← Κύπρος

Ζάρτηλα ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων, Αρ. Αγωγής: 469/20, 18/11/2021

Ζάρτηλα ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων, Αρ. Αγωγής: 469/20, 18/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 469/20 Μεταξύ: XXXXX Ζάρτηλα Ενάγουσας - Αιτήτριας και Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 29/10/2020 για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18 Νοεμβρίου, 2021. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια - Ενάγουσα: κ. Χρ. Χριστοφόρου για Χρ. Χριστοφόρου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ης η Αίτηση - Εναγόμενη: κ. Λουκά για Χρ. Λουκά & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα - Αιτήτρια με μονομερή Αίτησή της ζήτησε από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στην Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση ή οποιοδήποτε αξιωματούχο της ή /και διευθυντή της ή/και αντιπρόσωπό της από το να προβεί σε οποιαδήποτε διαδικασία αποξένωσης και/ή εκχώρησης και/ή μεταβίβασης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ.2-286-376 τεμάχιο XXXXX, τοποθεσία Μανδριά στη Σωτήρα, Αμμοχώστου το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη 3/XXXXX/2011 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου. Η Αίτηση στηρίχθηκε στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 5

(1), 44Α, 44Β και 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, στα άρθρα 2, 3 και 4 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και συναφή Θέματα Νόμου, στα Άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6
(1)της ΕΣΔΑ, στη γενική πρακτική και τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τα γεγονότα, πάνω στα οποία βασίζεται η συγκεκριμένη Αίτηση, αυτά καταγράφησαν στην Ένορκη Δήλωση της ίδιας της Αιτήτριας, XXXXX Ζάρτηλα, η οποία δηλώνει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Σύμφωνα με την Ομνύουσα είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ.2-286-376 τεμάχιο XXXXX, τοποθεσία Μανδριά στη Σωτήρα, Αμμοχώστου το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη 3/XXXXX/2011 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού. Το συγκεκριμένο ακίνητο υποθηκεύτηκε προς εξασφάλιση τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν προς τον υιό της, Κύπρο Αντωνίου, κατάδικο στις Κεντρικές Φυλακές. Στις 14/12/2018 η Καθ΄ ης η αίτηση της επέδωσε Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» ενημερώνοντας την ότι θα προωθούσε την πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου με πλειστηριασμό και ο πλειστηριασμός θα διεξαγόταν στις 04/07/
  1. Η ίδια καταχώρισε την Αιτ/ Εφ. 2/2019 στο Ε. Δ. Αμμοχώστου λόγω του ότι δεν είχε λάβει οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση σε σχέση με το ισχυριζόμενο δάνειο του υιού της και ούτε ο υιός της είχε ενημερωθεί για την προτιθέμενη εκποίηση του ακινήτου. Η διαδικασία πλειστηριασμού ακυρώθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18/03/
  2. Ακολούθησε η αποστολή νέας Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας 12/11/2019, η οποία της επιδόθηκε στις 10/12/2019, με ημερομηνία πλειστηριασμού στις 20/01/
  3. Καταχωρίστηκε η Αιτ./Εφ.45/19 Ε.Δ. Αμμοχώστου, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 13/01/
  4. Λόγω του περιεχομένου της απόφασης και της αποδοχής, από το Δικαστήριο, της μαρτυρίας της XXXXX Βασιλείου, στην οποία ανέφερε ψευδώς ότι ο υιός της διαμένει μαζί της, θέση που προωθήθηκε και από τους ιδιώτες επιδότες XXXXX Βασιλείου και XXXXX Ευτυχίου η ίδια έδωσε εντολή στους δικηγόρους της να απευθυνθούν στην Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd και την ABC E-AUCTIONS LTD και στον δικηγόρο της και να τους ενημερώσουν ότι θα προέβαινε σε καταγγελία στην Αστυνομία για τα αδικήματα της ψευδορκίας και παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία εναντίον των συγκεκριμένων. Υποστηρίζει ότι από την έρευνα που διενήργησε ο δικηγόρος της, στις 20/01/2020, στο ηλεκτρονικό σύστημα πλειστηριασμών της Καθ' ης η αίτηση δεν εντόπισε οποιαδήποτε ανάρτηση για πλειστηριασμό του συγκεκριμένου ακινήτου ενώ σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με λειτουργό της ABC E-AUCTIONS LTD του αναφέρθηκε ότι το ακίνητο ήταν εκτός της διαδικασίας ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Υποστηρίζει ότι ουδέποτε διενεργήθηκε πρώτος πλειστηριασμός σε σχέση με το συγκεκριμένο ακίνητο. Όμως η Καθ΄ ης η αίτηση με επιστολή της ημερ. 01/09/2020 την ενημέρωσε ότι θα ασκούσε το δικαίωμα αγοράς του συγκεκριμένου ακινήτου δυνάμει του άρθρου 44ΙΑ του Ν.9/1965, παρά το γεγονός ότι δεν είχε διεξαχθεί πλειστηριασμός και καθόρισε την τιμή στο ποσό των €100.
  5. Και στις 13/10/2020 με επιστολή ενημερώθηκε ότι το ακίνητό της είχε αγοραστεί από την Καθ΄ ης η αίτηση για το ποσό των €100.
  6. Σύμφωνα με την Ομνύουσα η αγορά ή και η πράξη αγοράς και μεταβίβασης επ' ονόματι της Καθ΄ ης η αίτηση του συγκεκριμένου ακινήτου είναι παράνομη και στερείται νομικού ερείσματος λόγω κατάφορης παραβίασης του Μέρους VIA του Ν.9/1965 και συγκεκριμένα του άρθρου 44Δ, 44Ε και 44Ζ αφού ουδέποτε διενεργήθηκε πρώτος πλειστηριασμός. Η ίδια έχει υποστεί ζημιά και απώλεια της τάξεως των €150.000 το οποίο ποσό συνιστά τη διαφορά μεταξύ της αγοραίας αξίας του ακινήτου από την τιμή πώλησης ήτοι €250.000 - €100.000 = €100.
  7. Καταλήγει ότι η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία έτσι ώστε η περιουσία της να παραμείνει εγγεγραμμένη επ' ονόματι των Καθ΄ων η αίτηση, διαφυλάσσοντας τα δικαιώματα των Καθ΄ων η αίτηση ενώ παράλληλα θα τους εμποδίσει από το να αποξενώσουν το συγκεκριμένο ακίνητο με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη για επανεγγραφή του επ' ονόματι της. Παράλληλα προωθεί τη θέση ότι υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση με ορατές πιθανότητες αποτυχίας της αγωγής λόγω της παραβίασης των νομοθετικών διατάξεων από τους Καθ΄ων η αίτηση. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώρηση Ένστασης από τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση η οποία στηρίχθηκε στα άρθρα 27, 37 -44, 44Α- 44ΙΑ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς ΚΔΠ 185/2015, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, στους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς, στα άρθρα 4, 5, 7, 8 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στα άρθρα 21, 22, 29 -32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, στη Δ.12, Δ.32, Δ.39, Δ.
  8. Δ.55 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στους γενικούς κανόνες επιείκειας και στη πρακτική, νομολογία και τις σύμφυτες εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Κατεγράφησαν δεκατέσσερις
(14)λόγοι ενστάσεως οι οποίοι είναι οι ακόλουθοι: Δεν αποκαλύπτεται η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος ή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, ότι η αγωγή δεν αποτελεί το ενδεδειγμένο μέτρο για εξέταση των θεμάτων που εγείρονται, ότι τα συγκεκριμένα θέματα καλύπτονται από το δεδικασμένο της απόφασης στην Αιτ./Εφ.45/2019 του Ε.Δ. Αμμοχώστου, ότι η αγωγή και η αίτηση εγείρονται με μεγάλη καθυστέρηση, ότι η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής, ότι η αγωγή είναι καταχρηστική και κακόπιστη, ότι έχουν χρησιμοποιηθεί όλες οι θεραπείες που παρέχονται στο Μέρος VIA του Ν.9/65, ότι ο ισχυρισμός ότι δεν διενεργήθηκε ο πρώτος πλειστηριασμός είναι αόριστος και συνιστά εκ των υστέρων σκέψη αφού ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε στις 20/01/2020 πλην όμως δεν υπήρξε ενδιαφερόμενος αγοραστής, ότι το ακίνητο αγοράστηκε στη τιμή που καθορίστηκε με δύο εκτιμήσεις που διενεργήθηκαν σύμφωνα με το Ν.9/65και ενώ είχε δοθεί στην Αιτήτρια η ευκαιρία να διορίσει το δικό της εκτιμητή χωρίς όμως να το πράξει, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του προσωρινού διατάγματος, ότι δεν θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, ότι οι Καθ΄ων η αίτηση είναι φερέγγυοι και μπορούν να ικανοποιήσουν τις αξιώσεις της Αιτήτριας στην περίπτωση που επιτύχει η αγωγή της και ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει προς όφελος των Καθ΄ων η αίτηση. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της XXXXX Βασιλείου, λειτουργού στην υπηρεσία της Altamira Asset Management και γνώστη των γεγονότων. Σύμφωνα με την Ομνύουσα το συγκεκριμένο ακίνητο υποθηκεύτηκε ως εξασφάλιση δανείου που είχε παραχωρηθεί στον υιό της Αιτήτριας, ο οποίος ναι μεν ήταν κατάδικος πλην όμως αποφυλακίστηκε τον Ιούνιο
