ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. Ιωσήφ κ.α., Αρ. Αγωγής: 948/2013, 22/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: M. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 948/2013 Μεταξύ : ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων και
- XXXXX XXXXX Ιωσήφ
- XXXXX XXXXX Ιωσήφ
- XXXXX XXXXX Ιωσήφ
- XXXXX XXXXX Ιωσήφ
- XXXXX Ιωσήφ Εναγόμενων ------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Ζ. Ζαχαρίου για Τσίτσιος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1-4: κ. Α. Κασιανής για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικογραφία Η παρούσα αγωγή προχώρησε για Ακρόαση μόνον για τους εναγόμενους 1-
- Τούτο γιατί η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 5 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε στις 16/03/21, για το λόγο που στο πρακτικό της τελευταίας αυτής ημερομηνίας αναφέρεται. Οι Ενάγοντες με την παρούσα αγωγή τους αξιώνουν εναντίον των Εναγόμενων ποσό €88.163,30, πλέον τόκο 9% από 01/01/13 μέχρι εξόφλησης, ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει σύμβασης πιστώσεως ή και δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό ή και πιστωτικών διευκολύνσεων που παρείχαν οι ενάγοντες στους εναγόμενους 1-4 με βάση γραπτή συμφωνία ημερ.27/12/
- Περαιτέρω οι ενάγοντες αξιώνουν την εκποίηση της υποθήκης XXXXX/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, την οποία ενέγραψε η εναγόμενη 1 μαζί με τον εναγόμενο 5 την 27/12/2007, προς περαιτέρω εξασφάλιση των εναγόντων ή και των υποχρεώσεων των εναγόμενων 1 - 4 προς τους ενάγοντες. Αναφέρεται επίσης, για όποια σημασία έχει τούτο, ότι ο εναγόμενος 5 προς περαιτέρω εξασφάλιση των εναγόντων, εγγυήθηκε και γραπτώς τις υποχρεώσεις των εναγόμενων 1-
- Ως οι ενάγοντες αναφέρουν, κατά ή περί την 16/05/2012 απέστειλαν επιστολή στους εναγόμενους με την οποία τους πληροφόρησαν ότι η σύμβαση τρεχούμενου τερματιζόταν δυνάμει των άρθρων 3 και 11 της σύμβασης, καθόσον οι εξασφαλίσεις που είχαν παραχωρηθεί είχαν μειωθεί, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός τους να καταστεί μη εξυπηρετούμενο δάνειο. Τους καλούσαν δε να εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο και τους πληροφορούσαν ότι από την ημερομηνία τερματισμού το επιτόκιο καθοριζόταν σε 9% ετησίως. Οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν και έτσι καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή. Στην Έκθεση Υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι 1-4 παραδέχονται την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας ή και σύμβασης πιστώσεως (βλ. παρ.7 της έκθεσης απαίτησης), με επιφύλαξη των υπερασπίσεων τους κατωτέρω. Πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με την επίδικη συμφωνία λέγουν τα ακόλουθα: - Το επίδικο έγγραφο συμφωνίας αποτελούσε και αποτελεί τυποποιημένο και προκατασκευασμένο έγγραφο συμφωνίας με όρους προκαθορισμένους από τους ενάγοντες, έγγραφο το οποίο οι ενάγοντες διέθεταν για υπογραφή γενικά προς τους πελάτες τους και για το οποίο δεν υπήρχε δυνατότητα από τους εναγόμενους ή και γενικά στους πελάτες των εναγόντων να διαπραγματευθούν τους εν λόγω όρους. - Οι όροι που αναφέρονται στην παράγραφο 7 είναι προϊόν κατάχρησης της διαπραγματευτικής θέσης των εναγόντων, όροι καταχρηστικοί, παράνομοι και/ή άκυροι και/ή αυθαίρετοι και/ή καταπιεστικοί για τα δικαιώματα των εναγόμενων. - Οι όροι που αναφέρονται στην παράγραφο 7 είναι τέτοιοι που παρά την απαίτηση καλής πίστης δημιουργούν ιδιαίτερη ανισότητα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών που πηγάζουν από την επίδικη σύμβαση. - Οι όροι που προβάλλονται στις υποπαραγράφους (α), (β) και (γ) της εκθέσεως απαιτήσεως, είναι όροι καταχρηστικοί και αντίθετοι με τις πρόνοιες του Νόμου που εισάγει περιοριστικές διατάξεις αναφορικά με ορισμένες καταχρηστικές ρήτρες σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές Νόμος 93(Ι)/1996 και εν πάση περιπτώσει είναι όροι αόριστοι και ανεφάρμοστοι και κατά συνέπεια παράνομοι και άκυροι. - Αναφορικά με τον όρο που προβάλλεται στην υποπαράγραφο (γ), οι εναγόμενοι λέγουν ότι το δικαίωμα επιβολής τόκου υπερημερίας επαυξημένο σε ποσοστό 5% από το συμβατικό επιτόκιο του λογαριασμού είναι όρος καταχρηστικός, παράνομος, άκυρος και ανεφάρμοστος ή και αποτελεί όρο που συνιστά ποινική ρήτρα που είναι άκυρη και ανεφάρμοστη. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι παραδέχονται τους ισχυρισμούς των εναγόντων ως αυτοί εκτίθενται στην παράγραφο 8 της Εκθέσεως Απαιτήσεως τους (για την υπογραφή εγγύησης από μέρους του εναγόμενου 5). Αναφορικά όμως με την εγγύηση που χορήγησε ο εναγόμενος 5, οι εναγόμενοι 1-4 προβάλλουν διάφορους ισχυρισμούς περί ακυρότητας της συμφωνίας εγγύησης. Αναφορικά τώρα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων εις την παράγραφο 9 της έκθεσης απαιτήσεως, οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι οι επίδικες υποθήκες ή και δηλώσεις υποθήκης ή και έγγραφα της υποθήκης είναι παράνομα ή και άκυρα ή και ανεφάρμοστα γιατί τα εν λόγω έγγραφα δεν καταρτίστηκαν σύμφωνα με τις ρητές και επιτακτικές πρόνοιες της Περί Υποθηκών Νομοθεσίας, Νόμος 9/65, Άρθρο 21
(1)(γ) ή και διότι οι όροι των εν λόγω εγγράφων δεν είναι σύμφωνοι με τους όρους του επίδικου δανείου ή και διότι ο τόκος δεν καθορίζεται ούτε και υπολογίζεται ή και ούτε δύναται να υπολογιστεί και να καθοριστεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της εν λόγω Νομοθεσίας. Για τους λόγους αυτούς οι επίδικες υποθήκες ή και οι δηλώσεις υποθήκης ή και οι συμβάσεις υποθήκης δέον όπως ακυρωθούν και εξαλειφθούν. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται επίσης ότι οι ενάγοντες ουδέποτε απέστειλαν και/ή απέστειλαν δεόντως τις ισχυριζόμενες επιστολές ή και ότι τερματίστηκε ο επίδικος λογαριασμός. Είναι δε η θέση τους ότι η ισχυριζόμενη αύξηση του επιτοκίου είναι παράνομη και/ή αντισυμβατική και/ή άκυρη και/ή ανεφάρμοστη. Τέλος, λέγουν ότι το ισχυριζόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού είναι εσφαλμένο και/ή διογκωμένο και/ή αποτέλεσμα παράνομων και/ή αντισυμβατικών και/ή καταχρηστικών ενεργειών των εναγόντων και προϊόν παράνομων και/ή αντισυμβατικών και/ή καταχρηστικών χρεοπιστώσεων και η ισχυριζόμενη αύξηση επιτοκίου είναι παράνομη και/ή αντισυμβατική και/ή άκυρη και/ή ανεφάρμοστη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι εναγόμενοι αξιώνουν απόρριψη της αγωγής των εναγόντων, ενώ περαιτέρω αξιώνουν ανταπαιτητικά από τους ενάγοντες δηλώσεις ότι η συμφωνία πιστώσεως, η συμφωνία εγγυήσεως και η υποθήκη είναι άκυρες. Στο απαντητικό τους δικόγραφο οι Ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των εναγόμενων και επαναλαμβάνουν τους δικούς τους ισχυρισμούς. Και βεβαίως αρνούνται τις αξιώσεις των εναγόμενων και ζητούν την απόρριψη της ανταπαίτησης. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης τους εναντίον των Εναγόμενων, οι ενάγοντες κάλεσαν 2 μάρτυρες ήτοι την XXXXX Βασιλείου (ΜΕ1-στο εξής η Βασιλείου) και την XXXXX Πάτσαλου (ΜΕ2-στο εξής η Πάτσαλου). Για τους εναγόμενους έδωσε μαρτυρία μόνον η εναγόμενη
- Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων, με βάση τα δικόγραφα, και των τεκμηρίων, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του, χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Εδώ παρατίθεται μια σύνοψη των όσων ανέφεραν οι μάρτυρες. Η Βασιλείου, ανέφερε ότι ήταν υπάλληλος των εναγόντων για αρκετά χρόνια και μέχρι την 31/01/2018 ήταν τοποθετημένη ως λειτουργός στο τμήμα παρακολούθησης και ανάκτησης χρεών των εναγόντων. Από την 01/02/2018 έχει μεταφερθεί ως υπάλληλος στην Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd (στο εξής η Altamira) δυνάμει σχετικής συμφωνίας με τους ενάγοντες, με βάση την οποία η εν λόγω εταιρεία Altamira ενεργεί δια λογαριασμό των εναγόντων και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, μεταξύ αυτών και ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός και οι συναφείς με αυτόν εξασφαλίσεις. Εξήγησε δε λεπτομερώς τις αλλαγές και μετονομασίες που έλαβαν χώραν αναφορικά με τους ενάγοντες και πως η ΣΠΕ Παραλιμνίου έφτασε τελικά να φέρει το όνομα των εναγόντων (βλ. το τεκμήριο 2 καθώς επίσης τις ειδοποιήσεις μετονομασίας ημερ. 08/09/17 και 31/10/18 που καταχωρίστηκαν στο φάκελο). Ακολούθως αναφέρθηκε στην έγκριση του αιτήματος των εναγόμενων 1-4 για την αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού τους με αριθμό 4013123-1, για σκοπούς φοίτησης, από £35.000 (€59.801,05) σε £80.000 (136.688,11) και τη σύμβαση πίστωσης που υπεγράφη ακολούθως από τους εναγόμενους 1-4 στις 27/12/
- Προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1-4 που πηγάζουν από τον τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό 4013123-1, η Εναγόμενη 1 στις 27/12/2007 ενέγραψε μαζί με τον Εναγόμενο 5 προς όφελος των Εναγόντων την υποθήκη XXXXX/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου για το ποσό των £80.000 (€136.688,11) με επιτόκιο 5,50%. Με επιστολή τους ημερομηνίας 16/05/2012 προς τους Εναγόμενους 1-4, η οποία τους επιδόθηκε μέσω Ιδιώτη Επιδότη στις 21/05/2012, οι Ενάγοντες πληροφορούσαν τους Εναγόμενους 1-4 ότι η Σύμβαση Γενικού Τρεχούμενου τερματίζεται άμεσα δυνάμει των άρθρων 3 και 11 της Σύμβασης, καθόσον οι εξασφαλίσεις που είχαν παραχωρηθεί είχαν μειωθεί, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός να είναι προβληματικός. Με την ίδια επιστολή οι Εναγόμενοι 1-4 κλήθηκαν να εξοφλήσουν το υπόλοιπο. Η επιστολή δεν κατέστη δυνατό να επιδοθεί στον εναγόμενο
- Οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στις επιστολές των εναγόντων και οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή. Το ποσό δε που αξιώνεται τελικά με βάση τη μαρτυρία της είναι το αναφερόμενο στο τεκμ.9, ήτοι €102.640,47.-, μείον ποσό €4.641,70 που αντιστοιχεί στο συνολικό κόστος εξόδων πλέον τόκους από 01/01/
- Συνεπώς αξιώνεται ποσό €97.998,77 πλέον τόκος 3,750% από 01/01/20 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου 1 φορά τον χρόνο, ήτοι στις 31/
- Κατά την κυρίως εξέταση της, κατέθεσε, πέραν της κατάθεσης της τεκμήριο 1 και του τεκμηρίου 2 ανωτέρω, και τα κάτωθι αναφερόμενα έγγραφα:
- Έντυπο αξιολόγησης δανείου φυσικού προσώπου, ως Τεκμήριο
- Σύμβαση πιστώσεως αρ.4944 ημερ.27/12/07, ως Τεκμήριο
- Σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου ημερ.27/12/07, μαζί με Έγγραφο Υποθήκης ίδιας ημερομηνίας, ως τεκμήριο
- Επιστολή τερματισμού ημερ. 16/05/12, μαζί με ένορκες δηλώσεις επίδοσης της επιστολής προς τους εναγόμενους 1-4, ως Τεκμήριο
- Ειδοποίηση του ιδιώτη επιδότη για τη μη επίδοση της επιστολής τερματισμού ανωτέρω προς τον εναγόμενο 5, ως Τεκμήριο
- Κατάσταση του τρεχούμενου λογαριασμού υπ'αρ. XXXXX23, από την ημερομηνία ανοίγματος του, ήτοι την 27/12/07, μέχρι και την 31/12/19, ως τεκμήριο
- Αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, η οποία αφορά την ίδια περίοδο ανωτέρω, μαζί με κατάσταση για το επιτόκιο που χρησιμοποιήθηκε, ως τεκμήριο
- Η μάρτυρας αντεξετάστηκε, κυρίως, αναφορικά με το θέμα της προσωπικής γνώσης της για τα επίδικα ζητήματα, το αξιούμενο επιτόκιο και υπόλοιπο, καθώς επίσης για συγκεκριμένους όρους της συμφωνίας τεκμ.4 και της υποθήκης τεκμ.
- Στα πλαίσια της αντεξέτασης της κατέθεσε επιπλέον τεκμήρια και συγκεκριμένα: - Εξουσιοδότηση των εναγόντων προς τη μάρτυρα, ημερ.14/09/20 - με την οποία την εξουσιοδοτούν να έχει πρόσβαση στο αρχείο τους και να εκτυπώνει καταστάσεις λογαριασμού, να ετοιμάζει αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού και να δίνει μαρτυρία για οποιαδήποτε υπόθεση τους που διαχειρίζεται η Altamira-, ως τεκμήριο
- - Δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ημερ.12/02/19, αναφορικά με την πρόθεση των εναγόντων να πωλήσουν και ή διαθέσουν όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις τους στην Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (ΚΕΔΙΠΕΣ), ως τεκμήριο
- Η Πάτσαλου εργαζόταν στην ΣΠΕ Παραλιμνίου από το 1995 μέχρι και το 2018, οπότε μεταφέρθηκε στην Ελληνική Τράπεζα. Στην κατάθεση της τεκμήριο 12 αναφέρεται στα καθήκοντα της και λέει ότι γνωρίζει τους Εναγόμενους 1-5 λόγω του ότι ήταν πελάτες της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παραλιμνίου και επισκέπτονταν το κατάστημά της Συνεργατικής σχετικά με τις υποθέσεις τους. Η Εναγόμενη 1 είναι μητέρα των Εναγόμενων 2, 3 και 4, ενώ ο Εναγόμενος 5 είναι ο σύζυγος της. Περαιτέρω αναφέρει ότι οι εναγόμενοι 1-4, μετά την έγκριση του αιτήματος τους ημερ.23/05/17 για αύξηση ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού τους με αριθμό XXXXX3-1, για σκοπούς φοίτησης, από £35.000 (€59.801,05) σε £80.000 (€136.688,11), υπέγραψαν στις 27/12/2007 έγγραφη σύμβαση πιστώσεως για την παροχή πίστωσης για το ποσό των £80.000 (€136.688,11) σε μορφή τρεχούμενου λογαριασμού, με αριθμό XXXXX3-1, στον οποίο πιστώθηκε το εν λόγω ποσό (τεκμήριο 4). Οι Εναγόμενοι 1-4, προσήλθαν στο κατάστημά της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παραλιμνίου κατά την πιο πάνω ημερομηνία για τις υπογραφές των εγγράφων, όπου τους εξήγησε το περιεχόμενο των εγγράφων, και αφού τα διάβασαν, υπέγραψαν στη παρουσία της και στην παρουσία της συναδέλφου της XXXXX Καούλλα (η οποία έχει αφυπηρετήσει) και αμφότερες υπόγραψαν ως μάρτυρες των υπογραφών τους. Κατά την ίδια ημερομηνία η Εναγόμενη 1 υπέγραψε Έγγραφο Υποθήκης και ο Εναγόμενος 5 υπέγραψε Έγγραφο Υποθήκης εκ Μέρους Τρίτου και ενέγραψαν την υποθήκη XXXXX/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου (τεκμήριο 5). Είναι βέβαιη ότι όλοι οι Εναγόμενοι κατά την υπογραφή των αναφερόμενων εγγράφων γνώριζαν το περιεχόμενο και το σκοπό για τον οποίο υπέγραφαν τα εν λόγω έγγραφα αλλά και τις λεπτομέρειες της παραχωρηθείσας πιστωτικής διευκόλυνσης. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε αναφορικά με συγκεκριμένους όρους της συμφωνίας τεκμήριο 4 και της υποθήκης τεκμ.5, αλλά, κυρίως, για την επεξήγηση των όρων των συμφωνιών στους εναγόμενους. Η εναγόμενη 1 ανέφερε ότι οι εναγόμενοι 2-4 είναι παιδιά της - έχει άλλη μια κόρη - και ο εναγόμενος 5 είναι ο πρώην σύζυγος της και πατέρας των Εναγόμενων 2-4, ο οποίος από το 2009 έχει εξαφανιστεί και τους εγκατέλειψε μέχρι και σήμερα. Το 1997 τραυματίστηκε σοβαρά σε δυστύχημα, με αποτέλεσμα τον ακρωτηριασμό του δεξιού χεριού της. Συνεπεία αυτού χρειάστηκε να υποβληθεί σε πολλές επεμβάσεις, με την τελευταία να χρονολογείται το έτος
- Από το έτος 2007 ήταν στην λίστα για να λαμβάνει επίδομα αναπηρίας και κατά το έτος 2019 έχει ενταχθεί στους τετραπληγικούς. Επίσης, ένεκα των εξόδων για τις θεραπείες και τις επεμβάσεις της, αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες, ενώ η οικογενειακή επιχείρηση που διατηρούσαν με το σύζυγο της βρέθηκε σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, με αποτέλεσμα το κλείσιμο της περί το
- Το 2009 ο σύζυγος της πώλησε το εμπόρευμα της επιχείρησης τους και ως ήδη αναφέρθηκε έκτοτε τους έχει εγκαταλείψει. Υπό αυτές τις συνθήκες παραχωρήθηκε η επίδικη πίστωση, η οποία ήταν αναγκαία για να σπουδάσουν τα παιδιά της, δηλαδή οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, οι οποίοι ήταν πολύ καλοί μαθητές και δεν ήθελε παρόλα τα μεγάλα προβλήματα της υγείας της αλλά και τα οικονομικά τους προβλήματα, να στερηθούν την δυνατότητα τους να σπουδάσουν. Αρχικά αποτάθηκε στην ΣΠΕ Παραλιμνίου αναφορικά με τα μεγαλύτερα της τέκνα, Κυριάκο και Γεωργιάνα και τους παραχωρήθηκε πίστωση για Λ.Κ.50.000, ενώ αργότερα, και επειδή ήτο αναγκαία περαιτέρω δανειοδότηση, για να μπορέσει να σπουδάσει ο μικρότερος της υιός, Γιώργος, αποτάθηκαν εκ νέου στην ΣΠΕ Παραλιμνίου για ένα περαιτέρω ποσό ύψους Λ.Κ.30.
- Η αίτηση δανείου τεκμ.3 δεν συμπληρώθηκε από την ίδια ή τα παιδιά της και προφανώς το έγγραφο συμπληρώθηκε από της υπαλλήλους της Συνεργατικής. Μεταγενέστερα πληροφορήθηκε ότι η δανειοδότηση που ζήτησαν έχει εγκριθεί και στις 27/12/2007 πράγματι προσήλθαν στο Κατάστημα της ΣΠΕ Παραλιμνίου στο Παραλίμνι, όπου οι υπάλληλοι της Συνεργατικής, XXXXX Καούλλα και XXXXX Πάτσαλου, τους παρέδωσαν τα σχετικά έγγραφα που έπρεπε να υπογράψουν, δηλαδή την Συμφωνία Πίστωσης, τεκμήριο 4, καθώς και την Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης με τα επισυνημμένα Έγγραφα Υποθήκης, τεκμήριο
- Τους υποδείχθηκε ο χώρος που έπρεπε να υπογράψουν και δεν τους αναφέρθηκε τίποτε σε σχέση με οποιοδήποτε όρο και ούτε τους επεξηγήθηκε οποιοσδήποτε όρος και στοιχείο που αναφέρεται στην Συμφωνία Πίστωσης. Επίσης, δεν τους αναφέρθηκε ποτέ ότι μπορούσαν να πάρουν τη συμφωνία πίστωσης και να την μελετήσουν μόνοι τους. Ανέφερε δε ότι τόσον η ίδια όσο και ο σύζυγος της είχαν πολύ καλή συνεργασία με τη Συνεργατική για πολλά χρόνια, γνώριζε όλους τους υπαλλήλους και είχε μεγάλη εμπιστοσύνη ότι ήξεραν τι έκαναν και δεν θα την ξεγελούσαν. Αυτό για το οποίο ήταν βέβαιη ήταν ότι η δανειοδότηση που πήραν ήταν για διάρκεια 11 ετών, πράγμα το οποίο ζητήσαν από την αρχή, ούτως ώστε να είναι σε θέση να το αποπληρώσουν. Εν πάση περιπτώσει πράγματι τα χρήματα εκταμιεύθηκαν. Ξεκίνησε από το έτος 2007 να πληρώνει κανονικά και με συνέπεια, χρησιμοποιώντας όλα τα χρήματα που λάμβανε από την σύνταξη αναπηρίας της, το επίδομα τέκνου που λάμβανε καθώς και χρήματα που εισέπραττε ως ενοίκια. Όμως εντελώς αιφνιδιαστικά περί τον Μάιο του 2012, η ΣΠΕ Παραλιμνίου τερμάτισε τον λογαριασμό και την συμφωνία τους, με την δήθεν αιτιολογία ότι μειώθηκε η αξία των εξασφαλίσεων. Να σημειωθεί ότι μέχρι και τον Ιούνιο του 2012, πλήρωνε κανονικά και με συνέπεια. Ουδέποτε της αναφέρθηκε ούτε κατά την υπογραφή της συμφωνίας πίστωσης αλλά και ούτε αργότερα, ότι η συμφωνία μπορούσε να τερματιστεί πρόωρα και ειδικά για τον λόγο δήθεν ότι μειώθηκε η αξία των εξασφαλίσεων. Είναι η θέση της ότι ο λόγος που επικαλούνται οι Ενάγοντες δεν υφίσταται αλλά και ούτε υπήρχε τέτοιο νόμιμο δικαίωμα για τερματισμό της συμφωνίας πρόωρα. Περαιτέρω είναι η θέση της ότι ο τερματισμός ημερομηνίας 16/5/2012 είναι παντελώς καταχρηστικός, παράνομος και άκυρος. Περαιτέρω, αποτελεί θέση της ότι οι όροι με αρ. 2, 3 και 11 της συμφωνίας πίστωσης είναι παράνομοι και καταχρηστικοί, διότι είναι εντελώς ασαφείς και μη κατανοητοί και δίδουν αθέμιτα πλεονεκτήματα προς τους Ενάγοντες, ως επίσης ότι οι Ενάγοντες χρεοπίστωναν τον λογαριασμό εντελώς εσφαλμένα και χρέωναν τον λογαριασμό με παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις καθώς επίσης υπολόγιζαν και χρέωναν τόκο εντελώς παράνομα και καταχρηστικά. Η μάρτυρας, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, πέραν της γραπτής της δήλωσης τεκμ.13, κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα: - Ανακοινώσεις της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου - Αποφάσεις Νομισματικής Πολιτικής, ημερ.10/11/07 και 21/12/07, ως τεκμήριο
- - Επιστολές της Κεντρικής Τράπεζας προς όλες τις τράπεζες, ημερ.14/12/07 και 21/12/07, ως τεκμήριο
- - Γνωστοποίηση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 28/12/2007, ως τεκμήριο
- - Κατάσταση επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ως τεκμήριο
- Η εναγόμενη 1 αντεξετάστηκε αναφορικά με την αίτηση δανείου τεκμ.3 και επιβεβαίωσε ότι τα στοιχεία που καταγράφονται εκεί είναι αυτά που έδωσαν στους υπαλλήλους της τράπεζας. Επίσης, η αντεξέταση περιστράφηκε γύρω από τα έγγραφα που έχουν υπογραφεί και τη γνώση του περιεχομένου τους από την εναγόμενη 1 και τους υπόλοιπους εναγόμενους, με τη μάρτυρα να δέχεται ουσιαστικά τόσο την υπογραφή των εγγράφων όσο και ότι αυτά υπογράφηκαν με τη θέληση τους, χωρίς πίεση από οποιονδήποτε. Ως προς την αναφορά της σε καταχρηστικό, παράνομο και άκυρο τερματισμό και σε παράνομους και καταχρηστικούς όρους και χρεώσεις, αποδέχτηκε ότι η ίδια δεν έχει νομικές γνώσεις ή γνώσεις περί οικονομικών. Αγορεύσεις των συνηγόρων / Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται σημειώνεται στις γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν τύχει σημειώνεται ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων. Νομική Πτυχή Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους, όπως η υπό εξέταση και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829, τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της. (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Και βεβαίως, στην περίπτωση που η υπόθεση αφορά εγγυητή και ενυπόθηκο χρέος, επιπρόσθετα χρειάζεται η απόδειξη σύναψης της σύμβασης εγγύησης και υποθήκης αντίστοιχα. Αξιολόγηση μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Η εντύπωση που σχημάτισα για την Βασιλείου και την Πάτσαλου ήταν σε γενικές γραμμές θετική. Μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και ότι αυτές προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια ότι γνώριζαν για την υπόθεση. Όπου δεν γνώριζαν ή δεν θυμούνταν κάτι για το οποίο ερωτήθηκαν, το είπαν ευθέως. Συναφώς αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Η εναγόμενη 1 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση. Θεωρώ ότι παρέθεσε σε μεγάλο βαθμό τα γεγονότα με ειλικρίνεια. Ως προς την αναφορά της ότι δεν της επεξηγήθηκε ότι η Συνεργατική μπορεί να σταματήσει το δάνειο, αυτό γίνεται αποδεκτό αφού δεν ήταν ποτέ η θέση της Πάτσαλου ότι της επεξηγήθηκε οτιδήποτε περί του δικαιώματος τερματισμού ή για τον όρο 3 της συμφωνίας, επί του οποίου σε μεταγενέστερο χρόνο βασίστηκε ουσιαστικά ο τερματισμός. Δεν γίνεται όμως αποδεκτό ότι δεν τους επεξηγήθηκε οποιοσδήποτε όρος. Είχαν ζητήσει περαιτέρω δανειοδότηση και όταν επισκέφθηκαν το κατάστημα της Συνεργατικής, μετά την έγκριση του αιτήματος τους στη βάση στοιχείων που οι ίδιοι έδωσαν, ήταν έτοιμη η συμφωνία δανείου τεκμ.4 και τα έγγραφα υποθήκης τεκμ.
- Ως ζήτημα λογικής κάποια βασικά πράγματα τους επεξηγήθηκαν πριν την υπογραφή, ως ανέφερε η Πάτσαλου. Εξάλλου το ποσό και η διάρκεια της συμφωνίας τους ήταν γνωστά. Επίσης εκ της μαρτυρίας της δεν αποδέχομαι ότι δεν γνώριζε ότι επρόκειτο για τρεχούμενο λογαριασμό. Είναι οι ίδιοι που ζήτησαν αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού τους, ο οποίος υπήρχε από προηγουμένως. Και δεν μπορεί εκ των υστέρων, όταν μάλιστα μιλούμε για ένα λογαριασμό που λειτούργησε για χρόνια να λέει ότι δεν γνώριζε ότι ήταν τρεχούμενος. Οι εναγόμενοι θεωρώ γνώριζαν τη φύση του λογαριασμού και ως εκ του ότι δεν είχε συμφωνηθεί κάποια συγκεκριμένη δόση δανείου. Να υπενθυμίσω επίσης εδώ ότι η εναγόμενη 1 συναλλασσόταν με διάφορες τράπεζες - και τεκμαίρεται ότι γνώριζε ή τουλάχιστον δεν ήταν ξένη προς συμφωνίες με τράπεζες-, αλλά και ότι σε σχετική υποβολή ότι γνώριζαν το περιεχόμενο της συμφωνίας έδωσε καταφατική απάντηση. Τέλος, δεν είναι αποδεκτές οι αναφορές της περί καταχρηστικού, παράνομου και άκυρου τερματισμού και περί παράνομων και καταχρηστικών όρων και χρεώσεων, αφού η ίδια δεν έχει νομικές γνώσεις ή γνώσεις περί οικονομικών για να μπορεί να εκφέρει γνώμη γι' αυτά, και σε κάθε περίπτωση πρόκειται για θέματα που θα αποφασιστούν από το Δικαστήριο. Εξέταση των θέσεων που προωθούν τελικά οι εναγόμενοι με την γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου τους Μη απόδειξη παράβασης συμβατικού όρου - Καταχρηστικός και αντισυμβατικός τερματισμός (βλ. σελ.21-25 της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόμενων). Επιλέγω να ξεκινήσω με την συγκεκριμένη θέση των εναγόμενων, καθότι θεωρώ πως αν διαφανεί ότι αυτή ευσταθεί, τότε παρέλκει η εξέταση άλλων θεμάτων. Πριν από οτιδήποτε άλλο όμως, αναφέρεται εδώ ότι οι εναγόμενοι, παρά την δικογράφημένη θέση τους ότι οι ενάγοντες δεν απέστειλαν ή και δεν απέστειλαν δεόντως τις επιστολές τερματισμού, εν τέλει δεν αμφισβητούν ότι τους στάλθηκαν οι επιστολές τερματισμού. Εξάλλου οι επιστολές τους επιδόθηκαν δια χειρός, με ιδιώτη επιδότη (βλ. τεκμήριο 6), κάτι που στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας δεν έχει αμφισβητηθεί. Οι εναγόμενοι 1-4 στην προκειμένη περίπτωση ζήτησαν αύξηση του ορίου του τρεχούμενου τους λογαριασμού, από Λ.Κ.35.000.- (€59.801) σε Λ.Κ.80.000 (€136.688). Όπως και το αρχικό όριο του τρεχούμενου, έτσι και η αύξηση, ζητήθηκε για σκοπούς σπουδών των παιδιών της οικογένειας, εναγόμενων 2-
- Οι ενάγοντες γνώριζαν αυτό το πράγμα και οι σχετικές αναφορές που υπάρχουν στο τεκμήριο 3 (βλ. κυρίως την ανάλυση σκοπού δανείου, την αξιολόγηση λειτουργού για τον αιτητή και την εισηγητική πρόταση και την απόφαση, στις σελίδες 1, 3 και 4 αντίστοιχα) επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Με την επίδικη συμφωνία δόθηκε στους εναγόμενους δάνειο ή και πίστωση ή και διευκολύνσεις μέχρι ποσού Λ.Κ.80.000.- σε τρεχούμενο λογαριασμό για την περίοδο που άρχιζε από 27/12/2007 και έληγε την 31η/01/2019, οπότε οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού καθίστατο απαιτητό και πληρωτέο αμέσως. Προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των εναγόμενων προς τους ενάγοντες δόθηκαν συγκεκριμένες εξασφαλίσεις που συμφωνήθηκαν. Εύλογα δε οι εναγόμενοι ανέμεναν ότι εφόσον τηρούνταν οι όροι της συμφωνίας που υπέγραψαν, δεν θα υπήρχε λόγος τερματισμού της συμφωνίας και την 31η/01/19, αν υπήρχε οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο, θα ήταν υποχρεωμένοι να το πληρώσουν. Όμως οι ενάγοντες, σε χρονική στιγμή που το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ανερχόταν σε €81.113,90 - βρισκόταν δηλαδή εντός του ορίου του-, και ενώ γίνονταν συνεχείς πληρωμές έναντι του λογαριασμού, επικαλούμενοι τους όρους 3 και 11 της συμφωνίας, τερμάτισαν τη συμφωνία με τη δικαιολογία ότι έχουν μειωθεί σημαντικά οι εξασφαλίσεις που έχουν εγγράψει οι εναγόμενοι προς όφελος της ΣΠΕ, με αποτέλεσμα οι λογαριασμοί να είναι προβληματικοί. Ας σημειωθεί ότι ποτέ προηγουμένως δεν ειδοποιήθηκαν οι εναγόμενοι για την ισχυριζόμενη μείωση της αξίας των εξασφαλίσεων τους, ούτε σημειώνεται τους ζητήθηκε σε οποιοδήποτε χρόνο προηγουμένως, είτε να προσέλθουν για να συζητηθεί το θέμα αυτό και να βρεθεί λύση, είτε να προσφέρουν περαιτέρω εξασφαλίσεις, είτε ακόμη να καταβάλουν κάποιο ποσό προς το σκοπό μείωσης του υπολοίπου τους, για να θεωρηθούν πλέον επαρκείς οι ήδη δοθείσες εξασφαλίσεις. Οπότε πράγματι, ο τερματισμός από μέρους των εναγόντων, έγινε εντελώς αιφνιδιαστικά, όπως ακριβώς ήταν η θέση της εναγόμενης
- Επίσης έχει σημασία ν' αναφερθεί εδώ ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν παρουσιάστηκε καμία μαρτυρία από μέρους των εναγόντων, που ν' αποδεικνύει ότι υπήρχε πράγματι η ισχυριζόμενη μείωση των εξασφαλίσεων, με αποτέλεσμα η δικαιολογία που έδωσαν για τερματισμό να μην αποτελεί τίποτε περισσότερο, παρά μια γενική και αόριστη αναφορά στην επιστολή. Ως προς το θέμα εξασφαλίσεις, να λεχθεί επίσης εδώ, ανεξάρτητα της τελευταίας αναφοράς του Δικαστηρίου ανωτέρω, ότι πουθενά στη συμφωνία δεν εντοπίζεται όρος που να κάνει οποιαδήποτε αναφορά σε εξασφαλίσεις ή που να δίνει το δικαίωμα στους ενάγοντες σε περίπτωση μείωσης τους να προβούν σε τερματισμό, χωρίς μάλιστα οι τελευταίοι να ειδοποιήσουν τους εναγόμενους προηγουμένως ή να τους δώσουν εύλογο χρόνο προκειμένου να υπάρξει διευθέτηση του θέματος. Προσθέτω επίσης εδώ, και έχει σημασία να τονιστεί, ότι δεν αποτέλεσε ποτέ θέση των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια προκειμένου οι εξασφαλίσεις που έδωσαν να χάσουν την αξία τους. Παρενθετικά, αναφέρεται εδώ ότι ο όρος 11 της συμφωνίας αναφέρει ότι ο χρεώστης αναγνωρίζει και αποδέχεται το δικαίωμα της Συνεργατικής για παραπομπή του σε διαιτησία σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, χωρίς τούτο να αποκλείει την Συνεργατική από του να επιλέξει αντί διαιτησίας, την παραπομπή του στα πολιτικά δικαστήρια. Συνεπώς δεν γίνεται αντιληπτό γιατί γίνεται επίκληση του συγκεκριμένου όρου στην επιστολή τερματισμού. Ο μοναδικός όρος που δίνει δικαίωμα τερματισμού με βάση τη συμφωνία είναι ο όρος
- Αυτός έχει ως εξής: "Νοείται πάντοτε ότι, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη αναφορά ή πρόνοια που περιέχει η συμφωνία αυτή, η Συνεργατική θα έχει το δικαίωμα να τερματίζει την λειτουργία του λογαριασμού και/ή να απαιτήσει σε οποιαδήποτε στιγμή εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού, πλέον τόκους, δικαιώματα, δαπάνες και άλλα έξοδα μέχρι την ημέρα της πληρωμής, οπότε το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του, καθίσταται αμέσως πληρωτέο και απαιτητό." Βεβαίως ο όρος αυτός δίνει το δικαίωμα στους ενάγοντες να τερματίζουν τη συμφωνία, όμως θεωρώ πως δεν θα αναμενόταν από ένα λογικό παρατηρητή των πραγμάτων να γίνει χρήση του δικαιώματος τερματισμού άνευ καλού λόγου και ενώ την ίδια στιγμή οι εναγόμενοι τηρούσαν τα συμφωνηθέντα. Πάντως, δεν έχει αναφερθεί ποτέ από την Πάτσαλου ότι εξηγήθηκε στους εναγόμενους ότι με βάση το συγκεκριμένο όρο οι ενάγοντες θα μπορούσαν να τερματίσουν τη συμφωνία ανα πάσα στιγμή, έστω και αν οι εναγόμενοι τηρούσαν τη συμφωνία. Όμως εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι υπάρχει άλλη μια διάσταση στο θέμα. Οι ενάγοντες δεν προέβησαν σε τερματισμό της συμφωνίας επικαλούμενοι απλά το δικαίωμα τους για τερματισμό με βάση τον όρο 3 πιο πάνω. Επικαλέστηκαν τον συγκεκριμένο όρο και ανέφεραν ότι ο λόγος τερματισμού της σύμβασης είναι γιατί έχουν μειωθεί οι εξασφαλίσεις ως ανωτέρω έχει αναφερθεί. Όμως όπως αναφέρθηκε ήδη τέτοια μείωση δεν έχει αποδειχθεί και ο λόγος που επικαλέστηκαν έχει ήδη κριθεί ως γενικός και αόριστος, άνευ οιουδήποτε υπόβαθρου. Κοντολογίς, οι ενάγοντες έχουν ουσιαστικά συναρτήσει τον τερματισμό με μια ανύπαρκτη παράβαση των εναγόμενων. Συνοψίζοντας, καταλήγω ότι οι ενάγοντες στην προκειμένη περίπτωση επικαλέστηκαν ένα ανυπόστατο και ή αβάσιμο λόγο προκειμένου να τερματίσουν τη συμφωνία και ότι δεν υπήρξε καμία παράβαση της συμφωνίας από μέρους των εναγόμενων. Βρίσκω λοιπόν ότι ο τρόπος με τον οποίο άσκησαν το δικαίωμα τους οι ενάγοντες για τερματισμό ήταν αντισυμβατικός και αναμφίβολα καταχρηστικός. Συνεπώς ο τερματισμός κρίνεται άκυρος. Παρόλο που το αποτέλεσμα της υπόθεσης έχει κριθεί και η αγωγή ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί θα πρέπει να απορριφθεί ως πρόωρη, αναφέρω και τα εξής. Σύμφωνα με τους εναγόμενους (βλ. σελ.7-12 και 16-17 της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόμενων) ο όρος 3 της συμφωνίας ανωτέρω είναι καταχρηστικός δυνάμει των διατάξεων του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996, αρ.93(Ι)/96 (στο εξής ο Νόμος). Πράγματι ο Νόμος είναι σχετικός και ίσχυε τον ουσιώδη χρόνο σύναψης της σύμβασης (έχει καταργηθεί από τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021, αρ. 112(I)/2021). Σχετική είναι επίσης η Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής η Οδηγία). Το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η Οδηγία στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία τόσο ως προς την δυνατότητα διαπραγμάτευσης όσο και ως προς το επίπεδο της πληροφόρησης, και ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένος να προσχωρεί στους όρους που έχει καταρτίσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας χωρίς να μπορεί να ασκήσει επιρροή επί του περιεχομένου τους. Ακριβώς δε επειδή οι καταναλωτές βρίσκονται σε ασθενέστερη θέση, το άρθρο 6
(1)της Οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Banco Espanol de Credito SA v. Joaquin Calderon Camino C-618/10 ημερ. 14.6.2012, παρ. 39 και 40). Το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας εφόσον διαθέτει συναφώς τα αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία (βλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις υποθέσεις Pannon GSM Zrt v. Erzsebet Sustikne Gyorfi C-243/08 ημερ. 4.6.2009, Elisa Maria Mostaza Claro v. Centro Movil Milenium C-168/05, ημερ. 26.10.2006 και Banco Espanol de Credito SA, ανωτέρω). Οι έννοιες του καταναλωτή, του προμηθευτή και του πωλητή καθορίζονται στον Νόμο. Στην Οδηγία καθορίζονται οι έννοιες του καταναλωτή και του επαγγελματία. Καταναλωτής «σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του». Προμηθευτής «σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο προμηθεύει αγαθά ή υπηρεσίες και το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος, ενεργεί για σκοπούς σχετικούς με την άσκηση της επιχείρησής του». Πωλητής «σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο πωλεί αγαθά και το οποίο κατά τη σύναψη σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς σχετικούς με την άσκηση της επιχείρησης του.» (βλ. άρθρο 2 του Νόμου και Οδηγίας). Ο Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και εναπόκειται στον πωλητή ή στον προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι μια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει (βλ. άρθρο 3
(1)και 3
(5)αντίστοιχα του Νόμου). Όταν ρήτρα σύμβασης είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, καμία αμφισβήτηση του θεμιτού χαρακτήρα της δεν επιτρέπεται, εφόσον αυτή αφορά (α) τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της σύμβασης ή (β) την αντιπροσωπευτικότητα της τιμής ή του ανταλλάγματος για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που πωλήθηκαν ή παρασχέθηκαν (βλ. άρθρο 3
(2)του Νόμου). Καταχρηστική ρήτρα θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση (βλ. άρθρο 5
(1)του Νόμου και 3
(1)της Οδηγίας). Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που την περιβάλλουν, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται (βλ. άρθρο 5
(2)του Νόμου και 4
(1)της Οδηγίας). Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη τα ακόλουθα (βλ. άρθρο 5
(3)του Νόμου): (α) Η διαπραγματευτική δύναμη των μερών, (β) αν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα, (γ) αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή, και (δ) ο βαθμός στον οποίο ο πωλητής ή προμηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή. Το παράρτημα του πιο πάνω Νόμου περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές. Παρά τις διατάξεις του Περί Συμβάσεων Νόμου, καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή δεν δεσμεύει τον καταναλωτή. Η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτή δεν δύναται να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα (βλ. άρθρο 6
(1)
(2)του Νόμου και άρθρο 6
(1)της Οδηγίας). Σχετικά με το θέμα παραπέμπω και στο σύγγραμμα του Πολύβιου Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Τόμος Α', σελ. 438-446. Στην προκείμενη περίπτωση οι αρχικοί ενάγοντες ήταν Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία που διεξήγαγαν τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο. Από την άλλη, οι εναγόμενοι 1-4 ενήργησαν και συνομολόγησαν συμφωνία δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης τους (με βάση το άρθρο 2 του Νόμου "επιχείρηση" περιλαμβάνει εμπόριο ή επάγγελμα, καθώς και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες οποιουδήποτε κυβερνητικού τμήματος ή τοπικής ή δημόσιας αρχής) και εμπίπτουν στην έννοια καταναλωτής. Από εκεί και πέρα διαπιστώνεται ότι η επίδικη συμφωνία δανειοδότησης των εναγόμενων 1-4 δεν ήταν προϊόν ατομικής διαπραγμάτευσης. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3
(5)του Νόμου εναπόκειται στον πωλητή ή στον προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι μια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει. Στην υπό κρίση περίπτωση, οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν τέτοια μαρτυρία. Με βάση τα πιο πάνω αλλά και το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 3
(1), κρίνω ότι ο συγκεκριμένος Νόμος έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω και στο βαθμό που ο επίδικος όρος σημαίνει ότι μπορούν οι ενάγοντες να τερματίζουν τη συμφωνία κατά την κρίση τους, ανεξάρτητα από την τήρηση των συμφωνηθέντων από μέρους των εναγόμενων, ή και να τροποποιούν μονομερώς τους όρους της σύμβασης, όπως τον χρόνο αποπληρωμής που έχει συμφωνηθεί, χωρίς σοβαρό λόγο (βλ. και σημεία (στ) και (ι) του Παρατήματος του Νόμου), έχω την άποψη ότι είναι πράγματι καταχρηστικός εν τη εννοία του Νόμου. Βρίσκω ότι ο συγκεκριμένος όρος είναι αιφνιδιαστικός και διαταράσσει τη συμβατική ισορροπία σε βάρος του καταναλωτή και ενάντια στις απαιτήσεις της καλής πίστης. Όπως προκύπτει με βάση την επιστολή ημερ.16/05/2012, τεκμήριο 6, η Συνεργατική τερμάτισε τη συμφωνία και δεν έδωσε καμία ευκαιρία στους εναγόμενους να προβούν σε διευθέτηση του χρεωστικού υπολοίπου. Αντίθετα απαίτησε άμεσα την πληρωμή του, καθορίζοντας ουσιαστικά μονομερώς και άνευ καμίας προειδοποιήσεως νέο χρόνο αποπληρωμής. Αυτά επαναλαμβάνω την ίδια στιγμή που οι εναγόμενοι τηρούσαν τα συμφωνηθέντα και ήταν στο μυαλό τους ότι ενόσω το έκαναν, η συμφωνία θα συνέχιζε μέχρι και την 31η/01/2019. Ενόψει του λόγου που θα απορριφθεί η αγωγή και εφόσον πράγματι πλήττεται το θεμέλιο της απαίτησης, ως εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόμενων, δεν θα με απασχολήσουν και εξ' αντικειμένου ούτε θα ήταν δυνατό να με απασχολήσουν οι διάφορες αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων, δοθέντος ότι αυτές εδράζονται στον θεμελιακό, βασικό ισχυρισμό τους ότι η συμφωνία τερματίστηκε νόμιμα, ο οποίος έχει απορριφθεί. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 1, 2, 3 και 4 και σε βάρος των εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο