Χατζηαργυρού κ.α. ν. Α. Zorbas & Sons Ltd, Αρ. Αγωγής: 127/2021, 22/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 127/2021 Μεταξύ: 1. XXXXX Χατζηαργυρού 2. XXXXX Χατζηαργυρού Εναγόντων v. Α. Zorbas & Sons Ltd Eναγομένων Αίτηση Εναγόντων ημ. 9.4.21 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 22 Νοεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Κ. Λούτσιου για Κωνσταντίνο Πόλεος και Κατερίνα Λούτσιου Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Μ. Τριανταφυλλίδη για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την καταχώριση της παρούσας Αγωγής οι Ενάγοντες - Αιτητές καταχώρισαν και την υπό κρίση δια κλήσεως Αίτηση, δυνάμει της οποίας αιτούνται προσωρινά διατάγματα με τα οποία οι Εναγόμενοι - Καθ΄ ων διατάσσονται: (
- i)να καταβάλλουν στην Ενάγουσα 2 το ποσό των €2.000 μηνιαίως ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε κριθεί εύλογο, το οποίο αντιστοιχεί στην οικονομική ζημιά την οποία υφίστανται οι Ενάγοντες σε σχέση με τη μείωση των εισοδημάτων τους που προκύπτουν από την ενοικίαση του διαμερίσματος και ή ποσό που αντιστοιχεί στην ενοικιαστική αξία της ακάλυπτης μετώπης-βεράντας του διαμερίσματος των Εναγόντων υπ΄ αρ. XXXXX στο XXXXX Court, οδός XXXXX 7, XXXXX στην τοποθεσία XXXXX στον Πρωταρά, για διαφημιστικούς σκοπούς και ή (
- ii)να σταματήσουν την παράνομη επέμβαση επί της εν λόγω περιουσίας της Ενάγουσας 2 με την αφαίρεση της διαφημιστικής πινακίδας από αυτή, μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής και ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος, συζύγου της Ενάγουσας και εξουσιοδοτημένου από αυτή να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Ο Ενάγων ισχυρίζεται πως οι Ενάγοντες είναι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες του επίδικου διαμερίσματος και πως από τον Μάιο του 2018 οι Εναγόμενοι οι οποίοι λειτουργούν το ισόγειο του ίδιου κτηρίου ως εστιατόριο-αρτοποιείο, τοποθέτησαν φωτιζόμενη μεταλλική διαφημιστική πινακίδα στην πρόσοψη-μετώπη του ακάλυπτου χώρου της βεράντας του επίδικου διαμερίσματος χωρίς προηγουμένως να έχουν εξασφαλίσει γραπτή έγκριση από τους νόμιμους ιδιοκτήτες, ήτοι τους Ενάγοντες, και άδεια από την αρμόδια αρχή. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, οι Εναγόμενοι εκμεταλλεύονται την περιουσία των Εναγόντων και διαφημίζουν την επιχείρηση τους, αυξάνοντας τα εισοδήματα και κέρδη τους. Ο Ενάγων θεωρεί πως οι ίδιοι οι Ενάγοντες θα έπρεπε να εκμεταλλεύονται την προνομιούχα θέση του διαμερίσματος τους και να ενοικιάζουν τον συγκεκριμένο χώρο για διαφήμιση έναντι ποσού εκ €2.000 μηνιαίως, όμως προτίμησαν να μην το πράξουν για να μην καταστρέψουν την όμορφη εμφάνιση του διαμερίσματος. Επίσης, ως ισχυρίζεται ο Ενάγων, η ύπαρξη της πινακίδας μειώνει την αξία του διαμερίσματος και των ενοικίων καθότι προκαλεί οχληρία, όπως επίσης οχληρία προκαλούν και το προσωπικό και οι πελάτες των Εναγομένων οι οποίοι βρίσκονται εκεί κατά τις μεσονύκτιες ώρες, μεθυσμένοι και προκαλώντας θόρυβο και φασαρία. Ως εκ τούτου οι Ενάγοντες ζητούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι λόγοι ένστασης εστιάζονται στα ακόλουθα: 1) Η νομική βάση της Αίτησης δεν είναι ορθή. 2) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης. 3) Οι αιτούμενες θεραπείες άπτονται της ουσίας της επίδικης διαφοράς και δεν μπορούν να αποδοθούν ως ενδιάμεση θεραπεία. 4) Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. 5) Οι Αιτητές δεν έρχονται με καθαρά χέρια και έχουν παραπλανήσει το Δικαστήριο καθότι δεν αποκάλυψαν ουσιώδη γεγονότα. 6) Οι Αιτητές έχουν καθυστερήσει αδικαιολόγητα στην υποβολή της Αίτησης. 7) Η Αίτηση είναι καταχρηστική και αποσκοπεί σε αλλότριους σκοπούς. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Μ. Μιχαήλ (εφεξής «ο ΜΜ»), ο οποίος είναι γραμματέας και διευθυντής ανάπτυξης εργασιών των Εναγομένων. Ο ΜΜ με τη σειρά του περιγράφει το ιστορικό ιδιοκτησίας του επίδικου κτηρίου του οποίου η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια εξακολουθεί να είναι η εταιρεία A. Chacholis (Pallinio) Court Ltd καθότι δεν έχει εκδοθεί άδεια χρήσης του ως οικιστικό, εξ ου και δεν μπορούν να εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι. Αποτελεί ισχυρισμό των Εναγομένων πως οι Ενάγοντες δεν έχουν αποκτήσει ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί του διαμερίσματος, πως η πρόσοψη της βεράντας αποτελεί κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο και πως οι Εναγόμενοι έλαβαν τη συγκατάθεση της Chacholis για την τοποθέτηση της πινακίδας για την οποία δεν χρειάζεται οποιαδήποτε άδεια από την πολεοδομική ή άλλη αρχή. Σύμφωνα με τον ΜΜ, η ταμπέλα δεν επεμβαίνει ούτε ενοχλεί με οποιονδήποτε τρόπο τη βεράντα του επίδικου διαμερίσματος. Ο ΜΜ αναφέρει πως οι Ενάγοντες δεν έχουν καταφέρει να καταδείξουν οποιαδήποτε ζημιά αλλά αντιθέτως απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι τα όποια δυσμενή σχόλια για το διαμέρισμα ουδόλως αφορούν την πινακίδα και ή τη χρήση του καφεστιατορίου. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R.
- Στην έκθεση απαίτησης οι Ενάγοντες επικαλούνται παράνομη επέμβαση και πρόκληση οχληρίας στο διαμέρισμα τους λόγω της τοποθέτησης της πινακίδας και γενικά πρόκληση συνεχούς οχληρίας από το προσωπικό και τους πελάτες των Εναγομένων, με αποτέλεσμα την οικονομική ζημιά στους Ενάγοντες. Εξ ου και εγείρουν αξιώσεις για (α) δήλωση πως η πινακίδα αποτελεί παράνομη επέμβαση στο διαμέρισμα της Ενάγουσας 2, (β) διάταγμα για την αφαίρεση της, (γ) απόφαση για το ποσό των €2.000 μηνιαίως ως εύλογο αντάλλαγμα για τις προσφερόμενες υπηρεσίες διαφήμισης από την τοποθέτηση της πινακίδας μέχρι και την αφαίρεση της και (δ) αποζημιώσεις λόγω της παράνομης επέμβασης και της οχληρίας και για την προκληθείσα οικονομική ζημιά. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η φύση των ισχυρισμών των Εναγόντων και των αξιώσεων τους αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και γενικότερα γνωστών στον Νόμο βάσεων αγωγής. Και τούτο καθότι με την παρούσα Αγωγή εγείρεται ζήτημα παράνομης επέμβασης και οχληρίας. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής, το Δικαστήριο επισημαίνει αρχικά ότι αποτελεί κοινό έδαφος η τοποθεσία του επίδικου κτηρίου στο οποίο βρίσκεται τόσο το επίδικο διαμέρισμα όσο και το καφεστιατόριο των Εναγομένων. Και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν πως το κτήριο βρίσκεται σε μια από τις ομορφότερες και δημοφιλέστερες παραλίες της Κύπρου, στην πρώτη γραμμή του παραλιακού μετώπου της παραλίας XXXXX και πως το διαμέρισμα διαθέτει μεγάλη βεράντα στο νότιο μέρος με θέα τη θάλασσα. Επιπλέον, αποτελεί κοινό έδαφος πως το διαμέρισμα ανήκει στην εταιρεία A. Chacholis (Pallinio) Court Ltd και πως ο Ενάγων το αγόρασε από την εταιρεία δυνάμει συμφωνίας ημ. 11.5.
- Το πωλητήριο έγγραφο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος και, με βάση τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του, φαίνεται να κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου στις 17.5.
- Περαιτέρω, με βάση τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του Ενάγοντος, στις 30.5.18 αυτός φαίνεται να υπέγραψε συμφωνία εκχώρησης των δικαιωμάτων του δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου, προς την Ενάγουσα, και η συμφωνία εκχώρησης επίσης να κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου, Τεκμήριο Γ. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό πως μέχρι στιγμής εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος παραμένει η Chacholis καθότι δεν έχει ακόμα εγκριθεί η αλλαγή χρήσης του κτιρίου από συγκρότημα οργανωμένων τουριστικών μονάδων σε οικιστικά διαμερίσματα ούτως ώστε να εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι για το κάθε διαμέρισμα. Και οι δύο πλευρές δέχονται πως οι Εναγόμενοι διατηρούν και λειτουργούν καφεστιατόριο με την ονομασία «ΖΟΡΠΑΣ BY THE SEA» στο ισόγειο του κτηρίου το οποίο λειτουργεί επί 24ωρης βάσης. Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΜΜ, το καφεστιατόριο κατέχει άδεια και λειτουργία κατά την τουριστική περίοδο, λειτουργεί από τα μέσα Μαΐου μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου και παραμένει κλειστό κατά τους υπόλοιπους μήνες. Είναι επίσης κοινό έδαφος πως οι Εναγόμενοι τοποθέτησαν μεταλλική φωτεινή πινακίδα στην πρόσοψη της μετώπης της βεράντας του επίδικου διαμερίσματος, όπως φαίνεται στις φωτογραφίες, Τεκμήριο E στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος και Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του ΜΜ. Όμως οι δύο πλευρές διαφωνούν ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς του διαμερίσματος και της πρόσοψης της βεράντας αυτού και το τι απαιτείται για την τοποθέτηση της πινακίδας. Ειδικότερα, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το διαμέρισμα και η μετώπη της βεράντας είναι δική τους ιδιοκτησία ενώ οι Εναγόμενοι θεωρούν πως οι Ενάγοντες δεν έχουν καν αποκτήσει ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί του διαμερίσματος αλλά συγκεκριμένη σειρά προτεραιότητας επί αυτού. Μάλιστα οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται πως εν πάση περιπτώσει η εκχώρηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του Ενάγοντος προς την Ενάγουσα ουδόλως αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εκ μέρους του και πως η εκχώρηση καθιστά την Ενάγουσα δυνητικά ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό των Εναγομένων πως εν πάση περιπτώσει η πρόσοψη της βεράντας αποτελεί κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο και ως τέτοιος παραμένει ιδιοκτησία της εταιρείας Chacholis η οποία εξακολουθεί να είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια. Σύμφωνα δε με τους Εναγόμενους, για την τοποθέτηση της πινακίδας εξασφάλισαν την έγκριση και συγκατάθεση της εγγεγραμμένης ως ιδιοκτήτριας εταιρείας, ήτοι της Chacholis. Επίσης οι Ενάγοντες θεωρούν πως για την τοποθέτηση της πινακίδας, πέραν της δικής τους άδειας, θα πρέπει οι Εναγόμενοι να εξασφαλίσουν και άδεια από την αρμόδια αρχή, ήτοι το Δημαρχείο. Όπως αναφέρει, ο Ενάγων, στις 23.3.21 οι Ενάγοντες, μέσω των δικηγόρων τους, απέστειλαν επιστολή στον Δήμο Παραλιμνίου ζητώντας να μάθουν κατά πόσο εξεδόθη άδεια και σε τέτοια περίπτωση γιατί αυτή εξεδόθη χωρίς τη συγκατάθεση των ιδιοκτητών, ήτοι των ιδίων, όμως δεν έλαβαν απάντηση. Οι Εναγόμενοι με τη σειρά τους ισχυρίζονται πως δεν απαιτείται άδεια από οποιαδήποτε αρχή, και σε αυτό αποδίδουν την παράλειψη απάντησης από τον Δήμο προς τους Ενάγοντες. Σαφώς για σκοπούς και στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης το Δικαστήριο δεν καλείται να προβεί σε τελικά συμπεράσματα, παρά μόνο περιορίζεται να αναφέρει τα ακόλουθα. Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία ορίζεται στο άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, ως εξής: «Παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία συvίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στηv ιδιoκτησία αυτή από oπoιoδήπoτε πρόσωπo». Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα, Αρτέμης & Ερωτοκρίτου, τόμος 1, σελ. 131, η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Στην υπόθεση Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100 λέχθηκε ότι έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγομένου. Σύμφωνα με την υπόθεση Γλυκύς v. Ιεράς Μονής Μαχαιρά
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 654, η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής, εκτός αν προκύπτει από τη μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει άλλος. Εξαίρεση ως προς το ότι ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δύναται να ενάγει για παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, συνιστά η περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα - βλ. Λάμπρου κ.ά. v. Κεφάλα κ.ά.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1516. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης είναι αγώγιμο per se και δεν χρειάζεται η απόδειξη ζημιάς, αν όμως δεν αποδειχθεί ζημιά μπορούν να δοθούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις. Σχετικές επί τούτου είναι οι υποθέσεις Adrian Holdings Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836, Παπακόκκινου κ.ά. v. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Παπακόκκινου κ.ά. ν. Κυριακίδη
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 789 και Τοφαρίδου v. E & K Elian Developers Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 14/13, ημ. 28.7.
- Στην προκειμένη περίπτωση, εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος φέρεται η Chacholis, η οποία πώλησε το διαμέρισμα στον Ενάγοντα και ο οποίος με τη σειρά του φαίνεται να εκχώρησε τα δικαιώματα του στην Ενάγουσα. Ενώ στα αιτητικά της υπό κρίση Αίτησης η Ενάγουσα φέρεται ως η ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση οι Ενάγοντες παρουσιάζουν και μια κάπως διαφοροποιημένη εκδοχή. Σε αυτή ο Ενάγων ισχυρίζεται από τη μια πως αυτός ήταν ο νόμιμος ιδιοκτήτης του διαμερίσματος μέχρι και τις 31.5.18 και πως έκτοτε η Ενάγουσα είναι η νόμιμη ιδιοκτήτρια του, ενώ ακολούθως ισχυρίζεται πως και οι δύο είναι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες του από τους οποίους οι Εναγόμενοι θα έπρεπε να λάβουν συγκατάθεση για την τοποθέτηση της πινακίδας. Και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν πως δυνάμει του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Ν.81(Ι)/11, η κατάθεση ενός πωλητηρίου εγγράφου δημιουργεί εμπράγματο βάρος υπέρ του αγοραστή επί της ακίνητης ιδιοκτησίας. Παρά ταύτα, στο πωλητήριο έγγραφο περιλαμβάνεται όρος για την παράδοση κατοχής του διαμερίσματος στον αγοραστή μέχρι τις 15.10.
- Επομένως, διαφαίνεται πως μετά την αγορά του διαμερίσματος, ο Ενάγων απέκτησε την κατοχή αυτού και ακολούθως αποποιήθηκε των όποιων δικαιωμάτων του επί του διαμερίσματος με την εκχώρηση αυτών στην Ενάγουσα δυνάμει της συμφωνίας εκχώρησης ημ. 30.5.
- Για σκοπούς της παρούσας, θα μπορούσε να λεχθεί πως ακόμα και αν ο Ενάγων θεωρείται ότι απώλεσε οποιοδήποτε δικαίωμα επί του διαμερίσματος, ενόψει και μετά την εκχώρηση στην Ενάγουσα σύζυγο του, εντούτοις φαίνεται ότι η Ενάγουσα δικαιούται και κατέχει, χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται το διαμέρισμα από τον Μάιο του
- Επομένως, είναι πιθανόν τουλάχιστον η Ενάγουσα να έχει αποκτήσει κάποια δικαιώματα επί του διαμερίσματος παρόλο που αυτό εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένο στη Chacholis. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται πως απαιτείται άδεια για την τοποθέτηση της πινακίδας με βάση τις πρόνοιες του περί Εκθέσεως Διαφημίσεων (Έλεγχος) Νόμος, Κεφ.
- Παρόλο που οι Εναγόμενοι θεωρούν πως για την τοποθέτηση της πινακίδας δεν απαιτείται άδεια από οποιαδήποτε αρχή, εντούτοις φαίνεται να αναγνωρίζουν τουλάχιστον πως απαιτείται άδεια από τον ιδιοκτήτη της εν λόγω ακίνητης περιουσίας, εξ ου και προφανώς αποτάθηκαν και εξασφάλισαν την έγκριση της Chacholis γι΄ αυτή. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί και το άρθρο 20 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Ν.9/72, όπως τροποποιήθηκε, δυνάμει του οποίου απαιτείται πολεοδομική άδεια για ανάπτυξη, όρος ο οποίος περιλαμβάνει και τη χρήση για έκθεση διαφήμισης οποιουδήποτε εξωτερικού χώρου οικοδομής ο οποίος κανονικά δεν χρησιμοποιείται γι΄ αυτόν τον σκοπό. Οι Εναγόμενοι αποτάθηκαν στη Chacholis επειδή τη θεωρούν όχι μόνο ως την εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος αλλά και ως την ιδιοκτήτρια της πρόσοψης της βεράντας η οποία θεωρείται γι΄ αυτούς κοινόκτητος και κοινόχρηστος χώρος. Οι Εναγόμενοι στηρίζονται στο ότι πρόκειται για κοινόκτητη οικοδομή πέραν των πέντε μονάδων και ισχυρίζονται ότι ισχύουν κατ΄ αναλογία οι πρόνοιες των άρθρων 38Α, 38Β, 38ΣΤ, 38Η και 38Θ του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224, παρόλο που η οικοδομή δεν έχει εγγραφεί ως κοινόκτητη. Ανεξαρτήτως όμως του κατά πόσο η πρόσοψη της βεράντας θεωρείται ή όχι κοινόκτητος χώρος, γεγονός παραμένει πως οι Εναγόμενοι φαίνεται να δέχονται την ανάγκη εξασφάλισης άδειας από τον ιδιοκτήτη αυτής για την τοποθέτηση εκεί της πινακίδας. Με βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς και όσα αναφέρονται ανωτέρω, είναι γεγονός πως στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης δημιουργούνται σοβαρά ζητήματα τα οποία δεν είναι ξεκάθαρα και θα πρέπει να απασχολήσουν και εξεταστούν κατά το στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της Αγωγής (βλ. Σταυράκης κ.ά. v. Δήμου Λευκωσίας
(2015)1(Α) Α.Α.Δ. 731). Για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι πως τουλάχιστον ένας εκ των Εναγόντων έχει αποκτήσει δικαίωμα και την κατοχή του διαμερίσματος, οπότε θα τεθεί κατά την ακρόαση το ζήτημα κατά πόσο απαιτείται η έγκριση αυτού για την τοποθέτηση της πινακίδας. Αν ήθελε φανεί πως οι Εναγόμενοι θα έπρεπε να εξασφαλίσουν την έγκριση από την Ενάγουσα, ως τη νόμιμη κάτοχο του διαμερίσματος, και πως σε αυτό περιλαμβάνεται και η βεράντα και η πρόσοψη αυτής, τότε θα έχει τη σημασία του πως η Ενάγουσα δεν δίδει τέτοια έγκριση και επομένως η πινακίδα θα βρίσκεται παράνομα επί της περιουσίας της. Είναι σε μια τέτοια περίπτωση που οι Ενάγοντες θα έχουν το δικαίωμα για αποζημίωση η οποία κατά κανόνα υπολογίζεται βάσει της ενοικιαστικής αξίας. Ο καθορισμός του ενοικίου σε €2.000 μηνιαίως αποτελεί ένα γενικό, αόριστο και παντελώς ατεκμηρίωτο ισχυρισμό. Παρόλο που το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση για σκοπούς κατάληξης τελικών ευρημάτων, εντούτοις απαιτείται κάποιου είδους μαρτυρία η οποία να τείνει να υποστηρίξει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό. Πέραν της παράνομης επέμβασης, οι Ενάγοντες επικαλούνται και οχληρία. Το άρθρο 46 του Κεφ. 148 ορίζει το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας ως εξής: «Ιδιωτική οχληρία συνίσταται στο ότι πρόσωπο επιδεικνύει συμπεριφορά ή διεξάγει τις εργασίες του ή χρησιμοποιεί ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει σε αυτό κατά κυριότητα ή κατέχεται από αυτό, µε τρόπο ώστε κατά συνήθεια να παρεμβαίνει στην εύλογη χρήση και απόλαυση, αφού ληφθούν υπόψη η θέση και η φύση αυτής, της ακίνητης ιδιοκτησίας οποιουδήποτε άλλου προσώπου: Νοείται ότι ο ενάγοντας δεν τυγχάνει αποζημίωσης σε σχέση µε ιδιωτική οχληρία εκτός αν εξαιτίας αυτής υπέστη ζημιά.» Σύμφωνα με το σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα (ανωτέρω), σελ. 147, οι κυριότερες διαφορές μεταξύ των αδικημάτων της παράνομης επέμβασης και της οχληρίας είναι αφενός ότι η οχληρία αφορά έμμεσες επεμβάσεις σε ακίνητη περιουσία ενώ η παράνομη επέμβαση άμεσες και αφετέρου ότι η παράνομη επέμβαση είναι αγώγιμη per se ενώ στην οχληρία απαιτείται η απόδειξη ζημιάς. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν οι υποθέσεις Χριστοδουλίδου v. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(2008)1(Β) 746, Medcon Construction Ltd v. Ευαγγέλου κ.ά.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 565 και Ιωαννίδης v. Σάββα
(1984)1 J.S.C. 186. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Παντελή
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1547 το Εφετείο επισήμανε ότι ο ενάγων δεν δικαιούται σε αποζημιώσεις για ιδιωτική οχληρία εκτός να έχει υποστεί από αυτή ζημιά. Οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος περί πρόκλησης οχληρίας λόγω της πινακίδας είναι παντελώς γενικοί και αόριστοι. Ουσιαστικά ο Ενάγων επικαλείται οχληρία για τον λόγο και μόνο της ύπαρξης της πινακίδας. Ταυτόχρονα, ο ΜΜ ισχυρίζεται πως η πινακίδα έχει ύψος 1,20μ. και δεν υπερβαίνει το στηθαίο της πρόσοψης του κτηρίου στο σημείο που ξεκινά η βεράντα του επίδικου διαμερίσματος και επομένως δεν εμποδίζει με οποιονδήποτε τρόπο τη θέα του διαμερίσματος από τη βεράντα. Προσθέτει πως η ένσταση του φωτισμού της πινακίδας δεν είναι υπερβολική και τέτοια που να προκαλείται οποιαδήποτε οχληρία. Στο παρόν στάδιο και για σκοπούς της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας, το Δικαστήριο θεωρεί πως οι Ενάγοντες δεν προσέφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να τείνει να καταδείξει την πρόκληση οχληρίας λόγω της πινακίδας, παρά μόνο περιορίζονται σε μια προβολή ενός γενικού ισχυρισμού. Εν πάση περιπτώσει, η πινακίδα, όπως φαίνεται μέσα από τις φωτογραφίες, δεν φαίνεται να υπερβαίνει το στηθαίο της πρόσοψης του κτηρίου στο ύψος της βεράντας του διαμερίσματος. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται πως οι Ενάγοντες κατέδειξαν ορατή πιθανότητα του ισχυρισμού περί πρόκλησης οχληρίας λόγω της απλής ύπαρξης της πινακίδας. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην προαναφερόμενη υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (ανωτέρω) και στο σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου και Αρτέμη
(2016), και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 123: «Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφα του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα του, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκη του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματα του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος, αλλά να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του. . αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι΄ αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σχετικά παραπέμπω επίσης στην πιο πρόσφατη υπόθεση Hazelwood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.ά., Πολ. Έφ. Ε14/17 και Ε209/17, ημ. 16.7.19, στην οποία η δεύτερη αυτή προϋπόθεση του άρθρου 32 αναλύεται ως εξής: «Η β΄ προϋπόθεση του άρθρου 32 έχει αναλυθεί ερμηνευτικά σε μεγάλο όγκο αυθεντιών. Εκείνο που ο αιτητής οφείλει να πράξει ως προς την ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης είναι να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων». Στην κλασική υπόθεση επί του θέματος Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. αναφέρθηκε: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την Odysseos (πιο πάνω), στη σελίδα 569 η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Είναι εδραιωμένο αλλά και κοινή γνώση πως το Δικαστήριο κατά την εξέταση ειδικά της β΄ προϋπόθεσης αποφεύγει την σε βάθος ανάλυση των επίδικων σχέσεων και δεν μπορεί να εξάγει τελικά ή δεσμευτικά συμπεράσματα επ΄ αυτών. (βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co.Ltd,
(1998)1 A.A.Δ. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd and other
(2002)1Γ A.A.Δ. 2015). Όπως σοφά ετέθη στις υποθέσεις T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 A.A.Δ. 225, δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.»» Επιπλέον, οι Ενάγοντες επικαλούνται την πρόκληση οχληρίας λόγω της λειτουργίας του καφεστιατορίου τόσο από το προσωπικό όσο και από τους πελάτες του και κυρίως κατά τις ώρες κοινής ησυχίας και ή τις μεταμεσονύκτιες ώρες όταν ακούγονται φωνές, καβγάδες και σπασίματα από μεθυσμένους στο προαύλιο του καφεστιατορίου. Επιπλέον, οι υπάλληλοι των Εναγομένων χρησιμοποιούν τους ιδιωτικούς χώρους στάθμευσης των ιδιοκτητών των διαμερισμάτων με αποτέλεσμα την πρόκληση ταλαιπωρίας και στους Ενάγοντες. Η δε ύπαρξη της πινακίδας συντείνει στην αναγνωρισιμότητα ύπαρξης της επιχείρησης των Εναγομένων και στην αύξηση της πελατείας τους. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό των Εναγόντων πως αυτή η οχληρία οδηγεί στη μείωση του ενοικιαστικού ενδιαφέροντος αναφορικά με το διαμέρισμα και στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς στους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες παραθέτουν κατάσταση με ενδεικτικές κρατήσεις για την ενοικίαση του διαμερίσματος κατά τα έτη 2018-2021, λέγοντας πως αυτές καταδεικνύουν μείωση των κρατήσεων ενώ υπήρχε και ακύρωση μιας κράτησης λόγω ακριβώς των αρνητικών σχολίων σε σχέση με θόρυβο από το καφεστιατόριο των Εναγομένων, παρουσιάζοντας το σχετικό παράπονο ως Τεκμήριο Ι. Οι Εναγόμενοι τονίζουν πως η περιοχή εκεί είναι μια από τις πιο διάσημες και πολυσύχναστες περιοχές, εκεί βρίσκονται και άλλα εστιατόρια και στο παραλιακό μονοπάτι μπροστά από το κτήριο υπάρχει καθόλη τη διάρκεια της μέρας και της νύκτας μεγάλη διέλευση πεζών. Επομένως, ισχυρίζονται πως η περιοχή δεν είναι μια ήσυχη οικιστική αλλά μια ιδιαίτερα πολυσύχναστη περιοχή με θόρυβο και πολυκοσμία. Θεωρούν πως τα στοιχεία που οι ίδιοι οι Ενάγοντες προσκόμισαν δεν καταδεικνύουν δίχως άλλο τη μείωση της ενοικιαστικής αξίας καθότι αφενός δεν παρουσιάζουν στοιχεία για τα έτη πριν το 2018 όταν λειτούργησε το καφεστιατόριο για να γίνει μια σύγκριση και αφετέρου αυτά δείχνουν και αύξηση των ενοικίων και κρατήσεις για μεγάλες χρονικές περιόδους. Οι Εναγόμενοι επισημαίνουν ακόμα πως, σύμφωνα με το Τεκμήριο Ι, αφενός δεν επιβεβαιώνεται η ακύρωση και αφετέρου σε αυτό γίνεται αναφορά σε θόρυβο από εστιατόριο στα δεξιά του διαμερίσματος, το οποίο δεν πρόκειται για το δικό τους καθότι αυτό βρίσκεται ακριβώς κάτω από το διαμέρισμα. Παρουσιάζουν επίσης αποτελέσματα έρευνας από ιστοσελίδες διαφόρων πρακτόρων εξωτερικού, από τα οποία φαίνονται πολύ αρνητικά σχόλια λόγω της ίδιας της κατάστασης του διαμερίσματος και όχι λόγω άλλων εξωγενών παραγόντων. Για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης, το Δικαστήριο θεωρεί πως οι Ενάγοντες δεν κατάφεραν να καταδείξουν την πρόκληση οχληρίας λόγω της ύπαρξης της πινακίδας αλλά ούτε και γενικότερα λόγω της λειτουργίας του καφεστιατορίου, ενόψει ακριβώς της φύσης και του χαρακτήρα της περιοχής. Ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ορατή πιθανότητα πρόκλησης οχληρίας λόγω της λειτουργίας του καφεστιατορίου, τότε οι Ενάγοντες δεν έχουν καταφέρει να καταδείξουν την ύπαρξη οικονομικής ζημιάς με βάση τα στοιχεία που έχουν παρουσιάσει. Χωρίς να παραγνωρίζω πως το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση για σκοπούς τελικών ευρημάτων, εντούτοις θα πρέπει να λεχθεί πως οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν τις κρατήσεις των προηγούμενων ετών για να συγκριθεί η κατάσταση ενοικίασης του διαμερίσματος πριν το 2018 που ξεκίνησε η λειτουργία του καφεστιατορίου. Επίσης οι ίδιοι αναφέρουν ότι παρουσιάζουν ενδεικτικές κρατήσεις, επομένως τα στοιχεία φαίνεται να είναι ελλιπή και αποσπασματικά, σε κάποιες περιπτώσεις παρουσιάζουν αύξηση και όχι μείωση του ενοικίου και κυρίως παραγνωρίζεται η πανδημία του Covid-19 η οποία λογικά θα πρέπει να επηρέασε αρνητικά την αγορά των ενοικίων. Ταυτόχρονα συνεκτιμάται και η κατάσταση του ίδιου του διαμερίσματος, όπως παρουσιάζεται στις ιστοσελίδες των διεθνών πρακτόρων. Αυτοί οι ισχυρισμοί των Εναγομένων και τα στοιχεία που παρουσιάζουν ουδόλως αντικρούστηκαν με οποιονδήποτε τρόπο από την άλλη πλευρά και επομένως δεν μπορεί να λεχθεί πως αποκαλύπτεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας αυτού του σκέλους της αξίωσης για την πρόκληση οχληρίας και το ύψος της ζημιάς συνεπεία αυτής. Ως εκ τούτου, στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, το Δικαστήριο καταλήγει πως οι Ενάγοντες έχουν καταδείξει μόνο ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης της Ενάγουσας στη βάση της παράνομης επέμβασης με την τοποθέτηση της πινακίδας από τους Εναγόμενους. Το πρώτο αιτητικό για την καταβολή μηνιαίου ενοικίου συνιστά μια καθαρά οικονομικής φύσης θεραπεία, δηλαδή για αποζημιώσεις οι οποίες αποτελούν επαρκή θεραπεία σε περίπτωση μη έγκρισης του πρώτου αιτητικού. Με άλλα λόγια, δεν έχει καταδειχθεί πως τυχόν μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες οι οποίοι και σαφώς δύνανται να αποζημιωθούν. Σημειώνεται πως δεν έχει προβληθεί ισχυρισμός από τους Ενάγοντες ότι οι Εναγόμενοι δεν είναι φερέγγυοι και ικανοί να τους αποζημιώσουν σε περίπτωση που ήθελε τελικώς φανεί πως έπρεπε να είχε εκδοθεί το πρώτο αιτούμενο διάταγμα. Αντιθέτως οι Εναγόμενοι προβάλλουν τον ισχυρισμό πως είναι μια καθόλα φερέγγυα εταιρεία η οποία δύναται να αποζημιώσει τους Ενάγοντες σε περίπτωση που πετύχουν στην Αγωγή τους, γεγονός το οποίο φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από τα οικονομικά αποτελέσματα των Εναγομένων για το έτος 2019, Τεκμήριο 12 στην ένορκη δήλωση του ΜΜ. Αναφορικά με το αιτητικό για απομάκρυνση της πινακίδας, διαφαίνεται πως τυχόν μη έκδοση του δεν θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες, υπό την έννοια ότι η όποια ζημιά μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και έτσι οι Ενάγοντες θα αποζημιωθούν αν ήθελε εκδοθεί απόφαση υπέρ τους. Τέλος, σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί παράνομη επέμβαση και όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα (ανωτέρω), σελ. 133, οι τελικές θεραπείες που προσφέρονται στους Ενάγοντες είναι αποζημιώσεις και ή διάταγμα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ttantis v. Hadjimichael and another
(1982)1 C.L.R. 301 και Αγγελίδης και Φιλίππου Λτδ v. Σπύρος Κολοκασίδης Εστέιτς Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 327. Εδώ όμως και όπως έχει ήδη αναφερθεί, στα πλαίσια της ενδιάμεσης αίτησης για προσωρινά διατάγματα, ζητούνται διατάγματα για την καταβολή μηνιαίου καθορισμένου ή εύλογου ενοικίου λόγω μείωσης εισοδημάτων από την ενοικίαση του διαμερίσματος και ή ως η ενοικιαστική αξία της μετώπης στην οποία βρίσκεται η πινακίδα και για την αφαίρεση της πινακίδας. Κατ΄ αρχάς πρόκειται για προστακτικά διατάγματα τα οποία εκδίδονται με ιδιαίτερη φειδώ από το Δικαστήριο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο . v. Σούλη, Πολ. ΄Eφ. Ε75/15, ημ. 7.12.18: «Το εκδικάσαν Δικαστήριο, βασικά, έκρινε, ορθώς, ότι τα εν λόγω διατάγματα, όσον αφορά τη φύση τους, ήταν προστακτικά, δεδομένου του περιεχομένου και της επίδρασής τους, αναφερόταν δε σε αυτά ωσάν να ήταν ένα διάταγμα. Τα χαρακτηριστικά ενός προστακτικού διατάγματος, πρέπει να λεχθεί, καθιστούν, σε κάθε περίπτωση, ιδιαιτέρως απαιτητικές τις περιστάσεις και τους όρους έκδοσής του, (βλ. Redland Bricks, Ltd. ν. Morris [1969] 2 All E.R. 576 (H.L.), Σοφοκλέους κ.ά. ν. Παύλου
(2012)1 Α.Α.Δ. 2047). Αυτό εξηγείται, κυρίως, στη βάση ότι είναι, συνήθως, πιο πιθανό να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά από την έκδοσή του παρά από την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος, (βλ. National Commercial Bank Jamaica v Olint Corpn [2009] 1 WLR 1405 (PC). Συνέχεια της πιο πάνω διαπίστωσης, παρατηρούνται στην τελευταία υπόθεση, στη σελίδα 1409, και τα εξής: "What is required in each case is to examine what on the particular facts of the case the consequences of granting or withholding of the injunction is likely to be." Το πιο πάνω απόσπασμα παραπέμπει ευθέως στην αρχή του ισοζυγίου της ευχέρειας, αυτής εφαρμοζομένης στη βάση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου, η οποία ασκείται με αναφορά στα συγκεκριμένα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Η κατάληξη δε του δικαστηρίου, σχετικά, δεν ακολουθεί, απαραίτητα, την κατάληξη όσον αφορά τις προϋποθέσεις της επιφύλαξης του εδαφίου
(1)του άρθρου 32 του Ν. 14/1960. Εν ολίγοις, κατά την εφαρμογή, ως ανωτέρω, της πιο πάνω αρχής, το δικαστήριο δυνατό να μην εγκρίνει το αίτημα για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, παρά τη διαπίστωσή του περί ικανοποίησης των προϋποθέσεων του εν λόγω εδαφίου, όπως συνέβη στην παρούσα υπόθεση. Η δυνατότητα αυτή αναγνωρίστηκε, ως καθ' όλα εφικτή, στην υπόθεση Αβερκίου ν. ΘΕΟ Κτηματική Λτδ κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222.» Σαφώς αυτά τα διατάγματα συμπεριλαμβάνονται στις τελικές αξιούμενες με την Αγωγή θεραπείες, καθότι σε περίπτωση που τελικώς ήθελε καταδειχθεί πως η τοποθέτηση της πινακίδας αποτελεί παράνομη επέμβαση τότε θα μπορούσε να εκδοθεί διάταγμα απομάκρυνσης της ή ακόμα επιδίκαση αποζημιώσεων αν ήθελε αποδειχθεί η όποια πρόκληση ζημιάς και το ύψος αυτής. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σταυράκης κ.ά. v. Δήμου Λευκωσίας (ανωτέρω): «Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι όπου το αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ταυτόσημο με τα αιτούμενα διατάγματα της αγωγής και τυχόν έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με την ταχύτατη εκδίκαση της αγωγής, όπως προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, σε συνάρτηση πάντοτε με το ισοζύγιο της ευχέρειας, δεν πρέπει να παραχωρούνται (Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν. C. Koukkouris Trading Co Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Αυτό, χωρίς να παραγνωρίζεται η δυνατότητα του Δικαστηρίου να παραχωρήσει προσωρινά διατάγματα ταυτόσημα με τις αγωγής σε κατάλληλη περίπτωση. Εξουσία, που σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ και εκεί όπου η ανάγκη και η φύση της υπόθεσης επιβάλλει. » (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το αιτητικό για την καταβολή μηνιαίου ποσού δεν αποσκοπεί στην παροχή μιας ενδιάμεσης προστασίας η οποία είναι αναγκαία μέχρι την εκδίκαση της ουσίας της Αγωγής. Πρόκειται για καθαρά τελική θεραπεία η οποία, σε περίπτωση έγκρισης της, ουσιαστικά ισοδυναμεί με τελική κατάληξη επί του κατά πόσο υφίσταται παράνομη επέμβαση και επί του ποσού των αποζημιώσεων γι΄ αυτή. Ως τέτοια, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος χορήγησης της στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Αυτό το ζήτημα συναρτάται άμεσα με το ισοζύγιο της ευχέρειας το οποίο σαφώς κλίνει υπέρ των Εναγομένων οι οποίοι δικαιούνται στη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων και όχι στην έκδοση ενδιάμεσης θεραπείας η οποία ουσιαστικά συνεπάγεται την τελική εκδίκαση του ζητήματος. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αβερκίου v. Θεο Κτηματική Λτδ
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 222 είναι διαφωτιστικό: «Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκασης της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS EXPRESS v. C. Koukkouris Trading Co. Ltd
(1998)1(A) A.A.Δ. 149. Όπως ορθώς επισημαίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, στο στάδιο έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος, είναι ανεπιθύμητο να εμπλέκεται ο δικαστής στην εξέταση της ουσίας της αγωγής. Έαμε αναφορά το πρωτόδικο δικαστήριο στην υπόθεση Τσιερκέζου ν. Dracon
(2009)1 A.A.Δ. 734, για να εξετάσει κατά πόσο η παρουσιασθείσα ενώπιον του μαρτυρία οδηγεί στη διαπίστωση μιας φανερής και ασυνήθιστα δυνατής υπόθεσης, έτσι ώστε να προχωρήσει στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος.» Ως εκ τούτου, πέραν του ότι δεν έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης αναφορικά με το ύψος του ποσού, ούτε και η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται ενώ δεν συντρέχει λόγος για την έκδοση τέτοιου ενδιάμεσου διατάγματος το οποίο απολήγει σε τελική θεραπεία. Αναφορικά με το δεύτερο αιτούμενο διάταγμα, σαφώς και αυτό ισοδυναμεί σε κάποιο βαθμό με τελική θεραπεία καθότι ζητείται η αφαίρεση και απομάκρυνση της πινακίδας. Και εδώ το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Εναγομένων οι οποίοι εδώ και τρία έτη έχουν την πινακίδα στον συγκεκριμένο χώρο και την οποία μπορούν να διατηρήσουν μέχρι την ακρόαση της Αγωγής. Είναι κοινώς αποδεκτό πως η πινακίδα βρίσκεται τοποθετημένη στην πρόσοψη της βεράντας από την έναρξη λειτουργίας του καφεστιατορίου περί τα τέλη Μαΐου του 2018 και πως οι Ενάγοντες αποτάθηκαν αρχικά με την επιστολή ημ. 22.8.18, μέσω του δικηγόρου τους, προς τους Εναγόμενους για την αφαίρεση της πινακίδας. Οι Εναγόμενοι απάντησαν με επιστολή ημ. 24.8.18, μέσω των δικών τους δικηγόρων, αρνούμενοι τους ισχυρισμούς και το αίτημα των Εναγόντων και οι τελευταίοι απάντησαν και πάλι μέσω των δικηγόρων τους με επιστολή ημ. 29.8.18. Οι επιστολές αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου Στ στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος. Παρόλο που οι Ενάγοντες αποτάθηκαν στους Εναγόμενους σχετικά άμεσα με την τοποθέτηση της πινακίδας για την αφαίρεση της, είναι άξιον απορίας γιατί ακολούθως ανέμεναν 2 ½ έτη για να επανέλθουν και επαναλάβουν το αίτημα τους. Αυτό έγινε με την επιστολή των δικηγόρων τους ημ. 23.2.21, στην οποία οι δικηγόροι των Εναγομένων απάντησαν με επιστολή ημ. 4.3.21 και στην οποία οι δικηγόροι των Εναγόντων απάντησαν με επιστολή ημ. 8.3.21, μέρος του Τεκμηρίου Στ, ενώ, στο μεσοδιάστημα και σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ΜΜ, οι Ενάγοντες δεν παραπονέθηκαν ούτε και έθεσαν θέμα για παράνομη επέμβαση ή οχληρία ή μείωση στην ενοικιαστική αξία του διαμερίσματος. Ακολούθησε στις 9.4.21 η λήψη δικαστικών μέτρων και το αίτημα για διάταγμα αφαίρεσης της πινακίδας ως προσωρινή θεραπεία. Αυτή η συμπεριφορά των Εναγόντων και η παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτούς με την ύπαρξη της πινακίδας, συνηγορούν υπέρ της άρνησης της αιτούμενης ως ενδιάμεσης θεραπείας για αφαίρεση της πινακίδας. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Σταυράκης κ.ά. v. Δήμου Λευκωσίας (ανωτέρω) από την οποία παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Οι διαφορές που υπήρχαν στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων, και ιδιαιτέρως ως προς τη σημασία που θα μπορούσε να τους προσδώσει κάποιος, εφόσον δεν επιτρέπεται σ' αυτό το στάδιο το Δικαστήριο να προβεί σε τελικά συμπεράσματα, ορθά οδήγησαν το Δικαστήριο να αποφασίσει ότι το έργο αυτό θα πρέπει να αφεθεί στο στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης (Jonitexo v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Αβερκίου (ανωτέρω)). Εκ της φύσεως του ένα τέτοιο διάταγμα δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξης πραγμάτων, αλλά την απόδοση θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή. Άλλωστε, ένα συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας λόγω αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης και όχι σε ικανοποίηση του ουσιαστικού της αιτήματος (Goodies Evagorou Ltd (Γκούτις Ευαγόρου Λτδ) v. Lani Restaurants Ltd (Λάνι Ρέστοραντς Λτδ)
(1998)1 Α.Α.Δ. 157 και Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 734).» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Διαφωτιστικές είναι επίσης οι υποθέσεις Penderhill Holdings Ltd κ.ά. v. Abramchyk κ.ά.
(2014)1(A) A.A.Δ. 118, Avila Management κ.ά. v. Stepanek κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403, Parico Aluminium Designs v. Muskita Aliminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 A.A.Δ. 2015 και Κουνούνα ν. F & A Simonos Ltd
(2002)1(Β) A.A.Δ. 1361. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καθορίζουν και την πορεία της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης και τα άλλα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το Δικαστήριο καταλήγει πως η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων 1 και 2 - Αιτητών αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Γ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο