Υφυπουργείο Τουρισμού δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. I. IOANNOU & Z. PIERIS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 589/2018, 30/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 589/2018 Μεταξύ: Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού (ΚΟΤ) Εναγόντων v.
- I. IOANNOU & Z. PIERIS LTD
- XXXXX XXXXX Ιωάννου
- XXXXX XXXXX Ζαννέτου Εναγομένων Και δια τροποποιήσεως Μεταξύ: Υφυπουργείο Τουρισμού δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόντων v.
- I. IOANNOU & Z. PIERIS LTD
- XXXXX XXXXX Ιωάννου
- XXXXX XXXXX Ζαννέτου Εναγομένων Αίτηση Εναγόντων ημ. 13.5.21 για Συμπληρωματική ΄Ενορκη Δήλωση Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Α. Μιτσίγγα με κ. Μ. Κ. Λοΐζίδη για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Α. Παπαευσταθίου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ενδιάμεσης αίτησης ημ. 9.11.20 για προσθήκη εναγομένου 4 και ανάλογη τροποποίηση του τίτλου και των αιτητικών του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Ειδικότερα με την αίτηση ημ. 9.11.20 οι Ενάγοντες ζητούν την προσθήκη του ΧΖΠ (εφεξής «ο ΧΖΠ») ως Εναγομένου 4 στη βάση του ότι μετά την καταχώριση της Αγωγής εξασφάλισαν αντίγραφο της επίδικης συμφωνίας η οποία συνήφθη μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 1 και διαπίστωσαν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ΧΖΠ ήταν ο νόμιμα εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος της Εναγομένης 1 ο οποίος και υπέγραψε τη συμφωνία ως πληρεξούσιος της και ήταν το συμβαλλόμενο μέρος σε αυτή. Οι Ενάγοντες αναφέρουν πως επιπρόσθετα ο ΧΖΠ ήταν ένας εκ των διευθυντών της Εναγομένης
- Οι Ενάγοντες επικαλούνται δόλο, συνωμοσία και ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους των Εναγομένων 1-3 αναφορικά με την παραποίηση των ελεγμένων λογαριασμών της Εναγομένης 1 για να πετύχουν συμμετοχή σε κρατική χρηματοδότηση και ισχυρίζονται πως η συμπεριφορά του ΧΖΠ αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του στην ίδια βάση και πως τον καθιστά αναγκαίο διάδικο εφόσον οι πράξεις του είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τα επίδικα θέματα και επηρεάζουν άμεσα τα νομικά δικαιώματα και οικονομικά συμφέροντα των Εναγόντων. Η παρούσα Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΜΠ (εφεξής «η ΜΠ») δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τους Ενάγοντες - Αιτητές. Η ΜΠ ισχυρίζεται ότι η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι απαραίτητη για να διευκρινιστούν και απαντηθούν ισχυρισμοί των Καθ΄ ων οι οποίοι είναι παραπλανητικοί και διαστρεβλώνουν την αλήθεια ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Οι Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρισαν ένσταση, οι λόγοι της οποίας εστιάζονται στη μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων έγκρισης της Αίτησης και στην κακοπιστία και καταχρηστικότητα αυτής. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 και διευθυντή της Εναγομένης 1, ο οποίος βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις. Στα πλαίσια της Αίτησης το πρώτο ζήτημα το οποίο εγείρεται προς εξέταση είναι το νομότυπο και αποδεκτό της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει καθότι, όπως εισηγείται η πλευρά των Καθ΄ ων, αυτή προέρχεται από δικηγόρο. Στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 82, αναγνωρίστηκε ότι «μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος». Όσον αφορά την αναγκαιότητα παροχής εξήγησης γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι ο διάδικος, το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών..» Η πιο πάνω υπόθεση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Νικολάου v. Total Properties Ltd κ.ά.
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1358. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τον συναφή λόγο ένστασης και την εισήγηση των Καθ΄ ων. Παρόλο που η ΜΠ δεν προβάλλει οποιονδήποτε λόγο για το ότι η ίδια προβαίνει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, εντούτοις με βάση το περιεχόμενο αυτής, προκύπτει χωρίς δυσκολία πως αυτή αφορά σε νομικό ζήτημα, ήτοι την ανάγκη καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σε έγγραφα τα οποία οι δικηγόροι των Αιτητών εξασφάλισαν και συμπεριέλαβαν στην ένορκη αποκάλυψη των Αιτητών και σε νομικές τοποθετήσεις, για τα οποία η ΜΠ είναι το κατάλληλο πρόσωπο να προβεί στην ένορκη δήλωση. Η Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίζεται η Αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.ά.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 510, αναφέρεται ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσης εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει επίσης η υπόθεση Α. Messios & Sons Ltd κ.ά. ν. Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α στην ένορκη δήλωση της ΜΠ, ως είναι και η επιθυμητή πρακτική όπως λέχθηκε στην υπόθεση Παπακόκκινου κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1(Α) Α.Α.Δ.
- Μια ανάγνωση αυτής καταδεικνύει πως οι Αιτητές ουσιαστικά επιθυμούν να απαντήσουν και σχολιάσουν τις παρ. 10 - 12 της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου 2 που συνοδεύει την ένσταση στην αίτηση ημ. 9.11.
- Στην παρ. 10 της ένορκης δήλωσης του ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται πως οι Αιτητές δεν επισυνάπτουν οποιοδήποτε έγγραφο που να αποδεικνύει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ΧΖΠ είχε οποιαδήποτε σχέση με τον ΚΟΤ και ότι συνήψε την επίδικη συμφωνία ως συμβαλλόμενο μέρος και πως στην ένορκη δήλωση των Αιτητών δεν προκύπτει ο λόγος για τον οποίο αυτοί δεν είχαν στην κατοχή τους την επίδικη συμφωνία ούτως ώστε να εντόπιζαν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση η ΜΠ απορρίπτει τους εν λόγω ισχυρισμούς των Καθ΄ ων (στην παρ. 10) ως ψευδείς και παραπλανητικούς και αναφέρει πως οι ισχυρισμοί για μη ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ του ΧΖΠ και των Αιτητών προβλήθηκαν για πρώτη φορά στην ένσταση των Καθ΄ ων. Το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτοί οι ισχυρισμοί της ΜΠ δεν είναι αναγκαίο να συμπεριληφθούν σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, γιατί αφενός δεν αφορούν γεγονότα αλλά αποτελούν απλή άρνηση των ισχυρισμών του Εναγομένου 2 και δεν προσφέρουν οτιδήποτε ουσιαστικό και αφετέρου αποκαλύπτουν το αυτονόητο, ήτοι πως οι Καθ΄ ων προέβαλαν τον ισχυρισμό περί μη ύπαρξης συμβατικής σχέσης στην ένσταση τους, η οποία ένσταση προφανώς αποσκοπεί στην αντίκρουση και απάντηση των όσων αναφέρει η ΜΠ επί τούτου. Περαιτέρω, η ΜΠ επισυνάπτει ηλεκτρονική έρευνα στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών η οποία φέρει τον ΧΖΠ ως ένα εκ των διευθυντών της Εναγομένης
- Το γεγονός πως ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται παράλειψη των Αιτητών να παρουσιάσουν έγγραφο γι΄ αυτό το ζήτημα δεν συνεπάγεται δίχως άλλο την ανάγκη παρουσίασης τέτοιου εγγράφου. Και τούτο, καθότι έχει τεθεί εξαρχής εκ μέρους των Αιτητών ο ισχυρισμός πως ο ΧΖΠ είναι ένας εκ των διευθυντών της Εναγομένης 1 και επιπλέον αυτή η έρευνα θα μπορούσε να είχε εξασφαλιστεί κατά το στάδιο καταχώρισης της αίτησης ημ. 9.11.20 και να παρουσιαζόταν στα πλαίσια αυτής, κάτι το οποίο οι Αιτητές δεν θεώρησαν σκόπιμο να πράξουν. Από τη στιγμή όμως που στα πλαίσια της αίτησης ημ. 9.11.20 βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου ο ισχυρισμός των Αιτητών πως ο ΧΖΠ ήταν διευθυντής της Εναγομένης 1, τότε δεν υπάρχει καλός λόγος για την παρουσίαση του συγκεκριμένου εγγράφου. Τέλος, η ΜΠ επιθυμεί απλή επανάληψη των ισχυρισμών της πως κατά τον επίδικο χρόνο ο ΧΖΠ ήταν διευθυντής της Εναγομένης 1 και το πρόσωπο που υπέγραψε τη συμφωνία ως το νόμιμα εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, η οποία είναι παντελώς αχρείαστη. Ο επιπρόσθετος ισχυρισμός πως ο ΧΖΠ ήταν και το φυσικό πρόσωπο στο οποίο κοινοποιείτο η αλληλογραφία αποτελεί συμπλήρωση των αρχικών ισχυρισμών και θέσεων των Αιτητών ο οποίος προφανώς ήταν εξαρχής σε γνώση τους και μπορούσε να προβληθεί στην αρχική ένορκη δήλωση της ΜΠ και επομένως ούτε και αυτό το σκέλος δύναται να επιτραπεί. Στην παρ. 11 της ένορκης δήλωσης του ο Εναγόμενος 2 απορρίπτει ως παντελώς αβάσιμο τον ισχυρισμό της ΜΠ πως οι δικηγόροι του Αιτητή δεν είχαν τη συμφωνία στην κατοχή τους και γι΄ αυτό δεν γνώριζαν πως ο ΧΖΠ ήταν συμβαλλόμενο μέρος καθότι:
- ο ΧΖΠ ουδέποτε υπέγραψε τη συμφωνία υπό την προσωπική του ιδιότητα για να θεωρείται συμβαλλόμενο μέρος και να γεννάται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του (παρ. 11.1) και
- κατά τον χρόνο έγερσης της Αγωγής οι Ενάγοντες αποφάσισαν να την καταχωρίσουν εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντών της Εναγομένης 1 και ενώ γνώριζαν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ΧΖΠ ήταν επίσης διευθυντής, επέλεξαν να μην την καταχωρίσουν και εναντίον του (παρ. 11.2). Στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης του ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται πως η προσθήκη του ΧΖΠ δεν είναι αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση των επίδικων θεμάτων της Αγωγής καθώς επίσης και πως δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του και απλά στην έκθεση απαίτησης προβάλλονται αόριστοι και γενικοί ισχυρισμοί. Ισχυρίζεται ακόμα πως ο ΧΖΠ δεν δεσμεύεται από οποιαδήποτε απόφαση εναντίον των Καθ΄ ων. Αναφορικά με την παράγραφο 11.1, με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση η ΜΠ επιθυμεί αρχικά να αναφέρει πως ο ανωτέρω ισχυρισμός του Εναγομένου 2 χρήζει απάντησης και διευκρίνισης καθότι η βάση αγωγή δεν αφορά μόνο παράβαση σύμβασης και συμβατική ευθύνη αλλά και δόλο, απάτη, συνωμοσία και ψευδείς δηλώσεις που αποδίδουν προσωπική ευθύνη στους διευθυντές. Αυτό είναι επιχείρημα το οποίο δύναται να προβληθεί στα πλαίσια της αίτησης ημ. 9.11.20 χωρίς να είναι αναγκαίο να συμπεριληφθεί σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Επίσης στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση η ΜΠ επιθυμεί να αναφέρει πως η επίδικη συμφωνία, την οποία επισυνάπτει, αποτελεί μέρος των ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης και των δύο πλευρών επομένως και οι δύο πλευρές δέχονται την ύπαρξη της και πως οι ισχυρισμοί των Καθ΄ ων στις παρ. 11 και 12 είναι αβάσιμοι, αόριστοι και αποσκοπούν στην παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο θεωρεί πως η αποκάλυψη και από τις δύο πλευρές και συνακόλουθα η αποδοχή της επίδικης συμφωνίας δεν αποτελεί από μόνη της καλό λόγο για να συμπεριληφθεί σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Υπενθυμίζεται πως ο σκοπός των ενόρκων δηλώσεων στα πλαίσια αίτησης είναι να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα στοιχεία τα οποία και οι δύο πλευρές επιθυμούν να παρουσιάσουν, ούτως ώστε να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων επί όλων των ζητημάτων στη βάση της οποίας το Δικαστήριο θα αποφασίσει επί της αίτησης. Επομένως, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η παρουσίαση της συμφωνίας εξυπηρετεί αυτό τον σκοπό και η απάντηση είναι αρνητική. Μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της αίτησης ημ. 9.11.20 και της ένστασης, προκύπτει πως η πλευρά των Αιτητών αναγνωρίζει την υπογραφή της συμφωνίας από τον ΧΖΠ, διευθυντή της Εναγομένης 1, εκ μέρους και για λογαριασμό της ενώ οι Καθ΄ ων δεν αρνούνται ρητώς κάτι τέτοιο. Οι μεν Αιτητές ισχυρίζονται πως αυτός υπέγραψε ως ο νόμιμα εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος της εταιρείας και πως έχει και προσωπική ευθύνη ενώ οι Καθ΄ ων ισχυρίζονται πως αυτός δεν υπέγραψε υπό την προσωπική του ιδιότητα για να θεωρείται συμβαλλόμενο μέρος και δεν υπέχει οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη, ζητήματα τα οποία θα τύχουν εξέτασης στα πλαίσια της αίτησης ημ. 9.11.20, χωρίς να είναι αναγκαία η παρουσίαση της ίδιας της συμφωνίας. Επιπλέον, με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση η ΜΠ επιθυμεί να αναφερθεί σε επιστολές, και ειδικότερα σε δύο επιστολές ημ. 14.12.09 και 17.12.09, οι οποίες αναφέρονται στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης των Αιτητών και οι οποίες, ως ισχυρίζεται, καταρρίπτουν τους ισχυρισμούς των Καθ΄ ων περί μη ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος και συμβατικής σχέσης μεταξύ των Αιτητών και του ΧΖΠ. Το Δικαστήριο θεωρεί πως πρόκειται για επιστολές του 2009, τις οποίες προφανώς είχε εξαρχής στην κατοχή της η πλευρά των Αιτητών (καθότι δεν προβλήθηκε το αντίθετο) και τις οποίες δεν επέλεξε να παρουσιάσει στα πλαίσια της αίτησης ημ. 9.11.
- Επί τούτου ισχύουν οι ίδιες διαπιστώσεις όπως για τον ανωτέρω προτεινόμενο ισχυρισμό ότι ο ΧΖΠ ήταν το πρόσωπο στο οποίο κοινοποιείτο η σχετική αλληλογραφία, επομένως οι Αιτητές απλώς επιχειρούν να συμπληρώσουν τους αρχικούς τους ισχυρισμούς και μάλιστα με έγγραφα τα οποία βρίσκονταν εξαρχής στην κατοχή τους. Τέλος, η ΜΠ επιθυμεί να προσθέσει και τον ισχυρισμό πως και τα τρία προτεινόμενα έγγραφα τα οποία παρουσιάζει αποτελούν μέρος των ενόρκων δηλώσεων και των δύο πλευρών. Έχει ήδη λεχθεί πως αυτό το στοιχείο δεν οδηγεί αφ΄ εαυτού στο συμπέρασμα πως υπάρχει καλός λόγος για να συμπεριληφθούν σε ένορκη δήλωση, έχοντας υπόψιν ότι οι ένορκες δηλώσεις θα πρέπει να περιορίζονται σε ό,τι είναι αναγκαίο από πλευράς γεγονότων για σκοπούς της αίτησης που τις αφορά χωρίς την προσκόμιση αχρείαστης μαρτυρίας. Ως εκ τούτου αυτή η επισήμανση δεν αποτελεί καλό λόγο που να δικαιολογεί την παρουσίαση αυτών και τη συμπερίληψη και αυτής της παραγράφου. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει πως οι Αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν καλό λόγο που να δικαιολογεί την έγκριση της Αίτησης με την καταχώριση ολόκληρης ή έστω μέρους της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ ων και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν Φ.Π.Α. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Γ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο