← Κύπρος

Ν.Ν.Κ Decoplus Ltd ν. C & A Toumazis Company Ltd, Αρ. Αγωγής: 1379/14, 30/11/2021

Ν.Ν.Κ Decoplus Ltd ν. C & A Toumazis Company Ltd, Αρ. Αγωγής: 1379/14, 30/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ AΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1379/14 Μεταξύ: Ν.Ν.Κ Decoplus Ltd Ενάγοντες και C & A Toumazis Company Ltd Εναγόμενοι Ημερομηνία: 30.11.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα. Ρ. Βασιλείου για G.Kouzalis LLC Για Εναγόμενους: κα. Δ. Στεφάνου για Σκορδής , Παπαπέτρου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες σύμφωνα με το δικόγραφο τους αξιώνουν από τους εναγόμενους ποσό €8.152,68 ως υπόλοιπο λογαριασμού και/ή δυνάμει τιμολογίων και/ή συμφωνίας και/ή ως εύλογο ποσό για την προμήθεια προϊόντων και υπηρεσιών καθώς και για την διεξαγωγή εργασιών, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Αποτελεί δικογραφημένη θέση των εναγόντων ότι κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο αποτελούσαν νομίμως εγγεγραμμένη εταιρεία με έδρα το Παραλίμνι διεξάγοντας εργασίες σχετικές με την κατασκευή γυψοσανίδων και/ή με την πώληση και/ή εμπορία προϊόντων και/ή εμπορευμάτων της ειδικότητας τους όπως κολώνες, γείσο και άλλα κατασκευάσματα από γυψοσανίδες. Οι εναγόμενοι αποτελούσαν αντιστοίχως, καθ' όλους τους ουσιώδεις προς την παρούσα αγωγή χρόνους, εταιρεία με έδρα την Λεμεσό οι οποίοι διεξήγαγαν εργασίες στον Πρωταρά και εμπορεύονταν και/ή συναλλάσονταν και/ή ήταν γνωστοί στο ευρύ εμπορικό κοινό ως C & A Toumazis Contractors & Developers. Οι εναγόμενοι ασχολούνταν μεταξύ άλλων με την κατασκευή και/ή ανέγερση και/ή επιδιόρθωση και/ή πώληση κατοικιών και/ή οικιστικών συγκροτημάτων. Κατόπιν εντολής και/ή παράκλησης των εναγομένων, οι ενάγοντες ετοίμασαν κατά την 29.2.12 προσφορά με ενδεικτικές τιμές για πώληση και παράδοση προϊόντων της ειδικότητας τους, προσφορές τις οποίες απέστειλαν με ηλεκτρονικό μήνυμα την 29.2.12 και μέσω τηλεμοιοτύπου την 16.3.12, αντίστοιχα. Οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν την εν λόγω προσφορά και συμφώνησαν προφορικά με τους ενάγοντες όπως οι τελευταίοι κατασκευάσουν και/ή πωλήσουν στους εναγόμενους γυψοσανίδες με σκοπό να χρησιμοποιηθούν από τους εναγόμενους κατά τις οικιστικές τους εργασίες. Οι ενάγοντες προσέφεραν τις εργασίες και τα προϊόντα, οι δε εναγόμενοι τα αποδέκτηκαν, παραλαμβάνοντας τα αγαθά, ανεπιφύλακτα. Οι ενάγοντες διατηρούσαν σχετικό λογαριασμό στον οποίο καταχωρούσαν τις διάφορες πιστώσεις και πληρωμές και εξέδωσαν τιμολόγια αντί της δίκαιης λογικής και συμφωνηθείσας μεταξύ των μερών τιμής εκ €11.187,48 τιμολόγια τα οποία οι εναγόμενοι, υπέγραψαν. Έναντι του πιο πάνω ποσού καταβλήθηκε σε διάφορες ημερομηνίες το συνολικό ποσό των €3.044,80, με τους εναγόμενους να αρνούνται όπως καταβάλουν το υπόλοιπο αξιούμενο με την παρούσα αγωγή, ποσό. Με την Υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι παραδέχονται την περιγραφή των ιδίων και των εναγόντων καθώς και το γεγονός ότι ήταν κατόπιν δικής τους εντολής και/ή παράκλησης που οι ενάγοντες παρέδωσαν σε αυτούς γυψοσανίδες και άλλα συναφή προϊόντα. Πλην των πιο πάνω παραδοχών τους όμως, οι εναγόμενοι αρνούνται ότι αποδέχθηκαν τις εν λόγω προσφορές καθώς και την ύπαρξη της όποιας μεταξύ των μερών προφορικής συμφωνίας ως προς το τίμημα πώλησης των προϊόντων. Υπήρχε μόνο, είναι η θέση των εναγομένων, εξυπακουόμενος όρος ότι, οι εναγόμενοι θα κατέβαλλαν στους ενάγοντες εύλογο τίμημα για αυτές, με βάση τις τιμές που επικρατούσαν στην αγορά. Πέραν τούτου, οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι μετά την παράδοση των γυψοσανίδων οι ενάγοντες εξέδωσαν τα επίδικα τιμολόγια ως αυτά καταγράφοντα επί της απαιτήσεως των, όμως τα ποσά που αναφράφονταν σε αυτά ήταν υπέρογκα και/ή υπερέβαιναν κατά πολύ το εύλογο τίμημα, με τους ίδιους να αρνούνται όπως καταβάλουν τα ποσά που χρεώθηκαν, ενώ με επιστολή των ημερομηνίας 13.3.13 οι εναγόμενοι δήλωσαν ότι τα εν λόγω ποσά δεν ήταν αποδεκτά αφού ήταν πολλαπλάσια των επικρατούντων στην εμπορική αγορά, τιμών. Τέλος, οι εναγόμενοι σημειώνουν ότι όντως κατέβαλαν στον ενάγοντες το ποσό των €3.044,80 ως εύλογο τίμημα για τις γυψοσανίδες, με αυτούς να μην οφείλουν το οποιοδήποτε πέραν του αναφερομένου ποσού, καλώντας το Δικαστήριο όπως απορρίψει την αγωγή με έξοδα υπέρ τους. Στο απαντητικό δικόγραφο τους, οι ενάγοντες επαναλαμβάνουν τις δικογραφημένες επί της απαιτήσεως τους θέσεις, τονίζοντας ότι οι θέσεις των εναγομένων αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις, με τους ίδιους να παραλαμβάνουν ανεπιφύλακτα τα εν λόγω προϊόντα, τα δε αξιούμενα ποσά ήταν εντός των νόμιμων και συμφωνηθέντων ορίων, με τους εναγόμενους να κωλύονται λόγω συμπεριφοράς και καταχωρήσεων σε έγγραφα, να αρνούνται, τώρα, τις οφειλές τους. Περαιτέρω, οι συγκεκριμένες προσφορές έγιναν γραπτώς αποδεκτές από τους εναγόμενους, ενώ σε αυτές καταγράφονταν το τίμημα πώλησης και/ή τιμή μονάδας των σχετικών γυψοσανίδων, ενώ οι ίδιοι ουδέποτε παρέλαβαν την επιστολή των εναγομένων ημερομηνίας 13.3.13, η οποία ακόμη και αν στάλθηκε, στάλθηκε μετά την παραλαβή και εγκατάσταση των γυψοσανίδων. Μαρτυρία και Αξιολόγηση Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, κατέθεσαν για τους ενάγοντες 2 μάρτυρες, ενώ καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε εκ μέρους των εναγομένων. Πρώτος μάρτυρας, ο κ. XXXXX Κυριάκου (ΜΕ1), ένας εκ των διευθυντών των εναγόντων. Ο ΜΕ1 κατέθεσε Γραπτή Δήλωση, Έγγραφο Α, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, καθώς και τα Τεκμήρια 1-

  1. Το Έγγραφο Α αποτελεί επανάληψη των δικογραφημένων θέσεων των εναγόντων, με τον ΜΕ1 να προσθέτει ότι οι ενάγοντες το 2012 συνεργάζονταν με τους εναγόμενους, εκτελώντας εργασίες της ειδικότητας τους στο οικοδομικό συγκρότημα με την ονομασία «Anemoni», στον Πρωταρά. Συγκεκριμένα, οι διάδικοι συμφώνησαν όπως οι ενάγοντες τοποθετήσουν και σπατουλάρουν τις γυψοσανίδες στα ταβάνια των κατοικιών και/ή όπως κατασκευάσουν γυψοσανίδες για τις κατοικίες που συμπεριλάμβαναν τζάκια καθώς και όπως προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σχετικά με όλες τις συναφείς εργασίες που συνδέονταν με την τοποθέτηση τους. Οι ενάγοντες πριν αρχίσουν τις εργασίες τους ετοίμασαν προσφορά, αποστέλλοντας την μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου την 29.2.12 (Τεκμήριο1). Στην συνέχεια απέστειλαν και δεύτερη προσφορά για νέες εργασίες μέσω τηλεομοιότυπου ημερομηνίας 16.3.12 (Τεκμήριο 2). Η προσφορά στάλθηκε στον Πολίτικό Μηχανικό του έργου κ. XXXXX Ηλία, ενώ αργότερα υπεύθυνος ήταν ο XXXXX Κωνσταντίνου. Οι εναγόμενοι ενημέρωσαν τον ΜΕ1 πως αποδέχονταν την προσφορά τους, δίδοντας τους οδηγίες όπως αρχίσουν άμεσα την εκτέλεση των εργασιών. Η προσφορά δήλωσε ο ΜΕ1, είναι ανυπόγραφή αφού η αποδοχή της έγινε προφορικά μέσω εξουσιοδοτημένων υπό των εναγομένων, προσώπων, ενώ την επίβλεψη των εργασιών είχαν, εκ μέρους των εναγομένων οι κ.κ. XXXXX Σκάττη και XXXXX Μιχαήλ, οι οποίοι αφού ικανοποιούνταν για την ορθή εκτέλεση των εργασιών, υπέγραφαν και επί των τιμολογίων. Με την ολοκλήρωση τους, οι ενάγοντες εξέδιδαν σχετικά τιμολόγια, προχωρώντας στην εκτέλεση των επόμενων. Οι εναγόμενοι ξόφλησαν τα τιμολόγια που αφορούσαν τις πρώτες σε σειρά εργασίες, έχοντας στο μεταξύ δώσει οδηγίες στους ενάγοντες όπως προχωρήσουν στις επόμενες. Ανέφερε ο ΜΕ1 ότι όταν ολοκληρώθηκαν οι εργασίες και στα δύο συγκροτήματα, αυτές ελέγχθηκαν από εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους των εναγομένων και αφού διαπιστώθηκαν οι όλα ήταν της αρεσκείας τους εκδόθηκαν τα τιμολόγια για τις εκτελεσθείσες εργασίες (Τεκμήριο 3- Δέσμη Τιμολογίων). Το συνολικό ποσό των τιμολογίων ανήρχετο, δυνάμει κατάστασης λογαριασμού, Τεκμήριο 4, σε €11.197,48 με τους εναγόμενους να πληρώνουν μόνο €3.044,80 -τιμολόγιο ημερομηνίας 5.7.12, Τεκμήριο
  2. Με την πληρωμή του Τεκμηρίου 5, δήλωσε ο ΜΕ1, οι ενάγοντες συνέχισαν τις εργασίες τους και τις ολοκλήρωσαν αναμένοντας πληρωμή για τις λοιπές τους εργασίες. Το αξιούμενο ποσό και οι τιμές μονάδας των προϊόντων, καθορίστηκαν βάσει των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν, πλέον τα λειτουργικά και εργατικά τους έξοδα. Λανθασμένα οι εναγόμενοι, δήλωσε ο ΜΕ1, δεν τους καταβάλλουν τα εν λόγω χρήματα, αφού αποδέχτηκαν την προσφορά, παρέλαβαν τα προϊόντα, πώλησαν τις κατοικίες λαμβάνοντας χρήματα από τους αγοραστές, ενώ αρνούνται να τιμήσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις τα τελευταία 8 χρόνια. Παραδέχθηκε αντεξεταζόμενος ότι στο Τεκμήριο 2 δεν αναγράφεται το ποσό του συνολικού κόστους, ούτε και οι ποσότητες, απαντώντας χωρίς καμία αναστολή ότι οι ίδιοι είχαν οδηγίες όπως υποβάλουν τις προσφορές τους βάση των σχετικών τιμών μονάδας. Με την ολοκλήρωση των πρώτων κατοικιών, οι εργασίες κοστολογήθηκαν και πληρώθηκαν, με τους ενάγοντες να προχωρούν στις επόμενες εργασίες, ενώ οι τιμές τους ήταν πάντοτε ορθές. Σε υποβολή ότι οι εναγόμενοι είχαν εξασφαλίσει και χαμηλότερες προσφορές από τρίτους, απάντησε χαρακτηριστικά ότι δεν θα είχε κανένα πρόβλημα όπως οι εναγόμενοι προχωρήσουν με τρίτα πρόσωπα νοουμένου ότι θα εξοφλούνταν οι ενάγοντες για τις μέχρι στιγμής εργασίες τους. Αντ' αυτού, δήλωσε, οι εναγόμενοι συνέχιζαν να τους δίδουν εργασίες. Υποδείχθηκε στον μάρτυρα η επιστολή ημερομηνίας 31.3.13 (Τεκμήριο 6), με την οποία οι εναγόμενοι ενημέρωναν ότι δεν συμφωνούσαν με τις τιμές μονάδος που εκεί καταγράφονταν, με τον μάρτυρα να απαντά ότι έχει υπόψη του την επιστολή, όμως αυτή στάλθηκε εκ των υστέρων, ήτοι μετά το πέρας των εργασιών. Συμφώνησε επίσης ότι το Τεκμήριο 5, ήτοι το τιμολόγιο το οποίο οι εναγόμενοι ξόφλησαν, φέρει σφραγίδα της εταιρείας. Η κα. XXXXX Χρίστου (ΜΕ2), υπεύθυνη λογιστηρίου των εναγόντων, κατέθεσε Γραπτή Δήλωση Έγγραφο Β', ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Εργάζεται στους ενάγοντες από την 1.6.2011 και ανάμεσα στα καθήκοντα της είναι η έκδοση των σχετικών τιμολογίων. Δήλωσε ότι ως μέρος της πρακτικής, οι ενάγοντες πριν αρχίσουν εργασίες ετοιμάζουν προσφορές, ως έγινε στην παρούσα περίπτωση, την οποία απέστειλαν στους εναγόμενους την 29.2.
  3. Με την ολοκλήρωση των πρώτων εργασιών εκδόθηκαν τα τιμολόγια με αριθμούς IN63002613, IN 63002785 και IN 6300279 για τα ποσά των €1.354,74, €2.869,30 και €175,50 αντίστοιχα (Τεκμήριο 7), τα οποία ξοφλήθηκαν. Ως Τεκμήριο 8, κατέθεσε δέσμη τιμολογίων τα οποία συμποσούνται στο αξιούμενο ποσό, τα οποία δεν ξοφλήθηκαν, και σχετική κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
  4. Αντεξεταζόμενη συμφώνησε ότι επί των προσφορών δεν αναγράφετο ποσό, παρά μόνο η τιμή μονάδας, ως αυτή ίσχυε κατά τον δεδομένο χρόνο στην αγορά γιατί, την δεδομένη στιγμή δεν γνώριζαν τις ποσότητες που θα χρειάζονταν. Με την ολοκλήρωση των εργασιών και τον έλεγχο των από τους εναγόμενους, γινόταν η κοστολόγηση. Σε ερώτηση ότι το τελικό κόστος δεν ήταν αποδεκτό από τους εναγόμενους, η ΜΕ2 απάντησε ότι η θέση αυτή των εναγόμενων κοινοποιήθηκε μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, ενώ στην θέση της κας. Στεφάνου ότι δεν διαφαίνεται επί των ξοφλημένων τιμολογίων ποιες εργασίες αφορούσαν, όπως ούτε και για ποιες έγινε η απαίτηση, η ΜΕ2 δήλωσε ότι, όταν εκτελείτο μια εργασία, ακολουθούσε συνάντηση του επιστάτη και του επιθεωρητή εργασίας στον χώρο, ενώ μετά γινόταν η πληρωμή. Στο τιμολόγιο με αριθμό ΙΝ63002976 ημερομηνίας 8.2.13, δήλωσε η μάρτυρας, αναγράφονται όλες οι εργασίες που έγιναν σε σχέση με τις κατοικίες. Το Δικαστήριο έχει παραθέσει συνοπτικά την ενώπιον του προσκομισθείσα μαρτυρία. Ως έχει επισημανθεί ανωτέρω οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν μαρτυρία. Είχα την ευκαιρία μέσω της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσω με περισσή προσοχή τους μάρτυρες που προσήλθαν στο Δικαστήριο προς υποστήριξη των θέσεων τους. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή συμπερασμάτων (βλ.P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α ν Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου

(2014)1 Β Α.Α.Δ. 1945). Έχω περαιτέρω ως γνώμονα μου την ευρεία νομολογία επί του ζητήματος που άπτεται της αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Δεν παραγνωρίζονται φυσικά, ως προτάσσει η Νομολογία, τα λεγόμενα ενός μάρτυρα, η εκφορά του λόγου του, οι αντιδράσεις του, η αμεσότητα στις απαντήσεις του, η σαφήνεια ή μη των απαντήσεων του, η αληθοφάνεια τους δυνάμει των παρατιθέμενων ενώπιον του Δικαστηρίου δικογράφων, και η ειλικρίνεια του, μεταξύ άλλων. Προς τα ανωτέρω, παραπέμπω ενδεικτικά σε σχετική νομολογία ( βλ. Ζαβρού ν Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, Λάρκου ν Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Σημειώνεται ότι μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες, δεν καταστρέφουν την όλη αξιοπιστία ενός μάρτυρα (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320.) Εξίσου σημαντικό είναι να τονισθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε με γνώμονα τις δικογραφημένες θέσεις των μερών, οι οποίες αποτελούν και τη μόνη πυξίδα που πρέπει να καθοδηγεί το Δικαστήριο. Με γνώμονα τα ως άνω, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου προσαχθείσας μαρτυρίας. Ο ΜΕ1, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας, και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της, χωρίς κανένα ενδοιασμό. Οι θέσεις του ως αυτές προωθήθηκαν μέσω της ζώσας μαρτυρίας του, αντικατοπτρίζουν τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων, οι οποίες υποστηρίζονται και από τα κατατεθειμένα ενώπιον του Δικαστηρίου, τεκμήρια. Παρά την αντεξέταση του επί των τιμολογίων και προσφορών καταγεγραμμένων, αλλά και του ανυπόγραφου επί μερικών εξ΄αυτών, ο μάρτυρας παρέμεινε καθ' όλα σταθερός στις απαντήσεις του, κάνοντας εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως προς την πηγαία ειλικρίνεια και αμεσότητα που αυτές είχαν. Η ειλικρίνεια του διαφάνηκε μέσω και της απάντησης του αναφορικά με το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 30.3.12 (Τεκμήριο 6) με τον μάρτυρα να απαντά αμέσως ότι την έχει υπόψη του, όμως αυτή στάληκε μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, ενώ η θέση του ότι οι εργασίες είχαν ήδη τελεσφορήσει δεν αμφισβητήθηκε, είτε μέσω ζώσας μαρτυρίας εκ μέρους των εναγομένων, είτε μέσω εγγράφων που να υποστηρίζουν την θέση αυτή. Πλήρως αποδεκτή γίνεται και η μαρτυρία της ΜΕ2, η οποία με σταθερότητα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την πρακτική που ακολουθούσαν οι ενάγοντες για την ετοιμασία προσφορών και έκδοση τιμολογίων. Οι θέσεις της ΜΕ2 ως το αρμόδιο πρόσωπο, το οποίο ετοίμασε και εκτύπωσε τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρι,α δεν αμφισβητήθηκε, ενώ οι επεξηγήσεις που έδωσε αναφορικά με τα Τεκμήρια 7-9, ήταν καθ' όλα κατατοπιστικές. Την μαρτυρία της αποδέχομαι ως αξιόπιστη, ενώ σε απάντηση της θέσης της συνηγόρου των εναγομένων ότι η χειρόγραφη σημείωση της ΜΕ2 επί του τιμολογίου με αριθμό ΙΝ63002785 (Τεκμήριο 7, 2ο στην σειρά τιμολόγιο), αποτελεί αλλοίωση των εγγράφων που είχαν δοθεί στους εναγόμενους, αναφέρω ότι η θέση αυτή δεν μπορεί παρά να απορριφθεί, αφού το εν λόγω έγγραφο/ Τεκμήριο καταχώρησε η ίδια η μάρτυρας, ήτοι η αρχική συντάκτης του εγγράφου, δηλώνοντας ότι η σχετική αναγραφή έγινε από την ίδια, εκ των υστέρων, για να γνωρίζουν οι ενάγοντες ποιες κατοικίες αφορούσαν τα εν λόγω τιμολόγια, πρακτική καθ' όλα επιτρεπτή. Καμία αλλοίωση των εγγράφων δεν υπήρξε, ενώ η μάρτυρας μπορούσε κάλλιστα να αντεξεταστεί επί του σημείου τούτου, οι δε εναγόμενοι μπορούσαν, αν αμφισβητούσαν την εν λόγω θέση, να προσκομίσουν προς τούτο μαρτυρία. Την δε θέση της μάρτυρος ότι η παραλαβή του Τεκμηρίου 6 έγινε μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, επίσης αποδέχομαι ως ειλικρινή και αξιόπιστη. Νομική Πτυχή/ Ευρήματα: Είναι καλά γνωστό ότι στις πολιτικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης της υπόθεσης του φέρει ο ενάγοντας στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι εάν η θέση του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι πιο πιθανή από εκείνη του αντιδίκου του, αλλά κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι η δική του θέση ή εκδοχή είναι πιο πιθανή παρά όχι. (δέστε Μαρσέλ και Άλλων ν Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου Λτδ 2001 1 Α.Α.Δ. 1858, Σοφοκλέους ν Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 6650, Κουκουλή κ.α ν Παπαδημήτρη Π.Ε. 378/10 ημερ. 29.1.16). Εδώ δεν υπάρχει, πέραν των δικογραφημένων θέσεων των εναγομένων, αντίλογος, με τους τελευταίους να επιλέγουν όπως μην παρουσιάσουν την οποιαδήποτε μαρτυρία, πλην του Τεκμηρίου 6, αυτό όμως δεν αφαιρεί από το Δικαστήριο το καθήκον και την υποχρέωση όπως εξετάσει την υπόθεση του ενάγοντα με την ίδια προσοχή, καθότι, αν ο ενάγοντας αποτύχει να πείσει με τις θέσεις και ισχυρισμούς του, ως αυτοί προτάσσονται, τότε η αγωγή του θα αποτύχει. Όταν όμως υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο. (Wynne v David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα, Aνίκανου Προσώπου
(2009)1Β Α.Α.Δ 1138). Εισερχόμενη στην ουσία της διαφοράς, οφείλω να εξετάσω τη μοναδική θέση της υπεράσπισης, ότι ουδέποτε αποδέχθηκαν την προσφορά των εναγόντων, ενώ ουδέποτε συμφώνησαν σε συγκεκριμένο τίμημα πώλησης των αγαθών, με μόνο εξυπακουόμενο όρο στην μεταξύ των μερών σύμβαση ότι οι εναγόμενοι θα κατέβαλλαν στους ενάγοντες ένα «εύλογο τίμημα για τα παραδοθέντα προϊόντα δυνάμει των τιμών που επικρατούσαν στην αγορά» (τονισμός δικός μου). Τα ποσά επί των προσφορών και/ή των τιμολογίων ποτέ δεν έγιναν αποδεκτά, κατά τους εναγόμενους, με αυτά να χαρακτηρίζονται ως υπέρογκα, υπερβαίνοντας κατά πολύ το εύλογο του τιμήματος των. Με την υπερασπιστική γραμμή των εναγομένων, το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμφωνήσει. Η ρητή παραδοχή των εναγομένων στην δικογραφία τους (βλ. παρ. 3 -5), ότι ήταν κατόπιν δικής τους εντολής και παράκλησης που οι ενάγοντες παρέδωσαν σε αυτούς γυψοσανίδες και άλλα συναφή προϊόντα, όπως επίσης ότι τα επίδικα τιμολόγια εκδόθηκαν από τους ενάγοντες μετά την παράδοση των προϊόντων, προιόντα τα οποία ποτέ δεν αμφισβήτησαν ότι αποδέχθηκαν και χρησιμοποίησαν κατά την ανέγερση των κατοικιών, καταστρατηγεί το επιχείρημα τους ότι ποτέ δεν είχαν αποδεχθεί είτε το περιεχόμενο των προσφορών ή την κοστολόγηση των προϊόντων, μέσω της έκδοσης των τιμολογίων. Ανιτθέτως, οι θέσεις τους αυτές, επιβεβαιώνουν τις θέσεις των εναγόντων, ως αυτές προωθήθηκαν ότι οι προσφορές ετοιμάστηκαν κατόπιν παράκλησης των εναγομένων, όπως και ότι τα τιμολόγια εκδόθηκαν μετά την παράδοση και ολοκλήρωση των παρασχεθέντων προϊόντων και υπηρεσιών. Ως καταγράφεται στο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Τόμος Α', 2014 σελ. 136: «. όποιες και να είναι οι ιδιομορφίες διαφόρων περιπτώσεων, σε υποθέσεις προσφοράς και αποδοχής το έργο του Δικαστηρίου συνήθως επικεντρώνεται γύρω από δύο (συνδεδεμένους) άξονες, πότε έγινε η επίδικη σύμβαση, (δηλαδή πότε εκδηλώθηκε αποδοχή σε κάποια πρόταση ή προσφορά) και πιο είναι το περιεχόμενο της». Σε απάντηση της συνηγόρου των εναγομένων ότι οι επίδικες προσφορές δεν αποτελούν «έγγραφα προσφορών», αλλά στην καλύτερη έγγραφα με ενδεικτικές τιμές μονάδας, το Δικαστήριο σημειώνει τα ακόλουθα: Τα Τεκμήρια 1 και 2, τιτλοφορούνται ως «OFFER», ήτοι προσφορές. Μελέτη αυτών φανερώνει την καταγραφή και περιγραφή διαφόρων προϊόντων ή υπηρεσιών, καθώς και την τιμή αυτών ανά μονάδα. Σημειώνεται ότι καμία ένσταση δεν υπήρξε στην κατάθεση των εν λόγω Τεκμηρίων. Με δεδομένο ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ως αξιόπιστη την μαρτυρία των εναγόντων ότι οι προσφορές δόθηκαν κατόπιν παράκλησης των εναγομένων όπως οι ενάγοντες τους παραδώσουν γυψοσανίδες, και με δεδομένη την εν λόγω παραδοχή και στα δικόγραφα των εναγόντων περί εντολής των εναγομένων για παράδοση τέτοιων, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι υπήρξε η αναγκαία πρόθεση των διαδίκων όπως συνάψουν συμβατική σχέση. Προς αυτήν την κατεύθυνση, οι ενάγοντες απέστειλαν τα Τεκμήρια 1 και
  1. Κατά τον χρόνο αποστολής των εν λόγω προσφορών, η δυναμική των εν λόγω εγγράφων ήταν περιορισμένη, με τις καταγραφές επί αυτών να αποτελούν ένδειξη εκ μέρους των εναγόντων ως προς το πόσο θα χρέωναν ανά τιμή μονάδας αναφορικά με τα υλικά, ως αυτά θα κοστολογούνταν στο τέλος των εργασιών. Η αποδοχή της προσφοράς εκ μέρους των εναγομένων ήρθε, όταν οι εναγόμενοι παρέλαβαν χωρίς καμία επιφύλαξη τα εν λόγω προϊόντα και τα χρησιμοποίησαν στις οικοδομικές τους εργασίες, γεγονός το οποίο παραδέχονται στην δικογραφία τους, χωρίς να έχει προηγηθεί σε κανένα σημείο πριν την ολοκλήρωση των εργασιών οποιαδήποτε ένδειξη περί διατήρησης αμφιβολιών ή πρόθεση για ανάκληση της αποδοχής τους. Στο Σύγγραμμα του John Cartwright, «Unequal Bargaining», [1991] καταγράφονται τα ακόλουθα αναφορικά με το πότε δημιουργείται μια σύμβαση: «The test whether there has been correspondence between offer and acceptance is not subjective, but objective. Therefore, it is not simply a question of whether both parties actually understood that there would a contract and that it would contain a particular set of terms. There may still be a contract if objectively tested, the parties can be sad to have agreed (even though they did not in fact agree) ». Στρέφομαι τώρα στην εξέταση της θέσης των εναγομένων ότι το περιεχόμενο των τιμολογίων δεν αποδεικνύει ότι το συνολικό κόστος εργασιών ανερχόταν στις €11.197,
  2. Δηλώνεται αμέσως ότι το Δικαστήριο δεν θα καταλήξει σε ευρήματα ως προς την απόδειξη ή μη της απαίτησης βασίζοντας την απόφαση του δυνάμει της προσαχθείσας μαρτυρίας επί των τιμολογίων, αφού, ως είναι νομολογημένο, τα τιμολόγια δεν έχουν αυτά καθ' αυτά αποδεικτική αξία ή δύναμη, αλλά οφείλουν όπως συνεκτιμηθούν στο σύνολο τους, σε συνδυασμό και αντιπαραβολή με την λοιπή προσαχθείσα μαρτυρία και δικόγραφα (βλ.Palatino Developments Limited v Telectronics Communication Limited Πολ. Εφ. 10745 ημερ. 28.6.2002). Εδώ το Δικαστήριο έχει αποδεχθεί όχι μόνο ως αξιόπιστη αλλά και ως αναντίλεκτη, την μαρτυρία των εναγόντων ότι τα τιμολόγια εκδίδονταν πάντοτε μετά το πέρας των εργασιών, θέση η οποία επιβεβαιώνεται και από την έκδοση και πληρωμή του Τιμολογίου ημερομηνίας 5.7.12, Τεκμήριο
  3. Η θέση των εναγόντων επί του προκείμενου, επιβεβαιώνεται όταν ελέγξει κανείς τις ημερομηνίες των τιμολογίων με αριθμούς ΙΝ63002785, ΙΝ63002789, ΙΝ63002808, ΙΝ63002862, ΙΝ63002868 και ΙΝ63002976, με αυτές να εκτείνονται μεταξύ των ημερομηνιών 16.7.12 μέχρι και 8.2.13, ενώ η επιστολή των εναγομένων περί μη αποδοχής της έκδοσης των τιμολογίων, Τεκμήριο 6, φέρει ημερομηνία 13.3.13, ήτοι μετά την έκδοση το0υς. Επιπλέον, μελέτη του περιεχομένου αυτής, φανερώνει την αλήθεια των ισχυρισμών των εναγόντων περί έκδοσης των τιμολογίων μετά το πέρας των εργασιών, αφού στην εν λόγω επιστολή καταγράφεται ότι: «Ως εκ τούτου παρακαλούμε όπως τα αποσύρετε (τα προϊόντα) και προσέλθετε για συμφωνία επί της εκτελεσθείσας εργασίας». Δυνάμει όλων των πιο πάνω, αποτελεί κρίση του Δικαστηρίου, δυνάμει και της αξιόπιστης, ως έχει κριθεί από το Δικαστήριο μαρτυρίας των εναγόντων, αλλά και των παρουσιασθέντων εκ μέρους των Τεκμηρίων, ότι τα μέρη είχαν εκδηλώσει και μετουσιώσει σε πράξη την πρόθεση τους όπως εισέλθουν σε συμφωνία, με όρους όπως οι ενάγοντες παραδώσουν προϊόντα και προσφέρουν υπηρεσίες προς όφελος των εναγομένων, τα οποία θα κοστολογούνταν με το πέρας των εργασιών, με τους ενάγοντες να έχουν κατά παράκληση των εναγομένων προσφέρει εκ των προτέρων ενδεικτικές τιμές μονάδας αναφορικά με τα προϊόντα. Δεν πρέπει να λησμονούνται επίσης, οι δικογραφημένες στις παραγράφους 3 μέχρι 5 της υπεράσπισης παραδοχές των εναγομένων περί παραλαβής των επίδικων προϊόντων, η ετοιμασία και παράδοση των οποίων έγινε κατόπιν παράκλησης των, καθώς και η θέση ότι: «.κατά ή μετά την παράδοση των γυψοσανίδων ή και των άλλων συναφών προϊόντων οι ενάγοντες εξέδωσαν προς αυτούς τα τιμολόγια που αναφέρονται στην παράγραφο 7 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης..». Σημειώνεται επίσης, ότι μπορεί τα προαναφερθέντα τιμολόγια, ως αυτά καταγράφηκαν ανωτέρω να μην φέρουν την σφραγίδα των εναγομένων, εν αντιθέσει με το Τεκμήριο 5, το οποίο και εξοφλήθηκε, όμως, δεν παύουν από το να φέρουν υπογραφή παραλήπτη, ήτοι από αντιπρόσωπο των εναγομένων. Ορθή είναι η τοποθέτηση της συνηγόρου των εναγομένων ότι η έκδοση τιμολογίων από μόνη της δεν αποτελεί από μόνη της βάση αγωγής. Η απαίτηση των εναγόντων δικογραφεί την ύπαρξη των τιμολογίων, βασίζοντας παράλληλα την αξίωση επί της προφορικής συμφωνίας μεταξύ των μερών, δυνάμει του Άρθρου 10 του Κεφαλαίου
  4. Τα εν λόγω τιμολόγια συνεπώς, κατατέθηκαν στην διαδικασία μη υπέχοντας θέση συμφωνίας, αλλά ως υποστηρικτικών προς την ύπαρξη της, εγγράφων. Αποτέλεσε περαιτέρω επιχειρηματολογία της κας. Στέφανου ότι δεν αποδείχτηκε η μεταξύ των προσφορών, Τεκμήρια 1 και 2 και τιμολογίων, Τεκμήριο 3, η αναγκαία συσχέτιση, ούτε έχουν καταφέρει να αποδείξουν οι ενάγοντες ότι το αρχικό συμφωνηθέν ποσό ήταν αυτό των €11.197,
  5. Ούτε με αυτή την εισήγηση μπορεί το Δικαστήριο να συμφωνήσει. Ουδέποτε οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι η αρχική συμφωνία αφορούσε ποσό €11.197,
  6. Εκείνο που ισχυρίζονται είναι ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των μερών για παράδοση προϊόντων, τα οποία θα κοστολογούνταν αναλόγως της ποσότητας που θα χρησιμοποιούνταν, δυνάμει των ενδεικτικών τιμών που είχαν οι ενάγοντες προμηθεύσει τους εναγόμενους μέσω των προσφορών τους. Η έκδοση των τιμολογίων, και η τήρηση της κατάστασης λογαριασμού, Τεκμήριο 4, αποτελούσαν έγγραφα τα οποία συμπληρώνονταν και/ή δημιουργούνταν με το πέρας των εργασιών. Η ρητή παραδοχή των εναγομένων στις παραγράφους 3 και 4 της υπεράσπισης περί δικής τους εντολής και παράκλησης για την ετοιμασία των γυψοσανίδων, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την θέση τους ότι ουδέποτε αποδέχθηκαν τις προσφορές των εναγόντων, θέση η οποία επιπλέον, αυτοαναιρείται λόγω της παραλαβής των προϊόντων, και ολοκλήρωσης των εργασιών, χωρίς καμία προ της ολοκλήρωσης της σύμβασης ανάκλησης της αποδοχής των. Στην απόφαση Αυξέντης Αρεστή ν ΛΟΕΛ Λτδ
(2008)Π.Ε. 251/206 ημερ. 22.12.2008, υπόθεση η οποία πραγματευόταν τον χρόνο κατά τον οποίο έγινε αποδεκτή η προσφορά του πωλητή από τον αγοραστή, στη βάση του οποίου καθορίστηκε και η τιμή πώλησης των αγαθών, ο Έντιμος Δικαστής Ηλιάδης ανέφερε τα εξής: «Με βάση τη μαρτυρία που έχει δοθεί φαίνεται ότι υπήρξε μια προσφορά (offer) εκ μέρους του εφεσείοντος, ημερομηνίας 12.8.04 στην εφεσίβλητη για την πώληση 10.440 κιλών σταφυλιών τύπου αλικάντε προς 0.15σεντ το κιλό. Ο εφεσείων παρέδωσε την πιο πάνω ποσότητα στην εφεσίβλητη στις 24.8.2004. Η πιο πάνω παραλαβή εκ μέρους της εφεσίβλητης, χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη ως προς το μετέπειτα καθορισμό της τιμής πώλησης, συνιστούσε αποδοχή (acceptance) της προσφοράς του εφεσείοντος και ολοκλήρωση της συμφωνίας πώλησης. Η ανάρτηση της τιμής του πιο πάνω είδους στο ζυγιστικό χώρο του εργοστασίου της εφεσίβλητης, που δεν έχει αποδειχθεί ότι περιήλθε σε γνώση του εφεσείοντος, συνιστά γεγονός που είχε διαδραματιστεί μετά τη σύναψη της συμφωνίας». Στο προαναφερθέν σύγγραμμα του Π.Γ.Πολυβίου (ante), σελ. 138, το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναλύεται ως ακολούθως από τον συγγραφέα: «.. ο ενάγων προέβη σε προσφορά ή πρόταση την οποία η εναγόμενη εταιρεία αποδέχθηκε χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη όσον αφορά το θέμα της τιμής. Επομένως, η τιμή που ίσχυε ήταν εκείνη που αναγραφόταν στην προσφορά του ενάγντα και την οποία η εναγόμενη εταιρεία είχε αποδεχτεί με την παραλαβή των αγαθών. Συνεπώς, η σύμβαση είχε ολοκληρωθεί με τις ενέργειες της εναγόμενης εταιρείας που συνιστούσαν αποδοχή της προσφοράς του ενάγοντα, με την οποιαδήποτε μεταγενέστερη ανάρτηση ή δημοσιοποίησης της τιμής να μη διαδραματίζει οποιοδήποτε ρόλο στην υπό κρίση συναλλαγή, εφόσον η συνομολόγηση της σύμβασης είχε ολοκληρωθεί...Μπορεί να υπήρξε υποκειμενική διαφωνία ως προς την τιμή, αλλά εφόσον η μόνη τιμή που υπήρχε πριν από την ολοκλήρωση της σύμβασης ήταν αυτή που είχε κατά νουν ο ενάγων, ήταν αυτή που ίσχυε και όχι οποιαδήποτε άλλη». Υπαγωγή των πιο πάνω νομολογιακών αρχών στα γεγονότα της παρούσας υποθέσης δεν αφήνει καμία αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν το περιεχόμενο των προσφορών και των τιμών που εκεί καταγράφονταν βάση της τιμής μονάδας των προϊόντων, μέσω της ανεπιφύλακτης αποδοχής των προϊόντων. Η δε εκτέλεση των εργασιών εκ μέρους των εναγόντων ολοκληρώνει και σφραγίζει την εκ μέρους των εναγομένων αποδοχή της συμφωνίας, όπως η τιμή πώλησης τους θα καθοριζόταν με την έκδοση των τιμολογίων κατά το πέρας των εργασιών, ως και έγινε. Οξύμωρη είναι η παραδοχή εκ μέρους των εναγομένων στην υπεράσπιση τους ότι ήταν κατόπιν δικής τους εντολής και παράκλησης που ζήτησαν από τους ενάγοντες την προσφορά υπηρεσιών, όπως επίσης οξύμωρη είναι και η θέση ότι προχώρησαν στην εξόφληση συγκεκριμένου αριθμού τιμολογίων, μόνο για να αρνηθούν μετέπειτα την εξ' αρχής ύπαρξη της οποιασδήποτε μεταξύ των μερών συμφωνίας. Σημειώνεται ότι η κατ΄ισχυρισμόν επιφύλαξη εκ μέρους των εναγομένων ως προς την τιμή των προϊόντων, θέση η οποία ουδόλως υποστηρίχθηκε με μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι εν λόγω υπηρεσίες είχαν προσφερθεί δυνάμει της τιμής κοστολόγησης των προϊόντων βάσει των προσφορών. Ως καταληκτικό σχόλιο αξίζει να σημειωθεί ότι καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς εναγομένων, για ότι σημασία αυτό θα είχε, ως προς ποιες κατά την εισήγηση τους ήταν οι κρατούσες τιμές των συγκεκριμένων προϊόντων στην αγορά κατά τον επίδικο χρόνο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι οι ενάγοντες έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την απαίτηση τους. Εκδίδεται προς όφελος των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων απόφαση ως τα αιτητικά (Α) και (Β) της Έκθεσης Απαίτησης πλέον τα έξοδα της παρούσας αγωγής πλέον Φ.Π.Α, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)..................................... Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.