Βρακά ν. Μαυρή, Αρ. Αγωγής:1823/14, 18/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ AMMOXΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1823/14 Mεταξύ: XXXXX Βρακά Ενάγοντας -και- XXXXX Μαυρή Εναγόμενος Ημερομηνία: 18.10.21 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: N.Γ. Νικολάου Για Εναγόμενο: κ. Θ. Θωμά για Θ. Θωμά & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 17.12.14 με τον ενάγοντα υπό την προσωπική του ιδιότητα, να απαιτεί από τον εναγόμενο το ποσό των €515,57 ως μη πληρωθέν τίμημα για πωληθέντα και παραδοθέντα αγαθά ή και/ή υπηρεσίες και/ή ως υπόλοιπο λογαριασμού δυνάμει τιμολογίων. Ο ενάγοντας σύμφωνα πάντα με την Έκθεση Απαίτησης του ήταν υπεύθυνος δυνάμει συμφωνίας και/ή γραπτής συμφωνίας του σταθμό πετρελαιοειδών ΕΚΟ στην Αυγόρου. Τα δικαιώματα διαχείρισης του σταθμού παραχωρήθηκαν στον ενάγοντα από την ΣΠΕ Κοκκινοχωρίων Λτδ, η οποία αποτελεί τη νέα ονομασία της ΣΠΕ Παραλιμνίου Λιμιτεδ με την οποία έχει συγχωνευθεί η ΣΠΕ Αυγόρου την 11.1.
- Ο εναγόμενος, κάτοικος Αμμοχώστου, ήταν πελάτης του ενάγοντα. Μεταξύ των ετών 2001 με 2004 και σε διάφορες ημερομηνίες ο εναγόμενος επισκεπτόταν προσωπικά και/ή μέσω αντιπροσώπων του το πρατήριο βενζίνης του ενάγοντα αγοράζοντας διαφόρων ειδών καύσιμα επί πιστώσει, ο δε ενάγοντας χρέωνε τον εναγόμενο με το νόμιμο και/ή το συμφωνηθέν αντάλλαγμα σύμφωνα με την αξία των καυσίμων που παραλάμβανε ο πρώτος τηρώντας προς τούτο σχετικό λογαριασμό. Το υπόλοιπο του εναγόμενου κατά την 23.12.2004 ανερχόταν στο αξιούμενο ποσό το οποίο ο εναγόμενος, παρά τις οχλήσεις του ενάγοντα και την επιστολή ημερομηνίας 21.
- 2014 αρνείται να καταβάλει. Η υπεράσπιση του εναγόμενου συνοπτικά αποδιδόμενη, προβάλλει τις ακόλουθες θέσεις. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει, αφού ο ενάγοντας ουδέν αγώγιμο δικαίωμα έχει εναντίον του. Περαιτέρω, ο εναγόμενος καλεί τον ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του αναφέροντας παράλληλα ότι ο ενάγοντας ουδέποτε ήταν το αρμόδιο ή το σχετικά εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για την λειτουργία του πρατηρίου βενζίνης, ουδέποτε είχαν παραχωρηθεί σε αυτόν οποιαδήποτε δικαιώματα από την ΣΠΕ. Δικογραφεί ότι με το μόνο πρόσωπο που είχε ο ίδιος συναλλαγές προ πολλών ετών, ήταν η ΣΠΕ Αυγόρου, με τον ίδιο να μην οφείλει οποιοδήποτε ποσό χρημάτων στον ενάγοντα. Ο εναγόμενος δηλώνει ότι ουδέποτε παρέλειψε την καταβολή οποιουδήποτε ποσού προς την ΣΠΕ Αυγόρου, οι δε δοσοληψίες του με το εν λόγω Συνεργατικό Ίδρυμα ολοκληρώθηκαν το
- Τέλος, αρνείται ότι έλαβε την οποιαδήποτέ επιστολή εκ μέρους του συνηγόρου του ενάγοντα, ή ότι ο τελευταίος τον ενημέρωσε σχετικά με την κατ΄ισχυρισμόν οφειλή του. Στο δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση ο ενάγοντας εμμένει στην δικογραφημένες θέσεις του, απορρίπτοντας τις οποίες προδικαστικές ενστάσεις της υπεράσπισης περί μη ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του. Εκεί, επαναλαμβάνει ότι η συνεργασία του με τον εναγόμενο άρχισε το 2001 και τερματίστηκε το 2004 όταν σταμάτησε να προμηθεύει τον εναγόμενο με προϊόντα της ειδικότητας του, ένεκα του υπολοίπου που καταγράφηκε στο λογαριασμό του. Ο ενάγοντας, ήταν ο μόνο μάρτυρας που κατέθεσε προς απόδειξη της υπόθεσης του, καταθέτοντας γραπτή δήλωση, Έγγραφο Α, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Εκεί αναφέρει ότι η παρούσα αγωγή εγείρεται και προωθείται εκ μέρους του ως υπεύθυνος του σταθμού πώλησης πετρελαιοειδών ΕΚΟ στο Αυγόρου. Ο ίδιος εξυπηρετούσε προσωπικά τους πελάτες, εκδίδοντας προς τούτο σχετικά τιμολόγια και αποδείξεις, τηρώντας λογαριασμούς πελατών, όντας υπεύθυνος για τις καταχωρήσεις σε αυτούς και την τήρηση των οποίων λογιστικών εγγράφων. Ο ίδιος ενεργούσε ως ιδιοκτήτης του σταθμού αφού χρεωνόταν προσωπικά τα καύσιμα με τα οποία τροφοδοτείτο ο σταθμός, με την ΣΠΕ να μην έχει καμία εμπλοκή. Τον εναγόμενο γνωρίζει προσωπικά, αφού από το 2001-2004 ο τελευταίος υπήρξε τακτικός πελάτης του σταθμού τακτικός αγοράζοντας διάφορα καύσιμα επί πιστώσει. Στον λογαριασμό που τηρούσε Τεκμήριο 1, κατέγραφε κάθε φορά την ημερομηνία κατά την οποία ο εναγόμενος αγόραζε πετρελαιοειδή, ενώ δίπλα έγραφε το είδος του καυσίμου, την ποσότητα, την χρέωση και το εκάστοτε υπόλοιπο του εναγόμενου. Αντιστοίχως, όταν υπήρχε καταβολή ποσών, αυτή επίσης καταγραφόταν στην εν λόγω κατάσταση. Όταν ο εναγόμενος σταμάτησε να επισκέπτεται το σταθμό, ο ενάγοντας τον κάλεσε επανειλημμένως όπως τακτοποιήσει το υπόλοιπο του λογαριασμό του. Η μη ανταπόκριση του εναγόμενου ανάγκασε τον ενάγοντα όπως αναθέσει την υπόθεση στο συνήγορο του, με τον τελευταίο να αποστέλλει την 21.10.14 σχετική προς τούτο επιστολή, Τεκμήριο
- Αναφέρει περαιτέρω στην δήλωση του, ως προς τον διαρρεύσαντα μεταξύ της οφειλής και της καταχώρησης της αγωγής χρόνο, ότι ζητούσε επανειλημμένως την συγκατάθεση της ΣΠΕ Αυγόρου για να κινηθεί νομικά, ωστόσο τέτοια στην κατάθεση του παραχωρήθηκε μόλις το 2014, όταν και καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Η λήψη νομικών μέτρων, αναφέρει, ήταν το μόνο θέμα για το οποίο η ΣΠΕ Αυγόρου είχε λόγο, αφού επρόκειτο για μία κλειστή κοινωνία ενός χωριού, με την ΣΠΕ να μην επιθυμεί την δημιουργία αντιπαραθέσεων με πελάτες του Συνεργατικού Ιδρύματος. Τούτων λεχθέντων, ο ενάγοντας καλεί το Δικαστήριο όπως εκδώσει απόφαση υπέρ του. Αντεξεταζόμενος, παραδέχτηκε ότι ο ίδιος δεν υπήρξε ποτέ ιδιοκτήτης του σταθμού, εμμένοντας όμως στην θέση του ότι ο ίδιος είχε την ευθύνη για τις πωλήσεις, τις αγορές τις εισπράξεις του σταθμού, με τον ίδιο να διατηρεί λογαριασμό με την ΣΠΕ ύψους Λ.Κ250.000 για να μπορεί να «κινείται» αναφορικά με τις συναλλαγές και έξοδα του σταθμού. Ο ίδιος ανέφερε, εργαζόταν στον σταθμό με προμήθεια ενώ ποτέ δεν υπήρξε, ως ήταν η θέση του κ. Θωμά, υπάλληλος του σταθμού. Ερωτηθείς αν έχει οποιαδήποτε συμφωνία μαζί του που να δείχνει ότι το κοινό ή οι πελάτες του σταθμού συναλλάσσονταν μαζί του, προσωπικά, και όχι με την ΣΠΕ, ο ίδιος απάντησε αρνητικά, με τον κ. Θωμά να επιμένει, υποδεικνύοντας του ότι το τιμολόγιο που παρουσίασε δεν φέρει το όνομα του, αλλά την ονομασία της ΣΠΕ Αυγόρου, γεγονός το οποίο δεν αρνήθηκε ο μάρτυρας. Σε σχετική υποβολή ότι, οτιδήποτε χρωστά ο μάρτυρας, αφορούν δικές του, προσωπικές οφειλές, ο ενάγοντας απάντησε ότι το πρατήριο και η διαχείριση αυτού, ήταν υπό την αποκλειστική του ευθύνη, με τον ίδιο να εργάζεται εκεί με προμήθεια, λαμβάνοντας μάλιστα, 50% επί τω κερδών. Μπορεί ο σταθμός να ανήκε στην ΣΠΕ απάντησε ο μάρτυρας, αλλά την διαχείριση του, την είχε ο ίδιος. Ερωτηθείς αν έχει οποιαδήποτε εξουσιοδότηση μαζί του ή συμφωνία ( μεταξύ του ιδίου με την ΣΠΕ) που να καταδεικνύει τον τρόπο λειτουργίας του σταθμού και την εμπλοκή του, ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά, αποδεχόμενος όμως ότι: «...δεν μπορούσα σε όλες τις λειτουργίες του σταθμού να έχω την πρωτοβουλία ας πούμε, την πλήρη πρωτοβουλία». Μαρτυρία έδωσε και ο εναγόμενος προς υποστήριξη των θέσεων της υπεράσπισης. Αποδέχτηκε κατά την κυρίως εξέταση του ότι είχε δοσοληψίες με την ΣΠΕ Αυγόρου, λαμβάνοντας επί πιστώσει καύσιμα από το συγκεκριμένο πρατήριο, τα οποία όμως ξόφλησε κατά το τέλος του 2004, με αρχές του 2005 στην ΣΠΕ. Στο πρατήριο ανέφερε, υπήρχε μια πρόχειρη κάρτα, μπλε χρώματος στην οποία υπέγραφε κάθε φορά που εφοδιαζόταν με καύσιμα, ενώ όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 1 από τον συνήγορο του, δεν αναγνώρισε αυτό, δηλώνοντας ότι ήταν η πρώτη φορά που το έβλεπε. Αναφορικά δε με τις επί αυτού υπογραφές, ο μάρτυρας δήλωσε ότι μοιάζουν με τις υπογραφές του, αλλά δεν μπορεί να είναι βέβαιος ότι είναι δικές του, με δεδομένο ότι δεν είχε, ως ανέφερε ξαναδεί το εν λόγω έγγραφο. Ερωτηθείς επί του αξιούμενου ποσού των €515,57, ως αυτό αναγράφεται στο εν λόγω Τεκμήριο, ο εναγόμενος απάντησε ότι το έτος 2004 η Κυπριακή Δημοκρατία δεν συναλλάσετο στο νόμισμα του Ευρώ, μη αποδεχόμενος την όποια οφειλή του προς τον ενάγοντα. Το πρατήριο, ανέφερε ο μάρτυρας, ανήκε στην ΣΠΕ με τον ενάγοντα να είναι, ως υπέθετε ο εναγόμενος, υπάλληλος αυτής. Παρά το πολυάριθμό των φορών που συναντήθηκαν τυχαίως στο χωριό με τον κ. Βρακά, ο τελευταίος ουδέποτε του ανέφερε οτιδήποτε για την κατ΄ισχυρισμό οφειλή του, ενώ ουδέποτε έλαβε την οποιαδήποτε επιστολή απαίτησης, με τον ίδιο να διαμένει ανέκαθεν στην Οδό Αρχιεπισκόπου Κυπριανού 10 στο Αυγόρου, και όχι στην διεύθυνση που αναγράφεται επί της επιστολής, Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν ήταν υποχρέωση του ιδίου να γνωρίζει το καθεστώς υπό το οποίο ο ενάγοντας εργαζόταν στο πρατήριο, ενώ αναφορικά με την κατ΄ισχυρισμόν εξόφληση του προς την ΣΠΕ ο εναγόμενος απάντησε ότι έχει εξοφλήσει πλήρως της ΣΠΕ, αλλά δεν έχει κρατήσει την απόδειξη και/ή το τιμολόγιο εξόφλησης, αφού αυτή έλαβε χώρα προ μίας δεκαετίας. Ο ενάγοντας δήλωσε, επίτηδες περίμενε την καταχώρηση της αγωγής δέκα χρόνια μετά, ούτως ώστε ο εναγόμενος να μην έχει κανένα ουσιαστικό έγγραφο στην κατοχή του για αντίκρουση των ισχυρισμών του περί οφειλής. Τέλος ανέφερε ότι η όποια τυχόν οφειλή του ήταν προς την ΣΠΕ Αυγόρου την οποία εξόφλησε, από την οποία έλαβε και τιμολόγιο εξόφλησης, και με αυτή συναλλάσετο στην πάροδο των χρόνων, και όχι με τον ενάγοντα προσωπικά, ενώ κανένα έγγραφο δεν του υποδείχθηκε που να ανήκει ή να κατονομάζει τον τον κ. Βρακά ως ιδιοκτήτη του πρατηρίου. Όσον αφορά την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 1 ο μάρτυρας ανέφερε ότι προσομοιάζει με την δική του, αλλά δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι είναι δική του, αφού δεν είχε ξαναδεί το εν λόγω έγγραφο. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες κατά την δια ζώσης μαρτυρία του. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους το Δικαστήριο έχει λάβει υπόψιν του τον τρόπο που οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους από το εδώλιο. Περαιτέρω, το Δικαστήριο εξέτασε και έλαβε υπόψιν του το περιεχόμενο τόσο της προφορικής τους μαρτυρίας όσο και της έγγραφης μαρτυρίας, όπου αυτή υπήρχε, που οι ίδιοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο, καθοδηγούμενο πάντοτε από τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 και Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454). Η μαρτυρία του ενάγοντα, κρίνει το Δικαστήριο, υπήρξε ελλιπής και ισχνή επί ουσιαστικών που άπτονται της απαιτήσεως, ζητημάτων. Η δια ζώσης μαρτυρία του, τόσο μέσω της γραπτής δηλώσεως του, αλλά και μέσω της αντεξέτασης του, υπήρξε αντίθετη των δικογραφημένων θέσεων του. Συγκεκριμένα, ενώ δικογραφεί την ύπαρξη είτε γραπτής είτε προφορικής συμφωνίας μεταξύ του ιδίου και της ΣΠΕ ως προς την διαχείριση του σταθμού πετρελαιοειδών ΕΚΟ στο Αυγόρου, καμία τέτοια συμφωνία δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη των θέσεων του, αφαιρώντας με αυτό τον τρόπο ουσιαστικά το αναγκαίο υπόβαθρο προς απόδειξη της θέσεως του ότι ορθά κίνησε τον μηχανισμό του Δικαστηρίου καταχωρώντας την παρούσα αγωγή, προσωπικά. Δεν παρουσίασε έγγραφη συμφωνία, αλλά ούτε και επεξήγησε με λεπτομέρεια την όποια προφορική συμφωνία, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν επιβεβαιώθηκε από άλλη μαρτυρία. Έτσι, το υπόβαθρο ή σύνδεση μεταξύ του ιδίου, της ιδιότητας του ως προς την διαχείριση του πρατηρίου της ΣΠΕ, και συνεπακόλουθα της καταχώρησης της αγωγής, παρέμεινε ατεκμηρίωτη. Το μοναδικό ουσιαστικά τεκμήριο που παρουσίασε, ήτοι το Τεκμήριο 1, είναι τιμολόγιο το οποίο όχι μόνο καμία αναφορά δεν κάνει στο όνομα του, αλλά αντίθετα, αυτό είναι εκδομένο και/ή φέρει ως ονομασία εκδότη τον σταθμό «B.P. ΣΠΕ Αυγόρου», με συγκεκριμένο αριθμό Φ.Π.Α. Επιπλέον, παρά τις δικογραφημένες του θέσεις περί παραχώρησης δικαιωμάτων προς τον ίδιο από την ΣΠΕ Αυγόρου για διαχείρηση του πρατηρίου, θέση την οποία υποστήριξε και μέσω της έγγραφης του μαρτυρίας, καμία τέτοια μαρτυρία, δεν προσκόμισε, γραπτή ή άλλως πώς, ως θα αναμένετο για να επιτευχθεί αυτή η απαραίτητη και ουσιώδης προς απόδειξη των ισχυρισμών του σύνδεση μεταξύ του ιδίου και της ΣΠΕ. Παρά τις θέσεις του ενάγοντα ότι η ΣΠΕ ουδεμία σχέση είχε αναφορικά με την λειτουργία και χειρισμό του πρατηρίου, με τον ίδιο να δηλώνει προσωπικό χειρισμό του σταθμό και των εκκρεμοτήτων του, το μοναδικό Τεκμήριο που παρουσίασε προς υποστήριξη των θέσεων αυτών, Τεκμήριο 1, έρχεται, όπως ήδη λέχθηκε, σε αντίφαση με τους ισχυρισμούς του, ενώ παρά την θέση του ότι λειτουργούσε ως ιδιοκτήτης του σταθμού, παραδέχτηκε επανειλημμένως κατά την αντεξέταση του, ότι ιδιοκτήτρια ήταν η ΣΠΕ, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το προαναφερθέν τιμολόγιο. Η θέση του δε ότι ουδεμία εμπλοκή είχε η ΣΠΕ στην διαχείριση του πρατηρίου, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού, ως παραδέχτηκε τόσο κατά την δια ζώσης μαρτυρά του αλλά και στην γραπτή του δήλωση, (παρ.10.) : «... όλο αυτό το χρονικό διάστημα ζητούσα επανειλημμένα την συγκατάθεση της τότε ΣΠΕ Aυγόρου για να κινηθώ νoμικά εναντίον του, ωστόσο δεν μου παραχωρείτο τέτοια συγκατάθεση. ..η λήψη νομικών μέτρων κατά χρεωστών του σταθμού ήταν το μόνο θέμα για το οποίο η πρώην ΣΠΕ Αυγόρου ζητούσε να έχει λόγο επειδή επρόκειτο για μια κλειστή κοινωνία ενός χωρίου και δεν ήθελε η ΣΠΕ να δημιουργούνται αντιπαραθέσεις με τους πελάτες του Συνεργατικού Ιδρύματος», μη αφήνοντας έτσι καμία αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου ότι από την στιγμή που είχε λόγο η ΣΠΕ στην διαχείριση των χρεών του πρατηρίου, ως ιδιοκτήτρια αυτού, δεν μπορεί παρά να αποτελούσε απαραίτητο στοιχείο προς απόδειξη της παρούσας αγωγής, όπως ο ενάγοντας παρουσιάσει εκ μέρους της ΣΠΕ εξουσιοδότηση για να μπορεί να κινηθεί νομικά για ανάκτηση των χρημάτων που του οφείλονται προσωπικά, ως μέρος της εργασίας του στο πρατήριο. Χαρακτηριστική δε επί του προκείμενου, είναι και η ακόλουθη στιχομυθία μεταξύ ενάγοντα και συνηγόρου εναγόμενου: Ε. Κύριε μάρτυς έχεις έτσι συμφωνία; Φέρε μου την να την δω. Έχεις συμφωνία με την ΣΠΕ Αυγόρου ότι ήσουν εσύ και είναι εσένα που χρωστούσε ο κόσμος και όχι της ΣΠΕ Αυγόρου, έχεις τέτοια συμφωνία; Δώσε μου την σε παρακαλώ και δώσε την στο Δικαστήριο. Α. Είναι ο τρόπος που λειτουργούσαμε, έτσι λειτουργούσαμε. Και οι προκάτοχοι μου έτσι λειτουργούσαν, έτσι λειτουργούσα και εγώ. Ε. Έχεις έτσι συμφωνία να την δώσουμε του Δικαστηρίου; .... A. Όχι. Ε. Σου υποβάλλω ότι δεν υπήρχε καμία τέτοια συμφωνία και είναι φανερό και από το τιμολόγιο Τεκμήριο 1 ότι αυτός ο οποίος πιθανό να συναλλαττόταν και να είχε σχέσεις δούνε και λαβείν και πληρώνω - χρωστώ είναι η ΣΠΕ Αυγόρου από το 2001 μέχρι το 2004 όπως φαίνεται στο σώμα του Τεκμηρίου 1, το δικό σου όνομα δεν υπάρχει πού ποτε, τούτος συναλλάττουν, αν συναλλάττουν κάποιος. Α. Κυρία Δικαστά εγώ ήμουν ο υπεύθυνος τιμάμε εγώ έπρεπε να εισπράξω, εγώ ήμουν χρεωμένος, εγώ είχα τον λογαριασμό στο όνομα μου και ως τώρα που μιλούμε είμαι χρεωμένος €200.000 και με αυτά τα δεδομένα μπορώ και να εισπράξω, να εξοφλήσω τα τούτα. Εγώ ήμουν υπεύθυνος όπως έβρισκα τον πελάτη για να τον φέρω στο πρατήριο γιατί δούλευα με προμήθεια, ήμουν και εξίσου υπεύθυνος για να εισπράξω, τις εισπράξεις εγώ ήμουν υπεύθυνος να τις κάμω. Ε. Κύριε μάρτυς, για λογαριασμό ασφαλώς της ΣΠΕ Αυγόρου έτσι; A: Ναι δούλευα με προμήθεια, έπρεπε να εισπράξω. Εν αντιθέσει με την μαρτυρία του ενάγοντα, η μαρτυρία του εναγόμενου γίνεται πλήρως αποδεκτή από το Δικαστήριο με τον μάρτυρα να είναι σταθερός στις απαντήσεις του, απαντώντας με σαφήνεια, χωρίς υπεκφυγές ή αβεβαιότητα. Η ειλικρίνεια του μάρτυρα εντοπίζεται μεταξύ άλλων στον μη δισταγμό του όπως παραδεχθεί τις δοσοληψίες που είχε με το εν λόγω πρατήριο, δηλώνοντας ευθαρσώς ότι αν υπήρχε οποιαδήποτε οφειλή από τον ίδιο αυτή θα ήταν προς την ΣΠΕ Αυγόρου και όχι προς τον ενάγοντα προσωπικά, θέση η οποία υποστηρίζεται από το Τεκμήριο 1. Ο μάρτυρας δεν δίστασε να αναφερθεί στις δοσοληψίες που είχε με το εν λόγω πρατήριο, περιγράφοντας τον τρόπο λειτουργίας αυτού, καθώς και την μεθοδολογία που ακολουθείτο κατά την προμήθεια καυσίμων, με τον ίδιο να είναι πλήρως επεξηγηματικός επί τούτου, δηλώνοντας ότι, ακόμη και μετά την εξόφληση του το 2004 της όποιας οφειλής του στην ΣΠΕ, ο ίδιος συνέχισε να εφοδιάζεται καύσιμα και από το συγκεκριμένο, μεταξύ άλλων, πρατήριο, αλλά επί τις μετρητοίς. Ως πλήρως ανταποκρινόμενη στην αλήθεια κρίνω και την θέση του ότι ο ίδιος δεν γνώριζε, ούτε είχε την υποχρέωση όπως γνωρίζει το καθεστώς υπό το οποίο ο ενάγοντας βρισκόταν ή διαχειριζόταν το εν λόγω πρατήριο, με τον ίδιο, ευλόγως να θεωρεί ότι ο ενάγοντας εργαζόταν εκ μέρους και/ή προς όφελος της ΣΠΕ, θέση η οποία υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1. Υπενθυμίζεται στο στάδιο αυτό ότι το βάρος απόδειξης της υπόθεσης του στις πολιτικές υποθέσεις φέρει ο ενάγοντας, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι εάν η θέση του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι πιο πιθανή από εκείνη του αντιδίκου του, αλλά κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι η δική του θέση ή εκδοχή είναι πιο πιθανή παρά όχι. (δέστε Μαρσέλ και Άλλων ν Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου Λτδ 2001 1 Α.Α.Δ. 1858, Σοφοκλέους ν Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 6650). Από όλα τα γεγονότα και μαρτυρία που έχει παρατεθεί ανωτέρω, συνάγεται ότι την παρούσα αγωγή θα μπορούσε να κινήσει είτε η ΣΠΕ Αυγόρου εναντίον του εναγόμενου, είτε ο ίδιος ο ενάγοντας, μέσω κάποιας εξουσιοδότησης, που θα λάμβανε, είτε γραπτή είτε προφορική, ως αυτή θα παρουσιάζετο ως μαρτυρία, στο Δικαστήριο. Με δεδομένο, ως το έχει διατυπώσει στο δικόγραφο του και παραδεκτό μέσω της αντεξέτασης του, ότι τέτοιο έγγραφο ή μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, η μαρτυρία του ενάγοντα παραμένει αιωρούμενη και ανυποστήρικτη από στοιχεία που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο όπως καταλήξει ότι ο ενάγοντας έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που του αναλογεί. Με τα έγγραφα και την μαρτυρία που έχει προσκομίσει στο Δικαστήριο, δεν διαφαίνεται, νομικά να έχει ο ίδιος προσωπικά το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου. Μάλιστα, ως ο ίδιος ο ενάγοντας απάντησε χαρακτηριστικά σε ερώτηση του κ. Θωμά περί εξόφλησης: «Αν εξοφλούσε δεν υπήρχε περίπτωση να μην είχε απόδειξη εξόφλησης και να μη γράφει σταθμός BP, δεν θυμάμαι αν ήταν BP ή ΕΚΟ» (τονισμός δικός μου). Σε απάντηση δε της θέσης του ενάγοντα στην γραπτή του δήλωση ότι ο εναγόμενος κανένα υποστηρικτικό έγγραφο δεν έχει στην κατοχή του που να διαψεύδει ή να αντικρούει τις δικές του θέσεις, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το βάρος απόδειξης των θέσεων και ισχυρισμών του, παραμένει στους ώμους του ενάγοντα καθ' όλη την διάρκεια της υπόθεσης, με τον ενάγοντα να αποτελεί το άτομο, ως ο κύριος γνώστης της υπόθεσης του, όπως παρουσιάσει όλα εκείνα τα στοιχεία, γεγονότα και αποδείξεις που να στοιχειοθετούν την υπόθεση του. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η απαίτηση του ενάγοντα δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο από την Νομολογία βαθμό και απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν βλέπω λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον του ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ________________________ Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο