← Κύπρος

Sun Paisios Luna Pazar Ltd κ.α. ν. Gordian Holdings Limited, Αίτηση - Έφεση Αρ. : 36/2021, 17/12/2021

Sun Paisios Luna Pazar Ltd κ.α. ν. Gordian Holdings Limited, Αίτηση - Έφεση Αρ. : 36/2021, 17/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση Αρ. : 36/2021 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65και επί τοις αφορώσι τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, ως και τις τροποποιήσεις τους Μεταξύ:

  1. Sun Paisios Luna Pazar Ltd
  2. A. Gerimos Estates Ltd
  3. XXXXX XXXXX Γέριμου
  4. XXXXX XXXXX Γέριμου
  5. XXXXX XXXXX Γέριμου
  6. XXXXX Γέριμου
  7. XXXXX Γέριμου Αιτητών - Εφεσειόντων v. Gordian Holdings Limited Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητων Ημερομηνία: 17 Δεκεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές - Εφεσείοντες: κ. Α. Στυλιανού για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σια ΔΕΠΕ Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητους: κ. Γ. Μίτλεττον με κ. Χ. Ιωσήφ και κα Χ. Χ΄΄Γεωργίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές - Εφεσείοντες ζητούν διατάγματα ακύρωσης και ή παραμερισμού των ειδοποιήσεων ΙΑ, ακύρωσης του σκοπούμενου για τις 20.12.21 πλειστηριασμού και ακύρωσης και ή αναστολής της διαδικασίας πώλησης λόγω ακυρότητας ή παραμερισμού των ειδοποιήσεων ΙΑ. Η Αίτηση βασίζεται σε διάφορους λόγους οι οποίοι αφορούν στην επίδοση των ειδοποιήσεων ΙΑ, στον χρόνο αποστολής τους, στο περιεχόμενο τους και στη λανθασμένη διαδικασία. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή
  8. Σε αυτή ο Αιτητής αναφέρεται στην υπό κρίση διαδικασία πώλησης, επαναλαμβάνοντας και αναλύοντας τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητοι καταχώρισαν ένσταση οι λόγοι της οποίας εστιάζονται κυρίως στη μη νομιμοποίηση των Αιτητριών 1 και 2 να καταχωρούν και προωθούν την παρούσα Αίτηση - Έφεση και στην τήρηση όλων των προϋποθέσεων που θέτει ο Νόμος για τη διαδικασία πώλησης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΠΔ (εφεξής «ο ΠΔ»), υπάλληλου της Τράπεζας Κύπρου από τις 6.2.95 μέχρι και τις 18.1.20 που εργοδοτήθηκε στους Καθ΄ ων. Σε αυτή ο ΠΔ επεξηγεί γιατί η επίδικη σύμβαση υποθήκης μαζί με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ενυπόθηκων δανειστών έχουν μεταφερθεί στους Καθ΄ ων και ουσιαστικά περιγράφει τη διαδικασία πώλησης δια πλειστηριασμού, ισχυριζόμενος ότι αυτή είναι καθόλα ορθή και σύμφωνα με τον Νόμο και επομένως η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες υιοθέτησαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Με το άρθρο 44Γ

(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί, παρέχεται δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο να καταχωρίσει έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ μόνο, για τους εκεί προβλεπόμενους λόγους. Σε αυτούς τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους περιλαμβάνονται οι εξής: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις (β) Η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί (γ) Η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή. Ι. Νομιμοποίηση των Αιτητριών 1 και 2 στην καταχώριση της Αίτησης - Έφεσης Το πρώτο ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης είναι κατά πόσο οι Αιτήτριες 1 και 2 νομιμοποιούνται στην καταχώριση αυτής. Στην ένορκη δήλωση του ο Αιτητής αναφέρει πως είναι εκ των διοικητικών συμβούλων της Αιτήτριας 1 και εξουσιοδοτημένος από όλους τους Αιτητές να προβεί στην εν λόγω δήλωση. Αναφορικά με την Αιτήτρια 2, ο Αιτητής δηλώνει πως οι διοικητικοί σύμβουλοι αυτής ήταν η αποβιώσασα μητέρα του και ο πατέρας του, Αιτητής 6, ο οποίος και τον εξουσιοδότησε να προβεί στην εν λόγω ένορκη του δήλωση. Αναφέρει επίσης πως οι Αιτήτριες 1 και 2 τελούν υπό διαχείριση βάσει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Ισχυρίζεται πως η παρούσα Αίτηση - Έφεση καταχωρίστηκε και προωθείται με βάση το κατάλοιπο εξουσίας που διατηρούν τα διοικητικά συμβούλια των εταιρειών τα οποία αμφισβητούν τον διορισμό του κ. NH (εφεξής «ο ΝΗ») ως Παραλήπτη Διαχειριστή. Οι Καθ΄ ων αμφισβητούν τη νομιμοποίηση των Αιτητριών 1 και 2 να καταχωρούν και προωθούν την παρούσα καθότι δεν έχει ενεργοποιηθεί το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών τους. Ειδικότερα, ο ΠΔ ισχυρίζεται ότι, κατόπιν ενημέρωσης από τους νομικούς συμβούλους των Καθ΄ ων, μόνο αν ο Παραλήπτης Διαχειριστής αρνείτο να λάβει μέτρα, τότε ενεργοποιείται το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών, και εδώ ουδέποτε ζητήθηκε η άδεια από τον Παραλήπτη Διαχειριστή. Επιπλέον, σύμφωνα πάντα με τον ΠΔ, ακόμα και αν ενεργοποιήθηκε το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών, αυτοί δεν έχουν αναλάβει την υποχρέωση προσωπικής πληρωμής των εξόδων σε περίπτωση απόρριψης της Αίτησης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Νίνου Α. Χατζηρούσου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1703: «. με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας. (Moss Steamship Co. v. Whinney [1912] A.C. 254).» Στο σύγγραμμα The Law of Administrators and Receivers of Companies, Sir G. Lightman και G. Moss, 5η έκδοση, σελ. 276-277, σε ελεύθερη μετάφραση αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ο σκοπός που διορίζεται ο παραλήπτης να είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας είναι "απλά ώστε να απελευθερώνονται οι κάτοχοι του ομολόγου που τον διορίζουν από ευθύνη για τις πράξεις του". Οι εξουσίες διεύθυνσης των διευθυντών αναστέλλονται και ο παραλήπτης έχει ολοκληρωτικό έλεγχο των υποθέσεων της εταιρείας. Οι σχετικές θέσεις του παραλήπτη και των διευθυντών εμφανίζονται καθαρά στην απόφαση του Δικαστή Brightman στην Re Emmadart: "... Ο διορισμός παραλήπτη εκ μέρους κατόχων ομολόγου αναστέλλει τις εξουσίες των διευθυντών πάνω στα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία ο παραλήπτης έχει διοριστεί στην έκταση που είναι αναγκαίο για να μπορεί ο παραλήπτης να διεκπεραιώνει τη λειτουργία του . Η εξουσία του παραλήπτη δεν είναι όμως ταυτόσημη με την εξουσία του διοικητικού συμβουλίου. Οι εξουσίες του παραλήπτη πηγάζουν από (
  1. i)τις εξουσίες που περιέχονται στο ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό της εταιρείας να δημιουργεί υποθήκες και επιβαρύνσεις, σε συγκερασμό με (
  2. ii)τις συγκεκριμένες εξουσίες που έχουν παραχωρηθεί σε ένα δεόντως διορισθέντα παραλήπτη δυνάμει της δέουσας άσκησης της εξουσίας της εταιρείας να δανειστεί."» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receivers and Administrators, 15η έκδοση, σελ. 312, σε ελεύθερη μετάφραση: «Το αποτέλεσμα του διορισμού εκτός δικαστηρίου αφορά στην αποκρυστάλλωση της κυμαινόμενης επιβάρυνσης σε καθορισμένη επιβάρυνση και οι συνέπειες όσον αφορά τους εξ αποφάσεως πιστωτές είναι οι ίδιες όπως στην περίπτωση διορισμού από το δικαστήριο. Οι εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να διαχειρίζονται την περιουσία που περιλαμβάνεται στον διορισμό (τόσο περιουσία υποκείμενη σε κυμαινόμενη επιβάρυνση όσο και περιουσία υποκείμενη σε καθορισμένη επιβάρυνση) εκτός υπό τους όρους της επιβάρυνσης, παραλύουν. Γιατί, παρά το ότι κάτω από ομόλογο ή έγγραφο καταπιστεύματος στη συνήθη μορφή, ο παραλήπτης είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας, οι εξουσίες της εταιρείας ανατίθενται στον παραλήπτη για τους σκοπούς της διεκπεραίωσης των εργασιών της ή της συγκέντρωσης των περιουσιακών της στοιχείων ...» Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο ίδιο σύγγραμμα, σελ. 592-3, ο διορισμός Παραλήπτη Διαχειριστή από κατόχους ομολόγου δεν έχει οποιαδήποτε συνέπεια στη νομική θέση των κύριων αξιωματούχων της εταιρείας, δηλαδή των διευθυντών και του γραμματέα. Το εταιρικό σχήμα της εταιρείας παραμένει ανεπηρέαστο, και παρά το ότι η διεύθυνση και ο έλεγχος των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται στον διορισμό αποσύρεται εντελώς από τα χέρια των αξιωματούχων της εταιρείας, αυτοί παραμένουν στις θέσεις τους, έχοντας τα συνήθη από τον Νόμο καθήκοντα να διεκπεραιώσουν. Στο σύγγραμμα Mayson, French & Ryan on Company Law, έκδοση 1990-1991, σελ. 569-70, αναφέρεται πως από τη στιγμή του διορισμού Παραλήπτη της εταιρείας αυτός έχει τη μόνη εξουσία να διαχειρίζεται την περιουσία αυτής και οι σύμβουλοι δεν έχουν πλέον τέτοια εξουσία, όμως συνεχίζουν να παραμένουν αξιωματούχοι και είναι ακόμα υπόλογοι, για παράδειγμα, να υποβάλλουν καταστάσεις και έγγραφα στον Έφορο Εταιρειών. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Νίνου Α. Χατζηρούσου (ανωτέρω), προκύπτει πως ενώ ο Παραλήπτης Διαχειριστής διαχειρίζεται πλέον την εταιρεία, οι διευθυντές αυτής διατηρούν το κατάλοιπο εξουσίας που περιλαμβάνει τη δυνατότητα να εγείρουν αγωγή εναντίον των κατόχων ομολόγων οι οποίοι διόρισαν τον Παραλήπτη Διαχειριστή. Το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών αναγνωρίστηκε στην Αγγλική υπόθεση Newhart Developments v. Co-operative Commercial Bank
(1978)2 All E.R. 896, στην οποία τα περιουσιακά στοιχεία σε σχέση με τα οποία είχε διοριστεί ο Παραλήπτης περιλάμβαναν αξίωση για αποζημιώσεις εναντίον των κατόχων του ομολόγου που τον διόρισε. Ο Παραλήπτης είχε αρνηθεί να εναγάγει τους κατόχους του ομολόγου και η αγωγή καταχωρίστηκε από τους διευθυντές για λογαριασμό της εταιρείας. Αποφασίστηκε πως η αγωγή μπορούσε να συνεχίσει. Στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτήτριες 1 και 2 επικαλούνται το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών τους ως προς την καταχώριση και προώθηση της υπό κρίση Αίτησης - Έφεσης ενώ οι Καθ΄ ων αρνούνται αυτό, βασιζόμενοι σε ενημέρωση από τους νομικούς τους συμβούλους. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, συνάγεται χωρίς δυσκολία πως ο ΝΗ, ενόσω εξακολουθεί να είναι Παραλήπτης Διαχειριστής των Αιτητριών 1 και 2, είχε εξουσία και μπορούσε να δώσει οδηγίες και τις εκπροσωπήσει στα πλαίσια και για σκοπούς καταχώρισης και προώθησης της υπό κρίση Αίτησης - Έφεσης εκ μέρους τους. Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να έχει συμβεί και η μοναδική μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από τις Αιτήτριες είναι ο απλός γενικός ισχυρισμός πως ενεργούν με βάση το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών, ο οποίος και παραμένει παντελώς ατεκμηρίωτος. Μάλιστα, η αναφορά του Αιτητή πως η παρούσα καταχωρίστηκε και προωθείται με βάση το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών οι οποίοι αμφισβητούν τον φερόμενο διορισμό του ΝΗ, τείνει να καταδείξει πως οι Αιτήτριες 1 και 2 προχώρησαν από μόνες τους στην καταχώριση της παρούσας για τον λόγο ότι δεν αναγνωρίζουν τον διορισμό του ΝΗ, κάτι το οποίο σαφώς δεν δικαιολογεί την επίκληση του κατάλοιπου. Οι Αιτήτριες 1 και 2 δεν προσκόμισαν μαρτυρία ως προς τις ακριβείς συνθήκες καταχώρισης της παρούσας παρά μόνο αναφέρουν τον λόγο ο οποίος δεν είναι άλλος από τη μη αναγνώριση του διορισμού του ΝΗ και επομένως δεν έχει διαφανεί πως αυτές αποτάθηκαν στον Παραλήπτη Διαχειριστή ο οποίος αρνήθηκε να υποβάλει την παρούσα, οπότε να συναχθεί ότι οι Αιτήτριες διατηρούσαν το κατάλοιπο εξουσίας για να προχωρήσουν με την καταχώριση της παρούσας. Ως εκ τούτου θεωρώ πως οι Αιτήτριες 1 και 2 δεν νομιμοποιούντο να καταχωρίσουν την παρούσα Αίτηση και ως εκ τούτου αυτή δεν δύναται να προωθηθεί περαιτέρω εκ μέρους τους. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου ουδόλως επηρεάζει την Αίτηση εκ μέρους των υπόλοιπων Αιτητών. Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνεται πως όσα ακολουθούν ισχύουν και για τις Αιτήτριες 1 και 2, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί πως έχουν το δικαίωμα καταχώρισης της παρούσας. ΙΙ. Επίδοση Ειδοποίησης ΙΑ Όπως αναφέρεται ανωτέρω, το άρθρο 44Γ
(3)(β) προνοεί ως λόγο παραμερισμού το ότι οι ειδοποιήσεις ΙΑ δεν έχουν δεόντως επιδοθεί. Οι Αιτητές ισχυρίζονται πως αυτές δεν επιδόθηκαν ή δεν επιδόθηκαν νομότυπα στους ίδιους και σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής ισχυρίζεται πως αφέθηκαν στην κατοικία του Αιτητή 3 χωρίς να παραδοθούν ή επιδοθούν στον ίδιο προσωπικά οι ειδοποιήσεις οι οποίες απευθύνονταν στις Αιτήτριες 2, 4 και
  1. Σύμφωνα με τον Αιτητή δεν επιδόθηκαν ειδοποιήσεις στον ίδιο, στην Αιτήτρια 1 και στον Αιτητή
  2. Παρόλο που αρχικά στην ένορκη του δήλωση ο ΠΔ ισχυρίζεται πως η Αιτήτρια 1 είναι η πρωτοφειλέτιδα και οι υπόλοιποι Αιτητές οι εγγυητές αναφορικά με τις πιστωτικές διευκολύνσεις για τις οποίες δόθηκε η υπό κρίση υποθήκη Υ..69/07, σε κατοπινό στάδιο στην ίδια δήλωση αναφέρει πως ο Αιτητής 6 δεν είναι εγγυητής των υποχρεώσεων της Αιτήτριας
  3. Αυτό επιβεβαιώνεται από τα σχετικά έγγραφα των εγγυήσεων τα οποία πράγματι δεν περιλαμβάνουν τον Αιτητή 6 ως εγγυητή. Επομένως, αυτός δεν θεωρείται ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο και οι Καθ΄ ων δεν είχαν υποχρέωση να επιδώσουν σε αυτόν προσωπικά την ειδοποίηση ΙΑ. Ο Αιτητής παρουσιάζει πιστοποιητικό του Κτηματολογίου ημ. 2.12.21 έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας με εμπράγματα βάρη, Τεκμήριο 5, στο οποίο φαίνεται ότι υπάρχουν καταχωρημένα αγοραπωλητήρια συμβόλαια επί του ενυπόθηκου ακινήτου που αφορούν τους ΣΠ και ΖΤ ενώ κάτοχοι επιβαρύνσεων - εμπράγματων βαρών επί του ακινήτου είναι και η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και η εταιρεία Landtrix Queen Family Investments. Σύμφωνα με τον Αιτητή, όλοι οι πιο πάνω όπως και ο ΝΗ ως Παραλήπτης Διαχειριστής είναι ενδιαφερόμενα πρόσωπα και εκφράζει την πεποίθηση πως οι ειδοποιήσεις ΙΑ δεν επιδόθηκαν σε αυτούς. Ο ΠΔ αμφισβητεί τη νομιμότητα των αγοραπωλητηρίων εγγράφων τα οποία είναι μεταγενέστερα της υποθήκης και έχουν κατατεθεί στο Κτηματολόγιο, ως προϊόν δόλου και απάτης, εξ ου και οι Καθ΄ ων ήγειραν Αγωγή αξιώνοντας την ακύρωση τους. Εντούτοις δέχεται πως οι Καθ΄ ων επέδωσαν στα προαναφερόμενα πρόσωπα την ειδοποίηση ΙΑ ως ενδιαφερόμενα πρόσωπα διευκρινίζοντας πως η αποστολή της ειδοποίησης δεν δύναται να εκληφθεί ως αποδοχή της εγκυρότητας και δεσμευτικότητας των αγοραπωλητηρίων. Οι Αιτητές ισχυρίζονται πως ενδιαφερόμενα πρόσωπα είναι και οι ΠΟ και ΣΣ, οι οποίοι φέρονται να έλαβαν πιστωτικές διευκολύνσεις από την Τράπεζα Κύπρου με εγγυήτριες τις Αιτήτριες 1, 4 και 5 και προς εξασφάλιση των οποίων η Αιτήτρια 1 παραχώρησε τη μεταγενέστερη της υπό κρίση υποθήκη Υ..73/11 που αφορά το ίδιο ακίνητο. Ο Αιτητής παρουσιάζει αντίγραφα των Αγωγών (1601/14, 1602/14 και 1614/12) και την απόφαση ημ. 17.11.21 η οποία εκδόθηκε στην τελευταία υπέρ της Τράπεζας και εναντίον των εκεί Εναγομένων ως επίσης και διάταγμα για εκποίηση της υποθήκης, Τεκμήριο
  4. Σημειώνεται πως στην ίδια την απόφαση αναφέρεται πως υπάρχει αναστολή εκτέλεσης αυτής μέχρι τις 30.8.
  5. Οι Καθ΄ ων ορθώς αναφέρουν πως τα δύο αυτά πρόσωπα δεν είναι ενδιαφερόμενα πρόσωπα εντός της ερμηνείας του άρθρου 44IE του Ν.9/65 σύμφωνα με το οποίο «ενδιαφερόμενο πρόσωπο σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης, όπως αυτό προκύπτει από έρευνα στα μητρώα του Κτηματολογίου .». Σαφώς αυτά τα δύο πρόσωπα δεν έχουν δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης καθότι είναι πρωτοφειλέτες σε άλλες ανεξάρτητες πιστωτικές διευκολύνσεις για τις οποίες παραχωρήθηκε άλλη μεταγενέστερη υποθήκη και εν πάση περιπτώσει η απόφαση τελεί υπό αναστολή εκτέλεσης. Η υπό κρίση διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου αφορά σε άλλη υποθήκη, ήτοι την Υ..69/07, και επιπλέον στην έρευνα του Κτηματολογίου, Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, αναφορικά με το ενυπόθηκο ακίνητο αναγράφεται ο αριθμός της μεταγενέστερης υποθήκης και μόνο η Τράπεζα Κύπρου ως δανειστής. Τα δύο φυσικά πρόσωπα δεν παρουσιάζονται καν στα μητρώα του Κτηματολογίου και επομένως μόνο η Τράπεζα Κύπρου θεωρείται ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Ο Αιτητής ισχυρίζεται πως οι ειδοποιήσεις ΙΑ στάληκαν σε όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα απ΄ ευθείας με τη μέθοδο της ιδιωτικής επίδοσης, κατά παράβαση του άρθρου 44ΙΕ του Ν.9/65 το οποίο προνοεί για αποστολή των ειδοποιήσεων με συστημένο ταχυδρομείο και μόνο όπου αυτό δεν είναι εφικτό τότε ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να προχωρήσει με τη μέθοδο της ιδιωτικής επίδοσης. Επίσης ισχυρίζεται πως ο Αιτητής 3 βρήκε στο προαύλιο της κατοικίας του ειδοποιήσεις ΙΑ οι οποίες απευθύνονταν προς τον ίδιο και τις Αιτήτριες 2, 4 και 5, ενώ δεν έχει επιδοθεί τέτοια ειδοποίηση στους Αιτητές 1, 6 και 7 και στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Ο ΠΔ με τη σειρά του παρουσιάζει ως Τεκμήριο 8 δέσμη εγγράφων, από την οποία πράγματι διαφαίνεται η αποστολή της ειδοποίησης ΙΑ σε όλους τους Αιτητές (πλην του Αιτητή 6 προσωπικά) και σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Στο Τεκμήριο 8 περιλαμβάνονται αντίγραφα εκτυπώσεων των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Κύπρου και ένορκες δηλώσεις επίδοσης. Από αυτά τα έγγραφα φαίνεται πως οι ειδοποιήσεις ΙΑ που στάληκαν με συστημένο ταχυδρομείο παραλήφθηκαν, εκεί δε που καταγράφεται πως δεν παραλήφθηκαν παρόλο που ο παραλήπτης είχε ειδοποιηθεί, αυτές επιδόθηκαν μέσω ιδιώτη επιδότη. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 8, ο ΝΗ ως Παραλήπτης Διαχειριστής της Αιτήτριας 1 και ως Διαχειριστής της Αιτήτριας 2 και η Τράπεζα Κύπρου παρέλαβαν τη συστημένη ειδοποίηση, ενώ έγινε και ιδιωτική επίδοση στην Αιτήτρια 1, στον ΝΗ Παραλήπτη Διαχειριστή της, στην Αιτήτρια 2, στον ΝΗ Παραλήπτη Διαχειριστή της, καθώς επίσης και στους Αιτητές 3-5 και 7, στην Τράπεζα Κύπρου, στη ΖΤ, στον ΣΠ και στην εταιρεία Landtrix. Με βάση το Τεκμήριο 8, προκύπτει χωρίς δυσκολία πως οι Καθ΄ ων απέστειλαν την ειδοποίηση ΙΑ σε όλα τα προαναφερόμενα πρόσωπα αρχικά με συστημένη επιστολή και μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες η παραλαβή αυτής από τους φερόμενους ως παραλήπτες δεν έγινε δυνατή οι Καθ΄ ων προχώρησαν με ιδιωτική επίδοση, προς πλήρη συμμόρφωση με την ερμηνεία που δίδεται στον όρο «επίδοση» στο άρθρο 44ΙΕ του Ν.9/
  6. Σύμφωνα με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων επίδοσης, η επίδοση είτε στα φυσικά πρόσωπα είτε στις εταιρείες έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αξίζει ειδικά να αναφερθεί πως η επίδοση στον Αιτητή 7 ο οποίος δεν παρέλαβε τη συστημένη επιστολή - ειδοποίηση ΙΑ, έγινε δυνάμει διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημ. 29.10.21 το οποίο εκδόθηκε από το Δικαστήριο στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 50/21, Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του ΠΔ. Προς συμμόρφωση με το διάταγμα, η επίδοση έγινε τόσο με θυροκόλληση στην οικία του όσο και στους δικηγόρους του. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται πως οι υπό κρίση ειδοποιήσεις ΙΑ επιδόθηκαν δεόντως σε όλα τα προαναφερόμενα πρόσωπα. ΙΙΙ. Χρόνος Αποστολής Ειδοποίησης ΙΑ Αποτελεί ισχυρισμό των Αιτητών πως οι ειδοποιήσεις ΙΑ στάληκαν πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή, καθότι δεν είχαν αποσταλεί και ή αποσταλεί νομότυπα σε αυτούς και σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα οι προγενέστερες ειδοποιήσεις Ι και Θ. Το λεκτικό του άρθρου 44Γ του Ν.9/65 ορίζει τη διαδικασία πώλησης σε δύο στάδια, ήτοι την επίδοση της ειδοποίησης Ι και ακολούθως την επίδοση της ειδοποίησης ΙΑ. Με άλλα λόγια, ο ενυπόθηκος δανειστής οφείλει να επιδώσει τον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο την ειδοποίηση Ι. Μόνο με την ολοκλήρωση αυτού του πρώτου σταδίου αναφορικά με όλα τα σχετικά πρόσωπα και τη λήξη των προθεσμιών χωρίς οποιαδήποτε συμμόρφωση ενεργοποιείται το δεύτερο στάδιο κατά το οποίο ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην επίδοση στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο της ειδοποίησης ΙΑ. Ο Αιτητής ισχυρίζεται πως η ειδοποίηση Ι επιδόθηκε μόνο στον Αιτητή 3 προσωπικά και για λογαριασμό της Αιτήτριας 2 και στις Αιτήτριες 1 , 4 και 5 και όχι στον ίδιο και στον Εναγόμενο
  7. Έχει ήδη λεχθεί πως ο Εναγόμενος 6 δεν είναι ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Εξ όσων πιστεύει, η ειδοποίηση Ι δεν επιδόθηκε στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, ήτοι στον Παραλήπτη Διαχειριστή των Αιτητριών 1 και 2, στη ΖΤ και στον ΣΠ. Ο ΠΔ αναφέρει πως η ίδια διαδικασία είχε ακολουθηθεί από τους Καθ΄ ων και αναφορικά με την αποστολή της ειδοποίησης Ι και παρουσιάζει τα σχετικά έγγραφα ως Τεκμήριο
  8. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΠΔ και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7, προκύπτει πως και η ειδοποίηση Ι στάληκε σε όλα τα προαναφερόμενα πρόσωπα με συστημένο ταχυδρομείο και παραλήφθηκε μόνο από την Αιτήτρια 1 και τον ΣΠ, ενώ κατόπιν άρνησης των υπολοίπων να την παραλάβουν (παρόλο που είχαν ειδοποιηθεί προς τούτο), επιδόθηκε μέσω ιδιωτικής επίδοσης σύμφωνα με τη Δ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το άρθρο 44ΙΕ του Ν.9/
  9. Η κάθε ειδοποίηση Ι απευθύνεται ονομαστικά στο καθένα των προσώπων προς τα οποία αυτή στάληκε ή επιδόθηκε και συνάδει πλήρως με τον τύπο Ι του Δεύτερου Παραρτήματος, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 44Γ. Επομένως το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η επίδοση έγινε νομότυπα και κανονικά. Επιπλέον, οι ειδοποιήσεις Ι συνοδεύονταν από κατάσταση λογαριασμού με το οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος και τους τόκους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(1). Η επίδοση της ειδοποίησης Θ δεν αποτελεί λόγο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(3), πλην όμως αρκεί να λεχθεί πως τέτοια ειδοποίηση Θ στάληκε σε όλα τα προαναφερόμενα πρόσωπα μαζί με την ειδοποίηση Ι και την κατάσταση λογαριασμού. Επομένως, φαίνεται πως οι Καθ΄ ων ακολούθησαν ορθώς τις πρόνοιες του Ν.9/65 και απέστειλαν πρώτα την ειδοποίηση Θ και την ειδοποίηση Ι με συνημμένη κατάσταση λογαριασμού και όταν οι Αιτητές παρέλειψαν να συμμορφωθούν εντός της προβλεπόμενης από τον Νόμο προθεσμίας των 45 ημερών, επέδωσαν την ειδοποίηση ΙΑ. ΙV. Τύπος και Περιεχόμενο Ειδοποίησης ΙΑ Οι Αιτητές προβάλλουν διάφορους λόγους για τους οποίους εισηγούνται πως η ειδοποίηση ΙΑ πάσχει τόσο ως προς τον τύπο όσο και ως προς το περιεχόμενο της. Ο πρώτος λόγος αφορά τη νομιμοποίηση των Καθ΄ ων να προωθούν τη διαδικασία πώλησης. Ο Αιτητής ισχυρίζεται πως οι Αιτητές ουδέποτε ενημερώθηκαν για την όποια μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες παραχωρήθηκαν προς την Αιτήτρια 1 με τις εξασφαλίσεις της, συμπεριλαμβανομένης της υπό κρίση υποθήκης, και εν πάση περιπτώσει πως δεν ακολουθήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 18 και 19 του Ν.169(Ι)/
  1. Σύμφωνα με τον ΠΔ, και όπως επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια 1-5, οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις, συμπεριλαμβανομένης της υπό κρίση υποθήκης Υ...69/07, μεταβιβάστηκαν από την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στην Τράπεζα Κύπρου με βάση την ΚΔΠ 104/13 η οποία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Ακολούθως αυτές μεταβιβάστηκαν από την Τράπεζα Κύπρου στους Καθ΄ ων με βάση τον Ν.169(Ι)/15 δυνάμει Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε με δικαστικό διάταγμα στις 23.5.19 και τέθηκε σε ισχύ από τις 30.5.
  2. Επομένως, οι Καθ΄ ων έχουν πλέον υποκαταστήσει και αντικαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου έχοντας τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις δυνάμει των επίδικων συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και των εξασφαλίσεων αυτών, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18
(3)(α) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Ν.169(Ι)/
  1. Από τη στιγμή που η μεταβίβαση των εν λόγω διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων έχει εγκριθεί και επικυρωθεί με διάταγμα Δικαστηρίου, τότε δεν παρέχεται εξουσία στο παρόν Δικαστήριο να υπεισέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στη νομιμότητα αυτού και συνακόλουθα στη νομιμοποίηση των Καθ΄ ων να προωθούν την υπό κρίση διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι τυχόν ενασχόληση με αυτό το ζήτημα απολήγει σε έλεγχο και αναθεώρηση από το παρόν Δικαστήριο του εν λόγω δικαστικού διατάγματος. Σαφώς τέτοια εξουσία παρέχεται μόνο στο Εφετείο καθότι είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι η ανατροπή και διαφοροποίηση της όποιας απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου δεν είναι επιτρεπτή από ομοβάθμιο Δικαστήριο. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Λοϊζίδη κ.ά. v. Περατικού, Πολ. Αίτηση 32/19, ημ. 17.4.
  2. Σε αυτό το πλαίσιο θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ασχοληθεί ούτε και με την αποστολή των επιστολών της Τράπεζας και της Gordian προς τους Αιτητές αναφορικά με τη μεταβίβαση, όπως προνοείται στα άρθρα 18 και 19 του Νόμου, καθότι αυτές αποτελούν μέρος της διαδικασίας μεταβίβασης. Παρά ταύτα ο ΠΔ παρουσιάζει τις ειδοποιήσεις - επιστολές (goodbye letters) από την Τράπεζα Κύπρου προς τους Αιτητές (πλην του Αιτητή 6) και τις ειδοποιήσεις - επιστολές (hello letters) από τους Καθ΄ ων προς τους Αιτητές καθώς επίσης και τις επιστολές διάθεσης ημ. 30.10.18 που είχαν σταλεί από την Τράπεζα Κύπρου στους Αιτητές για το δικαίωμα εξαγοράς του χρέους, Τεκμήρια 3 και 4, από τις οποίες φαίνεται η αποστολή όλων των προβλεπόμενων στον Νόμο επιστολών. Από τη στιγμή που οι Καθ΄ ων έχουν πλέον υποκαταστήσει και αντικαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου έχοντας τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις δυνάμει των επίδικων συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και των εξασφαλίσεων αυτών δυνάμει του Ν.169(Ι)/15, οι Καθ΄ ων έχουν πλέον λάβει τη θέση του ενυπόθηκου δανειστή και εμπίπτουν εντός της ερμηνείας του όρου αυτού στο άρθρο 2 του Ν.9/65, σύμφωνα με το οποίο «ενυπόθηκος δανειστής» σημαίνει το πρόσωπο υπέρ του οποίου συνίσταται υποθήκη. Με την υποκατάσταση και αντικατάσταση της Τράπεζας Κύπρου, οι Καθ΄ ων είναι πλέον ο ενυπόθηκος δανειστής και δικαιούται στην έκδοση και αποστολή της ειδοποίησης ΙΑ. Οι Αιτητές παραπονούνται πως το περιεχόμενο της ειδοποίησης ΙΑ είναι εσφαλμένο, παράτυπο και παράνομο επειδή σε αυτή αναγράφεται η φράση «Το ενυπόθηκο χρέος και η ρηθείσα υποθήκη έχουν μεταβιβαστεί στην GORDIAN HOLDINGS LIMITED, ως έχετε ήδη ενημερωθεί». Σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2)του Ν.9/65, η ειδοποίηση ΙΑ είναι σύμφωνη με τον τύπο του Δεύτερου Παραρτήματος. Μια ανάγνωση της υπό κρίση ειδοποίησης ΙΑ καταδεικνύει πως αυτή συνάδει πλήρως με το λεκτικό και τον τύπο του Παραρτήματος και απλώς η προαναφερόμενη φράση έχει προστεθεί στο τέλος της ειδοποίησης μετά την υπογραφή των Καθ΄ ων, τη διεύθυνση τους και την ημερομηνία. Η απλή προσθήκη της εν λόγω φράσης δεν καθιστά την ειδοποίηση μη νομότυπη, ειδικότερα εφόσον ως προς το υπόλοιπο μέρος της συνάδει πλήρως με τον προβλεπόμενο στον Νόμο τύπο. Προφανώς, η φράση αυτή προστέθηκε απλώς και μόνο για να υπενθυμίσει και υποδείξει τον λόγο για τον οποίο οι Καθ΄ ων προωθούν τη διαδικασία πώλησης με πλειστηριασμό και στέλνουν την εν λόγω ειδοποίηση. Είναι γεγονός πως η ειδοποίηση Ι αναγράφει διαφορετικό οφειλόμενο ποσό σε σχέση με την ειδοποίηση ΙΑ. Στην ειδοποίηση Ι ημ. 20.5.21 το οφειλόμενο ποσό αναφέρεται ότι ανέρχεται στις €2.352.515,13 πλέον τόκοι επί €1.537.741,30 με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο προ 3,05% (βασικό επιτόκιο Τράπεζας Κύπρου προσαυξημένου κατά 3,05 % ετησίως) από την 1.1.
  1. Στη συνημμένη κατάσταση λογαριασμού αναφέρεται ως αρχικό ποσό υποθήκης €1.537.741,30 πλέον τόκοι €814.773,83 μέχρι τις 31.12.2020 και συνολικό οφειλόμενο ποσό €2.352.515,
  2. Στην ειδοποίηση ΙΑ ημ. 6.10.21 αναφέρεται ως οφειλόμενο το ποσό των €1.537.741,30 πλέον τόκος €850.624,27 κατά τις 6.10.21 πλέον έξοδα €0,
  3. Επομένως, είναι προφανές πως η ειδοποίηση ΙΑ αναφέρεται στο αρχικό ποσό της υποθήκης, ως αυτό αναφέρεται και στην κατάσταση της ειδοποίησης Ι, και ο τόκος παρουσιάζει διαφορά γιατί στην ειδοποίηση Ι υπολογίζεται μέχρι τις 31.12.20 ενώ στην ειδοποίηση ΙΑ μέχρι τις 6.10.21 που εύλογα αναμένετο να αυξηθεί. Ως εκ τούτου η αναγραφή διαφορετικών ποσών στις δύο αυτές ειδοποιήσεις δεν καθιστούν την ειδοποίηση ΙΑ παράτυπη και αντικανονική. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι στο Δεύτερο Παράρτημα για τον τύπο της ειδοποίησης ΙΑ, αναγράφεται η φράση «Το ποσό το οποίο κατέστη απαιτητό δυνάμει της πιο πάνω Υποθήκης ανέρχεται στο ποσό των €...., πλέον τόκος, €. , πλέον έξοδα €...» Θεωρώ ότι η πιο πάνω αναγραφή όσον αφορά τον τόκο συνάδει πλήρως με τον απαιτούμενο τύπο της ειδοποίησης. Σαφώς αυτό το ποσό αφορά τον υπολογισμό του τόκου όπως είχε αποκρυσταλλωθεί μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης της ειδοποίησης ενώ ο τόκος συνεχίζει να υπολογίζεται μέχρι την ενδεχόμενη εξόφληση του συνολικού οφειλόμενου ποσού δυνάμει της υποθήκης ή την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με τη διαδικασία πλειστηριασμού, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Ν.9/
  4. Αυτό προκύπτει και με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 44I
(4), δυνάμει του οποίου ο ενυπόθηκος δανειστής διαθέτει το προϊόν πώλησης με τη σειρά που προνοείται σε αυτό και με ειδική αναφορά στην καταβολή του ποσού που αντιπροσωπεύει το ενυπόθηκο χρέος, πλέον τόκους οι οποίοι υπολογίζονται μέχρι και την ημερομηνία πώλησης και δεν παγοποιούνται κατά την ημερομηνία έκδοσης της ειδοποίησης ΙΑ. Άλλωστε, ο βασικός σκοπός της ειδοποίησης ΙΑ είναι η ενημέρωση για την πρόθεση του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με πώληση σε συγκεκριμένη ημερομηνία, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα σε αυτόν να λάβει μέτρα για τον παραμερισμό της ειδοποίησης, εν αντιθέσει με την ειδοποίηση Ι η οποία είναι αυτή με την οποία ο ενυπόθηκος οφειλέτης καλείται να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό και πληροφορείται πως σε αντίθετη περίπτωση ο ενυπόθηκος δανειστής έχει το δικαίωμα να προχωρήσει με πώληση μέσω της διαδικασίας πλειστηριασμού. Είναι δε αξιοσημείωτο πως στην ειδοποίηση Ι η οποία βασικά αποτελεί και την απαίτηση για αποπληρωμή του ποσού, στον αντίστοιχο Τύπο «I» του Δεύτερου Παραρτήματος, ο τόκος καταγράφεται επί ποσού, προς το καθορισμένο επιτόκιο και την ημερομηνία έναρξης υπολογισμού του και όχι ως καθορισμένο ποσό. Σαφώς αυτή η καταγραφή θεωρείται επαρκής για να πληροφορήσει τον ενυπόθηκο οφειλέτη για το ύψος της οφειλής την οποία απαιτεί προς πληρωμή με την εν λόγω ειδοποίηση, η οποία σημειωτέον και πάλι ενδεχομένως να παρουσιάσει αύξηση μέχρι τη λήξη της προβλεπόμενης σε αυτή προθεσμίας των τουλάχιστον 45 ημερών προς αποπληρωμή. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου καταρρίπτει τυχόν εισήγηση περί αδυναμίας υπολογισμού του τόκου σε περίπτωση επιθυμίας εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού. Άλλωστε δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία πως ο Αιτητής ή και οποιοσδήποτε των Αιτητών, πρωτοφειλέτιδας και εγγυητών, εξέφρασαν την πρόθεση καταβολής του οφειλόμενου ποσού για απαλλαγή της υποθήκης και αποδέσμευση του ενυπόθηκου ακινήτου. Ο Αιτητής ισχυρίζεται επίσης πως το περιεχόμενο της ειδοποίησης ΙΑ είναι εσφαλμένο επειδή το οφειλόμενο ποσό είναι κατ΄ ισχυρισμό το αποτέλεσμα παράνομων χρεώσεων στη βάση καταχρηστικών και ή αόριστων και ή παράνομων όρων της συμφωνίας δανείου και των εγγράφων υποθήκης ή λόγω λανθασμένης και ή παράνομης χρέωσης τόκου. Αυτός ο ισχυρισμός δεν εμπίπτει εντός των καθορισμένων από τον Νόμο λόγων για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει ξεκάθαρα πως οι υπό κρίση ειδοποιήσεις ΙΑ βρίσκονται σε πλήρη συμμόρφωση με το Δεύτερο Παράρτημα τόσο ως προς τον τύπο τους όσο και ως προς το περιεχόμενο τους, όπως απαιτείται από το άρθρο 44Γ
(2). V. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητων και εναντίον των Αιτητών - Εφεσειόντων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.