  1. Την συγκεκριμένη πληροφόρηση την έλαβε επιδότης εντεταλμένος από τους Καθ΄ων η αίτηση ο οποίος είχε επισκεφθεί τις Φυλακές για να του επιδώσει αγωγή που αφορά το υπόλοιπο του επίδικου δανείου μετά την αγορά του ακινήτου. Είναι η θέση της Ομνύουσας ότι η διαδικασία πλειστηριασμού και η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου έγινε νομότυπα και κανονικά και εν πάση περιπτώσει τα άρθρα 44Ε και 44Ζ δεν συμπεριλαμβάνονται στην νομική βάση της αίτησης. Προωθεί τον ισχυρισμό ότι στην Αιτήτρια επιδόθηκε η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» στις 14/12/2018 και ότι μαζί με τον υιό της είχαν καταχωρίσει την Αίτ./Εφ. 2/19, στην οποία παραμερίστηκε εκ συμφώνου η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» στις 18/03/
  2. Η αγορά του επίδικου ακινήτου έγινε με βάση τον πλειστηριασμό που διεξήχθη δυνάμει της νέας Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» ημερ. 12/11/2019, η οποία επιδόθηκε στην Αιτήτρια, η οποία την παρέλαβε και για τον υιό της και στην οποία καθορίζετο ως ημερομηνία πλειστηριασμού η 20/01/
  3. Καταχωρίστηκε η Αιτ./ Εφ.45/2019 για παραμερισμό της Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας 12/11/2019, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο για τους λόγους που καταγράφονται στην απόφαση του Δικαστηρίου και δεν σχετίζονται με αυτά που καταγράφει η Αιτήτρια στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσής της. Είναι ο ισχυρισμός της ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι ο υιός της δεν είχε γνώση του πλειστηριασμού είναι ανυπόστατος αφού έλαβε μέρος και στις δυο διαδικασίες για ακύρωση των πλειστηριασμών. Υποστηρίζει, η Ομνύουσα, ότι ουδέποτε ακυρώθηκε ο πλειστηριασμός που ήταν ορισμένος στις 20/01/2020 αφού δεν υπήρχε λόγος να ακυρωθεί ενόψει και της απόφασης του Δικαστηρίου στην Αιτ./Εφ.45/
  4. Ο πλειστηριασμός διεξήχθη κανονικά και λόγω του ότι δεν υπήρξε ενδιαφερόμενος αγοραστής αξιολογήθηκε το ενδεχόμενο να αγοραστεί το ακίνητο μετά την πάροδο των 6 μηνών. Για την συγκεκριμένη πρόθεση των Καθ΄ων η αίτηση ενημερώθηκε ο δικηγόρος της Αιτήτριας με επιστολή ημερομηνίας 12/02/
  5. Προωθεί τη θέση ότι οι Καθ΄ων η αίτηση έπραξαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.9/1965 και καθόρισαν την τιμή πώλησης του ακινήτου στις €80.000, το οποίο αντιστοιχούσε στο 80% της αγοραίας αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις δυο εκτιμήσεις που είχαν διενεργήσει, αφού η Αιτήτρια δεν διόρισε δικό της εκτιμητή παρά την επίδοση σ΄ αυτήν της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΒ». Στη συνέχεια αποστάληκε επιστολή ημερομηνίας 13/10/2020 με την οποία ενημερωνόταν για τη διάθεση του προϊόντος της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Δεν καταχωρίστηκε έφεση ούτε και εκδόθηκε οποιοδήποτε απαγορευτικό διάταγμα σε σχέση με την διάθεση του προϊόντος οπόταν επικυρώθηκε η πώληση του ακινήτου μετά την πάροδο συνολικά 35 ημερών. Στις 12/10/2020 πιστώθηκε ο λογαριασμός του δανείου του Κύπρου Αντωνίου με το ποσό των €100.
  6. Απορρίπτει τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι η αξία του ακινήτου της ανέρχεται στις €250.000 και προωθεί τη θέση ότι κωλύεται να επικαλείται το συγκεκριμένο γεγονός αφού δεν άσκησε το δικαίωμά της σε ανεξάρτητη εκτίμηση όταν αυτό της παρασχέθηκε και ούτε και άσκησε έφεση ως δικαιούτο σε σχέση με την διάθεση του προϊόντος της πώλησης. Υποστηρίζει ότι η καταχώριση αγωγής δεν συνιστά το ενδεδειγμένο δικονομικό μέτρο για προσβολή των συγκεκριμένων αξιώσεων. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν στερήθηκε την πρόσβαση στη δικαιοσύνη αφού σε όλα τα στάδια της διαδικασίας εκποίησης ασκούσε τα δικαιώματα που της παρέχει ο Ν.9/1965με την καταχώριση των Αιτ/ Εφ. 2/2019 και 45/
  7. Εισηγείται ότι έκδοση του διατάγματος θα είναι επιζήμια και άδικη για τους Καθ΄ων η αίτηση αφού έχουν αγοράσει το ρηθέν ακίνητο και έχουν πιστώσει το ποσό αγοράς έναντι του δανείου το οποίο εξασφάλιζε η υποθήκη και επομένως θα πρέπει να διατηρήσουν το δικαίωμά τους για μεταπώληση ή εκμετάλλευση του ακινήτου ούτως ώστε να καλυφθεί το συγκεκριμένο ποσό ενώ ελλοχεύει και η πιθανότητα να μειωθεί η αξία του ακινήτου μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Κατά τη δική της άποψη δεν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ούτε και ορατή πιθανότητα επιτυχίας, αφού η νομιμότητα του πλειστηριασμού επικυρώθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση στην Αιτ./Εφ.45/
  8. Παράλληλα δεν αμφισβητήθηκε η νομιμότητα του δανείου ή της εξασφάλισης με το συγκεκριμένο ακίνητο ή του οφειλόμενου υπολοίπου ή το δικαίωμα των Καθ΄ων η αίτηση να προχωρήσουν σε εκποίηση. Οπόταν ακόμα και στην περίπτωση επιτυχίας της αγωγής η υποθήκη θα συνεχίσει να υφίσταται και το δάνειο θα συνεχίσει να παραμένει μη εξυπηρετούμενο. Ισχυρίζεται ότι δεν διαφάνηκε ότι θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού δεν προωθήθηκε ισχυρισμός ότι οι Καθ΄ων η αίτηση είναι αφερέγγυοι ή ότι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσουν την Αιτήτρια σε περίπτωση που επιτύχει η αγωγή της. Καταλήγει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει προς τους Καθ΄ων η αίτηση αφού έχουν ακολουθήσει τη νόμιμη διαδικασία αγοράς του ενυπόθηκου ακινήτου. Μετά από άδεια του Δικαστηρίου κατατέθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του υιού της Αιτήτριας στην οποία αναφέρεται ότι τελούσε φυλακισμένος από τις 30/04/2017 μέχρι τις 23/09/2020 και ότι ουδέποτε του επιδόθηκε οποιοδήποτε έγγραφο σε σχέση με τη διαδικασία πλειστηριασμού του επίδικου ακινήτου. Κανένας από τους δυο Ομνύοντες δεν αντεξετάστηκε και η ακρόαση της Αίτησης προχώρησε με κατάθεση εμπεριστατωμένων αγορεύσεων. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο των αγορεύσεων και των δυο πλευρών και θα αναφερθεί σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Προκύπτει από τα όσα παρατίθενται στις δύο ένορκες δηλώσεις ότι η Αιτήτρια τόσο σε σχέση με την Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας 14/12/2018 καθώς και τη μεταγενέστερη Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας 21/11/2019 άσκησε τα εκ του Νόμου απορρέοντα δικαιώματά της καταχωρώντας τις Αιτ./ Εφ. 2/19 και 45/19 Ε. Δ. Αμμοχώστου. Με δικαστική απόφαση στην Αιτ./Εφ.45/19 η διαδικασία εκποίησης κρίθηκε νομότυπη και προχώρησε με τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού στις 20/01/
  9. Λόγω του ότι δεν υπήρξε ενδιαφέρον οι Καθ΄ ων η αίτηση άσκησαν το δικαίωμα αγοράς του ενυπόθηκου ακινήτου και πίστωσαν τον λογαριασμό του δανείου με το ποσό της αγοράς. Δεν αμφισβητήθηκε η πώληση ούτε και η Ειδοποίηση για την προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος αγοράς ημερ. 13/10/2020 αλλά καταχωρίστηκε η υπό κρίση αγωγή με την οποία ζητείται η ακύρωση της συγκεκριμένης πώλησης και η επανεγγραφή του ακινήτου στην Αιτήτρια. Σημειωτέον ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι το επίδικο ακίνητο συνιστά την εξασφάλιση δανείου που έλαβε ο υιός της Αιτήτριας το οποίο είναι μη εξυπηρετούμενο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν, για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα, είναι οι εξής: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Εκτός από το άρθρο 32 του Ν.14/60 η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται και στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  10. Το άρθρο 4 του Κεφ.6 εφαρμόζεται όταν σκοπείται η δέσμευση του αντικειμένου της αγωγής. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, όταν η περιουσία της οποίας επιζητείται η δέσμευση αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής τότε το άρθρο 4 του Κεφ. 6 μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253 το γεγονός ότι πληρούνται οι τυπικές απαιτήσεις του άρθρου 4 δεν σημαίνει και ότι το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα αυτόματα. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας δεν θα πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης, η διάγνωση της οποίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Βασίζεται, επίσης η Αίτηση και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ.6 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στ' όνομά του όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60. Απλώς τα συγκεκριμένα άρθρα προβαίνουν σε ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 396 και ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 692. Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια που τίθενται από τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6, στο βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται. Το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσει κατά πόσον πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις και κατά πόσον δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στην υπό κρίση Αίτηση. Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής : «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (Βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19). Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Με την υπό κρίση Αίτηση ουσιαστικά ζητήθηκε η έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. H έκδοση παρεμπίπτον απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας. Στην υπόθεση Γιαβρή κ.ά. ν. Πάσιου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 125, στη σελίδα 134, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διακριτική ευχέρεια η οποία παρέχεται για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος, ασκείται δικαστικά με κύριο έρεισμα το σκοπό για τον οποίο επιζητείται η θεραπεία. Εφόσον αντικείμενο του διατάγματος είναι η προστασία έναντι συνεχιζόμενης παραβίασης των δικαιωμάτων του ενάγοντος, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί το φυσικό επακόλουθο. Μπορεί το δικαστήριο να αρνηθεί την έκδοση διατάγματος, εφόσον άλλης μορφής προστασία γνωστή στο δίκαιο, ως οι αποζημιώσεις, μπορεί να αποκαταστήσει τον ενάγοντα.». Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2) (ανωτέρω). Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιονδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111 καθώς και πιο πρόσφατα στις αποφάσεις Shiskarev v. Lanuria Ltd Πολ. Εφ. Ε385/16 ημερ. 07/06/18 και Εκδόσεις «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» Λτδ ν. Λοιζίδου Πολ. Εφ.Ε 7/18 ημερ. 21/03/
  1. Στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», έκδοση 2016, στη σελίδα 123 του συγγράμματος, κάτω από το τίτλο «Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση - η πρώτη προϋπόθεση» αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του, είναι αναφορικά με την νομική πτυχή της υπόθεσης. Αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης του, θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του δεν είναι "επιπόλαιο και ενοχλητικό" και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγομένου». Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δυο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους της Αιτήτριας - Ενάγουσας ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της Αίτησης και το αγώγιμο δικαίωμα να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης της Ενάγουσας - Αιτήτριας. Στην παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε Κλητήριο Ένταλμα Δ.2 θ.1 χωρίς να καταχωριστεί Έκθεση Απαίτησης οπόταν ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχουν μόνο οι θεραπείες που επιζητούνται στην παρούσα υπόθεση χωρίς οποιαδήποτε υποστηρικτικά γεγονότα. Εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι δεν υπάρχει το απαιτούμενο υπόβαθρο γεγονότων για να αποφασίσει το Δικαστήριο κατά πόσο αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και εάν υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας. Τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία είναι από κοινού αποδεκτά, είναι ότι επίδικο ακίνητο έχει υποθηκευτεί ως εξασφάλιση για δάνειο το οποίο παραχωρήθηκε στον υιό της Ενάγουσας - Αιτήτριας από τους Καθ΄ων η αίτηση το οποίο είναι μη εξυπηρετούμενο. Καθώς επίσης και ότι έχει κριθεί νόμιμη η ενεργοποίηση της διαδικασίας εκποίησής του δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/1965 με την απόφαση στην Αιτ./Εφ/45/2019 ημερ. 16/01/
  2. Στην απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others [1976] 3 All E.R. 417, στη σελ. 430, εξηγείται ότι η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας. Διαβάζονται τα ακόλουθα: «Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law. » Η συγκεκριμένη αγγλική υπόθεση υιοθετήθηκε και στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου (ανωτέρω). Στην προκείμενη περίπτωση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας μοιάζει με «ισχυρισμό που εκφράζει θέση υπό τύπο κατάληξης», ιδιαίτερα στην παράγραφο 20 της Ένορκης Δήλωσής της. Ως εκ τούτου στερείται αξίας από άποψης αποδεικτικού υλικού εφόσον τα γεγονότα δεν εκτίθενται στην πραγματική τους διάσταση αφού προκύπτει ότι επιδόθηκε στην Αιτήτρια η νέα Ειδοποίηση «ΙΑ» ημερ. 21/11/2019 και για τον υιό της καθώς και Δελτίο ημερ. 04/12/2019, Τεκμήριο Β στην Ένσταση. Συνεπακόλουθα, δεν πληρείται η πρώτη προϋπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίησή του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και τα δικόγραφα. Όπως υπεδείχθη στην Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολ. Έφ. Ε143/2015, ημερ. 23/03/17 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.». Η πλευρά της Αιτήτριας - Ενάγουσας, μέσω της ένορκης δήλωσης που καταχώρισε προς υποστήριξη της αίτησης, παραδέχεται ότι υπήρξε δανεισμός του ποσού από τον αποβιώσαντα υιό της δυνάμει γραπτής σύμβασης με υποθήκη του επίδικου κτήματος ως εξασφάλιση. Ο Ν.9/1965και ιδιαίτερα το Μέρος VIA, ως τροποποιήθηκε, δίδει το δικαίωμα στον πιστωτή να ενεργοποιήσει τη διαδικασία εκποίησης υπό κάποιες προϋποθέσεις που ελέγχονται δικαστικά με την καταχώριση του διαβήματος της Αίτησης - Έφεσης. Η Αιτήτρια άσκησε το εκ του Νόμου εκπηγάζον δικαίωμά της δυο φορές. Την δεύτερη φορά, στην Αιτ./Εφ. 45/2019 το Δικαστήριο έκρινε ως νόμιμη την ενεργοποίηση της διαδικασίας εκποίησης και η συγκεκριμένη κατάληξή του δεν αμφισβητήθηκε. Οπόταν οι πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής είναι ανύπαρκτες και καταλήγοντας στο συγκεκριμένο συμπέρασμα νοείται ότι δεν προκρίνεται με οποιοδήποτε τρόπο η κατάληξη της αγωγής. Σύμφωνα με την νομολογία το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάγει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιούνται. Αποφεύγεται η κατάληξη σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά εκεί όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Είναι αρκετό δε ο ενάγων/αιτητής, για στοιχειοθέτηση και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60, να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειασθεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Είναι η κρίση μου, λοιπόν, ότι τα όσα έχει επικαλεστεί η πλευρά της Ενάγουσας - Αιτήτριας στην ένορκη δήλωση της που κατατέθηκε προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχουν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, δεν είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας λόγω και της μη αμφισβήτησης του δανείου. Θα εξεταστεί στη συνέχεια και το κατά πόσο συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση του πιο πάνω άρθρου, δηλαδή, ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, παρόλο που δεν χρειάζεται αφού οι πρώτες δυο προϋποθέσεις δεν πληρούνται. Όπως είναι πάγια νομολογημένο η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που, ενδεχομένως, ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης. Αφορά δε την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων προς ικανοποίηση τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ του ενάγοντα. Στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (Αρ. 1)
(1992)1 ΑΑΔ 14 αποσαφηνίστηκε η δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60. Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ του ενάγοντα να παραμείνει ανικανοποίητη. Οι νομολογιακές αρχές επαναβεβαιώνονται στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Εφ. Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 ΑΑΔ 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 A.A.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων.». Αυτό που επιζητεί η Ενάγουσα - Αιτήτρια είναι να εμποδιστούν οι Εναγόμενοι - Καθ΄ων η αίτηση από το να αποξενώσουν το ακίνητο το οποίο αγόρασαν για το ποσό των €100.000, με διαδικασία η οποία κρίθηκε νόμιμη από το Δικαστήριο και ακολούθως πίστωσαν με το συγκεκριμένο ποσό το λογαριασμό του δανείου το οποίο εξασφάλιζε. Θεωρώ ότι θα προκληθεί μεγαλύτερη αδικία στους Καθ΄ων η αίτηση - Εναγόμενους με την έκδοση του ζητούμενου διατάγματος παρά στην Ενάγουσα - Αιτήτρια, η οποία δεν έχει αμφισβητήσει ότι το συγκεκριμένο ποσό οφείλεται στους Καθ΄ων η αίτηση - Εναγόμενους. Οι Καθ΄ων η αίτηση - Εναγόμενοι, σε περίπτωση επιτυχίας της Αιτήτριας - Ενάγουσας στην αγωγή, είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να την αποζημιώσουν αφού εν πάση περιπτώσει ισχυρίζεται ότι η ζημιά της είναι οικονομική και την συγκεκριμενοποιεί στο ποσό των €100.000 με €150.000 στις παραγράφους 22 και 23 της ένορκης δήλωσής της. Οπόταν ούτε και αυτή η προϋπόθεση δεν πληρείται. Το θέμα που απομένει για απόφαση από το Δικαστήριο είναι το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας κατά πόσο, δηλαδή, είναι δίκαιο ή κατάλληλο υπό τις περιστάσεις να εκδοθούν τα διατάγματα. Το απαιτούμενο «ισοζύγιο της ευχέρειας» σχετίζεται με το καθήκον του Δικαστηρίου να σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει για τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο αναλόγως αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη τη πορεία η οποία φαίνεται να έχει λιγότερους κινδύνους αδικίας. Αυτό εξετάζεται με βάση το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης, όπως χαρακτηρίστηκε στην πρόσφατη απόφαση Αντώνης και Φουλής Μιχαήλ Λιμιτεδ ν. Ιωαννίδη Πολ. Εφ. Ε44/14 ημερ. 16/07/19. Όπως συνοψίζεται στην επίσης πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου Πολ. Εφ. 7/18 ημερ. 21/03/19: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο (Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) AΑΔ 1237, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας πρωτόδικου Δικαστηρίου προς έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών που η νομολογία αναγνωρίζει, υπό το φως πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. ». Οι φόβοι που έχει καταγράψει η Ενάγουσα - Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι γενικοί, δεν είναι εύλογοι και δεν θεμελιώνεται η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ της. Βλ. Phasarias (Auto Centre) Ltd ν. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης κλείνει υπέρ των Καθ΄ων η αίτηση αφού η ανάγκη προστασίας της Ενάγουσας - Αιτήτριας πρέπει να σταθμίζεται προς την αντίστοιχη ανάγκη των Εναγομένων - Καθ'ων η αίτηση. Ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποία τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα και η Ενάγουσα πετύχει στην αγωγή της εναντίον των Εναγομένων - Καθ΄ων η αίτηση δεν αποδείχθηκε ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να μην μπορεί να γίνει πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας - Αιτήτριας. Στην περίπτωση όμως που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και η Αιτήτρια δεν πετύχει στην αγωγή της τότε οι Εναγόμενοι - Καθ΄ων η αίτηση θα κινδυνεύουν με οικονομική απώλεια η οποία θα είναι απρόβλεπτη στην περίπτωση που μειωθεί η αξία του συγκεκριμένου ακινήτου. Υπό τις περιστάσεις και με δεδομένο ότι δεν έχω ικανοποιηθεί από την Αιτήτρια - Ενάγουσα ότι συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 θα ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια και θα απορρίψω την αίτηση. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία θα είναι άμεσα πληρωτέα. (Υπ.)................ Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.