Mavromatis Employment Bureau Ltd κ.α. ν. Ορφανίδου κ.α., Αρ. Αγωγής: 283/21, 15/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 283/21 Mεταξύ:
- Mavromatis Employment Bureau Ltd
- XXXXX Κυριακίδη Ενάγοντες -και-
- XXXXX Ορφανίδου
- XXXXX Κουρουνιάδη
- XXXXX Χειμώνα
- V. Varnava Employment Agency Ltd
- XXXXX Βαρνάβα Εναγόμενους Αίτηση ημ. 2/9/2021 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων Ημερομηνία: 15/11/2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες- Αιτητές: κ. Χρίστου Για Εναγόμενους - Kαθ' ων η αιτηση 1-3: κα. Χατζηκωσταντή Για Εναγόμενους - Kαθ' ων η αιτηση 4-5: κ. Μαρκουλής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
- Εισαγωγή Την 2/9/2021 καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, με την οποία ζητούνται από τους Ενάγοντες Αιτητές (στο εξής «οι Ενάγοντες»), όπως αναφέρεται στην Οπισθογραφημένη Απαίτηση, μεταξύ άλλων, γενικές, τιμωρητικές και ειδικές αποζημιώσεις λόγω αστικών αδικημάτων ή/και αστικής συνομωσίας ή/και παράβαση σύμβασης ή/και παραβίαση του Νόμου 125(Ι)/2018 και του σχετικού Κανονισμού ή/και για απάτη ή/και δόλο ή/και ψευδείς παραστάσεις ή/και επιζήμια ψευδολογία ή/και παράβαση εργασιακής πίστης λόγω παράνομης χρήσης εμπιστευτικών πληροφοριών των Εναγόντων από τους Εναγόμενους Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «οι Εναγόμενοι»). Επίσης οι Ενάγοντες επιζητούν διατάγματα με τα οποία να εμποδίζονται οι Εναγόμενοι να παραβιάζουν το δικαίωμα προστασίας του κύρους και του καλού τρόπου λειτουργίας της Ενάγουσας 1 και να τους απαγορεύεται η κοινοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών της τελευταίας. Την ίδια, με την καταχώρηση της αγωγής, μέρα, καταχωρήθηκε και η υπό εξέταση αίτηση για έκδοση μιας σειράς προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων. Συγκεκριμένα έχουν εκδοθεί διατάγματα μονομερώς που απαγορεύουν στους Εναγόμενους 1 μέχρι 3 και/ή σε αντιπροσώπους τους και/ή σε υπαλλήλους και/ή σε υπηρέτες τους να χρησιμοποιούν με όποιο τρόπο ή/και να εκμεταλλεύονται ή/και να αποκαλύπτουν ή/και να δημοσιοποιούν όποια πληροφορία ή στοιχείο περιήλθε στη γνώση ή/και κατοχή τους άμεσα ή έμμεσα κατά τη διάρκεια της εργοδότησης τους στην Ενάγουσα
- Επίσης εκδόθηκε διάταγμα που απαγορεύει στους Εναγόμενους να χρησιμοποιούν με όποιο τρόπο ή/και να εκμεταλλεύονται ή/και να αποκαλύπτουν ή/και να κοινοποιούν την όποια εμπιστευτική πληροφορία και/ή στοιχεία πελατολογίου και/ή επικοινωνίας των πελατών της Εναγουσας
- Οι θέσεις των μερών Η εν λόγω αίτηση υποστηρίζεται από μια εκτενή ένορκη δήλωση της Ενάγουσας
- Σε αυτήν αναφέρεται στην σύμβαση εργοδότησης των Εναγομένων 1 μέχρι 3 και σε ρητούς και εξυπακουόμενους όρους αυτής. Ενώ επισυνάπτει τις σχετικές συμβάσεις εργασίας, αναφέρεται σε όρους όπως η μη αποκάλυψη και χρήση εμπιστευτικών πληροφοριών, όρος που δεν περιέχεται στην σύμβαση. Αναφέρεται στις εργασίες των Εναγόντων, ήτοι την εξυπηρέτηση ατόμων, τα οποία επιθυμούν να εργαστούν στην Κύπρο, και την σχετική διαδικασία εξεύρεσης εργασίας σε αυτά τα άτομα. Σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα αίτηση, υποστηρίζει ότι οι Εναγόμενες 1 μέχρι 3 την 19/5/2021 με επιστολή τους προς την Ενάγουσα 1 της ανάφεραν ότι εξαναγκάσθηκαν σε παραίτηση λόγω της συμπεριφοράς της Ενάγουσας
- Από τότε δεν ξαναπήγαν στην εργασία τους και παρέδωσαν το κλειδί του γραφείου της Ενάγουσας 1 στο Παραλίμνι, σε άλλη υπάλληλο της τελευταίας. Στην συνέχεια η Ενάγουσα 2 αναφέρεται σε λεπτομέρειες απάτης και δόλου των Εναγομένων. Προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού της υποστηρίζει ότι οι Εναγόμενες 1 μέχρι 3 έλαβαν εμπιστευτικό υλικό της Ενάγουσας 1 και προσωπικά δεδομένα των πελατών της. Συνωμότησαν επίσης όλοι οι Εναγόμενοι για να προσεγγίσουν και να επικοινωνήσουν με τους πελάτες τους. Από έρευνα στην οποία προέβηκε αναφέρει ότι σκοπός της παραίτησης τους ήταν για να εργαστούν αλλού ή να ανοίξουν γραφείο μόνες τους, ενώ άτομα τα οποία δεν κατονομάζει της ανάφεραν ότι επικοινώνησαν μαζί τους οι Εναγόμενες για να τους αναφέρουν ότι εργάζονται πλέον μόνες τους σε συνεργασία με άλλη Εταιρεία. Επικοινώνησε με κάθε ένα από τους πελάτες της Ενάγουσας 1 και επιβεβαίωσε ότι η Εναγόμενη 1 είχε προβεί σε σχετικές ενέργειες προς όφελος των εν λόγω πελατών. Παραπέμπει και σε συγκεκριμένο άτομο στο οποίο η Εναγόμενη 1 ανάφερε ότι δεν πρέπει να αποταθεί σε άλλο από την ίδια για να εξεύρει νέα εργασία. Στη συνέχεια προσπαθεί να καταδείξει παράβαση του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου του 2018 (125(I)/2018). Μετά από τιτάνια προσπάθεια της, μέσω έρευνας σε ηλεκτρονικούς και έντυπους φακέλους, ανηύρε ότι συμβόλαια πελατών της δεν είχαν ανανεωθεί. Έλαβε την βοήθεια ειδικού, ο οποίος σε ένορκη δήλωση του αναφέρει ότι ανέκτησε διαγεγραμμένα δεδομένα από τον υπολογιστή της Ενάγουσας στο γραφείο όπου εργάζονταν οι Εναγόμενες 1 μέχρι 3, χωρίς να αναφέρει τι αφορούσαν αυτά. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι έλαβαν εμπιστευτικά στοιχεία της Ενάγουσας 1 γιατί δεν θα μπορούσαν να θυμούνται το μεγάλο όγκο των πληροφοριών των πελατών που εξυπηρετούσαν. Για να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς της για επιζήμια ψευδολογία αναφέρει ότι καθημερινά ενημερώνεται από πελάτες της, οι οποίοι ανανέωσαν τα συμβόλαια τους με τους Εναγόμενους, ότι οι τελευταίοι προβαίνουν σε ψευδής δηλώσεις και επιζήμια ψευδολογία εναντίον των Εναγόντων. Τέλος αναφέρεται στην ζημιά που υπέστη λόγω της συμπεριφοράς των Εναγομένων, δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης και υποστηρίζει ότι πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων. Αξίζει να αναφερθεί ότι δεν υποστηρίχθηκε, η έκδοση των έτερων διαταγμάτων που επιζητούνται, παρά μόνο το να καταστούν απόλυτα αυτά που εκδόθηκαν μονομερώς. Παραπέμπω σχετικά στην αγόρευση των Εναγόντων, η οποία ξεκινά με την φράση «θέμα προς απόφαση αποτελεί η οριστικοποίηση ή ακύρωση του εκδοθέν προσωρινού διατάγματος ημ. 02/09/2021», αλλά και η τελική εισήγηση και ο τίτλος της εισηγείται αποκλειστικά οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων, χωρίς να γίνεται καν αναφορά στα επιστρεπτέα. Οι Εναγόμενες 1 μέχρι 3 με την ένσταση τους υποστηρίζουν ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, υπάρχει απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, δεν αποδέχονται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και τα αιτούμενα διατάγματα είναι γενικά και αόριστα. Με την ένορκη δήλωση, η οποία υποστηρίζει την ένσταση τους ισχυρίζονται μεταξύ άλλων ότι: δεν ήταν γνώστριες ηλεκτρονικών υπολογιστών. Μόνο η Εναγόμενη 3 χρησιμοποιούσε ηλεκτρονικό υπολογιστή και αυτό για να επικοινωνήσει με πελάτες. Είναι η αγνωμοσύνη της Ενάγουσας 2 που τις οδήγησε στην παραίτηση και η αυθαίρετη αποκοπή από τον μισθό τους. Η εργασία τους στους Εναγόμενους 4 και 5 άρχισε σε διαφορετικές ημερομηνίες της κάθε μιας από 15/6 μέχρι 19/8/
- Οι Ενάγοντες είχαν αποστείλει μήνυμα την 3/6/2021 στους πελάτες τους ενημερώνοντας τους ότι είχε αλλάξει αριθμός προσωπικού, γεγονός που δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο. Αναφέρουν ότι οι ίδιες δεν προέβησαν στην όποια διαγραφή δεδομένων, τα οποία διαγραμμένα δεδομένα εν πάση περιπτώσει δεν αποκαλύπτονται. Δεν έλαβαν πληροφορίες για πελάτες των Εναγόντων και αν κάποιος πρώην πελάτης τους αποταθεί στους σημερινούς εργοδότες τους, Εναγόμενους 4 και 5, τον εξυπηρετούν. Πιθανή οριστικοποίηση των εν λόγω διαταγμάτων θα τις καταστήσει παράλυτες επαγγελματικά, αφού αυτή τη δουλειά γνωρίζουν και σε αυτή έχουν εμπειρία. Οι Εναγόμενοι 4 και 5 σε ανάλογη ένορκη δήλωση υποστηρίζουσα την ένσταση τους αναφέρουν ότι ουδεμία συνομωσία στην οποία να εμπλέκονται δεν έλαβε χώρα. Δεν έχουν στην κατοχή τους εμπιστευτικό υλικό των Εναγόντων, ενώ κατέχουν άδειες λειτουργίας εξεύρεσης εργασίας από το
- Η ανάγκη πρόσληψης των Εναγομένων 1 μέχρι 3 προέκυψε λόγω της αυξανόμενης εργασίας τους. Οι δικηγόροι των μερών με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις τους, στις οποίες θα γίνεται αναφορά πιο κάτω, όπου καθίσταται χρήσιμο κατά την ανάλυση των νομικών αρχών της υπόθεσης.
- Νομική βάση Στην παρούσα τυγχάνουν εξέτασης οι πρόνοιες του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίωv Νόμoυ τoυ 1960 (14/1960). Ακόμα και σε αυτό το στάδιο, μετά δηλαδή την έκδοση μονομερώς διατάγματος, το Δικαστήριο οφείλει να επανεξετάσει τις εν λόγω προϋποθέσεις (βλ. Union General Armenienne de Bienfaisance και Άλλοι ν. Της Α.Π. του Mesrob Mutafyan, Πατριάρχου Προϊσταμένου του Αρμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως
(2006)1 ΑΑΔ 1376 και Alexander Nikitin ν. Grigorey Alexander
(2013)1 ΑΑΔ 1093). Εξετάζεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και αν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του Διατάγματος. Ως προς τον τρόπο εξέτασης των προϋποθέσεων που το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 θέτει, απολύτως σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην πολύ πρόσφατη Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας v. Φίλιππου Α. Τρικωμίτη & Υιοί Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση αρ. Ε91/2015, 5/4/2021: «Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό στάδιο μιας υπόθεσης, όταν καλείται να εξετάσει κατά πόσο θα εκδώσει προσωρινό διάταγμα, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων του άρθρου 32 και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, 267). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236).» Στην βάση των πιο πάνω το Δικαστήριο αρχικά εξετάζει αν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση είναι αλληλένδετο με την βάση της αγωγής. Δηλαδή αν μέσω των αναφερόμενων στην Έκθεση Απαίτησης υπάρχει, γεννάται βάση αγωγής. Αξίζει να αναφερθεί ότι η Οπισθογραφημένη Απαίτηση των Εναγόντων φαίνεται να μην συνάδει με τα όσα οι Θεσμοί επιβάλλουν. Συγκεκριμένα σε κάθε αιτητικό σωρεύονται πολλές βάσεις αγωγής (από παράβαση σύμβασης μέχρι αστική συνομωσία και από παράβαση του Νόμου 125(Ι)/2018 μέχρι επιζήμια ψευδολογία, απάτη και δόλο), παρά την απαίτηση της Δ.20 Θ. 3. Εν πάση περιπτώσει και στην βάση του δικογράφου τους φαίνεται να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Κυριότερο ζήτημα, φρονώ, είναι ότι προσωπικά δεδομένα ιδιοκτησίας των Εναγόντων ουσιαστικά τυγχάνουν εκμετάλλευσης από τους Εναγόμενους, κατά παράβαση του σχετικού Νόμου. Η βάση αυτή γεννά σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, με συνέπεια το Δικαστήριο να προχωρήσει στην αξιολόγηση της δεύτερης προϋπόθεσης, ήτοι αν μέσω της μαρτυρίας που ετέθη ενώπιον του υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Ως προς την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, στην Κυτάλα κ.ά. ν. Χρύσανθου κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 253, αναφέρθηκε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557). Όπως ετέθη στις υποθέσεις T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 A.A.Δ. 225, δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Σε αυτό το στάδιο, δεν γίνονται ευρήματα ουσίας. Δεν αξιολογούνται οι εκδοχές για να επιλεγεί μια εξ' αυτών (Hazlewood Investment & Finance LTD ν. Μanuel κ.α., Πολιτική ΄Εφεση Αρ. Ε14/2017 και Ε209/2017, 16/7/2019). Εξετάζεται αν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για πιθανότητες ύπαρξης ουσιαστικού δικαιώματος. Για να καταλήξει το Δικαστήριο σε εύρημα πιθανότητας επιτυχίας θα πρέπει να γίνει κάποια αξιολόγηση της κατατιθέμενης μαρτυρίας, χωρίς να προβεί σε τελικά συμπεράσματα ή να αποφασίσει για αντικρουόμενους ισχυρισμούς. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω εγείρονται μια σειρά βάσεων αγωγής. Εν πρώτοις αναπτύσσεται αυτή της απάτης εκ μέρους των Εναγομένων. Το Άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 προβλέπει σε σχέση με το αδίκημα της απάτης τα εξής: «Απάτη συvίσταται σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, η oπoία γίvεται εv γvώσει τoυ ψεύδoυς αυτής, ή χωρίς πίστη για τo αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφoρα τoυ κατά πόσo είvαι αληθής ή ψευδής, με σκoπό όπως τo πρόσωπo πoυ εξαπατήθηκε εvεργήσει με βάση αυτή: Νoείται ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση εκτός αv αυτή έγιvε με σκoπό εξαπάτησης τoυ εvάγovτα και πράγματι εξαπάτησε αυτόv, και αυτός εvέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτoύ υπέστη ζημιά: Νoείται περαιτέρω ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση για τo χαρακτήρα, τη συμπεριφoρά, τηv πίστη, τηv ικαvότητα, τo επιτήδευμα ή τις συvαλλαγές oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ, η oπoία έγιvε με σκoπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτωv ή αγαθώv στo πρόσωπo αυτό, εκτός αv η παράσταση αυτή έγιvε γραπτώς και υπoγράφτηκε από τov ίδιo τov εvαγόμεvo.» Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Pyrgas v. Stavridou,
(1969)1 C.L.R. 332, σελ. 340, το άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου ουσιαστικά αναπαράγει το κοινοδίκαιο (action for deceit). Από την γραμματική ερμηνεία του εν λόγω Άρθρου προκύπτουν και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απάτης τα οποία είναι τα εξής:
- παράσταση γεγονότος,
- ο εναγόμενος γνώριζε ότι η παράσταση ήταν ψευδής ή δεν είχε γνήσια πεποίθηση ότι ήταν αληθής,
- έγινε με πρόθεση να ενεργήσει ο ενάγων βασιζόμενος σ' αυτή,
- ο ενάγων ενήργησε με βάση αυτή και
- υπέστη ζημιά. (βλ. Σύγγραμμα «Κεφάλαιο 148, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις», Αρτέμης & Ερωτοκρίτου, Τόμος 1, σελ. 120). Παρά την εκτενή ανάλυση της συμπεριφορά των Εναγομένων η Ενάγουσα 2 στην ένορκη της δήλωση, δεν κατέδειξε πλήρωση των ως άνω συστατικών στοιχείων. Δηλαδή δεν προκύπτει μαρτυρία που να αποκαλύπτει ότι υπήρξε τέτοια ψευδής παράσταση, η οποία να οδηγήσει από μόνη της στην ζημιά των Εναγόντων. Εκείνο που ισχυρίζεται, χωρίς να υπάρξει βέβαια και σχετική τεκμηρίωση, είναι ότι προσχεδίαζαν οι Εναγόμενες 1 μέχρι 3 να αποχωρήσουν από την Ενάγουσα 1 και να επηρεάσουν πελάτες της για να τις ακολουθήσουν σε νέα εργασία, λαμβάνοντας δεδομένα τους. Δεν προκύπτει όμως η όποια ψευδής παράσταση από την συμπεριφορά αυτή, πάνω στην οποία να στηρίχτηκαν οι Ενάγουσες και να ζημιώθηκαν άμεσα, όπως απαιτεί το εν λόγω αστικό αδίκημα. Οι Εναγόμενες 1 έως 3 εργάζονταν στην Ενάγουσα 1 και λάμβαναν μισθό για να προβαίνουν σε σχετικές εργασίες. Ακόμα και αν υποτεθεί, γιατί για υπόθεση της Ενάγουσας 2 πρόκειται, η οποία δεν τεκμηριώνεται, ότι είχαν προσχεδιάσει την παραίτηση τους, από αυτό τον προσχεδιασμό, δεν καταδεικνύεται η όποια ψευδής παράσταση που να ζημιώνει τις Ενάγουσες άμεσα. Σε σχέση, δε, με την επιζήμια ψευδολογία, αυτή επίσης δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από την όποια μαρτυρία, πέραν της γενικόλογης αναφοράς σε ότι είπαν στην Ενάγουσα 2 πελάτες της. Εκείνο που απαιτείται για να καταδειχθεί η πιθανότητα επιτυχίας, είναι κάτι πολύ περισσότερο από ψίθυροι, ανώνυμων ατόμων. Χρειάζεται αναφορά σε ακριβή, τεκμηριωμένα γεγονότα (βλ. Κυτάλα), τα οποία δεν υφίστανται επί του παρόντως. Σε ότι αφορά την παράβαση του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα κ.αι της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου του 2018 (125(I)/2018), παρατηρούμε ότι αυτό που καταδεικνύεται από την μαρτυρία των Εναγουσών είναι η διαγραφή κάποιον αρχείων από ηλεκτρονικό τους υπολογιστή, τα οποία αρχεία ανέκτησαν με την βοήθεια ειδικού. Δεν αναφέρεται στην σχετική έκθεση του εμπειρογνώμονα, τι αφορούν αυτά τα αρχεία και πως αποτελούν προσωπικά δεδομένα των πελατών τους, ούτε επισυνάπτεται η όποια λίστα αυτών. Ο νεότευκτος χώρος των προσωπικών δεδομένων, καθορίζει με ιδιαίτερη σαφήνεια το τι αποτελεί δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα και σαφώς χρειάζεται σχετική μαρτυρία για να την απόδειξη του (βλ. άρθρο 2 του Νόμου 125(Ι)/2018). Η γενικόλογη αναφορά του ότι έχουν σβηστεί δεδομένα, τα οποία δεν συγκεκριμενοποιούνται, δεν μπορεί να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αυτά είναι δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Τέλος δεν φαίνεται να υπάρχει η όποια παράβαση σύμβασης, καθώς στις συμβάσεις μεταξύ Ενάγουσας 1 και Εναγόμενων 1 μέχρι 3 δεν υπάρχει ρήτρα που να απαγορεύει στις τελευταίες να εργαστούν σε ανταγωνιστή (non-compete clause). Τα ως άνω αναφέρονται χωρίς σε καμία περίπτωση να προβαίνω σε πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Θα ήταν, άλλωστε, παρακινδυνευμένο να προβώ σε τελικά συμπεράσματα χωρίς να έχω ενώπιον μου όλα τα απαραίτητα στοιχεία ή μαρτυρία σε αυτό το στάδιο. Πάντα, όμως, με την αξιολόγηση που λαμβάνει χωρά εν προκειμένω και χωρίς να γίνονται τελικά ευρήματα, παρά μόνο με βάση τις ενώπιον μου ένορκες δηλώσεις δεν φαίνεται στην παρούσα περίπτωση να υπάρχει επαρκής μαρτυρία που να δεικνύει ορατή πιθανότητα επιτυχίας (βλ. και Ιερά Μονή Κύκκου ν White Moon Services Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 298/12, 123/2/2013). Συνεπώς τα εκδοθέντα διατάγματα ακυρώνονται. Εν πάση περιπτώσει ακόμα και αν πληρούντο τα κριτήρια που το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 θέτει, το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ των Εναγομένων. Σε ανάλογες με την παρούσα υποθέσεις, στο Ηνωμένο Βασίλειο, έχουν αποφασιστεί τα πιο κάτω. Στην Firepond UK Ltd v Stubbs 2002 WL 31962010 αναφέρθηκε ότι στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας δεν θα έπρεπε να εκδοθεί ανάλογο διάταγμα, σε υπόθεση όπου η μεταξύ των μερών σύμβαση περιείχε σχετικό όρο (non-compete clause), γιατί ουσιαστικά οι Εναγόμενοι θα έχαναν τις δουλειές τους. Τονίστηκε, δε, η ιδιαίτερη δυσκολία στην ανίχνευση και πάταξη (policing) κάθε παράβασης εμπιστευτικότητας που γεννούν τέτοιοι όροι και κατ' αναλογία τέτοια διατάγματα. Στην πρόσφατη Freshasia Foods Ltd v Lu 2019 WL 00120418, πάλι κρίθηκε ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας έγερνε με τον Εναγόμενο, αφού λόγω των εξειδικευμένων προσόντων του θα του αποτρεπόταν να εργάζεται και συνακόλουθα να ανανέωνε την άδεια παραμονής του στην χώρα που διέμενε και εργαζόταν. Τέλος στην Affinity Workforce Solutions Ltd v McCann, 2019 WL 05455002 με αναφορά στην Thomas v Farr plc [2007] ICR 932 τονίστηκε ότι σε τέτοιου είδους διατάγματα είναι πολύ δύσκολο, τόσο για τον εργοδότη όσο και για τον εργοδοτούμενο να θέσουν την γραμμή του ποια πληροφορία είναι εμπιστευτική. Στην συνέχεια και πάλι σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας, ήταν παραδεκτό ότι οι Εναγόμενοι είχαν εις γνώση τους εμπιστευτικές πληροφορίες για πελάτες αλλά ακόμα και υποψήφιους πελάτες των Εναγόντων, παρά τον σχετικό όρο επί της μεταξύ τους συμφωνίας. Και πάλι όμως δεν κρίθηκε δίκαιη η έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων, λόγω, μεταξύ άλλων και της επιφυλακτικότητας των Δικαστηρίων να εκδίδουν τέτοια διατάγματα, αφού ακριβώς υφίσταται δυσκολία στον έλεγχο τους. Έτι δε περισσότερο, στην παρούσα όπου τέτοιος όρος δεν υπήρχε στην σύμβαση μεταξύ Ενάγουσας 1 και Εναγόμενων 1 μέχρι
- Οριστικοποίηση των εν λόγω διαταγμάτων θα δημιουργούσε μια σειρά προβλημάτων και θα καθιστούσε πολύ δύσκολη την εποπτεία και παρακολούθηση εφαρμογής των διατάγματων (βλ. και Κούνουνα Χριστοφής ν. C & A Simonos Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 1361). Εν πρώτοις θα καθιστούσε τις Εναγόμενες 1 μέχρι 3 ανενεργές, αφού θα έπρεπε να λειτουργούν υπό την δαμόκλειο σπάθη ότι μπορεί να εξυπηρετούν πελάτη, του οποίου τα δεδομένα, απαγορεύεται από το διάταγμα να χρησιμοποιούνται, στον πολύ συγκεκριμένο χώρο όπου δραστηριοποιούνται. Επιπλέον είναι πολύ αβέβαιο και σίγουρα αδιευκρίνιστο το τι αποτελεί εμπιστευτική πληροφορία σε σχέση με τους Ενάγοντες και τους πελάτες τους. Δεν έχει διευκρινιστεί ποια είναι αυτά κάθε αυτά τα στοιχεία που περιήλθαν εις γνώση των Εναγόμενων κατά την διάρκεια της εργοδότησης τους, για να μπορεί να τους αποκλεισθεί η πρόσβαση. Σε σχέση, δε, με τους Ενάγοντες, αυτοί με την αποστολή μηνύματός (βλ. Τεκμήριο 8 της ενόρκου δηλώσεως Ορφανίδου) ενημέρωσαν τους πελάτες για την αλλαγή στο προσωπικό τους. Συνεπώς έδωσαν την επιλογή στους πελάτες τους να συνεχίσουν την συνεργασία μαζί τους, αναφέροντας στο εν λόγω μήνυμα και τα σχετικά στοιχεία επικοινωνίας τους. Σημειώνεται ότι δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο να προβεί σε καθορισμό της πελατείας του οποιουδήποτε, περιορίζοντας τον όποιο ανταγωνιστή αλλά υποχρεώνοντας και τους ίδιους τους πελάτες να συναλλάσσονται αποκλειστικά μαζί τους. Κάτι τέτοιο πέραν από την ανεπίτρεπτη επιρροή τρίτων, ήτοι των πελατών που θα υποχρεώνονταν σε συνεργασία με συγκεκριμένη επιχείρηση, θα αποτελούσε και παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος τους να συμβάλλονται ελεύθερα. 4. Απόκρυψη γεγονότων Αν και σφραγίζεται η τύχη των διαταγμάτων, στην βάση των ως άνω θα προβώ σε εξέταση και του λόγου ένστασης που αφορά την απόκρυψη γεγονότων από της Ενάγουσες. Η σχετική αρχή ορίζει ότι: δεν είναι η κάθε παράλειψη που οδηγεί στην ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε ex parte. Το γεγονός που δεν αποκαλύφθηκε πρέπει να είναι ουσιώδους σημασίας ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Πική, Π. στην Resola v. Χρίστου
(1998)1 A.A.Δ. 598: "Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Ζim Israel Navigation Co Limited και άλλων
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 597, πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής." Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος χωρίς την εξέταση της ουσίας της αίτησης. (Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G v Adeona Holdings Limited, Πολιτική Έφεση αρ. Ε 6/2014, 27/2/2015) Στην Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας ν Δήμου Αγίας Νάπας,
(2013)2 ΑΑΔ 621 αναφέρθηκε ότι: «απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων σε μονομερή αίτηση στην ουσία ισοδυναμεί με εξαπάτηση του δικαστηρίου. Όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί, το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό και η πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων" Στην παρούσα υπόθεση κρίνεται ότι το κύριο γεγονός που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ήταν η αποστολή μηνύματος στους πελάτες των Εναγόντων, στα προσωπικά τους τηλέφωνα, 10 μέρες μετά την παραίτηση των Εναγομένων 1 μέχρι 3 και 3 μήνες πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Με αυτό το μήνυμα, ενημέρωναν ότι στα πλαίσια αναδόμησης της εταιρείας τους με σκοπό τη συνεχή βελτίωση των υπηρεσιών τους έχει αλλάξει αριθμός προσωπικού. Κοινοποιούσαν εκ νέου τα τηλέφωνα της Ενάγουσας 1 και το προσωπικό τηλέφωνο της Ενάγουσας 2 και του αδερφού της, υποσχόμενοι ότι η εξυπηρέτηση τους θα γίνει ακόμα καλύτερη. Με αυτό τον τρόπο είχαν ενημερωθεί οι πελάτες των Εναγόντων και είχαν την επιλογή να συνεχίσουν να συνεργάζονται μαζί τους. Οι Ενάγοντες απέκρυψαν τον τρόπο με τον οποίο ουσιαστικά αντιμετώπισαν την αποχώρηση των Εναγομένων 1 μέχρι 3 από τις τάξεις τους. Τον τρόπο με τον οποίο ενημέρωσαν τους πελάτες τους και τους υπέδειξαν πως είναι ακόμη διαθέσιμοι. Το εν λόγω γεγονός είναι, σαφώς, κρίσιμο, αφού οι Εναγόμενες 1 μέχρι 3 εργοδοτήθηκαν από τους Εναγόμενους 4 και 5 μετά την 15/6, 12 μέρες μετά την αποστολή του εν λόγω μηνύματος. Επομένως αν οι πελάτες της Ενάγουσας 1 επιθυμούσαν να συνεχίσουν συνεργασία μαζί της δεν θα μπορούσαν να επηρεαστούν, αφού θα είχαν ήδη λάβει το σχετικό μήνυμα. Τους υπόσχονταν, δε, με το μήνυμα αναβαθμισμένες υπηρεσίες, με νέο προσωπικό, συνεπώς η ζημιά των Εναγόντων δεν μπορεί να έχει προκύψει από την όποια ψευδή παράσταση των Εναγομένων 1 μέχρι 3, αφού σε όποια πιθανή επαφή τους με πελάτες των Εναγόντων, αυτοί θα ήταν ενήμεροι για την αλλαγή προσωπικού. Θα είχαν, δε, οι πελάτες, το δικαίωμα να επιλέξουν με ποιο θα συνεργαστούν, ως επιβάλλουν οι κανόνες της ελεύθερης αγοράς και στην βάση του δικαιώματος ενός εκάστου να συμβάλλεται ελεύθερα. Στην βάση των ως άνω προκύπτει απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων. 5. Κατάληξη Τα εκδοθέντα την 2/9/2021 διατάγματα, στην βάση αίτησης της ίδιας ημερομηνίας ακυρώνονται με έξοδα 700 ευρώ υπέρ των Εναγομένων καταβλητέα αμέσως. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο