεί δε τους ενάγοντες σε απόδειξη όλων των λοιπών ισχυρισμών τους, καταγράφοντας παράλληλα, ότι οι ενάγοντες ουδέποτε τερμάτισαν την μεταξύ τους συμφωνία, ενώ καμία αναφορά δεν κάνουν στο τι απέγινε στο συμβόλαιο ζωής, και γιατί δεν εξοφλήθηκε το ποσό του δανείου από αυτό. Τέλος, θέση της είναι ότι οι ενάγοντες δεν έχουν καταγράψει στην απαίτηση τους ποιους όρους της μεταξύ των μερών συμφωνίας παραβίασε, καλώντας το Δικαστήριο όπως απορρίψει την παρούσα αγωγή. Στο δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση, οι ενάγοντες εμμένουν στις δικογραφημένες στην Έκθεση Απαιτήσεως τους θέσεις, δηλώνοντας ότι η εναγόμενη έλαβε αντίγραφο της μεταξύ τους συμφωνίας κατά την υπογραφή της και συνεπώς γνωρίζει πολύ καλά τους όρους που διέπουν αυτήν, ενώ για τον τερματισμό της ευθύνεται αποκλειστικά η ίδια. Ακροαματική Διαδικασία / Μαρτυρία Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη μέσω της γραπτής μαρτυρίας που κατέθεσαν αντιστοίχως τα μέρη προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Παρά το γεγονός ότι η απαίτηση υπερβαίνει το ποσό των €3.000, οι συνήγοροι, συμφώνησαν με την εισήγηση του Δικαστηρίου όπως η παρούσα εκδικαστεί μέσω της κατάθεσης γραπτής προς υποστήριξη των θέσεων τους μαρτυρίας (βλ.Δ.30
(5)
(4)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών) και εκδικαστεί ωσάν να αφορούσε ποσά ύψους €3.000 με δεδομένο, ότι η έκταση των επίδικων ζητημάτων παρουσιαζόταν περιορισμένη, ενώ σύμφωνα με τους Ονομαστικούς Καταλόγους και τη Σύνοψη Μαρτυρίας που κατέθεσαν οι διάδικοι, έκαστη πλευρά θα προσκόμιζε ένα μόνο μάρτυρα. Για τους ενάγοντες κατέθεσε τη γραπτή μαρτυρία του ο κ. XXXXX Στυλιανίδης, υπάλληλος στην υπηρεσία των εναγόντων, δεόντως εξουσιοδοτημένος όπως προβεί στην εν λόγω δήλωση εκ μέρους των. Εκεί αναφέρει ότι οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με έδρα την Λευκωσία και εκτελούν εργασίες Ασφαλιστικής Εταιρείας κατόπιν σχετικής άδειας δυνάμει του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμο του 2016 (Ν.38(Ι)/2016). Την 1.1.1993 υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων Επενδυτικό Ασφαλιστήριο ζωής υπ' αριθμό ΕΠ/XXXXX45 (Τεκμήριο 1), διά του οποίου οι ενάγοντες ασφάλισαν την εναγόμενη για το ποσό των £5,220, έναντι του μηνιαίου ασφαλίστρου των £30 που φαίνεται στον Πίνακα Ασφαλιστηρίου. Παραπέμπει δε ο μάρτυρας στον όρο 21 της συμφωνίας ο οποίος διαβάζει ως ακολούθως: «21.1 Νοουμένου ότι το Ασφαλιστήριο αυτό έχει αποκτήσει αξία εξαγοράς, η Εταιρεία μπορεί να χορηγεί τοκοφόρα δάνεια μέχρι της αξίας εξαγοράς, όπως η Εταιρεία ήθελε αποφασίσει προς τον συμβαλλόμενο με μόνη εγγύηση το Ασφαλιστήριο αυτό. Προς το σκοπό τούτο, ο συμβαλλόμενος πρέπει να καταθέτει γραπτή αίτηση προς την Εταιρεία. 21.2 Τέτοια χορηγούμενα δάνεια θα είναι μία πρώτη επιβάρυνση πάνω στο Ασφαλιστήριο και σε όλα τα ωφελήματα που διασφαλίζονται από αυτό.» Δυνάμει του εν λόγω όρου η εναγόμενη αιτήθηκε δανεισμό από τους ενάγοντες, και κατόπιν σχετικής έγκρισης, υπογράφηκε την 27.12.99 συμφωνία δανείου επί του Συμβολαίου Ζωής, διά της οποίας η Ενάγουσα δάνεισε στην Εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ.2.000 (€3.417,20) με τόκο προς 9% ετησίως με κεφαλαιοποίηση μία
(1)φορά ετησίως τον χρόνο, (Τεκμήριο 2). Η Εναγόμενη δεν τήρησε την συμφωνία δανείου με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να αποστείλουν στην εναγόμενη επιστολή ημερομηνίας 11.4.2005 (Τεκμήριο 3) με την οποία την ενημέρωνε μεταξύ άλλων για την κατάσταση του Λογαριασμού Δανείου της, καλώντας την όπως επικοινωνήσει με την εταιρεία αναφορικά με την αποπληρωμή του υπόλοιπο αυτού. Παρά τις οχλήσεις των εναγόντων η εναγόμενη δεν έχει καταβάλει μέχρι σήμερα οποιοδήποτε ποσό με αποτέλεσμα την 8.5.2018 το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του δανείου να ανέρχεται στο ποσό των €5,403.93, το οποίο κατέστη πληρωτέο και απαιτητό, παραπέμποντας προς τούτο στην σχετική κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
- Παρά το ότι δεν αναφέρεται οτιδήποτε άλλο στη Γραπτή Μαρτυρία Στυλιανίδη, από τα συνημμένα σε αυτή Τεκμήρια, υπάρχουν και άλλα δεδομένα στα οποία θα γίνει μνεία αναλόγως, κατωτέρω. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η μαρτυρία της εναγόμενης. Η κα Πίτσιλλου παραδέχεται μόνο ότι την 27.12.99 έθεσε την υπογραφή της σε δάνειο επί του Συμβολαίου Ζωής της, για το ποσό των £2.000 με τόκο 9% ετησίως. Δηλώνει, ότι η παρούσα αγωγή είναι εκπρόθεσμη, με αυτήν να έχει καταχωρηθεί μετά την εφαρμοστέα περίοδο παραγραφής, αφού δυνάμει του όρου 25 του Συμβολαίου Ζωής, Τεκμήριο 1: «Κάθε αξίωση ή αγωγή που προέρχεται από το Ασφαλιστήριο αυτό πρέπει να γίνεται μέσα σε δύο χρόνια από το γεγονός που προκάλεσε τέτοια αξίωσής ή αγωγή, διαφορετικά κάθε αξίωση ή δικαίωμα αγωγής θα παραγράφεται και θα θεωρείται ότι εγκαταλείφθηκε». Αποτελεί θέση της εναγόμενης ότι από την στιγμή που οι ενάγοντες, με παραπομπή στο Τεκμήριο 3 της Μαρτυρίας Στυλιανίδη, ακύρωσαν την 1.3.05 το ασφαλιστήριο συμβόλαιο της, όφειλαν όπως καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή μέχρι την 1.3.07 και όχι 13 χρόνια αργότερα, και δη το
- Επιπλέον αποτελεί θέση της εναγομένης ότι ουδέποτε έλαβε την επιστολή των εναγόντων ημερ. 11.4.2005, αφού η διεύθυνση η οποία αναγράφεται επί αυτής φέρει μόνο ένα Ταχυδρομικό Κώδικα, και όχι την διεύθυνση που αναγράφεται επί του Ασφαλιστηρίου Εγγράφου με αριθμό XXXXX45, παραπέμποντας προς τούτο στους όρους 23.1 και 23.2 του Συμβολαίου οι οποίοι, κατά την εισήγηση της, διέπουν το θέμα αποστολής ειδοποιήσεων. Εν πάση περιπτώσει, η ίδια ουδέποτε παρέλαβε την εν λόγω επιστολή, ενώ ουδέποτε ενημερώθηκε είτε προφορικώς είτε εγγράφως για την απαίτηση του οποιουδήποτε ποσού εκ μέρους των εναγόντων. Σημειώνεται σ'αυτό το στάδιο ότι κανένας εκ των διαδίκων δεν υπέβαλε αίτηση για άδεια αντεξέτασης του αντιδίκου του. Αξιολόγηση Μαρτυρίας / Νομική Πτυχή/ Ευρήματα Βαθιά ριζωμένη στο δικαιϊκό μας σύστημα είναι η νομολογιακή αρχή ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του σε αστική διαδικασία, φέρει ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ανεξαρτήτως των ισχυρισμών του εναγόμενου, ο ενάγοντας οφείλει, εάν επιθυμεί να επιτύχει η αξίωση του όπως αποδείξει ότι η δική του εκδοχή είναι πιο πιθανή παρά όχι, «more probable than not» (δέστε Μαρσέλ ν Λαική Τράπεζα Λτδ 2001 1(Β) Α.Α.Δ. 1858). Το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει την μαρτυρία που έχει ενώπιον του με σκοπό να μπορέσει να διαπιστώσει και να εξαγάγει ευρήματα επί πραγματικών γεγονότων ώστε να μπορεί τελικώς να καταλήξει κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης έχει αποσείσει αυτό στον απαιτούμενο βαθμό. Σε διαδικασίες ταχείας εκδίκασης ή σε υποθέσεις όπου οι διάδικοι συνηγορούν όπως εκδικαστούν ως τέτοιες, ακολουθούνται οι διαδικασίες που προβλέπονται κάτω από την ομπρέλα της νέας Διαταγής
- Το Δικαστήριο, με δεδομένο ότι δεν έχει ενώπιον του ζώσα μαρτυρία, οφείλει με περισσή προσοχή να καταλήξει σε στερεά ευρήματα. Αυτό λαμβάνει χώραν μέσω της αξιολόγησης της μαρτυρίας με αντιπαραβολή των θέσεων των διαδίκων, αλλά και των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη διαδικασία. Νοείται βέβαια ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε με κριτήριο τις δικογραφημένες προτάσεις των μερών και αντιπαραβολή με αυτές αφού: «O επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιiκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος του αντιδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του» (βλ. Παπαγεωργίου ν Κλάππας Invstment Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Τα ως άνω αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης όπου η παρουσιασθείσα γραπτή μαρτυρία οφείλει να εξετάζεται σε αυστηρή συνάρτηση με τα γεγονότα που παρατίθενται στα δικόγραφα αφού εκλείπει από την διαδικασία η ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Το Δικαστήριο οφείλει λοιπόν ασκώντας δικαστική κρίση να αξιολογήσει την ενώπιον του μαρτυρία βάση του περιεχομένου αυτής, την ποιότητα αυτής αλλά και την πειστικότητα της (βλ.Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Προχωρώ λοιπόν στην εξέταση των νομικών ζητημάτων που προκύπτουν. Αποκτά ιδιαίτερη σημασία για σκοπούς απόφασης ότι η βάση της αγωγής είναι η συμφωνία δανείου και/ή η κατάσταση λογαριασμού και όχι το Ασφαλιστήριο έγγραφο ή οποιοδήποτε δικαίωμα εξ αυτού. Εξετάζοντας λοιπόν κατ'αρχάς την ενώπιον μου μαρτυρία στη βάση των εκατέρωθεν δικογραφημένων θέσεων, σημειώνεται ως εύρημα του Δικαστηρίου η παραδοχή της εναγόμενης ότι πράγματι την 27.12.99 υπέγραψε σχετική συμφωνία δανείου επί του Συμβολαίου Ζωής, ως αυτό έχει επισυναφθεί στην γραπτή μαρτυρία του κ. Στυλιανίδη, καθώς και το γεγονός ότι ο εν λόγω λογαριασμός θα χρεωνόταν κάθε χρόνο στις 31.1 με τόκο προς 9%. Η μαρτυρία Στυλιανίδη κρίνεται ως αξιόπιστη στο μεγαλύτερο μέρος αυτής, δηλαδή μέχρι την ημερομηνία που προέκυψε η διαφορά και/ή μέχρι του σημείου τερματισμού της ισχύος του συμβολαίου και τερματισμού του δανείου, αφού αυτά τα οποία καταγράφει υποστηρίζονται από την έγγραφη μαρτυρία που έχει προσκομίσει, επιβεβαιώνοντας έτσι τα όσα έχουν καταγραφεί στην απαίτηση των εναγόντων, ενώ η υπογραφή της συμφωνίας δανείου και το περιεχόμενο αυτής έχουν γίνει αποδεκτά ως παραδεκτά γεγονότα μέσω της μαρτυρίας της εναγόμενης. Προκύπτουν όμως προβλήματα ως προς τη θεμελίωση της αξίωσης η οποία αφορά τη συμφωνία δανείου και ή την κατάσταση λογαριασμού. Να λεχθεί αμέσως ότι δεν υπήρξε η αναγκαία ή η επαρκής εκείνη διασύνδεση της συμφωνίας δανείου με το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Η ίδια η συμφωνία δανείου όπως καταγράφηκε στο σχετικό τεκμήριο δεν προνοεί για συγκεκριμένες δόσεις αποπληρωμής του. Ούτε πότε καθίσταται πληρωτέο. Η μόνη, αλλά ουσιώδης για σκοπούς της απαίτησης διασύνδεση είναι η αναφορά ότι το δάνειο το οποίο είναι επί του Συμβολαίου Ζωής: «θα αποτελεί χρέος επί του εν λόγω Συμβολαίου μου Ζωής ..και θα υπόκειται εις τους κανονισμούς και όρους οίτινες αναφέρονται επι του Συμβολαίου.» Η εναγόμενη στην ουσία με την υπεράσπιση και τη Δήλωση-Μαρτυρία της, δεν αμφισβητεί την μη πληρωμή των επί του ασφαλιστηρίου δόσεων της. Προβάλλει όμως μία βασική υπεράσπιση η οποία προέρχεται από τους όρους του Συμβολαίου, ήτοι ότι ποτέ δεν έλαβε την επιστολή των εναγόντων, Τεκμήριο 3. Το Δικαστήριο έχοντας μελετήσει την υπερασπιστική γραμμή της εναγόμενης και έχοντας αντιπαραβάλει αυτήν με την μαρτυρία και την δικογραφία των εναγόντων, δεν μπορεί να αποδεχθεί την θέση τους περί νομότυπης αποστολής της επιστολής τερματισμού (Τεκμήριο 3) την 11.4.05, θέσεις οι οποίες όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια προβλήθηκαν και προωθήθηκαν με γενικότητα και αοριστία στην μαρτυρία Στυλιανίδη. Στη βάση ότι το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια είτε να αποδεχθεί στο σύνολο της την μαρτυρία ενός μάρτυρα ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος, είτε να αποδεχθεί μέρος αυτής και να απορρίψει άλλο (βλ. Κυριάκου ν Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 499 και Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 , καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά. Παρά το γεγονός ότι η επιστολή του Τεκμηρίου θα μπορούσε να θεωρηθεί ως επιστολή τερματισμού εφόσον αναφέρει επί λέξει: «Σημειώστε ότι το ως άνω συμβόλαιο σας έχει ακυρωθεί από την 1.3.2005 και η ασφαλιστική σας κάλυψη μετά την πιο πάνω ημερομηνία δεν ισχύει», το ζητούμενο εδώ είναι κατά πόσο η επιστολή αυτή περιήλθε σε γνώση της εναγόμενης ώστε να ενεργοποιείτο η θέση των εναγόντων περί οφειλόμενου ποσού εκ £2,186.86, ποσό για το οποίο η εναγόμενη καλείτο όπως επικοινωνήσει με την εταιρεία προς διευθέτηση του. Η επιστολή Τεκμήριο 3 δεν περιέχει τα ορθά στοιχεία επικοινωνίας όπως αυτά απαιτούνταν από τον όρο 23.2 του ασφαλιστικού συμβολαίου. Τα ελλιπή στοιχεία επί της διευθύνσεως που καταγράφονται σε αυτήν, με μοναδικό στοιχείο καταγραφής να είναι το όνομα της εναγόμενης και ένας ταχυδρομικός κώδικας δεν βοηθούν την υπόθεση των εναγόντων. Θα αναμένετο από τους ενάγοντες, ειδικότερα από την στιγμή που γνώριζαν την υπεράσπιση που πρόβαλε η εναγόμενη μέσω της καταχωρηθείσας υπεράσπισης της, όπως παρουσίαζαν κάτι πιο συγκεκριμένο είτε αναφορικά με την αποστολή του Τεκμηρίου 3, είτε αναφορικά με τις διάφορες κατ' ισχυρισμό προφορικές οχλήσεις στις οποίες προέβησαν είτε οι ίδιοι είτε οι δικηγόροι τους προς αυτήν. Υπενθυμίζεται στο στάδιο αυτό ότι καμία αντεξέταση δεν επιδίωξαν οι ενάγοντες επί αυτού του σημείου υπεράσπισης της εναγόμενης, με την νομολογία να είναι ξεκάθαρη ότι: « στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντιδίκου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου. να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες» με την παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους να ισοδυναμεί με αποδοχή της (βλ. K.Λ. ν Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Λεόντιου Κωστρίκη ν 4 Motion Auomotives Ltd κ.α Ποινική΄Εφ. 226/14 ημερ. 10.7.15). Στην προκείμενη, το Δικαστήριο κρίνει ως αξιόπιστη, την γραμμή που προωθήθηκε από την εναγόμενη, ήτοι ότι ουδέποτε παρέλαβε την εν λόγω επιστολή τερματισμού, ενώ ακόμη και αν αυτή απεστάληκε, αυτή δεν στάλθηκε στην ορθή διεύθυνση και/ή με τον ενδεδειγμένο μέσω του συμβολαίου τρόπο και/ή δυνάμει των προνοιών αυτού, με την θέση της εναγόμενης να κρίνεται, κατόπιν μελέτης των ενώπιον του Δικαστηρίου Τεκμηρίων λογικοφανής. Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο όπως παραθέσει αυτολεξεί τους όρους 23.1 και 23.2 του Τεκμηρίου 1 με αυτούς να διαβάζουν ως ακολούθως: «23.1. Καμία ειδοποίηση για οποιοδήποτε γεγονός που αφορά άμεσα ή έμμεσα το ασφαλιστήριο δεν θα θεωρείται έγκυρη εκτός και αν συγκεκριμένη γραπτή ειδοποίηση φθάσει στα Κεντρικά γραφεία της εταιρείας και καμία αλλαγή στους όρους και διατάξεις του ασφαλιστηρίου δεν είναι έγκυρη ούτε και δεσμεύει την εταιρεία εκτός αν γίνει γραπτώς και έχει υπογράφει από τον Διευθύνοντα Σύμβολο ή τον Διευθυντή του κλάδου Ζωής της εταιρείας. 23.2 Ειδοποιήσεις προς τον συμβαλλόμενο θα αποστέλλονται στην διεύθυνση του που καθορίζεται στον Πίνακα του ασφαλιστηρίου» (τονισμός δικός μου). Συνεπώς, δυνάμει του όρου 23.1 του συμβολαίου, αν ο συμβαλλόμενος επιθυμούσε όπως επικοινωνήσει με την εταιρεία για ζητήματα που άπτονταν επί του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του, όφειλε όπως αποστείλει γραπτή προς τούτο ειδοποίηση στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας, ενώ αντιστοίχως, αν η εταιρεία επιθυμούσε όπως επικοινωνήσει με τον συμβαλλόμενο, θα απέστελλε σε αυτόν γραπτή ειδοποίηση στην διεύθυνση του, ως αυτή καταγράφηκε στον Πίνακα του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου του. Η καταγεγραμμένη διεύθυνση στον πίνακα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου της εναγόμενης είναι η «XXXXX 1, XXXXX, XXXXX, XXXXX». Μοναδικές καταγραφές όμως επί του Τεκμηρίου 3, επιστολή τερματισμού, είναι το όνομα της εναγόμενης, η ημερομηνία 11.4.05 και ο Ταχυδρομικός Κώδικας XXXXX, XXXXX. Είναι θέση της εναγόμενης, ότι ακόμη και αν ήθελε αποδειχθεί η αποστολή της επιστολής, γεγονός το οποίο αρνείται, αυτή στάλθηκε κατά παράβαση του ενδεδειγμένου δυνάμει των προνοιών του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, τρόπο. Με την θέση αυτή της εναγόμενης, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει, με τις πρόνοιες του όρου 23.2 επί του Τεκμηρίου 1 να μιλούν από μόνες τους. Δυνάμει των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η υπεράσπιση της εναγόμενης επιτυγχάνει, με το Δικαστήριο να μην έχει πεισθεί ότι υπήρξε στην παρούσα περίπτωση ορθός και/ή νόμιμος τερματισμός με την θέση της εναγόμενης περί μη λήψης της εν λόγω επιστολής να πείθει το Δικαστήριο, σε αντίθεση με την παρουσιασθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία από μέρους των εναγόντων επί του προκείμενου η οποία παρέμεινε χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω υποστηρικτικά στοιχεία. Η μαρτυρία συνεπώς της εναγόμενης, γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως καθ' όλα αξιόπιστη και ακριβής, με την ειλικρίνεια της να διαφαίνεται από την παραδοχή της περί υπογραφής των σχετικών εγγράφων και των όρων αυτών, μη αποποιούμενη των υποχρεώσεων της ως αυτές πηγάζουν από την εν λόγω συμφωνία. Ας σημειωθεί ότι οι ενάγοντες στις αγορεύσεις τους αναφέρουν επί του ζητήματος της επιστολής, Τεκμήριο 3, ότι όντως η διεύθυνση στην οποία απεστάλη η επιστολή δεν την ίδια με αυτή που αναγράφεται στον πίνακα του ασφαλιστηρίου, γεγονός που χαρακτηρίζουν ως ένα «καλόπιστο λάθος». Οι ενάγοντες προς υποστήριξη των θέσεων τους περί νόμιμου τερματισμού εκ μέρους τους, παραπέμπουν και στο Άρθρο 3 του συμβολαίου το οποίο διαβάζει ως ακολούθως: «Αν οποιοδήποτε ασφαλιστικό ποσό παραμείνει απλήρωτο κατά το τέλος της χαριστικής περιόδου, η εταιρεία ενεργεί ως εάν να παρέλαβε έγγραφη αίτηση για μετατροπή του ασφαλιστηρίου σε μειωμένο από πληρωμένο ασφαλιστήριο σύμφωνα με τον όρο 9 εκτός αν η αξία εξαγοράς του ασφαλιστηρίου είναι μικρότερη από το ποσό που εταιρία θα καθορίζει από καιρό σε καιρό. Σε τέτοια περίπτωση το ασφαλιστήριο εκπνέει και η αξία εξαγοράς, αν υπάρχει, καθίσταται πληρωτέα για τον καθορισμό της αξίας εξαγοράς. Για τους σκοπούς της παραγράφου αυτής οι μονάδες υπολογίζονται βάση των σχετικών τιμών εξαργύρωσης κατά την επόμενη ημερομηνία εκτίμησης που ακολουθεί την ημερομηνία λήξης της χαριστικής περιόδου». Δυνάμει του πιο πάνω όρου, προτάσσουν οι ενάγοντες, θα μπορούσαν όπως τερματίσουν τον λογαριασμό και καταστήσουν αυτόν πληρωτέο ακόμη και αν δεν απέστελλαν την όποια επιστολή τερματισμού. Εισήγησή τους είναι ότι, βάση των Τεκμηρίων 1 και 2 καμία υποχρέωση δεν είχαν όπως τερματίσουν γραπτώς τον επίδικο δανεισμό ή όπως απαιτήσουν πληρωμή του ποσού αφού, από τη στιγμή που τα ασφάλιστρα της εναγόμενης δεν πληρώθηκαν, η αξία εξαγοράς του συμβολαίου μειώθηκε καθιστώντας αυτή μικρότερη από το υπόλοιπο του δανείου, με τους ενάγοντες να τερματίζουν τον λογαριασμό της εναγόμενης και το υπόλοιπο του δανείου να καθίσταται πληρωτέο. Το επιχείρημα αυτό των εναγόντων ουδόλως βοηθά όμως την υπόθεση τους και αυτό διότι δεν έχουν είτε μέσω του δικογράφου τους, ή μέσω της προσκομισθείσας εκ μέρους τους μαρτυρίας βασίσει την απαίτηση τους επί των όρων 3 ή 9 του συμβολαίου, ούτε και προσκόμισαν την οποιαδήποτε μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση, ήτοι ποια ήταν η τιμή εξαγοράς του συμβολαίου, πότε και ποια ήταν η χαριστική περίοδος, πότε αυτή έληξε, ποια η τιμή εξαργύρωσης και πώς αυτή υπολογίζετο. Αντιθέτως, οι ίδιοι βάσισαν την απαίτηση τους στην αποστολή της τερματικής, ως οι ίδιοι την χαρακτηρίζουν, επιστολή ημερομηνίας 11.4.05, η αποστολή της οποίας αναιρεί το επιχείρημα που τώρα, μέσω των αγορεύσεων τους προβάλλουν περί μη αναγκαιότητας τερματισμού της συμφωνίας. Δυνάμει των πιο πάνω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός της εν λόγω συμφωνίας και η αποστολή ή ακόμη και παραλαβή της τερματικής προς τούτο επιστολής, έλαβε χώραν κατά παράβαση του ενδεδειγμένου υπό τις πρόνοιες του συμβολαίου, τρόπο, ενώ καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί αναφορικά με την τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν οι ενάγοντες ή οι δικηγόροι των με την εναγόμενη. Παρά δε το «καλόπιστο λάθος» των εναγόντων ως προς την καταγεγραμμένη επί της επιστολής διεύθυνσης, καμία άλλη επιστολή δεν έστειλαν οι ενάγοντες από το έτος 2005, προς την εναγόμενη, επιλέγοντας όπως προβούν 13 χρόνια μετά στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Κλείνοντας επί του ζητήματος του τερματισμού, σημειώνεται ότι είναι γνωστή στο Δικαστήριο η αρχή ότι και η καταχώρηση αγωγής, από μόνη της, επενεργεί ως επαρκής τερματισμός μίας συμφωνίας (βλ.Κυριάκου ν Χρυσοστόμου
(2002)1 Α.Α.Δ. 2029). Η πιο πάνω αρχή οδηγεί το Δικαστήριο στην εξέταση του ζητήματος περί παραγραφής του αγωγίμου δικαιώματος των εναγόντων, ζήτημα το οποίο: «Εφόσον είναι δικαιοδοτικό μπορεί να εγερθεί και αυτοβούλως από το Δικαστήριο» (βλ.Νεοφύτου ν 1. Μάλακ, 2.Χαραλάμπους (Π.Ε. 118/2012 ημερ. 21.6.18), με το Δικαστήριο να μην έχει παραβλέψει ότι η εναγόμενη παρά την προώθηση της εν λόγω θέσης στην μαρτυρία και αγόρευση της, δεν έχει δικογραφήσει αυτόν. Είναι αρκετό να λεχθεί ο όρος 25 του συμβολαίου, που προνοεί ότι: «Κάθε αξίωση ή αγωγή που προέρχεται από το ασφαλιστήριο αυτό πρέπει να γίνεται μέσα σε δύο χρόνια από το γεγονός που προκάλεσε τέτοια αξίωση ή αγωγή διαφορετικά κάθε αξίωση ή αγωγή θα παραγράφεται και θα θεωρείται εγκαταλειφθείσα, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί από το Δικαστήριο αφού μέσω αυτού, τα μέρη έχουν διατυπώσει εγγράφως την βούληση τους και επομένως η απαίτηση, γεννηθείσα το 2005, έχει προ πολλού, και δη πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής παραγραφεί, και συνεπώς ούτε η καταχώρηση της παρούσας αγωγής το 2018 θα μπορούσε να εκληφθεί ως τερματισμός ή γραπτή απαίτηση για αποπληρωμή του οφειλόμενου προς αυτούς ποσού. Οι ενάγοντες θα μπορούσαν από το έτος 2005 όπως καταχωρούσαν την παρούσα αγωγή, γεγονός που επέλεξαν όπως μην πράξουν. Ούτε επέλεξαν όπως κινηθούν νομικά από το έτος 2005 μέχρι το 2007 εναντίον της εναγόμενης, ήτοι εντός της περιόδου που οι ίδιοι καθόρισαν δυνάμει του όρου 25 του Συμβολαίου ως την περίοδο εντός της οποίας θα μπορούσαν να κινηθούν νομικά για ανάκτηση του λαβείν τους. Για σκοπούς πληρότητας το Δικαστήριο αναφέρει ότι αν δεν συμφωνείτο, ως ανωτέρω, μεταξύ των μερών η περίοδος παραγραφής, η κατάληξη του Δικαστηρίου επί του σημείου θα ήταν διαφορετική, παραπέμποντας προς τούτο στα άρθρα 3 και 7 του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος (Ν.66(Ι)/2012)- ως αυτά είχαν τότε- κατά την καταχώρηση της αγωγής. Δυνάμει όλων των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει την αξίωση τους στον απαιτούμενο από την Νομολογία βαθμό. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστήριο η αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος όπως το Δικαστήριο αποκλίνει από τον γενικό κανόνα, με τα έξοδα να επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης και εναντίον των εναγόντων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................... Μ. Ναθαναήλ , Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο