← Κύπρος

Bibbs ν. P.P. Dolphin Boat Safari Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 232/2008, 29/11/2021

Bibbs ν. P.P. Dolphin Boat Safari Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 232/2008, 29/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2021:A81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 232/2008 Μεταξύ: XXXXX Bibbs Ενάγουσας v. P.P. Dolphin Boat Safari Ltd Εναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημ. 13.5.11 Μεταξύ: XXXXX Bibbs Ενάγουσας v.

  1. P.P. Dolphin Boat Safari Ltd
  2. XXXXX Παναγή Εναγομένων Αίτηση Εναγομένων ημ. 21.10.21 για Τροποποίηση της Υπεράσπισης Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Α. Πετρίδης για Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σια Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Μ. Κυριακίδης με κ. Μ. Ποσκώτη για Μάριος Ι. Κυριακίδης και Δρ Καίτη Αλεξάνδρου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της Αγωγής και το πέρας της μαρτυρίας του πρώτου μάρτυρος της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι - Αιτητές καταχώρισαν την υπό κρίση Αίτηση με την οποία ζητούν άδεια για τροποποίηση της Υπεράσπισης. Η αιτούμενη τροποποίηση αφορά βασικά την αντικατάσταση της παρ. 7 της Υπεράσπισης ούτως ώστε αντί σε αυτή να γίνεται παραδοχή της παρ. 5 της Έκθεσης Απαίτησης, να αναφέρει τα εξής: «Η Εναγόμενη εταιρεία, από την παράγραφο 5, της Εκθέσεως Απαιτήσεως, παραδέχεται το ιδιοκτησιακό καθεστώς του σκάφους Shark, με αριθμό XXXXX41, όπως περιγράφεται από την Ενάγουσα και συγκεκριμένα, ότι, σε όλους τους ουσιώδεις χρόνους, ήταν ιδιοκτήτρια και κάτοχος του σκάφους. Δεν παραδέχεται, όμως την περιγραφή του σκάφους, ως επιπέδων υφάλων, αντίθετα, ισχυρίζεται ότι επρόκειτο περί συμβατικού, φουσκωτού, σκάφους, 10 μέτρων, με βαθιά καρίνα (deep V shape) και 2 εξωλέμβιες μηχανές πρόωσης μεγάλου κυβισμού.» Η Αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση της Ενάγουσας και με τη σύμφωνη γνώμη των δύο πλευρών πως η Αίτηση δεν επηρεάζει την συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας, το Δικαστήριο προχώρησε με την συνέχιση της ακρόασης της Αγωγής και κλήθηκαν ακόμα δύο μάρτυρες για την Ενάγουσα, ένας νευροχειρουργός και ένας αστυνομικός, ενώ ταυτόχρονα δόθηκαν οδηγίες για την καταχώριση ένστασης της Αίτησης και αυτή εκδικάστηκε με προφορικές αγορεύσεις μετά το πέρας της μαρτυρίας του τρίτου μάρτυρος της Ενάγουσας. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων δυνάμει της παλαιάς Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία ισχύει στην υπό κρίση περίπτωση έχουν καθιερωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση όπου κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.

(1999)1 Α.Α.Δ. 11 και Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 745 περιέχει μια χρήσιμη σύνοψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα τροποποίησης στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Όπως διαφαίνεται μέσα από τη νομολογία, όσο πιο μεγάλη είναι η καθυστέρηση τόσο αυξάνεται το βάρος του αιτούντος την τροποποίηση να δικαιολογήσει την καθυστέρηση. Στην υπόθεση Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, αναφέρθηκε ότι η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην τροποποίηση της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψιν τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Παραπέμπω επίσης εκ νέου στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361, στην οποία υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου της Αγωγής στον οποίο το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει και λάβει γνώση (βλ. Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938), η παρούσα Αγωγή καταχωρίστηκε στις 23.4.08 και αφορά απαίτηση για αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες τις οποίες η Ενάγουσα κατ΄ ισχυρισμό υπέστη σε ατύχημα το οποίο επεσυνέβη στη θαλάσσια περιοχή της Αγίας Νάπας ενώ αυτή ήταν επιβάτιδα του σκάφους Shark της Εναγομένης 1 και το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο κυβερνάτο από τον Εναγόμενο 2 ο οποίος φέρεται ως ο διευθυντής και ή αντιπρόσωπος της Εναγομένης
  1. Το ιστορικό της διαδικασίας της Αγωγής φαίνεται από τον φάκελο και κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός κατά την έναρξη της ακρόασης ως Τεκμήριο
  2. Για σκοπούς της υπό κρίση διαδικασίας κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως κατόπιν έκδοσης απόφασης ημ. 13.5.11 με την οποία επιτράπηκε η προσθήκη του Εναγομένου 2, η τροποποιημένη δικογραφία έκλεισε στις 15.11.12 με την καταχώριση Απάντησης στην Υπεράσπιση. Στις 27.2.14 το Δικαστήριο αποφάσισε την προδικαστική εκδίκαση νομικών σημείων και στις 11.4.14 εξέδωσε απόφαση με την οποία απέρριψε την Αγωγή λόγω αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου να την εκδικάσει. Στις 22.4.14 καταχωρίστηκε έφεση και στις 2.6.21 το Εφετείο ακύρωσε την εν λόγω απόφαση στη βάση του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να είχε ακούσει μαρτυρία πριν αποφασίσει για τα επίδικα ζητήματα των προδικαστικών ενστάσεων. Έτσι η Αγωγή ορίστηκε για ακρόαση και ξεκίνησε στις 12.10.
  3. Μετά την κατάθεση του Τεκμηρίου 1 και με βάση συμπληρωματική ένορκη αποκάλυψη των Εναγομένων η οποία καταχωρίστηκε στις 12.10.21, με την έναρξη της μαρτυρίας του πρώτου μάρτυρος για την Ενάγουσα, κ. ΚΚ (ΜΕ1), υπαλλήλου στο Υφυπουργείο Ναυτιλίας, κατατέθηκαν εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους διάφορα έγγραφα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και έγγραφα με τις προδιαγραφές ή την περιγραφή του επίδικου σκάφους. Πρόκειται για συνολικά 9 έγγραφα, Τεκμήρια 2-
  4. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΕ1, το Δικαστήριο όρισε την Αγωγή για συνέχιση στις 21.10.21 όταν εν τω μεταξύ είχε καταχωριστεί και η υπό κρίση Αίτηση. Το πιο πάνω ιστορικό της διαδικασίας αναμφίβολα αποκτά τη σημασία του καθότι διαφαίνεται πως η Αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης καταχωρίστηκε 13 έτη από την καταχώριση της Αγωγής, 10 έτη από την καταχώριση της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης (21.11.11) και 9 έτη από την καταχώριση της τροποποιημένης Υπεράσπισης (19.10.12). Σαφώς πρόκειται για πολυετή και μακρά καθυστέρηση. Ταυτόχρονα όμως θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν πως η Αγωγή ουσιαστικά δεν προχώρησε ποτέ σε ακρόαση με την προσκόμιση μαρτυρίας μέχρι και τις 12.10.
  5. Και τούτο, καθότι η απόρριψη της Αγωγής αποφασίστηκε στα πλαίσια εκδίκασης των προδικαστικών ενστάσεων χωρίς να ακουστεί μαρτυρία, κάτι το οποίο αποτέλεσε και τον λόγο ανατροπής της πρωτόδικης απόφασης και διαταγής για αναβίωση και εκδίκαση της Αγωγής. Επομένως, παρόλο που παρατηρείται μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης εν τούτοις το Δικαστήριο επισημαίνει πως οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης δεν την οδήγησαν ποτέ προηγουμένως σε ακρόαση επί της ουσίας και με την παρουσίαση μαρτυρίας. Αυτό έγινε στις 12.10.
  6. Όπως αναφέρει ο Εναγόμενος 2 στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την Αίτηση, στα πλαίσια της υποχρέωσης συνεχούς αποκάλυψης και πριν την έναρξη της ακρόασης της Αγωγής, αυτός καταχώρισε τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης των Εναγομένων. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας δεν προέβη σε οποιαδήποτε δήλωση ή διάβημα σε σχέση με αυτή την ένορκη αποκάλυψη αλλά αντιθέτως δέχθηκε και τα 9 έγγραφα τα οποία περιλαμβάνονται σε αυτή, εξ ου και κατατέθηκαν εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους κατά την έναρξη της ακρόασης. Ο Εναγόμενος 2 παραπέμπει στη συμπληρωματική ένορκη αποκάλυψη και επαναλαμβάνει πως τα εν λόγω έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή του περί τις αρχές Μαρτίου του 2015 μετά από έρευνα και εκκαθάριση στην αποθήκη που διατηρούσε στην Αγία Νάπα, πλην όμως επειδή η Αγωγή είχε ήδη απορριφθεί, δεν τίθετο ζήτημα αποκάλυψης τους σε προγενέστερο στάδιο. Όσον αφορά τη μη ύπαρξη αναγκαιότητας αποκάλυψης αυτοί οι ισχυρισμοί του Εναγομένου 2 πράγματι συνάδουν με το ιστορικό της διαδικασίας. Η Ενάγουσα, μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, ισχυρίζεται πως δεν μπορεί να είναι αληθής η θέση πως τα έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή του Εναγομένου 2 τον Μάρτιο του 2015, καθότι αυτά βρίσκονταν στην αποθήκη του στην Αγία Νάπα. Ο κ. ΚΜ (εφεξής «ο ΚΜ»), δικηγόρος και ενόρκως δηλών, παραπέμπει με τη σειρά του στα Τεκμήρια 3 και 10, τα οποία, ως ισχυρίζεται, δείχνουν ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν αδειούχος χειριστής του επίδικου ταχύπλοου σκάφους και επομένως γνώριζε από το 2004, ημερομηνία σύνταξης του Τεκμηρίου 3, τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά του σκάφους και ότι ήταν επιπέδων υφάλων. Κατ΄ αρχάς ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 αναγνωρίζει το γεγονός ότι τα έγγραφα βρίσκονταν καθ΄ όλον τον χρόνο στην αποθήκη του, πλην όμως ισχυρίζεται ότι τα βρήκε και εντόπισε κατά την έρευνα και εκκαθάριση στην οποία προέβη στην αποθήκη. Επομένως, το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτός ο ισχυρισμός δεν αναιρεί από μόνος του το βάσιμο της θέσης του Εναγομένου 2 ούτε και δείχνει κακοπιστία εκ μέρους του, ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα. Το Τεκμήριο 3 αφορά δέσμη πιστοποιητικών ασφάλειας ακτοπλοϊκού επιταβηγού σκάφους, για τη χρονική περίοδο μεταξύ 29.4.04 μέχρι και 15.4.10, τα οποία αναφέρονται σε κάποια χαρακτηριστικά του σκάφους όχι όμως στον τύπο, ήτοι κατά πόσο ήταν επιπέδων υφάλων ή όχι. Ούτε και το Τεκμήριο 10 αποκαλύπτει οποιοδήποτε χαρακτηριστικό του σκάφους, εφόσον πρόκειται για την άδεια χειριστή ταχύπλοου σκάφους που κατείχε ο Εναγόμενος 2 με ισχύ από τις 14.6.01 μέχρι και τις 26.3.37 και την εγγραφή του ως ναυτικό με ισχύ από τις 9.1.04 μέχρι και τις 9.2.
  7. Βεβαίως από τη στιγμή που ο Εναγόμενος 2 παραδέχεται ότι ήταν διευθυντής και αντιπρόσωπος της Εναγομένης 1 (ιδιοκτήτριας του επίδικου σκάφους) καθώς επίσης και κάτοχος άδειας του εν λόγω σκάφους, εύλογα μπορεί να εξαχθεί πως γνώριζε εξαρχής τις προδιαγραφές και τα χαρακτηριστικά του σκάφους. Παρά ταύτα, ο Εναγόμενος 2 αποδίδει σε λάθος την παραδοχή ολόκληρης της παραγράφου 5 της Έκθεσης Απαίτησης, καθότι η παραδοχή αφορούσε στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του σκάφους το οποίο ανήκε στην Εναγομένη 1 και όχι στην περιγραφή ως επιπέδων υφάλων η οποία είναι λανθασμένη. Παραπέμπει επίσης στα Τεκμήρια 7 και 9, τα οποία περιγράφουν το σκάφος το οποίο υποδεικνύεται στο σχεδιάγραμμα με βαθιά καρίνα (V shape). Είναι γεγονός πως η παράγραφος 5 της Έκθεσης Απαίτησης φαίνεται να εστιάζεται και να αφορά στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του σκάφους και όχι στην περιγραφή και τα χαρακτηριστικά αυτού, και μάλιστα οι ισχυρισμοί τίθενται με διαζευκτικό τρόπο ούτως ώστε ομολογουμένως αυτό να δημιουργεί κάποια ασάφεια τόσο ως προς το περιεχόμενο της όσο και ως προς την όποια παραδοχή της άλλης πλευράς. Αξίζει να παρατεθεί αυτούσια η παράγραφος 5: «Η Εναγόμενη εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτρια ή/και κάτοχος του περιηγητικού σκάφους ή/και επιπέδων υφάλων σκάφους ονομαζόμενου Shark, με αριθμό XXXXX41.» Στην τροποποιημένη Υπεράσπιση στην υφιστάμενη παρ. 7 αναφέρεται πως «η Εναγομένη 1 παραδέχεται τους ισχυρισμούς που προβάλλει η Ενάγουσα στην παρ. 5». Η καταγραφείσα στην Υπεράσπιση παραδοχή λόγω του τρόπου σύνταξης της συγκεκριμένης παρ. 5 δεν θα επέτρεπε εν τέλει στο Δικαστήριο να εξαγάγει κάποιο οριστικό συμπέρασμα. Εξ ου και κατά την ακρόαση της Αγωγής και ειδικότερα, κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, και παρά την ένσταση από τον δικηγόρο της Ενάγουσας το Δικαστήριο επέτρεψε ερώτηση κατά πόσο το σκάφος είναι επιπέδων υφάλων ή με τριγωνική γάστρα. Τα Τεκμήρια 7 και 9 είναι σχέδιο σκάφους σε σχέση με πυροσβεστικά και διασωστικά μέσα και πιστοποιητικό συμμόρφωσης από κατασκευαστή σε σχέση με το επίδικο σκάφος, αντίστοιχα. Και τα δύο έχουν σχεδιαγράμματα του σκάφους. Σε αυτά πουθενά δεν αναφέρεται ρητώς πως πρόκειται για επιπέδων υφάλων σκάφος. Επομένως ο συναφής ισχυρισμός περί τούτου από τον ΚΜ με παραπομπή στα εν λόγω Τεκμήρια δεν ευσταθεί. Η μόνη περιγραφή του σκάφους εντοπίζεται στο Τεκμήριο 9 ως κατηγορίας Β, «rigid hull inflatable boat», το οποίο μεταφράζεται σε «άκαμπτο φουσκωτό». Επομένως, παρόλο που στα εν λόγω Τεκμήρια δεν αναφέρεται ρητώς ότι το σκάφος έχει τριγωνική γάστρα, διαφαίνεται πως ο Εναγόμενος 2 στηρίζεται σε κάποια άλλα εκεί αναγραφόμενα χαρακτηριστικά που τείνουν να καταδείξουν κάτι τέτοιο. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει εν μέρει έρεισμα και στη μαρτυρία του ΜΕ1, στην οποία επίσης παραπέμπει και ο Εναγόμενος 2 στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος 2 αναφέρεται στη μαρτυρία του ΜΕ1 πως το σκάφος δεν πρέπει να είναι επιπέδων υφάλων αλλά πως φαίνεται να έχει τριγωνική γάστρα. Ειδικότερα, κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΕ1 ανέφερε πως στο Τεκμήριο 9 το σκάφος περιγράφεται ως φουσκωτό με θαλάμους, δηλαδή με στερεή γάστρα από κάτω. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 ανέφερε πως το σκάφος είναι ένα συμβατικό ημιφουσκωτό, ενώ παρόλο που δεν απέκλεισε να είναι επιπέδων υφάλων δήλωσε πως κατά 95% είναι σκάφος με τριγωνική γάστρα. Όταν του υπεδείχθη το Τεκμήριο 7, δήλωσε πως δεν μπορούσε να αναφέρει το είδος του σκάφους καθότι δεν δείχνει κάθετη τομή όμως το γεγονός ότι περιγράφεται ως κατηγορίας Β δείχνει πως το σκάφος μπορεί να αντιμετωπίσει κύματα ύψους μέχρι 4 μέτρων και μέχρι 8 μποφόρ και επομένως η γάστρα πρέπει να είναι τριγωνική. Είναι γεγονός πως ο ΜΕ1 δεν ήταν κάθετος και ασφαλώς θα αξιολογηθεί στο κατάλληλο στάδιο. Πλην όμως για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο περιορίζεται στην επισήμανση πως ο δικηγόρος των Εναγομένων προέβαλε τη θέση του στον μάρτυρα ο οποίος μάλιστα δεν απέκλεισε τέτοιο ενδεχόμενο αλλά αντιθέτως το βρήκε πολύ πιο πιθανό. Τα πιο πάνω καταγράφονται προς απάντηση της θέσης πως οι Εναγόμενοι ενεργούν και οδηγήθηκαν στην υποβολή της παρούσας Αίτησης με κακή πίστη, ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα. Η Ενάγουσα αποδίδει κακή πίστη στους Εναγόμενους αφενός για τον λόγο ότι αναφέρουν πως επιχειρούν να καλύψουν μαρτυρία η οποία δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και αφετέρου για τον λόγο ότι η ανάγκη για τροποποίηση έγινε αντιληπτή από την παράδοση της Έκθεσης Απαίτησης. Και τα δύο αυτά ζητήματα έχουν ήδη τύχει εξέτασης και δεν έχει αποκαλυφθεί πως οι Εναγόμενοι ενεργούν με κακή πίστη. Αντιθέτως διαφαίνεται μια γνήσια προσπάθεια παρουσίασης της δικής τους εκδοχής των γεγονότων η οποία κατά την άποψη τους θα οδηγήσει στην επίλυση όλων των επίδικων θεμάτων της παρούσας Αγωγής. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει πως κατά τη σύνταξη της τροποποιημένης Υπεράσπισης ο Εναγόμενος 2 προφανώς παραδεχόταν την παρ. 5 της Έκθεσης Απαίτησης στον βαθμό που αυτή αφορούσε την ιδιοκτησία και κατοχή του επίδικου σκάφους και εκ λάθους περιέλαβε και παραδοχή για την περιγραφή του σκάφους ως επιπέδων υφάλων. Η εν λόγω παράγραφος περιέχει και διαζευκτικούς ισχυρισμούς οι οποίοι δημιουργούν κάποια αμφιβολία ως προς το ακριβές περιεχόμενο τους και κρίνεται ότι χρήζει διευκρίνισης και αποσαφήνισης στα πλαίσια της ακρόασης της Αγωγής. Ο Εναγόμενος 2 εντόπισε τα επιπρόσθετα 9 έγγραφα τον Μάρτιο του 2015, ήτοι μετά την απόρριψη της Αγωγής και ενόσω αυτή εκκρεμούσε ενώπιον του Εφετείου με αποτέλεσμα η αποκάλυψη τους να έγινε αναγκαία μετά την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης και τον ορισμό της για ακρόαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2, τα έγγραφα τείνουν να καταδείξουν πως το σκάφος δεν είναι επιπέδων υφάλων αλλά με τριγωνική γάστρα, κάτι το οποίο φαίνεται να υπονόησε, έστω και με επιφύλαξη, και ο ΜΕ
  8. Ως εκ τούτου, διαφαίνεται πως παρά τη μεγάλη καθυστέρηση στην τροποποίηση, αυτή οφείλεται σε αμέλεια και λάθος των Εναγομένων και φαίνεται να δικαιολογείται υπό τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης και να αποσκοπεί στην ορθή παρουσίαση των γεγονότων της δικής τους εκδοχής. Σαφώς η προτεινόμενη τροποποίηση δεν επιφέρει καθυστέρηση στη διαδικασία εφόσον και οι δύο πλευρές δήλωσαν ευθαρσώς πως αυτή δεν επηρεάζει τη συνέχιση της ακρόασης της υπόθεσης και επιπλέον η Ενάγουσα παρουσιάζει ακόμα τους μάρτυρες της, επομένως δεν κωλύεται από του να παρουσιάζει οποιαδήποτε τυχόν επιπρόσθετη μαρτυρία επιθυμεί επί του υπό τροποποίηση ζητήματος. Με αυτά τα δεδομένα και με γνώμονα πως η καθυστέρηση δικαιολογείται στην προκειμένη περίπτωση, πως η αιτούμενη τροποποίηση έγινε στα αρχικά στάδια της ακροαματικής διαδικασίας χωρίς να επηρεάζει τη συνέχιση αυτής και τα δικαιώματα της Ενάγουσας στην προώθηση της απαίτησης της, και πως αυτή αποσκοπεί στην ορθή παρουσίαση της εκδοχής των Εναγομένων ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει την ολοκληρωμένη εικόνα των θέσεων των δύο πλευρών και να αποφασίσει επί όλων των γεγονότων της υπόθεσης, το Δικαστήριο θεωρεί πως η αιτούμενη τροποποίηση θα πρέπει να εγκριθεί. Επί αυτής της κατάληξης, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση ICOS CIF LTD v. Coward κ.ά.
(2014)1(A) A.A.Δ. 663 η οποία είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική ως προς το θέμα της καθυστέρησης. Σε αυτή οι αρχές συνοψίζονται ως ακολούθως: «Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 A.A.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄ εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Δεν διαφεύγει ακόμα την προσοχή του Δικαστηρίου η υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, στην οποία αναφέρθηκε ότι «ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι . να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Θεωρώ ότι τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης συνηγορούν υπέρ της εφαρμογής αυτής της νομικής αρχής. Στην υπόθεση Clive Preece κ.ά. v. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138 λέχθηκαν τα εξής: «Οι εφεσείοντες μπορεί να μην κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος. Ωστόσο, η μερική αυτή αδυναμία δεν έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Το αίτημα υποβλήθηκε στο αρχικό στάδιο της ακρόασης και προτού συμπληρωθεί η κύρια εξέταση του εφεσείοντα. Η έγκριση του αιτήματος δεν θα διαφοροποιούσε ούτε τη βάση της αγωγής ούτε και θα προκαλούσε δυσμενείς επιπτώσεις στα δικαιώματα και συμφέροντα της εφεσίβλητης η οποία, καθώς η ίδια ομολόγησε, υπήρξε μέρος της κατ' ισχυρισμό παράνομης συμφωνίας η οποία προδήλως είχε ως στόχο την καταδολίευση του δημοσίου. Αντιθέτως η έγκριση της αίτησης θα εξυπηρετούσε το συμφέρον της δικαιοσύνης.» ( Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ως εκ τούτου η Αίτηση κρίνεται δικαιολογημένη και εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης ως η παράγραφος Α της Αίτησης. Η τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός 5 ημερών από σήμερα και τυχόν τροποποιημένη Απάντηση εντός 5 ημερών από την καταχώριση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Τα έξοδα της Αίτησης, ως επίσης και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Γ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.