Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Markos Kouzalis Investments Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 1040/2014, 1041/2014, 10/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1040/2014 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων v.
- Markos Kouzalis Investments Limited
- Κουζαλή XXXXX
- Κουζαλή - Ασσιώτη XXXXX
- Κουζαλή XXXXX
- Κουζαλή XXXXX
- Κουζαλή XXXXX
- Marcos Kouzalis Farm Limited
- M. & E. Kouzalis Developers Limited
- Executive A.G. Co. Ltd Εναγομένων ------------------------------------------------------- Αρ. Αγωγής: 1041/2014 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων v.
- Executive A.G. Co. Ltd
- Κουζαλή XXXXX
- Κουζαλή - Ασσιώτη XXXXX
- Kουζαλή XXXXX
- Κουζαλή XXXXX
- Κουζαλή XXXXX
- Marcos Kouzalis Farm Limited
- M. & E. Kouzalis Developers Limited
- Marcos Kouzalis Investments Limited Εναγομένων ------------------------------------------------------ Αίτηση Εναγομένων ημ. 11.5.21 για Συνένωση Αγωγών Ημερομηνία: 10 Δεκεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κα Μ. Σ. Χατζηκωνσταντή με κα Ρ. Βασιλείου για Γιώργος Φ. Πιττάτζης ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Γ. Καραμαλλή για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι - Αιτητές ζητούν διάταγμα για συνένωση της Αγωγής 1040/14 με την Αγωγή 1041/
- Οι Ενάγοντες καταχώρισαν ένσταση και η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Η έκδοση διατάγματος συνένωσης αγωγών διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.14 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία όταν δύο ή περισσότερες αγωγές εκκρεμούν στο ίδιο Δικαστήριο, είτε από τους ίδιους είτε από διαφορετικούς ενάγοντες εναντίον των ιδίων ή διαφορετικών εναγομένων, και οι απαιτήσεις των αγωγών αυτών περιλαμβάνουν κοινό ζήτημα νόμου ή γεγονότος τέτοιας σημασίας εν σχέσει με τα υπόλοιπα ζητήματα τα οποία περιλαμβάνονται σε αυτές τις αγωγές, ούτως ώστε να καθίσταται επιθυμητή η συνένωση των αγωγών, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τη συνένωση τους. Χρήσιμη ανάλυση των σχετικών νομικών αρχών που διέπουν το ζήτημα με αναφορά και σε προγενέστερη σχετική νομολογία περιέχεται στην υπόθεση Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Λτδ. ν. Apak Agro Industries κ.ά.
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1721. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα: «Διάταγμα συνένωσης αγωγών εκδίδεται στις περιπτώσεις όπου αναμένεται ότι θα προκύψει όφελος από τη συνεκδίκαση. Η έκδοση διατάγματος συνένωσης αγωγών προς εκδίκαση ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το Δικαστήριο ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια εξετάζει κατά πόσο η συνεκδίκαση των αγωγών θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των διαδίκων και την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Η αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών, ο περιορισμός των εξόδων καθώς και η οικονομία του δικαστικού χρόνου είναι παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου επί του θέματος. Βλ. Hadjiathanassiou v. Parperides and Others
(1975)1 C.L.R. 401 και Healy and Others v. A. Waddington and Sons Ltd. and Others
(1954)1 All E.R. 861.» Οι ίδιες νομικές αρχές επαναλήφθηκαν στην υπόθεση C & S Betton Ltd κ.ά. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 651. Στην υπόθεση Μακρίδης v. Μιχαηλίδου
(1990)1 Α.Α.Δ. 416, η οποία αφορούσε συνένωση εφέσεων όπου ισχύουν οι ίδιες νομικές αρχές με αγωγές, το Εφετείο έθεσε τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Άλλος παράγοντας που άπτεται του ίδιου θέματος, όχι ήσσονος σημασίας, είναι η σφαιρική κατανόηση των επίδικων θεμάτων. Η συνένωση για τους σκοπούς της Δ.35 κ. 28 δε συνεπάγεται ούτε τη συγχώνευση, ούτε την εξομοίωση των επίδικων θεμάτων που εγείρονται σε κάθε μια από τις εφέσεις που θα συνεκδικαστούν. Τα επίδικα θέματα της κάθε έφεσης διατηρούν την αυτοτέλεια τους. Η περίσωση χρόνου και δαπάνης, η αποφυγή επαναλήψεων καθώς και η ευχερέστερη κατανόηση των επίδικων θεμάτων με τον αποκλεισμό κάθε δυσχέρειας που θα μπορούσε να προκύψει από το διαχωρισμό τους, αποτελούν τους κυριότερους παράγοντες που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου να διατάξει τη συνεκδίκαση εφέσεων.» Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των M.T.P. Trading Ltd κ.ά.
(2015)1(Α) Α.Α.Δ. 534, επαναλήφθηκε η αρχή πως «η Δ.14 που ρυθμίζει τη συνένωση αγωγών δίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο εκδικάζον δικαστήριο να προβεί σε συνένωση . γνώμονας είναι πάντοτε η ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης με την εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων, καθώς και η αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών». Σύμφωνα με την υπόθεση Samata Enterprises Ltd. v. Σταύρου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1877, το ουσιώδες κριτήριο για τη συνένωση αγωγών είναι η ύπαρξη κοινού πραγματικού ή νομικού ζητήματος όταν αυτά διαπιστώνονται αποκλειστικά από την έκθεση απαίτησης και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των υπερασπίσεων. Βεβαίως, σύμφωνα και με την υπόθεση Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Λτδ. ν. Apak Agro Industries κ.ά. (ανωτέρω), αυτό δεν συνεπάγεται πως η υπεράσπιση και ή η τυχόν ανταπαίτηση παραγνωρίζονται παντελώς από το Δικαστήριο. Με βάση το περιεχόμενο του φακέλου των δύο Αγωγών, προκύπτει πως και οι δύο Αγωγές αφορούν αξιώσεις για ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά δυνάμει συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων από τους Ενάγοντες προς την Εναγομένη 1 αντίστοιχα, για τις οποίες υπέγραψαν εγγυήσεις οι Εναγόμενοι 2-9 και παραχωρήθηκαν και υποθήκες από κάποιους εξ αυτών. Ειδικότερα, σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, η Αγωγή 1040/14 αφορά μια συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού ημ. 28.3.07 και τέσσερις συμφωνίες δανείου τακτής προθεσμίας ημ. 28.3.07, 23.5.07, 16.5.11 και 19.10.11, για τις οποίες υπεγράφησαν ξεχωριστές εγγυήσεις από τους Εναγόμενους 2-6 και από τους Εναγόμενους 7-9 στις 19.10.11, και παραχωρήθηκαν υποθήκες από τους Εναγόμενους 3, 7 και
- Η Εναγομένη 3 παραχώρησε τρεις υποθήκες, η Εναγομένη 7 άλλες τρεις και η Εναγομένη 9 ακόμα μια. Επίσης, όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, η Εναγομένη 1 εξέδωσε Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης, οι Εναγόμενοι 3, 5 και 6 εκχώρησαν ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής, και οι Εναγόμενες 3 και 7 εκχώρησαν τα δικαιώματα τους επί των εισπρακτέων ποσών από τον διαχωρισμό και την πώληση ακινήτων. Όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, η Αγωγή 1041/14 αφορά μια συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού ημ. 25.5.07, και τέσσερις συμφωνίες δανείου τακτής προθεσμίας ημ. 30.6.09 οι πρώτες δύο, 15.11.10 και 25.5.07, για τις οποίες υπεγράφησαν ξεχωριστές εγγυήσεις από τους Εναγόμενους 2-6 και 7-9 στις 16.5.11 και παραχωρήθηκαν υποθήκες από τους Εναγόμενους 1, 3-5 και
- Η Εναγομένη 1 παραχώρησε δύο υποθήκες, οι Εναγόμενοι 3 και 4 άλλες δύο, ο Εναγόμενος 5 άλλη μια και η Εναγομένη 7 ακόμα μια. Επίσης η Εναγομένη 1 υπέγραψε Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης και η Εναγομένη 7 ενεχυρίασε και εκχώρησε προς όφελος των Εναγόντων μετοχές. Δεν χωρεί αμφιβολία πως οι διάδικοι στις δύο Αγωγές είναι μεν ταυτόσημοι, αλλά θα πρέπει να επισημανθεί και το ότι οι Εναγόμενες 1 και 9 ενάγονται υπό διαφορετική ιδιότητα στην κάθε Αγωγή. Στην Αγωγή 1040/14 η Εναγομένη 1 εταιρεία ενάγεται ως πρωτοφειλέτιδα και η Εναγομένη 9 ως εγγυήτρια και αντιστρόφως στην Αγωγή 1041/
- Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του Εναγομένου 4 (στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση), οι Εναγόμενες εταιρείες έχουν τους ίδιους μετόχους της ίδιας οικογένειας, ήτοι του πατέρα του XXXXX Κουζαλή. Ουσιαστικά και παρόλο που οι διάδικοι είναι οι ίδιοι και στις δύο υπό κρίση Αγωγές, εντούτοις εύκολα διαπιστώνεται πως οι δύο Αγωγές αφορούν σε διαφορετικές συμφωνίες για παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων με διαφορετικές ημερομηνίες, διαφορετικούς όρους και διαφορετικά ποσά. Επίσης όλες οι εξασφαλίσεις, ήτοι εγγυήσεις, υποθήκες και εκχωρήσεις, είναι διαφορετικές, καθότι δόθηκαν σε διαφορετικές ημερομηνίες και από διαφορετικά άτομα και αφορούν σε διαφορετικά ακίνητα και σε διαφορετικά ποσά. Πρόκειται ουσιαστικά για δύο Αγωγές οι οποίες αφορούν μεν σε συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και τις εξασφαλίσεις τους, όμως εκτός αυτού του γενικού νομικού σημείου, οι συμφωνίες και οι εξασφαλίσεις στην κάθε Αγωγή είναι εντελώς διαφορετικές. Ως εκ τούτου, το αντικείμενο της κάθε Αγωγής είναι ξεχωριστό και για κάθε συμφωνία και εξασφάλιση θα πρέπει να δοθεί διαφορετική μαρτυρία από πλευράς Εναγόντων, ως ο αναντίλεκτος ισχυρισμός του υπαλλήλου των Εναγόντων κ. ΠΔ (εφεξής «ο ΠΔ») στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Όπως ισχυρίζεται ο ΠΔ, για καθεμιά των συμφωνιών θα κληθεί διαφορετικός λειτουργός των Εναγόντων ως μάρτυρας ο οποίος χειρίστηκε και θα αναφερθεί στα αιτήματα χορήγησης, στην ετοιμασία για υπογραφή εκάστης συμφωνίας και στον μεταγενέστερο χειρισμό και τερματισμό αυτής. Τούτο δε καθίσταται αναγκαίο, ενόψει και του περιεχομένου των Υπερασπίσεων στις δύο Αγωγές, στις οποίες αμφισβητείται η υπογραφή των συμφωνιών και προβάλλονται ισχυρισμοί για την ύπαρξη παράνομων και καταχρηστικών όρων σε αυτές καθώς επίσης και αμφισβητείται η υπογραφή των εξασφαλίσεων και προβάλλεται διαζευκτικός ισχυρισμός περί δόλου και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των Εναγόντων αναφορικά με την υπογραφή όλων των εξασφαλίσεων. Αρνούνται επίσης την παραλαβή επιστολών τερματισμού και ή το νόμιμο αυτών. Εξ ου και οι Εναγόμενοι εγείρουν και ανταπαίτηση. Το γεγονός πως οι Εναγόμενοι είναι οι ίδιοι και στις δύο Αγωγές όπως επίσης και οι μάρτυρες αυτών δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου πως πρόκειται για δύο Αγωγές με διαφορετικό αντικείμενο για το οποίο απαιτείται η προσκόμιση ξεχωριστής μαρτυρίας στην καθεμιά. Αυτή η θέση καταρρίπτει τον ισχυρισμό του Εναγομένου 4 πως ξεχωριστή εκδίκαση των δύο Αγωγών ενδεχομένως να οδηγήσει σε αντιφατικά ευρήματα και αποφάσεις. Ακριβώς αυτό είναι που δεν μπορεί να αποκλειστεί και το οποίο συνιστά λόγο για μη συνένωση παρά για συνένωση, καθότι πρόκειται για διαφορετικές περιπτώσεις και διαφορετικές ενότητες γεγονότων. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμη η παραπομπή εκ νέου στην υπόθεση C & S Betton Ltd κ.ά. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (ανωτέρω), στην οποία το Εφετείο τόνισε πως επρόκειτο για μια «κλασική περίπτωση μη συνένωσης» καθότι, μεταξύ άλλων, οι αγωγές αφορούσαν σε «διαφορετικά έγγραφα, άλλα ενοικιαγοράς και άλλα δανειοδότησης, άλλη μαρτυρία», παράγοντες οι οποίοι ισχύουν και στην υπό κρίση περίπτωση. Μπορεί μεν οι συμφωνίες να αφορούν σε τρεχούμενο λογαριασμό και σε δάνεια τακτής προθεσμίας και στις δύο Αγωγές, πλην όμως πρόκειται για εντελώς ξεχωριστές συμφωνίες οι οποίες συνήφθησαν σε διαφορετικές ημερομηνίες. Η εγγύτητα σε κάποιες των ημερομηνιών δεν αναιρεί τη ξεχωριστή φύση της καθεμιάς. Επιπλέον, διαφαίνεται πως η κάθε Αγωγή αφορά σε μεγάλο αριθμό συμφωνιών παροχής διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων και για καθεμιά απαιτείται ή αναμένεται η παρουσίαση αρκετών εγγράφων, όπως αιτήσεων, συμφωνιών, εξασφαλίσεων και επιστολών. Συνάγεται πως τυχόν συνένωση των δύο Αγωγών θα περιέπλεκε την όλη ακροαματική διαδικασία με την προσκόμιση ακόμα μεγαλύτερου αριθμού εγγράφων που αφορούν σε ένα ή κάποιους των Εναγομένων και συνακόλουθα της μαρτυρίας για την καθεμιά, με αποτέλεσμα τελικώς να προκαλείται σύγχυση, πολυπλοκότητα, καθυστέρηση και μη εξοικονόμηση των εξόδων. Με άλλα λόγια, αναμένεται πως θα παρουσιάζοντο τουλάχιστον 10 συμφωνίες παροχής διευκολύνσεων, 4 συμφωνίες εγγύησης, 13 συμβάσεις υποθήκης, 2 Ομόλογα, 3 εκχωρήσεις ασφαλιστηρίων και ακόμα 3 εκχωρήσεις, από διαφορετικά πρόσωπα σε διαφορετικές ημερομηνίες και με διαφορετικούς όρους. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κάποιος τον όγκο της μαρτυρίας, ήτοι την κυρίως εξέταση και κυρίως την αντεξέταση επί της κάθε συμφωνίας, των συνθηκών υπογραφής της, των όρων αυτής με ειδική αναφορά και στον καθορισμένο εκεί τόκο, της κάθε εξασφάλισης, των επιστολών τερματισμού και των καταστάσεων λογαριασμού για το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, προκύπτει ξεκάθαρα πως οι Αγωγές δεν αφορούν σε κοινά νομικά ούτε και πραγματικά γεγονότα, ούτως ώστε να κρίνεται επιθυμητή η συνένωση τους. Αντιθέτως, θεωρώ πως τυχόν συνένωση θα προκαλέσει περαιτέρω δυσχέρεια, σύγχυση, πολυπλοκότητα και καθυστέρηση στη διαδικασία εφόσον θα παρουσιαστεί όγκος εγγράφων για τα οποία θα πρέπει να γίνει ξεχωριστή αναφορά και επεξήγηση σε καθεμιά των Αγωγών με μαρτυρία η οποία είναι παντελώς ασύνδετη μεταξύ της όσον αφορά τις υπό κρίση συμφωνίες της καθεμιάς. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το Δικαστήριο καταλήγει πως δεν έχει διαφανεί ότι θα προκύψει τέτοιο όφελος από την συνεκδίκαση των ως άνω Αγωγών και γενικότερα ότι κάτι τέτοιο θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των διαδίκων και την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Επομένως, η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Γ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο